Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαροκοστής

christ 115

Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.

Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε Βασιλεῦ,δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα,καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου,

ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἑρμηνευτική ἀπόδοση

“Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, μήν ἐπιτρέψεις νά μέ κυριεύσει τό πνεῦμα τῆς ἀργίας,

τῆς περιέργειας, τῆς φιλαρχίας, καί τῆς ἀργολογίας. Χάρισε Ἐσύ σέ μένα, τόν τιποτένιο δοῦλο Σου,

πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης.

Ναί, Κύριε, καί Βασιλιά μου,δός μου τό χάρισμα νά βλέπω μόνο τίς δικές μου ἁμαρτίες καί τά λάθη

καί νά μή κατακρίνω τόν ἀδελφό μου. Γιά Σένα πού εἶσαι ἄξιος κάθε τιμῆς καί δοξολογίας

στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.”

*

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

π. Alexander Schmemann

Ἀνάμεσα σ’ ὅλες τίς προσευχὲς καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μία σύντομη προσευχὴ μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἡ Παράδοση τὴν ἀποδίδει σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγάλους δασκάλους τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὸν ἅγιο Ἐφραὶμ τὸ Σύρο…

Τούτη ἡ προσευχὴ λέγεται δύο φορὲς στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπὸ τή Δευτέρα ὡς τὴν Παρασκευὴ (δέν τή λέμε τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ πιὸ κάτω, γιατὶ οἱ ἀκολουθίες αὐτές τίς δύο μέρες δέν ἔχουν τὸ τυπικὸ τῆς Σαρακοστῆς). Τὴν πρώτη φορὰ λέγοντας τὴν προσευχὴ κάνουμε μία μετάνοια σὲ κάθε αἴτηση. Ἔπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Ὁλόκληρη ἡ προσευχὴ ἐπαναλαμβάνεται μὲ μία τελικὴ μετάνοια στό τέλος τῆς προσευχῆς.

Γιατὶ αὐτὴ ἡ σύντομη καὶ ἁπλὴ προσευχὴ κατέχει μία τόσο σημαντικὴ θέση στήν ὅλη λατρεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς; Διότι ἀπαριθμεῖ, μ’ ἕνα μοναδικὸ τρόπο, ὅλα τὰ ἀρνητικὰ καὶ τὰ θετικὰ στοιχεῖα τῆς μετανοίας καὶ ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, ἕνα «κανόνα ἐλέγχου» τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγῶνα στήν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Αὐτὸς ὁ ἀγῶνας σκοπεύει πρῶτα ἀπ’ ὅλα στήν ἀπελευθερώσή μας ἀπὸ μερικὲς βασικὲς πνευματικὲς ἀσθένειες πού διαμορφώνουν τή ζωή μας καὶ μᾶς κάνουν πραγματικὰ ἀνίσχυρους ἀκόμα καὶ γιά νά κάνουμε ἀρχὴ στροφῆς στόν Θεό.

Ἡ βασικὴ ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀργία. Εἶναι ἡ παράξενη ἐκείνη τεμπελιὰ καὶ ἡ παθητικότητα ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξής μας ποὺ πάντα μᾶς σπρώχνει πρὸς τὰ «κάτω» μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὰ «πάνω» καί πού διαρκῶς μᾶς πείθει ὅτι δέν εἶναι δυνατὸ ν’ ἀλλάξουμε καὶ ἑπομένως δὲν χρειάζεται νά ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀλλαγή. Εἶναι ἕνας βαθιὰ ῥιζωμένος κυνισμὸς πού σὲ κάθε πνευματικὴ πρόκληση ἀπαντάει μὲ τὸ «γιατί;» καὶ καταντάει τή ζωή μας μία ἀπέραντη πνευματική φθορά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ῥίζα ὅλης τῆς ἁμαρτίας γιατὶ δηλητηριάζει κάθε πνευματικὴ ἐνεργητικότητα στήν πιὸ βαθιὰ της πηγή.

Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς «ἀργίας», εἶναι ἡ λιποψυχία. Εἶναι μία κατάσταση δειλίας πού ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τή θεώρησαν ὡς τὸν μεγαλύτερο κίνδυνο τῆς ψυχῆς. Ἡ λιποψυχία, ἡ ἀποθάρρυνση, εἶναι ἡ ἀνικανότητα τοῦ ἀνθρώπου νά βλέπει καθετὶ καλὸ ἢ θετικό! Εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τῶν πάντων στόν ἀρνητισμὸ καὶ στήν ἀπαισιοδοξία. Εἶναι στ’ ἀλήθεια μία δαιμονικὴ δύναμη μέσα μας, γιατὶ ὁ Σατανᾶς εἶναι βασικὰ ἕνας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιὲς στόν ἀνθρωπο γιά τὸν Θεὸ καὶ γιά τὸν κόσμο· γεμίζει τή ζωή μὲ σκοτάδι καὶ ἀρνητισμό. Ἡ λιποψυχία εἶναι ἡ αὐτοκτονία τῆς ψυχῆς, γιατὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατέχεται ἀπ’ αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος νά δεῖ τὸ φῶς καὶ νά τὰ ἐπιθυμήσει.

Πνεῦμα φιλαρχίας! φαίνεται παράξενο πώς ἡ ἀργία καὶ ἡ λιποψυχία εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα πού γεμίζουν τή ζωή μας μὲ τὸν πόθο τῆς φιλαρχίας. Μολύνοντας ὅλη μας τὴν τοποθέτηση ἀπέναντι στή ζωή, κάνοντάς την ἄδεια καὶ χωρὶς νόημα, μᾶς σπρώχνουν ν’ ἀναζητήσουμε ἀντιστάθμισμα σὲ μία ῥιζικὰ λανθασμένη στάση ἀπέναντι στά ἄλλα πρόσωπα. Ἂν ἡ ζωή μου δέν εἶναι προσανατολισμένη πρὸς τὸν Θεό, ἂν δέν σκοπεύει σὲ αἰώνιες ἀξίες, ἀναπόφευκτα θὰ γίνει ἐγωιστικὴ καὶ ἐγωκεντρική, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι γίνονται τὰ μέσα γιά τή δική μου αὐτοϊκανοποίηση. Ἂν ὁ Θεὸς δέν εἶναι ὁ «Κύριος καὶ Δεσπότης τῆς ζωῆς μου», τότε τὸ ἐγώ μου γίνεται ὁ κύριος καὶ δεσπότης μου, γίνεται τὸ ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου μου καὶ ἀρχίζω νά ἐκτιμῶ καθετὶ μὲ βάση τὶς δικές μου ἀνάγκες, τὶς δικές μου ἰδέες, τὶς δικές μου ἐπιθυμίες καὶ τὶς δικές μου κρίσεις. Ἔτσι ἡ ἐπιθυμία τῆς φιλαρχίας γίνεται ἡ βασική μου ἁμαρτία στίς σχέσεις μὲ τίς ἄλλες ὑπάρξεις, γίνεται μία ἀναζήτηση ὑποταγῆς τους σὲ μένα. Δέν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητο νά ἐκφράζεται ἡ φιλαρχία μου σὰν ἔντονη ἀνάγκη νά διατάζω καὶ νά κηδεμονεύω τοὺς «ἄλλους». Μπορεῖ ἐπίσης νά ἐκφράζεται καὶ σὰν ἀδιαφορία, περιφρόνηση, ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, φροντίδας καὶ σεβασμοῦ. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ «ἀργία», μαζὶ μὲ τή «λιποψυχία» πού ἀπευθύνονται αὐτή τή φορά πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἔτσι συμπληρώνεται ἡ πνευματικὴ αὐτοκτονία μὲ τὴν πνευματικὴ δολοφονία.

Τέλος εἶναι ἡ ἀργολογία. Ἀπ’ ὅλα γενικὰ τὰ δημιουργήματα μόνον ὁ ἄνθρωπος προικίστηκε μὲ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου. Ὅλοι οἱ Πατέρες βλέπουν σ’ αὐτὸ τὸ χάρισμα τὴν ἀκριβῆ «σφραγῖδα» τῆς Θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκαλύφτηκε σὰν Λόγος (Ἰωάν. 1,1). Ἀλλὰ ὄντας ὁ λόγος τὸ ὕψιστο δῶρο, εἶναι καὶ ὁ ἰσχυρότερος κίνδυνος. Ὅπως εἶναι ἡ κυρίαρχη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου, τὸ μέσο γιά τὴν προσωπικὴ του πλήρωση, γιά τὸν ἴδιο λόγο, εἶναι καὶ τὸ μέσο γιά τὴν πτώση του, γιά τὴν αὐτοκαταστροφὴ του, γιά τὴν προδοσία καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὁ λόγος σώζει καὶ ὁ λόγος σκοτώνει, ὁ λόγος ἐμπνέει καὶ ὁ λόγος δηλητηριάζει. Ὁ λόγος εἶναι τὸ μέσο τῆς Ἀλήθειας ἀλλὰ εἶναι καὶ μέσο γιά τὸ δαιμονικὸ ψέμα. Ἔχοντας μία βασικὰ θετικὴ δύναμη ὁ λόγος, ἔχει ταυτόχρονα καὶ μία τρομακτικὰ ἀρνητική. Ὁ λόγος, δηλαδὴ, δημιουργεῖ θετικὰ ἢ ἀρνητικά. Ὅταν ἀποσπᾶται ἀπὸ τή Θεία καταγωγή καὶ τὸ Θεῖο σκοπὸ του γίνεται ἀργολογία. Ἐνισχύει τὴν ἀργία, τή λιποψυχία καὶ τή φιλαρχία καὶ μετατρέπει τή ζωή σὲ κόλαση. Γίνεται ἡ κυρίαρχη δύναμη τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτὰ τὰ τέσσερα σημεῖα εἶναι οἱ ἀρνητικοὶ «στόχοι» τῆς μετανοίας. Εἶναι τὰ ἐμπόδια πού πρέπει νά μετακινηθοῦν. Ἀλλὰ μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νά τὰ μετακινήσει. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ καὶ τὸ πρῶτο μέρος τῆς προσευχῆς αὐτῆς εἶναι μία κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας τοῦ ἀβοήθητου ἀνθρώπου. Στή συνέχεια ἡ προσευχὴ κινεῖται στούς θετικοὺς σκοποὺς τῆς μετανοίας πού πάλι εἶναι τέσσερις.

Σωφροσύνη! Ἂν δέν περιορίσουμε – πρᾶγμα πού συχνὰ καὶ πολὺ λαθεμένα γίνεται – τὴν ἔννοια τῆς λέξης «σωφροσύνη» μόνο στή σαρκικὴ σημασία της, θὰ μποροῦσε νά γίνει κατανοητὴ σὰν τό θετικὸ ἀντίστοιχο τῆς λέξης «ἀργία». «Ἀργία» πρῶτα ἀπ’ ὅλα, εἶναι ἡ ἀδράνεια, τὸ σπάσιμο τῆς διορατικότητας καὶ τῆς ἐνεργητικότητάς μας, ἡ ἀνικανότητα νά βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ὁλότητα εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὴν ἀδράνεια. Ἂν συνηθίζουμε μὲ τή λέξη σωφροσύνη νά ἐννοοῦμε τὴν ἀρετὴ τὴν ἀντίθετη ἀπὸ τή σαρκική διαφθορά εἶναι γιατὶ ὁ διχασμένος χαρακτῆρας μας, πουθενὰ ἀλλοῦ δέν φαίνεται καλύτερα παρὰ στή σαρκικὴ ἐπιθυμία, ποὺ εἶναι ἀλλοτρίωση τοῦ σώματος ἀπὸ τή ζωή καὶ τὸν ἔλεγχο τοῦ πνεύματος. Ὁ Χριστὸς ἐπαναφέρει τὴν «ὁλότητα» (τή σωφροσύνη) μέσα μας καὶ τὸ κάνει αὐτό ἀποκαθιστώντας τὴν ἀληθινὴ κλίμακα τῶν ἀξιῶν, μὲ τὸ νά μᾶς ὁδηγεῖ πίσω στόν Θεό.

Ὁ πρῶτος καὶ ὑπέροχος καρπὸς τῆς σωφροσύνης εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἤδη ἔχουμε μιλήσει γι’ αὐτή. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ νίκη τῆς ἀλήθειας μέσα μας, ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ψεύδους μέσα στό ὁποῖο συνήθως ζοῦμε. Μόνη ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἄξια τῆς ἀλήθειας! μόνο μ’ αὐτὴ, δηλαδὴ, μπορεῖ κανεὶς νά δεῖ καὶ νά δεχτεῖ τὰ πράγματα ὅπως εἶναι καὶ ἔτσι νά δεῖ τὸν Θεό, τὸ μεγαλεῖο Του, τὴν καλοσύνη Του καὶ τὴν ἀγάπη Του στό καθετί. Νά γιατί, ὅπως ξέρουμε, ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

Μετὰ τή σωφροσύνη καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη, κατὰ φυσικὸ τρόπο, ἀκολουθεῖ ἡ ὑπομονή. Ὁ «φυσικὸς» ἢ «πεπτωκὼς» ἄνθρωπος εἶναι ἀνυπόμονος, γιατὶ εἶναι τυφλὸς γιά τὸν ἑαυτὸ του, καὶ βιαστικὸς στό νά κρίνει καὶ νά καταδικάσει τοὺς ἄλλους. Μὲ διασπασμένη, ἀτελῆ καὶ διαστρεβλωμένη γνώση τῶν πραγμάτων πού ἔχει, μετράει τὰ πάντα μὲ βάση τὶς δικὲς του προτιμήσεις καὶ τὶς δικὲς του ἰδέες. Ἀδιαφορεῖ γιά τὸν καθένα γύρω του ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του, θέλει ἡ ζωὴ του νά εἶναι πετυχημένη τώρα, αὐτὴ τή στιγμή. Ὑπομονή, βέβαια, εἶναι μία ἀληθινὰ θεϊκὴ ἀρετή. Ὁ Θεὸς εἶναι ὑπομονετικὸς ὄχι γιατὶ εἶναι «συγκαταβατικὸς», ἀλλὰ γιατὶ βλέπει τὸ βάθος ὅλων τῶν πραγμάτων, γιατὶ ἡ ἐσωτερικὴ πραγματικότητά τους, τὴν ὁποία ἐμεῖς μὲ τὴν τυφλότητά μας δέν μποροῦμε νά δοῦμε, εἶναι ἀνοιχτὴ σ’ Αὐτόν. Ὄσο πιὸ κοντὰ ἐρχόμαστε στόν Θεὸ τόσο περισσότερο ὑπομονετικοὶ γινόμαστε καὶ τόσο πιὸ πολὺ ἀντανακλοῦμε αὐτὴ τὴν ἀπέραντη ἐκτίμηση γιά ὅλα τὰ ὄντα, πρᾶγμα πού εἶναι ἡ κύρια ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ.

Τέλος, τὸ ἀποκορύφωμα καὶ ὁ καρπὸς ὅλων τῶν ἀρετῶν, κάθε καλλιέργειας καὶ κάθε προσπάθειας, εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πού, ὅπως ἔχουμε πεῖ, μπορεῖ νά δοθεῖ μόνο ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι τὸ δῶρο πού ἀποτελεῖ σκοπὸ γιά κάθε πνευματικὴ προετοιμασία καὶ ἄσκηση.

Ὅλα αὐτὰ συγκεφαλαιώνονται στήν τελικὴ αἴτηση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ μὲ τὴν ὁποία ζητᾶμε: «…δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου…». Ἐδῶ τελικὰ δέν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἕνας κίνδυνος: ἡ ὑπερηφάνεια. Ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ καὶ ὅλο τὸ κακὸ εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Παρ’ ὅλα αὐτὰ δέν εἶναι ἀρκετὸ γιά μένα νά βλέπω τὰ «ἐμά πταίσματα» γιατὶ ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ φαινομενικὴ ἀρετὴ μπορεῖ νά μετατραπεῖ σὲ ὑπερηφάνεια. Τὰ πατερικὰ κείμενα εἶναι γεμάτα ἀπὸ προειδοποιήσεις γιά τὴν ὕπουλη μορφὴ ψευτοευσεβείας, ἡ ὁποία, στήν πραγματικότητα μὲ τὸ κάλυμμα τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς αὐτομεμψίας, μπορεῖ νά ὁδηγήσει σὲ μία πραγματικὰ δαιμονικὴ ὑπερηφάνεια. Ἀλλὰ, ὅταν βλέπουμε τὰ δικὰ μας σφάλματα καὶ δέν κατακρίνουμε τοὺς ἀδελφοὺς μας, ὅταν μὲ ἄλλα λόγια, ἡ σωφροσύνη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀγάπη γίνονται ἕνα σὲ μᾶς, τότε καὶ μόνο τότε ὁ αἰώνιος ἐχθρὸς – ἡ ὑπερηφάνεια – θ’ ἀφανιστεῖ μέσα μας.

Μετὰ ἀπὸ κάθε αἴτηση στήν προσευχὴ τούτη κάνουμε μία μετάνοια (γονυκλισία). Οἱ μετάνοιες δέν περιορίζονται στήν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ ξεχωριστὰ χαρακτηριστικὰ ὁλόκληρης τῆς λατρείας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐδῶ, πάντως, τὸ νόημά τους ἀποκαλύπτεται περισσότερο ἀπ’ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ.

Στή συνεχή καὶ δύσκολη προσπάθεια τῆς πνευματικῆς ἀνάρρωσης, ἡ Ἐκκλησία δέν ξεχωρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό· ὁ ὅλος ἄνθρωπος πρέπει νά ἀνορθωθεῖ, ὁ ὅλος ἄνθρωπος πρέπει νά γυρίσει. Ἡ καταστροφὴ τῆς ἁμαρτίας ὑπάρχει ὅταν νικάει ἡ σάρκα – τὸ ζωῶδες, τὸ παράλογο, ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία μέσα μας – τό πνευματικὸ καὶ τὸ θεῖο. Ἀλλὰ τό σῶμα εἶναι δοξασμένο, τὸ σῶμα εἶναι ἅγιο, τόσο ἅγιο πού ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς «σὰρξ ἐγένετο». Ἡ σωτηρία καὶ ἡ μετάνοια, ἑπομένως, δέν εἶναι ἡ περιφρόνηση τοῦ σώματος οὔτε ἡ παραμέλησή του, ἀλλὰ εἶναι ἀποκατάσταση τοῦ σώματος στήν πραγματικὴ του λειτουργικότητα πού εἶναι ἡ ἔκφραση καὶ ἡ ζωὴ τοῦ πνεύματος, ὁ ναὸς τῆς ἀνεκτίμητης ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ἡ χριστιανικὴ ἀσκητικὴ εἶναι ἀγῶνας ὄχι κατὰ, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ σώματος. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ ὅλος ἄνθρωπος – ψυχὴ καὶ σῶμα – μετανοεῖ. Τὸ σῶμα παίρνει μέρος στήν προσευχὴ τῆς ψυχῆς καθὼς αὐτὴ προσεύχεται μέσα στό σῶμα καὶ διὰ τοῦ σώματος. Ἔτσι οἱ γονυκλισίες, τὰ «ψυχοσωματικὰ» δείγματα τῆς μετάνοιας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς λατρείας καὶ τῆς ὑπακοῆς, εἶναι μία ἱεροτελεστία κατ’ ἐξοχὴν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

 

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ, Πορεία πρὸς τὸ Πάσχα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ

image_pdfimage_print