Λόγος εἰς τὴν Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν (τῆς Σταυροπροσκυνήσεως)

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Εὐαγγέλιο: Μάρκ. η΄ 34-38- θ΄ 1)

Μεγάλη ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας! Δὲν ὑπάρχει τίποτα ἱκανὸ στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τῆς ἀφαιρέσει τὴ δύναμη αὐτή.

Ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας εἶναι πολὺ μεγάλη! Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἀρρώστια ἢ νόσημα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.

Οἱ ἄρρωστοι ποὺ ὑποφέρουν κι εἶναι ἀδύναμοι, ἀναζητοῦν γιατρὸ γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὴν ἀνάλογη θεραπεία. Κανένας τους δὲν ψάχνει γιὰ κάποιο γιατρὸ ποὺ θὰ τοὺς χορηγήσει φάρμακο γλυκὸ καὶ γευστικό. Ὅλοι τους θ’ ἀναζητήσουν κάποιον ποὺ θὰ τοὺς δώσει φάρμακο ἀποτελεσματικό, εἴτε γλυκὸ θὰ ’ναι αὐτὸ εἴτε πικρὸ εἴτε κι ἐντελῶς ἄγευστο. Ὅσο πιὸ πικρὸ εἶναι τὸ φάρμακο ποὺ σύστησε ὁ γιατρὸς κι ὅσο πιὸ περίπλοκη εἶναι ἡ ἐξέλιξη τῆς θεραπείας, τόσο μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη ἀποκτᾶ ὁ γιατρὸς στὰ μάτια τοῦ ἀρρώστου.

Γιατί οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν τὸ πικρὸ φάρμακο μόνο ὅταν τὸ προσφέρει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ; Γιατί ἀναζητοῦν μόνο γλυκίσματα ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ; Ἐπειδὴ δὲν ἀντιλαμβάνονται πόσο σοβαρὴ εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας τους, ἐπειδὴ νομίζουν πὼς μποροῦν νὰ θεραπευτοῦν μόνο μὲ γλυκίσματα.

Ἄχ, νὰ μποροῦσαν ν’ ἀναρωτηθοῦν οἱ ἄνθρωποι γιατί ὅλα τὰ φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀρρώστιες εἶναι τόσο πικρά! Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τοὺς ἀπαντοῦσε: γιὰ νὰ πάρουν μία ἰδέα τῆς πίκρας πού ’χουν τὰ πνευματικὰ φάρμακα. Ὅπως ἡ σωματικὴ ἀρρώστια δίνει κάποια ἰδέα γιὰ τὴν πνευματική, ἔτσι καὶ τὰ φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀρρώστιες λειτουργοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σὲ σχέση μ’ ἐκεῖνα γιὰ τὶς πνευματικές.

Οἱ πνευματικὲς ἀρρώστιες, οἱ σοβαρὲς καὶ τυχαῖες, δὲν εἶναι πολὺ πιὸ σοβαρὲς ἀπὸ τὶς σωματικές; Πῶς τότε τὰ φάρμακα γιὰ τὶς πνευματικὲς αὐτὲς ἀρρώστιες δὲν μποροῦν νὰ εἶναι πιὸ πικρὰ ἀπὸ τ’ ἀντίστοιχα φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀρρώστιες;

Οἱ ἄνθρωποι φροντίζουν πολὺ τὸ σῶμα τους. Κι ὅταν αὐτὸ ἀρρωσταίνει, δὲ λυποῦνται οὔτε προσπάθειες οὔτε χρόνο ἢ χρῆμα γιὰ ν’ ἀποκαταστήσουν τὴν ὑγεία του. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση κανένας γιατρὸς δὲ φαίνεται πολὺ ἀκριβός, καμιὰ ἰαματικὴ πηγὴ δὲ βρίσκεται μακριὰ καὶ κανένα φάρμακο δὲ μοιάζει πικρό. Κι αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα πιὸ ἔντονο ὅταν βεβαιωνόμαστε πὼς ὁ σωματικὸς θάνατος πλησιάζει.

Ἄχ, καὶ νὰ φρόντιζαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τόσο πολὺ γιὰ τὴν ψυχική τους ὑγεία! Ἄχ, καὶ νὰ ’ταν τόσο ἐπιμελεῖς στὴν ἀναζήτηση θεραπείας καὶ θεραπευτὴ γιὰ τὴν ψυχή τους!

Εἶναι δύσκολο κι ὀδυνηρὸ νὰ περπατᾶς ξυπόλητος ἀνάμεσα στ’ ἀγκάθια. Ὅταν ὅμως ὁ ξυπόλητος ἄνθρωπος πεθαίνει τῆς δίψας κι ἡ πηγὴ μὲ τὸ νερὸ εἶναι μετὰ τ’ ἀγκάθια, δὲ θ’ ἀποφασίσει γρήγορα νὰ βαδίσει πάνω σ’ αὐτά, μ’ ὅλο πού τὰ πόδια του θὰ πληγωθοῦν, γιὰ νὰ πλησιάσει στὸ νερό; Ἢ μήπως θὰ προτιμήσει νὰ καθήσει πάνω στὸ χλωρὸ γρασίδι ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τ’ ἀγκάθια καὶ νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴ δίψα;

Κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία λένε: «Δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε τόσο πικρὸ φάρμακο». Κι ἔτσι ὁ Νυμφίος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, πῆρε πρῶτος τὸ φάρμακο, τὸ πικρότερο φάρμακο, μ’ ὅλο πού ἦταν ὑγιής. Καὶ τὸ ’κανε αὐτὸ μονο για νὰ δείξει στοὺς ἀρρώστους πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἀδύνατο. Ἀλήθεια, πόσο πιὸ δύσκολο εἶναι στὸν ὑγιῆ ἄνθρωπο νὰ πάρει καὶ νὰ καταπιεῖ τὸ φάρμακο ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς ἀρρώστους! Ἐκεῖνος ὅμως τὸ πῆρε, ὥστε οἱ θνητοὶ ἄρρωστοι νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀπόφαση νὰ τὸ πάρουν κι αὐτοί.

«Δὲν μποροῦμε νὰ περπατήσουμε ξυπόλητοι πάνω στ’ ἀγκάθια, λένε οἱ ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅσο καὶ νὰ διψᾶμε κι ὅσο καθαρὸ καὶ νὰ ’ναι τὸ νερὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά». Κι ἔτσι ὁ Κύριος, ποὺ ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, βάδισε ὁ ἴδιος ξυπόλητος πάνω στ’ ἀγκάθια. Καὶ τώρα καλεῖ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοὺς διψασμένους στὴν πηγὴ μὲ τὸ δροσερὸ νερό. «Εἶναι δυνατόν», μᾶς λέει. «Βάδισα μόνος μου πάνω στὰ πιὸ αἰχμηρὰ ἀγκάθια καί πατώντας τὰ τὰ ἄμβλυνα, τὰ μαλάκωσα. Ἐλᾶτε, λοιπόν».

«Ἂν τὸ φάρμακο εἶναι ὁ σταυρός, δὲν μποροῦμε νὰ τὸ πάρουμε. Κι ἂν ὁ σταυρὸς εἶναι ὁ δρόμος, δὲν μποροῦμε νὰ τὸν βαδίσουμε». Αὐτὸ λένε ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ ἡ ἁμαρτία τοὺς ἔκανε ἄρρωστους. Κι ἔτσι ὁ Κύριος, ποὺ ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, σήκωσε πάνω Του τὸ βαρύτερο σταυρό, γιὰ νὰ μᾶς δείξει πώς κι αὐτὸ εἶναι δυνατό.

***

Στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ Κύριος, σ’ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ σωθοῦν ἀπὸ τὸ θάνατο, προσφέρει τὸ σταυρό, τὸ πιὸ πικρὸ φάρμακο γιὰ τὴ θεραπεία τους.

Εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθήτω μοι» (Μάρκ. η΄ 34). Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, πρέπει ν’ ἀπαρνηθεῖ τὸν παλιὸ καὶ ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του, νὰ πάρει πάνω του τὸ σταυρὸ τῶν θλίψεων καὶ τῶν δοκιμασιῶν καὶ τότε ἂς μὲ ἀκολουθήσει.

Ὁ Κύριος δέν ὁδηγεῖ τοὺς ἀνθρώπους στὸ σταυρὸ πρὶν ἀπ’ Αὐτόν. Τοὺς καλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, ἀφοῦ Ἐκεῖνος πρῶτος κουβάλησε τὸν σταυρό. Προτοῦ κάνει τὴν κλήση αὐτὴ τοὺς εἶχε προειδοποιήσει γιὰ τὰ πάθη Του: «δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου πολλὰ παθεῖν καὶ ἀποκτανθῆναι, καὶ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἀναστῆναι» (Μάρκ. η΄ 31). Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ εἶπε πὼς εἶναι «ἡ ὁδός». Ἔγινε ὁ πρῶτος στὰ πάθη κι ὁ πρῶτος στὴ δόξα. Ἦρθε γιὰ ν’ ἀποδείξει πὼς ὅλ’ αὐτὰ ποὺ οἱ ἄνθρωποι ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἀδύνατα,εἶναι δυνατά. Καὶ τὰ ἔκανε δυνατά.

Ὁ Κύριος δὲν πιέζει τοὺς ἀνθρώπους, δὲν τοὺς ἀσκεῖ βία. Ὁ Κύριος συνιστᾶ καὶ προσφέρει. «Ὅστις θέλει…». Οἱ ἄνθρωποι ἔπεσαν στὴν ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους. Καὶ μόνο μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους πρέπει νὰ θεραπευτοῦν ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Δὲν κρύβει τὸ γεγονὸς πὼς τὸ φάρμακο εἶναι πικρό, πολὺ πικρό. Ἐκείνος ὅμως, μὲ τὸ νὰ πάρει πρῶτος τὸ πικρὸ φάρμακο, τὸ ἔκανε πιὸ εὔκολο στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ πῆρε τὸ φάρμακο μ’ ὅλο ποὺ ὁ ἴδιος ἦταν ὑγιής, γιὰ νὰ μᾶς ἀποδείξει τὴ θαυμαστὴ πράξη Του.

«Ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, ἀπαρνήθηκε τὸν ἑαυτὸ του ὅταν ἁμάρτησε, ἀλλὰ ἀπαρνήθηκε τὸν ἀληθινό, τὸν πραγματικό του ἑαυτό. Ὅταν ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν ἑαυτό τους, ἐννοεῖ τόν ψεύτικο, τὸν πλανεμένο ἑαυτό. Ἂς τὸ κάνουμε πιὸ ἁπλό.

Ὁ Ἀδὰμ ἀπαρνήθηκε τὴν Ἀλήθεια καὶ προσκολλήθηκε σ’ ἕνα ψέμμα. Τώρα ὁ Κύριος ζητᾶ ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους του Ἀδάμ ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸ ψέμμα καὶ νὰ προσκολληθοῦν ξανὰ στὴν Ἀλήθεια, ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ. Τὸ ν’ ἀπαρνηθεῖς τὸν ἑαυτό σου ἑπομένως σημαίνει ν’ ἀπαρνηθεῖς τὴν ἀπατηλὴ μὴ-ὕπαρξη, ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ στὴ θέση τῆς θεόσδοτης ὕπαρξής μας. Πρέπει ν’ ἀπαρνηθοῦμε τὴν παγκοσμιότητα ποὺ ἔχει ἀντικαταστήσει τὴν πνευματικότητά μας, τὰ πάθη ποὺ ἔχουν ἀντικαταστήσει τὰ καλά μας ἔργα, τὸν ταπεινὸ φόβο ποὺ ἔχει σκοτίσει μέσα μας τὴ θεϊκὴ υἱοθεσία, τὸ γογγυσμό μας ἐναντίον τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔχει ἀφανίσει μέσα μας τὸ πνεῦμα τῆς ὑπακοῆς σ’ Ἐκεῖνον. Πρέπει ν’ ἀπαρνηθοῦμε τὴν εἰδωλολατρικὴ λατρεία τῆς φύσης καὶ τοῦ σώματός μας. Μὲ λίγα λόγια, πρέπει ν’ ἀπαρνηθοῦμε ὅλα ἐκεῖνα ποὺ παραπέμπουν στὸ «ἐγώ» μας, καὶ ποὺ στὴν πραγματικότητα εἶναι ὁ πονηρὸς κι ἡ ἁμαρτία, ἡ φθορά, ἡ ἀπάτη κι ὁ θάνατος.

Ἂχ καὶ νὰ μπορούσαμε ν’ ἀπαρνηθοῦμε τὶς πονηρές μας συνήθειες ποὺ ἔχουν γίνει μέσα μας δεύτερη φύση. Ν’ ἀπαρνηθοῦμε αὐτὴ τὴ «δεύτερη φύση», γιατί δὲν εἶναι ἡ δική μας φύση ὅπως τὴ δημιούργησε ὁ Θεός, ἀλλὰ μία σωρευμένη καὶ σκληρυμένη φαντασία κι αὐταπάτη μέσα μας – ἕνα ὑποκριτικὸ ψέμμα ποὺ βαδίζει μὲ τ’ ὄνομά μας, καὶ μεῖς μαζί του.

Τί σημαίνει ν’ ἀναλάβουμε τὸ σταυρό μας; Σημαίνει τὴν ἀπὸ μέρους μας ἐλεύθερη ἀποδοχὴ κάθε μέσου θεραπείας ποὺ μᾶς προσφέρει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἔστω κι ἂν εἶναι πικρό. Σοῦ ἔτυχαν μεγάλες καταστροφές; Κάνε ὑπακοὴ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔκανε κι ὁ Νῶε. Χρειάζεται νὰ κάνεις θυσία; Παραδώσου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἴδια πίστη ποὺ εἶχε ὁ Ἀβραὰμ ὅταν πορευόταν γιὰ νὰ θυσιάσει τὸ γιό του. Καταστράφηκε ἡ περιουσία σου; Πέθαναν ξαφνικὰ τὰ παιδιά σου; Νὰ τὰ ὑπομένεις ὅλα μὲ καρτερία, μὲ τὴν καρδιά σου προσκολλημένη στὸ Θεό, ὅπως ἔκανε ὁ Ἰώβ. Σ’ ἐγκαταλείπουν οἱ φίλοι σου καὶ βρίσκεσαι ξαφνικὰ περικυκλωμένος ἀπὸ ἐχθρούς; Νὰ τὰ ὑπομείνεις ὅλα χωρίς γογγυσμό, ὅπως ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, μὲ πίστη στὸν Θεὸ πὼς ἡ βοήθειά Του εἶναι ἄμεση. Καταδικάστηκες νὰ πεθάνεις γιὰ τὸ Χριστό; Δόξασε τὸν Θεὸ ποὺ ἀξιώθηκες τέτοια τιμή, ὅπως χιλιάδες χριστιανοὶ μάρτυρες.

Τίποτα δὲ θὰ σοῦ ζητηθεῖ ποὺ δὲν ἔχει ξαναγίνει. Ἐσὺ μᾶλλον θ’ ἀκολουθήσεις τὸ παράδειγμα τῶν πολλῶν – ἀποστόλων, ἁγίων, ὁμολογητῶν καὶ μαρτύρων – ποὺ ἔμειναν πιστοὶ στὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε καὶ κάτι ἀκόμα ὅμως, ὅταν ἐπιζητοῦμε τὴ σταύρωσή μας. Πῶς ὁ Κύριος ζητᾶ τὴ σταύρωση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἐκείνου μὲ τὶς πονηρὲς συνήθειες, ποὺ ὑπηρετεῖ τὴν ἁμαρτία. Μὲ τὴ σταύρωση αὐτὴ ὁ παλιός, ὁ ζωώδης ἄνθρωπος μέσα μας νεκρώνεται. Κι ὁ νέος ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι φτιαγμένος κατ’ εἰκόνα Θεοῦ καὶ ἀθάνατος, ἀναγεννιέται. Λέει ὁ ἀπόστολος: «Ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη… τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ» (Ρωμ. στ΄ 6).

Ὁ σταυρὸς εἶναι βαρὺς γιὰ τὸν παλιό, τὸ σαρκικὸ ἄνθρωπο. Εἶναι βαρὺς γιὰ τὸν ἄνθρωπο «σὺν τοῖς παθήμασι καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις» (Γαλ. ε΄ 24). Γιά τὸν πνευματικὸ ἄνθρωπο ὅμως δὲν εἶναι βαρύς. Ὁ σταυρὸς εἶναι «τοῖς μὲν ἀπολλυμένοις μωρία… τοῖς δὲ σωζομένοις ἡμῖν δύναμις Θεοῦ» (Α΄ Κορ. α΄ 18). Ἐμεῖς καυχιόμαστε στὸ σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, στὸ σταυρὸ ποὺ φέρουμε γιὰ χάρη Του. Ὁ Κύριος δὲ ζητᾶ ν’ ἀναλάβουμε τὸ δικό Του σταυρό, μὰ τὸ δικό μας. Ὁ δικός Του σταυρὸς εἶναι ὁ βαρύτερος. Ἐκεῖνος δὲ σταυρώθηκε γιὰ τὶς δικές Του ἁμαρτίες ἀλλά γιά τὶς δικές μας, γι’ αὐτὸ κι ὁ σταυρὸς Του εἶναι ὁ βαρύτερος. Ἐμεῖς σταυρωνόμαστε γιὰ τὶς δικές μας ἁμαρτίες, γι’ αὐτὸ κι ὁ δικός μας σταυρὸς εἶναι ἐλαφρύτερος. Ὅταν τὰ βάσανά μας βρίσκονται στὸ ἀποκορύφωμά τους, δὲν πρέπει νὰ λέμε πὼς εἶναι πολὺ μεγάλα, πέρα ἀπὸ κάθε ὅριο. Ζεῖ Κύριος καὶ γνωρίζει τὸ μέτρο τῶν πειρασμῶν μας, δὲν θὰ μᾶς ἀφήσει νὰ ὑποφέρουμε περισσότερο ἀπ’ ὅσο μποροῦμε. Τὸ μέτρο τῶν πειρασμῶν μας εἶναι ὑπολογισμένο τουλάχιστο ὅσο τὸ μέτρο τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, ἢ ὅσο τὰ ὅρια τῶν ἄστρων στὴν πορεία τους. Ἐντάθηκαν οἱ πειρασμοί μας; Ἔγινε βαρύτερος ὁ σταυρός μας; Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι μεγαλύτερη, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ὁ ἀπόστολος: «Ὅτι καθὼς περισσεύει τὰ παθήματα τοῦ Χριστοῦ εἰς ἡμᾶς, οὕτω διὰ Χριστοῦ περισσεύει καὶ ἡ παράκλησις ἡμῶν» (Β΄ Κορ. α΄ 5).

Ἡ παράκλησή μας ὅμως, πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι μεγάλη ἐπειδὴ μᾶς καλεῖ ὁ Κύριος νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε. «Ἀκολουθήτω μοι», λέει. Γιατί ὁ Κύριος κάνει τὴν κλήση αὐτὴ σ’ ἐκείνους πού ἀναλαμβάνουν τὸ σταυρό τους; Πρῶτα γιὰ νὰ μὴν πέσουν καὶ τσακιστοῦν κάτω ἀπὸ τὸ βάρος του. Ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι τόσο ὀδυνηρὰ ἀδύναμη, ποὺ κι ὁ ἐλαφρύτερος σταυρὸς φαίνεται βαρὺς στὸ δυνατότερο ἄνθρωπο, ἂν τὸν φέρει χωρὶς τὴ βοήθεια τοῦ οὐρανοῦ. Βλέπουμε πῶς ἀπελπίζονται οἱ ἄπιστοι στὸ ἐλαφρύτερο χτύπημα. Πῶς ἐναντιώνονται στὸν οὐρανὸ καὶ τὴ γῆ μὲ τὸ ποὺ θὰ τοὺς κεντήσει μία καρφίτσα. Πῶς παραπατοῦν δεξιὰ κι ἀριστερὰ ἀβοήθητοι, ἀναζητώντας κάποια στήριξη καὶ ἀρωγὴ στὸ κενὸ αὐτοῦ του κόσμου· κι ὅταν ὁ κόσμος αὐτὸς δὲν μπορεῖ νὰ τοὺς προσφέρει στήριξη καὶ βοήθεια, τότε ἰσχυρίζονται πὼς ὁ κόσμος ὁλόκληρος δὲν εἶναι παρὰ ἕνα κενὸ ἀπόγνωσης.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ Κύριός μας καλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε. Μόνο ἂν ἀκολουθοῦμε πίσω Του θὰ μποροῦμε νὰ κουβαλᾶμε τὸ σταυρό μας. Σ’ Ἐκεῖνον θὰ βροῦμε δύναμη, θάρρος καὶ παρηγοριά. Θά γίνει σ’ ἐμᾶς φῶς στὸ σκοτεινὸ δρόμο μας, ὑγεία στὴν ἀρρώστια, σύντροφος στὴ μοναξιά, χαρὰ στοὺς πειρασμοὺς καὶ πλοῦτος στὴν ἔνδεια. Τὸ ἀνεξάντλητο φῶς τοῦ Χριστοῦ μᾶς χρειάζεται γιὰ νὰ σβήσει τὸν πόνο μας καὶ νὰ κρατήσει ζωντανὴ τὴν ἐλπίδα μας στὸ χάραμα τῆς μέρας.

Ὁ δεύτερος λόγος ποὺ ὁ Κύριός μας καλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσουμε εἶναι τόσο σπουδαῖος ὅσο κι ὁ πρῶτος κι ἔχει νὰ κάνει μὲ τή θεληματικὴ ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τὴν ἀνάληψη τοῦ σταυροῦ. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ ἔκαναν ἐπίδειξη κάποιας αὐταπάρνησης γιὰ ν’ ἀποκτήσουν μεγαλύτερη φήμη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἔχουν σωρεύσει ἀμέτρητες δοκιμασίες καὶ βάσανα μόνοι τους, μόνο γιὰ νὰ κερδίσουν τὸ θαυμασμὸ καὶ τὸν ἔπαινο τῶν ἀνθρώπων. Πολλοί, κυρίως ἀνάμεσα στοὺς εἰδωλολάτρες, τὸ ἔχουν κάνει αὐτὸ κι ἄλλοι τὸ κάνουν μέχρι σήμερα, γιὰ ν’ ἀποκτήσουν μεγαλύτερες μαγικὲς δυνάμεις κι ἔτσι νὰ ἐπιβληθοῦν στοὺς ἄλλους, νὰ βλάψουν ἢ νὰ ὠφελήσουν αὐτοὺς ποὺ θέλουν. Κι ὅλ’ αὐτὰ ἀπὸ μία μάταιη πλεονεξία κι ἐπιθυμία γιὰ κυριαρχία.

Τέτοια αὐταπάρνηση δὲν εἶναι ἀληθινή, εἶναι φιλαυτία. Τέτοιος σταυρὸς δὲν ὁδηγεῖ στὴν ἀνάσταση καὶ τὴ σωτηρία ἀλλὰ σὲ πλήρη ὄλεθρο. Εἶναι σὰ νὰ παραδίδεται κάποιος στὰ χέρια τοῦ σατανᾶ. Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ ἀναλαμβάνει τὸ σταυρό του κι ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό, ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἔπαρση καὶ τὴν ἀλαζονεία, ἀπὸ τὴ φιλαυτία κι ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία γιὰ ἐγκόσμια δόξα καὶ κέρδος. Ὅπως ὁ ἄρρωστος ἄνθρωπος παίρνει πικρὰ φάρμακα, ὄχι γιὰ νὰ δείξει στοὺς ἄλλους πὼς μπορεῖ νὰ τὰ καταπιεῖ, ἀλλὰ γιὰ τὴν ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας του, ἔτσι κι ὁ ἀληθινὸς χριστιανὸς ἀπαρνιέται τὸν ἑαυτό του, δηλαδὴ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν ἄρρωστη ὕπαρξή του, ἀναλαμβάνει τὸ σταυρό του σὰν πικρὸ καὶ σωστικὸ φάρμακο κι ἀκολουθεῖ τὸν Χριστό, τὸν θεραπευτὴ καὶ σωτήρα του. Κι αὐτὸ ὄχι γιὰ ν’ ἀποσπάσει τὸν ἔπαινο καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ γιὰ νὰ σώσει τὴν ψυχή του ἀπὸ τὸν παραλογισμὸ τῆς ζωῆς αὐτῆς κι ἀπὸ τὸ σκουλήκι καὶ τὸ πῦρ τῆς μέλλουσας ζωῆς.

«Ὃς γὰρ ἂν θέλη τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι, ἀπολέσει αὐτήν· ὃς δ’ ἂν ἀπολέση τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτὴν» (Μάρκ. η΄ 35). Ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ἐπίγεια ζωή του, αὐτὸς θὰ χάσει τὴν αἰώνια καὶ μακαρία ζωή. Ὅποιος ὅμως ἀψηφήσει καὶ θυσιάσει τὴ ζωὴ του αὐτὴ γιὰ μένα καὶ τὸ εὐαγγέλιο, αὐτὸς θὰ σώσει τὴ μέλλουσα ζωὴ καὶ μακαριότητά του.

Αὐτὰ εἶναι σκληρὰ λόγια, ἀδυσώπητα. Αὐτὴ εἶναι μία φωτιὰ ποὺ γυρεύει νὰ κατακάψει τὸν παλιὸ ἄνθρωπο ὡς τὶς ρίζες του, ν’ ἀφανίσει τὶς ἴδιες τὶς ρίζες. Ὁ Χριστὸς δὲν ἦρθε ἁπλὰ γιὰ ν’ ἀναμορφώσει τὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τὸν ἀνακατασκευάσει, νὰ φέρει καινούργια ζωή. Νὰ ρίξει τὸ παλιὸ σίδερο στὴ φωτιὰ καὶ νὰ τὸ σφυρηλατήσει ἀπὸ τὴν ἀρχή. Δέν εἶναι ἀναμορφωτής, ἀλλὰ ὁ Δημιουργός. Δὲν εἶναι ἐπιδιορθωτής, ἀλλὰ ὑφαντῆς. Ὅποιος θέλει νὰ διατηρήσει ἕνα παλιὸ καὶ σκουληκοφαγωμένο δέντρο, θὰ τὸ χάσει. Μπορεῖ νὰ κάνει ὅ,τι μπορεῖ γιὰ νὰ τὸ περιποιηθεῖ ἐξωτερικά, νὰ τὸ ποτίσει, νὰ τὸ περιφράξει καὶ νὰ τοῦ ρίξει λίπασμα, τὸ σκουλήκι ὅμως θὰ τὸ τρώει ἐσωτερικά. Τὸ δέντρο θὰ σαπίσει σιγὰ σιγὰ καὶ θὰ πέσει.

Ἐκεῖνος ποὺ κόβει ἕνα σκουληκοφαγωμένο δέντρο καὶ τὸ ρίχνει στὴ φωτιὰ μαζὶ μὲ τὰ σκουλήκια καὶ μετὰ φροντίζει τὰ μικρὰ κλαδάκια ποὺ ξεφυτρώνουν ἀπὸ τὴ ρίζα καὶ τὰ προστατεύει ἀπὸ τὰ σκουλήκια, αὐτὸς θὰ σώσει τὸ καινούργιο δέντρο. Αὐτὸς ποὺ προσπαθεῖ νὰ διατηρήσει τὴν παλιὰ ψυχή, ποὺ εἶναι φαγωμένη καὶ φθαρμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, θὰ τὴ χάσει, γιατί ὁ Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει σὲ τέτοια ψυχὴ νὰ παρουσιαστεῖ μπροστά Του. Κι ὅ,τι δὲν παρουσιάζεται ἐνώπιόν του Θεοῦ, εἶναι σάν νὰ μὴν ὑπάρχει. Ἐκεῖνος λοιπὸν ποὺ χάνει τὴν παλιὰ ψυχή του, θὰ κερδίσει τὴ νέα ψυχή, τήν γεγεννημένην ἐκ τοῦ πνεύματος καὶ νυμφευμένη μὲ τὸν Χριστό.

Ἡ ψυχὴ στὴν οὐσία εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴ ζωή. Διαβάζουμε στὸ εὐαγγέλιο: «Ὃς γὰρ ἂν θέλη τὴν ψυχὴν αὐτοῦ σῶσαι καὶ ὃς δ’ ἂν ἀπολέσει τὴν ἑαυτοῦ ψυχὴν ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου, οὗτος σώσει αὐτήν». Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἡ λέξη ψυχὴ σημαίνει τὴ ζωή. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ σώσει τὴ θνητὴ ζωή του μὲ κάθε θυσία, αὐτὸς θὰ χάσει καὶ τὶς δύο ζωές, καὶ τὴ θνητὴ καὶ τὴν ἀθάνατη. Τὴ θνητὴ ἐπειδή, ὅσο κι ἂν κατορθώσει νὰ ἐπιμηκύνει τὴ ζωή του στὴ γῆ, τελικὰ θὰ τὴ χάσει μὲ τὸ θάνατο. Ἀλλὰ θὰ χάσει καὶ τὴν αἰώνια ζωή, ἀφοῦ δὲν ἔκανε τίποτα γι’ αὐτήν, δὲν ὑπόφερε τίποτα. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγωνίζεται νὰ κερδίσει τὴν ἀθάνατη ζωὴ μὲ τὸ Χριστό, αὐτὸς θὰ τὴν λάβει καὶ θὰ τὴν διατηρήσει στὴν αἰωνιότητα, μ’ ὅλο ποὺ θὰ χάσει τὴν πρόσκαιρη, τὴ θνητὴ ζωή.

Ὁ ἄνθρωπος ἴσως χάσει τὴν πρόσκαιρη θνητὴ ζωή του γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ εὐαγγέλιο ἄν, σὲ περίπτωση ἀνάγκης, θυσιαστεῖ καὶ πεθάνει ὡς μάρτυρας γιὰ τὸν Χριστὸ καὶ τὸ ἅγιο εὐαγγέλιό Του·ἢ ἂν περιφρονήσει τὴν παροῦσα ζωὴ ὡς ἁμαρτωλὴ κι ἀσήμαντη καὶ προσφέρει τὸν ἑαυτό του μὲ ὅλη του τὴν ψυχὴ καὶ τὴ δύναμη στὸ Χριστό, ἂν μπεῖ στὴν ὑπηρεσία Του, παραδίδοντας τὰ πάντα σ’ Ἐκεῖνον καὶ προσδοκώντας τὰ πάντα ἀπ’ Αὐτόν. Εἶναι πιθανὸ ὁ ἄνθρωπος νὰ χάσει τὴν ψυχή του, τὴ ζωή του, μὲ τὴν αὐτοκτονία ἢ μὲ τὴ θυσία του γι’ ἄσκοπα πράγματα, γιὰ παράδειγμα πάνω σὲ μία φιλονικία ἢ διαφωνία. Σ’ αὐτὸν δὲν ἰσχύει ἡ ὑπόσχεση ὅτι θὰ σώσει τὴν ψυχὴ (ζωή) του, γιατί διευκρινίζεται: ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου. Ὁ Χριστὸς καὶ τὸ εὐαγγέλιο εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερα ἀπὸ τὴν ψυχή μας. Εἶναι ὁ μεγαλύτερος πλοῦτος τόσο στὸ χρόνο ὅσο καὶ στὴν αἰωνιότητα. Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ θὰ δίσταζε νὰ θυσιάσει τὰ πάντα γιὰ τὰ παντοτεινὰ αὐτὰ ἀγαθά.

Γιατί ὁ Χριστὸς προσθέτει καὶ τοῦ εὐαγγελίου; Δὲν εἶναι ἀρκετὸ αὐτὸ τὸ ἕνεκεν ἐμοῦ; Ὄχι, δὲν εἶναι. Ὁ Κύριος εἶπε ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ τοῦ εὐαγγελίου γιά νὰ διευρύνει τοὺς λόγους ποὺ ἔχει νὰ θυσιαστεῖ κανεὶς καὶ νὰ ζήσει ἐν Θεῷ. Γιά ν’ αὐξήσει τὸν ἀριθμὸ τῶν σεσωσμένων. Σώζεται ἐκεῖνος ποὺ χάνει τὴ ζωή του γιὰ τὸν ζῶντα καὶ ἀθάνατο Χριστό. Ἐκεῖνος ἐπίσης σώζεται, ποὺ χάνει τὴ ζωή του γιὰ τὰ ἔργα τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο, γιὰ τὴν ἁγία διδασκαλία Του. Τέλος σώζεται ἐκεῖνος ποὺ χάνει τὴ ζωή του γιὰ μία μόνο ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ, γιὰ ἕναν ἁπλὸ λόγο Του. Ὁ Κύριος εἶναι ὁ Νομοθέτης τῆς ζωῆς. Ὅποιος θυσιάζεται γιὰ τὸ Νομοθέτη, θυσιάζεται καὶ γιὰ τὸ νόμο Του. Καὶ ἀντίστροφα, ἐκεῖνος ποὺ θυσιάζεται γιὰ τοὺς νόμους Του, θυσιάζεται καὶ γιὰ Ἐκεῖνον. Ταυτίζοντας τὸν Ἑαυτό Του μὲ τὰ ἔργα καὶ τὴ διδασκαλία Του, ὁ Κύριος διευρύνει τὴ δυνατότητα τῆς σωτηρίας σὲ πολλούς.

«Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήση τὸν κόσμον ὅλον, καὶ ζημιωθῆ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Μάρκ. η΄ 36 – 37). Τί θὰ ὠφεληθεῖ ὁ ἄνθρωπος ἂν κερδίσει ὅλον τὸν κόσμο, ἀλλὰ χάσει τὴν ψυχή του; Ἢ τί ἀντάλλαγμα μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος γιὰ τὴν ψυχή του;

Τὰ λόγια αὐτὰ ρίχνουν περισσότερο φῶς στὰ προηγούμενα. Ἀπὸ αὐτὰ προκύπτει ὅτι ὁ Κύριος θεωρεῖ πώς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀξίζει περισσότερο ἀπὸ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἀπὸ αὐτὰ προκύπτει ἐπίσης τί εἴδους ψυχὴ πρέπει νὰ χάσει ὁ ἄνθρωπος γιὰ νὰ κερδίσει τὴν ψυχή του: νὰ χάσει τὴν καταρρακωμένη ψυχή, ἐκείνην ποὺ εἶναι βουτηγμένη στὸν κόσμο, ποὺ τὴν ἔχει γονατίσει ὁ κόσμος, ποὺ εἶναι δουλωμένη στὸν κόσμο. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος χάσει τέτοια λεγόμενη «ψυχή», τότε θὰ σώσει τὴν πραγματικὴ ψυχή του. Ἄν ἀπορρίψει τὴν ἀπατηλὴ ζωή, θὰ κερδίσει τὴν ἀληθινή.

Ποιὰ ἡ ὠφέλεια ἂν κερδίσει κανεὶς τὸν κόσμο ὁλόκληρο, ὅταν ὁ κόσμος αὐτὸς εἶναι προορισμένος γιὰ καταστροφή, καὶ νὰ βλάψει τὴν ψυχή του, πού εἶναι προορισμένη γιὰ τὴν αἰωνιότητα; Ὁ κόσμος πλησιάζει πρὸς τὸ τέλος του. Στὸ τέλος θ’ ἀποβληθεῖ σὰν ἕνα σκωροφαγωμένο ροῦχο. Οἱ ἀληθινὲς ψυχές, αὐτὲς ποὺ ἀγαποῦν τὸν Χριστό, θὰ πετάξουν τότε στὴ βασιλεία τῆς αἰώνιας νεότητας. Τὸ τέλος τοῦ κόσμου θὰ σημάνει τὴν ἔναρξη μίας νέας ζωῆς γιὰ τὴν ψυχή. Τί ἀξίζει τότε γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁλόκληρος ὁ κόσμος, ὅταν σύντομα θὰ χωριστεῖ ἀπ’ αὐτόν, ὅταν ὁ κόσμος ὁλόκληρος στὸ ὄχι καὶ τόσο μακρινὸ μέλλον θὰ ἀποσυντεθεῖ καὶ θὰ ἐξαφανιστεῖ σὰν ὄνειρο ποῦ πέρασε; Σὲ τί θὰ τοῦ χρησιμεύσει ἕνα ἀβοήθητο κουφάρι; Τί ἀντάλλαγμα ἀξίζει νὰ δώσει γιὰ τὴν ψυχή του;

Προσέξτε! Ἀκόμα κι ἂν ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἀνῆκε στὸν ἄνθρωπο, ὁ Κύριος δὲν θὰ τὸν δεχόταν ὡς ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς του. Μὰ ὁ κόσμος δὲν ἀνήκει στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς τὸν ἐφτίαξε καὶ τὸν παρέδωσε στὸν ἄνθρωπο γιὰ χρήση, γιὰ χάρη ἑνὸς μεγαλύτερου ἀγαθοῦ, μεγαλύτερου καὶ πολυτιμότερου ἀπὸ τὸν κόσμο. Τὸ μεγαλύτερο δῶρο ποὺ ὁ Θεὸς ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο εἴναι ἡ κατ’ εἰκόνα Του, ψυχή. Καὶ τὸ μέγιστο αὐτὸ δῶρο θὰ τὸ ζητήσει πίσω ὅταν ὁ ἴδιος εὐδοκήσει. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιστρέψει τίποτα στὸν Θεὸ στὴ θέση τῆς ψυχῆς του. Ἡ ψυχὴ εἶναι ὁ βασιλιᾶς, ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι δοῦλοι. Ὁ Θεὸς δὲ θὰ δεχτεῖ ἕνα δοῦλο στὴ θέση τοῦ βασιλιᾶ, οὔτε κάτι θνητὸ στὴ θέση τοῦ ἀθάνατου.

Τί ἀντάλλαγμα μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἁμαρτωλὸς γιὰ τὴν ψυχή του; Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἐξακολουθεῖ νὰ ζεῖ σωματικὰ στὸν κόσμο γοητεύεται ἀπ’ αὐτόν, πιστεύει πὼς ὁ κόσμος εἶναι πολύτιμος. Ὅταν ὅμως χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα, συνειδητοποιεῖ πὼς χωρὶς τὸν Θεὸ καὶ τὴν ψυχὴ δὲν ὑπάρχει τίποτα ποὺ ν’ ἀξίζει. Μά εἶναι πολὺ ἀργά. Τότε δὲν μπορεῖ νὰ σκεφτεῖ νὰ δώσει κάτι ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ψυχή του. Πόσο δυσχερὴς εἶναι ἡ θέση τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς ὅταν ἀνακαλύπτει πὼς ὅλα ὅσα τὴν ἔδεναν μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν κόσμο ἔχουν τώρα διαρραγεῖ, πὼς τώρα εἶναι γυμνὴ καὶ ἄμοιρη στὸν πνευματικὸ κόσμο! Σὲ ποιὸν μπορεῖ νὰ κραυγάσει γιὰ βοήθεια; Ποιὸ ὄνομα μπορεῖ νὰ ἐπικαλεστεῖ; Ἀπὸ ποιὸ ἄκρο ἱματίου μπορεῖ νὰ πιαστεῖ καθὼς πέφτει μέσα στὴν ἀτέλειωτη καὶ αἰώνια ἄβυσσο;

Εὐλογημένοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀγάπησαν τὸν Χριστὸ κι ἔμαθαν νὰ ἐπικαλοῦνται τὸ ὄνομά Του μέρα καὶ νύχτα, μαζὶ μὲ τὴν ἀνάσα καὶ τὸ χτύπο τῆς καρδιᾶς τους. Πάνω ἀπὸ τὴν ἄβυσσο θὰ γνωρίζουν ποιὸν πρέπει νὰ καλέσουν γιὰ βοήθεια. Θά ξέρουν ποιὸ ὄνομα νὰ ἐπικαλεστοῦν. Θὰ ξέρουν ἀπὸ ποιὸ ἄκρο ἱματίου νὰ πιαστοῦν. Ἐκεῖνοι θὰ βρίσκονται πραγματικὰ ἐκτὸς κινδύνου, θὰ καλύπτονται κάτω ἀπὸ τὶς φτεροῦγες τοῦ ἀγαπημένου τοὺς Κυρίου.

Ἐδῶ τώρα ἔχουμε τὸ σπουδαιότερο λόγο ποὺ πρέπει νὰ φοβοῦνται ἐκεῖνοι ποὺ σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ δὲν ἔχουν ἐπίγνωση τοῦ φόβου τῆς ἁμαρτίας.

Εἶπε ὁ Κύριος: «Ὃς γὰρ ἐὰν ἐπαισχυνθῆ μὲ καὶ τοὺς ἐμοῦς λόγους ἐν τὴ γενεᾷ ταύτη τὴ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῶ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτὸν ὅταν ἔλθη ἐν τὴ δόξη τοῦ πατρὸς αὐτοῦ μετὰ τῶν ἀγγέλων τῶν ἁγίων» (Μάρκ. η΄ 38). Ἐκεῖνος ποὺ θὰ δειλιάσει, θὰ ντραπεῖ καὶ θ’ ἀρνηθεῖ ἐμένα καὶ τοὺς λόγους μου σ’ αὐτὴν τὴν ἀποστατημένη κι ἁμαρτωλὴ γενιά, αὐτὸν κι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲ θὰ τὸν λυπηθεῖ καὶ θὰ τὸν ἀποκηρύξει ὅταν ἔρθει μὲ τὴ δόξα τοῦ Πατέρα Του, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους Του.

Ἀκοῦστε τὰ αὐτὰ ὅλοι οἱ πιστοί. Μὴν ὑπερεκτιμᾶτε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἔλεός Του θὰ τὸ δώσει καὶ στοὺς ἀμετανόητους βλάσφημους μόνο σ’ αὐτὴ τὴ ζωή. Στήν τελικὴ Κρίση, τὴ θέση τοῦ ἐλέους θὰ τὴν καταλάβει ἡ δικαιοσύνη. Ἀκοῦστε τὰ αὐτὰ ὅλοι ἐσεῖς ποὺ πλησιάζετε καθημερινὰ τὸν ἀναπόφευκτο θάνατο. Ἀκοῦστε τα καὶ τηρῆστε τα στὴν καρδιὰ καὶ τὴν ψυχή σας. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ εἶπε ἐχθρός σας, ἀλλὰ ὁ μεγαλύτερος φίλος σας.Τὰ ἴδια αὐτὰ χείλη ποὺ πάνω στὸ σταυρὸ συχώρεσαν τοὺς ἐχθρούς Του, διατύπωσαν κι αὐτὰ τὰ φοβερὰ ἀλλὰ δίκαια λόγια. Ἐκεῖνον ποὺ ντρέπεται νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, θὰ τὸν ντρέπεται κι ὁ Χριστὸς στὸ τέλος τοῦ κόσμου. Αὐτὸν ποὺ ντρέπεται νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ μπροστὰ στοὺς ἁμαρτωλούς, θὰ τὸν ἀγνοήσει κι ὁ Χριστὸς μπροστὰ στοὺς ἀγγέλους Του. Σὲ τί θὰ ὑπερηφανεύεσαι, ἄνθρωπε, ἂν ὁ Χριστὸς σὲ ἀγνοήσει; Ἄν ντρέπεσαι τὴ ζωή, σημαίνει πὼς ὑπερηφανεύεσαι στὸ θάνατο. Ἂν ντρέπεσαι στὴν ἀλήθεια, ὑπερηφανεύεσαι στὰ ψέμματα. Ἂν ντρέπεσαι στὴν ἀγάπη, ὑπερηφανεύεσαι στὴν κακία. Ἂν ντρέπεσαι στὴ δικαιοσύνη, ὑπερηφανεύεσαι στὴν ἀδικία. Ἂν ντρέπεσαι νὰ ὑποφέρεις στὸ σταυρό, σημαίνει ὅτι ὑπερηφανεύεσαι στὴν εἰδωλολατρικὴ ἀνοσιότητα. Ἂν ντρέπεσαι τὴν ἀθανασία, ὑπερηφανεύεσαι στὴ φθορὰ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ τάφου.

Μπροστὰ σὲ ποιὸν ντρέπεσαι τὸν Χριστό; Σὲ κάποιον καλλίτερο ἀπὸ τὸ Χριστό; Ὄχι, καλλίτερος ἀπὸ τὸν Χριστὸ δὲν ὑπάρχει. Αὐτὸ σημαίνει πὼς θὰ ντρέπεσαι μπροστὰ σὲ κάποιον ποὺ εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Χριστό. Ντρέπεσαι τὸν πατέρα σου μπροστὰ σὲ μία ἀρκούδα; Μήπως κάποια κόρη ντρέπεται γιὰ τὴ μητέρα τῆς μπροστὰ σὲ μίαν ἀλεποῦ; Γιατί τότε ντρέπεσαι τὸν πανάγαθο μπροστὰ στὸν κακό, τὸν Πάναγνο μπροστὰ στὸν ἁμαρτωλό, τὸν παντοδύναμο μπροστὰ στὸν ἀνίσχυρο, τὸν παντογνώστη μπροστὰ στὸν ἀνόητο; Γιατί ντρέπεσαι τὸ μεγαλοδύναμο Κύριο μπροστὰ σὲ μία αἰσχρὴ κι ἁμαρτωλὴ γενεά; Μήπως ἐπειδὴ ἡ γενεὰ αὐτὴ χορεύει διαρκῶς μπροστὰ στὰ μάτια σου, ἐνῶ ὁ Κύριος εἶναι ἀόρατος; Περίμενε λίγο, λίγο ἀκόμα, κι ὁ Κύριος θὰ ἐμφανιστεῖ ἔνδοξος ἀνάμεσα στὰ νέφη τῶν ἀγγέλων, κι ἡ γενεὰ αὐτὴ θὰ ἐξαφανιστεῖ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια Του, θὰ σκορπιστεῖ ὅπως ἡ σκόνη μπροστὰ στὸ δυνατὸ ἄνεμο. Τότε θὰ ντραπεῖς πραγματικά, ὄχι γιὰ τὸν ἔνδοξο Κύριο, μὰ γιὰ σένα. Μα ἡ ντροπή σου τότε δὲ θὰ ’χει καμιὰ ἀξία.Εἶναι καλύτερα νὰ ντραπεῖς τώρα, ὅσο ἡ ντροπὴ μπορεῖ ἀκόμα νὰ βοηθήσει. Νὰ ντραπεῖς γιὰ ὅλα μπροστὰ στὸ Χριστό, ὄχι γιὰ τὸν Χριστὸ μπροστὰ σὲ ὅλα.

Γιατί εἶπε ὁ Χριστός ἐμέ καὶ τοὺς ἐμούς λόγους; Ὅποιος ντρέπεται Ἐμένα, σημαίνει ὅποιος ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ θεότητά Μου, γιὰ τὴ θεία Μου ἐνσάρκωση ἀπὸ τὴν ἁγία Παρθένο, γιὰ τὰ σταυρικά Μου πάθη καὶ τὴν Ἀνάστασή Μου, γιὰ τὴν πτωχεία Μου σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη μου πρὸς τοὺς ἁμαρτωλούς. Ὅποιος ντρέπεται γιὰ τοὺς λόγους Μου, σημαίνει ὅποιος ἀμφιβάλλει γιὰ τὸ εὐαγγέλιο ἢ ἀρνιέται τὴ διδασκαλία Μου, ὅποιος διαστρέφει τοὺς λόγους Μου καὶ μὲ τὴν αἵρεση προκαλεῖ σύγχυση ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὅποιος φέρεται ἀλαζονικὰ στὴν ἀποκάλυψη καὶ τὴ διδασκαλία Μου καὶ τὴν ἀντικαθιστᾶ μὲ ἄλλες, δικές του διδαχὲς ἢ ὅποιος κρύβεται σκόπιμα καὶ δὲν ὁμολογεῖ τὰ λόγια Μου μπροστὰ στοὺς ἰσχυροὺς αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Αὐτὸς θὰ νιώσει καὶ τὴ δική Μου ντροπή, καὶ τὸ δικό του φόβο.

Τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ εἶναι μία ζωντανὴ διαθήκη στὸν κόσμο, ὅπως εἶναι καὶ τὰ πάθη Του, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του. Ὁ Κύριος δὲ διαχωρίζει τὰ λόγια Του ἀπὸ τὸν Ἑαυτό Του, δὲ δίνει μικρότερη ἀξία σ’ αὐτὰ ἀπ’ ὅ,τι στὸ Πρόσωπό Του. Ὁ λόγος Του εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὸν Ἑαυτό του. Ὁ λόγος του ἔχει τὴν ἴδια δύναμη μὲ τὸ Πρόσωπό Του, γι’ αὐτὸ καὶ εἶπε στοὺς ἀποστόλους Του: «Ἤδη ὑμεῖς καθαροὶ ἔστε διὰ τὸν λόγον ὅν λελάληκα ὑμ{ιν» (Ἰωάν. ιε΄ 3). Μὲ τὸ λόγο Του καθάριζε τὶς ψυχές, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους, ἐδίωχνε τὰ πονηρὰ πνεύματα καὶ ἀνάσταινε τοὺς νεκρούς. Ὁ λόγος Του εἶναι δημιουργικός, καθαρτικὸς καὶ ζωογόνος. Γιατί τότε νὰ ἠχεῖ περίεργο αὐτὸ ποὺ ἀκοῦμε στὸ εὐαγγέλιο, «καὶ Θεὸς ἢν ὁ Λόγος»; (Ἰωάν. α΄ 1).

Ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ τὴ γενεὰ αὐτὴ μοιχαλίδα μὲ τὴν εὐρύτερη ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἔτσι εἶχαν ἀποκαλέσει κι οἱ παλιοὶ προφῆτες τὴ λατρεία τῶν ψεύτικων θεῶν (βλ. Ἰεζ. κγ΄ 37). Ὅποιος ἀφήνει τὴ δική του σύζυγο καὶ ἀκολουθεῖ ἄλλη γυναίκα εἶναι μοιχός. Ὅποιος ξεχνᾶ τὸν ζῶντα Θεὸ καὶ προσκυνᾶ τὸν κτιστὸ κόσμο, εἶναι κι αὐτὸς μοιχός. Ὅποιος ἐγκαταλείπει τὴν πίστη του στὸν Κύριο καὶ πιστεύει σὲ ἀνθρώπους κι ὅποιος ἀπαρνιέται τὴν ἀγάπη του πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὴν μεταφέρει σὲ ἀνθρώπους καὶ σὲ ἀντικείμενα, διαπράττει μοιχεία. Μὲ λίγα λόγια, ὅλες οἱ ἁμαρτίες ποὺ χωρίζουν τὴν ψυχή σου ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὴν προσκολλοῦν σὲ κάτι ἢ σὲ κάποιον μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν μὲ τὸ γενικὸ ὅρο τῆς μοιχείας, γιατί ὅλες φέρουν τὰ σημάδια τοῦ μοιχοῦ ἄντρα ἢ τῆς μοιχαλίδας γυναίκας. Ὅποιος ἑπομένως ντρέπεται γιὰ τὸν Χριστό, τὸν Κύριο, τὸν Νυμφίο τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, μπροστὰ σὲ μία τέτοια μοιχαλίδα γενεά, μοιάζει πραγματικὰ μὲ τὴ νύφη ποὺ ντρέπεται μπροστὰ σὲ ἀκόλαστους ἀνθρώπους γιὰ τὸ μνηστήρα της. Ὁ Κύριος δὲ μιλάει μόνο γιὰ ἁμαρτωλὴ γενεά, ἀλλὰ γιὰ γενεὰ μοιχαλίδα καὶ ἁμαρτωλή. Γιατί; Γιά νὰ κάνει εἰδικὴ ἀναφορὰ καὶ καταγγελία τῆς μοιχείας. Μὲ τὴ λέξη «μοιχεία» ὑπονοοῦνται ἐδῶ οἱ σοβαρότερες, οἱ πιὸ ἀπεχθεῖς καὶ θανάσιμες ἁμαρτίες, ποὺ συχνὰ ξεστρατίζουν τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν αὐταπάρνηση, ἀπὸ τὸ σταυρό του καὶ τὴν ἀναγέννησή του.

Προσέξτε τώρα πῶς τελειώνει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, εἰσὶ τινὲς τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου, ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει» (Μάρκ. θ΄ 1). Ἀλήθεια σᾶς λέω, σᾶς διαβεβαιώνω, πὼς μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐδῶ τώρα, δὲ θὰ γνωρίσουν θάνατο, προτοῦ δοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ’ρχεται δυναμικά.

Ἀπὸ μία πρώτη ἄποψη θὰ ’λεγε κανεὶς πὼς τὰ λόγια αὐτὰ δὲ συνδέονται μὲ τὰ προηγούμενα. Ἡ συνοχὴ τους ὅμως εἶναι σαφής. Αὐτὸ εἶναι ἕνα θαυμάσιο τελείωμα. Ὁ Κύριος δὲ θ’ ἀφήσει τοὺς πιστούς Του ἀπαρηγόρητους. Ἀφοῦ τοὺς καλεῖ ν’ ἀναλάβουν τὸ σταυρό τους, ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν ἑαυτό τους καὶ τὴ ζωή τους· κι ἀφοῦ τοὺς ἀπειλεῖ μὲ φοβερὲς τιμωρίες σὲ περίπτωση ποὺ ντραποῦν νὰ ὁμολογήσουν Ἐκεῖνον καὶ τοὺς λόγους Του, ὁ Κύριος τώρα κάνει νὰ ἐμφανιστεῖ στὸν οὐρανὸ ἕνα οὐράνιο τόξο μετὰ τὴν καταιγίδα. Σπεύδει νὰ μιλήσει γιὰ ἀνταπόδοση σὲ κείνους ποὺ τὸν ὑπακούουν καὶ τὸν ἀκολουθοῦν κουβαλώντας τὸ σταυρό τους. Ἡ ἀνταμοιβὴ θὰ δοθεῖ σὲ κάποιους πρὶν ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τὴν τελικὴ κρίση, πρὶν ἀκόμα κι ἀπὸ τὸ τέλος τῆς ζωῆς τους στὴ γῆ. Αὐτοὶ δὲ θὰ γευτοῦν τὸ θάνατο ἕως ἂν ἴδωσι τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθυῖαν ἐν δυνάμει.

Πόσο σοφὸς εἶναι ὁ Κύριος στὸ κήρυγμά Του! Ποτὲ δὲ μιλάει γιὰ καταδίκη χωρὶς ταυτόχρονα ν’ ἀναφέρει καὶ ἀνταμοιβή. Δὲν κατακρίνει χωρὶς νὰ ἐπαινέσει, δὲν ὁδηγεῖ τὸν ἄνθρωπο σὲ δρόμο γεμάτο ἀγκάθια χωρὶς νὰ μνημονεύσει τὴ χαρὰ ποὺ τὸν περιμένει στὸ τέλος τοῦ δρόμου. Δέν ἀπειλεῖ χωρὶς νὰ παρηγορήσει. Δὲν ἀφήνει νὰ καλυφθεῖ ὁ οὐρανὸς ἀπὸ μαῦρα σύννεφα χωρὶς νὰ δείξει ξανὰ τὸ λαμπρὸ ἥλιο καὶ τὸ κάλλος τοῦ οὐράνιου τόξου.

Ποιοὶ εἶναι αὐτοὶ πού δὲν θὰ γευτοῦν θάνατο προτοῦ δοῦν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ’ρχεται δυναμικά; Ὁ Κύριος, ποὺ μιλοῦσε στοὺς μαθητές Του μὰ καὶ σ’ ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων, εἶπε: «εἰσὶ τινὲς τῶν ὧδε ἑστηκότων». Εἶναι μερικοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ τώρα βρίσκονται ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. Ποιούς ἐννοεῖ, ἑπομένως;

Πρῶτα ἐννοεῖ ἐκείνους ποὺ ἔχουν τηρήσει τὴν ἐντολὴ Του ν’ ἀπαρνηθοῦν τὸν ἑαυτό τους καὶ ν’ ἀναλάβουν τὸ σταυρό τους. Αὐτοί, ἂν καὶ ζοῦν σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, θὰ νιώσουν μέσα τοὺς τὴ δύναμη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ θὰ τοὺς ἐπισκιάσει, θὰ τοὺς καθαρίσει καὶ θὰ τοὺς ἁγιάσει, θὰ τοὺς ἀνοίξει τὶς πύλες τῶν μυστηρίων τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως ἔγινε ἀργότερα στὸν πρωτομάρτυρα Στέφανο καὶ στοὺς ἀποστόλους. Δὲν εἶδαν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δυναμικὰ οἱ ἀπόστολοι τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴ στιγμὴ πού ἔλαβαν δύναμιν ἐξ ὕψους; Κι ὁ Στέφανος «ὑπάρχων πλήρης Πνεύματος Ἁγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ» (Πράξ. ζ΄ 55). Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης δὲν εἶδε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ πρὶν ἀπὸ τὸ σωματικό του θάνατο; Ὁ ἀπόστολος Παῦλος δὲν ἀνέβηκε ὡς τὸν τρίτο οὐρανὸ προτοῦ γευτεῖ θάνατο; Ἂς ἀφήσουμε ὅμως τοὺς ἀποστόλους κατὰ μέρος. Ποιὸς ξέρει πόσοι ἀπὸ κείνους ποὺ παρακολουθοῦσαν καὶ ἄκουγαν τὸν Κύριο ἔνιωσαν τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ εἶδαν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ’ρχεται προτοῦ ἐγκαταλείψουν τὸν κόσμο αὐτό;

Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ἑρμηνεία αὐτή, κάποιοι εὐαγγελικοὶ σχολιαστὲς δίνουν στὰ παραπάνω λόγια τοῦ Χριστοῦ διαφορετικὴ ἑρμηνεία. Ἐκτιμούν ὅτι τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Σωτήρα μας ἀναφέρονται στοὺς τρεῖς ἀποστόλους, τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, ποὺ λίγο καιρὸ ἀργότερα εἶδαν τὸν Κύριο νὰ μεταμορφώνεται στὸ ὄρος Θαβὼρ καὶ νὰ συνομιλεῖ μὲ τὸν Ἠλία καὶ τὸ Μωυσῆ. Δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἀμφιβολία πὼς ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι σωστή, μὰ δὲν ἀποκλείει καὶ τὴν ἄλλη. Οἱ τρεῖς ἀπόστολοι σίγουρα εἶδαν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δυναμικὰ στὸ ὄρος Θαβώρ, ὅταν ὁ Κύριος Ἰησοῦς ἐμφανίστηκε μὲ τὴν οὐράνια δόξα Του, ἐνῶ ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο ἐμφανίστηκαν ὁ Μωυσῆς κι ὁ Ἠλίας, ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ κι ὁ ἄλλος ἀριστερά Του. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ πιστεύουμε πὼς αὐτὴ ἦταν ἡ μοναδικὴ περίπτωση ποὺ ἄνθρωποι θνητοὶ εἶδαν τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ’ρχεται δυναμικά. Τὸ περιστατικὸ τοῦ ὄρους Θαβὼρ ἦταν πραγματικὰ ἐκθαμβωτικό, μὰ δὲν ἀποκλείει τὶς ἀμέτρητες ἄλλες περιπτώσεις θνητῶν ἀνθρώπων ποὺ εἶδαν σ’ αὐτὴ τὴ ζωή, ἂν καὶ μὲ διαφορετικὸ τρόπο, τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ δυναμικὰ καὶ ἔνδοξα.

Ἂν τὸ ἐπιθυμοῦμε, μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ δοῦμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ νὰ ’ρχεται «ἐν δυνάμει καὶ δόξη» προτοῦ γευτοῦμε τὸ σωματικὸ θάνατό μας. Οἱ συνθῆκες μὲ τὶς ὁποῖες θὰ μᾶς ἀποκαλυφτεῖ ξεκαθαρίζονται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ἂς ἀγωνιστοῦμε νὰ νεκρώσουμε τὴν παλιά μας ψυχή, τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μας. Ἂς μάθουμε πὼς εἶναι προτιμότερο καὶ πιὸ σπουδαῖο στὸν ἄνθρωπο νὰ σώσει τὴν ψυχὴ του παρὰ νὰ κερδίσει τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἔτσι θ’ ἀξιωθοῦμε μὲ τὸ ἔλεός Του νὰ δοῦμε τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, μεγάλη σὲ δύναμη κι ἀσύγκριτη σὲ δόξα, ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄγγελοι μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους δοξολογοῦν μέρα καὶ νύχτα τὸν Ζῶντα Θεό, τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

πηγή κειμένου : imaik.gr

image_pdfimage_print