Η γιορτή λήξης των νεανικών συνάξεων του Ναού μας

Με πολύ χαρά και ζωντάνια έγινε η γιορτή λήξης των νεανικών συνάξεων του Ναού μας για την φετινή κατηχητική  χρονιά. Η χορωδία των μικρών μας παιδιών, γέμισε της καρδιές μας με καλοκαιρινή διάθεση τραγουδώντας με μεγάλη επιτυχία γνωστές μελωδίες. Η θεατρική ομάδα παρουσίασε με πολύ ταλέντο την κωμωδία του Γρηγορίου Ξενόπουλου « Οι υπηρέτες της συμφοράς». Το γέλιο γέμισε την αίθουσα θυμίζοντας παλιό ελληνικό κινηματογράφο και εμείς απολαύσαμε τις ερμηνείες των παιδιών επιβραβεύοντας τα με το ασταμάτητο χειροκρότημα μας. Καλό καλοκαίρι σε όλους μας και ραντεβού στην πανέμορφη κατασκήνωση μας τον Αύγουστο !!!




Η ενορία μας στο 2ο Κατασκηνωτικό Συνέδριο Στελεχών Κατασκηνώσεων των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος

   Με επιτυχία πραγματοποιήθηκαν οι εργασίες του 2ου Πανελληνίου  Συνεδρίου Στελεχών Κατασκηνώσεων των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο η ενορία μας είχε την τιμή και την ευλογία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτη μας κ. Ανθίμου,  να συμμετέχει ως εκπρόσωπος της  Ιεράς  Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.

Το 2ο Κατασκηνωτικό Συνέδριο άρχισε την Τρίτη 29 Μαΐου το απόγευμα στις εγκαταστάσεις των κατασκηνώσεων της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, με Συνέδρους και μέλη από όλη την Ελλάδα, ενώ παρέστησαν ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, ο Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος, ο Επίσκοπος Θεσπιών κ. Συμεών, Πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής, ο Γενικός Γραμματέας  Θρησκευμάτων κ. Γεώργιος Καλαντζής, οι Δήμαρχοι Τανάγρας  και  Ωρωπού.

Την ακολουθία του αγιασμού τέλεσε ο Μητροπολίτης Φθιώτιδος κ. Νικόλαος, Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής Χριστιανικής Αγωγής και Νεότητας.

Κατόπιν ο Αρχιεπίσκοπος συνεχάρη τον Μητροπολίτη Φθιώτιδος, αλλά και τον Αρχιμανδρίτη Πολύκαρπο Μπόγρη, γραμματέα της Συνοδικής Επιτροπής, για το έργο που επιτελείται, ενώ ευχαρίστησε όσους συνετέλεσαν στην διοργάνωση του Συνεδρίου και ευχήθηκε «να δούμε το έργο της νεότητας να προοδεύει. Περισσότερο από κάθε άλλη εποχή χρειαζόμαστε τη νεολαία, γιατί είναι αυτοί που θα συνεχίσουν το έργο που επιτελούμε».

Αμέσως μετά ακολούθησε η κεντρική Εισήγηση του Συνεδρίου με θέμα: «Εκκλησιαστική Κατασκήνωση, δημιουργώντας τους πολίτες του κόσμου και τους Ουρανοπολίτες» του Επισκόπου Θεσπιών κ. Συμεών. Μετά την Εισήγηση χαιρετισμό επίσης απηύθυνε και ο κ. Γεώργιος Καλαντζής, Γενικός Γραμματεύς Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας.

Στο Συνέδριο συμμετείχαν  130 εκπρόσωποι από  53 Ιερές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Οι Εργασίες του Συνεδρίου ολοκληρώθηκαν την Παρασκευή 1 Ιουνίου  και κατά το πρόγραμμα πραγματοποιήθηκαν  οι παρακάτω  εισηγήσεις:

 

Την Τετάρτη 30 Μαΐου

 

«Το πνευματικό πρόγραμμα της Κατασκήνωσης και οι προκλήσεις της σύγχρονης εποχής». Εισηγητής:  Αιδεσιμολ. Πρωτ. π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων.

«Η Θεολογική κατάρτησις των στελεχών μιας εκκλησιαστικής κατασηνώσεως». Εισηγητής: κ. Δήμητρα Χάλαρη Εκπαιδευτικός και Στέλεχος Εκκλησιαστικής Κατασκηνώσεως.

«Κατασκηνωτική ψυχαγωγία και Κατασκηνωτική μυσταγωγία. Η χρυσή τομή». Εισηγητής: Αιδεσιμολ. Πρωτ. π. Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος. Προϊστάμενος του Ιερού Ναού Αγίου Μηνά Θεσσαλονίκης και  υπεύθυνος της  Εκκλησιαστικής  Κατασκηνώσεως του Ιερού Ναού.

   Το απόγευμα της Τετάρτης αρχικά  επισκεφτήκαμε  το Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων “Ο Άγιος Βλάσιος”, στη Λιβαδειά, όπου μας υποδέχθηκε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θηβών & Λεβαδείας κ. Γεώργιος, ο οποίος μας  ξενάγησε στο θεραπευτήριο και συνομίλησε μαζί μας. Είχαμε την ευκαιρία να δούμε από κοντά το έργο που επιτελείται στο θεραπευτήριο και ευχαριστήσαμε τον Σεβασμιώτατο για τη φιλοξενία. Κατόπιν μεταβήκαμε  στην Ιερά Μονή Οσίου Λουκά, όπου ξεναγηθήκαμε  από τον Ηγούμενο της Ιεράς Μονής π. Σεραφείμ , και στη συνέχεια οι πατέρες της Μονής μας  προσέφεραν το καθιερωμένο μοναστηριακό κέρασμα, ρακί με λουκούμι που ήταν πεντανόστιμο.

Την Πέμπτη 31 Μαΐου

«Η μετακατασκηνωτική επικοινωνία των ανθρώπων, οι οποίοι μοιράστηκαν την εμπειρία την εμπειρία μιας κατασκηνωτικής περιόδου». Εισηγητής: Αιδεσιμολ. Πρωτ. π. Σπυρίδων Βασιλάκος, Εφημέριος Ιερού Προσκυνήματος Οσίου Λουκά Θηβών.

«Το ηλεκτρονικό παιχνίδι και ο κόσμος της εικονικής πραγματικότητας στην Κατασκήνωση». Εισηγητής:  κ. Γεώργιος Μανώλης, Θεολόγος, Στέλεχος Εκκλησιαστικής κατασκηνώσεως.

«Αρχές επικοινωνίας και συνεργασίας της Κατασκήνωσης με τους γονείς και κηδεμόνες των κατασκηνωτών». Εισηγητής: Αιδεσιμ. Πρωτ. π. Δημήτριος Κρουσταλλάκης, Θεολόγος, Υπεύθυνος Εκκλησιαστικής Κατασκήνωσης Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

Το απόγευμα της Πέμπτης πραγματοποιήσαμε  προσκυνηματική εκδρομή στο Μοναστήρι του Αγίου Πορφυρίου στο Μήλεσι Αττικής. Η εμπειρία ήταν αξέχαστη και  η παρουσία του Αγίου διάχυτη παντού.

   Την Παρασκευή 1 Ιουνίου τέλος μετά την πρωινή προσευχή παρουσιάστηκαν  τα  πορίσματα των ομάδων εργασιών των Συνέδρων και όλοι μαζί με πολύ αγάπη και χαμόγελο αναχωρήσαμε  για  τις πόλεις μας.

Την Ιερά Μητρόπολή μας στο εν λόγω Συνέδριο εκπροσώπησαν από την ενορία του Αγίου  Μηνά ο π. Κωνσταντίνος Αγγελόπουλος, η Αναστασία Γιοβανούλη και ο Μιχαήλ Μόκκας. Από την ενορία της Αγίας Τριάδος ήταν μαζί μας η Ιωάννα Μιμηκοπούλου, ο Χρήστος Σιωπίδης και ο Βασίλειος Μανιώτης.

Ευχόμαστε και προσευχόμαστε να μας αξιώσει ο Θεός και ο Άγιος Μηνάς να είμαστε όλοι μαζί  και του χρόνου σε αυτή την υπέροχη χριστιανική συντροφιά !!!




Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων

Ομιλία μακαριστού π. Συμεών Κραγιοπούλου

 

Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων

Σήμερα πού εἶναι ἡ Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, κατ ̓ ἀρχήν θά ἤθελα νά πῶ κάτι πού, ὅσο καί ἄν τό ἔχουμε πεῖ καί ἄλλη φορά, δέν εἶναι κακό νά τό ἐπαναλάβουμε. Μάλιστα, πρέπει πολλά πράγματα νά τά ἐπαναλαμβάνουμε, διότι τά πνευματικά δέν εἶναι ὅπως τά ἄλλα, πού γίνονται βαρετά, ὅταν τά ἐπαναλαμβάνει κανείς. Τά πνευματικά δέν ἐξαντλοῦνται μέ μιά φορά, μέ δυό φορές, μέ χίλιες φορές. Πάντοτε εἶναι ἀνεξάντλητα, καί γι ̓ αὐτό πάντοτε πρέπει νά τά ἐπαναλαμβάνουμε. Ἄλλωστε, αὐτά εἶναι πού ἔχουν σημασία, καί ἐνόσω ὑπάρχουμε σ ̓ αὐτόν τόν κόσμο, θά τά ἀκοῦμε πάλι καί πάλι, ἕως ὅτου γίνουν ζωή μας.

Οἱ ἅγιοι ἀποκαλύπτουν τό Ἅγιο Πνεῦμα

Ἐκεῖνο λοιπόν πού θέλω νά ἐπαναλάβω, μέ τήν εὐκαιρία πού σήμερα, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, γιορτάζουμε ὅλους τούς ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, ἀπεκάλυψε τόν Πατέρα, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἀπεκάλυψε τόν Υἱό, καί οἱ ἅγιοι ἀποκαλύπτουν τό Ἅγιο Πνεῦμα.

Ἡ ὕπαρξη τῶν ἁγίων, ἡ παρουσία τους, ἡ πραγματικότητα τῶν ἁγίων, φανερώνει, ἀποδεικνύει ὅτι πράγματι ἦλθε τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό ὁποῖο κατοικεῖ καί παραμένει στήν Ἐκκλησία. Διότι ἅγιος δέν μπορεῖ νά γίνει κανείς μόνος του, ὅ,τι κι ἄν κάνει. Κι ἄν κοπιάσει κι ἄν ἀγωνιστεῖ κι ἄν ἀσκηθεῖ κι ἄν ταλαιπωρηθεῖ κι ἄν ἀκόμη, ἄς ὑποθέσουμε, μπορέσει νά ἀποκτήσει ὅλες τίς ἀρετές, δέν γίνεται μέ αὐτά ἅγιος. Ἅγιο κάνει τόν ἄνθρωπο τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί πάλι, ὄχι μέ τήν ἔννοια ὅτι τόν κάνει ἅγιο καί φεύγει, ἀλλά μέ τήν ἔννοια ὅτι μένει μέσα του, καί ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖο εἶναι ἅγιο, πανάγιο, καθιστᾶ καί τόν ἄνθρωπο ἅγιο.

Ὅπως ἔχουμε πεῖ ἐπανειλημμένως, ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι μέσα στήν ψυχή, τή μεταμορφώνει τήν ψυχή, τήν ἁγιάζει. Δέν μένει δηλαδή ἡ ψυχή αὐτό πού εἶναι καθ ̓ ἑαυτήν, καί ἁπλῶς εἶναι μέσα της τό Ἅγιο Πνεῦμα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα τήν κάνει ὅ,τι εἶναι καί αὐτό τό ἴδιο. Ὅμως αὐτό τήν κάνει ἔτσι. Δέν γίνεται μόνη της ἡ ψυχή ἁπλῶς μέ τόν ἀγώνα. Ἄν φύγει τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ μεγαλύτερος ἅγιος θά εἶναι ἕνα τίποτε· θά εἶναι ἕνας κοινός ἄνθρωπος.

Ὁ ἀπώτερος σκοπός τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ

Ὁ Υἱός φανέρωσε τόν Πατέρα, τό Ἅγιο Πνεῦμα φανέρωσε τόν Υἱό, οἱ ἅγιοι φανερώνουν τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἀλλά ἐπίσης ἡ ὕπαρξη τῶν ἁγίων, ἡ πραγ- ματικότητα τῶν ἁγίων, μᾶς πείθει πώς, ὅ,τι κάνει ἀνέκαθεν ὁ Θεός, τό κάνει, ἀκριβῶς γιά νά γίνουν ἅγιοι αὐτά τά λογικά ὄντα πού λέγονται ἄνθρωποι. Δέν κάνει ὅ,τι κάνει ὁ Θεός γιά νά βρίσκεται σέ δουλειές ἤ γιά νά μᾶς ἐντυπωσιάζει μέ ὅ,τι κάνει, μέ τή μιά ἤ τήν ἄλλη ἐκδήλωσή του, ἀλλά γιά νά γίνουν οἱ ἄνθρωποι ἅγιοι. Σέ τελευταία ἀνάλυση, ὁ ἀπώτερος σκοπός τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι νά γίνουν οἱ ἄνθρωποι ὅ,τι εἶναι καί ὁ Θεός· ὄχι κάτι λιγότερο.

Δέν ὑπάρχει κάτι πού τό κρατάει ὁ Θεός καί δέν τό δίνει στόν ἄνθρωπο. Δέν ὑπάρχει κάτι πού τό ἔχει ὁ Θεός καί δέν τό δίνει νά τό ἔχει καί ὁ ἄνθρωπος. Τό μόνο τοῦ Θεοῦ πού δέν δίνεται εἶναι ἡ οὐσία. Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος καί ὁποιοδήποτε ἄλλο λογικό ὄν δέν γίνεται κατ ̓ οὐσίαν ὅ,τι εἶναι καί ὁ Θεός. Κατ ̓ οὐσίαν Θεός εἶναι ὁ Θεός. Ὁ ἄνθρωπος γίνεται ὅ,τι εἶναι ὁ Θεός ἀλλά κατά χάριν· δηλαδή τόν κάνει ὁ Θεός ἔτσι, χωρίς ὅμως νά ἀλλάζει τήν οὐσία του. Διότι ὅπως καί νά ἔχει τό πράγμα, ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι θεός· εἶναι ἄνθρωπος, εἶναι δημιούργημα, εἶναι κτίσμα. Ὅμως ἔχει μεγάλη σημασία τό ὅτι τά πάντα κάνει ὁ Θεός, γιά νά κάνει καί τόν ἄνθρωπο ὅ,τι εἶναι καί ὁ ἴδιος. Ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα. Καί καταλαβαίνουμε πόσο ἀποπροσανατολιζόμαστε, πόσο ἔξω πέφτουμε, πόσο ἀπομακρυνόμαστε ἀπό τήν ἀλήθεια, πόσο σφάλλουμε, ὅταν παίρνουμε τά πράγματα διαφορετικά.

Μπορεῖ νά ἔχεις μιά κάποια σχέση μέ τόν Θεό, μπορεῖ νά ἀναφέρεσαι στόν Θεό, νά προσεύχεσαι, μπορεῖ νά θυμᾶσαι κάποια πράγματα πού λέει ὁ Θεός, καί νά ἀσχολεῖσαι μέ αὐτά καί νά τά μελετᾶς, ἀλλά νά τό κάνεις γιά πολλούς καί διαφόρους ἄλλους λόγους καί ὄχι γι ̓ αὐτόν τόν ἕνα λόγο, γι ̓ αὐτόν τόν ἕνα σκοπό, ὅτι δηλαδή ὁ Θεός θέλει νά σέ κάνει κι ἐσένα ὅ,τι εἶναι αὐτός.

Ὁ Θεός θέλει νά σέ κερδίσει μέ τήν ἀγάπη του καί ὄχι μέ τή βία. Δέν θέλει νά σέ ξεγελάσει, ἔστω καί μέ καλό τρόπο, οὔτε ἐσύ μπορεῖς νά δεχθεῖς τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ, τή χάρη του καί νά γίνεις ὅμοιος μέ τόν Θεό, ἄν, τρόπον τινά, ξεγελαστεῖς. Ὁ Θεός σοῦ φανερώνεται, σοῦ ἀποκαλύπτεται, εἶναι μαζί σου, εἶναι κοντά σου, σέ ἀκολουθεῖ πάντοτε καί εἶναι ἕτοιμος νά σοῦ τά δώσει ὅλα, ὅμως περιμένει ἐσύ ἐλεύθερα νά τό καταλάβεις αὐτό, νά τό ἀναγνωρίσεις, ἀφοῦ συγκρίνεις ὅλα τά ἄλλα μέ τόν Θεό καί δεῖς ὅτι ὅλα τά ἄλλα δέν εἶναι τίποτε. Ὁ Θεός εἶναι πού ὑπάρχει, καί αὐτόν μόνο πρέπει νά προτιμήσει κανείς.

Βλέποντας ὁ Θεός ὅτι τόν προτιμᾶς, ὅτι συγκλίνεις πρός αὐτόν, ὅτι αὐτόν ζητᾶς, αὐτόν θέλεις, καί ὅλα τά ἄλλα ἐξαφανίζονται γιά σένα μπροστά του, σέ δέχεται, σέ ἀγκαλιάζει, σέ κερδίζει μέ τήν καλή ἔννοια, σέ κάνει δικό του, ὅμοιό του, σέ κάνει ἅγιο· ὄχι ἁπλῶς ἕναν καλό ἄνθρωπο, ὄχι ἁπλῶς ἕναν ὑποφερτό ἄνθρωπο· ὄχι. Σέ κάνει ἅγιο. Βέβαια, αὐτό γίνεται σιγά-σιγά καί ὁλοκληρώνεται τήν ὥρα τοῦ θανάτου, ὁλοκληρώνεται στήν ἄλλη ζωή, ἀλλά ὁπωσδήποτε ὅμως ἀρχίζει ἀπό δῶ, καί ποιοτικά εἶναι τό ἴδιο.

Καταλαβαίνετε τώρα γιατί δέν μποροῦμε νά εἴμαστε χριστιανοί, ἄν δέν δεχόμαστε ἁγίους, ἐάν δέν πιστεύουμε σέ ἁγίους. Ἀφοῦ ὅλα ὅσα κάνει ὁ Θεός, τά κάνει, γιά νά ἁγιάσει τόν ἄνθρωπο καί ὄχι ἁπλῶς γιά νά τόν σώσει, ὅπως ἐμεῖς τό ἐννοοῦμε. Διότι καί αὐτό καμιά φορά χάνει τό νόημά του, ἄν τό πάρεις μέ κοσμικό πνεῦμα, δηλαδή ἁπλῶς νά τόν βοηθήσει, ἁπλῶς νά τακτοποιήσει τά θέματά του. Ἀπό τότε πού ξέρουμε τήν ἱερά ἱστορία, ὅ,τι κάνει ὁ Θεός, τό κάνει γιά νά ἁγιάσει τόν ἄνθρωπο. Καί αὐτό σημαίνει νά τόν κάνει ὅμοιό του· ὄχι κάτι παρακάτω. Ὅμοιό του.

Ὅλο τό ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνύπαρκτο, ἅμα βγάλεις τούς ἁγίους

Ποιός εἶσαι ἐσύ τώρα πού ἔρχεσαι καί λές: «Τί εἶναι οἱ ἅγιοι; Δέν εἶναι τίποτε οἱ ἅγιοι. Ἐγώ δέν πολυσκέπτομαι τούς ἁγίους, δέν πολυπροσεύχομαι στούς ἁγίους, δέν τούς πολυπαραδέχομαι». Ξέρεις τί λές; Καταλαβαίνεις τί λές; Τό νιώθεις πόσο ἔξω εἶσαι ἀπό τήν ἀλήθεια, πόσο δέν τά κατάλαβες καλά τά πράγματα;

Ἅμα βγάλεις τούς ἁγίους, μετά δέν ὑπάρχει Ἐκκλησία· ὅλο τό ἔργο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀνύπαρκτο. Λέγοντας ἁγίους δέν ἐννοοῦμε ἁπλῶς κάποιους πού ἦταν ἀξιόλογοι ἄνθρωποι καί κάτι προσπάθησαν νά κάνουν. Ἅγιοι εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι προτίμησαν πάνω ἀπό ὅλα, καί ἀπό τόν ἑαυτό τους ἀκόμη τόν Χριστό, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου φανερώθηκε ὁ Θεός, καί δόθηκαν στόν Θεό μέ ὁποιαδήποτε θυσία. Καί ὁ Θεός τούς δέχθηκε, τούς ἔκανε πέρα γιά πέρα δικούς του καί τούς ἁγίασε.

Ἑπομένως, ὅταν τιμᾶς τόν ἅγιο, τιμᾶς τόν Θεό· ὅταν ἀναγνωρίζεις τόν ἅγιο, ἀναγνωρίζεις τόν Θεό· μέ τήν ἔννοια δηλαδή ὅτι ὁ Θεός δέν εἶναι κάπου ἀποτραβηγμένος, ἀλλά φανερώνεται στούς ἀνθρώπους μέσα ἀπό τή ζωή τῶν ἁγίων. Ὑπῆρχε κάποτε μόνο ὁ Θεός, ἀλλά ὅμως ὁ ἴδιος ὁ Θεός θέλησε ἀπό ἀγάπη νά φτιάξει καί λογικά ὄντα, τούς ἀγγέλους καί μετά τούς ἀνθρώπους, πού θά εἶναι κατά χάριν ὅπως εἶναι καί αὐτός. Ποιός εἶσαι ἐσύ καί τό ἀπορρίπτεις αὐτό; Ποιός εἶσαι ἐσύ καί δέν τό ἀναγνωρίζεις; Δέν καταλαβαίνεις ὅτι ἀνατινάζεις στόν ἀέρα ὅλη τήν οἰκονομία τοῦ Θεοῦ, ὅλο τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, τόν ἴδιο τόν Θεό; Ὁ Θεός δέν παθαίνει τίποτε, ἀλλά στή δική σου σκέψη, στό δικό σου μυαλό ἀνατινάζονται ὅλα αὐτά στόν ἀέρα.

Δέν γίνεται χωρίς νά ἔχουμε ἁγίους. Καί, ἄν θέλετε, δέν ἔχει κανένα νόημα νά ὑπάρχουμε σ ̓ αὐτόν τόν κόσμο, νά ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία, νά ὑπάρχουμε ἐμεῖς μέσα στήν Ἐκκλησία, νά συνεχίζεται ἡ ζωή, ἄν δέν γίνονται καί σήμερα ἅγιοι, ἄν ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά κάνει καί σήμερα ἁγίους. Αὐτό εἶναι τό ἔργο του. Ἄν ὑποθέσουμε ὅτι σταματάει κάπου αὐτό καί δέν συνεχίζεται, ἄν γιά κάποιους λόγους δέν πιάνει πλέον ἡ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ καί δέν μπορεῖ νά ἁγιάζει τούς ἀνθρώπους, τελειώνει ὁ κόσμος. Δέν χρειάζεται ἀπό κεῖ καί πέρα ὁ κόσμος, ἄσχετα τί προγραμματίζουμε ἐμεῖς καί τί σχεδιάζουμε.

Ἡ δευτέρα παρουσία, τό τέλος τοῦ κόσμου πού θά ἔλθει, θά ἔλθει καί μέ αὐτή τήν ἔννοια, ὅτι αὐτό πού εἶχε νά κάνει ὁ Θεός τό ἔκανε, τέλειωσε· δέν γίνεται ἄλλο. Ἡ στάση τῶν ἀνθρώπων, τῶν λογικῶν αὐτῶν ὄντων, εἶναι πλέον τέτοια, πού φανερώνει ὅτι δέν δέχονται τή χάρη τοῦ Θεοῦ, τήν ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ, καί τότε σταματοῦν ὅλα.

Τελειώνει ὁ κόσμος αὐτός, καί ἐμφανιζόμαστε ὅλοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιά νά τακτοποιήσει τόν καθένα μας κατά τά ἔργα του. Ἄν τά ἔργα μας τά κάναμε ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί μετανοοῦντες γιά τίς ἁμαρτίες μας, ἄν μέ τά ἔργα μας δείξαμε ὅτι αὐτόν θέλαμε, ὁ Θεός θά μᾶς δεχθεῖ, θά μᾶς συγχωρήσει, θά μᾶς καθαρίσει καί θά μᾶς ἁγιάσει.

Μιά προσευχή: νά ἀνοίξει ὁ δρόμος τῆς ζωῆς πού ἔζησαν οἱ ἅγιοι

Τελειώνοντας, παρακαλῶ κι ἐσεῖς κι ἐγώ, ὅλοι μαζί, σήμερα πού γιορτάζουμε ὅλους τούς ἁγίους, νά τούς παρακαλέσουμε. Αὐτοί γνωρίζουν πῶς γίνεται αὐτός ὁ ἀγώνας καί γνωρίζουν κι ἐμᾶς καλά, γιατί ἦταν καί αὐτοί κάποτε σάν κι ἐμᾶς, ἀλλά ὅμως ἁγιάσθηκαν, θεώθηκαν, ἔγιναν ὅμοιοι μέ τόν Θεό. Γνωρίζουν ἐπίσης ὅτι, ἄν αὐτή τή στιγμή ὑπάρχει αὐτός ὁ κόσμος καί δέν ἦρθε ἀκόμη τό τέλος του, εἶναι διότι κάποιοι ἀκόμη πρόκειται νά δεχθοῦν τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί νά ἁγιασθοῦν.

Τά γνωρίζουν οἱ ἅγιοι, καί σήμερα πού τούς γιορτάζουμε ὅλους μαζί καί τούς τιμοῦμε, νά τούς παρακαλέσουμε νά πρεσβεύσουν στόν Θεό γιά μᾶς, ὥστε νά ἀνοίξει καί γιά μᾶς ὁ δρόμος αὐτός τῆς ἐπιστροφῆς: ὁ δρόμος τῆς πίστεως, τῆς μετανοίας, τῆς ταπεινώσεως, τῆς ἀσκήσεως καί τοῦ ἀγώνα. Νά πρεσβεύσουν νά ἀνοίξει ὁ δρόμος τῆς ζωῆς αὐτῆς πού ἔζησαν οἱ ἴδιοι τρέχοντας πίσω ἀπό τόν Θεό, ὥστε νά δεῖ ὁ Θεός τίς ψυχές μας σέ μετάνοια καί νά τίς δεχθεῖ, νά τίς καθαρίσει, νά τίς συγχωρήσει, νά τίς ἁγιάσει. Καί νά ζήσουμε, ἀδελφοί μου, ὅσο παίρνει, ὅσο γίνεται, ἅγια σ ̓ αὐτόν τόν κόσμο, καί νά φύγουμε ἅγιοι ἀπό αὐτόν τόν κόσμο.

Ὅλα αὐτά σημαίνουν ὅτι, ἅμα δέν πάρεις αὐτόν τόν δρόμο, εἶναι σάν νά ἀρνεῖσαι τόν Χριστό. «Ὅποιος μέ ἀρνηθεῖ», εἶπε ὁ Κύριος, «ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, θά τόν ἀρνηθῶ κι ἐγώ, καί ὅποιος θά ὁμολογήσει ἐν ἐμοί», δηλαδή ἑνωμένος μέ τόν Χριστό, στηριγμένος στόν Χριστό, ζώντας μέσα στόν Χριστό, πιστεύοντας στόν Χριστό, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ. Καί δέν θά ἔχει νά φοβηθεῖ τίποτε κανείς. Ὁ Χριστός σέ ἁγιάζει, καί στό μεγάλο ἐκεῖνο δικαστήριο ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως πού ὅλοι θά δικαστοῦν, θά δώσει μαρτυρία γιά σένα ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὁ ὁποῖος θά εἶναι μέσα σου, ἐφόσον κι ἐσύ ἔδωσες τρόπον τινά μαρτυρία γι ̓ αὐτόν σ ̓ αὐτόν τόν κόσμο. Τό ὅτι εἴμαστε στόν δρόμο τῆς ἁγιότητος σημαίνει ὅτι εἶναι μέσα μας ὁ Χριστός διά τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τό θέμα τῆς ἐμφανίσεώς μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅταν φύγουμε ἀπό αὐτόν τόν κόσμο, μᾶς βοηθάει νά τό καταλάβουμε καλύτερα αὐτό πού λέει κάποιος ἅγιος: Ὅταν πηγαίνουμε στόν ἄλλο κόσμο, δέν εἴμαστε ἐμεῖς πού ἐμφανιζόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ· ποῦ νά ἐμφανιστοῦμε ἐμεῖς; Ὁ Χριστός πού εἶναι μέσα μας ἐμφανίζεται, καί ὁ Θεός Πατέρας βλέπει τόν Χριστό, τόν Υἱό του, τόν ἀναμάρτητο Υἱό του, καί μᾶς βάζει στόν παράδεισο. Ἀλλά μέ τήν προϋπόθεση ὅτι ὁ Υἱός του ἀπό αὐτή τή ζωή ἀκόμη εἶναι μέσα μας, κι ἐμεῖς εἴμαστε μέσα στόν Χριστό, καί ἔτσι ὁ ἄνθρωπος σώζεται, ἁγιάζεται.

Καί εὔχομαι, ἀδελφοί μου, ὅλοι μας νά σωθοῦμε καί νά ἁγιασθοῦμε.

 

Πηγή κειμένου : agia-triada-panorama.gr




Δίψα για το ζων ύδωρ της Πεντηκοστής

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο ὡς πύρινη γλώσσα. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρουσία Του στόν ἄνθρωπο αὐξάνεται φωτοβολώντας ὁλοένα καί πιό λαμπρά, ὡσότου καταυγάσει σέ θαυμάσια καί τέλεια ἡμέρα (Παροιμ. 4, 18). Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ζῶν ὕδωρ πού ἀναβλύζει «ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 4, 14). Ὅσοι διψοῦν γι’ αὐτό θά πιοῦν μέ εὐφροσύνη. Ἄν ὅμως δέν μᾶς συνέχει πνευματική δίψα, δέν ἔχουμε μερίδιο σέ Αὐτό. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας, πρίν φθάσει ἡ δική μας Πεντηκοστή, ἀποτελεῖ ἐξαιρετική εὐκαιρία, ὥστε νά διεγείρουμε μέσα μας τήν εὐλογημένη αὐτή δίψα γιά τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πρίν ἀπό τό πάθος καί τή Σταύρωσή Του ὁ Κύριος ἀνήγγειλε ὅτι θά πήγαινε στόν Πατέρα, ἀλλά δέν θά ἄφηνε τούς μαθητές Του ὀρφανούς, δηλαδή ἀπαράκλητους. Ὑποσχέθηκε ὅτι θά προσευχόταν στόν Πατέρα νά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα πού θά σκήνωνε μέσα τους γιά πάντα (Ἰωάν. 14, 16-18). Ὡστόσο ἀκόμη καί αὐτοί οἱ μεγάλοι καί ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔμειναν ὀρφανοί ἐπί δέκα περίπου ἡμέρες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Διδασκάλου τους ὡς τήν Πεντηκοστή. Στή διάρκεια τῶν τριῶν ἐτῶν πού ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καθώς καί μετά τήν Ἀνάσταση, εἶχαν δεχθεῖ τήν εὐγενῆ, τρυφερή καί γεμάτη χάρη περιποίησή Του. Εἶχαν κοσμηθεῖ μέ πολλά χαρίσματα: ἀνάσταση νεκρῶν, ἐκδίωξη δαιμονίων, θεραπεία ἀσθενούντων καί ἐξουθενημένων (Ματθ. 10, 8). Ἐντούτοις καί αὐτοί ἔμειναν ὀρφανοί γιά λίγο καιρό, ὥστε νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5). Ὁ πρῶτος Παράκλητος ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός· τούς εἶχε παρηγορήσει πάντοτε μέ τόν λόγο Του. Ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς ἐγκαταλείψεως, τῆς πτωχεύσεως καί τῆς μοναξιᾶς ἦταν ἀναγκαία, ὥστε νά φουντώσει στίς καρδιές τους ἡ δίψα γιά τό ζῶν ὕδωρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Στήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τή μνήμη τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου στόν προφήτη Μωυσῆ, ἐγχαραγμένου σέ λίθο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ νόμος ἐκεῖνος δέν θά τούς ὁδηγοῦσε ποτέ στήν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος (Β’ Κορ. 3, 3-7), ἀφοῦ κανείς δέν μποροῦσε νά τελειωθεῖ μέ αὐτόν (Ἑβρ. 7, 19). Σκοπός του ἦταν νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος θά ἐγχαρασσόταν στίς πλάκες τῆς καρδιᾶς τους. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, συντελέσθηκε ἕνα ἀληθινά κοσμοϊστορικό γεγονός. Καθώς οἱ μαθητές ἤσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί ἀναμένοντας τόν Κύριο μέ πνευματική δίψα, προσευχόμενοι καί τελώντας τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, ὅπως Ἐκεῖνος τούς εἶχε παραγγείλει, τούς ἐπισκίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ ἄλλος Παράκλητος. Εἶναι σημαντικό νά σημειώσουμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, τήν ὥρα πού οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία, σημεῖο ἀπό τά πολλά πού φανερώνουν ὅτι τή στιγμή ἐκείνη γεννιόταν στόν κόσμο ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία.

Στήν Παλαιά, ὅπως καί στήν Καινή Διαθήκη, ἡ ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συνοδεύεται ἀπό ὁρατή καί αἰσθητή ἐκδήλωση. Τήν ἡμέρα ἐκείνη, ὅπως περιγράφει τό βιβλίο τῶν Πράξεων, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἦλθε ὡς «πνοή βιαῖα». Μετά ἀπό τόν ἰσχυρό καί ὁρμητικό αὐτό ἄνεμο, «διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός» κάθισαν σέ κάθε ἕναν ἀπό τούς μαθητές, προδηλώνοντας τήν παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα τους (Πράξ. 2, 2). Τά σημεῖα αὐτά εἶχαν προτυπωθεῖ στήν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ προφήτης Ἠλίας, πληγωμένος ἀπό βαθειά λύπη γιά τήν ἀποστασία τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε ἀποσυρθεῖ σέ σπήλαιο καί θρηνοῦσε πικρά ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε νά ἀνεβεῖ στήν κορυφή τοῦ ὅρους, ὅπου τοῦ ἀποκάλυψε τήν παρουσία Του. Πρῶτα φύσηξε ἰσχυρός ἄνεμος πού συνέτριβε τά βράχια, ἔπειτα ἀκολούθησε συσσεισμός καί στή συνέχεια πῦρ· ἀλλά ὁ Θεός δέν ἔκανε ἀκόμη τήν ἐμφάνισή Του. Τότε ἦλθε σάν λεπτή αὔρα, ἡ γαλήνια, ἁπαλή φωνή τοῦ Θεοῦ (Γ΄ Βασ. 19, 11-12).

Ὥστε τήν παρουσία τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ προαναγγέλλει τό σημεῖο πού προηγεῖται αὐτῆς· ὁρμητικός ἄνεμος, ἰσχυρός σεισμός καί φωτιά. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου πρέπει νά προετοιμασθεῖ καί νά διασαφηνισθεῖ, γιά νά μπορέσουμε ἐμεῖς πού εἴμαστε σάρκες νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ἀναγνωρίσουμε τήν ταπεινή καί φωτεινή παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μέ τήν ἔλευσή Του, νά μεταποιηθοῦμε σέ πνευματικές ὑπάρξεις.

Στό Εὐαγγέλιο ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου προπαρασκευάζεται συχνά μέ «σκληρούς λόγους». Γιά παράδειγμα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής ἀποκαλοῦσε τά τέκνα τῶν Ἑβραίων «γεννήματα ἐχιδνῶν» (Λουκ. 3, 7). Ἡ φράση αὐτή ἑρμηνευόταν ἀπό τόν Γέροντα Σωφρόνιο ὡς ἑξῆς: Μέ τόν βαρύ αὐτό χαρακτηρισμό ὁ Τίμιος Πρόδρομος παρηγοροῦσε (Λουκ. 3, 18) τόν λαό μέσα ἀπό τή συντριβή πού τοῦ προξενοῦσε. Ἡ συντριβή ταπεινώνει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, καί ἡ ταπείνωση τήν διευρύνει, ὥστε νά μπορεῖ νά δεχθεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, τή χάρη τοῦ Παρακλήτου, πού εἶναι καί ἡ μόνη ἀληθινή παρηγοριά.

Ὅλοι οἱ σκληροί λόγοι, τότε, μποροῦν νά ἐννοηθοῦν μέσω τῶν λόγων τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με, εἰ μή ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ;» (Β’ Κορ. 2,2) Μέ τόν ἴδιο τρόπο, ὅπως ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής, ὁ Ἀπόστολος φέρνει τά πνευματικά του τέκνα σέ συντριβή, προκαλώντας μέσα τους τή συναίσθηση ὅτι ἡ ζωή τους δέν εἶναι, ὅπως θά ὄφειλε. Τούς ὁδηγεῖ στήν ταπείνωση, καί, μέ τή βοήθειά της, στή χάρη. Γιατί ὁ Θεός «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν» (Ἰακ. 4, 6· Α’ Πετρ. 5,΄5). Στή συνέχεια, ὄπως λέγεται στήν πρώτη εὐχή τῆς χειροτονίας πρεσβυτέρου, ἀκολουθεῖ «ἡ θεία χάρις, ἡ πάντοτε τά ἀσθενῆ θεραπεύουσα καί τά ἐλλείποντα ἀναπληροῦσα».

Στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ ἕνας σκληρός λόγος ἰσοδυναμεῖ μέ τή «βιαῖα πνοή». Ἐκδιηγεῖται τά θαυμάσια τοῦ Θεοῦ καί προξενεῖ στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου βαθειά μεταμέλεια. Ἡ συντριβή αὐτή εἶναι ὁ πρόδρομος τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διαλύει τόν ὄγκο τῆς ρυπαρότητας πού σκεπάζει τήν καρδιά. Συντρίβει τούς λίθους τῆς σκληρότητας τοῦ ἔσω ἀνθρώπου καί τόν βοηθᾶ νά ἀνακαλύψει τή «βαθειά καρδιά» του. Ὥστε ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ὑποβάλλεται σέ τέτοιες δοκιμασίες, ὑφίσταται τόν ἀρχέγονο «συσσεισμό», πού εἶναι ὅμως ἀπαραίτητος, γιά νά τόν διδάξει ὅτι μόνο ἕνα πράγμα τοῦ χρειάζεται: ἡ ἀνακάλυψη τῆς καρδιᾶς του.

 

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος εἶχε ὁρισμένους δικούς του σκληρούς λόγους. Γιά παράδειγμα ἔλεγε: «Ἄν κάποιος δέν ἔχει φθάσει τό μέτρο τῆς ὑποστατικῆς προσευχῆς –δηλαδή νά φέρει μέσα του ὅλο τόν Ἀδάμ καί νά προσάγει ὅλο τό ἀνθρώπινο γένος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ στήν προσευχή του ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου– τότε ἄς μήν τολμᾶ νά ἀποκαλεῖ τόν ἑαυτό του χριστιανό χωρίς φόβο καί ντροπή».

Τέτοιοι λόγοι ἔχουν τή δύναμη νά μᾶς σώσουν. Στόχος τους εἶναι νά μᾶς συγκλονίσουν. Ἡ χριστιανική παράδοση τοῦ «συσσεισμοῦ» μᾶς βοηθεῖ νά ἀνακαλύψουμε τή βαθειά καρδιά, χωρίς τήν ὁποία εἶναι ἀδύνατον νά δεχθοῦμε ἀληθινά τό χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς, τήν ἔκχυση τοῦ Πνεύματος πάνω σέ κάθε σάρκα (Ἰωήλ 2, 28). Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό τήν ἁπαλή ἐκείνη καί τόσο πολυτελῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καρδιά, στήν ὁποία ἀναπαύεται τό Πνεῦμα Του. Σέ αὐτήν ἀκριβῶς ἀναφέρεται τό τρίτο παλαιοδιαθηκικό ἀνάγνωσμα τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς (Ἰεζεκ. 36, 26). Ἀλλά καί ἡ ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν εὐαίσθητη αὐτή καρδιά ἀποβαίνει ἱκανή νά κατεργάζεται τή σωτηρία μας καί νά προσκομίζει καινή ζωή, σύμφωνα μέ τό θεῖο λόγιο, «πᾶς ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό Ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ἰωήλ 3, 5). Στήν οὐσία προσπαθοῦμε νά ἐπωάσουμε τή «νέα ζωή» πού φέρουμε στό στέρνο μας, νά θραύσουμε τό κέλυφος πού περικλείει τήν καρδιά μας, ὥστε νά ἐκπηγάσει ἡ νέα αὐτή ζωή.

Ἄν μελετήσουμε προσεκτικά τά ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης στήν ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, θά διαπιστώσουμε τρία κυρίως θέματα: τήν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω σέ κάθε σάρκα, τήν ἁγιαστική ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος, μέ τό Ὁποῖο σωζόμαστε, καί τό χάρισμα τῆς καινῆς καρδιᾶς· τῆς εὐαίσθητης σάρκινης καρδιᾶς, ἀντί τῆς λίθινης, πού εἶναι ἀνίκανη νά συλλάβει ὁτιδήποτε τό πνευματικό.

Στό πρῶτο ἀνάγνωσμα, τό ὁποῖο ἐνέπνεε ἰδιαίτερα τόν Γέροντα, διαβάζουμε ὅτι ὁ προφήτης Μωυσῆς κατάρτισε κατάλογο ἑβδομήντα ἀνθρώπων, τούς ὁποίους ὁ Θεός ἐπρόκειτο νά χρίσει μέ τό Πνεῦμα τῆς προφητείας. Καί ὁ προφήτης Ἰεζεκιήλ λέει, «ἐκ τῶν τεσσάρων πνευμάτων ἐλθέ καί ἐμφύσησον εἰς τούς νεκρούς τούτους, καί ζησάτωσαν» (Ἰεζεκ. 37, 9). Τό ἴδιο ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ Κύριος, ὅταν ἀναστήθηκε ἐκ νεκρῶν. Ἐνεφύσησε στούς ἁγίους μαθητές Του καί εἶπε: «Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον» (Ἰωάν. 20, 22). Αὐτό ἦταν στήν πραγματικότητα τό προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς, ἡ προετοιμασία γιά τό πλήρωμα τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω στή γῆ, τή μεγάλη καί ἐπιφανῆ ἐκείνη ἡμέρα τῶν γενεθλίων της Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ὁ προφήτης Ἰωήλ ἐπίσης περιγράφει τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ὡς τήν ἔκχυση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ ὅλη τήν ἀνθρωπότητα: «Καί ἔσται μετά ταῦτα καί ἐκχεῶ ἀπό τοῦ πνεύματός μου ἐπί πᾶσαν σάρκα» (Ἰωήλ 3, 1) καί «πᾶς, ὅς ἄν ἐπικαλέσηται τό Ὄνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ἰωήλ 3, 5).

Δέν εἶναι βέβαιο ὡστόσο ὅτι θά σωθοῦν ὅλοι ὅσοι ἁπλῶς ἐπικαλοῦνται τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Σύμφωνα μέ ἄλλο σκληρό λόγο Του, «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7, 21), δηλαδή αὐτός πού τηρεῖ τίς ἐντολές. Καί ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα εἰσχωρήσει στήν καρδιά ὡς κραταιός καί ὁρμητικός ἄνεμος, συντρίβοντας τή σκληρότητά της, ἐκεῖ στή βαθειά καρδιά, θά ἀπεικονίσει τή μορφή τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θά μετουσιώσει καί θά καθάρει τήν καρδιά μας, ὥστε νά μποροῦμε νά ἐπικαλούμαστε τό Ὄνομά Του ἀπό τά ἔγκατά της. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος βεβαιώνει ὅτι ὅταν ἡ ἐπίκληση προέρχεται ἀπό καθαρή καρδιά εἶναι σωτηριώδης (Β’ Τιμ. 2, 22), γι’ αὐτό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα προετοιμάζει τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου μέ τά μέσα τῆς συντριβῆς καί τῆς ταπεινώσεως. Ὁ μεγάλος πόθος τοῦ Κυρίου εἶναι νά ἐπικαλούμαστε τό ἅγιο Ὄνομά Του μέ τρόπο εὐάρεστο σέ Ἐκεῖνον καί συγχρόνως σωτήριο γιά μᾶς.

Ἄς ἐξετάσουμε προσεκτικά τήν πρώτη ἐμφάνιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στή γῆ. Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ φερόταν πάνω ἀπό τά ὕδατα (Γεν. 1, 2), ὅπως ἡ κλώσσα πού ἁπλώνοντας τά φτερά σκεπάζει τά αὐγά της, γιά νά ἐπωάσει καί νά φέρει στόν κόσμο καινούργια ζωή. Τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπωάζει ὅλη τή δημιουργία, καί ἔτσι ἦλθε στήν ὕπαρξη ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἀνάλογη διεργασία συντελεῖται καί στήν καρδιά μας, ὅταν ἐπικαλούμαστε ἄοκνα τό Ὄνομα τοῦ Κυρίου. Μέ τήν ἐργασία αὐτή ὁπλίζουμε τούς ἑαυτούς μας μέ τό χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς, καί τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου ἔρχεται νά ἐπισκιάσει τήν καρδιά, ὥστε νά ἐκπηγάσει καινή ζωή.

Πράγματι, αὐτή εἶναι ἡ νέα γέννηση πού μᾶς προσφέρεται, χωρίς τήν ὁποία, ὅπως λέει ὁ Κύριος, δέν μποροῦμε νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία Του (Ἰωάν. 3, 5). Ἔτσι, ὅταν εὐχόμαστε ἀδιάλειπτα: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», δέν κάνουμε τίποτε ἄλλο, παρά νά προσδοκοῦμε στό ὑπερῶο τῆς καρδιᾶς, ὅπως καί οἱ Ἀπόστολοι ἀπεκδέχονταν τήν ἔλευση τοῦ Παρακλήτου πού τούς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὁ Κύριος. Προσκαρτερώντας στό ὑπερῶο τῆς καρδιᾶς μας, τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ἐπισκιάζει κατ’ ἐπανάληψη τό στέρνο μας. Ἡ σκουριά τῆς συσσωρευμένης ἁμαρτίας ἀποκαθαίρεται, ὡσότου ἡ χάρη ἐπωάσει τήν καρδιά καί ἐκπηγάσει ἐκεῖ καινούργια ζωή.

Ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας ἐπισημαίνει ὅτι ὁ πόνος προηγεῖται τῆς ἐλεύσεως τοῦ Πνεύματος τῆς σωτηρίας· ὅτι τό Πνεῦμα συλλαμβάνεται πρῶτα μέσα στό φόβο καί στήν ὀδύνη τῆς καρδιᾶς (Ἤσ. 13, 8). Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι μᾶς χρειάζεται συντριβή, μᾶς χρειάζεται φόβος, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπό πόνο. Ὅλα αὐτά μᾶς προετοιμάζουν γιά τή νέα ζωή, ὡσότου μία ἔκρηξη, μία βαθειά τομή διανοίξει τήν καρδιά. Τότε πραγματοποιεῖται νέα γέννηση, καί ὁ ἄνθρωπος, πού μεταρσιώνεται πνευματικά, παραδίδεται στά χέρια τοῦ ζῶντος Θεοῦ. Ὅπως ἰσχυριζόταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ἄν ἐγκαρτερήσουμε στόν πόνο καί τή συντριβή, ἡ καρδιά μας θά μεταμορφωθεῖ κάποια ἡμέρα σέ φωτεινό κέντρο πνευματικῆς εὐαισθησίας.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐπιβεβαιώνει ἐπίσης ὅτι ἡ συντριβή τῆς καρδιᾶς πού ἀληθινά μετανοεῖ θά ἀνοίξει στά βάθη της τήν ὁδό πρός τούς ἀλάλητους στεναγμούς τοῦ Πνεύματος, καθώς θά βοᾶ, «ἀββᾶ, ὁ Πατήρ» (Γαλ. 4, 6· Ρωμ. 8, 21-26). Ἐπιπλέον θά ἐπισφραγισθεῖ ἡ υἱοθεσία μας ὡς ἐλεύθερων τέκνων τοῦ Θεοῦ, κάτω ἀπό τή χάρη τοῦ νόμου τοῦ Πνεύματος. Ἄρα, εἶναι ἀναγκαῖο νά ὑποφέρουμε μέ καρτερία τόν πόνο, τήν «περιτομή τῆς καρδίας» (Ρωμ. 2, 29). Ἄλλωστε αὐτό σημαίνει νά βαστάσουμε τά στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅπως τό θέτει ἀλλοῦ ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Γαλ. 6, 17). Ἄς τά ὑπομείνουμε ὅλα ἀδιαμαρτύρητα, ὥσπου νά γεννηθεῖ μέσα μας τό Πνεῦμα τῆς σωτηρίας, καί ἡ ὀδύνη μας νά μετουσιωθεῖ στήν ὁλοφώτεινη χάρη τῆς υἱοθεσίας τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.

Ἡ περιτομή τῆς καρδιᾶς εἶναι μεγάλη εὐλογία. Ξεκινᾶ μέ τή βαθειά ἀλλοίωση πού ἐνεργεῖται στόν ἄνθρωπο κατά τό Βάπτισμα, ὅταν ἐνδυόμαστε τόν Χριστό καί τά στίγματά Του γίνονται δικά μας. Πρέπει ὅμως νά συνεχισθεῖ ἡ αὔξησή μας, ὡσότου νά μήν ὑπάρχει τίποτε μέσα μας πού νά ἀντιστέκεται στήν παρουσία Του. Τότε θά φέρουμε τή σφραγίδα τοῦ λαοῦ Του, θά ἀνήκουμε στόν νέο Ἰσραήλ, στήν καινή κτίση πού εἶναι τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ. Βαστάζοντας μέσα μας τόν ζωηφόρο θάνατό Του, μετέχουμε στόν πλοῦτο τῆς αἰώνιας ζωῆς πού ἀπορρέει ἀπό τήν Ἀνάστασή Του. Ὅπως ἔχει περιτμηθεῖ ἡ καρδιά μας, ἔτσι ἔχουμε περιτμηθεῖ καί ὡς πρός τή σκέψη, τόν λόγο καί ὅλα τά μέλη μας. Δέν διαλογιζόμαστε πιά οὔτε ἐκφραζόμαστε ἀρνητικά γιά κανέναν, ἀλλά ὅλα ὅσα πράττουμε ἤ λέμε φέρουν μία μερίδα ἀγάπης, μέχρι νά φθάσουμε στό πλήρωμα τῆς μεγάλης ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, πού θά ἀποβεῖ ἡ αἰώνια κληρονομιά μας.

Ὅπως ἀκριβῶς ἡ συνεχής ἐπίκληση τοῦ ἁγίου Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ «ἐπωάζει» τήν καινούργια ζωή τῆς καρδιᾶς καί ἀσφαλίζει τήν περιτομή της, τό ἴδιο ἐπιτυγχάνεται καί μέ τήν καθημερινή ἀνάγνωση τῶν Γραφῶν. Κάποιος στίχος ἀναζωπυρώνεται ξαφνικά μέσα στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά τήν προπαρασκευάσει γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν εἴμαστε ἐπιμελεῖς στή μελέτη μας, ὁ Κύριος μπορεῖ νά μᾶς δίνει συγκεκριμένο λόγο πού θά μετατρέπει τόν σπινθήρα σέ φλόγα, κάθε φορά πού θά προσερχόμαστε στήν προσευχή. Τόσο πιστός εἶναι ὁ Κύριος στή διαθήκη Του μαζί μας! Ἐμεῖς εἴμαστε οἱ ἄπιστοι. «Εἰ ἀπιστοῦμεν, Ἐκεῖνος πιστός μένει· ἀρνήσασθαι Ἑαυτόν οὐ δύναται» (Β’ Τίμ. 2, 13). Ἔχει ζωτική σημασία γιά μᾶς νά ἐμμένουμε προσηλωμένοι στόν λόγο Του.

Ὅπως σπεύδουμε στό τραπέζι τρεῖς φορές τήν ἡμέρα, γιά νά πάρουμε τή μερίδα τῆς τροφῆς μας, ἔτσι ἔχουμε χρέος νά ἀνταποκρινόμαστε στήν ἀκατάπαυστη πρόσκληση τοῦ Κυρίου γιά τή δική Του τράπεζα πού εἶναι πλούσια μέ τήν τροφή τῶν λόγων Του. Ἄν ἐπιθυμοῦμε νά ἀπολαύσουμε τά ἀγαθά τῆς πνευματικῆς αὐτῆς Τράπεζας καί νά κατανοήσουμε τόν λόγο τοῦ Κυρίου, ὥστε νά ἐνοικήσει μέσα μας μέ ζωηφόρο δύναμη, εἶναι ἀναγκαῖο νά Τοῦ ζητοῦμε τό χάρισμα πού δώρισε στόν Λουκᾶ καί τόν Κλεόπα στόν δρόμο πρός Ἐμμαούς. Ἡ δωρεά αὐτή μᾶς προσφέρεται ὅταν μελετοῦμε τίς Γραφές, γιατί αὐτές μᾶς διδάσκουν νά ἐντρυφοῦμε καθημερινά στόν λόγο Του. Ἔτσι, μέ τόν καιρό, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα Σωφρόνιο, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γίνεται ἡ δική μας γλώσσα. Κάθε τόσο ἕνας ἀπό τούς στίχους πού ἔχουν ἑλκύσει τόν νοῦ καί τήν καρδιά μας θά ζωοποιεῖ τό πνεῦμα μας. Θά ἐνεργεῖ ὡς εἴσοδος πρός τόν ἀνεξάντλητο πλοῦτο τῆς ζωῆς πού ὁ Κύριος τόσο ἐπιποθεῖ γιά μᾶς (Ἰωάν. 10, 10), καί θά μάθουμε νά προσευχόμαστε ἀκριβῶς μέ ἐκείνους τούς λόγους τῆς Γραφῆς πού μᾶς ἐνέπνευσε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.

Σκιαγραφήσαμε διαδοχικά: τίς προπαρασκευαστικές δοκιμασίες πού ὑπομένουμε μέ καρτερία, τήν Πεντηκοστή του Ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ καί τήν Πεντηκοστή τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Οἱ δύο τελευταῖες συνίστανται στήν ἀδιάλειπτη μελέτη τοῦ Ὀνόματός Του καί τοῦ λόγου Του μέσα στήν καρδιά μας. Ἀλλά ἐξίσου βιώνουμε τήν Πεντηκοστή ὅταν κοινωνοῦμε τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς διαφυλάσσουν μέσα στούς ὅρους τῆς διαθήκης, τήν ὁποία ἔχουμε συνάψει: Νά μή ζοῦμε πιά γιά τούς ἑαυτούς μας ἀλλά μόνο γιά τόν Λυτρωτή μας, ὅπως λέμε σέ κάποια ἀπό τίς εὐχαριστήριες εὐχές μετά τή Θεία Μετάληψη.

Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε: «Ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἐν ἐμοί μένει, καγώ ἐν αὐτῷ. Καθώς ἀπέστειλέ με ὁ ζῶν Πατήρ καγώ ζῶ διά τόν Πατέρα, καί ὁ τρώγων με κακεῖνος ζήσεται δι’ ἐμέ» (Ἰωάν. 6, 56-57). Σταδιακά συναισθανόμαστε ὅτι μέ τή μετάληψη τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μετέχουμε στήν καινοποιό ζωή τοῦ Ἴδιου τοῦ Θεοῦ. «Τό πνεῦμα ἐστι τό ζωοποιοῦν, ἡ σάρξ οὐκ ὠφελεῖ οὐδέν», λέει ὁ Κύριος (Ἰωάν. 6, 63), καί μέ τό ζωηφόρο αὐτό Πνεῦμα Του γεμίζει ὅλα ὅσα Τοῦ προσφέρουμε, γιά νά μᾶς τά ἐπιστρέψει ἀνακαινισμένα. Στή Λειτουργία ἀνταλλάσσεται ἡ δική μας πρόσκαιρη ζωή μέ τή δική Του τήν αἰώνια. Ἡ ἀνταλλαγή αὐτή εἶναι ἐπίσης ἡ Πεντηκοστή μας, στήν ὁποία λαμβάνουμε Πνεῦμα ἐπουράνιο.

Οἱ φανερώσεις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς διδάσκουν ἀκόμη τή στάση πού ὀφείλει νά τηρεῖ ἡ καρδιά γιά τήν περιφρούρηση τοῦ δώρου τῆς χάριτος. Ὅταν ὁ Κύριος ἀπονέμει στόν ἄνθρωπο τό πολυτελές καί εὔθραυστο χάρισμα τοῦ ταπεινοῦ Ἁγίου Πνεύματός Του, ἡ ὀρθή ἀνταπόκριση τοῦ εὐεργετημένου ἀνθρώπου εἶναι νά τό σφραγίσει καί νά τό ἀποθησαυρίζει μέσα στήν καρδιά του. Ἄν προβεῖ σέ ἐπίδειξη τοῦ δωρήματός του ὑποκινούμενος ἀπό ὑπερηφάνεια, ὄχι μόνο θά τό χάσει, ἀλλά θά προκαλέσει καί τόν ἀδελφό του. Ἡ προβολή τῶν χαρισμάτων μᾶς συνιστᾶ ἀθέτηση τῆς δεύτερης ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, γιατί μέ τήν ἐνέργειά μας αὐτή σφετεριζόμαστε τόν χῶρο πού ἀνήκει στόν ἀδελφό μας. Ὀφείλουμε πάντοτε νά παραχωροῦμε ὅλο τόν χῶρο στόν πλησίον μας καί νά κρατοῦμε μόνο ἐλάχιστο μέρος γιά τόν ἑαυτό μας.

Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἔχει βαθειά ἐπίγνωση ὅτι ἡ πνευματική αὐτή ἀρχή διενεργεῖται τέλεια στούς κόλπους τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὅταν ὁ Χριστός ἦλθε στόν κόσμο, δέν εἶπε τίποτε γιά τόν Ἑαυτό Του, μαρτυρώντας μόνο ὅσα τοῦ εἶχαν δοθεῖ ἀπό τόν Πατέρα (Ἰωάν. 12, 49). Παρομοίως, ὁ ἄλλος Παράκλητος, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, δέν προφέρει τίποτε δικό Του, ἀλλά προσκομίζει διηνεκῆ μαρτυρία γιά τόν Χριστό, ἀφοῦ δική Του ἀγαλλίαση εἶναι ἡ ὑπόμνηση τῶν λόγων τοῦ Σωτήρα (Ἰωάν. 14, 26). Ἐδῶ ἀναγνωρίζουμε τήν ὁλοκληρωτική ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Προσώπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τήν «κένωσή» τους σέ αἰώνιο ἐπίπεδο, ὅπως ὁ Γέροντας Σωφρόνιος τό ἐξέφραζε.

Κάθε Ὑπόσταση –Πατήρ, Υἱός καί Ἅγιο Πνεύμα– δέχεται τή μαρτυρία τῆς ἀλήθειάς Της ἀπό τίς δύο ἄλλες Ὑποστάσεις. Καμία δέν προτείνει τόν Ἑαυτό Της, ἀλλά προσφέρει ὅλο τόν χῶρο στίς ἄλλες δύο. Στό βιβλίο τοῦ Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, ὁ Γέροντας καταγράφει σέ ὑποσημείωση τό σπουδαῖο αὐτό ἦθος πού διασώζεται ἀκόμη σήμερα στό Ἅγιον Ὅρος. Οἱ μοναχοί ἀγωνίζονται νά κρύψουν στό βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους ὁποιοδήποτε δώρημα τῆς χάριτος καί νά μή φανερώσουν τήν ἐσωτερική τους κατάσταση. Αὐτό δέν εἶναι μόνο θέμα προφυλάξεως τῶν ἰδίων ἀπό τήν κενοδοξία ἤ τήν αὐταρέσκεια, ἀλλά ἀποτελεῖ ἐπίσης ἱερό χρέος σεβασμοῦ πρός τόν πνευματικό χῶρο τῶν ἄλλων. Ἡ σημείωση εἶναι συνοπτική, ἀλλά ἐκφράζει τήν οὐσία τῆς παραδόσεως καί καταδεικνύει τή διάθεση τῆς καρδιᾶς, στήν ὁποία ἀναπαύεται περισσότερο τό Ἅγιο Πνεῦμα.

 

Ἄς ἐξετάσουμε τή μοναστική ὁδό. Εἶναι ἴσως ἡ συντομότερη ὁδός πρός τή βαθειά καρδιά, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι ὁ «συσσεισμός», πού προετοιμάζει τόν ἄνθρωπο γιά τήν ὑποδοχή τῆς θείας χάριτος, βιώνεται μέ ἐντονότερο τρόπο στόν μοναχισμό, παρά σέ ὁποιοδήποτε ἄλλο πλαίσιο ζωῆς. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀπηχεῖ ὅλη τήν παράδοση λέγοντας ὅτι πρῶτον καί κύριον ὁ συσσεισμός αὐτός συντελεῖται μέσα ἀπό τήν ὑπακοή. Ἀνθρωπίνως ἴσως νά φαίνεται παράλογη ἡ ἐξάρτησή μας ἀπό τή θέληση καί τήν καθοδήγηση κάποιου ἄλλου. Ἀλλά ἄν ὁ μοναχός ὑπακούει μέ τήν καρδιά του στόν πνευματικό του πατέρα, ἀπό ἀγάπη καί ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στό πρόσωπό του καί ὄχι ἀπό κάποιου εἴδους μηχανική πειθαρχία, τότε ζεῖ σύμφωνα μέ τήν οὐσία τῆς μοναχικῆς ὁδοῦ, σύμφωνα μέ τόν Γέροντα.

Ὑπακοή εἶναι ἡ τελείωση τῆς ὁδοῦ τῆς ταπεινώσεως κατά τήν εἰκόνα τῆς ζωῆς τῆς Ἁγίας Τριάδος: θυσιάζουμε τήν ἀνεξαρτησία μας παραδίδοντας τήν ψυχή μας στά χέρια κάποιου, πού ἐπωμίζεται τήν εὐθύνη γιά τή σωτηρία μας. Τέτοια ταπείνωση δέν θά βραδύνει νά φέρει τή βαθειά καρδιά στήν ἐπιφάνεια. Ἄν ὅμως ὁ μοναχός δέν καταθέτει τήν ὑπακοή του καί ζεῖ αὐτόνομα –καί αὐτό εἶναι παγίδα, στήν ὁποία εὔκολα μπορεῖ νά πέσει, ἰδίως ὅταν δέν προκαλεῖ κανένα σκάνδαλο καί περνᾶ ἀπαρατήρητος– ἡ βαθειά καρδιά του δέν θά ἀναδυθεῖ ποτέ. Ὅταν ὅμως ἐξαρτοῦμε τή ζωή μας ὄχι ἀπό τή δική μας θέληση ἀλλά ἀπό τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πού ἐκφράζει ἐκεῖνος στόν ὁποῖο ἔχουμε ἐμπιστευθεῖ τήν ὕπαρξή μας καί πού «ἀγρυπνᾶ γιά τήν ψυχή μας» (Ἑβρ. 13, 17), τότε γινόμαστε ὡς πρόβατα πού ὁδηγοῦνται στή σφαγή.

Παραδίδουμε τή ζωή μας, τό θέλημά μας, μιμούμενοι τό παράδειγμα Ἐκείνου πού ὡς ἀμνός ἄμωμος, ἄφωνος, χωρίς νά ἀνοίξει τό στόμα Του, ὁδηγήθηκε στή σφαγή (Ἤσ. 53, 7). Ἄν, ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ἐμμένουμε προσκολλημένοι στήν ἀνεξαρτησία μας, κάποια ὕπουλη ματαιοδοξία, κάποια κρυφή ὑπερηφάνεια ὑποκρύπτεται μέσα μας φράσσοντας τήν ὁδό πρός τήν ἀληθινή γνώση τῆς καρδιᾶς μας. Κανένας δέν θά μπορέσει ποτέ νά ἐντοπίσει τή βαθειά καρδιά του, ὅσο ἐμφωλεύει μέσα του ἡ αὐταρέσκεια. Μέ τόν ὄρο ἀνακάλυψη τῆς βαθειᾶς καρδιᾶς ἐννοοῦμε τή στιγμή πού ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου γίνεται καρδιά. Πρόκειται γιά ἕνα μεγάλο μυστήριο πού ἀνήκει στό χῶρο τοῦ Πνεύματος. Ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ ἐνδεχομένως νά κλαίει καθημερινά γιά πολλά χρόνια, χωρίς νά γνωρίζει τή βαθειά καρδιά του. Ἡ εὕρεσή της εἶναι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καί ὅταν χορηγεῖται τό χάρισμα αὐτό, ὅλα μετουσιώνονται· ὁ ἄνθρωπος ἀναγεννᾶται καί διαβαίνει ἀπό τόν θάνατο στή ζωή (Ἰωάν. 5, 24).

Ὑπάρχει ἕνα σημαντικό κεφάλαιο στό Εὐαγγέλιο συναφές μέ αὐτό τό τράνταγμα, τόν συσσεισμό πού προμηνύει τήν ἔλευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος λέει: «Ἀλλά ἐγώ τήν ἀλήθειαν λέγω ὑμῖν· συμφέρει ὑμῖν ἴνα ἐγώ ἀπέλθω. Ἐάν γάρ ἐγώ μή ἀπέλθω, ὁ Παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρός ὑμᾶς. Ἐάν δέ πορευθῶ, πέμψω Αὐτόν πρός ὑμᾶς· καί ἐλθών Ἐκεῖνος ἐλέγξει τόν κόσμον περί ἁμαρτίας καί περί δικαιοσύνης καί περί κρίσεως. Περί ἁμαρτίας μέν, ὅτι οὐ πιστεύουσιν εἰς ἐμέ· περί δικαιοσύνης δέ, ὅτι πρός τόν Πατέρα μου ὑπάγω καί οὐκέτι θεωρεῖτε με· περί δέ κρίσεως, ὅτι ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου κέκριται» (Ἰωάν. 16, 7-11). Δηλαδή, ὅταν ἔλθει τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά ἐλέγξει τόν κόσμο γιά τήν ἁμαρτωλότητά του, τή δικαιοσύνη του καί τήν κρίση γιά τόν ἑαυτό του.

Ὁ Κύριος προειδοποίησε: «Ἐάν μή πιστεύσητε ὅτι ἐγώ εἰμι, ἀποθανεῖσθε ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν» (Ἰωάν. 8, 24). Ἡ ἁμαρτωλότητα τοῦ κόσμου παρακωλύει τήν πεποίθηση στή θεότητα τοῦ Χριστοῦ, πίστη πού δωρίζεται στόν ἄνθρωπο μέ τόν φωτισμό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό Πνεῦμα κατῆλθε μέ τή μορφή πυρίνων γλωσσῶν, καί ἡ πύρινη γλώσσα ἔχει δύο ἰδιότητες: φωτίζει καί θερμαίνει. Φωτίζει τόν νοῦ μέ τήν ἀληθινή γνώση τοῦ μυστηρίου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν πίστη πρός τό Πρόσωπό Του· καί θερμαίνει τήν καρδιά μέ τήν ἀληθινή ἀγάπη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ. Κατακαίει τά ἀγκάθια τῆς ἁμαρτίας καί ἀναζωογονεῖ τήν καρδιά. Ἡ ἀπιστία, μέ τήν ἔννοια αὐτή, ἰσοδυναμεῖ μέ τόν θάνατο τῆς ἁμαρτίας.

Ἄν ὁ Παράκλητος δέν βρεῖ χῶρο μέσα μας, γιά νά ἐνεργήσει, δέν θά λάβουμε τόν ὀρθό φωτισμό τῆς πίστεως, γιατί Ἐκεῖνος δέν πρόκειται ποτέ διά τῆς βίας νά καταφλέξει τά ἁμαρτήματα πού ὀρθώνονται ἐναντίον τῆς ἀλήθειάς Του. Ὅταν δέν εἴμαστε ἑνωμένοι μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα διά τῆς πίστεως, Τοῦ ἀρνούμαστε τό «δικαίωμα» νά διαλύσει τό νέφος τοῦ σκότους καί τῆς αὐταπάτης, στό ὁποῖο εἴμαστε βυθισμένοι. Ὥστε, ὅταν ὁ Παράκλητος ἔλθει, θά ἐλέγξει τόν κόσμο περί ἁμαρτίας, δηλαδή θά βεβαιώσει ὅτι ἡ ἁμαρτία τῆς ἀπιστίας δέν συγχωρεῖται.

Ὅσο γιά τόν πιστό, αὐτός ἀξιώνεται τέτοιων δωρεῶν τῆς χάριτος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε νά ἐπιτελεῖ τά ἴδια τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέει ὁ Κύριος, ὅποιος ἀπορρίπτει τά ἔργα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος βλασφημεῖ ἐναντίον Του, καί γι’ αὐτό δέν θά συγχωρηθεῖ ἀπό τόν Θεό (Μάτθ. 12, 31). Πῶς μποροῦν νά ἀνήκουν στόν Θεό ὅσοι ἀποδίδουν τά ἔργα τοῦ Χριστοῦ στόν Βεελζεβούλ; Ἀκόμη καί ἄν κάποιοι ἀπό αὐτούς ὑπῆρξαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν θεϊκῶν ἔργων Του, χάθηκαν ὄχι μόνο μέσα στήν ἀπιστία ἀλλά σέ ἀπερίφραστη βλασφημία (Ματθ. 12,24-27).

 

Ὅσον ἀφορᾶ τή δικαιοσύνη, ἡ κατάσταση εἶναι παρόμοια. Ἡ τέλεια, θεόπνευστη δικαιοσύνη ἤ ἀρετή καταλύει τήν ἁμαρτία καί μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά λάβουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τέτοια ἦταν ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κυρίου καθ’ ὅλο τό πάθος Του πάνω στόν Σταυρό: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23, 34). Ἡ ἀληθινή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ τέλεια ἀγάπη· ἀγάπη ἀκόμη καί γιά τούς ἐχθρούς. Πράγματι, ἡ στάση τοῦ Χριστοῦ ἀπέναντι στόν καθένα μας εἶναι αὐτή τῆς τέλειας ἀγάπης, ἀφοῦ ὅλοι εἴμαστε ἐχθροί Του. Ἀκόμη καί ὅταν συγκεντρωνόμαστε ὡς λαός Του, δέν εἴμαστε τίποτε ἄλλο παρά μία σύναξη ἐχθρῶν Του, ἀπό τήν ἄποψη ὅτι δέν Τόν ἀγαπᾶμε, ὅπως ἔχουμε χρέος, οὔτε ἀντικατοπτρίζουμε τή δόξα Του, ὅπως Ἐκεῖνος θά ἤθελε ἀπό μᾶς. Καί ὅμως, σέ αὐτή τή σύναξη προσφέρει τόν Ἑαυτό Του πρός βρῶσιν καί πόσιν, χορηγώντας μας τό Πνεῦμα τό Ἅγιο.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος διατείνεται ὅτι, ἄν ὁ Κύριος δέν εἶχε προφέρει τά λόγια αὐτά ἀπό τόν Σταυρό: «Πάτερ, ἅφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσιν», κανένας μας δέν θά μποροῦσε νά λάβει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Οἱ λόγοι Του ἔχουν αἰώνια ἰσχύ, γιατί ἐπισφραγίσθηκαν ἀπό τόν θάνατο καί τήν Ἀνάστασή Του. Ἐνεργοῦν λυσιτελῶς ὡς τό τέλος τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί στό ἐπέκεινα ἀκόμη. Μποροῦμε νά οἰκοδομήσουμε πάνω τους ὁλόκληρη τή ζωή μας δεόμενοι: «Ἀντιπαράθεσε τήν ἄβυσσο τῶν οἰκτιρμῶν Σου ἀπέναντι στό πλῆθος τῶν πλημμελημάτων μου», ὅπως διαβάζουμε στήν πρώτη εὐχή τῆς Πεντηκοστῆς. Πράγματι, οἱ ἁμαρτίες μας εἶναι μηδενικές συγκρινόμενες μέ τό πέλαγος τοῦ ἐλέους καί τῆς συμπάθειάς Του.

Συνεπῶς, θά ἐλέγξει τόν κόσμο ἀπό τήν ἄποψη τῆς δικαιοσύνης Του, τῆς ἀγάπης Του γιά τούς ἐχθρούς, τῆς ἀγάπης ἐκείνης πού ἐξαλείφει τήν ἁμαρτία. Κάποιος ἀπό τούς Πατέρες τῆς ἐρήμου ρωτήθηκε κάποτε ἀπό ἕναν εἰδωλολάτρη φιλόσοφο: «Πιστεύεις στόν Ἐσταυρωμένο;» Καί ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε: «Ναί, πιστεύω σέ Ἐκεῖνον πού κατάργησε τήν ἁμαρτία πάνω στόν Σταυρό». Ἀλλά καί ὁ ἅγιος Σιλουανός βεβαιώνει ὅτι, ἄν δέν ἀποκτήσουμε τήν ἀγάπη πρός τούς ἐχθρούς, ἡ σωτηρία μας εἶναι ἀβέβαιη. Ὄντως, ἡ δικαιοσύνη πού διακηρύχθηκε πάνω στόν Σταυρό αἴρει τήν ἁμαρτία τοῦ κόσμου καί ὑπερνικᾶ τόν ἄρχοντα τοῦ αἰῶνος τούτου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα θά ἐλέγξει ὅλη τήν ἀνθρωπότητα.

Τά τέκνα τοῦ παρόντος αἰῶνος, πού ἐφαρμόζουν τήν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, θά βρεθοῦν ἀναπολόγητα. Ἀλλά ὅσοι ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιο θά διατρανώσουν τή νίκη τοῦ Χριστοῦ στήν ἴδια τή ζωή τους, ἀναδεικνύοντάς Τον Νικητή καί Κατακτητή τοῦ κόσμου αὐτοῦ. «Μικρόν καί οὐ θεωρεῖτε με», εἶπε ὁ Κύριος (Ἰωάν. 16, 16). Αὐτό σημαίνει ὅτι ὄχι πιά Ἐκεῖνος, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὁ Παράκλητος θά ἐπικυρώσει τήν αἰώνια νίκη μας μέ τή νέα πραγματικότητα τῆς θεϊκῆς Του δικαιοσύνης.

Τέλος, ὁ Λυτρωτής θά ἐλέγξει τόν κόσμο σύμφωνα μέ πῶς κρίνει ὁ ἴδιος (ὁ κόσμος) τόν ἑαυτό του. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἀναφέρει στά γραπτά του ὅτι ὅλοι ὅσοι ἄγονται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν παύουν ποτέ νά μέμφονται τόν ἑαυτό τους καί νά πορεύονται πρός τά κάτω μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Παραθέτοντας τόν λόγο τοῦ πρώην ἡγουμένου του, ἀρχιμανδρίτου Μισαήλ, «ὁ Θεός δέν κρίνει δύο φορές», ὁ Γέροντας Σωφρόνιος διαβεβαιώνει ὅτι ἡ κρίση μας ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ αὐτομεμψία μας, προλαμβάνει καί ἐξαλείφει τή μέλλουσα κρίση γιά μᾶς. Μετά τόν Χριστό, ἄριστος διδάσκαλος τῆς ἀρχῆς αὐτῆς εἶναι ὁ καλός ληστής, πού ἀνέλαβε ἑκούσια κατάκριση γιά τόν ἑαυτό του, ἀποδεχόμενος ὡς δίκαιο τόν βασανισμό καί τόν θάνατό του καί ἀποδίδοντας δικαιοσύνη στόν συσταυρωμένο μαζί του δίκαιο Χριστό.

Γι’ αὐτό καί ἀμέσως ἀπαλλάχθηκε ἀπό τή μέλλουσα κρίση, ἀφοῦ εἰσῆλθε στόν Παράδεισο τήν ἴδια ἐκείνη ἡμέρα. Ὁ Θεός δέν ἐπρόκειτο νά τόν κρίνει γιά δεύτερη φορά. Ἀληθινή κρίση εἶναι ἡ ἀποδοχή τῆς ἀλήθειας γιά τόν ἑαυτό μας. Ὅταν ταπεινώνουμε κατά τό πνεῦμα τόν ἑαυτό μας ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ καί ὁμολογοῦμε τίς ἁμαρτίες μας, ἡ μέλλουσα κρίση ἀποδεικνύεται περιττή. Καί τότε ὁ Θεός μᾶς προσφέρει ἕνα ἐξαιρετικό δῶρο. Στό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο διαβάζουμε: «Ἐπιβαλοῦσιν ἐφ’ ὑμᾶς τάς χείρας αὐτῶν καί διώξουσι, παραδιδόντες εἰς συναγωγάς καί φυλακάς, ἀγομένους ἐπί βασιλεῖς καί ἡγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου· ἀποβήσεται δέ ὑμῖν εἰς μαρτύριον· θέσθε οὖν εἰς τάς καρδίας ὑμῶν μή προμελετᾶν ἀπολογηθῆναι· ἐγώ γάρ δώσω ὑμῖν στόμα καί σοφίαν, ᾗ οὐ δυνήσονται ἀντειπεῖν οὐδέ ἀντιστῆναι πάντες οἱ ἀντικείμενοι ὑμῖν» (Λουκ. 21, 12-15).

Τό νόημα εἶναι προφανές, ἄν ἑρμηνεύσουμε τόν στίχο σέ σχέση μέ τή δίωξη ἀπό τίς δυνάμεις τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ἀλλά τό ἴδιο ἰσχύει, ὅταν ἑκούσια κρίνουμε τόν ἑαυτό μας στρέφοντας ὅλη τή μομφή ἐναντίον μας. Τότε μᾶς δίδεται σοφία ἐν Πνεύματι Ἁγίω, πού γεννᾶ μέσα μας προσευχή μετάνοιας, ἡ ὁποία θά μᾶς δικαιώσει προλαμβάνοντας τή μέλλουσα κρίση τοῦ Κυρίου.

Ὅπως καί οἱ ἄλλες μορφές τοῦ «συσσεισμοῦ» τοῦ Κυρίου στήν καρδιά μας, οἱ ἔλεγχοι αὐτοί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μᾶς προετοιμάζουν γιά τήν ὑποδοχή τῶν χαρισμάτων Του. Ὅταν ὁμολογοῦμε τήν ἁμαρτία μας, ὅταν μιμούμαστε τόν Κύριο στήν ἀγάπη Του γιά τούς ἐχθρούς Του, καί ὅταν ἐθελούσια διατυπώνουμε κρίση ἐναντίον τῆς ἐκπεσμένης φύσεώς μας, ὁ συσσεισμός πού προξενεῖται «ἔνδον» φέρνει στήν ἐπιφάνεια τή βαθειά καρδιά μας, εὐπρεπίζοντάς μας κατάλληλα, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τό χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τή δωρεά τῆς αἰώνιας Βασιλείας, μέ τήν ὁποία πλατύνεται ἡ καρδιά τόσο, ὥστε νά περιπτύσσεται καί τόν οὐρανό καί τή γῆ.

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου,

Πιστοί στή διαθήκη τῆς Ἀγάπης,

ἔκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2012




Η εκδρομή των νεανικών μας συνάξεων

Με πολύ κέφι  και ζωντάνια έγινε και φέτος η εκδρομή της λήξης των νεανικών μας συνάξεων στην όμορφη κατασκήνωση του Θαβώρ στην Ελάνη της Χακιδικής. Με σύμμαχο τον υπέροχο καιρό  χαρήκαμε την όμορφη ανοιξιάτικη φύση και παίξαμε ασταμάτητα όλη  την  ημέρα. Στην απογευματινή ανάπαυλα και πριν το ταξίδι της επιστροφής, οι  πατρικές νουθεσίες των πατέρων του Ναού, γεμάτες με αγάπη Χριστού,   έκλεισαν με τον καλύτερο τρόπο την υπέροχη αυτή κατηχητική εμπειρία. Ραντεβού στην κατασκήνωση για ένα υπέροχο καλοκαίρι !!!




Κατασκήνωση Αγίου Μηνά 2018

 

Το καλοκαίρι έφτασε !!! Η όμορφη κατασκήνωσή μας, περιμένει τα παιδιά των Νεανικών Συνάξεων του Ναού μας. Στις σύγχρονες εγκαταστάσεις της κατασκήνωσης Θαβώρ της αδελφότητας της Οσίας Ξένης στην Ελάνη Κασσανδρείας  του Νομού Χαλκιδικής μέσα στη φύση, κοντά στο Θεό και στους αδερφούς ανανεωνόμαστε σωματικά και πνευματικά. Στις δυο κατασκηνωτικές περιόδους για τα αγόρια και τα κορίτσια, οι γεμάτες μέρες μας περνούν ευχάριστα και δημιουργικά, από το πρώτο πρωινό ξύπνημα μέχρι τη βραδινή προσευχή και το σιωπητήριο. Μέσα από τα ομαδικά παιχνίδια, τα αθλήματα, τις πορείες, τα τραγούδια, τις γιορτές, τις ταινίες και τις συζητήσεις μαθαίνουμε, διασκεδάζουμε και ψυχαγωγούμαστε. Με αποκορύφωμα τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της Εξομολόγησης και της Θείας Κοινωνίας γευόμαστε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και πνευματικού ανεφοδιασμού. Η κατασκήνωση γίνεται σημείο αναφοράς στη ζωή μας, μιας και η επιστροφή, μας βρίσκει πάντοτε γεμάτους με νέες εμπειρίες, φιλίες και στόχους. Καλη κατασκήνωση και φέτος φίλοι μας.

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ 7- 13 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΓΟΡΙΩΝ 13 – 19 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018

τιμή συμμετοχής  100 ευρώ

              Για δηλώσεις συμμετοχής παρακαλούμε επικοινωνήστε στον ιερό ναό με τον π. Κωνσταντίνο και τον π. Ηλία.

Μπορείτε να κατεβάσετε τη δηλωση συμμετοχής πατώντας σ αυτό το σύνδεσμο.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 




Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν

του μακαριστού Γέροντος Ευσεβίου Βίττη

Ἡ δυνατότητα τοῦ ὁρᾶν, τοῦ βλέπειν, ἡ θέαση τῶν ἀντικειμένων γύρω μας καὶ πρὸ πάντων τῶν συνανθρώπων μας, ἀποτελεῖ μία ἀπ’ τὶς πιὸ μεγάλες καὶ ὄμορφες δυνατότητες ἐπικοινωνίας. Ὅταν τὸ βλέμμα συναντᾶ τὸ βλέμμα, βρισκόμαστε στὴν πιὸ ἀποφασιστικὴ στιγμὴ ἐπικοινωνίας, ἐφ’ ὅσον φυσικὰ προϋπάρχουν καὶ οἱ ψυχολογικὲς προϋποθέσεις ποὺ δίνουν στὸ βλέμμα τὸ ἰδιαίτερο βάθος καὶ τὴ δυνατότητα διεισδύσεως. Τὸ ἕνα βλέμμα βυθίζεται μέσα στὸ ἄλλο μὲ τρόπο ἀνεξήγητο, μυστικό. Ὁ καθένας γίνεται ὑποκείμενο καὶ ἀντικείμενο θεωρίας ταυτόχρονα, θεωρὸς καὶ θεωρούμενος.

Τὸ βλέμμα προχωρεῖ βαθειὰ μέσα ἀπ’ τὴ ζωντανὴ θυρίδα τῶν ματιῶν. Ὅλη ἡ ψυχὴ γίνεται ματιὰ καὶ εἰσδύει στὴν ἄλλη ματιὰ ὅλη δὶ’ ὅλης. Ὁσοσδήποτε λόγος κι ἂν γίνει γιὰ τὴν ἀξία καὶ τὸν τρόπο λειτουργίας τοῦ βλέμματος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει σ’ ὅλο της τὸ βάθος καὶ τὴν ἔκταση τὴ σημασία τῆς ἐνέργειας «τοῦ θεωρεῖν».

Ἡ θέαση, «τὸ θεωρεῖν», ἔπαιξε πρωταρχικὴ σημασία στὴ σχέση μὲ τὸν Ἰησοῦ. Ὁ Ἰησοῦς ὑπῆρξε ἀντικείμενο θέας τῶν πρώτων μαθητῶν του. Τὸν εἶδαν, τὸν θεώρησαν. Καὶ μετὰ τὸν γνώρισαν καὶ προχώρησαν στὴ βαθύτερη καὶ μυστικότερη θεωρία του. Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης εἶναι πολὺ σαφής: «Ὅ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καὶ αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περὶ τοῦ λόγου τῆς ζωῆς· –καὶ ἡ ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρὸς τὸν πατέρα καὶ ἐφανερώθη ἡμῖν· –ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Ἰωάν. Α΄ 1-3).

Ἡ θέαση αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ σὰν ἀνθρώπου καὶ αἰσθητὰ ψηλαφητοῦ ἦταν ἀναγκαία, γιατί χωρὶς αὐτὴν θὰ ἦταν δυνατὸν νὰ ξεφύγει ἡ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ ἀπ’ τὸ συγκεκριμένο καὶ τὸ ὁρισμένο στὸ ἀόριστο καὶ ἀπροσδιόριστο, ἢ καλύτερα σ’ ἕνα θολὸ καὶ σκοτεινὸ μυστικισμό, ὅπου χάνονται τὰ ὅρια ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ στὸ πλασματικό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς ἐπιμένει: «Καὶ ἠμεῖς τεθεάμεθα καὶ μαρτυροῦμεν» (Α΄ Ἰωάν. δ΄ 14). Εἶναι ὅμως φανερὸ πὼς ἡ θέαση τοῦ Ἰησοῦ δὲν ἦταν, δὲν μποροῦσε νὰ εἶναι μία ἁπλὴ λειτουργία τῆς ὁράσεως. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ, δόξαν ὡς μονογενοῦς παρὰ πατρὸς»(Ἰωάν. α΄, 14). Ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε σάρξ, χωρὶς νὰ παύσει ὅμως νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν. Κάθε τί ποὺ γίνεται κάτι ἄλλο ἀποκτώντας τὶς ἰδιότητες ἐκείνου τοῦ ἄλλου, παύει νὰ εἶναι ὅ,τι ἦταν προηγουμένως. Εἶναι κάτι καινούργιο πιά.

Ὁ οἶνος ποὺ ἔγινε τὸ νερὸ στὶς ὑδρίες τοῦ θαύματος στὴν Κανὰ δὲν εἶχε πιὰ τίποτε τὸ κοινὸ μ’ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Μονάχα ὁ Λόγος μποροῦσε νὰ εἶναι ταυτόχρονα καὶ Λόγος καὶ «σὰρξ» ξεπερνώντας τῆς φύσεως τοὺς ὅρους. Τὸ φυσιολογικὸ βλέμμα ἔδειχνε τὸν Ἰησοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἦταν ἀρκετὸ νὰ δώσει πληροφορίες ἱκανοποιητικὲς γι’ αὐτόν. Χρειαζόταν καὶ ἄλλου εἴδους βλέμμα, γιὰ νὰ δεῖ καὶ τὸν Λόγο ποὺ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὴν «σάρκα». Χρειαζόταν μία εἰδικὴ δυνατότητα θεωρίας καὶ θεάσεως τῆς δόξας του, τῆς μοναδικῆς του δόξας σὰν Υἱοῦ Μονογενοῦς. Ποιὰ εἶναι ἡ εἰδικὴ αὐτὴ ματιά, ἢ καλύτερα, σὲ τί πρέπει νὰ μεταμορφωθεῖ ἡ ματιά, γιὰ νὰ θεωρήσει τὸν Ἰησοῦν ἀληθινὰ καὶ σωστά; Μᾶς τὸ λέει ὁ ἴδιος: «τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, ἵνα πᾶς ὁ θεωρῶν τὸν υἱὸν καὶ πιστεύων εἰς αὐτὸν ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον, καὶ ἀναστήσω αὐτὸν ἐγὼ τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ.» (Ἰωάν. στ΄ 40). Τὸ «θεωρεῖν» ἐδῶ γίνεται ταυτόσημο μὲ τὸ «πιστεύειν». Παύει δηλαδὴ τὸ βλέμμα νὰ ἀποτελεῖ μία καθαρὴ ἐνέργεια τῆς αἰσθήσεως μόνο. Τὸ βλέμμα γίνεται πίστη.

Τὸ θεωρεῖν ἔχει λόγον ὑπάρξεως τότε μόνον, ὅταν γίνεται ὄχημα πίστεως. Ἀλλιῶς μένει μία ἁπλὴ φυσιολογικὴ ἐνέργεια χωρὶς βάθος καὶ ἰδιαίτερη σημασία. «ἑωράκατέ με καὶ οὐ πιστεύετε» (Ἰωάν. στ΄ 36). Εἶναι μία διαπίστωση καὶ ἕνα παράπονο τοῦ Ἰησοῦ, γι’ αὐτοὺς ποὺ ἔμεναν στὸ πεδίο τῆς φυσιολογίας μόνον. Ἀλλὰ τὸ «θεωρεῖν» αὐτὸ γίνεται ἀφορμὴ καταδίκης. Γιατί ἐνέχει μέσα τοῦ τὸ στοιχεῖο τῆς κρίσεως. «εἰς κρῖμα ἐγὼ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἦλθον, ἵνα οἱ μὴ βλέποντες βλέπωσι καὶ οἱ βλέποντες τυφλοὶ γένωνται» (Ἰωάν. θ΄ 39) καὶ «εἰ τυφλοὶ ἦτε, οὐκ ἂν εἴχετε ἁμαρτίαν· νῦν δὲ λέγετε ὅτι βλέπομεν· ἡ οὖν ἁμαρτία ὑμῶν μένει» (Ἰωάν. θ΄ 41). Ὁ ἄνθρωπος καταδικάζεται στὴν περίπτωση αὐτὴ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του νὰ μένει στὸ χῶρο τοῦ γήινου καὶ τοῦ ἐγκόσμιου χωρὶς νὰ ἀξιώνεται νὰ γίνει θεωρὸς τῶν ἐπέκεινα.

Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν εἶναι τώρα καὶ σωματικὰ παρὼν στὸν κόσμο. Παύει ἄραγε ἡ δυνατότητα τοῦ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦν; Τώρα ἔχουμε ἀντιστροφὴ τοῦ ἄξονα θεωρεῖν-πιστεύειν. Γίνεται πιστεύειν-θεωρεῖν. Μὲ τὴν πίστη καθαρίζει τὸ βλέμμα καὶ προχωρεῖ στὴν ἄμεση ἐσωτερικὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ, καθαρίζει τὸ βλέμμα τῆς ψυχῆς. Καθαρίζει τὸ «διορατικόν», ὁ νοῦς, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μάτι τῆς ψυχῆς. Σ’ αὐτὸ ἐνεργεῖ καὶ ἕνας ἄλλος παράγων ποὺ θὰ τὸν δοῦμε πιὸ κάτω. Τώρα δημιουργοῦνται, μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε χωρὶς δυσκολία, ὅροι καὶ προϋποθέσεις καλύτερες «τοῦ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν», πολὺ καλύτερες ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ εἶχαν οἱ ἄνθρωποι τότε ποὺ ὁ Ἰησοῦς ἦταν καὶ σωματικὰ στὴ γῆ. «ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις;» (Ἰωάν. 10, 24),

Ἡ ἀμφιβολία καὶ ὁ δισταγμὸς βασάνιζαν τὶς καρδιὲς τῶν ἀκροατῶν του καὶ τότε, ἐφ’ ὅσον τὸ βλέμμα τους ἔμενε μόνο στὸν ραββί. Τὸν ἔβλεπαν, τὸν ἄκουγαν, τὸν ψηλαφοῦσαν, καὶ ὅμως ἔβλεπαν χωρὶς νὰ βλέπουν καὶ ἄκουγαν χωρὶς νὰ καταλαβαίνουν. «Τυφλοὶ τὰ τ’ ὦτα τὸν τὲ νοῦν τὰ τ’ ὄμματα». Δὲν λειτουργοῦσε ἡ ἐσωτερικὴ αἴσθηση, καὶ ἡ ἐσωτερικὴ ματιά. Γιατί; Κι’ ἂν ὑποθέσουμε πὼς ὑπῆρχε καλὴ διάθεση, ὅμως «οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ΄ 39). Ἔτσι ἐρχόμαστε στὸν παράγοντα ποὺ παίζει τὸν πιὸ ἀποφασιστικὸ ρόλο στὸ ζήτημά μας.

Ἡ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ δὲν εἶναι ζήτημα ἐξυπνάδας, ὀξύνοιας, ὀξυδέρκειας ἢ ἄλλων ψυχικῶν καὶ πνευματικῶν δεξιοτήτων. Δὲν εἶναι προνόμιο μερικῶν ψυχῶν ποὺ ρέπουν στὴ μυστικὴ καὶ ἐσωτερικὴ ζωή, ποὺ εὔκολα βυθίζονται σὲ ἐνοράσεις καὶ χάνονται σὲ κόσμους ἀνεξέλεγκτους καὶ αὐθαίρετης ὑποκειμενικότητας. Ὁ Ἰησοῦς χάνεται ἀπὸ τὸ αἰσθητὸ ὀπτικὸ πεδίο, «μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με», ἀλλὰ ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἀπομάκρυνσή του θὰ γίνει ἀφορμὴ νὰ τὸν ξαναδοῦν οἱ μαθηταί του καὶ τότε καὶ τώρα καθαρότερα: «καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα» (Ἰωάν. ιστ΄ 16). Ὁδηγὸς στὴ θέα αὐτὴν εἶναι ὁ Παράκλητος. Ἐκεῖνος εἶναι ὁ ὁδηγὸς «εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν». Ἐκεῖνος θὰ διδάξει καὶ θὰ ἀποκαλύψει τὴν ἀλήθεια καὶ γιὰ τὸν Ἰησοῦ. Ἐκεῖνος θὰ τὸν δοξάσει (Ἰωάν ιστ΄ 14 ἑ.). Θὰ μιλήσει γι’ αὐτὸν καὶ θὰ τὸν φανερώσει στὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ Ἰησοῦς ἔρχεται καὶ πάλι στὴν Ἐκκλησία του διὰ τοῦ Παρακλήτου. «μικρὸν καὶ οὐ θεωρεῖτέ με, καὶ πάλιν μικρὸν καὶ ὄψεσθέ με, ὅτι ἐγὼ ὑπάγω πρὸς τὸν πατέρα … καὶ ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ (ὅταν δηλ. θὰ ἔλθει ὁ Παράκλητος) ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδέν· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὅσα ἂν αἰτήσητε τὸν πατέρα ἐν τῷ ὀνόματί μου, δώσει ὑμῖν». Ὁ Παράκλητος μιλάει στὶς καρδιὲς καὶ φυτεύει τὴν πίστη. «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες»(Ἰωάν. κ΄ 29). Ἀπὸ τώρα δὲν θὰ εἶναι ἀναγκαία ἡ αἰσθητὴ ψηλάφηση. Τώρα πιὰ εἶναι κατατεθειμένη ἡ μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸ Πνεῦμα θὰ φανερώνει τὸ βαθύτερο καὶ μυστικότερο νόημά της.

Τὸ Πνεῦμα ὑπάρχει μέσα στὴν Ἐκκλησία. Τὸ ἀνήκειν στὴν Ἐκκλησία, τὸ εἶναι μέλος τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ μυστικὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τὸ ἐχέγγυο τῆς μετοχῆς στὸ Πνεῦμα καὶ τῆς χορηγήσεως ἀπὸ αὐτὸ τῆς δωρεᾶς «τοῦ ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν». Ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία ἀνήκει κανεὶς στὸν κόσμο καὶ «οὐ δύναται λαβεῖν» τὸ Πνεῦμα (Ἰωάν. ιδ΄ 17). Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Ἰησοῦ. Ὅλες οἱ προσπάθειες γιὰ τὴν ἀπομύθευση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν ἀνατομία της ὑπὸ τὸ φῶς τῆς γνώσεως τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ μὲ κριτήριο τὶς ἀνθρώπινες δυνατότητες κατανοήσεως δὲν κατέληξε παρὰ στὴν ἐξαφάνιση τοῦ Ἰησοῦ. Καθόλου παράξενο γιατί μετὰ τόση συζήτηση γίνεται λόγος «περὶ τίνος Ἰησοῦ τεθνηκότος ὃν ἔφασκεν ὁ Παῦλος ζῆν». (Πρ. κε΄ 19).

Τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα, ἀδύναμο καθὼς εἶναι, εἶναι ἀνίκανο νὰ ξεπεράσει τοὺς φυσικοὺς ὅρους, ποὺ τὸ διέπουν καὶ τὸ κρατοῦν δέσμιο τοῦ παρόντος, καὶ νὰ κατανοήσει καὶ ἀκόμη πιὸ πολύ, νὰ θεωρήσει τὸν Ἰησοῦ. Μέσα ὅμως στὴν Ἐκκλησία ἐμφανίζεται ὁ Ἰησοῦς. Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὁ Παράκλητος μᾶς ὁδηγεῖ στὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Μᾶς ἀποκαλύπτει τὸν Ἰησοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία στηριζόμενη στὸ θεμέλιο τῶν ἀποστόλων (Ἐφεσ. Β΄ 20) ποὺ κατέθεσαν μὲ τὸ αἷμα τοὺς τὴ μαρτυρία γιὰ τὸν Ἰησοῦ καὶ στὴ χειραγωγία τοῦ Πνεύματος ποὺ τὴν ἐμψυχώνει καὶ τὴν ὁδηγεῖ στὴν ἐσωτερικὴ γνώση τοῦ Ἰησοῦ, κινεῖται ἀνάμεσα στὶς δύο παρουσίες τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν ἱστορία. Καὶ ζεῖ μὲ τὴν μυστικὴ θεωρία του καὶ τὴν ἀναμονή του, ἕως ὅτου τὸν δεῖ «πρόσωπον πρὸς πρόσωπον» (Α΄ Κορ. Ιγ΄ 12). Τὴ θεωρία αὐτὴ τοῦ Ἰησοῦ τὴ ζεῖ κάθε ἀληθινὰ πιστὸς μὲ ἕνα τρόπο πολὺ προσωπικό, ἀλλὰ πραγματικὸ καὶ ἀληθινό. Ἔτσι ἐξηγεῖται ἡ σύμπτωση τῆς μυστικῆς ἐμπειρίας τῶν μεγάλων ἁγίων ποὺ τὴν καταθέτουν στὸ κοινὸ θησαυροφυλάκιο τῆς Ἐκκλησίας μας.

Μιλᾶμε γιὰ τὴ θεωρία τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ ἔννοια αὐτή, ἢ καλύτερα, ἡ πραγματικότητα ποὺ κρύβεται πίσω ἀπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφεῖ, ὅπως καὶ κάθε συναφὴς πραγματικότητα ποὺ ἀναφέρεται στὴν οὐράνια καὶ ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐκφρασθεῖ μὲ λέξεις, ποὺ ἀδυνατοῦν ἀκόμα καὶ τὴν περιγραπτὴ καὶ ἁπλὴ πραγματικότητα νὰ περιγράψουν. Αὐτὲς τὶς πραγματικότητες «οὐκ ἐξὸν ἀνθρώπῳ λαλῆσαι» στὴν ἀνθρώπινη γλώσσα (Β΄ Κορ. ιβ΄ 4). Καὶ γι’ αὐτὸ, τὸ λόγο τὸν ἔχει ἡ ἄμεση ἐσωτερικὴ βίωση καὶ ἡ φανέρωση τοῦ Πνεύματος. Ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖ μονάχα νὰ λεχθεῖ εἶναι τοῦτο: Τὸ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ δὲν εἶναι λέξεις χωρὶς ἀντίκρυσμα. Εἶναι μία ἀπρόσιτη πραγματικότητα ποὺ τὴν γεύονται ὅσοι εἶναι ὅλο φωτιὰ καὶ θεῖο ἔρωτα.

Ὧρες-ὧρες ἐκφράζεται καὶ μὲ δάκρυα καὶ μὲ ἐσωτερικὸ κατακλυσμὸ χαρᾶς καὶ ἀνείπωτης εὐτυχίας, μὲ συναισθηματικὴ εὐφορία καὶ πνευματικὴ ἀνάταση καὶ ἄρρητο γλυκασμὸ ποὺ εἶναι μία ἰσχυρὴ πρόγευση τοῦ Ἰησοῦ καὶ μία ἀνείπωτη παρηγοριὰ τοῦ πιστοῦ ποὺ γιὰ τὸν Ἰησοῦ πονᾶ, θλίβεται καὶ πάσχει στὸν κόσμο αὐτὸ καὶ μαρτυρεῖ ἀκόμα καὶ γιὰ χάρη του. Αὐτὰ ὅμως δὲν συμβαίνουν πάντοτε. Δὲν εἶναι ὁ κανόνας. Κανόνας εἶναι ἡ πίστη. Κανόνας εἶναι ἡ «ἐν ἐσόπτρῳ καὶ ἐν αἰνίγματι» θέαση τοῦ Ἰησοῦ (Α΄ Κορ.ιγ΄ 12).

Δὲν εἶναι σπάνιες οἱ περιπτώσεις ποὺ ἡ ψυχὴ στὸν ἀγώνα της καὶ στὴν πάλη της νὰ σταθεῖ πιστὴ καὶ ἀφοσιωμένη στὸν ποθητό της Νυμφίο περνάει ὧρες σκληρῆς ἀμφιβολίας καὶ δέρνεται μέσα στὴ συννεφιὰ καὶ τὴν φουρτούνα τῆς ἀβεβαιότητος. Ἀλλὰ στὴν κρίσιμη στιγμὴ φτάνει μία μικρὴ ἀνακίνηση τοῦ πυκνοῦ παραπετάσματος ἀπὸ τὴν πνοὴ τοῦ Πνεύματος γιὰ νὰ ἀφήσει νὰ διαφανεῖ ἡ ὑπάρχουσα πραγματικότης. Νὰ διαφανεῖ ὁ Ἰησοῦς…

Μερικοὶ συγκεκριμένοι «τρόποι» θεωρίας τοῦ Ἰησοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία:

1) Τὸ Μυστήριο τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Στὸ μυστήριο ὑπάρχει ὁ Ἰησοῦς. Στὸ Μυστήριο συνεχίζεται ἡ ἔνσαρκος οἰκονομία του μὲ τὸ ἴδιο καὶ πιὸ πολὺ τονισμένο τὸ στοιχεῖο τῆς ταπεινώσεως τοῦ Ἰησοῦ. Στὴν παράδοση τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας ἀναφέρονται περιπτώσεις ἁγίων ἀνθρώπων ποὺ «ἐθεώρουν» τὸν Ἰησοῦ κρυμμένο πίσω ἀπὸ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο. Ἐμεῖς οἱ κοινοὶ πιστοὶ δὲν τὸν θεωροῦμε μὲ τὸν τρόπο αὐτό. Τὸν βλέπουμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως. Πιστεύουμε πὼς εἶναι «οὐσιωδῶς παρὼν» στὴ Θ. Εὐχαριστία. Τὸν ἀγκαλιάζουμε μυστικά. Τὸν δεχόμαστε στὴν καρδιά μας.

Ὤ, σπάνιες στιγμὲς πνευματικῆς εὐφροσύνης! Νοιώθει κανεὶς πὼς τότε βρίσκεται στὴν προβαθμίδα τοῦ «θεωρεῖν τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ, ἥν δέδωκεν αὐτῷ ὁ Πατὴρ» (Ἰωάν. ιζ΄ 24). Μέσα στὸ Μυστήριο λοιπὸν μποροῦμε νὰ «ἀφορῶμεν εἰς τὸν τῆς πίστεως ἀρχηγὸν καὶ τελειωτὴν Ἰησοῦν» (Ἑβρ. ιβ΄ 2) μὲ ἀπόλυτη βεβαιότητα, μὲ τὴν ἴδια βεβαιότητα ποὺ μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ Πρωτομάρτυρας, ὅταν ἔλεγε: «θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα» (Πρ. ζ΄ 56).

2) Οἱ ἀδελφοί. Κάθε ἀδελφὸς εἶναι τὸ ἀντίτυπο τοῦ Ἰησοῦ. Πίσω ἀπὸ τὸν κάθε ἀδελφὸ κρύβεται ὁ Ἰησοῦς. Αὐτὸ ἀποτελεῖ πρώιμη συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας ὅπως βλέπουμε στὴ συνοπτικὴ παράδοση: (Ματθ. Κε΄ 31-46). Θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ σημαίνει στὴν πρακτικὴ κοινωνικὴ ζωὴ θεωρεῖν τὸν Ἰησοῦ στὰ πρόσωπα τῶν ἐλαχίστων ἀδελφῶν του. Ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης ἔχει δύο ἐκφράσεις ποῦ μιλοῦν γιὰ τὸ ζήτημα αὐτό; «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον, καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν» (Ἰωάν. ε΄ 24). Καί: «ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι μεταβεβήκαμεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν, ὅτι ἀγαπῶμεν τοὺς ἀδελφούς· ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν μένει ἐν τῷ θανάτῳ» (Α΄ Ἰωάν. γ΄ 14). Τόσο ἡ πίστη ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ὅσο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς εἶναι μετάβαση πρὸς τὴν ζωή. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ Ἰησοῦς εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ πίστη συγκλίνουν στὸ ἴδιο σημεῖο: στὸν Ἰησοῦ. Δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ ἀναχθεῖ στὴ θέα τοῦ Ἰησοῦ χωρὶς τὰ δύο αὐτὰ φτερά.

3) Ἡ γενικότερη συνεπὴς ἐφαρμογὴ τῆς ἐντολῆς τοῦ Ἰησοῦ. Ἡ σύγκρουση μὲ τὴν πραγματικότητά μας, τὴν καθόλου εἰδυλλιακὴ, ἁμαρτωλὴ πραγματικότητά μας μὲ τὶς ἀσκήμιες της καὶ τὶς τρικλοποδιὲς ποὺ μᾶς βάζει στὴν προσπάθειά μας νὰ φανοῦμε συνεπεῖς, μᾶς βγάζει ἀπὸ τὶς αὐταπάτες καὶ τὶς φαντασιοπληξίες, ἀλλὰ καὶ μᾶς στερεώνει περισσότερο στὴν ἐπιθυμία τοῦ «ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν». Θέλεις νὰ δεῖς τὸν Ἰησοῦ; Ἀγάπησέ τον θερμά, ὅσο γίνεται πιὸ θερμά, πιὸ δυνατά, πιὸ παράφορα. Θέλεις νὰ δοκιμάσεις γνησιότητα τῆς ἀγάπης σου πρὸς τὸν Ἰησοῦ; Τήρησε τὶς ἐντολές του, ὅσο κι ἂν εἶναι δύσκολη ἡ ἐφαρμογή τους. «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με· ὁ δὲ ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπὸ τοῦ πατρός μου, καὶ ἐγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν»(Ἰωάν. ιδ΄ 21).

Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θέα τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι ὁ ὁμαλὸς καὶ ἀσφαλὴς δρόμος, στὸν ὁποῖο πατοῦμε μὲ τὸ ἕνα πόδι, δηλ ἡ πραγματικότητα στὴν ὁποία ζοῦμε, ἐνῶ μὲ τὸ ἄλλο πόδι πατοῦμε στὴν ἄλλη πραγματικότητα, τὴ μυστική, τῆς ὁποίας εἴμαστε δυνάμει μέτοχοι. Τηρώντας κανεὶς τὴν ἐντολὴ τοῦ Ἰησοῦ φεύγει ἀπ’ τὴν πραγματικότητα τοῦ κόσμου καὶ μπαίνει στὴν ἱερὴ περιοχὴ τῆς νοσταλγίας του καὶ τῶν μυστικῶν πόθων του. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι μία προσπάθεια νὰ ἀρθεῖ ἡ αὐλαία τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἁμαρτίας ποὺ παρεμβάλλονται ἀνάμεσα σέ μᾶς καὶ στὸν Ἰησοῦ. Ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν εἶναι ἡ προχώρηση γιὰ νὰ συναντήσουμε τὸν Ἰησοῦ, ποὺ ἔρχεται γιὰ νὰ «ἐμφανίση ἑαυτὸν» καὶ «νὰ θεωρῶμεν τὴν δόξαν αὐτοῦ».

Εἶναι τόση ἡ εὐτυχία καὶ ἡ μακαριότητα τῆς ψυχῆς ποὺ «εἶδε», ἔστω καὶ ἀμυδρὰ τὸν Ἰησοῦ, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ μένει μόνη στὴ θέα αὐτή, θέλει καὶ ἄλλες ψυχὲς νὰ γευτοῦν τὴν ἴδια πραγματικότητα. Ἡ μακαριότητα τῆς σὺν-θέας, τῆς σὺν-θεωρήσεως γίνεται αὐτόματα πιὸ μεγάλη, πιὸ βαθειά. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦ δὲν παρέμειναν σὲ μία ἀδράνεια, ἀλλὰ σκορπίστηκαν στὸν τετραπέρατο κόσμο καὶ διεκήρυξαν: «ὃ ἑωράκαμεν καὶ ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καὶ ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καὶ ἡ κοινωνία δὲ ἡ ἡμετέρα μετὰ τοῦ πατρὸς καὶ μετὰ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ» (Α΄ Ἰωάν. α΄ 1-3). Εἶναι φανερὸς ὁ σύνδεσμος θέας καὶ μαρτυρίας. Θεάσεως καὶ ἀπαγγελίας, καὶ εὐαγγελισμοῦ καὶ σὺν-κοινωνίας καὶ ἄλλων στὸ ἄρρητο αὐτὸ θέαμα.

Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικὸ καὶ ἡ βιωματικὴ ἀφετηρία κάθε ἱεραποστολικῆς προσφορᾶς καὶ προοπτικῆς. Τίποτε ἄλλο. Τὰ ἄλλα ὅλα εἶναι δευτερεύοντα συμπληρώματα. Ἡ πηγὴ τῆς ἱεραποστολικῆς θέρμης καὶ δράσεως εἶναι τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ ἱεραπόστολος «εἶδε» καὶ θεᾶται ἐξακολουθητικὰ τὸν Ἰησοῦ. Καὶ γίνεται ἡ βίωσή του αὐτὴ φωνή. Καὶ γίνεται ὅλη φωτιά. Καὶ συνεχίζει μὲ ἐσωτερικὴ βεβαιότητα τὸ ἔργο ἐκείνων ποὺ πρῶτοι εἶδαν τὸν Ἰησοῦ. Τὸν ἀνακάλυψαν ἐκεῖνοι καὶ μᾶς εἶπαν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ βρῆκαν. Τὸν γευτήκαμε καὶ ἐμεῖς ἐλάχιστα καὶ βλέπουμε ὅτι εἶχαν τόσο δίκαιο στὶς διακηρύξεις τους.

Αὐτὴ ἡ ἐλάχιστη ἐμπειρία μας πρέπει νὰ γίνει πιὸ μεγάλη καὶ πιὸ βαθειά. Νὰ ἀνάβει τὴ λαχτάρα νὰ θεαθοῦμε πιὸ πολὺ τὸν Ἰησοῦ. Νὰ τὸν θεαθοῦμε ὅσο γίνεται καὶ στὴ γῆ τούτη, ἀλλὰ νὰ τὸν θεώμεθα καὶ στὸν οὐρανὸ ὅπου «πάντοτε σὺν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α΄ Θεσ. δ΄17) «θεωροῦντες τὴν δόξαν» του (Ἰωάν. ιζ΄ 24) προχωρώντας ἐκ μακαριότητος εἰς μακαριότητα…

 

Πηγή κειμένου : imaik.gr




ΤΙ ΘΑ ΜΟΥ ΕΛΕΓΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΗΜΕΡΑ;

 

του μακαριστού Γέροντος Ευσεβίου Βίττη

 

«Ακούσομαι τι λαλήσει εν εμοί ο Κύριος». Θα αφουγκρασθώ τι θα μου πη ο Κύριος στα βάθη της καρδίας μου. Αυτό λέει ο ιερός ψαλμωδός. Και όντως άκουγε τον ψίθυρο του Θεού η αγαπημένη του εκείνη καρδιά. Και ό,τι άκουγε μας το έλεγε ο προφήτης. Και επειδή ήταν λόγος του Θεού, έμεινε στους αιώνες διαχρονικά μέχρι σήμερα. Και μας στηρίζει.

Η δική μου όμως καρδιά δεν είναι τέτοια, Κύριε μου Ιησού, ώστε να λαλής σε αυτήν και αυτή να ακούη τα θεία Σου λόγια, όπως ο ιερός Σου προφήτης. Όμως μίλησες, όταν βρισκόσουν στη γη.

Και τότε είπες ό,τι πιο σημαντικό για όλους και για μένα. Με βάση λοιπόν από ό,τι είπες και διαχρονικά μένει μέχρι σήμερα αναλλοίωτο, προσπαθώ να κάνω μια σύνθεση αυτών, που θα μου έλεγες ακριβώς σήμερα, γιατί δεν έπαψες να είσαι παρών πάντα στην Εκκλησία Σου και ιδιαίτερα πάντα παρών «όπου εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το όνομά Σου». Και είναι το ίδιο σαν και τότε. Γιατί ξέρω, Κύριε, ότι Εσύ δεν φλυαρείς και δεν μου λες περιττά πράγματα ή δεν λες και ξαναλές, ό,τι ήδη μου είπες μέσω του ιερού Σου Ευαγγελίου και των θείων Αποστόλων Σου. Ό,τι λες, το λες μια για πάντα. Και έχει αξία για όλους και για όλα. Πάντοτε. Και σήμερα ετούτη τη στιγμή. Και επομένως θα μου είναι επίκαιρο. Γι’ αυτό και τολμώ τη σύνθεση αυτών, που θα μου έλεγες και σήμερα. «Τείνω λοιπόν το ους μου», τεντώνω το αυτί της καρδίας μου, και ακούω τι θα είχες να μου πης με όλο μου το σεβασμό και όλη την αγάπη της καρδιάς μου και όλη μου την αφοσίωση, που Σου αξίζει. Να, τι ακούω να μου λες:

«Ψυχή, που λαχταράς να ακούσης το λόγο μου, δεν είναι ανάγκη να ξέρης πολλά ούτε να κάνης κάποιες ειδικές σπουδές ή να πας σε κάποια σεμινάρια, για να ευαρεστήσης ενώπιον μου. Αρκεί να με αγαπάς πολύ και να είσαι έτοιμη να κάνης το θέλημά μου, γιατί αυτό είναι για σένα σωτήριο. Δεν σου το έχω ήδη δηλώσει: «Ο τηρών τας εντολάς μου, εκείνος εστίν ο αγαπών με»;
-Ναι, Κύριε μου Ιησού. Έτσι είναι. Κι εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω, όσο κι αν πέφτω. Όμως φροντίζω να σηκώνωμαι με τη χάρη Σου. Λοιπόν Σε ακούω, Κύριε.
«Μίλα μου, ψυχή αγαπημένη, που λες πως με αγαπάς, όπως θα μιλούσες στη γλυκεία μανούλα Σου, όταν σε είχε στη θερμή της αγκαλιά, ή στα γόνατα του αγαπημένου σου πατέρα και ένιωθες τους χτύπους της καρδιάς τους της γεμάτης αγάπη για σένα».
Και σε ρωτώ:
Δεν έχεις κάποιες παραγγελίες να μου κάνης;
Πες μου τα ονόματα των γονιών σου, των συγγενών σου, των φιλικών σου προσώπων, των προσώπων, που έτσι ή αλλιώς βρίσκονται στο περιβάλλον σου, στη δουλειά σου, στις κοινωνικές σου σχέσεις. Και μετά τα ονόματα ανάφερε μου τι θέλεις να κάνω για το καθένα. Δεν έκανε το ίδιο ο Ιάειρος; «Το θυγάτριόν μου, είπε, εσχάτως έχει, (παρακαλώ σε) ίνα ελθών επιθής αυτή τας χείρας σου, όπως σωθή και ζήσεται» (Μάρ. ε’ 22). Δεν έκανε το ίδιο ένας πονεμένος πατέρας για τον δαιμονισμένο γιο του; Δεν μου ανέφερε δακρυσμένη η Χαναναία μάνα για την κόρη της; Δεν έκραξαν σε μένα οι δυο τυφλοί ζητώντας να τους χαρίσω το φως τους; Το ίδιο και τόσοι άλλοι, τόσοι άλλοι;
Πες μου λοιπόν τι θέλεις γι’ αυτούς και ζήτα το με θέρμη πολλή και πίστη ταπεινά και επίμονα. Αγαπώ πολύ τις ευγενικές καρδιές, που λησμονούν τον εαυτό τους χάριν των άλλων.
Μίλα μου
για τους φτωχούς, που θέλεις να ελαφρύνης την κατάστασή τους·
για τους αδικημένους, που καταπιέζονται·
για τους συκοφαντημένους, που δεν μπορούν να αποδείξουν την αθωότητά τους·
για τους αρρώστους, που υποφέρουν·
για τους κακούς, που θα ήθελες να μεταστραφούν στο καλό·
για τους μοναχικούς, που μαραζώνουν στη μοναξιά τους·
για τους απογοητευμένους από τη ζωή· για τους βυθισμένους στο βούρκο της αμαρτίας και περικλεισμένους στη φυλακή των παθών τους· για τους ποικίλως ψυχικά αρρώστους· για τα πρόσωπα, που κάποτε σε αγαπούσαν, αλλά τώρα απομακρύνθηκαν από σένα, αλλά τόσο πολύ θα ήθελες να ξανάρθουν πάλι κοντά σου·
για όλους, για όλους και όλα, που νιώθεις την ανάγκη να πης θερμόν έναν λόγο, ένα αίτημα ιερό, μια ικεσία ολοκάρδια.
Μην ξεχνάς πως έχω υποσχεθή να ακούω κάθε προσευχή, που αναδύεται από τα βάθη της καρδιάς και που με τα φτερά της αγάπης με ταχύτητα αφάνταστα πιο μεγάλη από το φως διασχίζει τα άπειρα ύψη και φτάνει μπρος στον ουράνιο θρόνο μου ως ευάρεστη και ιερή προσφορά. Αυτού του είδους τις προσευχές δεν περιμένω πάντα ανυπόμονα;
Δεν έχεις να μου ζήτησης κάποιες χάρες;
Γράψε, αν έτσι το θέλης, έναν κατάλογο, όσο μακρύς κι αν είναι, όλων όσα λαχταράς, όλων των αναγκών σου και ανάφερέ τες στην αγάπη μου. Όχι πως δεν τα ξέρω όλα. Τα ξέρω όλα προτού καν να τα έχης συνειδητοποιήσει. Όμως θέλω να τα ακούσω με τη δική σου φωνή. Θέλω να μου πης ελεύθερα και αγαπητικά ό,τι και όπως το νιώθεις, ό,τι και όπως και όσο το λαχταράς.

Και πες μου, ψυχή αγαπημένη, με όλη την απλότητα, ότι είσαι
δούλη των αισθήσεων σου,
σκλάβα των παθών σου,
δέσμια της υπερηφανείας σου,
πληγωμένη από την ευθιξία σου,
εγωιστική όσο δεν το φαντάζεσαι,
χαλαρή χωρίς προηγούμενο,
φιλύποπτη χωρίς λόγο,
φίλαυτη χωρίς όρια,
αδιάφορη και αμελής,
δυσκίνητη σαν παράλυτη,
δεμένη πολύ με τον κόσμο,
ολιγόπιστη στις δοκιμασίες σου,
πάμφτωχη σε αρετές,
με ασήμαντη πνευματική πρόοδο και ό,τι άλλο. Και ζήτα μου να έρθω να σε βοηθήσω στις προσπάθειες, που καταβάλλεις, στις πτώσεις σου, στις αγωνίες σου, στις απογοητεύσεις σου.
Φτωχό μου παιδί, μην κοκκινίζεις από ντροπή! Ξέρω την κατάστασή σου πιο καλά από σένα, αλλά πρέπει εσύ να εκθέσης τον εαυτό σου. Διστάζεις; Μα γιατί; Λησμονείς πως πολλοί άγιοί μου, που τώρα ζουν ένδοξοι στον ουρανό μαζί μου, είχαν τα ίδια ή και χειρότερα πάθη και ίδιες και σημαντικώτερες πτώσεις και αμαρτίες;

Μη ξεχνάς κάποια Μαρία Αιγυπτία, κάποια Ταϊσία, κάποια Πελαγία, κάποιους Ζακχαίους και άσωτους, κάποιους μεγάλους αμαρτωλούς… Όλοι αυτοί σιγά σιγά διορθώθηκαν, αγιάσθηκαν, σώθηκαν, δοξάσθηκαν.
Μη διστάσης ακόμη να μου ζήτησης ό,τι καλό και για το σώμα σου, το μυαλό σου, ολόκληρο το είναι σου, δηλαδή υγεία, ευεξία, σωστή λειτουργία του λογικού σου, εσωτερική ισορροπία, αισιοδοξία, δυναμισμό, επιτυχία στις τίμιες προσπάθειές σου και ό,τι άλλο νιώθεις ως πιεστική ανάγκη. Μπορώ όλα να σου τα δώσω, αρκεί όλα, ή κάποια από αυτά, να είναι όντως απαραίτητα για τον αγιασμό και τη σωτηρία σου. Πρόσεξε όμως: τα μέτρα μου δεν είναι γήινα, αλλά ουράνια. Μετρώ με μέτρο τη μακαριότητα του ουρανού, με έκταση την αιωνιότητα… Τι θέλεις όμως για σήμερα; Πες μου το. Και αν σε συμφέρη αληθινά, θα το έχης. Και ξέρεις πόσο θέλω το καλό σου!
Δεν έχεις κάποια σχέδια και προοπτικές;
Ανάφερε μου τα όλα. Αφορούν το τώρα, το μέλλον σου, τη δουλειά σου, την τακτοποίησή σου στη ζωή, θέλεις να προσφέρης κάποια χαρά στους γονείς σου, στα μέλη της οικογένειάς σου, σε ψυχές, που συνδέονται μαζί σου, σε κάποιους, που δοκιμάζονται πολύ; Σε ό,τι τέλος πάντων; Κάνε το χωρίς δισταγμό.
Ως προς εμένα δε, ψυχή μου αγαπημένη, δεν έχεις κάποιο ενδιαφέρον ιδιαίτερο για την μαζί μου σχέση τους; Δεν θέλεις να κάνης κάτι πολύ καλό για τα φιλικά σου πρόσωπα, για όσους αγαπάς πολύ, αλλά με έχουν ξεχάσει; Πες μου ποια είναι τα ενδιαφέροντά σου και τα κίνητρα, που σε ωθούν, και ποια μέσα θα ήθελες να χρησιμοποιήσης για το καλό τους…
Κατάθεσέ μου τις αποτυχίες σου και ζήτα μου να σου υποδείξω τις αιτίες τους. Τι σε ενδιαφέρει για το έργο σου; Είμαι, παιδί μου, Κύριος των καρδιών και μπορώ να τις οδηγήσω, όπου θέλεις, σύμφωνα βέβαια πάντα με τις αρχές, που κατέγραψα με το αίμα μου πάνω στον σταυρό. Και θα τους φέρω σιγά σιγά κοντά σου, συνοδοιπόρους σου, αρκεί να μην προβάλλουν πεισματικά εμπόδια, γιατί ποτέ δεν καταπατώ το δώρο της ελευθερίας, που τους χάρισα.
Δεν έχεις στενοχώριες;
Ω παιδί μου αγαπημένο, πες μου τις στενοχώριες σου με κάθε λεπτομέρεια. Τι σε κάνει να κουράζεσαι, να απογοητεύεσαι, να δυσκολεύεσαι, να στενοχωριέσαι;
Τι ή ποιος τσαλακώνει την καρδιά σου; Ποιος έχει συντρίψει τη φιλαυτία σου; Ποιος σε υποτίμησε η σε περιφρόνησε; Πες μου τα όλα, όλα χωρίς δισταγμό. Θα σε ανακουφίση αυτό. Και τελειώνοντας την αναφορά σου αυτήν πρόσθεσε μου, ότι συγχωρείς όλα και όλους, ότι τα λησμονείς όλα, ότι δεν θα επιτρέψης να σου διώξουν αυτά την ειρήνη σου και δεν θα μειώσουν την αγάπη, που όλα τα συγχωρεί. Και εγώ θα σε ευλογώ.
Μήπως σε φοβίζουν κάποια κουραστικά ζητήματα; Υπάρχουν στην ψυχή, είναι αλήθεια, κάποιοι ακαθόριστοι φόβοι, που ενώ είναι αδικαιολόγητοι, όμως σε κάνουν να τρομάζεις; Εμπιστέψου τον εαυτό σου πλήρως σε μένα και την πρόνοιά μου για σένα. Βρίσκομαι παντού, ιδιαίτερα όμως πολύ κοντά σου, μέσα σου. Τα βλέπω όλα, όσα σε αφορούν. Τα ξέρω όλα. Και μπορώ τα πάντα ως παντοδύναμος. Μη φοβάσαι επομένως. Δεν θα σε αφήσω.
Μήπως υπάρχουν γύρω σου καρδιές, που σου φαίνονται λιγώτερο καλές από άλλοτε και που η αδιαφορία τους ή το ότι ίσως σε λησμόνησαν τις έκαναν να απομακρυνθούν από κοντά σου, αν και εσύ δεν έκανες τίποτε γι’ αυτή τους την απομάκρυνση; Παρακάλεσέ με θερμά και από τα βάθη της ψυχής σου και εγώ θα τις ξαναφέρω κοντά σου, αρκεί να σου είναι χρήσιμες και αναγκαία η παρουσία τους για τον αγιασμό σου. Αλλιώς λησμόνησε τες καλύτερα κι εσύ, όσο κι αν αυτό σου κοστίζει.
Τέλος.
Δεν έχεις κάποιες χαρές να μου ανακοίνωσης;
Γιατί, αλήθεια, να μη με κάνης μέτοχον κάθε χαράς σου; Πες μου π.χ. ποιος από χτες ή προχτές ή τέλος πάντων τελευταία ήρθε να σε παρηγορήση, να σε ενθαρρύνη,να σε βοηθήση σε κάποια δυσκολία σου, να σου χαρίση ένα χαμόγελο, προκαλώντας έτσι και ένα δικό σου;
ποιος και πώς σε έκανε να χαρής; Μπορεί να είναι
κάποια επίσκεψη απρόσμενη,
κάποιο γράμμα ενθαρρυντικό,
μια αγγελία που σε έκανε ευτυχισμένη,
ένας φόβος, που ξαφνικά εξαφανίσθηκε,
μια επιτυχία, που αμφέβαλλες, ότι θα πραγματοποιηθή,
ένα δείγμα αγάπης δυνατό,
ένα ενθύμιο ή δώρο ακριβό αγάπης και φιλίας,
μια δοκιμασία, που σε δυνάμωσε τελικά.
Όλα αυτά και τόσα άλλα καλά, εγώ τα φρόντισα
και τα φροντίζω για σένα, ψυχή αγαπημένη. Πώς λοιπόν να μη μου δείξης τη χαρά σου, την ευγνωμοσύνη σου και να μη μου επαναλαμβάνης ασταμάτητα τις «εκ βαθέων» ευχαριστίες σου;

Μην ξεχνάς, ψυχή αγαπημένη, ότι η ευγνωμοσύνη τραβάει την ευεργεσία κοντά της. Μη λησμονείς, ότι η ευγνωμοσύνη συγκινεί τον ευεργέτη.

Μη σου ξεφεύγει πως η ευγνωμοσύνη εξευγενίζει και ομορφαίνει αφάνταστα την ψυχή, την κάνει ιδιαίτερα χαριτωμένη και πάρα πολύ άξια περισσότερων χαρίτων και ελέους!».

Αυτά δεν θα μου έλεγες σήμερα, Ιησού γλυκύτατε; Τα άκουσα με αφάνταστη χαρά. Για όλα αυτά Σε ευχαριστώ και θα Σε ευχαριστώ πάντα «εκ ψυχής», Κύριε μου, Κύριε της αγάπης και του ελέους. Και θα συμμορφωθώ με όλες τις υποδείξεις Σου. Είναι τόσο όμορφες και πηγή ευλογιών Σου για μένα! Αμήν!

ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ ΕΥΣΕΒΙΟΥ ΒΙΤΤΗ
Προσευχητικές και εξομολογητικές πατρικές ικεσίες
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” 




Εκδρομή των κατηχητών των νεανικών μας συνάξεων στη λίμνη Πλαστήρα και στα Μετέωρα

Με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των Αγίων  του Ιερού Ναού μας, πραγματοποιήσαμε στις 11 και 12 Απριλίου εκδρομή των κατηχητών των νεανικών μας συνάξων στη λίμνη Πλαστήρα και στα Μετέωρα. Το κέφι και η  διάθεση για ξεκούραση και πνευματική γνωριμία μεταξύ μας,  γέμισε την εκδρομή μας με πολύτιμες εμπειρίες και όμορφες αναμνήσεις.

ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΚΟΝΤΑΡΙΩΤΙΣΣΑΣ

Στο μοναστήρι του Οσίου Εφραίμ Κονταριώτισσας

 

Ο όμορφος εσωτερικός χώρος του μοναστηριού του Οσίου Εφραίμ

 

Οσιος Εφραίμ Κονταριώτισσας

 

Στον όμορφο εσωτερικό του μοναστηριού

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 




Ἡ Κυριακή του Πάσχα

Fr.Lev Gillet

«Αὔτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων!…»ψάλλουμε στὴν ὀγδόη ὠδὴ τοῦ πασχαλιάτικου Ὄρθρου.

Ἡ Κυριακή του Πάσχα ὀνομάζεται «πανήγυρις πανηγύρεων». Θὰ ἦταν θεολογικὰ ἀνακριβὲς νὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι, κατὰ τρόπο ἀπόλυτο, ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Εἶναι βέβαια σπουδαιότερη ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ἢ τὰ Θεοφάνεια, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι λιγότερο σημαντικὴ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση. Ὡστόσο οἱ Πασχάλιες πανηγύρεις -καὶ ἐδῶ πρέπει στὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα νὰ συνδέσουμε καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ- δίνουν στὸ Μυστήριο τῶν Χριστουγέννων τὸ πλήρωμα τοῦ περιεχομένου τους καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἀναγκαῖο προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Πάσχα εἶναι λοιπὸν τὸ κέντρο, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ πυρήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἐξαρτᾶται ὅλος ὁ λειτουργικὸς κύκλος, ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτὴ καθορίζονται ὅλες οἱ κινητὲς γιορτὲς τοῦ ἡμερολογίου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διακηρύσσεται μὲ κάθε ἐπισημότητα κατὰ τὸν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται εἴτε τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ πολὺ νωρίς, εἴτε κατὰ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Πρὶν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία ὁ κεντημένος «Ἐπιτάφιος», ποὺ εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω στὸ ἀνθοστόλιστο κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, μεταφέρεται στὸ ἱερὸ καὶ τοποθετεῖται στὴν Ἁγία Τράπεζα. Μετὰ ἀπὸ τὸν κανόνα μὲ τὶς ἐννέα Ὠδὲς ποὺ ψάλλονται καὶ ἀπόψε, ὁ προεξάρχων ἐπίσκοπος ἢ ἱερέας ἐμφανίζεται στὴν Ὡραία Πύλη. Κρατᾶ ἕνα ἀναμμένο κερί, ἐνῶ ὁ χορὸς ψάλλει τό, «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν» .

Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς μας πίστης ὡς μυστήριο τοῦ Φωτός. Ἐκεῖνο τὸ Φῶς, τοῦ ὁποίου τὴ γέννηση ὑπέδειξε τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεέμ, ἔλαμψε ἀνάμεσά μας μὲ μία λάμψη διαρκῶς αὐξανόμενη· τὸ σκότος τοῦ Γολγοθᾶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ σβήσει. Ξαναφέγγει τώρα ἀνάμεσά μας καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναμμένα κεριὰ ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους οἱ πιστοὶ μαρτυροῦν τὸν θρίαμβό Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηλώνεται ἡ βαθιὰ πνευματικὴ σημασία τοῦ Πάσχα. Ἡ σωματικὴ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν γιὰ μᾶς χωρὶς σημασία, ἂν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ δὲν καταύγαζε ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἐσωτερικό μας. Δὲν μποροῦμε νὰ γιορτάσουμε ἐπάξια τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἂν μέσα στὴν ψυχή μας τὸ φῶς ποὺ ἔφερε ὁ Σωτήρας μας δὲν νικήσει ἐντελῶς τὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Σχηματίζεται πομπὴ ἡ ὁποία βγαίνει ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ σταματᾶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, μπροστὰ στὴν εἴσοδο. Διαβάζουν τότε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Μάρκο (16: 1-8) καὶ στὴ συνέχεια ψάλλουν τὸ μεγαλόπρεπο θριαμβευτικὸ ἀντίφωνο τοῦ Πάσχα:

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτω θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Τὸ ἀντίφωνο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορές. Ὅταν ἡ πομπὴ ἐπιστρέψει στὸν ναό, ψάλλεται ὁ Ἀναστάσιμος Κανόνας ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό:

«Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί…» «Φωτίζου, φωτίζου, ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ…» «Ώ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ…»

Οἱ πιστοὶ ἀσπάζονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ χαιρετισμὸς εἶναι «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς  Ἀνέστη!».

Ὁ Ὄρθρος ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως: Στοὺς ἀποστόλους ὁ Ἀναστημένος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις».

Ἴσως μᾶς φανεῖ παράξενο ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι μία ἀκόμη διήγηση τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Ἐκκλησία στὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἐπιλέγει τὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου: «Ἐν ἀρχὴ ἦν ὁ Λόγος…». Ἴσως ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς νὰ εἶναι ἡ προτίμηση τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν γιὰ ὅ,τι συμβαίνει «ἐν πνεΰματι» -πέρα ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ- ὑπάρχει ἡ νίκη τοῦ φωτὸς ἐπὶ τοῦ σκότους. Διότι ὁ στίχος «καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτία φαίνει καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβε» δὲν σημαίνει ὅτι τὸ σκότος δὲν δέχθηκε τὸ φῶς, ἀλλὰ μᾶλλον ὅτι τὸ σκότος στάθηκε ἀνίκανο νὰ ἐλέγξει καὶ νὰ σβήσει τὸ φῶς, αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ ὁποίου τὸν θρίαμβο βλέπουμε σήμερα. «Καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ…». Ἴσως, ἐπίσης, ἐπειδὴ ἡ γιορτὴ αὐτὴ μιλᾶ περισσότερο στὴν ψυχὴ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, θέλησε ἡ Ἐκκλησία νὰ τοὺς δώσει αὐτὴ τὴ συγκλονιστικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὸ τέταρτο Εὐαγγέλιο, ὡς ἐπιτομὴ ὁλόκληρου τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος.

Στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας διαβάζεται ἡ ὡραία Ὁμιλία ποὺ ἀφιερώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὸ Ἅγιο Πάσχα. Παραθέτουμε ἀποσπασματικὰ κάποιες φράσεις:

«…Εἴ τις ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τὸ δίκαιον ὄφλημα… εἴ τις μετὰ τὴν ἕκτην ἔφθασε, μηδὲν ἀμφιβαλλέτω, καὶ γὰρ οὐδὲν ξημιοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τὴν ἐνάτην προσελθέτω μηδὲν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἑνδεκάτην, μὴ φοβηθῆ τὴν βραδύτητα. Φιλότιμος γὰρ ὤνν ὁ Δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον… εἰσέλθετε πάντες εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ἡμῶν… ἐγκρατεῖς καὶ ράθυμοι τὴν ἡμέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον… πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως… Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε…»

Αὐτὰ τὰ ὑπέροχα λόγια δημιουργοῦν ἕνα πρόβλημα: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μοιάζει νὰ θεωρεῖ ἴσους ἐκείνους ποὺ ἔχουν πνευματικὰ προετοιμαστεῖ γιὰ τὴν ἑορτὴ μὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔμειναν ἀπροετοίμαστοι. Καλεῖ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Μιλᾶ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει καμία διαφορὰ ἀνάμεσά τους, σὰν νὰ δέχονται ὅλοι τὴν ἴδια Χάρη. Καὶ ὅμως, ξέρουμε ὅτι τὴ Χάρη τῆς Ἀναστάσεως τὴν ἀπολαμβάνουν ἐκεῖνοι ποὺ σήκωσαν καὶ τὸν Σταυρό Του καὶ πέθαναν μαζί Του. Ξέρουμε ὅτι ἡ ὀδύνη τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα. Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια. Ὡστόσο ὁ Κύριός μας, μέσα στὸ μέγα Του ἔλεος, ἐπιφυλάσσει ἀπόψε στὸν ἑαυτὸ Του τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέψει τὴν τάξη τῶν πραγμάτων. Ἀποκάλυψε στοὺς ἀποστόλους τὸν θρίαμβό Του, πρὶν τοὺς συνδέσει μὲ τὸ Πάθος Του. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, Τὸν ἐγκατέλειψαν κατὰ τὶς ὀδυνηρὲς ὧρες τοῦ Γολγοθᾶ, κι ὅμως τοὺς δέχεται ἀπευθείας στὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἄλλαξε ἡ οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας: χωρὶς τὸν Σταυρὸ ἡ δόξα τῆς Ἀναστάσεως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δική μας.

Ἀλλὰ ὁ Σωτήρας οἰκονομεῖ τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν Του. Τοὺς χαρίζει σήμερα τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα, παρότι εἶναι τόσο λίγο προετοιμασμένοι γι’ αὐτή. Ἀργότερα, αὔριο, θὰ τοὺς μυήσει καὶ στὸ Πάθος: «Ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες ἑαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσεις, ἐκτενεῖς τὰς χείρας σου, καὶ ἄλλος σὲ ζώσει καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις». Τὸ λέει στὸν Πέτρο ὁ Κύριος, ὅταν ἐμφανίστηκε στοὺς ἀποστόλους στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας. μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς μᾶς ἐξηγεῖ τὸ νόημα τῆς φράσης: «Τὸ εἶπε αὐτό, γιὰ νὰ δείξει μὲ ποιὸ θάνατο θὰ δοξάσει τὸν Θεό». Ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι θὰ μετάσχουν, μὲ τὸ μαρτύριό τους, στὸ Πάθος τοῦ Διδασκάλου τους, ἀλλὰ μόνον ἀφοῦ γίνουν κοινωνοὶ τῆς δυνάμεως τῆς Ἀναστάσεως.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο λειτουργεῖ ὁ Κύριός μας καὶ μὲ ἐμᾶς. Ἀπέχουμε πολὺ -τουλάχιστον οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς- ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχουμε πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ Πάθους. Δὲν βοηθήσαμε τὸν Ἰησοῦ νὰ σηκώσει τὸν Σταυρό Του. Δὲν συσταυρωθήκαμε μαζί Του. Τὴν ὥρα τῆς ἀγωνίας Του κοιμόμασταν. Τὸν ἐγκαταλείψαμε. Τὸν ἀρνηθήκαμε μὲ τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας. Κι ὅμως, παρὰ τὴν ἐλάχιστη ἑτοιμασία μας, παρὰ τὸ ὅτι δὲν εἴμαστε καθαροί, ὁ Ἰησοῦς μᾶς προσκαλεῖ νὰ εἰσέλθουμε στὴν Πασχάλια χαρά. Ἂν ἀνοίξουμε εἰλικρινὰ τὴν καρδιά μας στὴ συγγνώμη ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸν Τάφο Του· ἂν ἀφήσουμε νὰ τὴν πλημμυρίσει τὸ Φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἂν προσκυνήσουμε τὴν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος, θὰ δεχθοῦμε κι ἐμεῖς τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ὁποία τὸ δῶρο τῆς Πεντηκοστῆς θὰ τελειοποιήσει. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ καταλάβουμε τὸ νόημα τοῦ Σταυροῦ καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ διεισδύσουμε, ὅσο μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ φτωχές μας δυνάμεις, στὸ Μυστήριο τοῦ Πάθους.

Νὰ λοιπὸν πὼς ἐξηγεῖται ἡ ἔκκληση τοῦ Χρυσοστόμου, ἢ μᾶλλον ἡ ὑπόσχεσή του, σὲ ὅσους δὲν εἶναι ἕτοιμοι, στοὺς «μὴ νηστεύσαντες». Ἡ Ἐκκλησία ἔκανε μία θαυμάσια ἐπιλογὴ ἐντάσσοντας αὐτὴ τὴν ὁμιλία στὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Ἂς τὴν ξαναδιαβάσουμε, δὲν θὰ βροῦμε γιὰ τὴ σημερινὴ μέρα καλύτερο ὑλικὸ γιὰ μελέτη.