Ἀναμένοντας τὸν Παράκλητο

Metr. Anthony Bloom

Βρισκόμαστε στὴν περίοδο ἀνάμεσα στὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάληψης τοῦ Κυρίου καὶ τὴ γιορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας κι ἔτσι θὰ ἤθελα νὰ πῶ κάτι σχετικὸ καὶ μὲ τὶς δύο.

Ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέει στὸ 53ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του (Ἠσ. 53.4) ὅτι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας πληγώθηκε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅτι ἐπωμίστηκε τὶς ἀδυναμίες μας, ὅτι οἱ μώλωπές Του μᾶς ἔχουν θεραπεύσει. Ὅταν σκεφτόμαστε τὸν ἀναστημένο Χριστὸ νὰ ἐμφανίζεται στοὺς μαθητές Του καὶ νὰ τοὺς δίνει νὰ ἀγγίξουν τὰ χέρια Του, νὰ προσκαλεῖ τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ νὰ ἐξετάσει τὴν πραγματικότητα καὶ τὸ βάθος τῶν πληγῶν πάνω στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὴν πλευρά Του, τείνουμε νὰ ξεχάσουμε ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ κατὰ τὴν Ἀνάληψή Του ἔφερε στὴ σάρκα Του τὶς πληγὲς ποὺ Τοῦ προκάλεσαν οἱ ἁμαρτίες μας – ὅτι μὲ τρόπο ἀκατάληπτο ὁ Χριστός, ὄχι μόνο ὕστερα ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση ἀλλὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψη καὶ τὴν ἔνδοξη ἐνθρόνισή Του στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα φέρει στὴν ἀνθρώπινη σάρκα Του τὰ τραύματα ποὺ Τοῦ κατάφερε ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία.

Ἐξακολουθεῖ νὰ μεταφέρει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένειά μας στοὺς ὤμους Του καὶ τόσο ἡ Ἀνάσταση ὅσο καὶ οἱ φρικώδεις μέρες τοῦ Πάθους εἶναι τώρα, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, τυλιγμένες, ἀποθεμένες μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Ἁγίας, Ἀκατάληπτης, Μεγάλης Τριάδας. Ὅλες οἱ ὀδύνες τοῦ κόσμου, ὅλη ἡ ἁμαρτία, οἱ θλίψεις, ἡ φρίκη του, βάρυναν τὸ Χριστὸ κι Ἐκεῖνος δὲν τὶς πέταξε οὔτε μὲ τὴν Ἀνάσταση, οὔτε μὲ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του. Ὁ Χριστὸς παραμένει «τὸ ἀρνίον τὸ ἐσφαγμένον πρὸ καταβολῆς κόσμου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας».

Ὅταν τὴ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴ μέρα ποὺ γιορτάζουμε ὡς τὴ μέρα τῆς Ἁγίας Τριάδας, στέλνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Του στοὺς μαθητές Του, τοὺς Ἀποστόλους Του, τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, Τὸ στέλνει μὲ τρόπο διττό. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ζωντανό, παλλόμενο, μαρτυρικό, λαβωμένο στοὺς αἰῶνες, τὸ «βαστάζον τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Γαλ.17) τὸ «ἀνταναπληροῦν τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1.24)· ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ «κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», τὸ «μελιζόμενον ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας». Κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα αὐτό, ὅσο ἀνάξιοι κι ἂν εἴμαστε, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἀνήκουμε στὸ Χριστό, ἐπειδὴ εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία, μετέχουμε στὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται σ’ ἐμᾶς διότι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἁμαρτωλοί, καὶ γι’ αὐτὸ μόνο ἡ θεϊκὴ ἰσχὺς μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει.

Ὀφείλουμε νὰ προετοιμαστοῦμε μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ γιὰ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς. Θὰ ἔλθουμε βέβαια μὲ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, ἂς ἔλθουμε ὅμως ἐντελῶς ἀνοικτοί, μὲ ὅλο τὸν ἔνθεο πόθο μας, πεινασμένοι καὶ διψασμένοι γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου ποὺ θὰ δώσει ζωὴ στὶς ψυχές μας, ποὺ θ’ ἀλλάξει τὴ ζωή μας, ποὺ θὰ γεμίσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο χωρίζει μέσα μας τὸ θεοειδὲς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀκόμα ἀνήκει στὴ φθορά, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ θάνατο.

Ἂς περάσουμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα συγκεντρωμένα, ἂς τὴν περάσουμε μέσα στὴν ἀναμονὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὥστε ὅταν θὰ ψάλλουμε μαζὶ τὴν ἐπίκληση πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐλθέ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», αὐτὰ νὰ μὴν εἶναι λόγια ποὺ θὰ ποῦμε ἀπὸ συνήθεια ἀλλὰ τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ πόθου μας γιὰ τὸ Θεό, τῆς ἀγάπης μας, τὸ ἄνοιγμά μας μπροστά Του, παρόμοιο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς στὴν ἀγάπη καὶ τὴ χαρά.

Θὰ μπορέσουμε τότε, παρ’ ὅλη τὴν ἀσθένεια καὶ ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε γιὰ μίαν ἀκόμη φορά, μὲ καινούριο τρόπο, ἕνα νέο μέτρο τῆς χάρης ἐκείνης ποὺ μᾶς κάνει πιὸ κοντινοὺς καὶ πιὸ ἀγαπητοὺς στὸ Θεό, τὸ Θεὸ Ἐκεῖνο ὁ ὁποῖος μπῆκε στὴ δόξα μὲ τὴ σάρκα ποὺ φέρει ἀγιάτρευτα τὰ τραύματα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μας, ἀγιάτρευτα ἐφ’ ὅσον ἡ ἁμαρτία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει.

Πόσο θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεός μας! Μὲ πόση εὐγνωμοσύνη δὲν πρέπει νὰ Τὸν σκεφτόμαστε! Μᾶς ἀγαπᾶ παρ’ ὅλη τὴν ἀπιστία μας, τὴν ἄσχημη ζωή μας· πάντα πιστεύει, πάντα δύναται, πάντα ἐλπίζει· μὲ τὴ δύναμή Του μπορεῖ νὰ μᾶς χαρίσει τὰ πάντα, φτάνει ἐμεῖς νὰ Τοῦ δώσουμε τὸ δικαίωμα, τὴν ἐξουσία, τὴν εὐκαιρία νὰ δράσει ἐλεύθερα. Ἂς προετοιμαστοῦμε εὐλαβικὰ γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐμᾶς.

Ἀπό τό βιβλίο:Ἡμέρα Κυρίου, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας




Πάτερ ἡμῶν…

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης – Πάτερ ἡμῶν…
Ἑρμηνεία στὴν Κυριακὴ Προσευχὴ

 

Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὸ «Πάτερ ἡμῶν», γιατὶ νομίζω εἶναι ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ προσευχή, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι «Κυριακὴ» προσευχή, ἡ προσευχὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.

Καὶ νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τὴν προσευχὴ ποὺ Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ ποὺ Ἐκεῖνος ἔζησε καὶ μᾶς δίδαξε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν Του· κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορὰ «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καὶ τῆς ἀμπέλου εἶναι μιὰ σχέση ὀργανικὴ καὶ ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμὸς τῆς ἀμπέλου πρὸς τὰ κλήματα, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τὴν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στὴν προσευχὴ αὐτὴ – ἂν τὴν κάνουμε συνειδητὰ καὶ ἂν τὴν ζοῦμε – νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.

Ἀλλὰ ἂς ἀρχίσουμε νὰ διαβάζουμε τὴν προσευχὴ αὐτὴ καὶ νὰ τὴν παρακολουθοῦμε φράση πρὸς φράση.

Ἡ πρώτη φράση λέει: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλὲς φορὲς ἀπογοητευόμαστε καὶ ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει. Ἂν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας.

Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τὸ παιδί τους ὄχι γιατὶ εἶναι καλό, ἀλλὰ γιατὶ εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἂν αὐτὴ τὴ συνείδηση τὴν ἀποκτήσουμε καὶ νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νὰ ποῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα μας. Γιατὶ αὐτὴ ἡ λέξη τὰ λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στὸ κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νὰ τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νὰ τὰ ἔχει χάσει καὶ νὰ αἰσθάνεται μόνος· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιὰ ἀσφάλεια, μιὰ σιγουριὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ τὸ ἑξῆς: μήπως δὲν θἆταν καλύτερα νὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιὰ νὰ νοιώθουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαῤῥῶ πὼς κι αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε. Γι᾿ αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στοὺς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες…». Δηλ. Μακάρι νὰ στερηθοῦμε τὴ στοργὴ τὴν ἀνθρώπινη, νὰ τὰ χάσουμε ὅλα, γιὰ νὰ νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας.

Θυμᾶμαι μιὰ φορὰ ποὺ εἴχαμε ῥωτήσει μιὰ γριὰ στὸ Παρίσι, Ῥωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καὶ αὐτὴ μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπὸ ἕνα σχοινί, καὶ τὸ σχοινὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τελικὰ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γιὰ κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιὰ δύναμη στὴ ζωή του καὶ ἡ δύναμη αὐτὴ εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στὴ ζωὴ καὶ ἐλπίζουμε, γιατὶ κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτὸς ὁ κάποιος εἶναι δυνατὸς ἄσχετα ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.

«Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Πατέρας μας λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλῶς κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανὸς γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νὰ νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι᾿ αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στὸν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀσκητὲς τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτὸς ἀντέδρασε αὐθόρμητα καὶ λέει: «Μὴ βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δὲν πέθανε ποτέ»!

Ἔτσι, λοιπόν, μὲ τὴν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καὶ μᾶς λέει τὸν Πατέρα Του νὰ τὸν λέμε καὶ δικό μας Πατέρα. Καὶ κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τὸ Θεὸ «Πάτερ ἡμῶν» – δὲν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου – ὁπότε ὁ Θεὸς εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.

Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου…».

Σ᾿ αὐτὲς τὶς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις «Πάτερ ἡμῶν… ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιὰ γραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, ποὺ ἀντὶ νὰ λέει «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» λέει «ἐλθέτω τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τὴν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα…, καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν…, καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον…».

»Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου…». Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νὰ ἁγιασθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἂν βλέπουμε αὐτὰ ποὺ λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου» μποροῦμε νὰ τὸ συνδέσουμε μὲ ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. ιζ´ 19). Καὶ τὸ «ἁγιάζω ἑμαυτὸν» τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγὼ θυσιάζω τὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στὴν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καὶ ἐμεῖς λέμε «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», εἶναι σὰν νὰ λέμε, ἂς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καὶ ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», νὰ ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Πεντηκοστή· καὶ πάντοτε ἔρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ συνεχὴς Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νὰ δοῦμε σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις, καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτὸ ποὺ ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τὸν Οὐράνιο Πατέρα, νὰ στείλει δηλ. τὸ Πνεῦμα τὸ πανάγιον καὶ νὰ ποιήσει τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ.

Καὶ φθάνουμε στὴν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρικὴ φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», καὶ τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ τῆς δικῆς μας ζωῆς: εἶναι τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Ἴσως αὐτὴ ἡ φράση, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», μπορεῖ νὰ παρομοιασθεῖ μὲ τὸ «Ἀμὴν» τῆς ἐπικλήσεως. Καὶ αὐτὸ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» εἶναι ἡ κατάληξη καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στὶς προηγούμενες φράσεις λέμε, «ἁγιασθήτω τὸ Ὄνομά σου», «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», «γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Ἀναφερόμαστε στὸ Θεό, λέμε τὸ ὄνομά Του νὰ ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νὰ ἔλθει, τὸ θέλημά του νὰ γίνει. Δίνουμε τὰ πάντα στὸ Θεό, καὶ αὐτὸ ἐπικυρώνεται καὶ ἀνακεφαλαιώνεται μ᾿ αὐτὴ τὴ φράση, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», θὰ εἶναι καλὰ νὰ θυμηθοῦμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ᾿ τὸν Οὐρανό: «Ἐγὼ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρὸς καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον». Καὶ τὸ ἄλλο πάλι ποὺ λέει, ὅτι «ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστί…»· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καὶ σωστή, γιατὶ «οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Καὶ κάτι ἄλλο: θυμᾶστε ποὺ ὁ Κύριος συναντήθηκε μὲ τὴ Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στὸν Κύριο: «Ῥαββί, φάγε»· κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε, ὅτι «ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ἡμεῖς οὒκ οἴδατε…». Ἐγὼ ἔχω νὰ φάω ἕνα φαγητὸ τὸ ὁποῖο ἐσεῖς δὲν ξέρετε. «Ἐμὸν βρῶμα ἐστὶν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον».

Αὐτό, λέει, ποὺ ἐμένα μὲ τρέφει εἶναι νὰ ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καθορίζει τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου καὶ τὴ ζωὴ τὴ δική μας. Γι᾿ αὐτὸ βλέπουμε τὸν Κύριο στὴ συνέχεια, τὴν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τὴν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας – θἄλεγε κανεὶς τὴν ὥρα ἑνὸς δυνατοῦ σεισμοῦ ποὺ τὰ πάντα δοκιμάζονται, καὶ ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» – νὰ λέει «Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νὰ λέμε, καὶ ἐκεῖνος τὸ εἶπε στὴ δύσκολη στιγμὴ καὶ προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλὰ παντοκρατορικὰ πρὸς τὸ πάθος ἀκριβῶς γιατὶ λέγοντας, «ὄχι τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ δικό σου νὰ γίνει», ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καὶ προχωρεῖ.

Δὲν θἆταν ἄσχημα νὰ πᾶμε τώρα γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ στὴ δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στὴ ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν περάσει τὴ Γεθσημανῆ του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὰ πάντα καταῤῥέουν, τότε μόνο τὰ πάντα ἀνασταίνονται, καὶ τότε μόνο καταλαβαίνει κανεὶς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τὸ νὰ ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρὸς καὶ ὄχι τὸ δικό μου, αὐτὸ εἶναι ποὺ μὲ τρέφει. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ πάντα καταστρέφονται καὶ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα πουθενὰ καὶ κανένα φῶς, καὶ τὰ πάντα εἶναι σκεπασμένα μὲ σκοτάδι, ἂν ὁ ἄνθρωπος πεῖ – Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιὰ ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καὶ προχωρεῖ παντοκρατορικὰ καὶ σεμνὰ πρὸς τὴν ὁδό, πρὸς τὴ διάβαση, πρὸς τὸ Πάσχα ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, σὲ μιὰ ἐξέλιξη ποὺ δὲν σταματᾶ ποτέ. Καὶ τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θὰ εὐχαριστεῖ κανεὶς τὸ Θεὸ ὄχι γιὰ τὶς εὐκολίες, ἀλλὰ γιὰ τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καὶ γιὰ τὴ Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε, μέσα στὴν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νὰ πεῖ τὸ λογισμό του ἐλεύθερα, νὰ καταλήξει στό: «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ δικὸ σου θέλημα».

Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» μοιάζει μὲ τὸ «γενηθήτω» τὸ δημιουργικὸ (αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, «Εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν»), καὶ μὲ τὸ λειτουργικὸ γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεὺς ἱερουργεῖ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νὰ καταπέμψει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ ποιήσει τὸν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καὶ λέει τὸ Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τὸ μυστήριο. Ὑπάρχει μιὰ σχέση μεταξὺ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καὶ τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητὰ πεῖ, Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου καὶ σὲ μένα, μοιάζει καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ Παρθένος στὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου»· νὰ γίνει σὲ μένα, στὴν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατὰ τὸ ῥῆμα σου· Θεέ μου, νὰ γίνει κατὰ τὸ θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καὶ παίρνει μιὰ ἄλλη δύναμη.

Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στὸ Θεό, νὰ γίνει Θεὸς κατὰ χάριν, καὶ νὰ δημιουργήσει ἐκ τοῦ μὴ ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καὶ ὁ νεκρὸς παίρνει νέα ζωὴ καὶ προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφὴ πραγματικὴ τὸ νὰ καταλήξει νὰ πεῖ ἤρεμα, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου καὶ ὄχι τὸ δικό μου».

Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινὸς θεολόγος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ πάει στὸ πανεπιστήμιο καὶ παίρνει ἄριστα ἐπειδὴ θυμᾶται μερικὲς χρονολογίες καὶ μερικὰ ὀνόματα ἢ γράφει μιὰ ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινὸς θεολόγος ποὺ γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος στὴ δύσκολη στιγμὴ λέγει: μὴ τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεὸς μπαίνει μέσα του, τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο τὸν κάνει θεολόγο, τὸν κάνει θεὸ κατὰ χάριν καὶ προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὲ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀδύνατος ἀλλὰ καὶ παντοδύναμος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τὰ προβλήματα εἶναι λυμένα ἢ ἀνοικτά. Γι᾿ αὐτὸ ἂν τυχὸν περνᾶμε δυσκολίες ἂς λέμε τὸ λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανεὶς νὰ ἐκφρασθεῖ, ἂς ἐκφρασθεῖ, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλὰ στὴ συνέχεια ἂς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω, ἐσὺ ξέρεις, ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς ἀγαπῶ ἐγὼ καὶ πιὸ πολὺ ἀνήκουν σὲ σένα ὅλοι ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουν σὲ μένα. Ὁπότε ἂς γίνει τὸ θέλημά σου. Ἂν τυχὸν τὸ θέλημά σου ἐξωτερικὰ φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιὰ θεοθέλητη καταστροφὴ παρὰ ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μὲ τὴν ἀνθρώπινη βούληση, ποὺ εἶναι ἀληθινὸ χαντάκωμα καὶ ἀληθινὴ καταστροφή. Τότε τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» εἶναι ἡ φράση ποὺ μᾶς τρέφει καὶ μᾶς ἀνασταίνει σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο.

Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τὸν καθένα μας ὑπεύθυνα γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν λέει, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημὰ σου στὴ ζωή μου», ἀλλὰ νὰ γίνει τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, νὰ γίνει σ᾿ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυμᾶμαι σ᾿ ἕνα νησί, στὴν Κῶ, ποὺ εἶχα πάει μιὰ φορὰ εἶχα δεῖ μιὰ γριούλα. Μοῦ λέει, «Ἐγὼ δὲν ξέρω γράμματα καὶ δὲν ξέρω νὰ κάνω καμιὰ προσευχή, μὰ οὔτε τὸ Πιστεύω μπορῶ νὰ πῶ οὔτε τὸ Πάτερ ἡμῶν. Γι᾿ αὐτό, τὸ βράδυ ὅταν πέσω νὰ κοιμηθῶ, κάνω τὸ σταυρό μου καὶ παρακαλῶ ὁ Θεὸς νὰ ξημερώσει μὲ τὸ καλὸ ὅλον τὸν κόσμο». Μὲ ῥωτᾶ, «Καλὰ κάνω;» Τῆς λέω, «Καλὰ κάνεις».

Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τὸ μυστικὸ τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καὶ ἐπειδὴ ζοῦσε μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ κυκλοφοροῦσε μέσα στὴν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμὸς τῆς ἀμπέλου πρὸς τὸ κλῆμα, γι᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτὸ τὸ ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεὸς νὰ ξημερώσει μὲ τὸ καλὸ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι λοιπὸν λέμε «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Παρακάτω λέμε, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον».

Ὅταν φθάσουμε στὸ σημεῖο νὰ περάσουμε τὴ Γεθσημανῆ καὶ νὰ ποῦμε στὴ δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» καὶ δὲν δυσανασχετοῦμε, δὲν ἀγανακτοῦμε, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ δεχόμαστε μὲ καρτερία καὶ ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὸ τὸ πνευματικὸ μας στομάχι νὰ χωνέψει τὴν ὄντως τροφή. Καὶ ἡ ὄντως τροφὴ πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. στ´ 51). Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀληθινὸς ἄρτος, ὁ ζωντανός, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό· καὶ ἂν κανεὶς φάει ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἄρτο θὰ ζήσει καὶ δὲν πρόκειται νὰ πεθάνει. Δηλαδὴ παίρνει ἀπὸ τώρα μιὰ δύναμη καὶ μιὰ χάρη, ἡ ὁποία τὸν βοηθᾶ νὰ ξεπεράσει τὸ θάνατο· ἤδη ἀπὸ τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στὴν αἰώνια ζωή.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν λέει ὁ Κύριος, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ; Καὶ λένε οἱ Πατέρες ὁ «ἐπιούσιος» σημαίνει ὁ ἄρτος ποὺ ἀφορᾶ τὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καὶ ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα νὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ μᾶς Τὸν δώσει σὰν τροφὴ ἀληθινὴ ἀπὸ σήμερα. Καὶ ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ὁ ἀληθινὸς ἄρτος ποὺ θὰ μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας.

»Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε γιὰ τοὺς σταυρωτές του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τοὺς συγχώρεσε καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ δικαιολογία γι᾿ αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιὰ δικαιολογία γι᾿ αὐτούς, ὅτι δὲν ξέρουν τί κάνουν.

»Καὶ ἄφες ἡμῖν…, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν…». Ἡ φράση αὐτὴ ἔχει κάτι λίγο πιὸ ἀπαιτητικό. Δὲν μᾶς λέει ὁ Κύριος νὰ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καὶ λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σὰν νὰ λέμε στὸ Θεὸ Πατέρα νὰ λάβει ἐμᾶς σὰν ὑπόδειγμα καὶ νὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς.

Ἀλλὰ ἂν τυχὸν ἐμεῖς δὲν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δὲν γίνεται, τὸ εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: «Ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νὰ πηγαίνουμε στὰ Κατηχητικά, μπορεῖ νὰ πηγαίνουμε στὶς ὁμιλίες, στὴν ἐκκλησία, νὰ κοινωνοῦμε καὶ νὰ προχωροῦμε στὴν πνευματικὴ ζωή, μπορεῖ νὰ κάνουμε θαύματα, καὶ ὅμως νὰ μὴ συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν συγχωροῦμε δὲν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θἄθελα νὰ θυμηθοῦμε κάτι ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀπευθυνόταν: «Πονάω γιατὶ δὲν ἔχω χρόνο νὰ σᾶς δῶ ὅλους χωριστὰ τὸν καθένα σας καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖτε καὶ νὰ μοῦ πεῖτε τὰ παράπονά σας καὶ νὰ σᾶς πῶ καὶ ἐγὼ ὅ,τι μὲ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς δῶ ὅλους, θὰ σᾶς πῶ μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐφαρμόσετε. Κι ἂν αὐτὰ ἐφαρμόσετε θὰ προχωρήσετε καλά. Τὸ πρῶτο εἶναι νὰ συγχωρᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας». Καὶ γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ καταλάβουν τί ἤθελε νὰ πεῖ, τοὺς δίνει ἕνα παράδειγμα: «Ἤλθαν δύο νὰ ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγὼ ἀπὸ μικρὸς πῆρα τὸν καλὸ δρόμο. Ζῶ στὴν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τὰ καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρὸ ἐλαττωματάκι, ὅτι δὲν συγχωρῶ τοὺς ἐχθρούς μου». Καὶ λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, «Ἐγώ, αὐτὸν τὸν ἀποφάσισα γιὰ τὴν κόλαση, κι εἶπα «ὅταν πεθάνει θὰ τὸν πετάξουν στὸ δρόμο νὰ τὸν φᾶνε τὰ σκυλιὰ»». Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καὶ μοῦ λέει: «Ἐγὼ ἀπὸ μικρὸς πῆρα τὸ στραβὸ δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σὰν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλὸ ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τὸν ἐχθρό μου». Καὶ λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, «ἐγὼ κατέβηκα, τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα καὶ τοῦ εἶπα σὲ τρεῖς μέρες νὰ κοινωνήσει».

Αὐτὸς ποὺ εἶχε ὅλα τὰ καλά, μὲ τὴν κακότητα νὰ μὴ συγχωρεῖ τὸν ἐχθρό του, ὅλα αὐτὰ τὰ μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καὶ βάζουμε λίγο προζύμι καὶ κουφίζει ὅλο τὸ ζυμάρι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ ἄλλος ποὺ ἔχει κάνει ὅλα τὰ κακά, συγχωροῦσε τὸν ἐχθρό του· αὐτὸ ἔδρασε μέσα σ᾿ ὅλα αὐτὰ σὰν μιὰ φλόγα κεριοῦ καὶ τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι βασικό. Καὶ πολλὲς φορὲς ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιὰ ἀποφορὰ ἀντὶ νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καὶ δὲν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νὰ συγχωροῦμε, λοιπόν. Νὰ μὴν κρατήσουμε καμιὰ κακότητα γιὰ κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θὰ προχωρήσει μπροστά. Ἂν αὐτὸ δὲν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα φτάνει γιὰ νὰ σὲ βάλει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα μπορεῖ νὰ βρωμίσει ὅλη τὴ ζωή μας.

»Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ».

Λέμε, «μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, «Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰάκ. α´ 2). Τὴν ἀπορία μᾶς τὴν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔχουμε τοὺς ἡδονικοὺς καὶ προαιρετικοὺς ποὺ γεννοῦν τὴν ἁμαρτία· σ᾿ αὐτοὺς παρακαλοῦμε τὸν Κύριον νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ μποῦμε καὶ νὰ παρασυρθοῦμε. Ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοὶ καὶ δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καὶ ὀδυνηροὶ πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τὴν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τὴν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νὰ μὴν πέσουμε στοὺς πρώτους πειρασμούς, τοὺς ἡδονικοὺς καὶ προαιρετικούς, ἀλλὰ ἂν τυχὸν πέσουμε στὶς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νὰ τὶς δεχόμαστε μὲ κάθε χαρά, γιατὶ αὐτοὶ οἱ πειρασμοὶ φέρνουν τὴν γνώση, τὴν ταπείνωση, τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ λέει στὸ Γεροντικό: «ἔπαρον τοὺς πειρασμοὺς καὶ οὐδεὶς ὁ σωζόμενος». Ἂν βγάλεις ἀπὸ τὴ ζωή μας τοὺς πειρασμούς, αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ σωθεῖ.

»…ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δὲ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξὺ τοῦ πονηροῦ καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρὸς δὲν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τὸν πρῶτο Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο οὔτε τὸ δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στὴν ἔρημο. Καὶ λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι «τὸ γένος τοῦτο ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Μαρκ. θ´ 29). Δὲν μποροῦμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὸν πονηρὸ παρὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Δὲν φεύγει ὁ πονηρὸς μὲ τὴ λογικὴ ὅπως δὲν φεύγει τὸ καρκίνωμα μὲ τὶς ἀσπιρίνες. Δὲν φεύγει ὁ διάβολος μὲ τὶς ἐξυπνάδες. Λέγει καὶ ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὸ μικρότερο διάβολο. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζομε συζήτηση μὲ τὸν πονηρό. Ἂς τὸν ἀφήνουμε καὶ νὰ φεύγουμε.

Τὸ θέμα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὴ διάκριση τὴν πνευματική, νὰ ξεκαθαρίζουμε τὰ πράγματα ἂν κάτι εἶναι ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ ἀπὸ τὸ διάβολο. Μὰ θὰ πεῖ κανένας: Ἐγὼ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νὰ ἀποκτήσω αὐτὴ τὴ διάκριση; Νομίζω τὰ πράγματα εἶναι ἁπλὰ ἐὰν τυχὸν κάνουμε συνειδητὰ αὐτὴ τὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ πίσω: ἐὰν συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐὰν τρεφόμεθα μὲ τὸν οὐράνιον ἄρτον· ἐὰν στὴ δύσκολη στιγμὴ λέμε, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου» καὶ ἐὰν νοιώθουμε τὸ Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολὺ ἀδύνατοι, θὰ εἴμαστε ταυτόχρονα καὶ πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τὸ θέλημὰ μας καὶ δὲν συγχωροῦμε τὸν ἄλλο, τότε τὸν διάβολο ἀπὸ μυρμήγκι τὸν κάνουμε λιοντάρι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ βγάλουμε πέρα μὲ καμιὰ δύναμη. Ἀντίθετα, ἐὰν λέμε: τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει, ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτα· ἂν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἂν τὴ στιγμὴ ποὺ μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν κρατᾶμε καμιὰ κακότητα γι᾿ αὐτὸν ποὺ μᾶς σκότωσε καὶ λέμε ἔχει ὁ Θεός, δὲν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καὶ μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα καὶ ὁ διάβολος μπροστὰ του εἶναι μυρμήγκι. Καὶ προχωρεῖ ἐλεύθερα.

Θυμᾶστε, στὴ Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» καὶ εἶπε «οὐ τὸ ἐμὸν θέλημα γενέσθω», ἀναφέρεται ἐκεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι, «ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτὸ» (Λουκ. κβ´ 43). Καὶ ἐπίσης ὅταν στὴν ἔρημο εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις», τότε τὸν ἄφησε ὁ διάβολος «καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς· ἂν λέμε τὴν προσευχὴ αὐτή, ἂν ζοῦμε τὴ ζωὴ αὐτή, ὁ πονηρὸς φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματικὴ ἔρχεται μέσα μας καὶ ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καὶ μποροῦμε νὰ νοιώσουμε αὐτὴ τὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων· καὶ μποροῦμε ἀπὸ τώρα νὰ ζήσουμε στὸν Οὐρανό· καὶ μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὲς τὶς φράσεις τὶς κυπριακὲς καὶ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε «ἀγγελόκτιστη», «Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρὸς γίνεται μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος…




Μια λεμονιά … για τους νεομάρτυρες της Συρίας

Την Κυριακή 9 Ιουνίου 2019 πραγματοποιήθηκε στον Ναό μας μαζί  με την λήξη της κατηχητικής χρόνιας μια μικρή εκδήλωση που ήταν αφιερωμένη στους πέντε νέους Μάρτυρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Συρία.  Δολοφονήθηκαν άγρια στις 12 Μαΐου από φανατικούς τζιχαντιστές, την ώρα του κατηχητικού στην ενορία τους, των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στην Σελευκούπολη, στον βορρά της επαρχίας Χάμα, της Κεντρικής Συρίας. Τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή μαζί με την κατηχήτρια  τους. Οι νέοι αυτοί Μάρτυρες προστέθηκαν στην χορεία των χιλιάδων νέων Μαρτύρων της πίστεως, οι οποίοι θυσιάστηκαν στην Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια, σε περιοχές όπου έδρασαν και δρουν ακόμη ακραίοι φανατικοί ισλαμιστές.

Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας όλοι οι πιστοί μαζί με τους πατέρες του Ναού και τους κατηχητές με τα κατηχητόπουλα τους, μετακινήθηκαν στο προαύλιο χώρο όπου τελέστηκε  Τρισάγιο στην μνήμη των παιδιών από την Συρία και φυτεύτηκε μια λεμονιά εις μνήμη των μαρτυρικών αυτών κατηχητόπουλων.

Η μνήμη τους ας ειναι για εμάς φάρος πνευματικός και οι προσευχές τους απο τον παράδεισο να μας βοηθούν να τους μοιάζουμε.

Φίλοι μας δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ !!!




ΤΑ ΑΝΩ ΦΡΟΝΕΙΤΕ

«Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν». Πράξεις 1, 9

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας 

Καθὼς οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι κοίταζαν, ὁ Κύριος ἀνελήφθη. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν χωρὶς μάρτυρες, ὅμως ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς παρουσία μαρτύρων. Ὁ σφραγισμένος τάφος στὸ βράχο ἔκρυψε τὴ δόξα τῆς ἀνάστασης, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεώς της· ἕνα φωτεινό, διάφανο σύννεφο ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τῆς Ἀναλήψεως τὴ στιγμὴ πού πραγματοποιεῖται. Γιατί αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἴσως διότι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ἦταν μιὰ ἄνοδος ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο καὶ δὲν ὑπῆρχε τότε χῶρος γιὰ ἐπίγειους μάρτυρες, καὶ μόνον οἱ πατριάρχες καί οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρές της. Ὅμως τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὡς ἄνοδο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μποροῦσαν φυσικὰ νὰ τὴν δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, πού βρίσκονταν ἐπὶ τῆς γῆς κι ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό.

Ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσε νὰ δοῦν τὸν ἐγερθέντα Κύριο, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, προκειμένου νὰ δώσουν μαρτυρία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀνάσταση: δεδομένου ὅτι τὴν Ἀνάληψη τῆς χοϊκῶς γεννηθείσας σαρκὸς στοὺς οὐρανοὺς ἔπρεπε ὄντως νὰ τὴν δοῦν, ὥστε ἡ ἀνάσταση νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Πιθανὸν ὁ σαρκικὸς νοῦς νὰ διερωτηθεῖ: πῶς ἡ χοικῶς γεννηθεῖσα σάρκα μποροῦσε νὰ ἀνέλθει στὸν οὐρανό; Ἀπαντοῦμε: δὲν χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε γιὰ τὴν δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ τὸ μαρτύρησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρνήθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθειά του. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη». Ἀλλά ἦταν μόνο γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄπιστους πού ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ ὑπάρξει μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς πιστούς. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ», λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐὰν —ἂς προσθέσουμε κι ἐμεῖς— τὸν ἔχετε δεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ καὶ συμμετέχετε κι ἐσεῖς στὸ νέο αὐτὸ θρίαμβο, τότε «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς» (Κολ.3, 1-2).

Τί σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε;» Δὲν εἶναι, πράγματι, τὰ λόγια αὐτὰ ξεκάθαρα; Καὶ ἂν δὲν τὰ καταλαβαίνεις, εἴτε θέλοντας νὰ τὰ καταλάβεις εἴτε μὲ ἄλλο τρόπο, παραδὲξου ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνεις, ἐπειδὴ δὲν «φρονεῖς τὰ ἄνω»: διότι ἐκεῖνος πού καταλαβαίνει, ξέρει τί κάνει. Ἂν δὲν φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος». Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίσου, χοϊκέ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνεις, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ ἀπομείνει τίποτα ἐκτός ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ — καὶ τὴν κόλαση! Δὲς πῶς ἡ γῆ θρυμματίζεται κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου καὶ μπροστά σου ἀνοίγεται ἡ κόλαση: δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθεῖς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθεις «νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγματα τὰ ἐπί τῆς γῆς».

Μὰθετε νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω! Ἂς μὴν φοβηθεῖ κανένας μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιταγή. Ἂς μὴν νομίσει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ποικίλες καὶ πολυάριθμες ἐκεῖνες δυσκολίες, τὶς ὁποῖες ἀναπόφευκτα θὰ συναντήσει στὴν ὁδὸ τῆς ἐπίγειας γνώσεως, καὶ πού ἀνάμεσά τους πρέπει νὰ ἀπαριθμήσει τὰ κατ’ ἐξοχὴν μέσα γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀποκαλούμενη ἐπίγεια σοφία — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, πλῆθος διδασκάλων, πού ὁ καθένας ὑπερασπίζεται τὴν ἰδιαίτερη δοξασία του καὶ ἀντικρούει τὴν δοξασία τοῦ διπλανοῦ του, πλῆθος βιβλίων, συχνὰ βλαβερῶν γιὰ τό νοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τό μάτι, μὲ τό σκοτεινό περιεχόμενό τους. Μὴ φοβάστε. Μαθαίνοντας «νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω», κατὰ τό νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι τό ἴδιο ὅπως μαθαίνετε τὴν ἐγκόσμια σοφία. Ἡ γνώση τῶν οὐρανίων πραγμάτων δὲν ἐξαρτᾶται τόσο πολὺ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν χρειάζεται μεγάλη βοήθεια, δὲν τίθενται τόσα ἐμπόδια ὅπως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἐγκόσμιας σοφίας. Ὡστόσο, ὠφελεῖται καὶ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν ἀπορρίπτει τὴ βοήθεια καὶ δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ δυσκολίες τοῦ δικοῦ της εἴδους. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος πού μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ «τὰ ἄνω φρονεῖτε», ὠφελήθηκε ἀπὸ τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια τῆς ἐγκόσμιας σοφίας, «ἔχων ἀνατραφεῖ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ πολυμαθοῦς Γαμαλιὴλ»· ὅμως διαδοχικὰ τὰ ἀπέρριψε ὅλα τοῦτα καθὼς καὶ ἄλλα προνόμια, λογαριάζοντας τὰ «πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου» (Φιλ.3,7-8), προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ κερδίσει τὸν Χριστό. Καὶ ὡρίμασε κατὰ συνέπεια φρονῶν τὰ ἄνω — καίτοι ὁ ἴδιος ταυτόχρονα ἀπέρριψε τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια πού τοῦ προσέφερε ἡ ἐγκόσμια σοφία.

Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι εἶχαν ἁπλῶς μάθει νὰ πλέκουν ψαράδικα δίχτυα καὶ ὄχι νὰ ξετυλίγουν τὰ σοφίσματα τῶν βιβλίων. Ὅμως αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ ἐνδυναμώσουν τόν ἑαυτό τους ὥστε νὰ φρονοῦν τὰ ἄνω καὶ νὰ γίνουν ἀκόμη καὶ διδάσκαλοι τῶν ἴδιων τῶν σοφῶν. Ἔτσι ἦταν καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων: ὁ Μὲγας Βασίλειος ἀπέκτησε τὴ σοφία τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπέταξε στὴν ὑπηρεσία τῆς σοφίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Ἀρσένιος, Μέγας ἐπίσης, ἂν καὶ διδάσκαλος σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς γνώσεως, θεώρησε τὸν ἑαυτὸ του ἀρκετὰ ἀδαῆ ὥστε νὰ μαθητεύσει σὲ ἕναν ἀγράμματο γέροντα Αἰγύπτιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρκετὰ σοφὸς γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς σοφίας. Καὶ ἔτσι, τὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, ἂν καὶ πράγματα ὑψηλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν φιλόσοφο, εἶναι συγχρόνως ἀρκετὰ ἁπλά καὶ γιὰ τὰ νήπια. «Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. 11, 25).

Τί λοιπὸν σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε»; Ἐπαναλαμβάνω: ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνετε, τότε προφανῶς δὲν τὸ ἐφαρμόζετε. Καὶ ἂν δὲν φρονεῖτε τὰ ἄνω, τότε ἀναμφίβολα φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς. Καί, συνεπῶς, αὐτὸ τὸ γνωρίζετε. Τί κάνετε τώρα, ὅταν φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἔχετε στὸ μυαλό σας νὰ γίνετε πλούσιοι; Ἐπιθυμεῖτε τὰ πλούτη —συχνὰ τὰ σκέφτεστε— ἐφευρίσκοντας τρόπους νὰ τὰ ἀποκτήσετε καὶ νὰ τὰ αὐξήσετε. Βάζετε σὲ ἐνέργεια αὐτοὺς τοὺς τρόπους, καὶ ὁ,τιδήποτε κάνετε, τὸ κάνετε μὲ τὴν προοπτικὴ νὰ πετύχετε καὶ νὰ αὐξήσετε τὸν πλοῦτο, καὶ στὴν κατοχὴ τοῦ πλούτου τοποθετεῖτε τὴν εὐτυχία σας. Φέρνοντας στὸ νοῦ αὐτὸ τὸ παράδειγμα μποροῦμε γενικὰ νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ «νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπί τῆς γῆς», σημαίνει νὰ ἐπιθυμοῦμε ἐπίγεια πράγματα, νὰ τὰ σκεφτόμαστε, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, νὰ τὰ ἔχουμε πάντα μπροστά μας, νὰ τοποθετοῦμε τὴν εὐτυχία μας στὴν κατοχή τους. Ἀλλάξτε τὸ ἀντικείμενο, καὶ θὰ καταλάβετε τί εἶναι «νὰ φρονοῦμεν τὰ ἄνω». Σημαίνει, νὰ ἐπιθυμοῦμε τὰ ἄνω, δηλαδὴ τὰ οὐράνια πράγματα. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὰ πού εἶναι πνευματικὰ καί θεῖα. Νὰ σκεφτόμαστε τὰ οὐράνια πράγματα, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, ἤ κατὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ «ἐργαζόμαστε τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ», νὰ ἔχουμε τὰ οὐράνια πράγματα μπροστὰ στὰ μάτια μας καί νὰ τοποθετοῦμε σὲ αὐτὰ τὴν εὐτυχία μας.

Πόσο δύσκολο —θὰ σκεφτοῦν μερικοὶ— νὰ ἔχει κανεὶς τὰ οὐράνια πράγματα στὸ νοῦ του, στὴν καρδιὰ καί στὶς πράξεις του! Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο ἕνας χοϊκὸς ἄνθρωπος πρέπει ν’ ἀλλάξει τὰ ἔργα του, τὶς ἐπιθυμίες, ἀκόμη καί τὶς σκέψεις του. Δὲν ἀρνοῦμαι πώς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο, καί δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνουμε. Ὅμως τί πρέπει νὰ γίνει; Εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ ἀνεβεῖς σὲ κάποιο ὕψος, ἀπὸ τὸ νὰ πέσεις σὲ μιὰν ἄβυσσο. Εἶναι λοιπὸν καλύτερο νὰ πέσουμε στὴν ἄβυσσο;

Εἶναι δύσκολο νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω! Ὅμως, δὲν εἶναι ἐπίσης σκληρὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπίγεια πράγματα; Ἔχει, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἄπληστος ἄνθρωπος κάποιο φωτεινὸ ἔργο μπροστά του; Κοπιάζει μέρα καί νύχτα, στερεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τροφὴ καί ἀνάπαυση, μερικὲς φορὲς ἐγκαταλείπει τὸ σπίτι του, περιπλανιέται μακριὰ ἀπὸ ἐκείνους πού βρίσκονται κοντὰ στὴν καρδιά του, ταξιδεύει στὴν ξηρὰ καί διασχίζει τὴ θάλασσα, κατεβαίνει στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, βασανίζει τὸ μυαλό του μὲ τὴν δίψα τοῦ κέρδους καί μὲ τὴν ἀγωνία τῆς διατήρησής του, μὲ τὸ φόβο ἀπὸ μιὰ πιθανὴ ἀπώλεια ἤ μὲ τὴν ἀπελπισία μίας ἀπώλειας πραγματικῆς.

Ἂν μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε τέτοιες φροντίδες μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ πλουτίσουμε ἐπί τῆς γῆς μὲ ἕναν θησαυρὸ φθαρτό, καὶ πού δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὸν χαροῦμε παρὰ γιὰ σύντομο χρονικὸ διάστημα, δὲν ἀξίζει μιὰ προσπάθεια ἀπ’ τὴ μεριά μας γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποκτήσουμε ἕναν οὐράνιο θησαυρό, ἕναν θησαυρὸ ἄφθαρτο καὶ αἰώνιο;

Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοϊκὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ἐν τούτοις, καὶ ὁ σπόρος τοῦ σίτου, πού εἶναι θαμμένος στὴ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας, δὲν φρονεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο τὰ ἄνω; Βλασταίνει, καὶ ξεπροβάλλει ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὰ πάνω, ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τῆς βαρύτητας τῆς γῆς καὶ τῆς δικῆς του. Αὐξάνεται ὅλο καὶ πιὸ ψηλά. Καὶ τείνοντας πρὸς τὸν οὐρανό, ἀνθίζει καὶ φέρνει καρπό. Πιστεύετε πραγματικά, ὅτι ὁ θνητὸς ἄνθρωπος εἶναι προικισμένος μὲ λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸν σπόρο τοῦ σίτου, γιὰ νὰ σηκωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανὸ μὲ τὸν δικό του τρόπο;

Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοικὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ὅμως, στάσου· προέρχεσαι, ὦ ἄνθρωπε, μόνο ἀπὸ αὐτὴ τὴ γῆ; Αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐλήφθη ἀπὸ τὸ χῶμα, καὶ πού ἐπιστρέφει πάλι στὸ χῶμα; Δὲν εἶναι τὸ χῶμα μόνο τὸ περίβλημά σου, ἤ ἂν τὸ προτιμᾶς, ἡ φυλακή σου; Ὅμως ἐσύ, ὁ ἑαυτός σου, ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, εἶσαι ἡ πνοὴ τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χείλη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ: «Καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γεν. 2, 7). Κι ἔτσι, ἄν σοῦ εἶναι δύσκολο ὡς χοϊκός ἄνθρωπος νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνεις ὡς ἄνθρωπος πού ἔχεις γεννηθεῖ ἄνωθεν; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν φλόγα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὴν φυσική της περιοχή; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν πέτρα νὰ πέσει κάτω στὴ γῆ ἀπ’ ὅπου προέρχεται; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν Ὕψιστο; Ἂν ἡ πτώση τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ἔχει μεταβάλει τὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα σὲ πόθο γιὰ τὰ πράγματα τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, δὲν ἔχει ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ἀνάληψη τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπαναφέρει μὲ διπλάσια δύναμη τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀρχική του κατεύθυνση καὶ δὲν ἔχει στήσει μιὰ κλίμακα πρὸς τὸν οὐρανό; Δὲν ἔχει ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάψει μιὰ πνευματικὴ φλόγα στὸν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία φυσικῷ τῷ τρόπῳ τείνει πρὸς τὰ ἄνω καί στρέφεται πρὸς τὰ οὐράνια πράγματα, ὅπου κι ἂν κατοικεῖ; Τὸ βρίσκετε ἀκόμη δύσκολο νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω, ἀκόμη κι ἄν, προκειμένου νὰ κάνετε κάτι τέτοιο, σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μεταβάλετε τὶς πράξεις, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις σας;

Μὰ πῶς μποροῦμε νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ ἐπίγεια ἔργα, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις μας πού περιβάλλονται ἀπὸ ἐπίγεια πράγματα, ὅταν αὐτὸ πού εἶναι γήινο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας; Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ παρατηρήσετε πῶς ἐγκαταλείπουμε τὰ οὐράνια πράγματα γιὰ πράγματα ἐπίγεια, καὶ θὰ τὸ βρεῖτε πολὺ εὔκολο νὰ παραμερίσετε τὰ ἐπίγεια γιὰ τὰ τοῦ οὐρανοῦ. Περιορίζετε τὸν χρόνο πού ἀπασχολεῖστε μὲ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας, προκειμένου νὰ ἔχετε περισσότερο χρόνο γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Μερικὲς φορὲς πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ἐξακολουθεῖτε νὰ σκέφτεστε ὅσα ἀπασχολοῦν τὸ μυαλό σας καὶ στὸ σπίτι. Καὶ μερικὲς φορές, ἐνῶ στέκεστε σωματικὰ μέσα στὸν οἶκο τῆς προσευχῆς, οἱ σκέψεις σας ἕλκονται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα πού σᾶς θέλγουν ἤ ἀπὸ τὰ πάθη πού κυριαρχοῦν μέσα σας. Ἀκόμη καί οἱ πιὸ πνευματικές σας ἀσκήσεις μολύνονται ἀπὸ φευγαλέες ἐγκόσμιες σκέψεις! Κάντε τώρα τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Κάντε τὶς ἀπαραίτητες ἐργασίες γιὰ τὴν ἐπίγεια ὕπαρξή σας ἀλλά προσπαθῆστε νὰ μὴν τὶς παρατείνετε πέρα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο. Καί ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀπελευθερώσετε τὸν ἑαυτὸ σας ὅσο γίνεται περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλὴ δουλειά, προκειμένου νὰ εἶστε ἐλεύθεροι γιὰ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἀπαλλάξτε τὶς σκέψεις σας ἀπὸ επίγεια πράγματα, ὄχι μόνο ὅταν στέκεστε μπροστὰ στὸν Θεὸ στὸ ναό Του, ἄλλα ὅπου καὶ νὰ εἶστε. Ὅταν εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσχολεῖστε μὲ ἐπίγεια πράγματα, στρέψτε μακριά τους τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες σας καὶ ὑψῶστε τὴν καρδιά σας πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ πρὸς τὸν Θεό. Ὅταν καταπιάνεστε μὲ ἐπίγειες ὑποθέσεις, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητᾶτε τὴν εὐλογία καὶ τὴν βοήθειά Του. Ὅταν ἀναπαύεστε, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστεῖτε γιὰ τὴν βοήθειά Του στοὺς κόπους σας, καθὼς καὶ γιὰ τὸ δῶρο τῆς ἀνάπαυσης. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἑνώσουμε κάθε ἐπίγειο ἔργο, πού δὲν εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα, καί, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, νὰ μεταβάλουμε τὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ πράγματα, σὲ πράγματα οὐράνια καὶ πνευματικά. «Ὅταν κοιτάζεις πρὸς τὸν ἥλιο», λέγει ὁ ἅγιος Μακάριος, «ψάξε τὸν πραγματικὸ Ἥλιο, γιατί εἶσαι τυφλός. Ὅταν στρέφεις τὸ βλέμμα σου πρὸς τὸ φῶς, στρέψου πρὸς τὴν καρδιά σου καὶ κοίταξε ἂν ἔχεις ἐκεῖ τὸ ἀληθινὸ καὶ εὐλογημένο φῶς, πού εἶναι ὁ Κύριος

Εἴθε τό φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ μᾶς φωτίσει, εἴθε τό πνεῦμα Του νὰ δυναμώσει τὸν καθένα ἀπό μᾶς, καὶ εἴθε, βαδίζοντας σύμφωνα μὲ τὸν Λόγο Του καὶ τὴ Ζωή Του, νὰ ὁδηγήσει ὅλους ἐμᾶς πού ζοῦμε στὴ γῆ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, κι ἔτσι νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν εὐλογημένη θέα Του στόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος. Ἀμήν.

 

 

Πηγή κειμένου : imaik.gr




Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδας

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

«Ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ’ 5) Ἡ περιοχὴ ὁλόκληρη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία μέχρι τὴ Γαλιλαία ὀνομάζεται Σαμάρεια. Τὸ ὄνομά της τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ βουνὸ Σαμάρεια. Ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴ Γαλιλαία ἐξακολουθεῖ νὰ περνάει ἀπὸ τὴ Συχὰρ (τὴ σημερινὴ Ἄσκαρ). Ἐκεῖ εἶναι ἕνα κομμάτι γῆς πού τὸ εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἰακὼβ ἀπό τούς γιοὺς τοῦ Ἐμώρ κι ἔχτισε ἐκεῖ ἕνα θυσιαστήριο, πού τὸ ὀνόμασε «Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ» (Γέν. λγ’ 19-20). Ἀργότερα ὁ Ἰακὼβ δώρησε τὴ γῆ αὐτὴ στὸ γιὸ του Ἰωσήφ.

«Ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη» (Ἰωάν.δ΄ 6). Ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ εἴτε ἐπειδὴ ὁ προπάτοράς μας Ἰακὼβ εἶχε κατοικήσει κοντὰ στὸ πηγάδι αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του εἴτε ἐπειδὴ τὸ πηγάδι αὐτὸ τὸ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀπόκρημνο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐκεῖ, ὁ Κύριος κάθησε δίπλα στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἡ ἕκτη ὥρα, ὅπως τὴ μετροῦσαν στὴν Ἀνατολή, ἦταν ἡ μεσημβρία.

Ὁ Κύριος ἔφτασε ἐκεῖ τὴν ὥρα πού ὁ ἥλιος μεσουρανοῦσε κι ἡ ζέστη ἦταν μεγάλη. Ἦταν κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας πού ἔκανε γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὅπως κεκοπιακώς ἦταν κι ἀργότερα, ὅταν ἀνέβαινε στὸ σταυρὸ αἱμόφυρτος καὶ πονεμένος. Γιατί δὲν ταξίδεψε νύχτα, πού εἶχε καὶ δροσιά; Οἱ νύχτες γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἀφιερωμένες στὴν προσευχή. Κι ἂν ὑποθέσουμε στὴ συγκεκριμένη περίπτωση πώς θὰ ταξίδευε νύχτα, τὸ εὐαγγέλιο θὰ ἦταν φτωχότερο κατὰ ἕνα μοναδικὸ γεγονὸς κι ἀπὸ μιὰ πολὺ διδακτικὴ καὶ σωστικὴ ἀποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, μὲ τὰ πόδια, στοὺς ἀνηφορικοὺς κι ἀπότομους δρόμους καὶ μὲ μεγάλη ζέστη, κουρασμένος καὶ δίψασμένος, γιατί βιαζόταν νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κάθε στιγμὴ τοῦ ἐπίγειου βίου Του, μέρα καὶ νύχτα, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

«Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν». (Ἰωάν. δ’ 7). Ὁ εὐαγγελιστής τονίζει πώς ἡ γυναίκα ἦταν Σαμαρείτιδα, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χαρακτήριζαν τοὺς Σαμαρεῖτες ὡς εἰδωλολάτρες. Δός μοι πιεῖν, τῆς εἶπε ὁ Κύριος. Ἦταν κουρασμένος καὶ διψασμένος, σημάδι πώς τὸ σῶμα Του ἦταν ἀληθινὰ ἀνθρώπινο σῶμα κι ὄχι ὁμοίωμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι αἱρετικοί. Ὅπως τὸ σῶμα Του δάκρυζε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὑπόφερε ἀπό τούς πόνους Του στὸ σταυρό, ἔτσι εἶχε καὶ τὴν αἴσθηση τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας.

Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ ξεπεράσει τὴν ἀνάγκη αὐτή, ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν. Θὰ μποροῦσε μὲ τὴ θεϊκή Του δύναμη νὰ τὴν ἀναστείλει γιὰ κάποιο διάστημα ἡ καὶ νὰ τὴν καταργήσει ἐντελῶς. πῶς ὅμως ἔτσι θὰ ‘δειχνε ὅτι ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος; Πῶς θὰ μποροῦσε «κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι»; (Ἑβρ. β’ 17), πῶς θὰ τοὺς ὀνόμαζε ἀδελφούς Του; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὶς θλίψεις, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ὑποφέρει καὶ δὲν εἶχε ὑπομείνει τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς; Καὶ τελευταῖο, θὰ μποροῦσε ἡ τελικὴ νίκη Του νὰ ‘χει τὴ λαμπρότητα πού μᾶς δυναμώνει καὶ μᾶς φωτίζει στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν τὰ εἶχε ὑπομείνει πρῶτος ὅλα καὶ μάλιστα στὸν ὕψιστο βαθμό;

Θὰ ρωτήσει κανείς: «Πῶς γίνεται Ἐκεῖνος πού μποροῦσε νὰ πολλαπλασιάσει τοὺς ἄρτους καὶ νὰ περπατάει στὸ νερό, σάν σὲ στέρεο ἔδαφος, νὰ μὴν μπορεῖ μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο κοπιαστικὸ καὶ μακρὺ ταξίδι, μ’ ἕνα Του λόγο (ἢ καὶ μὲ μιά Του σκέψη) ν’ ἀνοίξει ξαφνικὰ μιὰ πηγὴ μὲ νερὸ στὸ βράχο ἡ στὴν ἄμμο καὶ νὰ σβήσει τὴ δίψα του;».

Σίγουρα αὐτὸ ἀνήκει στὴ δύναμή Του. Τὸ ἔκανε ὁ Μωυσῆς αὐτὸ στὴν ἔρημο. Τὸ ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἅγιοι στὸ ὄνομά Του, ἀπὸ τότε πού ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία μας. Πῶς λοιπὸν δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει ὁ Ἴδιος; Μποροῦσε, μὰ δὲν ἤθελε. Ποτὲ Του δὲν ἔκανε οὔτε ἕνα μοναδικὸ θαῦμα μόνο γιὰ τὸ δικό Του καλό, γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ ποτίσει ἤ νὰ ντύσει τὸν ἑαυτό Του. Ὅλα τὰ θαύματα τὰ ἔκανε γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν ὑπάρχει σκιὰ ἰδιοτέλειας στὴ ζωή Του. Ἀκόμα κι ὅταν μικρὸ παιδὶ ἔφυγε γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ ξίφος τοῦ Ἡρώδη, δὲν τὸ ἔκανε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλά γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὥρα Του δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμα. Ὅταν ὅμως ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, δὲν προσπάθησε ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο, δὲν ἔφυγε. Ἀντίθετα, πῆγε νὰ τὸν συναντήσει.

Ὅλα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, κάθε συμπεριφορά Του καὶ κάθε ἔργο πού ἔκανε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τὰ πάντα καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς κι ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη σοφία Του.

Δός μοι πιεῖν. Ὁ Δημιουργὸς τὸ ζητάει αὐτὸ ἀπὸ τὸ πλάσμα Του. Τὰ λόγια αὐτὰ ἀντηχοῦν ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ εἶπε μόνο στὴ Σὰμαρείτιδα. Ἀπευθύνονται σ’ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Δός μοι πιεῖν, λέει σήμερα ὁ Χριστὸς στὸν καθένα μας. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ νεροῦ, Ἐκεῖνος πού παρέχει τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς, τὰ ποτάμια καὶ τὶς πηγές, δὲν τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ διψάει γιὰ νερό. Διψάει γιὰ τὴν ἀγαθή μας θέληση, γιὰ τὴν ἀγάπη μας. Ὅταν τοῦ δίνουμε κάτι, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ δικό μας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δικό Του. Κάθε ποτήρι νερὸ πού ἔχουμε στὴ γῆ δικό Του εἶναι, Ἐκεῖνος τὸ δημιούργησε. Γιὰ κάθε ποτήρι ψυχροῦ ὕδατος πού δίνουμε στοὺς ἀδελφούς Του τοὺς ἐλαχίστους, ἔχει πληρώσει μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του. Μὲ τὴν ἀνεξάντλητη κι ἀμίμητη ταπείνωσή Του ὅμως δὲν ζητάει ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα ὡς Δημιουργὸς ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. Μᾶς δείχνει ἔτσι τὴν ταπείνωσή Του καὶ φανερώνει τὴν περιορισμένη καὶ ἐνδεή ἀνθρώπινη φύση Του. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ κάποιον ἄλλον, ὅπως ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξυπηρετήσει καὶ νὰ ἐλεήσει τὸν ἄλλον.

«Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι» (Ἰωάν. δ’ 8). Ὁ Κύριος δὲν ἦταν μόνο κουρασμένος καὶ διψασμένος, ἀλλά πεινοῦσε κιόλας, ὅπως κι οἱ μαθητές Του. Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἀκόμα ἀπόδειξη πώς ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ πώς δὲν ἔκανε θαύματα στὶς περιπτώσεις πού ἡ θαυματουργία δὲν λειτουργοῦσε γιὰ τὸ γενικότερο καλό, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, ὥστε νὰ ἐξηγήσει γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Κύριος ζήτησε νερὸ ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἂν οἱ μαθητὲς ἦταν ἐκεῖ θὰ εἶχαν βγάλει ἐκεῖνοι νερό, ὁπότε ἡ γυναίκα δὲν χρειαζόταν ν’ ἀναφερθεῖ.

Σὲ κάθε περίπτωση ἡ Θεία πρόνοια ἤθελε νὰ δημιουργήσει τὴν εὐκαιρία γιὰ τὴ δική μας διδαχή, ὥστε ὅταν κι ἐμεῖς συναντᾶμε τὸν ἐχθρό μας στὴν ἀνάγκη του, νὰ τὸν βοηθᾶμε. Κι ὅταν τὸ ἔθνος μας βρίσκεται σὲ ἔχθρα μὲ τοὺς γειτονικοὺς λαούς, ἐμεῖς σὰν ἄνθρωποι νὰ μὴν τολμᾶμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὴν ἔχθρα σὲ κάθε ἄνθρωπο τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ὅταν μᾶς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, εἶναι καθῆκον μας νὰ βοηθᾶμε κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς νὰ προσέχουμε ἂν ἀνήκει στὸ δικό μας ἔθνος ἡ ὄχι.

«Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις» (Ἰωάν. δ’ 9). Ἡ γυναίκα εἶχε τὴν ἄποψη πού εἶχαν ὅλοι στὴν ἐποχή της, πώς ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ μισεῖ μόνο ἕνα ἐχθρικὸ ἒθνος, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπο πού ἀνήκει στὸ ἔθνος αὐτό. Στὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη ὁ Κύριος ἐπισήμανε τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος πού ἔνιωθαν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί κι οἱ Σαμαρεῖτες ἔνιωθαν τὸ ἴδιο μίσος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Γιὰ νὰ σπάσει τὸ φράγμα τοῦ μίσους ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρέπει πρῶτα νὰ σπάσει κανεὶς τὸ φράγμα πού δημιουργεῖ τὸ μίσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς λογικὸς τρόπος γιὰ νὰ θεραπεύσει κανεὶς τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀρρώστια τοῦ ἀμοιβαίου μίσους.

«Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν» (Ἰωάν. δ’ 10). Ἡ . δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ τόσο μὲ τὴν ὑλικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἔννοια. Ἀπὸ τὴν ὑλικὴ ἄποψη ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοήσουμε πώς ἀναφέρεται σ’ ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγαθότητά Του δημιούργησε καὶ ἔδωσε γιὰ χρήση καὶ βοήθεια στὸν ἄνθρωπο.

Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες πώς τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν ἀνήκει οὔτε στοὺς Σαμαρεῖτες οὔτε στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλ’ εἶναι τοῦ Θεοῦ· ἂν γνώριζες πώς ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν ἔβαλε πινακίδες πού νὰ λένε πώς «αὐτὸ εἶναι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες» ἡ «γιὰ τοὺς Ἰουδαίους», ἀλλά «γιὰ τοὺς ἀνθρώπους», τότε θὰ ἔβγαζες τὸ νερὸ αὐτὸ μὲ δέος, ἀφοῦ εἶναι δῶρο Θεοῦ, καὶ θὰ τὸ ἔδινες στὸ διψασμένο ἄνθρωπο νὰ πιεῖ μὲ ἀκόμα μεγαλύτερο δέος, ἀφοῦ τὸ προσφέρεις στὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο· κι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δῶρο Θεοῦ στὸν κόσμο.

Ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη τώρα, ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Παραδίνοντας ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, ὁ Θεὸς τοῦ δίνει τὸν Ἴδιο Του τὸν Ἑαυτό. Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες τί πολύτιμο δῶρο ἔστειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Σαμαρεῖτες, καθὼς καὶ σ’ ὅλους τούς ἄλλους λαοὺς χωρὶς ἐξαίρεση, ἡ ψυχή σου θὰ ἔτρεμε. Θὰ ἔκλαιγες ἀπὸ χαρά, θὰ ἔμενες ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν θὰ τολμοῦσες νὰ σκέφτεσαι κὰν γιὰ ἀμοιβαία ἔχθρα καὶ γιὰ μίσος ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Σαμαρεῖτες.

Νὰ ξέρεις πώς ἂν ἐπρόκειτο νὰ σοῦ ἀποκαλυφτοῦν ὅλα τὰ μυστήρια Ἐκείνου πού τώρα μιλάει μαζί σου, Αὐτοῦ πού κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἐξωτερική Του ἐμφάνιση τὸν λογαριάζεις γιὰ κάποιον συνηθισμένο ἄνθρωπο, πού ἀπὸ τὰ ροῦχα πού φοράει κι ἀπὸ τὸν τρόπο πού μιλάει τὸν θεωρεῖς Ἰουδαῖο, «σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν». Μὲ τὸ «ὕδωρ ζῶν».ἐννοεῖ ὁ Κύριος τὴν φωτιστικὴ καὶ ζείδωρη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ὑποσχέθηκε στοὺς πιστούς. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ’ 38-39). Ἡ γυναίκα ὅμως δὲν ἤξερε καὶ δὲν καταλάβαινε τίποτα ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ καὶ γι’ αὐτὸ συνέχισε νὰ ρωτάει:

«Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλι ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’ 13, 14). Δούλους δὲν ἔχεις, δοχεῖο δὲν ἔχεις, τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Πῶς λοιπὸν θ’ ἀντλήσεις τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερό; Ἡ γυναίκα ἔβλεπε τὸν Κύριο κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας, τὸν λογάριαζε κάποιον συνηθισμένο θνητό, ἕναν ἀβοήθητο ἄνθρωπο. Ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε καὶ τώρα, ὀνομάζεται τὸ νερὸ πού βγαίνει ἀπὸ πηγή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ νερὸ πού ἀντλοῦμε ἀπὸ πηγάδια καὶ στέρνες.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ πηγαδίσιο νερὸ πού ὀνομάζεται δροσερό, ζῶν ὕδωρ, ὅταν τὸ πηγάδι αὐτὸ τροφοδοτεῖται ἀπὸ πηγή. Ἡ πηγὴ βρίσκεται στὸν πυθμένα τοῦ πηγαδιοῦ, ἀπ’ ὅπου ρέει τὸ νερὸ καὶ τὸ γεμίζει. Σὲ κάποια στιγμὴ ὅμως τῆς ἔρχεται μιὰ δεύτερη σκέψη καὶ βιάζεται νὰ τὴν ἐξωτερικεύσει: μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ; Σὰ νὰ ‘θελε νὰ πεῖ: Μήπως μπορεῖς ἐσὺ νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγὴ νεροῦ, δίπλα στὴν πρώτη; Ὁ πατέρας μας Ἰακὼβ δὲν δημιούργησε τὴν πηγή, ἀλλ’ ἁπλά τὴν ἔχτισε καὶ τὴν περιόρισε. Ἂν ἐσύ μπορεῖς νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγή, νὰ φτιάξεις τρεχούμενο νερό, αὐτὸ θὰ ἦταν ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε βέβαια θὰ ἤσουν μείζων τοῦ πατέρα μας Ἰακώβ. Εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον; Τὸ πηγάδι αὐτὸ τοῦ Ἰακὼβ ἔχει τόσο ἄφθονο νερό, ὥστε ἀπ’ αὐτὸ ἤπιε ὁ ἴδιος, ἤπιαν τὰ παιδιά του, τὰ ζωντανά του κι ὅλοι ἐμεῖς πού ζοῦμε ἐδῶ κοντά, καθὼς κι οἱ ταξιδιῶτες πού περνοῦν ἀπ’ ἐδῶ, κι οἱ ἐπισκέπτες. Κι αὐτὸ γίνεται αἰῶνες τώρα καὶ τὸ νερὸ στὸ πηγάδι δὲν στερεύει. Μήπως ἐσύ μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι καλλίτερο κι ἀνώτερο ἀπ’ αὐτό;

Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς Σαμαρείτιδας ἀπὸ τὴ μιὰ φανερώνουν τὴν ὑπερηφάνειά της γιὰ τὸν πατέρα τους Ἰακώβ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀμφιβολία, κάτι σὰν εἰρωνεία στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν τόσο ἀγενὴς καὶ δημόσια ἡ εἰρωνεία ὅσο ἐκείνη πού ἔγινε κατὰ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πού ἄκουσαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς λέει πώς κοιμᾶται τὸ κορίτσι τὸν περιγελοῦσαν (κατεγέλων αὐτοῦ), ἦταν ὅμως μιὰ ἔμμεση καὶ κρυφὴ εἰρωνεία. Ὁ Κύριος ὅμως πού σκοπὸ Του εἶχε νὰ τραβήξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, ἦταν προετοιμασμένος νὰ δεχτεῖ ἐμπαιγμοὺς καὶ εἰρωνεῖες τόσο ἀπὸ ἀνθρώπους ὅσο κι ἀπὸ δαίμονες. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μέμφεται τὴ γυναίκα γι’ αὐτὴν τὴν αἰχμηρὴ εἰρωνεία, ἀλλά προχωρεῖ μὲ στόχο τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς της:

«Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’ 13,14). Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴ γυναίκα μὲ τὸν τρόπο πού θὰ ‘θελε ἐκείνη. Δὲν θὰ τῆς πεῖ πόσο ἀνώτερος εἶναι ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ἐκεῖνος βλέπει τὴν αἰτία τῆς παρανόησης ἀνάμεσα στὸν Ἴδιο καὶ στὴ γυναίκα, ἡ γυναίκα ὅμως δὲν τὴ βλέπει.

Ἡ παρανόηση προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι Αὐτὸς τῆς μιλάει γιὰ τὸ πνευματικὸ νερό, τὸ ζωογόνο. Ἡ γυναίκα ὅμως εἶναι μαθημένη νὰ σκέφτεται μὲ τὴ γήινη ἀντίληψη, ἐκείνη πού νιώθουν κι οἱ αἰσθήσεις. Ἐκείνη κατανοεῖ τὸ νερὸ πού μπορεῖ νὰ δεῖ, πού δημιούργησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεδιψάει πρόσκαιρα τὴ φυσικὴ δίψα. Τὸ ζῶν ὕδωρ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωοποιὸς Θεία Χάρη πού ἀναζωογονεῖ καὶ ξεδιψάει τὴν ψυχή, πού τὴν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ἀκόμα βρίσκεται στὴν παροῦσα .Ὅταν ἡ ζωοποιὸς αὐτὴ Χάρη εἰσέρχεται στὸν ἄνθρωπο, ἀνοίγει μέσα του μιὰ ἀνεξάντλητη πηγὴ ζωῆς, χαρᾶς καὶ δύναμης.

«Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰωάν. 15). Ἡ γυναίκα βρίσκεται ἀκόμα ἐγκλωβισμένη στὴ δική της ἀντίληψη, σκέφτεται ἀκόμα τὸ ἐπίγειο νερό. Στὴν καλλίτερη περίπτωση θὰ ‘παιρνε τὸν Κύριο γιὰ κάποιον μάγο, ἱκανό νὰ κάνει ἕνα θαῦμα μὲ ἀπάτη. Γιὰ νὰ ἐξουδετερώσει λοιπὸν τὴν ἀνθρώπινη αὐτὴ ἀντίληψη τῆς γυναίκας ὁ Κύριος, γυρίζει ξαφνικὰ τὴ συζήτηση σὲ ἄλλο θέμα.

«Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας» (Ἰωάν. δ’ 16-18). Τῆς τὸ εἶπε αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν μάθει νὰ σκέφτεται πνευματικά, ὄχι σαρκικά. Ὁ Κύριος δὲν τὸ λογαριάζει συνετὸ νὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστά της, μὰ νὰ δείξει πώς ὁ Ἴδιος εἶναι προφήτης. Ξέρει πώς αὐτὸ θὰ ἔχει τὸ ἴδιο δυνατὸ ἀποτέλεσμα μὲ τὴ θαυματουργία. Ὑπάγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς δὲν ἔχει ἄντρα, μὰ θέλει ν’ ἀκούσει τὴ δική της ἀπάντηση. Τὴν ταρακουνᾶ, φανερώνοντας τὴν παντογνωσία Του.

Πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες. Αὐτὴ ἦταν μιὰ δυνατὴ ἔκπληξη γιὰ τὴ γυναίκα. Τώρα ὅμως ἀκούει κι ἕνα ἔνοχο μυστικό της, πού πολὺ θὰ ‘θελε νὰ κρύψει, ὅπως, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ. Αὐτὸ λειτούργησε σὰν κεραυνὸς πού ἄστραψε στὸν γαλανὸ οὐρανό.

Ἀλλά μὴν κατακρίνεις τὴ Σαμαρείτιδα, ἀνθρώπινη ψυχή. Μὴ τὴν καταδικάζεις. Ρώτησε καλύτερα τὸν ἑαυτό σου: «Ποιὸς εἶναι ὁ σύζυγός μου;» Δὲν εἶχες ἤδη πέντε ἄντρες ἴσαμε τώρα; Κι ὁ σύντροφος πού ἔχεις τώρα δὲν εἶναι κάποιος ἄλλος κι ὄχι ὁ νόμιμος σύζυγός σου; Ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκκλησία. Κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. Μὲ λίγα λόγια, σύζυγος (Νυμφίος) τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ἂν ὅμως παραμένεις δεμένη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἂν εἶσαι «συζευγμένη» μ’ αὐτὸν κι ἂν οἱ πέντε αἰσθήσεις σου εἶναι ταιριασμένες μαζί του, τότε θὰ βρίσκεσαι στὴν ἴδια ἁμαρτωλὴ καὶ δύστυχη κατάσταση ὅπου βρέθηκε κι ἡ Σαμαρείτιδα. Ἂν εἶσαι δυσαρεστημένη κι ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου, τότε τὶς ἔχεις πραγματικὰ ἀπορρίψει, ἔχεις πάρει διαζύγιο ἀπ’ αὐτές. Τότε θὰ εἶναι σὰν πέντε νεκροὶ σύζυγοι, ὁπότε ἐσύ ἀποφασίζεις νὰ ζήσεις μὲ τὸν ἕκτο σύντροφο, πού βέβαια δὲν εἶναι νόμιμος σύζυγός σου, ἀλλά διάδοχος τῶν ἄλλων πέντε, πού ὅλοι μαζὶ ὁλοκληρώνουν τὴν αἰσθητική σου ἀντίληψη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ψέμμα κι ἡ λάσπη πού ἔχουν μαζέψει οἱ αἰσθήσεις μέσα σου κι ἔχουν σχηματίσει ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια.

Ἡ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὴ Σαμαρείτιδα εἶναι συζήτηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄπιστη ψυχή. Ἡ συνομιλία αὐτὴ περιέχει ἕνα μήνυμα γιὰ σένα. Εἶναι συνομιλία ἀνάμεσα στὸν Οὐράνιο Νυμφίο καὶ τὴ νύμφη Του, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος ἐπικέντρωσε τὴ συζήτησή Του στὸν ἄντρα τῆς Σαμαρείτιδας. Θὰ μποροῦσε νὰ ἐκτυλιχτεῖ διαφορετικὰ ἡ συζήτηση μαζί της, νὰ τῆς φανέρωνε μὲ ἄλλον τρόπο πώς ἦταν προφήτης. Θὰ μποροῦσε νὰ τῆς ἀποκαλύψει κάποιο ἄλλο μυστικὸ δικό της ἤ τῶν γονιῶν της ἡ τῶν γειτόνων της στὸ Συχάρ. Κι ἡ γνώση αὐτὴ νὰ εἶχε καταπλήξει ἐξίσου τὴ γυναίκα. Σκόπιμα ὅμως ἔφερε τὴ συζήτηση στὸ σύζυγο τῆς γυναίκας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει νὰ προσφέρει κάτι καὶ σὲ σένα. Σὲ σένα καθὼς καὶ σ’ ὅλες τὶς ψυχὲς πού δημιούργησε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ θὰ συνεχίσει νὰ δημιουργεῖ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Ἡ ἐρώτηση γιὰ τὸ σύζυγό σου, ψυχή, εἶναι ἡ σπουδαιότερη κι ἡ πιὸ ἀποφασιστική. Ὅποιος κι ἂν εἶναι ὁ σύντροφός σου, εἶσαι σύζυγος τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ κόσμος, θὰ καταστραφεῖς μαζί του. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ πεθάνεις μαζί της. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ διάβολος, θὰ εἶσαι μαζί του αἰώνια. Σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς παραπάνω περιπτώσεις, θὰ πίνεις νερὸ πού θὰ σοῦ προκαλεῖ ὅλο καὶ περισσότερη δίψα. Μόνο ἂν ὁμολογήσεις τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς νόμιμο Σύζυγό σου καὶ τὸν συζευχθεῖς μὲ πίστη κι ἀγάπη, θὰ πίνεις τὸ ζῶν ὕδωρ, τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερὸ πού θὰ σὲ ξεδιψάσει γιὰ πάντα καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴν αἰώνια ζωή.

«Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν» (Ἰωάν. δ’ 19-22). Ὁ Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν’ ἀγγίξει μιὰ πνευματικὴ χορδὴ τῆς Σαμαρείτιδας. Καὶ τὸ κατορθώνει αὐτὸ ἀναφέροντας τὸ παρελθόν της. Ἡ γυναίκα, πού ὡς τότε ἔνιωθε μόνο τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν κοσμικὴ ἀντίληψη νὰ κυριαρχοῦν μέσα της, ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ αἰσθάνεται πώς ξυπνάει ἡ πνευματικὴ ἀντίληψη, πού ὡς τότε ἦταν ναρκωμένη.

Καὶ τὸ πρῶτο πού κάνει, εἶναι ν’ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ὡς προφήτη. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ σὰν ἀρχή. Κι ἀμέσως μετὰ ἄρχισε ν’ ἀναπτύσσεται ραγδαία τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα. Ἔτσι θέτει στὸν Κύριο ἕνα ἐρώτημα πού ἦταν πολὺ ἐπίκαιρο στὶς μέρες της. Ποιὸ ἦταν αὐτό; οἱ ἀτέλειωτες φιλονικίες πού εἶχαν αὐτὴν τὴν ἐποχὴ Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες γιὰ τὸν τόπο ὅπου ἔπρεπε νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Ποιὸς ἦταν πιὸ θεάρεστος τόπος; Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἡ τὸ βουνὸ τῆς Σαμάρειας; Ποιὸς λατρεύει καλύτερα καὶ προσεύχεται σωστότερα στὸν Θεό, αὐτὸς πού κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐδῶ ἡ ὁ ἄλλος πού κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐκεῖ; οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν. Ἡ γυναίκα δὲν λέει «ἐμεῖς», ἀλλά «οἱ πατέρες ἡμῶν». Ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στὸ ὄρος αὐτὸ καὶ νὰ δικαιώσει ἔτσι περισσότερο τούς Σαμαρεῖτες τῆς ἐποχῆς της. Ἦταν σὰ νὰ ‘θελε νὰ πεῖ: Δὲν διαλέξαμε ἐμεῖς τὸ ὄρος τοῦτο γιὰ τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά οἱ πατέρες μας· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀνώτεροι ἀπό μᾶς καὶ πιὸ κοντὰ στὸν Θεό.

Πάλι ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴ γυναίκα μ’ ἕνα «ναὶ» ἡ ἕνα «ὄχι». Προχωρεῖ προσπαθώντας ν’ ἀφυπνίσει καὶ νὰ στηρίξει τὴν ψυχή της. Γύναι, πίστευσον μοι… Πίστεψε Ἐμένα, γυναίκα, ὄχι ἐκείνους πού σοῦ λένε πώς πρέπει νὰ λατρεύεις τὸν Θεὸ στὸ ὄρος αὐτὸ ἡ στὴν Ἱερουσαλήμ. Θὰ ἔρθει καιρὸς πού προσκυνήσετε τῷ πατρί οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Κύριος σκόπιμα χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «πατὴρ» ἀντὶ γιὰ «θεοὺς» (οἱ Σαμαρεῖτες προσκυνοῦσαν καὶ «Θεὸ» καὶ «θεούς»). Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ γυναίκα θὰ κατανοήσει πώς μὲ τὴν καινούργια ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεὸ θὰ μάθει καὶ τὴ νέα λατρεία. Ἡ λατρεία τοῦ Πατέρα δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ συγκεκριμένο τόπο. Κι ἔτσι ἡ ἀποκλειστικότητα πού διεκδικοῦσαν οἱ Σαμαρεῖτες κι οἱ Ἰουδαῖοι καταργεῖται. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος προφητεύει κάτι πού θὰ γίνει σύντομα καὶ πού ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο.

Μ’ ὅλο πού ὁ Κύριος δίνει καὶ στὶς δυὸ αὐτὲς μορφὲς ἀποκλειστικότητας τὸ ἴδιο βάρος καὶ προφητεύει τὸ τέλος καὶ τῶν δύο, στὰ θέματα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ δίνει κάποια ὑπεροχὴ στοὺς Ἰουδαίους, ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὅ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὅ οἴδαμεν. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς ἡ γυναίκα τὸν βλέπει σὰν Ἰουδαῖο, γι’ αὐτὸ καὶ μιλάει σὰν Ἰουδαῖος. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες, εἶπε, δὲν γνωρίζετε ποιὸν προσκυνᾶτε, γιατί προσκυνᾶτε πολλοὺς θεοὺς καὶ εἴδωλα. Ὁμολογεῖτε τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ταυτόχρονα ὅμως προσφέρετε θυσία στὰ πολυάριθμα εἴδωλα τῶν Ἀσσυρίων καὶ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Ἰουδαῖοι γνωρίζουν τουλάχιστον πώς ὑπάρχει ἕνας Θεός, μ’ ὅλο πού τὸν προσκυνοῦν καὶ κεῖνοι, ὅπως καὶ σεῖς, μὲ πετρωμένες καρδιές, μὲ σκοτισμένο νοῦ καὶ νεκρὲς συνήθειες. Παρὰ ταῦτα, ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, ὁ Μεσσίας θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ Ἰουδαίους. Ἀπὸ Ἐκεῖνον θὰ ἔρθει ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς στοὺς προπάτορές μας καὶ τὸ ἴδιο προφήτεψαν οἱ προφῆτες. Ἔτσι φρόντισε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι ἔγιναν τὰ πράγματα.

«Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. δ’ 23-24). Ἡ λατρεία τῶν Σαμαρειτῶν δὲν εἶναι ἀληθινή, γιατί δὲν ξέρουν ποιὸ θεὸ προσκυνοῦν. Ἡ λατρεία στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν εἶναι παρὰ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, «σκιὰ τῶν μελλούμενων ἀγαθῶν» (Ἑβρ. ι, 1). Τόσο τὸ ψεύτικο, τὸ μὴ ἀληθινό, ὅπως καὶ ἡ σκιά, σύντομα θὰ ἐξαφανιστοῦν καὶ στὴ θέση τους θὰ βασιλέψει ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἥλιος τῆς καινούργιας μέρας ἀνέτειλε. Ἡ αὐγὴ τῆς καινούργιας μέρας χαράζει καθαρὰ καὶ διαλύει τὸ σκοτάδι καὶ τὶς σκιές. Περνάει πολὺς καιρὸς κι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι χαραυγή. Ὅταν τὸ φῶς τῆς καινούργιας μέρας λάμψει παντοῦ, τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ γνωρίσουν τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν σὰν γιοί Του, ὄχι σὰν δοῦλοι Του. Δὲν θὰ τὸν λατρεύουν μὲ λέξεις καὶ θυσίες νεκρές, ἀλλ’ ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθεια, μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα, μὲ πίστη καὶ ἒργα, μὲ σοφία κι ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πληρότητά του θὰ λατρεύσει τὸν Θεὸ στὴ δική Του πληρότητα. Ὁ ἄνθρωπος πού συνίσταται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, θὰ τὰ καθαγιάσει καὶ τὰ δύο στὸν Θεό, καὶ θὰ τὸν προσκυνήσει μὲ τὰ δύο. Οἱ προσκυνητὲς θὰ ὑποκλιθοῦν ὄχι σὲ κάποιο πλάσμα, μὰ στὸν Ἴδιο τὸν Δημιουργό, ὄχι σὲ κακοὺς δαίμονες πού ἐμφανίζονται σὰν θεοί, ἀλλά στὸν Ἕνα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀλήθειας. Τέτοιοι εἶναι οἱ προσκυνητὲς πού ἀναζητοῦν τὸν Οὐράνιο Πατέρα. Πνεῦμα ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα, δὲν εἶναι οὔτε σάρκα οὔτε ἄγαλμα οὔτε νεκρὸς λόγος ἤ ἕνας τόπος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι τὸν προσκυνοῦν, πρέπει νὰ τὸ κάνουν ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθεια. Ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ θνητὸ κόσμο γύρω του, γι’ αὐτὸ καὶ μὲ τοὺς θνητοὺς συμπεριφέρεται κι αὐτὸς ὡς θνητός. Ὅταν ὅμως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ἀθάνατο Θεό, πρέπει νὰ τὸν προσεγγίσει μὲ ὅ,τι εἶναι ἀθάνατο. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «οὗ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλά ὑμᾶς» (Β’ Κόρ. ιβ’,14).

Ὁ παλιὸς κόσμος ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ νομικὲς φόρμες. Πρόσφερε θυσία στὸν Θεὸ τράγους καὶ κριάρια, σεβόταν τὸ Σάββατο κι ἐκτελοῦσε τοὺς ἀπαραίτητους καθαρισμούς, εἶχε λησμονήσει ὅμως τὸ ἒλεος καὶ τὴν ἀγάπη. Διάβαζε τὰ λόγια, «θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμὲνην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 17), μὰ δὲν τὰ καταλάβαινε καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὰ τηροῦσε. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς ὅμως θὰ λατρεύει τὸν Θεὸ ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἦρθε ὁ Κύριος στὴ γῆ, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα τέτοιας λατρείας καὶ προσκύνησης. Ἡ δυσωδία τῶν τράγων καὶ τῶν κριαριῶν πού προσφέρονταν θυσία ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ πέτρινες καρδιὲς καὶ σκοτισμένες ψυχές, ἦταν προσβλητικὴ γιὰ τὸν Θεό. Παλιότερα ὅμως νὰ μὴν ἦταν δυσωδία ἀλλά εὐωδία. Τότε ὅμως οἱ θυσίες προσφέρονταν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαάκ, τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸ Μωυσῆ. Ἡ εὐωδία αὐτὴ δὲν προερχόταν ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὶς σάρκες τῶν ζώων, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς εὐλαβικὲς ψυχὲς καὶ τὶς φιλόθεες καρδιὲς τῶν πιστῶν δούλων Του.

Ἀργότερα πού οἱ ψυχὲς ἐκείνων πού ἒκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οἱ καρδιὲς τους πέτρωσαν, καμιὰ θυσία δὲν μποροῦσε νὰ προσφέρει εὐωδία στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ζητᾶ τὴ μυρουδιὰ πού βγαίνει ἀπὸ τὶς σάρκες καὶ τὸ αἷμα, ἀλλ’ ἐκεῖνο πού βγαίνει ἀπὸ τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ὅλες οἱ μυρουδιὲς πού ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ θυσιαστήρια, γιὰ τὸν Κύριο ἦταν δυσωδία. Κι αὐτὸ ἴσχυε γιὰ ὅλα τὰ θυσιαστήρια, εἴτε τῆς Ἱερουσαλὴμ εἴτε τῆς Σαμάρειας. Πάνω σ’ ὅλη τὴν κόπρο τοῦ κόσμου, ἀπ’ ὅπου ἀναδυόταν ἡ μυρουδιὰ κι ὁ θάνατος, ἦρθε ὁ Κύριος νὰ σπείρει τὰ ἄνθη τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀλήθειας, πού θὰ κατέστρεφαν τὸ θάνατο καὶ θ’ ἀφάνιζαν τὴ δυσωδία. Ἔτσι ὁ νέος κόσμος παρουσιάζεται στὸν Θεὸ ὡς «νύμφη», ἁγνὴ καὶ καταστόλιστη.

«Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·» (Ἰωάν. δ’ 25-28). Τί παράξενο σκηνικό! Τί περίεργη ἀλληλουχία σκηνῶν καὶ γεγονότων! Ὁ Κύριος στέκεται στὸ κέντρο μόνος Του, ἀκίνητος, ὅπως ἡ αἰωνιότητα.

Ἡ γυναίκα προκλήθηκε ἀπὸ τὰ πνευματικὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ξαφνικὰ θυμήθηκε τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, πού τὸν περίμεναν κι οἱ Σαμαρεῖτες ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἰουδαῖοι. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα, εἶπε ἡ γυναίκα. Γιὰ ἐκείνην, ὅπως καὶ γιὰ ὅλους τούς ἄλλους, ἡ ἰδέα τοῦ Μεσσία ἦταν κάτι μακρινό, κάτι πού βρισκόταν πιὸ μακριὰ κι ἀπὸ τὴ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντα. Κι ἔνιωσε μεγάλη ἒκπληξη ὅταν ὁ Κύριος τῆς ἀποκάλυψε πώς Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. Ἡ γυναίκα ἒμεινε ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν τοῦ ἀπάντησε. Κι ἐκείνη τὴν ὥρα ἔφτασαν οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὴν πόλη καὶ θαύμασαν πού εἶδαν τὸν Κύριο νὰ μιλάει μὲ μιὰ γυναίκα καὶ μάλιστα ἄπιστη, Σαμαρείτιδα. Κι ἔμειναν ἄφωνοι κι ἐκεῖνοι.

Ἡ γυναίκα δὲν ἤξερε τί ἄλλο νὰ ρωτήσει ἤ νὰ πεῖ. Παράτησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ κι ἔτρεξε στὴν πόλη. Ἤθελε τὸ συντομότερο ν’ ἀναγγείλει αὐτὸ πού ἀνακάλυψε. Αὐτὴ ἦταν μιὰ πολὺ ἐκφραστικὴ σκηνή, πιὸ εὔγλωττη ἀπ’ ὅλα τὰ λόγια τοῦ κόσμου. Ἡ γυναίκα ἔτρεξε, ἔφτασε στὴν πόλη καὶ μίλησε σὲ ὅλους γιὰ τὸν παράξενο ἄνθρωπο πού γνώρισε στὸ πηγάδι. «Μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Δὲν τολμάει νὰ πεῖ πώς, «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», μ’ ὅλο πού εἶχε ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς σπάνιας πνευματικῆς σοφίας Του. Ἔτσι, σὰ νὰ διστάζει γι’ αὐτὸ πού θέλει νὰ πεῖ ρωτάει: Μήτι οὗτος ἐστὶν ὁ Χριστός; Εἶναι σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ: Εἶμαι μιὰ ξένη γυναίκα καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι σίγουρη γι’ αὐτὸ· ἐσεῖς εἶστε ἄντρες κι ὁπωσδήποτε πιὸ προσεχτικοὶ καὶ πιὸ λογικοὶ ἀπὸ μένα. Γι’ αὐτὸ «ἔρχου και ἴδε». Ἔτσι ἡ γυναίκα, τόσο μὲ τὴν ἐπιτηδειότητά της ὅσο καὶ μὲ τὴ μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Συχάρ, πού «ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν».

Μόλις ἒφυγε ἡ γυναίκα ξεκίνησε μιὰ συζήτηση ἀνάμεσα στὸ Διδάσκαλο καὶ τοὺς μαθητές Του. «᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε». Εἶχαν ἀγοράσει τρόφιμα στὴν πόλη καὶ τοῦ ἔφεραν νὰ φάει. Κι ὁ δάσκαλός τους σίγουρα πεινοῦσε. Ἀντὶ νὰ φάει ὅμως, συνέχισε τὴ θεϊκὴ ἀποστολή Του, γιὰ τὴν ὁποία ἦρθε στὸν κόσμο. Δὲν ἔδωσε προσοχὴ στὴ σωματικὴ πείνα. Ἦταν πολὺ σπουδαία στιγμὴ καὶ δὲν ἤθελε νὰ περάσει ἀνεκμετάλλευτη. Δὲν θ’ ἀντάλλαζε μὲ τίποτα τὴν ἀνὰγκη τῆς ψυχῆς γιὰ λίγο φαγητό. Ἔτσι ἀπάντησε στοὺς μαθητές Του:

«Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;» (Ἰωάν. δ’ 32-33). Ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητές Του γιὰ σωματική. Ἡ ἴδια περίπου σκηνὴ εἶχε γίνει καὶ νωρίτερα, ὅταν ὁ Κύριος μιλοῦσε στὴ γυναίκα γιὰ πνευματικὸ νερὸ καὶ κείνη ἔλεγε γιὰ τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Τώρα Ἐκεῖνος μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητὲς Του σκέφτονταν τὴ σωματική.

«Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν. δ’, 34). Τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ τοῦ Υἱοῦ θέλημα, ἀφοῦ ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱὸς μοιράζονται τὴν ἴδια ὕπαρξη. Πῶς λοιπὸν τώρα ὁ Κύριος τούς ἔλεγε γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Γιατί μιλοῦσε γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τὸ δικό Του; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο θέλημα; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο ἔργο; Ναί, τὸ ἴδιο ἔχουν. Κατονομάζει ὅμως τὸ θέλημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο καθοδηγεῖται: τοῦ Πατέρα Τοῦ· τὸ ἔργο πού ἔχει νὰ ἐκτελέσει: τοῦ Πατέρα Του. Κι αὐτὰ γιὰ χάρη μας. Γιὰ νὰ διδάξει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνυπάκουους καὶ ὑπερήφανους τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση.

Προσέξτε ὅμως πόσο εὐχάριστο εἶναι στὸν Κύριο τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του! Δὲν τὸ βλέπει σὰν καθῆκον, ἀλλά σὰν τροφή! · ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, τοῦ Πατέρα μου. Τί θεϊκὸ παράδειγμα, τί εὐγενικὸς ἔλεγχος σὲ ὅλους ἐμᾶς, πού ὅλη μέρα μιλᾶμε γιὰ τὸ καθῆκον μας, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ βάρος. Ἂν πράγματι κοιτάξουμε τὸν Κύριο καὶ τὴν τήρηση τοῦ θελήματός Του ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ τὸ βαρὺ καθῆκον Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἄλλη, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε λογικὰ πώς κανένας στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν τὸ δέχεται τόσο εὐχάριστα, ὅπως τὴν καθημερινὴ τροφή Του. Αὐτὸ εἶναι πού λέει ὁ Κύριος: πώς κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, ὄχι τὸ δικό Του, ὅπως λέει καὶ σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο: «καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Ἰωάν. στ’, 38). Αὐτὸ δὲν σημαίνει πώς ὁ Υἱὸς εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα. Δείχνει ἀπλά τὴ μεγάλη ἀγάπη πού τρέφει ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Πατέρα Του.

Ὁ ἴδιος εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ἐπίσης πώς ὁ Πατέρας ἀκούει πάντα τὸν Υἱό. «Ἐγώ δὲ ἤδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις» (Ἰωάν. ια’, 42). Ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα ἀνταποκρίνεται ἔτσι στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνταποκρίνεται στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ. Κι ἡ τέλεια ὑπακοὴ κυριαρχεῖ σὲ ἑνότητα μὲ τὴν τέλεια ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Υἱοῦ εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα. Ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Πάτερα εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ. Κι ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ.

«Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη» (Ἰωάν. δ’, 35). Λίγο νωρίτερα ὁ Κύριος μιλοῦσε στοὺς μαθητές Του γιὰ πνευματικὴ τροφή, τώρα τοὺς λέει γιὰ πνευματικὸ θερισμό. Ὁ πνευματικὸς θερισμὸς εἶναι κοντά, φαίνεται, ὅπως φαίνεται καὶ ὁ ἐπίγειος θερισμός. Ὅταν τὰ στάχυα γίνονται κίτρινα ἤ λευκά, ὅλοι ξέρουν πώς ὁ θερισμὸς πλησιάζει. Ὅταν πλήθη ἀνθρώπων ἔρχονται κοντὰ στὸν Χριστό, εἶναι φανερὸ πώς ὁ πνευματικὸς καρπὸς ἔχει ὡριμάσει.

Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἄκουσαν γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα, δὲν εἶπαν πώς ἡ γυναίκα αὐτὴ τρελλὰθηκε, ἀλλά παράτησαν τὴ δουλειά τους κι ἔτρεξαν ὅλοι μαζὶ νὰ τὸν δοῦν. Ἐπάρατε τούς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε, δεῖτε τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων πού τρέχουν κοντά μας! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὥριμη σοδειὰ πού περιμένει τοὺς θεριστές. Ἔτσι εἶναι. «Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι» (Λούκ. ι’, 2). Ἐσεῖς εἶστε οἱ θεριστὲς τοῦ ἀγροῦ τοῦ Θεοῦ. Γιατί μοῦ προσφέρετε ὑλική, πρόσκαιρη τροφή, ὅταν ὑπάρχει μπροστὰ μας τόσο πλούσιος κι ὑπέροχος θερισμός; Ὅταν ὁ νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δὲν ξεχνάει νὰ φάει ἀπὸ τὴ χαρά του; Κι ὅταν βρεθεῖ μπροστὰ σὲ τέτοια θαυμάσια θέα, δὲν τρέχει ἀμέσως νὰ θερίσει τὴ σοδειά του καὶ νὰ τὴν μαζέψει στὶς ἀποθῆκες ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα, προτοῦ τὴν καταστρέψει ἡ καταιγίδα; Γι’ αὐτὸ μὴ φροντίζετε ὑπερβολικά γιὰ τὴν τροφή σας ἤ γιὰ τὸν ἑαυτό σας ἡ γιὰ Μένα. Τρέξτε γρήγορα στὸ θερισμὸ γιὰ νὰ μὴ χάσετε τὸ μισθό σας.

«Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε» (Ἰωάν. δ’, 36-38).

Στὸν ἀπέραντο ἀγρό τοῦ Θεοῦ, πολλὲς φορὲς δὲν προλαβαίνουν οἱ ἴδιοι ἐργάτες καὶ νὰ σπείρουν καὶ νὰ θερίσουν, ἐπειδὴ οἱ μέρες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μετρημένες. Μερικοὶ ἄνθρωποι σπέρνουν καὶ πεθαίνουν προτοῦ προλάβουν νὰ δοῦν τὸν καρπὸ τοῦ κόπου τους. Μετὰ γεννιοῦνται ἄλλοι, ὅταν ὁ καρπὸς πού ἔσπειραν μεγάλωσε, ὡρίμασε κι ἔγινε κίτρινος γιὰ θερισμό. Κι ἔτσι αὐτοὶ γίνονται θεριστὲς καὶ μαζεύουν τὸν ὥριμο καρπὸ πού δὲν ἔσπειραν.

Ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ ἔχει σπαρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχή μὲ ζωή. Σποριάδες ἦταν οἱ προπάτορές μας, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, προφῆτες καὶ δίκαιοι, κυρίως οἱ προφῆτες. Ἐκεῖνοι ἔσπειραν, μὰ δὲν εἶδαν τὸν καρπὸ ν’ αὐξάνει καὶ νὰ ὡριμάζει. Ἔζησαν ὅλοι μὲ πίστη καὶ πέθαναν μὲ πίστη, χωρὶς νὰ δοῦν τοὺς καρποὺς τῆς ἐπαγγελίας. Τοὺς εἶδαν μόνο ἀπὸ μακριά, μὲ τὴν πνευματική τους ὅραση (βλ.Ἑβρ. ια’, 13).

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶπε κάποτε στοὺς μαθητές Του: «Πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν» (Ματθ. ιγ’, 17). Οἱ σποριάδες δὲν βλέπουν ἐκεῖνα πού βλέπουν οἱ θεριστές: τὸν καρπὸ καὶ τὸ θερισμό. Κι οἱ δυό τους ὅμως θὰ λάβουν μισθὸ γιὰ τὸν κόπο τους, γιατί κι οἱ δυό τους εἶναι ἐργάτες στὸν ἀγρό τοῦ Θεοῦ, «ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρη καὶ ὁ θερίζων».

Ὁ Κύριος ἐπαινεῖ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν προφητῶν καὶ τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ταυτόχρονα ὅμως ἐνθαρρύνει τοὺς ἀποστόλους στὸν ἀγώνα τοῦ θερισμοῦ τους. Εἶναι σὰ νὰ ‘θελε νὰ πεῖ: Αὐτοὶ ἔκαναν μεγαλύτερους ἀγῶνες ἀπό σᾶς, γιατί εἶναι πιὸ δύσκολο καὶ πιὸ κουραστικὸ νὰ σπέρνεις, χωρὶς νὰ βλέπεις τὸν καρπὸ στὸν ἀγρό σου, παρὰ νὰ θερίζεις τὸν ὥριμο καρπό. Ἐσεῖς μπήκατε στὸ δικό τους κόπο.Ἐκεῖνοι ἀγωνίστηκαν καὶ πέθαναν σὰν μισθωτοὶ καὶ δοῦλοι, χωρὶς νὰ δοῦν στὸ μεταξὺ τὸν Κύριο τοῦ ἀγροῦ. Ἔσεῖς ἔχετε τὸν Κύριο ἀνάμεσά σας, ἐργάζεστε σὰν γιοί, ὄχι σὰν μισθωτοὶ ἤ δοῦλοι. Στὴν οὐσία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐργάζεται, ἐσεῖς εἶστε οἱ συν-εργάτες Του. Γι’ αὐτὸ εὐφρανθεῖτε καὶ σπεύσετε μὲ χαρὰ νὰ θερίσετε τὸν ὥριμο καρπό.

«᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα» (Ἰωάν. δ’, 39). Δέστε πόσο ὥριμος εἶναι ὁ καρπός! Δέστε πόσο πλούσιος εἶναι ὁ θερισμός! Ἡ διψασμένη γῆ ρούφηξε γρήγορα τὸ νερό. Πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν στὸν Χριστὸ ἀκόμα καὶ προτοῦ τὸν δοῦν, μόνο μὲ τὰ λόγια πού ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν ἦταν ἀπόστολος, οὔτε κι ἔκανε κάποιο θαῦμα. Ἀντίθετα μάλιστα, ἦταν μιὰ γυναίκα ἁμαρτωλή. Κι ἔτσι ὅμως τὰ λόγια της εἶχαν πλούσιο θερισμὸ ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς εἰδωλολάτρες.

Τί ντροπή, τί ἀμηχανία γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, τὸν Ἐκλεκτὸ Λαό! Ἐκεῖνοι ἄκουσαν ἀπὸ τὸ στόμα Του ὅλα τὰ δυνατὰ λόγια, μὰ παράμειναν κουφοὶ καὶ τυφλοί, ἀμετανόητοι καὶ σκληρόκαρδοι! Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτὸ της τὰ καλὰ λόγια πού ἄκουσε ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἔτρεξε ἀμέσως νὰ τὰ μεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους, γι’ αὐτὸ καὶ τῆς ἀξίζει κάθε ἔπαινος. Εἶναι σὰν τὴ γυναίκα πού βρῆκε τὴ χαμένη δραχμὴ κι ἀμέσως φώναξε τὶς γειτόνισσες τῆς λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα» (Λουκ. ιε’, 9).

«Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ’ 40-41). Οἱ Ναζαρηνοὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ ὅρους (βλ. Λουκ. δ’, 29), «διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ». Οἱ Γαδαρηνοὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ἀφήσει καὶ νὰ φύγει μακριὰ (Λουκ.η΄, 37). Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες ὅμως τοῦ ζήτησαν νὰ μείνει μαζί τους, «ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς». Ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημά τους κι ἔμεινε μαζί τους δυὸ μέρες. Κι ὁ θερισμὸς ἦταν πραγματικὰ μεγάλος, πλούσιος, τόσο γιὰ ἐκείνους πού τὸν πίστεψαν ἀπὸ τὰ λόγια πού ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους πού πίστεψαν ἄμεσα στὰ δικά Του λόγια.

Στή συνέχεια ἔλεγαν στὴ γυναίκα: «οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς» (Ἰωάν. δ’, 42). Δὲν μᾶς εἶναι γνωστὰ ὅσα εἶπε ὁ Κύριος τὶς δυὸ αὐτὲς μέρες στοὺς πνευματικὰ πεινασμένους καὶ διψασμένους ἀνθρώπους. Δὲν γράφτηκε τίποτα γι’ αὐτά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅμως πώς τὰ λόγια Του εἶναι ὕδωρ ζῶν, πού ὅταν τὸ πίνει ὁ ἄνθρωπος δὲν ξαναδιψάει ποτὲ πιά. Αὐτὸ φαίνεται πρῶτον ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ἐκείνων πού πίστεψαν στὸν Κύριο καὶ δεύτερον ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ὁμολογία τῆς πίστης τους: «οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς».

Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς θεοὺς πού πίστευαν οἱ Σαμαρεῖτες, μέσα τους διατηροῦσαν καὶ κάποια πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ κρατοῦσαν τὴν πίστη αὐτὴ ὄχι ἐπειδὴ γνώριζαν τὸ Θεὸ αὐτό, ἀλλ’ ἀπὸ σεβασμὸ στὸν Ἰσραὴλ (Ἰακώβ), πού κάποτε εἶχε ζήσει ἀνάμεσά τους. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Σαμαρείτιδα μίλησε γιὰ τὸν «πατέρα μας Ἰακὼβ» (Ἰωάν. δ’, 13). Οἱ Σαμαρεῖτες σίγουρα θὰ εἶχαν ἀκούσει τὴν προφητεία γιὰ τὸ ἄστρο πού θ’ ἀνατείλει ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ «ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ ᾿Ιακώβ», (Ἀριθμ., κδ’, 17). Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Μωαβιτῶν Μπαλὰκ ξεκίνησε πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, κάλεσε τὸν προφήτη Βαλαὰμ ν’ ἀνακοινώσει νίκη ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τὸ στρατό του. Ὁ Μπαλὰκ ὑποσχέθηκε στὸ Βαλαὰμ νὰ τοῦ δώσει μεγάλα δῶρα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του κι ὁ Βαλαὰμ πῆγε στὸ στρατόπεδο τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν ὅμως προσπάθησε νὰ κάνει τὰ μαγικά του καὶ νὰ προφητεύσει αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ξαφνικὰ τὸν ἐπισκέφτηκε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἄρχισε νὰ προφητεύει ὄχι αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ἀλλ’ ἐκεῖνα πού ἤθελε ὁ Θεός. «Ὡς καλοὶ οἱ οἶκοί σου Ἰακώβ, αἱ σκηναί σου Ἰσραήλ». Ὅταν ὁ Μπαλὰκ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἐπιτίμησε τὸν Βαλαάμ, ἐκεῖνος ὅμως δὲν πτοήθηκε καὶ συνέχισε: «Φησὶ Βαλαὰμ υἱὸς Βεώρ, φησὶν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινῶς ὁρῶν, φησὶν ἀκούων λόγια ἰσχυροῦ, ὅστις ὅρασιν Θεοῦ εἶδεν ἐν ὕπνῳ, ἀποκεκαλυμμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ·… ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ» (Ἀριθμ. κδ’).

Καὶ νὰ πού ἐμφανίστηκε Ἐκεῖνος πού προεῖδε ὁ Βαλαὰμ ἀπὸ παλιά. Τὸ ἄστρο ἔλαμψε ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰακὼβ κι ἦταν λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ τὸ καλλίτερο ὄνειρο. Κι οἱ Σαμαρεῖτες τὸ εἶδαν καὶ χάρηκαν. Τὸ εἶδαν καὶ πίστεψαν. Ἤπιαν μέχρι κορεσμοῦ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν κι ἔζησαν στὸν αἰώνα. Ὁ Σωτήρας μας Χριστὸς δὲν ἔδωσε τὸ ζῶν ὕδωρ μόνο στοὺς Σαμαρεῖτες καὶ τοὺς Ἰουδαίους. Τὸ ἔδωσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ δίνει μέχρι σήμερα σὲ κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς του δίψας στὴν ἔρημο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Κάποτε ὁ Κύριος στάθηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ «ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰωάν. ζ’, 37).

Πρόσεξε πῶς τὸ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής: ἔκραξε, λέει. Ὁ Καλὸς Ποιμὴν δὲν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει τὸ ποίμνιό Του, τὸ καλεῖ στὸ νερό. Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Χριστὸς στέκεται στὴ μέση τῆς ἐρήμου αὐτοῦ τοῦ κὸσμου καὶ κράζει σ’ ὅλους τούς ταξιδιῶτες πού εἶναι ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὴ δίψα. Εὐλογημένοι εἶναι ὅσοι ἀκοῦν τὴ φωνή Του καὶ τὸν πλησιάζουν μὲ πίστη. Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ τοὺς ρωτήσει οὔτε ποιὰ γλώσσα μιλᾶνε οὔτε σὲ ποιὸ ἔθνος ἀνήκουν. Οὔτε τὴν ἡλικία τους θέλει νὰ μάθει οὔτε ἂν εἶναι πλούσιοι ἢ φτωχοί. Θὰ δώσει σὲ ὅλους ὕδωρ ζῶν γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύσει καὶ νὰ τοὺς ἀναζωογονήσει, νὰ τοὺς ἀνανεώσει καὶ νὰ τοὺς ἀναγεννήσει, νὰ τοὺς υἱοθετήσει, νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὸ πύρινο καμίνι αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας.

Πόσο ὑπέροχο εἶσαι, ὕδωρ ζῶν! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ἀνανεωτικὴ πηγή, πόσο πλούσιος καὶ ζωοποιὸς εἶσαι! Πνεῦμα Ἅγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στὸν Κύριο Ἰησοῦ ὅλους ἐκείνους πού οἱ ψυχὲς τους διψοῦν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ κραυγάζουν: «Ἡ ψυχή μου διψᾶ γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν Ζῶντα Θεό!»

Δόξα καὶ ὕμνος σὲ Σένα, Κύριε Ἰησοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Ἀπό τό βιβλίο: Ἀναστάσεως ἡμέρα

Ἐκδ. Πέτρου Μπότση 




Αίτηση Κατασκήνωσης Κοριτσιών 2019

Η παρούσα δήλωση δεν αποτελεί υπεύθυνη δήλωση υπογεγραμμένη από τον γονέα. Η υπογεγραμμένη αίτηση θα παραδοθεί στον π.Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο προϊστάμενο του Ι.Ν.Αγίου Μηνά

Όταν συμπληρώσετε την αίτηση και πατήστε υποβολή θα σας αποσταλεί με email αντίγραφο της συμπληρωμένης δήλωσης ώστε να την εκτυπώσετε και να την φέρετε υπογεγραμμένη στον πατέρα Κωνσταντίνο. Επίσης μπορείτε εαν θέλετε να σκανάρετε την υπογεγραμμένη αίτηση και να την στείλετε στον π.Κωνσταντίνο (papako2f@gmail.com).

Συμπληρώστε την αίτηση με ελληνικούς χαρακτήρες:

ΕΦΟΔΙΑ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΗ
1. Μια κουβέρτα καλοκαιρινή
2. Δύο σεντόνια, Μαξιλάρι-Μαξιλαροθήκη
3. Πιζάμες καλοκαιρινές
4. Μπουρνουζοπετσέτα, προσόψι, πετσέτα για τα πόδια, Εσώρουχα
5. Καπέλο
6. Φόρμες
7. Κλειστά παπούτσια (αθλητικά κ.α.) και κάλτσες, σαγιονάρες και πέδιλα
8. Σακούλα για άπλυτα
9. Ελαφρύ πανωφόρι σε περίπτωση βροχής ή κρύου
10. Οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα, σαπούνι, σαμπουάν, σφουγγάρι
11. Φούστες (για τα κορίτσια), ένα παντελόνι μακρύ (για τα αγόρια)
12. Ό,τι άλλο βοηθητικό, απαραίτητο για προσωπική χρήση.

Μουσικό όργανο (προαιρετικά)

ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ
Περιοδικά – Βιβλία, Ηλεκτρονικά παιχνίδια, Πολύτιμα αντικείμενα, Κινητά
τηλέφωνα, Τρόφιμα

ΤΗΛΕΦΩΝΟ Ι. Ν. Αγίου Μηνά: 2310 272700 (για πληροφορίες)




Αίτηση Κατασκήνωσης Αγοριών 2019

Η παρούσα δήλωση δεν αποτελεί υπεύθυνη δήλωση υπογεγραμμένη από τον γονέα. Η υπογεγραμμένη αίτηση θα παραδοθεί στον π.Κωνσταντίνο Αγγελόπουλο προϊστάμενο του Ι.Ν.Αγίου Μηνά.

Όταν συμπληρώσετε την αίτηση και πατήστε υποβολή θα σας αποσταλεί με email αντίγραφο της συμπληρωμένης δήλωσης ώστε να την εκτυπώσετε και να την φέρετε υπογεγραμμένη στον πατέρα Κωνσταντίνο. Επίσης μπορείτε εαν θέλετε να σκανάρετε την υπογεγραμμένη αίτηση και να την στείλετε στον π.Κωνσταντίνο (papako2f@gmail.com).

Συμπληρώστε την αίτηση με ελληνικούς χαρακτήρες:

 

ΕΦΟΔΙΑ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΗ
1. Μια κουβέρτα καλοκαιρινή
2. Δύο σεντόνια, Μαξιλάρι-Μαξιλαροθήκη
3. Πιζάμες καλοκαιρινές
4. Μπουρνουζοπετσέτα, προσόψι, πετσέτα για τα πόδια, Εσώρουχα
5. Καπέλο
6. Φόρμες
7. Κλειστά παπούτσια (αθλητικά κ.α.) και κάλτσες, σαγιονάρες και πέδιλα
8. Σακούλα για άπλυτα
9. Ελαφρύ πανωφόρι σε περίπτωση βροχής ή κρύου
10. Οδοντόκρεμα, οδοντόβουρτσα, σαπούνι, σαμπουάν, σφουγγάρι
11. Φούστες (για τα κορίτσια), ένα παντελόνι μακρύ (για τα αγόρια)
12. Ό,τι άλλο βοηθητικό, απαραίτητο για προσωπική χρήση.

Μουσικό όργανο (προαιρετικά)

ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΝΤΑΙ
Περιοδικά – Βιβλία, Ηλεκτρονικά παιχνίδια, Πολύτιμα αντικείμενα, Κινητά
τηλέφωνα, Τρόφιμα

ΤΗΛΕΦΩΝΟ Ι. Ν. Αγίου Μηνά: 2310 272700 (για πληροφορίες)




Εκδρομή των κατηχητικών μας συνάξεων στην Αγία Ακυλίνα

Την Κυριακή 12 Μαΐου τα κατηχητικά μας σχολεία επισκέφθηκαν την αγία Ακυλίνα την νεομάρτυρα στον τόπο καταγωγής της, το Ζαγκλιβέρι. Το πρωί μετά τον εκκλησιασμό μας  στον άγιο Μηνά, ξεκινήσαμε την εκδρομή μας  χαρούμενοι με προορισμό το προσκύνημα μας. Στον όμορφο χώρο του σχολείου δίπλα στην εκκλησία της Αγίας Ακυλίνας χαρήκαμε το παιχνίδι και την παρέα μας. Η αγάπη των πατέρων και των κατηχητών που μας συνόδευαν, ήταν συνεχώς δίπλα μας σε κάθε μας ανάγκη, πνευματική και σωματική. Η ημέρα μας έκλεισε με τον εσπερινό, όπου προσκυνήσαμε και τα τίμια λείψανα της Αγίας Ακυλίνας και πήραμε ως ευλογία την εικονίτσα της Αγίας που μας έδωσε ο πατήρ Αθανάσιος, ο εφημέριος του Ναού. Η συγκίνηση μας ηταν μεγάλη γιατί βρεθήκαμε στον χώρο όπου η αγία έζησε δεκαεννέα  ευλογημένα χρόνια αλλά  και άφησε την τελευταία της πνοή στην αγκαλιά της μητέρα της. Η επιστροφή μας βρήκε γεμάτους με πνευματικές εμπειρίες. Νιώθαμε πραγματικά πως όλη την ημέρα μας είχε η αγία στην αγκαλιά της. Ας έχουμε την ευχή της.

Η αγία Ακυλίνα

Η Αγία Ακυλίνα γεννήθηκε το έτος 1745 μ.Χ. στο Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης. Το σπίτι της σώζεται μέ­χρι και σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση.

Εδώ ζούσε μαζί με τους χριστιανούς γονείς της τον πατέρα της το Γιώργη και τη Μητέρα της που δυστυχώς δε διασώθηκε το όνομά της. Μια μέρα ο πατέρας της Ακυλίνας μάλωσε με ένα τούρκο και πάνω στο θυμό του μαχαίρωσε τον τούρκο και τον άφησε νεκρό. Όλο το χωριό αναστατώθηκε και όλοι οι Χριστιανοί τρομαγμέ­νοι έτρεχαν να κρυφτούν για να γλυτώσουν απ’ την μα­νία των τούρκων για εκδίκηση. Ο Γιώργης καταδικάζε­ται σε θάνατο, οι τούρκοι θα τον κρεμάσουν. Αν όμως θέλει να γλυτώσει τη ζωή του, υπάρχει λύση, αρκεί να τουρκέψει. Ο Γιώργης δειλιάζει μπρος στην κρεμάλα, προδίδει την πίστη του και υπόσχεται να τουρκέψει σιγά-σιγά και την οικογένειά του.

Οι Χριστιανοί σαν το άκουσαν φαρμακώθηκαν: «Ακούς εκεί, να βρεθεί Ζαγκλιβερινός να προδώσει τη Πί­στη του!». Όλοι με ένα στόμα έλεγαν.

Εκείνες όμως που φαρμακώθηκαν πιο πολύ, ήταν η Γυναίκα του και η Ακυλίνα.

Ντυμένες και οι δυο στα μαύρα, κλείστηκαν μέσα και κλαίνε για τον πατέρα τους που έγινε προδότης της πίστεως και της πατρίδος. Άδικα η καλή του γυναίκα προσπαθεί να τον κάνει να συνέλθει, να Μετανοήσει, να Εξομολογηθεί. Αυτός τυφλωμένος από τα δώρα, ούτε θέλει ν’ ακούσει για το Όνομα του Χριστού.

Έτσι η μόνη παρηγοριά της Μάνας μένει τώρα η Ακυλίνα, και προσπαθεί να την αναθρέψει όσο πιο καλά γίνεται Χριστιανικά σα να διαισθάνονταν ότι θ’ ακολου­θήσει το δρόμο του Μαρτυρίου.

Και δεν άργησε να ξεσπάσει η καταιγίδα. Το έτος 1764 μ.Χ. ο Γιώργης παίρνει διαταγή του πασά που ήταν διοικητής της Θεσσαλονίκης να πείσει την κόρη του να γί­νει τουρκάλα, γιατί την είδε στη βρύση και θαμπώθηκε από την ομορφιά της ο γιος του και τη θέλει για γυναί­κα του. Χάρηκε ο Γιώργης γι’ αυτή την μεγάλη τιμή, και τρέχει στο σπίτι του να της πει το μεγάλο νέο και τα μάτια του γυάλιζαν γι’ αυτά που του έταξε ο πασάς. Η Ακυλίνα πάγωσε. Μάνα και Κόρη τον βγάζουν έξω από το σπίτι και ούτε θέλουν να τον ακούσουν. Αλλά ο «τούρκος» δεν υποχωρεί εύκολα. Λυσσάει, στην αρχή με γλυκόλογα και υποσχέσεις, όταν όμως βλέπει την Α­κυλίνα να μένει ασυγκίνητη σε όλα αυτά, αλλάζει τακτι­κή και διατάζει βασανιστήρια. Η ατίμητη Μάνα την εμ­ψυχώνει γενναία λέγοντάς Την:

-Παιδί μου πρόσεχε, μην αρνηθείς το Χριστό. Αυτή η ζωή είναι πρόσκαιρη μπροστά στον Παράδεισο και στην Αιωνιότητα Της Μακαρίας Ζωής.

Τα μαρτύρια αρχίζουν.

Την γυμνώνουν, την χτυπούν, την μαστιγώνουν με βέργες και συρματένια σχοινιά. Το σώμα της γίνεται ό­λο μια πληγή. Το αίμα της χύνεται ποτάμι και βάφει τη Μακεδονική γη του Ζαγκλιβερίου. Η Ακυλίνα έχει τα μάτια στον Ουρανό και προσπαθεί να επαναλάβει:

«Χριστιανή είμαι και Χριστιανή θα πεθάνω».

Τρεις μέρες την βασάνισαν. Την τρίτη μέρα το απόγευμα μέσα στους πόνους και στην αιμορραγία την φέρ­νουν στο σπίτι της. Η Μάνα της την σφίγγει στην α­γκαλιά της μόλις τη βλέπει και το μόνο που νοιάζεται να ρωτήσει είναι:

«Παιδί μου μήπως δείλιασες και αρνήθηκες το Χριστό;»

Η Ακυλίνα προσπαθεί με δυσκολία να απαντήσει:

«Μητέρα έκανα όπως μου είπες. Το διαμάντι που μου εμπιστεύθηκες το φύλαξα καθαρό και αμόλυντο και τώρα πάω κοντά στο Χριστό και Θεό μου».

Ήταν 27 Σεπτεμβρίου 1764 όταν έφυγε η  Αγία της ψυχή.

Από το Άγιο Λείψανό της ξεχύθηκε μια ανέκφρα­στη Ουράνια ευωδία και όλοι οι δρόμοι απ’ όπου το πέ­ρασαν ευωδίαζαν για πολλές ήμερες.

Οι τούρκοι για να τη θεωρήσουν δική τους έστω και μετά θάνατο, διέταξαν να τη θάψουν στο τουρκικό νε­κροταφείο, δίπλα στην πλατεία του χωριού.

Το ίδιο βράδυ ένα φως κατέβηκε πάνω στον τάφο της σαν άστρο και έμεινε για ώρες πολλές.

Τότε τρεις Ορθόδοξοι Ζωντανοί Χριστιανοί, Παλληκάρια του Χριστού έκαναν όρκο μυστικό και έκλεψαν το σώμα της Αγίας.

Η Μνήμη Της τιμάται στις 27 Σεπτεμβρίου.

 

Τα τίμια λείψανα της αγίας Ακυλίνας

 

Ο πατήρ Αθανάσιος εφημέριος του ιερού ναού της Αγίας Ακυλίνας μας δίνει ευλογία την εικόνα της αγίας.

 

Στον όμορφο χώρο του σχολείου δίπλα στην εκκλησία της αγίας Ακυλίνας

Το σπίτι της αγίας Ακυλίνας στο Ζαγκλιβέρι

 

Το σπίτι της αγίας Ακυλίνας στο Ζαγκλιβέρι

 

Το σπίτι της αγίας Ακυλίνας στο Ζαγκλιβέρι




ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀνανέωσις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, εἶναι ἀναζώωσις καί ἀνάπλασις καί ἐπάνοδος πρός τήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου ᾿Αδάμ πού καταβροχθίσθηκε ἀπό τόν θάνατο λόγω τῆς ἁμαρτίας καί διά τοῦ θανάτου ἐπαλινδρόμησε πρός τήν γῆ ἀπό τήν ὁποία ἐπλάσθηκε. ῞Οπως λοιπόν ἐκεῖνον στήν ἀρχή δέν τόν εἶδε κανείς ἄνθρωπος νά πλάττεται καί παίρνη ζωή, ἀφοῦ δέν ὑπῆρχε κανείς ἄνθρωπος ἐκείνη τήν ὥρα, μετά δέ τήν λῆψι τῆς πνοῆς ζωῆς μέ θεῖο ἐμφύσημα πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, διότι μετά ἀπό αὐτόν πρῶτος ἄνθρωπος ἦταν ἡ Εὔα· ἔτσι τόν δεύτερο ᾿Αδάμ, δηλαδή τόν Κύριο, ὅταν ἀνίστατο ἀπό τούς νεκρούς, κανείς ἄνθρωπος δέν τόν εἶδε, ἀφοῦ δέν παρευρισκόταν κανείς δικός του καί οἱ στρατιῶτες πού ἐφύλασσαν τό μνῆμα ταραγμένοι ἀπό τόν φόβο εἶχαν γίνει σάν νεκροί, μετά δέ τήν ἀνάστασι πρώτη ἀπό ὅλους τόν εἶδε μιά γυναῖκα, ὅπως ἀκούσαμε νά εὐαγγελίζεται σήμερα ὁ Μάρκος.διότι, λέγει, “ὅταν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀναστήθηκε τό πρωί τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή”.

Φαίνεται βέβαια σαφῶς ὅτι ὁ εὐαγγελιστής εἶπε καί τήν ὥρα κατά τήν ὁποία ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, δηλαδή πρωί, καί ὅτι παρουσιάσθηκε πρῶτα στή Μαρία τή Μαγδαληνή καί ὅτι ἐφάνηκε ἀκριβῶς τήν ὥρα τῆς ἀναστάσεως. Δέν λέγει ὅμως ἔτσι, ὅπως θά φανῆ ἄν ἐξετάσωμε προσεκτικώτερα τά πράγματα. διότι λίγο παραπάνω καί αὐτός σέ συμφωνία μέ τούς ἄλλους εὐαγγελιστάς λέγει ὅτι αὐτή ἡ Μαρία ἦλθε καί προηγουμένως μαζί μέ τίς ἄλλες Μυροφόρες στόν τάφο, καί ἀφοῦ τόν εἶδε ἀδειανό ἀπῆλθε. ῞Ωστε ὁ Κύριος ἀναστήθηκε πολύ ἐνωρίτερα ἀπό τό πρωί πού τόν εἶδε. ᾿Επισημαίνοντας δέ καί τήν ὥρα ἐκείνη, δέν εἶπε ἁπλῶς πρωί, ὅπως ἐδῶ, ἀλλά πολύ πρωί.ἑπομένως ὡς ἀνατολή ἡλίου ἐκεῖ ἐννοεῖ τό ἀμυδρό φῶς πού προτρέχει στόν ὁρίζοντα, τό ὁποῖο δηλώνοντας καί ὁ ᾿Ιωάννης λέγει ὅτι ἦλθε τό πρωί, ὅταν ἀκόμη ἦταν σκοτεινά ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή στό μνημεῖο καί εἶδε τήν πέτρα σηκωμένη ἀπό τό μνημεῖο.

Δέν ἦλθε δέ μόνο πρός τό μνῆμα τότε αὐτή, κατά τόν ᾿Ιωάννη, ἀλλά καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό μνῆμα, χωρίς νά ἰδῆ τόν Κύριο ἀκόμη. Τρέχει κι᾿ ἔρχεται πρός τόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, καί ἀναγγέλει ὄχι ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἀλλ᾿ ὅτι μεταφέρθηκε ἀπό τόν τάφο, ὥστε δέν ἐγνώριζε ἀκόμη τήν ἀνάστασι. ῾Επομένως ὁ Κύριος ἐμφανίσθηκε στή Μαρία ὄχι ἐντελῶς πρώτη, ἀλλά μετά τήν πλήρη ἔλευσι τῆς ἡμέρας. ῾Υπάρχει λοιπόν κάτι πού ἀναφέρεται συνεσκιασμένως ἀπό τούς εὐαγγελιστάς, τό ὁποῖο θ᾿ ἀποκαλύψω πρός τήν ἀγάπη σας.

Πραγματικά τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου πρώτη ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, ἐδέχθηκε ἀπό τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπό ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τή θεία ὁμιλία του, καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς της καί ἔγινε αὐτήκοος αὐτοῦ, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια του, ἔστω καί ἄν οἱ εὐαγγελισταί δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά προσαγάγουν ὡς μάρτυρα τήν μητέρα, γιά νά μήν δώσουν ἀφορμή ὑποψίας στούς ἀπίστους. ᾿Επειδή δέ τώρα ἐμεῖς μέ τή χάρη τοῦ ἀναστάντος ὁμιλοῦμε πρός πιστούς καί ἡ ὑπόθεσις τῆς ἑορτῆς ἀπαιτεῖ ἐπείγουσα διευκρίνησι τῶν σχετικῶν μέ τίς Μυροφόρες, μέ τήν ἄδεια αὐτοῦ πού εἶπε “δέν ὑπάρχει κρυφό πού δέν θά γίνη φανερό”, θά τό φανερώσωμε καί τοῦτο.

Λοιπόν Μυροφόρες εἶναι οἱ γυναῖκες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα του, ἔμειναν μαζί της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηριώδους πάθους καί ἐφρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα τοῦ Κυρίου. ῞Οταν δηλαδή ὁ ᾿Ιωσήφ καί ὁ Νικόδημος ἐζήτησαν καί ἔλαβαν ἀπό τόν Πιλᾶτο τό δεσποτικό σῶμα, τό κατέβασαν ἀπό τόν σταυρό, τό περιέβαλαν σέ σινδόνια μαζί μέ ἐκλεκτά ἀρώματα, τό ἐτοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, καί ἔβαλαν μεγάλη πέτρα ἐπάνω στή θύρα τοῦ μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τόν εὐαγγελιστή Μάρκο ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία πού ἐκαθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Μέ τήν φράσι καί ἡ ἄλλη Μαρία ἐννοοῦσε ὁπωσδήποτε τήν Θεομήτορα.διότι αὐτή ἐλεγόταν μητέρα καί τοῦ ᾿Ιακώβου καί τοῦ ᾿Ιωσῆ, πού ἦσαν ἀπό τόν ᾿Ιωσήφ τόν Μνήστορα. Δέν παρευρίσκονταν μόνο αὐτές παρατηρώντας, ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅπως ἱστόρησε ὁ Λουκᾶς γράφοντας.“παρακολουθώντας κάποιες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει μαζί του ἀπό τήν Γαλιλαία, εἶδαν τό μνημεῖο καί τήν σ᾿ αὐτό τοποθέτησι τοῦ σώματός του. ἦσαν ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ᾿Ιωάννα καί ἡ Μαρία τοῦ ᾿Ιακώβου καί οἱ ἄλλες μαζί τους”.

᾿Αφοῦ δέ ἐπέστρεψαν, λέγει, ἀγόρασαν ἀρώματα καί μῦρα.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκριβῶς ὅτι αὐτός εἶναι ἀληθινά ἡ ὀσμή τῆς ζωῆς γιά ἐκείνους πού τόν πλησιάζουν μέ πίστι, ὅπως ὀσμή θανάτου καταλαμβάνει τούς ἕως τό τέλος ἀπειθεῖς, καί ἡ ὀσμή τῶν ἐνδυμάτων του, δηλαδή τοῦ ἰδίου τοῦ σώματος, εἶναι ἀνωτέρα ἀπό ὅλα τά ἀρώματα καί τό ὄνομά του εἶναι μῦρο χυμένο, μέ τό ὀποῖο ἐγέμισε θεία εὐωδία τήν οἰκουμένη. ῾Ετοιμάζουν λοιπόν μῦρα καί ἀρώματα, ἀφ᾿ ἑνός μέν πρός τιμήν τοῦ νεκροῦ, ἀφ᾿ ἑτέρου δέ γιά παρηγοριά ἀπό τή δυσωδία τοῦ σώματος, ὅταν θά ἔλειωνε, βοηθώντας μέ τήν ἀλοιφή των τούς ἐπιθυμοῦντας νά παραμένουν δίπλα.

᾿Αφοῦ λοιπόν ἑτοίμασαν τά μῦρα καί τά ἀρώματα, κατά τήν ἐντολή τό Σάββατο ἡσύχασαν.διότι δέν εἶχαν καταλάβει ἀκόμη τά ἀληθινά σάββατα, οὔτε εἶχαν γνωρίσει καλά τό εὐλογημένο ἐκεῖνο σάββατο πού μεταφέρει τή φύσι τους ἀπό τά βάραθρα τοῦ ἅδη στό ὁλόφωτο καί θεῖο καί οὐράνιο ὕψος. “Τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος, ὄρθρο βαθύ”, ὅπως λέγει ὁ Λουκᾶς, “ἦλθαν στό μνῆμα, φέροντας τά ἀρώματα πού ἑτοίμασαν”.ὁ δέ Ματθαῖος λέγει, “ἀργά τό Σάββατο, ξημερώνοντας τήν πρώτη τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι οἱ προσελθοῦσες εἶναι δύο.ὁ ᾿Ιωάννης “τό πρωί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη σκοτεινά”, καί ὅτι μιά εἶναι ἡ προσελθοῦσα, Μαρία ἡ Μαγδαληνή.ὁ δέ Μάρκος “πολύ πρωί τῆς πρώτης τῆς ἑβδομάδος” καί ὅτι τρεῖς εἶναι οἱ προσελθοῦσες.

Πρώτη λοιπόν τῆς ἑβδομάδος λέγουν ὅλοι οἱ εὐαγγελισταί τήν Κυριακή.ἀργά τό Σάββατο, ὄρθρο βαθύ, πολύ πρωί καί πρωί σκοτεινά ἀκόμη, ὀνομάζουν τόν χρόνο γύρω ἀπό τόν ὄρθρο, ἀνάμικτο ἀπό φῶς καί σκότος.αὐτός ὁ χρόνος εἶναι, ἀφοῦ ἀρχίζει νά αὐγάζει τό ἀνατολικό μέρος τοῦ ὁρίζοντος πού προκαταγγέλλει τήν ἡμέρα. Μπορεῖ δέ κανείς παρατηρώντας ἀπό μακριά, πρός αὐτό, νά τό ἰδῆ νά ἀρχίζη νά χρωματίζεται ἀπό φῶς γύρω ἀπό τήν ἐνάτη ὥρα τῆς νυκτός, ὥστε ἕως τήν πλήρη ἡμέρα νά ὑπολείπωνται τρεῖς ὥρες.

Φαίνονται βέβαια νά διαφωνοῦν κάπως οἱ εὐαγγελισταί μεταξύ τους τόσο γιά τήν ὥρα, ὅσο καί γιά τόν ἀριθμό τῶν γυναικῶν, ἐπειδή, ὅπως εἶπα, οἱ Μυροφόρες ἦσαν πολλές, καί ἦλθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δύο καί τρεῖς φορές, συντροφιά μέν, ἀλλ᾿ ὄχι οἱ ἴδιες, καί κατά τόν ὄρθρο μέν ὅλες, ἀλλ᾿ ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς, ἡ δέ Μαγδαληνή ἦλθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε εὐαγγελιστής λοιπόν ἀναφέρει μιά προέλευσι μερικῶν καί παραλείπει τίς ἄλλες. ῞Οπως δέ ἐγώ ὑπολογίζω καί συνάγω ἀπό ὅλους τούς εὐαγγελιστάς, σύμφωνα μέ ὅσα εἶπα προηγουμένως, πρώτη ἀπό ὅλες ἦλθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί τήν Μαγδαληνή Μαρία. Τοῦτο κυρίως τό συμπεραίνω ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο. Διότι, λέγει, “ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία”, πού ἦταν ὁπωσδήποτε ἡ Θεομήτωρ, γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί ἰδού ἔγινε μέγας σεισμός.διότι ἄγγελος Κυρίου, ἀφοῦ κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, προσῆλθε, ἀπεκύλισε τήν πέτρα ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου κι᾿ ἐκαθόταν ἐπάνω σ᾿ αὐτήν.ἦταν δέ ἡ μορφή του σάν ἀστραπή καί τό ἔνδυμά του λευκό σάν τό χιόνι, ἀπό τόν φόβο δέ ἐμπρός του ἐταράχθηκαν οἱ φύλακες κι᾿ ἔγιναν σάν νεκροί”.

῞Ολες λοιπόν οἱ ἄλλες γυναῖκες ἦλθαν μετά τό σεισμό καί τήν φυγή τῶν φυλάκων, κι᾿ εὑρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη.ἡ δέ Παρθενομήτωρ ἔφθανε τή στιγμή πού ἐγινόταν ὁ σεισμός, ἀποκυλίσθηκε ἡ πέτρα καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος καί οἱ φύλακες ἦσαν παρόντες, ἄν καί συγκλονισμένοι ἀπό τόν φόβο.γι᾿ αὐτό μετά τόν σεισμό αὐτοί ἀνασηκώθηκαν καί ἐκύτταξαν ἀμέσως νά φύγουν, ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἐντρυφοῦσε στή θέα. ᾿Εγώ πάντως νομίζω ὅτι γι᾿ αὐτήν πρώτη ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος (διότι γι᾿ αὐτήν πρώτη καί δι᾿ αὐτῆς ἔχουν ἀνοιχθῆ σ᾿ ἐμᾶς ὅλα, ὅσα εἶναι ἐπάνω στόν οὐρανό καί κάτω στή γῆ) καί ὅτι γι᾿ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, αὐτή μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου ὄχι μόνο νά ἰδῆ τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί πολυτρόπως νά μαρτυροῦν τήν ἔγερσι τοῦ ἐνταφιασθέντος.

῏Ηταν δέ προφανῶς ὁ εὐαγγελιστής ἄγγελος ὁ ἴδιος ὁ Γαβριήλ. Διότι μόλις τήν εἶδε αὐτός νά σπεύδη πρός τόν τάφο, αὐτός πού παλαιότερα τῆς εἶχε εἰπεῖ, “μή φοβῆσαι, Μαρία, διότι εὑρῆκες χάρι ἀπό τόν Θεό”, σπεύδει καί τώρα καί κατεβαίνει νά εἰπῆ τό ἴδιο πάλι στήν ἀειπάρθενο καί νά ἀναγγείλη τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάστασι τοῦ γεννηθέντος ἀπό αὐτήν ἀσπόρως, νά σηκώση τήν πέτρα, νά ὑποδείξη τόν κενό τάφο καί τά ἐντάφια, κι᾿ ἔτσι νά ἐπιβεβαιώση τήν καλή ἀγγελία. Διότι, λέγει, “ἀποκρινόμενος ὁ ἄγγελος, εἶπε στίς γυναῖκες.μή φοβῆσθε ἐσεῖς, ζητεῖτε τόν ᾿Ιησοῦ, τόν ἐσταυρωμένο; ἀναστήθηκε.ἰδού ὁ τόπος ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος”. ᾿Εάν, λέγει, βλέπετε τούς φύλακες συγκλονισμένους ἀπό τόν φόβο, ἀλλά ἐσεῖς νά μήν φοβῆσθε. διότι γνωρίζω ὅτι ζητεῖτε ᾿Ιησοῦν τόν ἐσταυρωμένο.ἐσηκώθηκε, δέν εἶναι ἐδῶ. Διότι αὐτός, ὄχι μόνο εἶναι ἀκράτητος ἀπό τοῦ ἅδη καί τοῦ θανάτου καί τοῦ τάφου τά κλεῖστρα καί τούς μοχλούς καί τίς σφραγίδες, ἀλλ᾿ εἶναι καί κύριος τῶν ἀθανάτων καί οὐρανίων ἀγγέλων μας καί μόνος αὐτός εἶναι Κύριος τοῦ σύμπαντος.“ἰδέτε”, λέγει, “τόν τόπον ὅπου ἐκοιτόταν ὁ Κύριος καί πηγαίνετε γρήγορα νά εἰπῆτε στούς μαθητάς του ὅτι ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς”.

“᾿Αφοῦ δέ ἐξῆλθαν”, λέγει, “μέ φόβο καί χαρά μεγάλη”. ᾿Εγώ νομίζω πάλι ὅτι τόν μέν φόβο ἔχει ἀκόμη ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί οἱ ἄλλες γυναῖκες πού εἶχαν ἔλθει ἕως τότε μαζί (διότι αὐτές δέν κατενόησαν τήν σημασία τῶν λόγων τοῦ ἀγγέλου οὔτε μπόρεσαν νά συλλάβουν τελείως τό φῶς, ὥστε νά ἰδοῦν καί μάθουν ἀκριβῶς), ἐνῶ ἡ Θεομήτωρ ἀπέκτησε τή μεγάλη χαρά, διότι κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό φῶς, ὡς τελείως καθαρά καί θείως χαριτωμένη, ἐγνώρισε μέ ὅλα αὐτά τήν ἀλήθεια κι᾿ ἐπίστευσε στόν ἀρχάγγελο, ἐπειδή αὐτός ἀπό πολύν καιρό τῆς ἐφάνηκε διά τῶν ἔργων ἀξιόπιστος. Πῶς ἄλλωστε, ἀφοῦ ἦταν παροῦσα στά γεγονότα ἡ θεόσοφος Παρθένος, δέν θά κατανοοῦσε τό συμβάν, ἀφοῦ δηλαδή εἶδε σεισμό, καί μάλιστα μεγάλο, ἄγγελο νά κατέρχεται ἀπό τόν οὐρανό, καί μάλιστα ἀστραποβόλο, τή νέκρωσι τῶν φυλάκων καί τοῦ λίθου τήν μετάθεσι, τήν κένωσι τοῦ τάφου καί τό μέγα θαῦμα τῶν ἐνταφίων, πού ἦσαν ἄλυτα καί συγκρατημένα μέ σμύρνα καί ἀλόη καί συγχρόνως ἐφαίνονταν ἀδειανά ἀπό τό σῶμα, καί ἐπί πλέον ἀφοῦ ἔλαβε τήν χαρμόσυνη πρός αὐτήν θέα καί ἀγγελία τοῦ ἀγγέλου; ῞Οταν δέ ἐξῆλθαν μετά τόν εὐαγγελισμό τοῦτον, ἡ μέν Μαγδαληνή Μαρία, σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος ὡμίλησε γι’ αὐτήν, διαπιστώνει μόνο τήν κένωσι τοῦ τάφου, χωρίς νά ἀναφέρει καθόλου τά ἐντάφια.καί τρέχει πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης.

῾Η δέ Θεομήτωρ Παρθένος, συνοδευομένη ἀπό ἄλλες γυναῖκες, ἐπανερχόταν πάλι ἐκεῖ ἀπό ὅπου ἦλθε.καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Ματθαῖος “ὁ ᾿Ιησοῦς τίς συνάντησε λέγοντας, χαίρεται”. Βλέπετε ὅτι καί πρίν ἀπό τήν Μαγδαληνή Μαρία ἡ Θεομήτωρ εἶδε αὐτόν πού γιά τήν σωτηρία μας ἔπαθε σαρκικά καί ἐτάφηκε καί ἀναστήθηκε; “Αὐτές δέ”, λέγει, “προσῆλθαν, ἔπιασαν τά πόδια του καί τόν προσκύνησαν”. ῞Οπως δέ, ὅταν ἡ Θεοτόκος ἄκουσε τό εὐαγγέλιο τῆς ἀναστάσεως μαζί μέ τήν Μαγδαληνή Μαρία ἀπό τόν ἄγγελο, μόνο αὐτή κατάλαβε τή σημασία τῶν λόγων, ἔτσι καί μαζί μέ τίς ἄλλες γυναῖκες, ὅταν συνάντησε τόν Υἱό καί Θεό, πρώτη ἀπό ὅλες τίς ἄλλες εἶδε καί ἀναγνώρισε τόν ἀναστάντα καί προσπίπτοντας ἔπιασε τά πόδια του κι᾿ ἔγινε ἀπόστολός του πρός τούς ᾿Αποστόλους.

῞Οτι δέ ἡ Μαγδαληνή Μαρία δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο τήν συνάντησε καί τῆς παρουσιάσθηκε καί τῆς ὡμίλησε ὁ Κύριος, διδασκόμαστε ἀπό τόν ᾿Ιωάννη. διότι, λέγει, “τρέχει αὐτή πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ ᾿Ιησοῦς, καί λέγει σ᾿ αὐτούς, ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζομε πού τόν ἐτοποθέτησαν”. Πῶς τάχα, ἄν τόν εἶδε καί τόν ἄγγισε μέ τά χέρια της καί τόν ἄκουσε νά ὁμιλῆ, θά ἔλεγε τέτοια πράγματα, ὅτι τόν ἐσήκωσαν καί τόν μετέθεσαν, ποῦ ὅμως, δέν γνωρίζομε; ᾿Αλλά μετά τό δρόμο τοῦ Πέτρου καί τοῦ ᾿Ιωάννη πρός τόν τάφο καί τήν ἐκεῖ θέα τῶν σινδονιῶν καί τήν ἐπιστροφή, λέγει, “ἡ δέ Μαρία ἐστεκόταν κόντα στό μνημεῖο ἔξω κλαίοντας”.

Βλέπετε ὅτι ὄχι μόνο δέν τόν εἶχε ἰδεῖ ἀκόμη, ἀλλ᾿ οὔτε κἄν εἶχε πληροφορηθῆ σχετικά; Καί ὅταν δέ τήν ἐρώτησαν οἱ παρουσιασθέντες ἄγγελοι, γυναῖκα, “γιατί κλαίεις”, ἐκείνη πάλι ἀποκρίνεται σάν γιά νεκρό. Καθώς δέ ἐστράφηκε καί εἶδε τόν ᾿Ιησοῦ, οὔτε τότε δέν ἐκατάλαβε, ἀλλά ἐρωτωμένη ἀπό αὐτόν, τί κλαίει, ἀπαντᾶ παρόμοια, ἕως ὅτου ἐκεῖνος, καλώντας την ὀνομαστικά, παρουσίασε τόν ἑαυτό του ζωντανό. Τότε λοιπόν προσπίπτοντας καί αὐτή καί ζητώντας νά προσφέρη τόν ἀσπασμό στά πόδια ἐκείνου, ἄκουσε ἀπό αὐτόν τίς λέξεις, “μή μ᾿ ἐγγίζης”. ᾿Από αὐτό μαθαίνομε ὅτι, ὅταν προηγουμένως ἐφάνηκε στή μητέρα καί στίς γυναῖκες πού ἦσαν μαζί, μόνο σ᾿ αὐτήν ἐπέτρεψε νά πιάση τά πόδια του, ἄν καί ὁ Ματθαῖος ἀποδίδει τοῦτο καί στίς ἄλλες γυναῖκες, μή θέλοντας γιά τήν αἰτία πού εἴπαμε στήν ἀρχή νά προβάλη φανερά τήν μητέρα στό θέμα αὐτό.

᾿Αφοῦ δέ πρώτη ἦλθε στόν τάφο ἡ ἀειπάρθενος Μαρία καί πρώτη ἐδέχθηκε τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως, ἔπειτα ἦλθαν πολλές μαζί, εἶδαν καί ἐκεῖνες τήν πέτρα ἀποκυλισμένη καί ἄκουσαν τούς ἀγγέλους, πού ἐπιστρέφοντας μέ τό ἄκουσμα αὐτό καί τήν θέα ἐχωρίσθηκαν. ῎Αλλες, ὅπως λέγει ὁ Μάρκος, “ἔφυγαν ἀπό τό μνῆμα, κυριαρχημένες ἀπό φόβο καί ἔκστασι καί δέν εἶπαν σέ κανένα τίποτε, διότι ἐφοβοῦνταν“.ἄλλες ἀκολούθησαν τήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, καί αὐτές ἦσαν πού ἐπέτυχαν τήν θέα καί συνομιλία τοῦ Δεσπότη. ῾Η δέ Μαγδαληνή ἐπῆγε στόν Πέτρο καί τόν ᾿Ιωάννη, μαζί μέ τούς ὁποίους ἔρχεται πάλι μόνη στόν τάφο.ὅταν δέ ἐκεῖνοι ἀναχώρησαν, αὐτή παραμένοντας ἀξιώνεται τῆς δεσποτικῆς θέας, στέλλεται καί αὐτή πρός τούς ᾿Αποστόλους καί ἔρχεται πάλι πρός αὐτούς, γιά ν᾿ ἀπαγγείλη σέ ὅλους, ὅπως λέγει ὁ ᾿Ιωάννης, “ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾿ αὐτήν αὐτά”. Αὐτή λοιπόν ἡ θέα λέγει καί ὁ Μάρκος ὅτι ἔγινε πρωί, δηλαδή κατά τήν πλήρη ἀρχή τῆς ἡμέρας, ἀφοῦ ἐπέρασε ὅλος ὁ ὄρθρος, ἀλλά δέν ἰσχυρίζεται ὅτι τότε ἔγινε ἡ ἀνάστασις τοῦ Κυρίου ἤ ἡ πρώτη ἐμφάνισίς του.

῎Εχομε λοιπόν τά συμβάντα ἐξακριβωμένα καί τήν ἀπό τήν ἀρχή ζητουμένη συμφωνία τῶν τεσσάρων εὐαγγελιστῶν ὡς πρός αὐτά. Οἱ δέ μαθηταί κατά τήν ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τήν ἴδια, ἐνῶ ἄκουσαν ἀπό τίς Μυροφόρες καί τόν Πέτρο, καθώς καί ἀπό τόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα, ὅτι ὁ Κύριος ζῆ καί ἐθεάθηκε ἀπό αὐτές, ἀπίστησαν.γι᾿ αὐτό ὀνειδίζονται ἀπό αὐτόν, ὅταν τούς ἐμφανίσθηκε ὕστερα, καθώς ἦσαν συναθροισμένοι μαζί. ῞Οταν ὅμως παρέστησε τόν ἑαυτό του ζωντανό κατά πολλούς τρόπους καί πολλές φορές, ὄχι μόνο ἐπίστευσαν ὅλοι, ἀλλά καί ἐκήρυξαν παντοῦ.“ὁ λόγος τους ἐξῆλθε σέ ὅλη τή γῆ καί τά ρήματά τους ἔφθασαν στά πέρατα τῆς οἰκουμένης”, “ἐνῶ ὁ Κύριος συνεργοῦσε καί ἐβεβαίωνε τόν λόγο μέ τά συνοδευτικά θαύματα”.διότι τά θαύματα ἦσαν ἀναγκαιότατα, μέχρις ὅτου κηρυχθῆ ὁ λόγος σέ ὅλη τή γῆ. ᾿Αλλά χρειάζονται μέν σημεῖα καί τεράστια θαύματα πρός παράστασι καί βεβαίωσι τῆς ἀληθείας τοῦ κηρύγματος.χρειάζονται ὅμως σημεῖα, ἀλλ᾿ ὄχι τεράστια πρός παράστασι αὐτῶν πού ὑποδέχθηκαν τόν λόγο, ἄν βεβαίως ἐπίστευσαν. Ποιά δηλαδή σημεῖα; Τά ἀπό τά ἔργα. “Δεῖξε μου”, λέγει, “τήν πίστη σου ἀπό τά ἔργα σου”, καί “ποιός εἶναι πιστός, ἄς δείξη τά ἔργα του ἀπό τήν καλή διαγωγή”. Ποιός θά πιστεύση πραγματικά ὅτι ἔχει διάνοια θεία καί ὑψηλή, καί θά ἐλέγαμε οὐράνια, ὅπως εἶναι ἡ εὐσέβεια, αὐτός πού ἐπιδίδεται σέ φαῦλα ἔργα καί εἶναι προσηλωμένος στή γῆ καί στά γήινα;

Δέν ὠφελεῖ τίποτε λοιπόν, ἀδελφοί, ἐάν λέγη κανείς ὅτι ἔχει θεία πίστι, δέν ἔχει ὅμως ἔργα κατάλληλα στήν πίστι. Τί ὠφέλησαν οἱ λαμπάδες τίς μωρές παρθένους, ἀφοῦ δέν εἶχαν ἔλαιο, δηλαδή τά ἔργα τῆς ἀγάπης καί τῆς συμπαθείας; Τί ὠφέλησε ἡ ἐπίκλησις τοῦ ᾿Αβραάμ σάν πατρός τόν πλούσιο ἐκεῖνον πού τηγανιζόταν στήν ἄσβεστη φλόγα ἐξ αἰτίας τῆς ἀσυμπαθείας πρός τόν Λάζαρο; Τί ὠφέλησε ἡ δῆθεν εὐπείθεια πρός τήν πρόσκλησι ἐκεῖνον τόν ἄνθρωπον πού δέν εἶχε ἀποκτήσει διά τῶν ἀγαθῶν ἔργων ἔνδυμα κατάλληλο γιά τό θεῖο γάμο καί γιά τόν ἄφθαρτο ἐκεῖνο νυμφῶνα; Προσκλήθηκε μέν καί προσῆλθε, διότι ἐπίστευσε ὁπωσδήποτε, καί παρακάθησε μέ τούς ἁγίους ἐκείνους συνδαιτυμόνες, ἀλλ᾿ ὅταν ἐξεσκεπάσθηκε καί καταισχύνθηκε, ὡς ἐνδεδυμένος τήν φαυλότητα ἀπό τά ἤθη καί τίς πράξεις ἐδέθηκε ἀνηλεῶς χειροπόδαρα κι᾿ ἐρρίφθηκε στή γέεννα τοῦ πυρός, ὅπου ἐπικρατεῖ ὁ κλαυθμός καί ὁ τρυγμός τῶν ὀδόντων.

Αὐτήν εἴθε νά μή τήν δοκιμάση κανείς Χριστιανός, ἀλλ᾿ ἐπιδεικνύοντας ὅλοι διαγωγή πρέπουσα στήν πίστι, νά εἰσέλθωμε στόν νυμφώνα τῆς ἄφθαρτης εὐφροσύνης καί νά ζήσωμε αἰωνίως μαζί μέ τούς ἁγίους ἐκεῖ, ὅπου εἶναι ἡ κατοικία ὅλων τῶν εὐφραινομένων. Γένοιτο.




Εκδρομή των κατηχητών μας στην Λευκάδα

Το διήμερο 3 με 4  Μαίου οι κατηχητές του αγίου Μηνά πραγματοποιήσαμε εκδρόμη στην Λευκάδα μαζί με τον π. Κωνσταντίνο και τη πρεσβυτέρα Κατερίνα.

 

ΙΩΑΝΝΙΝΑ

Η πρώτη μας στάση ήταν στην όμορφη πόλη των Ιωαννίνων. Απολαύσαμε το καφέ μας δίπλα στη λίμνη Παμβώτιδα και κάναμε βόλτα στο κάστρο των Ιωαννίνων.

Η πόλη των Ιωαννίνων με το κάστρο της

 

Στη λίμνη των Ιωαννίνων

 

ΑΡΤΑ

Μετά τα Ιωάννινα κατευθυνθήκαμε στην Άρτα όπου επισκεφθήκαμε τον Ιερό ναό της Αγίας Θεοδώρας προστάτιδος αγίας της Άρτας. Ο ναός βρίσκεται σε κεντρική συνοικία της παλιάς κάτω πόλης, στο κέντρο της άλλοτε πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο ναός, ο πυλώνας, το πηγάδι και το παρεκκλήσι της Μεταμόρφωσης, είναι ό,τι απόμεινε απ’ το κτιριακό συγκρότημα παλαιάς μονής που αρχικά ιδρύθηκε γύρω στον 11ο αιώνα προς τιμήν του Αγίου Γεωργίου και λειτούργησε για πολλούς αιώνες ως γυναικείο μοναστήρι. Όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος της Αγίας Θεοδώρας, ο σύγχρονος της λόγιος μοναχός Ιώβ, η βασίλισσα Θεοδώρα μετά το θάνατο του συζύγου της Μιχαήλ, μόνασε στη μονή μέχρι την κοίμηση της (1281), ενταφιάστηκε εκεί, και μετά την επίσημη ανακήρυξη της ως Αγίας, ο ναός τιμάται πλέον στο όνομα της.

Οσία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας

 

Ο ιερός ναός της αγίας Θεοδώρας στην Άρτα

Ο τάφος της Αγίας Θεοδώρας εντός του Ιερού ναού.

Στον Ιερό ναό της αγίας Θεοδώρας στην Άρτα

Κατόπιν επισκεφθήκαμε τον Ιερό ναό της Παναγίας Παρηγορήτισσας. Πρόκειται για το σπουδαιότερο βυζαντινό μνημείο της Άρτας, αριστούργημα της βυζαντινής τέχνης με δικού της τύπου βασιλικό ρυθμό. Άρχισε να χτίζεται το 1260 από τον Μιχαήλ Β´ Άγγελο Κομνηνό -Δούκα που ήταν Δεσπότης της Ηπείρου και την γυναίκα του βασίλισσα Θεοδώρα, την κατοπινή Αγία Θεοδώρα και πολιούχο της Άρτας. Ο επιβλητικός ναός εκπλήσσει και εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα με τον γλυπτό πλούσιο διάκοσμο, τα ψηφιδωτά και τις τοιχογραφίες του. Αυτό όμως που τον κάνει μοναδικό είναι η αρχιτεκτονική έμπνευση και πρωτοπορία στη στήριξη του τρούλου όπου μοιάζει να αιωρείται χωρίς να υπάρχουν κολόνες στήριξης στο κέντρο του ναού αλλά παραστάδες ( κολόνες στήριξης ) πακτωμένες μέσα στους τοίχους.

 

Παναγία η Παρηγορήτισσα

 

Ο περίτεχνος τρούλος με τον Παντοκράτορα στον Ιερό ναό Παναγίας Παρηγορήτισσας

 

Στον Ιερό ναό Παναγίας Παρηγορήτισσας

Στο γεφύρι της Άρτας

 

Στο γεφύρι της Άρτας

ΠΡΕΒΕΖΑ

Το μεσημέρι κατευθυνθήκαμε στη Πρέβεζα. Απολαύσαμε τη διαδρομή και τη θέα του Αμβρακικού κόλπου και σταματήσαμε στη πόλη της Πρέβεζας με τους όμορφους πεζοδρόμους και το γραφικό της λιμάνι.

Πρέβεζα

 

ΛΕΥΚΑΔΑ

Μετά το μεσημεριανό μας πήγαμε στη Λευκάδα. Η πρώτη μας στάση ήταν στο γραφικό εκκλησάκι της αγίας Μεγαλομάρτυράς Μαύρας  στο Κάστρο της Λευκάδας πολιούχο της Λευκάδας και εορτάζει στις 3 Μαΐου, η οποία έδωσε το όνομά της τον 14ο αι. μ.Χ. (1331 μ.Χ.) στο Κάστρο και την ίδια την πόλη, η οποία παλαιότερα ονομαζόταν ‘Sainte Maure’ Αγία Μαύρα.

Η Αγία Μεγαλομάρτυς Μαύρα

Η Αγία Μεγαλομάρτυς Μαύρα ήταν σύζυγος του Τιμοθέου από την Θηβαΐδα της Αιγύπτου. Είκοσι μόλις μέρες μετά τον γάμο των δυο νέων, ο Τιμόθεος συκοφαντήθηκε από ειδωλολάτρες και οδηγήθηκε στον ηγεμόνα της Θηβαΐδας, τον Αρριανό. Αυτός εξοργίστηκε και διέταξε τούς δημίους να τον υποβάλουν σε φρικτά βασανιστήρια. Ο Μάρτυρας δεν υποχωρούσε και ο άρχοντας προσπάθησε να εξαπατήσει την Αγία Μαύρα, την σύζυγο του, με κολακείες ώστε να λατρεύσει τα είδωλα. Ή Αγία δεν υποχώρησε στις κολακείες, υπάκουσε στη συμβουλή του συζύγου της Τιμοθέου και ομολόγησε με θάρρος ότι είναι Χριστιανή. Ο Αρριανός τότε παρέδωσε και την αγία στα βασανιστήρια. Μετά από εννιά μέρες παρέδωσαν και οι δύο την ψυχή τους στον Κύριο.

Στο κάστρο της Λευκάδας

 

Στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαύρας μας συνάντησε ο π. Ιωαννίκιος Ζαμπέλης, ο οποίος μας ενημέρωσε για το κατηχητικό έργο της Ιεράς Μητροπόλεως Λευκάδος και Ιθάκης και συζητήσαμε για κατηχητικές δράσεις και πνευματικές ευκαιρίες. Τον ευχαριστούμε πάρα πολύ για την φιλοξενία και για τις όμορφες κατηχητικές ιδέες και συμβουλές του.

Στον ιερό ναό της αγίας Μαύρας, συζήτηση με τον π. Ιωαννίκιο

 

Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδος

Στη συνέχεια πήγαμε να προσκυνήσουμε στην Ιερά Μονή Υπεραγίας Θεοτόκου Πεφανερωμένης Λευκάδος η οποία βρίσκετε πάνω σε γραφικό λόφο δυτικά της πόλης. Σύμφωνα με την Εκκλησιαστική παράδοση, το έτος 63 μ.Χ. ο Απόστολος των Εθνών Παύλος, παραχείμαζε κατά την 4η Αποστολική Περιοδεία του στην αρχαία Νικόπολη. Από εκεί έστειλε στη Λευκάδα τον συνεργό του Ηρωδίωνα. Αυτός ανεβαίνοντας στο λόφο όπου υπήρχε ειδωλολατρικός αρχαίος ναός της Άρτεμης, ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό, δεήθηκε και το είδωλο της θεάς έπεσε στη γη. Στη θέση εκείνη οι Χριστιανοί έχτισαν μικρό ναό και δημιουργήθηκε σταδιακά «ευκτήριος οίκος». Την εικόνα την παρήγγειλαν στον αγιογράφο Κάλλιστο, εφημέριο της Αγίας Σοφίας, στην Κωνσταντινούπολη (5ο μ.Χ. αιώνα). Το σχέδιο της μορφής της Θεοτόκου φανερώθηκε στον Κάλλιστο με θαυμαστό τρόπο. Με «αχειροποίητο σχέδιο», δηλαδή χωρίς να επέμβει ανθρώπου χέρι. Αυτός κατόπιν την τελείωσε με χρώματα. Γι’ αυτό ονομάστηκε ‘Φανερωμένη’. Οι περιπέτειες της Ι. Μονής στο ψηφιδωτό του χρόνου συνεχίζονται, εφ’ όσον και η Λευκάδα ήταν κάτω από τον ζυγό ξένων. Οι Ενετοί έκαψαν το Μοναστήρι στις 14 Ιουλίου 1762. Η Ιερά Μονή ξανακάηκε το 1886, οπότε καταστράφηκε και η εικόνα. Ξαναφτιάχτηκε με καταφανή Ζακυνθινή επίδραση. Η νέα εικόνα, έργο του Ιερομόναχου Βενιαμίν Κοντράκη, φιλοτεχνήθηκε στο Άγιον Όρος. Στη Λευκάδα έφτασε το έτος 1887, όπως αναγράφεται στο κάτω δεξιό μέρος της και της επεφυλάχθη λαμπρή υποδοχή. Η εικόνα παρουσιάζει τη Θεοτόκο με τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό στα γόνατά Της. Δεξιά Της ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και αριστερά ο Γαβριήλ. «Χάριν αναβλύζει διηνεκή, η σεπτή Εικών σου, μυστική σου επισκοπή, Κόρη εν Λευκάδι…»(Α Μεγαλυνάριο Παρακλητικού Κανόνα). Επάνω στο βράχο της Παναγιάς, στο μεταίχμιο της γης με τον ουρανό, αισθάνεται ο πιστός τη Θεϊκή παρουσία. «Των Λευκαδίων ασφαλής προστασία, Φανερωμένη Θεοτόκε Μαρία, τους τη Μονή σου πίστει καταφεύγοντας, σκέπε και διάσωζε…» (Κοντάκιο Παρακλητικού Κανόνα). Την Προστασία της Παναγίας της Φανερωμένης εξυμνεί και στο ποιήμα του ο Λευκαδίτης ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης.

Η ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗ

Σε ποιο καλύβι αγνώριστο, σε ποια καρδιά θλιμμένη

να πέρασες τη νύχτα Σου, Κυρά Φανερωμένη;

Ποιό μαραμένο λούλουδο η χάρη Σου, Κυρούλα,

κρυφά κρυφά ν’ ανάστησε, σαν ουρανού δροσούλα;

 

Η ιερή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης

Το καθολικό της μονής της Παναγίας Φανερωμένης

Στο περίβολο της Ιεράς Μονής

Η θέα της πόλης της Λευκάδας πάνω από την Ιερά Μονή

 

Στους κήπους του μοναστηριού

 

ΣΤΗ ΛΕΥΚΑΔΑ

Το απόγευμα πήγαμε στο όμορφο ξενοδοχείο Λευκάς στο κέντρο της πόλης και στη συνέχεια περιηγηθήκαμε στο γραφικό κέντρο της πόλης με τα όμορφα σοκάκια και τα παραδοσιακά κτίρια καθώς και στην όμορφη παραλιακή οδό του Άγγελου Σικελιανού με το γραφικό λιμάνακι.

Η πόλη της Λευκάδας

Στη πόλη της Λευκάδας

 

ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΝΙΚΟΠΟΛΗ

Την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε το πρωί να προσκυνήσουμε στην ιστορική εκκλησία του Αγίου Μηνά στην πόλη της Λευκάδας και να συνεχίσουμε το ταξίδι μας στο αρχαιολογικό μουσείο της Νικόπολης το οποίο κτίστηκε το 2009 και μας περίμενε η ξεναγός μας για να μας δείξει τα ενδιαφέροντα εκθέματα του. Η αρχαία Νικόπολη (πόλη της νίκης) ιδρύθηκε το 31 π.Χ. από τον Οκταβιανό Αύγουστο σε ανάμνηση της νίκης του επί του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας, στην περίφημη ναυμαχία του Ακτίου και σήμερα είναι ο μεγαλύτερος αρχαιολογικός χώρος σε έκταση στην Ελλάδα όπου τα μνημεία εκτείνονται διάσπαρτα σε έκταση 1500 στρεμμάτων περίπου καθώς και τα τείχη της εκτείνονται σε απόσταση χιλιομέτρων. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ενίσχυσε την αμυντική της δύναμη ανακατασκευάζοντας τα τείχη, που ορθώνονται ακόμα και σήμερα. Στον απέραντο αρχαιολογικό χώρο θαυμάσαμε, μεταξύ άλλων, τα ερείπια βασιλικών εκκλησιών του 5ου και του 6ου αιώνα με τα περίτεχνα ψηφιδωτά δάπεδα.

Το μουσείο της Νικόπολης

 

 

Στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Νικόπολης

ΣΤΗΝ ΠΑΡΓΑ

Το μεσημέρι πήγαμε στην γραφική παραθαλάσσια πόλη της Πάργας. Η αμφιθεατρική της ρυμοτομία, τα πολύχρωμα σπίτια, τα λιθόστρωτα γραφικά σοκάκια που σκαρφαλώνουν ως την κορυφή του λόφου, η απίστευτη θέα στη θάλασσα του Ιονίου και στο νησί της Παναγίας που καθρεφτίζεται στα νερά του λιμανιού, μας εντυπωσιάσανε.

Η Πάργα

 

 

 

 

Με τραγούδι, κέφι και χαρά συνεχίσαμε την εκδρομή μας για την επόμενη στάση μας στο Μέτσοβο.

 

 

 

ΣΤΟ ΜΕΤΣΟΒΟ

Το απόγευμα πήγαμε στο Μέτσοβο. Το Μέτσοβο είναι η γενέτειρα σπουδαίων Ελλήνων και μεγάλων εθνικών ευεργετών, όπως ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο Νικόλαος Στουρνάρης, η Ελένη Τοσίτσα και ο Μιχαήλ Τοσίτσας. Τα πρόσωπα αυτά συνέβαλαν στην ίδρυση του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Στο κέντρο του παραδοσιακού οικισμού προσκυνήσαμε την ιστορική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής με το περίτεχνο ξυλόγλυπτο τέμπλο και τις υπέροχες αγιογραφίες.  Περιηγηθήκαμε στην κεντρική πλατεία με την αρχοντική όψη των πετρόχτιστων παραδοσιακών σπιτιών και τους πλακόστρωτους δρόμους και απολαύσαμε το πανέμορφο φυσικό τοπίο της ορεινής Πίνδου.

Ο ιερός ναός της Αγίας Παρασκευής στο Μέτσοβο

Το άγαλμα του εθνικού ευεργέτη Αβέρωφ στη πλατεία του Μετσόβου

Ευχαριστούμε πολύ το Γιάννη για τις υπέροχες φωτογραφίες που μας έβγαλε με την φωτογραφική του μηχανή και το drone του.

 

 

Στην επιστροφή ευχαριστήσαμε το Θεό που μας αξίωσε και φέτος να πραγματοποιήσουμε την εκδρομή μας και να απολαύσουμε τις ομορφιές της ευλογημένης πατρίδας μας, η οποία είναι μοναδική στο κόσμο. Και του χρόνου… πάλι μαζί σε καινούργια μέρη !!!