Τα άχραντα Πάθη του Κυρίου

Αυτό που χρειαζόταν ο άνθρωπος για να θεραπευθεί, το προσέφερε η αγάπη του Θεού: έδωσε τον μονογενή Του Υιό στον νεκρωμένο κόσμο για να έλθει εκ νέου η ζωή. «Όχι πως δεν μπορούσε να μας λυτρώσει με άλλο τρόπο, αλλά έτσι μας δίδαξε την υπερβολική αγάπη Του. Μας τράβηξε κοντά Του με τον θάνατο του μονογενούς Υιού Του. Και αν είχε κάτι πολυτιμότερο από Αυτόν, θα το έδινε για χάρη μας, για να επιστρέψει το γένος μας κοντά Του!».[1]

Τα Πάθη του Κυρίου και η σταύρωση είναι η φανέρωση της αγάπης Του για μας. Η πληγή της αμαρτίας του ανθρώπου ήταν ολοσώματη, και για την θεραπεία χρειάσθηκε να γίνει άνθρωπος ο Χριστός και να σταυρωθεί: «Χρειασθήκαμε να σαρκωθεί ο Θεός και να αποθάνει».[2] Η άκρα αγάπη του Κυρίου για μας, Τον οδήγησε στην άκρα ταπείνωση και υπακοή στο θείο θέλημα, που είναι η σωτηρία του ανθρώπου: Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Ολόκληρο το άγιο Σώμα Του υπέμεινε για μας: Η κεφαλή, τον ακάνθινο στέφανο· το άγιό Του πρόσωπο τους εμπτυσμούς· οι σιαγόνες τα ραπίσματα· το στόμα το ξίδι· τα αυτιά τις ύβρεις και βλασφημίες· η πλάτη το φραγγέλιο· η πλευρά την λόγχη· τα χέρια και τα πόδια τα καρφιά. [3] Τέλος ο Κύριος εκουσίως υπέμεινε τον οδυνηρό θάνατο και την Ταφή.

Υπομένοντας όλα αυτά, ο Χριστός χάρισε στον άνθρωπο την αιώνια ζωή. Εξ’ αιτίας της αμαρτίας «ο Αδάμ χρωστούσε και κατεχόταν από τον Διάβολο, αλλά δεν είχε να πληρώσει το χρέος. Ο Χριστός δεν όφειλε,… αλλά μπορούσε να καταθέσει το χρέος. Ήλθε λοιπόν ο Χριστός, και με τον θάνατο Του πλήρωσε αντί γι’ αυτόν που ήταν αιχμάλωτος του Διαβόλου, για να τον ελευθερώσει».[4]

Ο Χριστός, η Ανάσταση και η Ζωή, ενταφιάζεται: Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῷ κατετέθης, Χριστέ, ψάλλουμε την Μεγάλη Παρασκευή. Ο Άδης δέχθηκε μέσα του τον χορηγό της ζωής και η δύναμή του παρέλυσε και οι νεκροί ελευθερώθηκαν. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη διότι «έπρεπε να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και σε όσους βρίσκονταν ήδη εκεί. Έπρεπε να φανερωθεί και σ’ αυτούς η θεία Οικονομία , να τους δοθεί η ελευθερία από την δουλεία των δαιμόνων, και οι επαγγελίες για τα μελλοντικά αγαθά».[5]

Όσοι πίστευσαν στον Χριστό, είτε ζώντες είτε κεκοιμημένοι, δέχθηκαν από Αυτόν την ανάσταση της ψυχής τους. Κάθε πιστός ψάλλει στον Χριστό: Ἐσταυρώθης δι᾿ εμέ, ἵνα ἐμοὶ πηγάσῃς τὴν ἄφεσιν· ἐκεντήθης τὴν πλευράν, ἵνα κρουνοὺς ζωῆς ἀναβλύσῃς μοι. «Διότι το Πάθος Του είναι η δική μας απάθεια, ο θάνατός Του είναι η δική μας αθανασία, τα δάκρυά Του η δική μας χαρά, και η ταφή Του είναι η δική μας ανάσταση».[6]

Ιερομόναχος Γρηγόριος, Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή, Σχεδίασμα ορθοδόξου κατηχήσεως, Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Άγιος Όρος, 2012

 

[1] Αββάς Ισαάκ, Λόγος 81, Ασκητικά, σελ. 307.

[2] Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος 45, 28 PG 36, 661C.

[3] Φιλιππησίους 2, 8 – Πρβλ. Όρθρος Μεγάλης παρασκευής, Τροπάριον Αίνων.

[4] Ιερός Χρυσόστομος, Κατά μεθυόντων 3, PG 40, 438.

[5] Όρθρος μεγάλου Σαββάτου, Εγκώμια, στάσις 1η – Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία 16, PG 151, 204D-205A.

[6] Όρθρος μεγ. Παρασκευής, Τροπάριον Μακαρισμών – Μέγας Αθανάσιος, Περί της ενσάρκου επιφανείας, 5, PG 26, 992A.

image_pdfimage_print