Η Αγία και Μεγάλη Πέμπτη

 

Ο Νυμφίος Χριστός μας προσκάλεσε ήδη στην μυστική ευωχία των γάμων Του, ενώ αυτή την ημέρα μας χαρίζει, χωρίς περιορισμούς τις δωρεές Του. Και όχι μόνο τις δωρεές Του, αλλά τον Ίδιο τον Εαυτό Του, που είναι η πηγή κάθε αγαθού.

Τέσσερα μεγάλα γεγονότα εορτάζουμε αυτή την ημέρα:

-τον Ιερό Νιπτήρα,

-τον Μυστικό Δείπνο,

-την Προσευχή στη Γεθσημανή και

-την προδοσία του Κυρίου.

Όλα είναι θεία γεγονότα, γεμάτα από μυστήριο και αχώρητα στον νου μας.

«Τῇ μυστικῇ ἐν φόβῳ τραπέζῃ προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταῖς ψυχαῖς τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα, συμπαραμένοντες τῷ Δεσπότῃ, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῷ λεντίῳ, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες, καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες· αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε τοῖς αὐτοῦ…»(Οίκος).

Η πλύσις των ποδών των Μαθητών μας δείχνει το αδιανόητο εις βάθος μυστήριο της ταπεινώσεως του Κυρίου, ο οποίος, λόγω της αμετρήτου αγαθότητος, μας χάραξε την τελεία οδό σωτηρίας, δηλαδή, την οδό της ταπεινώσεως.

Αλλ’ όταν ετοιμάζεται να πλύνει τα πόδια τους, γιατί δεν λέγουν τίποτε οι Μαθητές Του; Γιατί δεν αντιδρούν, αφού αυτό το έργο δεν ήτο φυσικό και συνηθισμένο να γίνεται από τον Διδάσκαλό τους; Μόνο ο μεγαλύτερος στην ηλικία Πέτρος αντιλαμβάνεται το γεγονός και αντιδρά λέγοντας: «Οὐ μὴ νίψῃς τοὺς πόδας μου εἰς τὸν αἰῶνα»!

Έστω ότι οι Μαθητές δέχονται να τους πλύνει τα πόδια! Αλλά κατόπιν γιατί κανένας απ’ αυτούς δεν σπεύδει να πλύνει τους πόδας του Δεσπότου; Γιατί ούτε και ο Πέτρος; Οι Μαθητές αισθάνονται ευχαρίστηση με τον δροσισμό και την πλύση των ποδιών τους, αλλά του Διδασκάλου γιατί κανείς δεν του δροσίζει τα πόδια;

Μας χαρίζει ο Κύριος τόσες δροσιστικές παρηγοριές, τόσες αδιάκοπες χαρές σε κάθε εποχή, κι εμείς δεν Τον χαροποιούμε σε τίποτε! Κανείς δεν προθυμοποιείται να του πλύνει τα κουρασμένα και σκονισμένα πόδια από εμάς τους αμαρτωλούς! Μόνον αχαριστία, λησμονιά και αγνωμοσύνη δείχνουμε.

Λοιπόν, ο Διδάσκαλος έγινε δούλος των Μαθητών Του! «Οὐκ ἦλθον διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, μας λέγει, και ἐγὼ εἰμι ὡς ὁ διακονῶν». Συνεχώς προνοεί και φροντίζει για εμάς, τα παιδιά Του. Γι’ αυτό και η πλύσις των ποδιών των Μαθητών Του δεν μας φαίνεται τόσο ασυνήθιστο γεγονός.

Ωστόσο εδώ υπάρχει ένα βαθύ μυστήριο, το οποίον υπηρέτησαν οι Μαθητές Του, χωρίς και να το αντιληφθούν. Ο Κύριος ήλθε για να πλύνει όλους τους ανθρώπους από τον μολυσμό της αμαρτίας, ενώ Αυτός, ως τελεία καθαρότης και αγιότης, δεν έχει ανάγκη καθάρσεως. Η ανθρωπότης όμως, χωρίς αυτό το λουτρό Του, δεν ημπορεί να έχει μέρος μαζί Του. «Ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ᾿ ἐμοῦ» (Ιωάν.13, 8).

Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας, γίνεται η ακολουθία του Ιερού Νιπτήρος. Παλαιότερα αυτή ετελείτο σ’ ολόκληρη την Ορθόδοξη Εκκλησία· τώρα διατηρείται μόνο στα Ιεροσόλυμα, στην Ρώμη, στην Νήσο Πάτμο, ίσως και αλλού. Τελείται επίσης κατά τρόπο μυστικό στα ορθόδοξα μοναστήρια μας και στις καρδιές πολλών ευσεβών χριστιανών μας, οι οποίοι ζουν με θαυμασμό και κατάνυξη την ανέκφραστη ταπείνωση του Κυρίου μας.

Δεν ημπορώ να ξεχάσω τον θαυμασμό που δοκίμασα, όταν μία γυναίκα, γριά από την Ρουμανία, κάποια Μεγάλη Πέμπτη, είχε επισκεφθεί μία κατάκοιτη στο κρεβάτι. Της έδωσε τα δώρα της και της έπλυνε τα πόδια!

Έλεγε αυτή η γυναίκα: «Σήμερα ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός να πλένει τα πόδια τω Μαθητών Του κι εγώ να μη κάνω τίποτε; Δόξα τω Θεώ που έκανα κι εγώ αυτό το ολίγο». Αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα της ταπεινώσεως, το οποίο μας έδωσε ο Κύριος πλένοντας τα πόδια των Μαθητών Του, μάθημα διακονίας προς τον πλησίον.

Από τον Μυστικό Δείπνο αρχίζουν ήδη τα Άγια Πάθη: «Λάβετε, φάγετε, τοῦτο ἐστι τὸ Σῶμά μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν κλώμενον…». «Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες τοῦτό ἐστι τὸ Αἷμά μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον…». Από εκείνη την ώρα αρχίζει το Σώμα να μελίζεται και το Αίμα να εκχύνεται μέχρι συντελείας των αιώνων: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν»!

Ατερμάτιστη η αγάπη και βαθυτάτη η ταπείνωσις του Κυρίου στον Μυστικό Δείπνο! Στην γέννηση, στην ξενιτεία προς τους οικείους, στον Γολγοθά, Θεός όντας ενδύθηκε το όμοιο με τους ανθρώπους σώμα, σπαργανώθηκε σε μια φάτνη, κρατήθηκε ως βρέφος στην αγκάλη μιας θνητής Παρθένου γυναικός, «ὁ ἄνθρωπος τῶν ὀδυνῶν». Στην Θεία Κοινωνία όμως είναι τελείως κρυμμένος, και με την μορφή του άρτου και του οίνου, μας προσφέρεται όλος και τέλειος, χωρίς δυσκολία, «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον».

Η επί του Σταυρού θυσία είναι πλήρης και οριστική εξαγορά του ανθρώπου από τον θάνατο και την αμαρτία. Αυτός έφερε μέσα του τα σημάδια της φθοράς από την αμαρτία, είχε υποταχθεί στον θάνατο, και τώρα η Θεία Ευχαριστία στο ανθρώπινο φθαρτό σώμα ρίχνει τον σπόρο της αναστάσεως, τον αρραβώνα της αιωνίου ζωής, «τὸ φάρμακον τῆς ἀθανασίας», κατά τον λόγο των Πατέρων· διότι μας εμπιστεύθηκε ο Κύριος την αθανασία της ψυχής, λέγοντας: «Ὁ τρώγων μου τὸ Σῶμα καὶ πίνων μου τὸ Αἷμα, ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ ἐγὼ ἀναστήσω αὐτὸν ἐν τῆ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ». (Ιωάν. 10, 54).

Η ευχαριστιακή Λειτουργία είναι η Λειτουργία της ταπεινώσεως του Κυρίου, η Λειτουργία της αγάπης Του, η διαθήκη της φιλανθρωπίας Του: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν!» Και πράγματι, σε κάθε Θεία Λειτουργία, επιτελείται η ίδια θυσία προς ανάμνησιν του Κυρίου, ο οποίος πάντοτε θυσιάζεται για να μας αγιάσει και να μας προσελκύσει προς τον εαυτό Του. Αλήθεια, δεν υπάρχει μεγαλύτερο έργο στον κόσμο απ’ αυτό. Έργο θεϊκό, θαύμα συνεχές, πέτρα σκανδάλου.

-Βλέπεις ψωμί και κρασί και λαμβάνεις Σώμα και Αίμα Χριστού!

-Πλησιάζεις σαν ένα σύντριμμα της αμαρτίας και γίνεσαι όλος καινή κτίσις!

-Υπάρχει ο Χριστός σ’ αυτό εδώ το άγιο Θυσιαστήριο και συγχρόνως σ’ όλα τα Θυσιαστήρια των Ορθοδόξων Εκκλησιών του κόσμου. Αυτό είναι ένα θείο θαύμα, το οποίο τελειούται κατά την επίκληση του ιερουργούντος ιερέως. Ο Θεός ως Παντοκράτωρ είναι πάντοτε στην υπηρεσία του ανθρώπου.

Πρόκειται για παντοτινό θαύμα, αμέτρητη αγάπη, άφθαστη ταπείνωση του Θεού, τα οποία βλέπουμε κάθε ημέρα στην Αγία Τράπεζα. Και ωστόσο… οι λειτουργοί Του τελούν το Μυστήριο χωρίς ενίοτε την πρέπουσα προσοχή και ευλάβεια. Λησμονούν το μεγαλείο του και περιφέρονται μέσα στο Άγιο Βήμα, χωρίς φόβο Θεού, συζητώντας μερικές φορές και ακατάλληλα για τον χώρο πράγματα. Τι γίνεται τότε στο Άγιο Βήμα; Σταυρώνουμε και πάλι και πάλι τον Σωτήρα μας Χριστό, όχι για την σωτηρία μας, αλλά για την τιμωρία μας, για την ψυχική μας απώλεια.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, που είναι εξ ολοκλήρου ευχαριστιακή, δεν μπορεί να επιστρέψει στην παλαιά της αίγλη και δύναμη, παρά μόνον όταν οι ποιμένες της θ’ ανθίσουν με τα άνθη της αγάπης προς τον Χριστό της Ευχαριστίας· όταν οι καρδιές μας θα γίνουν αναμμένες λαμπάδες και θυμιατήρια με αρωματικό θυμίαμα μπροστά στα πόδια του Βασιλέως Χριστού.

«Τοῦ δείπνου σου τοῦ μυστικοῦ σήμερον, Υἱὲ Θεοῦ, κοινωνὸν με παράλαβε…».

Με την προσευχή στην Γεθσημανή και με την σύλληψη του Ιησού εισήλθαμε ήδη στην Μεγάλη Παρασκευή των αγίων και Φοβερών Παθών Του.

 

Γέροντας Πετρώνιος Τανάσε, Οι Πύλες της Μετανοίας – Στοχασμοί στο Τριώδιο, Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη, 2003.




Τα άχραντα Πάθη του Κυρίου

Αυτό που χρειαζόταν ο άνθρωπος για να θεραπευθεί, το προσέφερε η αγάπη του Θεού: έδωσε τον μονογενή Του Υιό στον νεκρωμένο κόσμο για να έλθει εκ νέου η ζωή. «Όχι πως δεν μπορούσε να μας λυτρώσει με άλλο τρόπο, αλλά έτσι μας δίδαξε την υπερβολική αγάπη Του. Μας τράβηξε κοντά Του με τον θάνατο του μονογενούς Υιού Του. Και αν είχε κάτι πολυτιμότερο από Αυτόν, θα το έδινε για χάρη μας, για να επιστρέψει το γένος μας κοντά Του!».[1]

Τα Πάθη του Κυρίου και η σταύρωση είναι η φανέρωση της αγάπης Του για μας. Η πληγή της αμαρτίας του ανθρώπου ήταν ολοσώματη, και για την θεραπεία χρειάσθηκε να γίνει άνθρωπος ο Χριστός και να σταυρωθεί: «Χρειασθήκαμε να σαρκωθεί ο Θεός και να αποθάνει».[2] Η άκρα αγάπη του Κυρίου για μας, Τον οδήγησε στην άκρα ταπείνωση και υπακοή στο θείο θέλημα, που είναι η σωτηρία του ανθρώπου: Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Ολόκληρο το άγιο Σώμα Του υπέμεινε για μας: Η κεφαλή, τον ακάνθινο στέφανο· το άγιό Του πρόσωπο τους εμπτυσμούς· οι σιαγόνες τα ραπίσματα· το στόμα το ξίδι· τα αυτιά τις ύβρεις και βλασφημίες· η πλάτη το φραγγέλιο· η πλευρά την λόγχη· τα χέρια και τα πόδια τα καρφιά. [3] Τέλος ο Κύριος εκουσίως υπέμεινε τον οδυνηρό θάνατο και την Ταφή.

Υπομένοντας όλα αυτά, ο Χριστός χάρισε στον άνθρωπο την αιώνια ζωή. Εξ’ αιτίας της αμαρτίας «ο Αδάμ χρωστούσε και κατεχόταν από τον Διάβολο, αλλά δεν είχε να πληρώσει το χρέος. Ο Χριστός δεν όφειλε,… αλλά μπορούσε να καταθέσει το χρέος. Ήλθε λοιπόν ο Χριστός, και με τον θάνατο Του πλήρωσε αντί γι’ αυτόν που ήταν αιχμάλωτος του Διαβόλου, για να τον ελευθερώσει».[4]

Ο Χριστός, η Ανάσταση και η Ζωή, ενταφιάζεται: Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῷ κατετέθης, Χριστέ, ψάλλουμε την Μεγάλη Παρασκευή. Ο Άδης δέχθηκε μέσα του τον χορηγό της ζωής και η δύναμή του παρέλυσε και οι νεκροί ελευθερώθηκαν. Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη διότι «έπρεπε να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και σε όσους βρίσκονταν ήδη εκεί. Έπρεπε να φανερωθεί και σ’ αυτούς η θεία Οικονομία , να τους δοθεί η ελευθερία από την δουλεία των δαιμόνων, και οι επαγγελίες για τα μελλοντικά αγαθά».[5]

Όσοι πίστευσαν στον Χριστό, είτε ζώντες είτε κεκοιμημένοι, δέχθηκαν από Αυτόν την ανάσταση της ψυχής τους. Κάθε πιστός ψάλλει στον Χριστό: Ἐσταυρώθης δι᾿ εμέ, ἵνα ἐμοὶ πηγάσῃς τὴν ἄφεσιν· ἐκεντήθης τὴν πλευράν, ἵνα κρουνοὺς ζωῆς ἀναβλύσῃς μοι. «Διότι το Πάθος Του είναι η δική μας απάθεια, ο θάνατός Του είναι η δική μας αθανασία, τα δάκρυά Του η δική μας χαρά, και η ταφή Του είναι η δική μας ανάσταση».[6]

Ιερομόναχος Γρηγόριος, Η Ορθόδοξη Πίστη, Λατρεία και Ζωή, Σχεδίασμα ορθοδόξου κατηχήσεως, Ιερόν Κουτλουμουσιανόν Κελλίον Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, Άγιος Όρος, 2012

 

[1] Αββάς Ισαάκ, Λόγος 81, Ασκητικά, σελ. 307.

[2] Άγιος Γρηγόριος Θεολόγος, Λόγος 45, 28 PG 36, 661C.

[3] Φιλιππησίους 2, 8 – Πρβλ. Όρθρος Μεγάλης παρασκευής, Τροπάριον Αίνων.

[4] Ιερός Χρυσόστομος, Κατά μεθυόντων 3, PG 40, 438.

[5] Όρθρος μεγάλου Σαββάτου, Εγκώμια, στάσις 1η – Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, Ομιλία 16, PG 151, 204D-205A.

[6] Όρθρος μεγ. Παρασκευής, Τροπάριον Μακαρισμών – Μέγας Αθανάσιος, Περί της ενσάρκου επιφανείας, 5, PG 26, 992A.




Πῶς βίωνε ὁ Ἅγιος Πορφύριος τόν πόνο Τοῦ Χριστοῦ

 

«περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ᾿ ἐμοῦ»

H αγωνιώδης προσευχή του Ιησού Χριστού στον Κήπο της Γεθσημανή, συνεχίζεται μέχρι και στις μέρες μας, την συνεχίζει η Εκκλησία μας, οι Άγιοί της. Ο Άγιος Πορφύριος αγαπούσε πολύ αυτή την προσευχή, ζούσε με αυτή και μας την άφησε ως παρακαταθήκη για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Από την παιδική του ηλικία είχε μια επιθυμία, μία ευχή. Ήθελε να πονά όπως ο Χριστός και να κουβαλά πάνω του τον πόνο όλου του κόσμου. Δεν απήλαυσε τίποτα από τα εγκόσμια και άφησε από πολύ νωρίς τα πάντα στα χέρια του Θεού. Δεν ήθελε να φαίνεται ποτέ κάτι δικό του, για να μην φαίνεται η προσπάθειά του. Συνεχώς ένα πράγμα τον βασάνιζε κι έλεγε: “Βλέπω πόσο πολύ μ’ αγαπάει ο Θεός και εγώ δεν μπορώ να τον αγαπήσω όσο κι Αυτός”.
Έτσι ο Άγιος Πορφύριος πορεύθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του μαζεύοντας τον πόνο όλων των ανθρώπων. Επιζητούσε τον πόνο και το κορμί του υπέφερε και υπέμενε αμέτρητες αρρώστιες.  Ήθελε ο ίδιος να είναι το χωνευτήρι του πόνου όλου του κόσμου. Προσπαθούσε για τη σωτηρία όλων. Ήθελε “πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν”.
Αυτό μου εμφύτευσε κι εμένα, να ενδιαφέρομαι να σωθεί όλος ο κόσμος. Όμως όταν προσπαθείς γι’ αυτό πολλές φορές γίνεσαι παρεξηγήσιμος, ακόμα και από τους κοντινούς σου ανθρώπους.  Όπως ο ναυαγοσώστης που θέλει να σώσει τον κολυμβητή που πνίγεται , αλλά, αν δεν γνωρίζει καλή κολύμβηση και γραπωθεί πάνω του ο κολυμβητής πνίγονται και οι δύο μαζί. Αυτό συμβαίνει και σήμερα. Οι άνθρωποι βυθίζονται στην δίνη των προβλημάτων τους και αρπάζουν και άλλους στον βυθό. Γι’ αυτό λένε οι Αγιορείτες πατέρες: “Όταν κινδυνεύει κάποιος, μην του δίνεις το χέρι σου αλλά το μπαστούνι σου”.
Τον κόσμο σήμερα κυβερνά ο κοσμοκράτωρ διάβολος  και οι άνθρωποι είναι σε απόγνωση και δεν το γνωρίζουν. Το γνωρίζει όμως ο Θεός, οι Άγιοι, η Κυρία Θεοτόκος.  Οι Άγιοι από αυτή τη ζωή είχαν τη Θεία τρέλα. Οι Άγιοι αντιλήφθηκαν ότι ο Πατέρας έστειλε τον Μονογενή του Υιό, όχι μόνο να προσεύχεται για μας,  αλλά να μας κάνει παρέα, να συνφάγει μαζί μας, να μας αγγίξει και να Τον αγγίξουμε και να θεραπευθούμε. Αυτή τη Θεία τρέλα και Θεία Χάρη είχε και ο Άγιος Πορφύριος. Άλλοτε άγγιζε τον κόσμο και άλλοτε τον άγγιζαν και θεραπεύονταν. Όμως ο πόνος ήταν αυτός που κυριαρχούσε, ήταν ένα αίσθημα μόνιμο για τον ίδιο.
Κάποιοι νομίζουν ότι όταν οι Άγιοι αφήνουν την Χάρη τους, αφήνουν θαυμαστές ιδιότητες και χαρίσματα. Αυτό που αφήνουν κυρίως είναι ο πόνος. Ένας σταυρός μαρτυρίου, ένα φορτίο.  Αυτό άφησε και ο Άγιος Πορφύριος. Η ευλογία του είναι το μεγαλύτερο φορτίο.
Ο Άγιος Πορφύριος συγκινούνταν πάρα πολύ όταν έβλεπε την εικόνα του Χριστού στην Γεθσημανή. Ζούσε με αυτόν τον τρόπο προσευχόμενος σε όλη του τη ζωή. Με αυτές τις στιγμές.  Ζούσε το πάθος του Χριστού σε όλη του τη ζωή. Βίωνε τις στιγμές που Χριστός πόνεσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά για τον άνθρωπο. Συνέπασχε γιατί γνώριζε ότι  ο Χριστός πονούσε όταν  έβλεπε ότι ενώ θα δώσει και το αίμα Του δεν θα σωθούν όλοι οι άνθρωποι. Και ο Άγιος Πορφύριος πάντα αγαπούσε αυτή τη στιγμή του Χριστού και ήθελε από μικρό παιδί να αισθανθεί το βαρύ φορτίο, τον μεγάλο πόνο του Χριστού.
“τότε λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου· μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε μετ᾿ ἐμοῦ. καὶ προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον αὐτοῦ προσευχόμενος καὶ λέγων· πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ᾿ ἐμοῦ τὸ ποτήριον τοῦτο· πλὴν οὐχ ὡς ἐγὼ θέλω, ἀλλ᾿ ὡς σύ.”( Ματθ. 26,38-39)
Ένας λόγος που πήγε στην πολυκλινική Αθηνών παραμονή του πολέμου του το 1940, ήταν για να ζει δίπλα στον πόνο των ανθρώπων.
“ περὶ δὲ τὴν ἐνάτην ὥραν ἀνεβόησεν ὁ Ἰησοῦς φωνῇ μεγάλῃ λέγων· ἠλὶ ἠλί, λαμᾶ σαβαχθανί; τοῦτ᾿ ἔστι, Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;” (Ματθ. 27,46)
Ο γέροντας Πορφύριος μου διηγήθηκε όταν διάβαζε την Μεγάλη Πέμπτη στην Πολυκλινική Αθηνών τα δώδεκα Ευαγγέλια, όταν έφτασε στο σημείο που ο Χριστός κρεμάμενος επί ξύλου αναφωνεί  “ἠλὶ ἠλί, λαμᾶ σαβαχθανί”, εκείνη τη στιγμή ο Θεός του έδειξε φανερά την Σταύρωση και πώς ήταν ο Χριστός επάνω στον Σταυρό κι έλεγε ”Θεέ μου Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες”. Εκεί ο Άγιος Πορφύριος σταμάτησε. Μου είπε:  “Δεν είχα την δύναμη να συνεχίσω, έτρεξα γρήγορα προς το Ιερό, έριξα λίγο νεράκι στο πρόσωπό μου, συνήλθα και είπα στον κόσμο “Συγχωρέστε με παραφέρθηκα”, αλλά τί να δω. ΄Όλοι έκλαιγαν από κάτω. Και το ξαναείπα το Ευαγγέλιο, αλλά με χαρά. Στο τέλος της ακολουθίας μου είπανε: “-Τί ήταν γέροντα αυτά που μας έκανες; Μας έκανες όλους να κλαίμε”.
Βίωνε ο Άγιος Πορφύριος το πάθος του Χριστού σε όλη του ζωή. Και μου έλεγε: ” Θόδωρε δεν υπάρχει μεγαλύτερη προσευχή από το να λες το  “Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με” και να είσαι γονατιστός μπροστά στον Εσταυρωμένο.”
Έφυγε από αυτήν την ζωή με την Αρχιερατική Προσευχή του Ιησού και  σε όλη του τη ζωή βίωνε αυτή την ενότητα του Τριαδικού Θεού, την ένωση  του Πατέρα με τον Υιό.  Ο ίδιος προσπαθούσε συνεχώς να είναι ενωμένος με τον Τριαδικό Θεό με τον Χριστό  και κατ’ επέκταση αγωνιζόταν να μας μυήσει σε αυτήν  την ενότητα του Τριαδικου Θεού λέγοντας πάντα: “Σας θέλω να είστε όλοι ένα”.  Πάντα αγωνιζόταν για την ενότητα της Εκκλησίας, όλου του κόσμου. Όμως αυτό ήταν επίπονο διότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να ενωθούν με τον Θεό.  Ήταν ο πόνος και το δράμα του Αγίου Πορφυρίου. Βίωνε τον πόνο του Τριαδικού Θεού,  που ενώ ήρθε και σταυρώθηκε ο Χριστός κάτω στη γη για να μας ενώσει με τον Πατέρα του, 2000 χρόνια οι άνθρωποι δεν κατάφεραν αυτό το μεγαλείο της ενότητος του Τριαδικού Θεού. Αυτός  είναι ο μεγαλύτερος πόνος του Χριστού που βίωσε και βιώνει και ο μεγαλύτερος πόνος  των Αγίων, όπως και του Αγίου Πορφυρίου. Άφησε σε εμάς τα παιδιά του αυτή την κληρονομία της Αρχιερατικής Προσευχής , το “Ίνα Ώσιν Εν”.  Όμως μπορεί με τη Χάρη του να βιώνουμε έστω στο ελάχιστο την αγάπη και  αυτή την ενότητα με τον Θεό,  συγχρόνως όμως βιώνουμε και τον πόνο των ανθρώπων που δεν καταφέρνουν αυτή την ενότητα, διότι  η ενότητα αυτή  προϋποθέτει να γίνει πρώτα η σταύρωση εκούσια.
Τα τελευταία χρόνια ζήσαμε χρόνια ευμάρειας καλοπέρασης. Αποξενωθήκαμε ο ένας από τον άλλο. Πιστεύουμε ότι ζούμε τον παράδεισο στη γη.  Τα τελευταία χρόνια και τις τελευταίες ημέρες  βιώνουμε μια σπάνια και μοναδική οικονομική κρίση σε παγκόσμιο επίπεδο, πολύ δε περισσότερο στην Ελλάδα.
Ποτέ οι Έλληνες δεν ήταν τόσο κοντά τα τελευταία χρόνια ο ένας στον άλλο και όσο θα βαθαίνει η κρίση θα ερχόμαστε όλο και πιο κοντά. Τελικά πιστεύω  ότι μπορεί να εξελιχθεί αυτή η κρίση σε μια μεγάλη ευλογία Του Θεού και να είναι το έλεος Του Θεού για το γένος των Ελλήνων και των ρωμηών και η Αρχιερατική Προσευχή που έκανε λίγο πριν φύγει από αυτόν τον κόσμο ο Άγιος Πορφύριος , να φανεί στην πορεία τόσο προφητική, αληθινή και ουσιαστική.  Το Άγιο Πνεύμα προσεύχονταν μέσα του το τελευταίο βράδυ του για τη σωτηρία των Ελλήνων, των ρωμηών αλλά και όλου του κόσμου. Αυτό που βίωνε εκείνο το βράδυ ο Άγιος Πορφύριος, το βίωνε και σε όλη του τη ζωή.
Έτσι ζούσε ο Άγιος Πορφύριος. Όπως ο Χριστός λίγο πριν εισέλθει στην κοιλάδα των κέδρων και στον κήπο της Γεσθημανή και βίωνε τον πόνο και το πάθος του Χριστού και λίγο πριν πετάξει η ψυχή του στον αγαπημένο του Χριστό βίωσε και την εγκατάλειψη. Ο Άγιος Πορφύριος έτσι έφυγε από αυτή τη ζωή. Με τον ίδιο τον πόνο του Χριστού και τον πόνο ότι ήταν εγκαταλελειμμένος  από τους πάντες. Ο Άγιος Πορφύριος ακόμη και σήμερα λίγους μήνες μετά την αγιοκατάταξή του, μαζεύει τις πληγές, τον πόνο, τις συκοφαντίες, τις λοιδορίες, τα ψεύδη των ανθρώπων που ενώ τον αποκαλούν Άγιο , δεν τον τιμούν ως Άγιο, δηλαδή δεν τον μιμούμαστε. Όπως και εν τη ζωή έτσι και μετά θάνατον οι άνθρωποι συνεχίζουν να ταπεινώνουν τον Άγιο Πορφύριο. Είναι σίγουρο ότι και ο ίδιος αυτό ήθελε, ως απόλυτα ταπεινός που ήταν αλλά και είναι. Η σκήτη του,  τα μικρά Καυσοκαλύβια, πορεύονται ταπεινά, όπως ήταν ο ίδιος. Καμία τιμή και δόξα δεν ήθελε ακόμη και μετά τον θάνατό του. Είχε φροντίσει ακόμη και τα λείψανά του να εξαφανιστούν μετά την ανακομιδή, έτσι οι άνθρωποι να τιμούν μόνο τον Χριστό και όχι τον ίδιο. Να πονούν μόνο για τον Χριστό που μίσησε τη δόξα αυτού του κόσμου και να μισούν την αμαρτία που μας χωρίζει από Εκείνον. Το Άγιο Πνεύμα που μας άφησε μετά την Πεντηκοστή είναι τόσο ευαίσθητο που ο Απόστολο Παύλος μας είπε: “καὶ μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον τοῦ Θεοῦ, ἐν ᾧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως” (Εφ. 4,30). Πόσο λυπούμε τον Θεό με τις αμαρτίες μας.
“Πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου οὓς δέδωκάς μοι, ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς“(Ιω.ιζ-11)
Εύχομαι ο Εσταυρωμένος Χριστός με τις πρεσβείες του Αγίου Πορφυρίου να δώσει να καταλάβουμε πόσο πόνεσε ο Θεός και πόσο πονάει. Πόσο πόνεσαν οι Άγιοι για τη σωτηρία όλου του κόσμου. Το κείμενο είναι αφιερωμένο στον Εσταυρωμένο Χριστό και στον Άγιο Ένδοξο Πορφύριο που βίωσε τον πόνο Του Χριστού κάτω στη γη διότι Τον αγάπησε πολύ, Τον μιμήθηκε.
ΥΣ: Όλοι ασχολούμαστε με τον προσωπικό μας πόνο. Ποιός άνθρωπος μπορεί να βιώσει τον πόνο του Θεού που είναι δυσβάσταχτος και ασήκωτος; Διότι μόνο Εκείνος αγαπά ανιδιοτελώς το πλάσμα του. Ο Άγιος Πορφύριος ζώντας τον πόνο του Θεού διαρκώς, ξεχνούσε τον δικό του πόνο.

Ιερομονάχου π. Γεωργίου Καυσοκαλυβίτου




Η αμαρτωλή

 

Αλλά καμιά γυναίκα δεν τον αγάπησε όσο η Πόρνη που έχυσε πάνω του το νάρδο και τον έλουσε με τα δάκρυά της, στο σπίτι του Σίμωνος.

Καθένας μας έχει αυτή τη σκηνή μπροστά στα μάτια του. Η εικόνα της Αμαρτωλής που είναι πεσμένη με λυμένα τα μαλλιά μπροστά στα πόδια του Κυρίου, επιζεί σ’ όλες τις καρδιές. Αλλά η αληθινή έννοια του γεγονότος είναι σκοτεινή για τους περισσοτέρους, τόσο την άλλαξαν οι ερμηνείες των αμαθών και των φιλολόγων. Ο εκφυλισμός του τελευταίου αιώνος, που η φαντασία του ανηθικοποίησε το παν και μάζεψε γύρω από τα ιερότερα πράγματα τα στολίδια της διαφθοράς, ζήτησε μέσα στο Ευαγγέλιο τις γυναίκες που ήσαν ή μπορούσε εύκολα να τις παραστήσει για αμαρτωλές και τις παρουσίασε είδωλα νέας λατρείας. Τις οικειοποιήθηκε, τις έντυσε με τα βελούδα των επιθέτων, με το μετάξι των ρημάτων, με τα διαμάντια των μεταφορών κι ονόμασε την Πόρνη Μαρία Μαγδαληνή, τη Μοιχαλίδα της Ιερουσαλήμ την τοποθέτησε κοντά της και πλάι τη Σαλώμη που ήξερε τόσο όμορφα να χορεύει, καθώς και την πανούργα την Ηρωδιάδα. Το επεισόδιο της αμαρτωλής που άλειψε με μύρα τον Ιησού, το παραμόρφωσε κυριολεκτικώς. Έχει μεγαλύτερη απλότητα, περισσότερο, πολύ περισσότερο βάθος. Ο Ιησούς δεν επήνεσε στο πρόσωπο της γυναικός εκείνης ούτε τη σαρκική αμαρτία, ούτε την αγάπη όπως την καταλαβαίνουν γενικά οι άνθρωποι.

 

Η Γυναίκα αυτή που μπαίνει αθόρυβα στο σπίτι του Σίμωνος, κρατώντας το δοχείο με το νάρδο, δεν είναι πλέον μια αμαρτωλή. Χθες, είδε, γνώρισε τον Χριστό. Δεν είναι πια μια εταίρα. Άκουσε τον Ιησού να μιλεί. Δεν είναι πλέον η πόρνη, το κορμί που πουλιόταν στους άντρες. Άκουσε τη φωνή, τα λόγια του Ιησού. Η φωνή του την τάραξε, τα λόγια του τη συγκλόνισαν. Η γυναίκα που παραδινόταν σε όλους, έμαθε πως υπάρχει ένας έρως ανώτερος από την ηδονή, μια φτώχεια πλουσιότερη από τα λεφτά της αμαρτίας. Τη στιγμή που διαβαίνει το κατώφλι, δεν είναι πια η γυναίκα που ήτανε ως τώρα, αυτή που οι άντρες του τόπου τη δείχνανε με το δάχτυλο σαρκάζοντας, αυτή που ο Φαρισαίος την ξέρει και την περιφρονεί. Η ψυχή της άλλαξε, όλη της η ζωή έχει αλλάξει. Η σάρκα της, τώρα, είναι αγνή· τα χέρια της καθαρά· τα χείλη της δεν ξέρουν τη γεύση του ψιμυθίου· τα μάτια της έμαθαν να κλαίνε. Είναι έτοιμη, όπως τη θέλει ο Θεός, να μπει στη βασιλεία του. Ας δούμε τι θα κάνει. Η Μετανοημένη θέλει να δώσει στον Σωτήρα της μιαν απόδειξη της ευγνωμοσύνης της. Παίρνει, λοιπόν, το πιο πολύτιμο απ’ ό,τι της έμεινε· ένα δοχείο νάρδο σφραγισμένο, δώρο ίσως κανενός εφήμερου εραστή, και σκέφτεται ν’ αλείψει με το ακριβό αυτό λάδι τα μαλλιά του Βασιλέως της.

Η πρώτη της σκέψη, λοιπόν, είναι μια σκέψη ευγνωμοσύνης, ευχαριστίας. Η πράξη της, μια δημόσια εκδήλωση των αισθημάτων της. Η Πόρνη θέλει να ευχαριστήσει δημόσια αυτόν που εξάγνισε την ψυχή της, ανάστησε την καρδιά της, την τράβηξε από τον βόρβορο, αυτόν που της έφερε την ελπίδα και τη χαρά.

Μπαίνει με το σφραγισμένο αλαβάστρινο δοχείο σφιγμένο στο στήθος της, δειλή σαν παιδούλα που έρχεται για πρώτη φορά στο σχολείο, σαν μια αθωωμένη που μόλις βγαίνει από τη φυλακή της. Μπαίνει άφωνη. Δεν σηκώνει παρά μια στιγμή τα μάτια, σε διάστημα όσο χρειάζεται, σ’ ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων της, για να δει πού κάθεται ο Ιησούς. Πλησιάζει στο ανάκλιντρο· τα χέρια της, τα γόνατά της τρέμουν· η καρδιά της πάει να σπάσει· αισθάνεται γύρω της τα μάτια τόσων αντρών να πέφτουν πάνω της λαίμαργα από πόθο και περιέργεια γι’ αυτό που θέλει να κάμει. Σπάζει τον λαιμό του αλαβάστρινου βάζου και χύνει το μισό λάδι στην κεφαλή του Ιησού. Οι χοντρές, βαριές σταγόνες λαμποκοπούν πάνω στα μαλλιά σαν μαργαριτάρια. Με τα έμπειρα χέρια της απλώνει παντού το πολύτιμο υγρό και δεν σταματά παρά αφού κάθε τρίχα έχει μουσκέψει, μαλακώσει, γυαλίσει. Όλο το δωμάτιο γεμίζει από ευωδία. Τα βλέμματα όλων θόλωσαν.

Η γυναίκα, σιωπηλή πάντοτε, ξαναπαίρνει το ανοιχτό βάζο και γονατίζει μπροστά στα πόδια Αυτού που φέρει την ειρήνη. Χύνει στην παλάμη της το υπόλοιπο του μύρου κι αλείφει απαλά πρώτα το δεξί κι ύστερα τ’ αριστερό πόδι, με την αφοσιωμένη τρυφερότητα μιας μητέρας που πλένει για πρώτη φορά το πρώτο της παιδί. Ύστερα δεν βαστά πια, δεν αντέχει, δεν μπορεί πια να βαστάξει το κύμα της γλυκιάς αγωνίας που της σφίγγει την καρδιά, της πνίγει τον λαιμό, της θολώνει τα μάτια. Θα ήθελε να μιλήσει, να του πει με απλότητα, με ειλικρίνεια το ευχαριστώ της καρδιάς της για το καλό που της έκαμε, για το φως που της άνοιξε τα μάτια. Μα πού θα έβρισκε εκείνη τη στιγμή, μπροστά σε τόσο κόσμο, τα λόγια που έπρεπε να πει, λόγια άξια Εκείνου και της χάρης που της έκαμε; Τα χείλη της τρέμουν τόσο που δεν θα μπορούσε να ενώσει δυο συλλαβές. Τα λόγια της δεν θα ήσαν παρά ένα τραύλισμα που θα το διέκοπταν οι λυγμοί. Τότε μιλούν τα μάτια της κι όχι το στόμα της· τα δάκρυά της κυλούν ακατάπαυστα κι ολόθερμα στα πόδια του Ιησού, άφωνη προσφορά της ευγνωμοσύνης της. Ελευθερώνουν την καρδιά της από το σφίξιμο, βαλσαμώνουν τον πόνο της. Δεν βλέπει, δεν αισθάνεται πλέον τίποτε, αλλά μια ανέκφραστη ηδονή που δεν την είχε γνωρίσει ούτε στα γόνατα της μάνας της, ούτε στις αγκαλιές των αντρών, διεισδύει σ’ όλο της το αίμα, την κάνει να τρέμει, να λιποψυχεί. Ο βαθύς, ο γλυκός αυτός πόνος παραλύει όλο της το είναι μέσα σ’ εκείνη την υπέρτατη έκσταση όπου συγχέονται ο πόνος κι η χαρά και φτιάχνουν μια κι αβάσταχτη ευτυχία. Κλαίει την πρώτη της ζωή, την άθλια ζωή της χθες. Θυμάται το φτωχό κορμί της που το πουλούσε στους άντρες. Σ’ όλους έπρεπε να γελά, να προσφέρει το άθλιο κρεβάτι της, το αρωματισμένο σώμα της. Σ’ όλους έπρεπε να υποκρίνεται μια ευχαρίστηση που δεν δοκίμαζε. Έπρεπε να γελά μπροστά σ’ όσους την περιφρονούσαν και της ήσαν μισητοί.

Αλλά η Αμαρτωλή κλαίει κι από χαρά κι από ανακούφιση. Δεν κλαίει μόνο την ντροπή της που σβήστηκε πια, αλλά και συνεπαρμένη από την απέραντη ευτυχία της ζωής που τώρα αρχίζει.

Κλαίει, γιατί ξαναβρήκε την παρθενία της, γιατί καθάρισε την ψυχή της, γιατί απόκτησε πάλι την αγνότητα, γιατί αθωώθηκε ως εκ θαύματος και για πάντα. Δάκρυα χαράς για τη δευτέρα γέννηση, για την αποκαλυφθείσα αλήθεια, για την αιφνίδια μεταστροφή, για την ξανακερδισμένη ψυχή που τη θεωρούσε χαμένη, για το θείο φως που την έλκυσε από την ύλη στο πνεύμα. Γι’ αυτή την απίστευτη ευτυχία προσφέρει περισσότερο το μύρο και τα δάκρυά της.

Και δεν κλαίει μόνο για τον εαυτό της, για τον πόνο της και τη χαρά της. Τα δάκρυα που βρέχουν τα πόδια του Ιησού, είναι επίσης και γι’ αυτόν. Η Άγνωστη έφερε το μύρο στον Βασιλέα της, σαν να ήταν ένας από τους αρχαίους βασιλείς. Του άλειψε την κεφαλή όπως κάνουν στους αρχιερείς και στους άρχοντες της Ιουδαίας, τα πόδια όπως στους ξένους. Αλλά συγχρόνως τον ετοιμάζει και για τον θάνατο και την ταφή. Ο Ιησούς, που σε λίγο θα μπει στα Ιεροσόλυμα, γνωρίζει πως αυτές οι μέρες είναι οι τελευταίες της επιγείου ζωής του. Γι’ αυτό κι είπε στους μαθητές του: «Βαλοῦσα αὕτη τὸ μῦρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ σώματός μου, πρὸς τὸ ἐνταφιάσαι με ἐποίησεν». Ενώ ζούσε ακόμα, η ευλάβεια μιας γυναικός προνόησε για τον θάνατό του.

Ο Χριστός θα δεχθεί ακόμα, πριν πεθάνει, ένα τρίτο βάπτισμα, το βάπτισμα της ατιμίας, το βάπτισμα της υπέρτατης προσβολής· οι στρατιώτες του πραιτωρίου θα τον φτύσουν στο πρόσωπο. Σήμερα δέχθηκε συγχρόνως το Βάπτισμα της Δόξης και του Θανάτου. Χρίσθηκε σαν Βασιλεύς, γιατί θα είναι ύστερα από λίγο Βασιλεύς των Ουρανών· μυρώθηκε σαν ένα πτώμα, γιατί πρώτα θα κατεβεί στον Άδη. Η συμβολικότης της χειρονομίας της γυναικός εκείνης τον παρουσιάζει και στη δόξα και στο πάθος του.

Διαλεγμένη κατά τρόπο μυστηριώδη, η Αμαρτωλή προαισθάνεται ίσως την τρομερή έννοια της προσφοράς της. Η έκτη αίσθηση, η αίσθηση της αγάπης, που στη γυναίκα είναι δυνατότερη από τον άντρα, η δύναμη της ευαισθησίας και της υπερεντάσεως, την κάνουν ίσως και προμαντεύει πως αυτό το σώμα που το άλειψε και το περιποιήθηκε, ύστερα από λίγες μέρες θα είναι ένα παγωμένο και ματωμένο πτώμα. άλλες γυναίκες, κι αυτή ίσως, θα πάνε στο μνήμα του για να το αλείψουν μ’ αρώματα για τελευταία φορά, αλλά δεν θα τον βρούνε. Αυτός που σήμερα τρώει με τους συντρόφους του, τότε θα έχει φθάσει στις πόρτες του Άδη.

Και με το προαίσθημα αυτό, εξακολουθεί να χύνει τα δάκρυά της στα πόδια του Ιησού, ενώ όλοι, έκπληκτοι, δεν ξέρουν τι να πουν και τι να υποθέσουν. Τώρα τα πόδια του Σωτήρος, τα πόδια του Εσταυρωμένου μούσκεψαν στα δάκρυα και το μύρο του νάρδου έχει ανακατευθεί με το αλάτι των δακρύων. Η φτωχή γυναίκα δεν ξέρει πώς να τα σκουπίσει, τα πόδια αυτά που έλουσαν τα δάκρυά της.

Δεν έχει άσπρο πανί και τα ρούχα της τής φαίνονται ανάξια ν’ αγγίξουν τη σάρκα του Κυρίου της. Τότε, σκέφτεται τα μαλλιά της, τα μετάξινα και πλούσια μαλλιά της που τόσοι τα είχαν αγαπήσει. Λύνει τις πλεξούδες, αφαιρεί τις πόρπες. Το κύμα της κυανόμαυρης κόμης χύνεται στο πρόσωπό της, σκεπάζει την κοκκινίλα και τη φωτιά που το καίει. Παίρνει τις μπούκλες στα χέρια της· σκουπίζει απαλά τα πόδια που έφεραν σ’ αυτό το σπίτι τον Βασιλέα της.

Πάει, έπαψε πια να κλαίει. Όλα τα δάκρυά της χύθηκαν και σκουπίσθηκαν. Το έργο της τελείωσε, αλλά μόνο ο Ιησούς κατάλαβε τη σιωπή της.

Giovanni Papini, Ιστορία του Χριστού, μετάφραση Βασ. Μουστάκη, 7η έκδ., Αθήνα, Αστήρ, 2005.




Απογευματινή επίσκεψη στο Χορτιάτη

 

Το Σάββατο 20 Απριλίου τα μεγάλα παιδιά των ενοριακών μας συνάξεων  πραγματοποίησαν μία απογευματινή επίσκεψη   στην ιερά μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στο Χορτιάτη. Εκει μας υποδέχτηκαν με ένα γλυκό χαμόγελο  οι μοναχές του μοναστηριού και μας κέρασαν το παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα στο αρχονταρίκι. Αμεσως μετά ο π. Κωνσταντινος μας μίλησε για την Μεγάλη εβδομάδα και για την σημασία της στην πνευματική μας πορεία.  Αφού προσκυνήσαμε το ναό του μοναστηριού μετά βγήκαμε στον προαύλιο χώρο για παιχνίδι και παρεούλα.  Ήταν ένα αξέχαστο απόγευμα.  Η ευλογία του ιερού χώρου του μοναστηριού και οι ευχές των πατέρων μας, μαζί με την αγάπη τον κατηχητών μας θα μας συντροφεύουν όλη την Μεγάλη βδομάδα και την Αναστάσιμη περίοδο.  Καλή ανάσταση.




Η είσοδος του Κυρίου στη μοναξιά

Μητροπολίτης Anthony Bloom

Σήμερα ο Χριστός εισέρχεται στο μονοπάτι της οδύνης Του αλλά και της φοβερής εκείνης μοναξιάς που θα τον περιβάλλει καθ’ όλη την εβδομάδα των Παθών.Η μοναξιά αρχίζει με μια παρεξήγηση: ο λαός περιμένει ότι η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα θα είναι η θριαμβευτική διέλευση ενός πολιτικού αρχηγού, ενός ηγέτη που θα ελευθερώσει το λαό του από την καταπίεση και τη δουλεία, από αυτό που εκείνοι θεωρούν ως «α-θεΐα» – καθώς η λατρεία των ειδώλων αποτελεί την άρνηση του ζώντος Θεού. Η μοναξιά θα γίνει ακόμη βαρύτερη, όταν ούτε οι μαθητές Του θα είναι σε θέση να Τον κατανοήσουν. Όταν κατά τον Μυστικό Δείπνο, ο Χριστός θα τους μιλήσει για τελευταία φορά, εκείνοι θα αμφιβάλλουν διαρκώς για το ακριβές νόημα των λόγων Του. Και αργότερα, όταν θα μπει στον Κήπο της Γεθσημανή λίγο πριν από τον φρικτό θάνατο που πρόκειται να αντιμετωπίσει, οι πιο έμπιστοι μαθητές Του, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης, θλιμμένοι, κουρασμένοι και χωρίς ελπίδα, θα αφεθούν να αποκοιμηθούν. Το αποκορύφωμα της μοναξιάς θα είναι η κραυγή του Χριστού πάνω στο Σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες». Εγκαταλειμμένος από τους ανθρώπους, απορριμένος από τον λαό του Ισραήλ, είναι τώρα αντιμέτωπος με τη ακραία ερημιά και πεθαίνει χωρίς Θεό, χωρίς ανθρώπους, μόνος, με μόνη την αγάπη Του για τον Θεό και την αγάπη Του για το γένος των ανθρώπων· πεθαίνει για χάρη του και για τη δόξα του Θεού.

Η σημερινή θριαμβευτική Του είσοδος είναι και η αρχή του Πάθους Του. Ο κόσμος περίμενε αρχηγό και βασιλιά και βρίσκει τον Σωτήρα των ψυχών τους. Τίποτε δεν χολώνει τον άνθρωπο τόσο πολύ όσο η ελπίδα που χάθηκε, που διαψεύσθηκε· κι αυτό εξηγεί γιατί οι άνθρωποι που μπόρεσαν να Τον υποδεχθούν με τόση θέρμη, εκείνοι που υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες της ανάστασης του Λαζάρου και είχαν δει τα θαύματά Του, εκείνοι που είχαν ακούσει τη διδασκαλία Του και θαύμαζαν την κάθε Του λέξη όντες έτοιμοι να γίνουν μαθητές Του τον «καλό» καιρό, απομακρύνθηκαν από κοντά Του την ώρα του πάθους και Του γύρισαν την πλάτη· λίγες ημέρες δε μετά φώναξαν «Σταύρωσον, σταύρωσον Αὐτόν». Κι Εκείνος πέρασε όλες αυτές τις μέρες μόνος, γνωρίζοντας τι Τον περίμενε, εγκαταλειμμένος από όλους εκτός από τη Μητέρα Του, που παράστεκε σιωπηλά, όπως είχε κάνει σε όλη τη ζωή Της, μετέχοντας στην τραγική άνοδό Του στο Σταυρό· Εκείνη που είχε δεχθεί τον Ευαγγελισμό, το ευφρόσυνο νέο, αλλά και που είχε εν σιωπή ακούσει την προφητεία του Συμεών για τη ρομφαία που θα διαπερνούσε τη μητρική Της καρδιά.

 

Τις μέρες που έρχονται, δεν θα θυμηθούμε απλώς, αλλά θα παρασταθούμε στο Πάθος του Χριστού. Θα είμαστε μέρος του πλήθους που θα περικυκλώσει τον Χριστό, τους Μαθητές και τη Θεοτόκο. Καθώς θα ακούμε τα αναγνώσματα, καθώς θα παρακολουθούμε τις Ευχές της Εκκλησίας, καθώς οι εικόνες του Πάθους θα διαδέχονται η μία την άλλη μπροστά στα μάτια μας, ας θέσουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: «Μέσα σ’ αυτό το πλήθος, πού βρίσκομαι εγώ, ποιος είμαι; Ένας Φαρισαίος; Ένας Γραμματέας; Ένας προδότης; Ένας δειλός; Ποιός; Ή μήπως στέκομαι ανάμεσα στους Αποστόλους;»… Μα και αυτούς τους κατέβαλε ο φόβος. Ο Πέτρος Τον αρνήθηκε τρεις φορές, ο Ιούδας τον πρόδωσε, ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης αποκοιμήθηκαν την ώρα ακριβώς που ο Χριστός είχε ανάγκη από την ανθρώπινη αγάπη και υποστήριξη· οι άλλοι μαθητές το ’βαλαν στα πόδια· κανείς δεν έμεινε εκτός από τον Ιωάννη και τη Θεοτόκο, εκείνους που ήταν δεμένοι μαζί Του μ’ εκείνο το είδος της αγάπης που δεν γνωρίζει κανένα φόβο και είναι έτοιμη να μοιραστεί οτιδήποτε.

Ας ρωτήσουμε για άλλη μια φορά τον εαυτό μας ποιοι είμαστε και ποια είναι η θέση μας μέσα σ’ αυτό το πλήθος. Είμαστε με την ελπίδα ή με την απόγνωση, με τι; Κι αν είμαστε με την αδιαφορία, τότε είμαστε κι εμείς μέρος του τρομακτικού πλήθους που περικύκλωνε τον Χριστό, που τον ακολουθούσε και τον άκουγε, αλλά μετά έφευγε· όπως θα φύγουμε κι εμείς από το ναό. Ο Εσταυρωμένος θα υψωθεί εδώ τη Μεγάλη Πέμπτη κι εμείς θα διαβάζουμε το Ευαγγέλιο για το Σταυρό και τη Σταύρωση και το θάνατο – και μετά, τι; Ο Σταυρός θα συνεχίσει να στέκεται εδώ, αλλά εμείς θα πάμε να ξεκουραστούμε, θα πάμε σπίτι να φάμε, να κοιμηθούμε, να ετοιμαστούμε για τα έργα της επομένης. Την ίδια ώρα, ο Χριστός θα είναι στο Σταυρό, θα είναι στον τάφο. Πόσο φοβερό είναι να είμαστε ανήμποροι κι εμείς, όπως τότε οι μαθητές, να περάσουμε έστω μία μέρα, μία ώρα μαζί Του! Ας το σκεφθούμε, κι αν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε, τουλάχιστον ας αναγνωρίσουμε ποιοι είμαστε και πού βρισκόμαστε, και την τελική ώρα ας στραφούμε προς Αυτόν με την κραυγή, την έκκληση του ληστή: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου!».

Ομιλία που εκφωνήθηκε στις 30 Μαρτίου του 1980.

Anthony Bloom, Στο φως της κρίσης του Θεού: Πορεία από το Τριώδιο στην Ανάσταση, 1η έκδοση, εκδ. Εν πλω, Αθήνα, 2009




Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

Π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ

«Την ψυχωφελή, πληρώσαντες Τεσσαρακοστήν, και την Αγίαν Εβδομάδα τον πάθους σον, αιτούμεν κατιδείν Φιλάνθρωπε …» Με αυτά τα λόγια του στιχηρού στον εσπερινό της Παρασκευής, πριν την Κυριακή των Βαΐων, τελειώνει η Μεγάλη Σαρακοστή. Μπαίνουμε πια στην «Αγία Εβδομάδα», στην περίοδο του εορτασμού των παθών του Χριστού, του Θανάτου και της Αναστάσεως Του. Περίοδος που αρχίζει από το Σάββατο του Λαζάρου .

Τα γεγονότα της διπλής γιορτής, η ανάσταση του Λαζάρου και η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, αναφέρονται στα λειτουργικά κείμενα σαν «προοίμιο του Σταυρού». Έτσι, για να καταλάβουμε καλύτερα αυτά τα γεγονότα, θα πρέπει να τα δούμε μέσα στα πλαίσια της Μεγάλης Εβδομάδας.

Το κοινό απολυτίκιο των δύο αυτών ημερών: «την κοινήν ανάστασιν προ του σου πάθους πιστούμενος, εκ νεκρών ήγειρας τον Λάζαρον, Χριστέ ο Θεός…» μας βεβαιώνει, με κατηγορηματικό τρόπο, για την αλήθεια της κοινής ανάστασης. Είναι πολύ σημαντικό ότι μια από τις μεγάλες γιορτές της Εκκλησίας μας, η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα, γίνεται ο οδηγός στην πορεία μας μέσα στο σκοτάδι του Σταυρού. Έτσι το φως και η χαρά λάμπουν όχι μόνο στο τέλος της Μεγάλης Εβδομάδας αλλά και στην αρχή της. Το φως και η χαρά φωτίζουν αυτό το σκοτάδι και αποκαλύπτουν το βαθύ και τελικό νόημα του.

Όλοι όσοι είναι εξοικειωμένοι με την Ορθόδοξη λατρεία γνωρίζουν τον ιδιότυπο, σχεδόν παράδοξο, χαρακτήρα των ακολουθιών του Σαββάτου του Λαζάρου. Είναι, θα λέγαμε, Κυριακή και όχι Σάββατο, δηλαδή έχουμε μέσα στο Σάββατο αναστάσιμη ακολουθία. Ξέρουμε ότι το Σάββατο είναι βασικά αφιερωμένο στους τεθνεώτες και η Θεία Λειτουργία γίνεται στη μνήμη τους. Όμως το Σάββατο του Λαζάρου είναι διαφορετικό. Η χαρά που διαποτίζει τις ακολουθίες αυτής της ημέρας τονίζει ένα κεντρικό θέμα: την επερχόμενη νίκη του Χριστού κατά του Άδη.

Άδης είναι ο βιβλικός όρος που χρησιμοποιείται για να ορίσει το θάνατο με την παγκόσμια δύναμη του, που με τα αδιαπέραστα σκότη και τη φθορά καταπίνει κάθε ζωή και δηλητηριάζει ολόκληρο το σύμπαν. Αλλά τώρα, με την ανάσταση του Λαζάρου, ο «θάνατος αρχίζει να τρέμει». Ακριβώς από δω αρχίζει η αποφασιστική μονομαχία ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο και μας προσφέρει το κλειδί για μια πλήρη κατανόηση του λειτουργικού μυστηρίου του Πάσχα.

Στην πρώτη Εκκλησία, το Σάββατο του Λαζάρου ονομαζόταν «αναγγελία του Πάσχα». Πραγματικά αυτό το Σάββατο αναγγέλει, προμηνύει, το υπέροχο φως και τη γαλήνη του επομένου Σαββάτου, του Αγίου και Μεγάλου Σαββάτου, που είναι ημέρα του Ζωηφόρου Τάφου.

Το πρώτο μας βήμα ας είναι η προσπάθεια να καταλάβουμε το εξής: ο Λάζαρος, ο φίλος του Ιησού Χριστού, είναι η προσωποποίηση όλου του ανθρωπίνου γένους και φυσικά κάθε ανθρώπου ξεχωριστά . Η Βηθανία, η πατρίδα του Λαζάρου, είναι το σύμβολο όλου του κόσμου, είναι η πατρίδα του καθενός. Ο καθένας από μας δημιουργήθηκε να είναι φίλος του Θεού και κλήθηκε σ’ αυτή τη θεϊκή Φιλία που είναι η γνώση του Θεού, η κοινωνία μαζί Του, η συμμετοχή στη ζωή Του. «Εν αύτω ζωή ην, και η ζωή ην το φως των ανθρώπων» (Ιω. 1, 4). Και όμως αυτός ο φίλος (ο άνθρωπος), τον οποίο τόσο αγαπάει ο Θεός και τον οποίο μόνο από αγάπη δημιούργησε , δηλαδή τον έφερε στη ζωή, τώρα καταστρέφεται, εκμηδενίζεται από μια δύναμη που δεν τη δημιούργησε ο Θεός: το θάνατο . Ο Θεός συναντάει μέσα στον κόσμο, που Αυτός δημιούργησε, μια δύναμη που καταστρέφει το έργο Του και εκμηδενίζει το σχέδιο Του. Έτσι ο κόσμος δεν είναι πια παρά θρήνος και πόνος, δάκρυα και θάνατος.

Πως είναι δυνατόν αυτό; Πως συνέβηκε κάτι τέτοιο; Αυτά είναι ερωτήματα που διαφαίνονται στη λεπτομερή διήγηση που κάνει ο Ιωάννης στο Ευαγγέλιο του για τον Ιησού Χριστό όταν έφτασε στον τάφο του φίλου Του Λαζάρου. «Που τεθείκατε αυτόν; λέγουσι αυτώ · Κύριε έρχου και ίδε. Εδάκρυσεν ο Ιησούς». (Ιω. 11, 35). Γιατί, αλήθεια, ο Κύριος δακρύζει βλέποντας το νεκρό Λάζαρο αφού γνωρίζει ότι σε λίγα λεπτά ο ίδιος θα του δώσει ζωή; Μερικοί Βυζαντινοί υμνογράφοι βρίσκονται σε αμηχανία σχετικά με το αληθινό νόημα αυτών των δακρύων. Μιλάνε για δάκρυα που χύνει η ανθρώπινη φύση του Χριστού, ενώ η δύναμη της ανάστασης ανήκει στη θεϊκή Του φύση. Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία μας διδάσκει ότι όλες οι πράξεις του Χριστού ήταν «Θεανδρικές», δηλαδή θεϊκές και ανθρώπινες ταυτόχρονα. Οι πράξεις Του είναι πράξεις ενός και του αυτού Θεού-Ανθρώπου, του σαρκωμένου Υιού του θεού. Αυτός, λοιπόν, που δακρύζει δεν είναι μόνο Άνθρωπος αλλά και Θεός, και Αυτός που καλεί το Λάζαρο να βγει από τον τάφο δεν είναι μόνο Θεός αλλά και Άνθρωπος ταυτόχρονα. Επομένως αυτά τα δάκρυα είναι θεία δάκρυα. Ο Ιησούς κλαίει γιατί βλέπει το θρίαμβο του θανάτου και της καταστροφής στον κόσμο το δημιουργημένο από τον Θεό.

«Κύριε, ήδη όζει…», λέει η Μάρθα και μαζί της oι παρεστώτες Ιουδαίοι, προσπαθώντας να εμποδίσουν τον Ιησού να πλησιάσει το νεκρό. Αυτή η φοβερή προειδοποίηση αφορά ολόκληρο τον κόσμο, όλη τη ζωή. Ο Θεός είναι η ζωή και η πηγή της ζωής. Αυτός κάλεσε τον άνθρωπο να ζήσει μέσα στη θεία πραγματικότητα της ζωής και εκείνος τώρα «όζει» (μυρίζει άσχημα). Ο κόσμος δημιουργήθηκε να αντανακλά και να φανερώνει τη δόξα του Θεού και εκείνος «όζει»…

Στον τάφο του Λαζάρου ο Θεός συναντά το Θάνατο, την πραγματικότητα που είναι αντι-ζωή, που είναι διάλυση και απόγνωση. Ο Θεός συναντά τον εχθρό Του, ο οποίος του απέσπασε τον κόσμο Του και έγινε ο ίδιος «άρχων του κόσμου τούτου». Και όλοι εμείς που ακολουθούμε τον Ιησού Χριστό καθώς πλησιάζει στον τάφο του Λαζάρου, μπαίνουμε μαζί Του στη «δική Του ώρα» («ιδού ήγγικεν η ώρα…») · στην ώρα για την όποια πολύ συχνά είχε μιλήσει και την είχε παρουσιάσει σαν το αποκορύφωμα, το πλήρωμα ολοκλήρου του έργου Του.

Ο Σταυρός, η αναγκαιότητα του και το παγκόσμιο νόημα του αποκαλύπτονται με την πολύ σύντομη φράση του Ευαγγελίου: «και εδάκρυσεν ο Ιησούς…». Τώρα μπορούμε να καταλάβουμε γιατί δάκρυσε : αγαπούσε το φίλο Του Λάζαρο και γι’ αυτό είχε τη δύναμη να τον φέρει πίσω στη ζωή. Η δύναμη της Ανάστασης δεν είναι απλά μια θεϊκή «δύναμη αυτή καθ’ εαυτή», αλλά είναι δύναμη αγάπης, ή μάλλον η αγάπη είναι δύναμη.

Ο Θεός είναι Αγάπη και η Αγάπη είναι Ζωή. Η Αγάπη δημιουργεί Ζωή… Η Αγάπη, λοιπόν, είναι εκείνη που κλαίει μπροστά στον τάφο και η Αγάπη είναι εκείνη που επαναφέρει τη ζωή. Αυτό είναι το νόημα των θεϊκών δακρύων του Ιησού. Μέσα απ’ αυτά η αγάπη ενεργοποιείται και πάλι – αναδημιουργεί, απολυτρώνει, αποκαθιστά τη σκοτεινή ζωή του ανθρώπου: «Λάζαρε, δεύρο έξω!..» Προσταγή απολύτρωσης. Κάλεσμα στο φως. Ακριβώς γι’ αυτό το Σάββατο του Λαζάρου είναι το προοίμιο και του Σταυρού, σαν τη μέγιστη θυσία της αγάπης, και της Ανάστασης, σαν τον τελικό θρίαμβο της αγάπης.

π. Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.




Η γιορτή των κατηχητικών μας για την 25ή Μαρτίου

Με πολλή χαρά, κέφι, ζωντάνια και εθνική υπερηφάνεια οι νέοι της ενορίας μας γιόρτασαν την επέτειο την εθνικής παλιγγενεσίας της πατρίδας της 25ης Μαρτίου του 1821. Οι χορωδίες μας έψαλαν βυζαντινούς ύμνους και δημοτικά τραγούδια γεμάτα με εθνικό και πατριωτικό παλμό. Τα μικρά παιδιά της συντροφιάς μας με τα ποιήματα τους, αφηγήθηκαν το μεγαλείο της διπλής γιορτής, του Ευαγγελισμού της Παναγίας μας και της απελευθέρωσης της πατρίδας μας. Στο τέλος η θεατρική μας ομάδα μας παρουσίασε το θεατρικό έργο « Χρυσές σελίδες του 1821» δείχνοντας μας για ακομα μια φορά το μεγαλείο της ελληνικής ψυχής που έλαμψε μέσα στην παγκόσμια ιστορία.

Ευχαριστούμε πολύ το κανάλι 4Ε για την μαγνητοσκόπηση.

 

Φωτογραφίες από την γιορτή μας.

 

 




ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ E΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 

Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

δού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας…

Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες. Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο!

Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου… Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον. Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία.

Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο.

Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με».

Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθήκαμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης. «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες;

Εἶναι ἀδύνατον νά κυττάξῃς τόν ἑαυτό σου νά μή εὕρῃς κάπου, σέ κάποια γωνία τῆς ψυχῆς σου, νά μή ἐντοπίσῃς σέ κάποια ἄκρη της μία ξεχασμένη ἴσως ἁμαρτία. Καί… κάθε ἁμαρτία, γιά τήν ὁποία δέν ἔχεις μετανοήσει, εἶναι ὁ τάφος σου, εἶναι ὁ θάνατός σου. Καί ἐσύ, γιά νά μπορέσῃς νά σωθῇς καί νά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τόν τάφο σου, κρᾶζε μέ τίς προσευχητικές θρηνητικές κραυγές τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἄς μή ξεγελᾶμε τόν ἑαυτό μας, ἀδελφοί, ἄς μή ἀπατώμεθα. Καί μία μόνο ἁμαρτία ἄν ἔμεινε στήν ψυχή σου, καί σύ δέν μετανοεῖς καί δέν τήν ἐξομολογεῖσαι ἀλλά τήν ἀνέχεσαι μέσα σου, αὐτή ἡ ἁμαρτία θά σέ ὁδηγήσῃ στό βασίλειο τῆς κολάσεως. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στόν παράδεισο τοῦ Θεοῦ. Γιά τήν ἁμαρτία δέν ὑπάρχει τόπος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Γιά νά ἀξιωθῇς τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, φρόντισε νά ἀποδιώξῃς ἀπό μέσα σου κάθε ἁμαρτία, νά ξεριζώσῃς ἀπό μέσα σου διά τῆς μετανοίας κάθε ἁμαρτία. Διότι, τίποτε δέν γλυτώνει ἀπό τήν μετάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Τέτοια δύναμι ἔδωσε ὁ Κύριος στήν Ἁγία Μετάνοια. Κοίταξε! Ἀφοῦ ἡ μετάνοια μπόρεσε νά σώσῃ μία τόσο μεγάλη ἄσωτη γυναῖκα, ὅπως ἦταν κάποτε ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πῶς νά μή σώσῃ καί ἄλλους ἁμαρτωλούς, τόν κάθε ἁμαρτωλό, καί τόν πιό μεγάλο ἁμαρτωλό καί ἐγκληματία; Ναί, ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι τό πεδίο τῆς μάχης, ἐπί τοῦ ὁποίου ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή νικᾶμε τόν διάβολο, νικᾶμε ὅλες τίς ἁμαρτίες, νικᾶμε ὅλα τά πάθη καί ἐξασφαλίζουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἀθανασία καί τήν αἰώνιο ζωή.

Στήν ζωή τῶν ἁγίων καί ἀληθινῶν Χριστιανῶν ὑπάρχουν ἀναρίθμητα παραδείγματα πού δείχνουν ὅτι ὄντως μόνο μέ τήν προσευχή καί τήν νηστεία ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί νικᾶμε τούς δαίμονες, ὅλους ἐκείνους πού μᾶς βασανίζουν καί θέλουν νά μᾶς παρασύρουν στό βασίλειο τοῦ κακοῦ, στήν κόλασι. Αὐτή ἡ Ἁγία Νηστεία…! εἶναι νηστεία τῶν ἁγίων ἀρετῶν μας. Κάθε ἁγία ἀρετή ἀνασταίνει τήν ψυχή μου καί τήν ψυχή σου ἐκ τῶν νεκρῶν.

Προσευχή! Τί εἶναι ἡ προσευχή; Εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή πού σέ ἀνασταίνει καί μέ ἀνασταίνει. Σηκώθηκες μήπως γιά προσευχή, ἔκραξες πρός τόν Κύριο νά καθαρίσῃ τήν ψυχή σου ἀπό τίς ἁμαρτίες, ἀπό τό κάθε κακό, ἀπό κάθε πάθος; Τότε οἱ τάφοι σου καί οἱ τάφοι μου ἀνοίγουν καί οἱ νεκροί ἀνασταίνονται. Ὅ,τι εἶναι ἁμαρτωλό φεύγει, ὅ,τι σύρει πρός τό κακό ἐξαφανίζεται.

Ἡ ἁγία προσευχή ἀνασταίνει τόν καθένα ἀπό μᾶς, ὅταν εἶναι εἰλικρινής, ὅταν φέρνει ὅλη τήν ψυχή στόν οὐρανό, ὅταν ἐσύ μέ φόβο καί τρόμο λέγῃς στόν Κύριο: Δές, δές τούς τάφους μου, ἀναρίθμητοι εἶναι οἱ τάφοι μου, Κύριε! Μέσα σέ κάθε ἕναν ἀπό αὐτούς τούς τάφους, νά’την ἡ ψυχή μου, νά’την νεκρή, μακρυά ἀπό Σένα, Κύριε! Εἰπέ λόγον καί ἀνάστησον πάντας τούς νεκρούς μου! Διότι, Σύ, Σύ, Κύριε, μᾶς ἔδωσες πολλές θεῖες δυνάμεις νά μᾶς ἀνασταίνουν διά τῆς ἁγίας Ἀναστάσεως, νά μᾶς ἀνασταίνουν ἀπό τόν τάφο τῆς ραθυμίας. Ναί, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τά πάθη μας, πεθαίνουμε ψυχικά. Ἡ ψυχή ἀποθνήσκει, ὅταν χωρίζεται ἀπό τόν Θεό.

Ἡ ἁμαρτία εἶναι δύναμις πού χωρίζει τήν ψυχή ἀπό τόν Θεό. Καί ἐμεῖς, ὅταν ἀγαπᾶμε τήν ἁμαρτία, ὅταν ἀγαπᾶμε τίς ἁμαρτωλές ἡδονές, στήν πραγματικότητα ἀγαπᾶμε τόν θάνατό μας, ἀγαπᾶμε τούς τάφους, τούς δυσώδεις τάφους, μέσα στούς ὁποίους ἡ ψυχή μας ἀποσυντίθεται. Ἀντίθετα, ὅταν ἀνανήψουμε, ὅταν μέ τόν κεραυνό τῆς μετανοίας χτυπήσουμε τήν καρδιά μας, τότε…, τότε οἱ νεκροί μας ἀνασταίνονται. Τότε ἡ ψυχή μας νικᾶ ὅλους τούς φονεῖς της, νικᾶ τόν κατεξοχήν δημιουργό ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν, τόν διάβολο, νικᾶ μέ τήν δύναμι τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Γι’ αὐτό, γιά μᾶς τούς Χριστιανούς δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πιό ἰσχυρή ἀπό μᾶς. Νά εἶσαι βέβαιος ὅτι πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε ἁμαρτία πού σέ βασανίζει, πάντοτε εἶσαι δυνατώτερος ἀπό κάθε πάθος πού σέ βασανίζει. Πῶς; –ἐρωτᾶς. Μέ τήν μετάνοια! Καί τί εἶναι εὐκολώτερο ἀπό αὐτήν; Πάντοτε μπορεῖς μέσα σου, μέσα στήν ψυχή σου, νά κραυγάζῃς: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ δέν θά σέ παραβλέψῃ. Θά ἀναστήσῃς τόν ἑαυτό σου ἀπό τούς νεκρούς καί θά ζῇς σ’ αὐτόν τόν κόσμο σάν κάποιος πού ἦρθε ἀπό ἐκεῖνον τόν κόσμο, πού ἀναστήθηκε καί ζῆ μία νέα ζωή, τήν ζωή τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου, πού ὑπάρχουν μέσα του ὅλες οἱ θεῖες δυνάμεις, ἔτσι ὥστε καμμία ἁμαρτία πλέον δέν μπορεῖ νά σέ φονεύσῃ. Ἴσως νά ξαναπέφτῃς, ἀλλά πλέον γνωρίζεις, γνωρίζεις τό ὅπλο, γνωρίζεις τήν δύναμι μέ τήν ὁποία ἀνασταίνεσαι ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἄν πενήντα φορές τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, ἄν πενήντα φορές ντροπιασθῇς, ἄν πενήντα τάφους σκάψῃς σήμερα, μόνο φώναξε: «Κύριε, δός μου μετάνοια. Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Ὁ Ἀγαθός Κύριος, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τήν ἀσθένεια καί ἀδυναμία τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καί τῆς ἀνθρωπίνης θελήσεως, εἶπε: Ἔλα, ἀδελφέ. Ἀκόμη κι ἄν ἑβδομηκοντάκις τήν ἡμέρα ἁμαρτήσῃς, πάλι ἔλα καί πές: ἥμαρτον (Ματθ. ιη΄, 21-22).

Αὐτό ἐντέλλεται ὁ Κύριος σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, τούς ἀσθενεῖς καί ἀδυνάτους. Συγχωρεῖ τούς ἁμαρτωλούς. Γι’ αὐτό καί δήλωσε ὅτι χαρά μεγάλη γίνεται ἐν τῷ οὐρανῷ ἐπί ἐνί ἁμαρτωλῷ μετανοοῦντι ἐπί τῆς γῆς (πρβλ. Λουκ. ιε΄ 7). Ὅλος ὁ οὐράνιος κόσμος ἀτενίζει σέ σένα, ἀδελφέ καί ἀδελφή, πῶς ζῆς στήν γῆ. Πέφτεις στήν ἁμαρτία καί δέν μετανοεῖς; Νά, οἱ Ἄγγελοι κλαῖνε καί θλίβονται στόν Οὐρανό ἐξ αἰτίας σου. Μόλις ἀρχίσῃς νά μετανοῇς, νά, οἱ Ἄγγελοι στόν Οὐρανό χαίρονται, καί σάν οὐράνιοι ἀδελφοί σου χορεύουν… Νά ἡ σημερινή μεγάλη ἁγία, ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Πόσο ἁμαρτωλή! Ἀπό αὐτήν ὁ Κύριος ἔκανε μία ἁγία ὕπαρξι σάν τά Χερουβίμ. Μέ τήν μετάνοια ἔγινε ἰσάγγελη, μέ τήν μετάνοια κατέστρεψε τήν κόλασι, στήν ὁποία βρισκόταν, καί ἀνέβηκε ὁλόκληρη στόν παράδεισο τοῦ Χριστοῦ.

Δέν ὑπάρχει Χριστιανός ἀδύνατος σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἔστω κι ἄν τοῦ ἐπιτίθενται οἱ φρικωδέστερες ἁμαρτίες καί πειρασμοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου. Ἀρκεῖ μόνο ὁ Χριστιανός νά μή ξεχάσῃ τά μεγάλα του ὅπλα: τήν μετάνοια, τήν προσευχή, τήν νηστεία· νά ἐπιδοθῇ σέ κάποια εὐαγγελική ἄσκησι, σέ κάποια ἀρετή: εἴτε στήν προσευχή, εἴτε στήν νηστεία, εἴτε στήν εὐαγγελική ἀγάπη, εἴτε στήν εὐσπλαχνία. Ἄς θυμηθοῦμε τούς μεγάλους Ἁγίους τοῦ Θεοῦ, ἄς θυμηθοῦμε τήν ἑορταζομένη σήμερα μεγάλη Ἁγία, τήν ὁσία Μητέρα μας Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί ἄς εἴμαστε βέβαιοι ὅτι ὁ Κύριος θά εἶναι εὔκαιρος βοηθός μας. Ἡ ἁγία Μαρία ἐβίωσε τόσο θαυμαστή βοήθεια ἀπό τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί σώθηκε ἀπό τήν φοβερή της κόλασι, ἀπό τούς φοβερούς της δαίμονες. Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί σήμερα καί πάντοτε μᾶς βοηθεῖ σέ ὅλες τίς εὐαγγελικές μας ἀρετές: στήν προσευχή, καί στήν νηστεία, καί στήν ἀγρυπνία, καί στήν ἀγάπη, καί στούς οἰκτιρμούς, καί στήν ὑπομονή, καί σέ κάθε ἄλλη ἀρετή. Εὔχομαι νά μᾶς βοηθῇ πάντα καί νά μᾶς καθοδηγῇ…

Γι’ αὐτό, ποτέ νά μήν ἀποκάμῃς στόν ἀγῶνα καί στόν πόλεμο μέ τίς ἁμαρτίες σου… Σέ ὅλες τίς δυσκολίες σου καί στίς πιό μεγάλες πτώσεις σου νά θυμᾶσαι τήν κραυγή αὐτῆς τῆς ἁγίας ἑβδομάδος, πού ἔχει τήν δύναμι νά σέ ἀναστήσῃ: «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με».

 




Γιά τή Θεομήτορα

Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου

Ὅταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.

Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.

Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σωτηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της;

Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καί ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραντος ἦταν κι ὁ πόνος Της πού παραμένει ἀκατάληπτος γιά μᾶς.

Ἄσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πές σ᾽ ἐμᾶς τά παιδιά Σου, πῶς ἀγαποῦσες τόν Υἱό Σου καί Θεό, ὅταν ζοῦσες στή γῆ; Πῶς χαιρόταν τό πνεῦμα Σου γιά τό Θεό καί Σωτῆρα Σου; Πῶς ἀντίκρυζες τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου Του; Πῶς σκεφτόσουν ὅτι Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος, πού Τόν διακονοῦν μέ φόβο καί ἀγάπη ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν;

Πές μας, τί ἔνοιωθε ἡ ψυχή Σου, ὅταν κρατοῦσες στά χέρια Σου τό Θαυμαστό Νήπιο; Πῶς τό ἀνέτρεφες; Πῶς πονοῦσε ἡ ψυχή Σου, ὅταν μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσες τρεῖς μέρες στήν Ἱερουσαλήμ; Ποιάν ἀγωνία ἔζησες, ὅταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στήν σταύρωση καί πέθανε στό Σταυρό;

Πές μας, ποιά χαρά αἰσθάνθηκες γιά τήν Ἀνάσταση ἤ πῶς σπαρταροῦσε ἡ ψυχή Σου ἀπό τόν πόθο τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψη;

Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν νά γνωρίσουν τή ζωή Σου μέ τόν Κύριο στή γῆ· ἀλλά Σύ δέν εὐδόκησες νά τά παραδώσης ὅλ᾽ αὐτά στή Γραφή, ἀλλά σκέπασες τό μυστήριό Σου μέ σιγή.

Πολλά θαύματα καί ἐλέη εἶδα ἀπό τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο, ἀλλά μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν᾽ ἀνταποδώσω κάπως αὐτή τήν ἀγάπη.

Τί ν᾽ ἀναταποδώσω ἐγώ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού δέν μέ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στήν ἁμαρτία, ἀλλά μ᾽ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικά καί μέ συνέτισε; Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά Τήν ἀναγνωρίσω ἀπό τά γεμάτα χάρη λόγια Tης καί τό πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν, ὥστε καί μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Tης γλυκαίνη τήν καρδιά μου.

Ὅταν ἤμουν νεαρός ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιά φορά μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καί μπῆκε τότε στήν καρδιά μου ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπό μόνη της νά προφέρεται ἐκεῖ.

Μιά ἄλλη φορά ἄκουγα στήν ἐκκλησία τήν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καί στίς λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε» (Ἡσ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καί μέ τό λογισμό;». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! Μέσα στήν καρδιά μου μιά φωνή ἑνωμένη μέ τήν προσευχή πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτέ δέν ἁμάρτησε, οὔτε κἄν μέ τήν σκέψη». Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στήν καρδιά μου γιά τήν ἁγνότητά Της.

Ἐν τούτοις κατά τόν ἐπίγειο βίο Tης δέν εἶχε ἀκόμα τήν πληρότητα τῆς γνώσεως καί ὑπέπεσε σ᾽ ὁρισμένα ἀναμάρτητα λάθη ἀτέλειας. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο· ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, δέν ἤξερε πού εἶναι ὁ Υἱός Της καί Τόν ἀναζητοῦσε τρεῖς μέρες μέ τόν Ἰωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46).

Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπό φόβο καί τρόμο, ὅταν ἀναλογίζωμαι τή δόξα τῆς Θεομήτορος.

Εἶναι ἐνδεής ὁ νοῦς μου καί φτωχή κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλά ἡ ψυχή μου χαίρεται καί παρασύρομαι στό νά γράψω ἔστω καί λίγα λόγια γι᾽ Αὐτήν.

Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νά τό ἀποτολμήση, ἀλλά ἡ ἀγάπη μέ πιέζει νά μήν κρύψω τίς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Tης.

Ἡ Θεοτόκος δέν παρέδωσε στή Γραφή οὔτε τίς σκέψεις Tης οὔτε τήν ἀγάπη Tης γιά τόν Υἱό καί Θεό Tης οὔτε τίς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατά τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καί τότε θά μπορούσαμε νά τά συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιά τό Θεό ἦταν ἰσχυρότερη καί φλογερότερη ἀπό τήν ἀγάπη τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾽ Αὐτήν.

Παρ᾽ ὅλο ὅμως πού ἡ ζωή τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θά λέγαμε, ἀπό τήν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πώς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μέ τήν ἀγάπη Tης ὅλο τόν κόσμο καί βλέπει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς καί, ὅπως καί ὁ Υἱός Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καί ἐλεεῖ τούς πάντες.

Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου.

Δέν ψεύδωμαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Tης γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχή θά εἶχε χαθῆ ἀπό πολύν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μ᾽ ἐπισκεφθῆ καί νά μέ νουθετήση, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήση ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τήν ψυχή. Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Tης.

Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.

Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς.

Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας.

Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν.

 

Ἀπό το βιβλίο: Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης

Ἔκδ.Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου ΕΣΣΕΞ