Κυριακή Ι’ Λουκά: Η θεραπεία τής συγκύπτουσας

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
(Λουκ. ιγ’ 10-17)
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός επισκέφτηκε τη γη δυναμικά αλλά ταπεινά, για να διδάξει τους ανθρώπους ν’ αγαπούν το Θεό και τον άνθρωπο. Οι άνθρωποι από μόνοι τους είναι αδύναμοι. Η αγάπη τού Θεού τους κάνει δυνατούς. Από μόνοι τους οι άνθρωποι είναι υπερήφανοι. Η αγάπη για τον άνθρωπο τους κάνει ταπεινούς. Η αγάπη για τον άνθρωπο προέρχεται από την αγάπη για το Θεό. Η ταπείνωση προέρχεται από μια αίσθηση θεϊκής δύναμης. Η αγάπη για τον άνθρωπο χωρίς αγάπη για το Θεό είναι ψεύτικη. Κάθε άλλη δύναμη εκτός από εκείνη του Θεού, είναι υπερήφανη και ψεύτικη.
Οι άνθρωποι όμως έχουν βρει κι έναν τρίτο δρόμο, που δεν είναι ούτε αγάπη για το Θεό ούτε αγάπη για τον άνθρωπο. Είναι η αγάπη για τον εαυτό τους, η φιλαυτία. Η φιλαυτία είναι φράγμα που τους χωρίζει από Θεό κι απ’ ανθρώπους και τους αφήνει εντελώς απομονωμένους. Όταν ο άνθρωπος αγαπά μόνο τον εαυτό του, δεν αγαπά ούτε το Θεό ούτε το συνάνθρωπό του. Δεν αγαπά ούτε τον άνθρωπο που κρύβει μέσα του. Αγαπά μόνο τις σκέψεις για τον εαυτό του, τη φαντασίωση του εαυτού του. Αν επρόκειτο ν’ αγαπήσει τον μέσα άνθρωπο, θ’ αγαπούσε ταυτόχρονα και την εικόνα του Θεού που φέρει μέσα του και σύντομα θα κατέληγε ν’ αγαπά το Θεό και τον άνθρωπο, γιατί τότε θ’ αναζητούσε το Θεό και τον άνθρωπο στους άλλους ανθρώπους, ως αντικείμενα της αγάπης του.
Η φιλαυτία δεν είναι αγάπη. Είναι απόρριψη του Θεού και περιφρόνηση του ανθρώπου, είτε φανερή είναι είτε κρυμμένη. Η φιλαυτία δέν είναι αγάπη, είναι αρρώστια. Είναι μια σοβαρή αρρώστια που αναπόφευκτα συμπαρασύρει μαζί της κι άλλες αρρώστιες. Όπως η ευλογιά προκαλεί με σιγουριά πυρετό σ’ ολόκληρο το σώμα, έτσι κι η φιλαυτία παράγει τη φωτιά τού φθόνου και της οργής σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο. Ο φίλαυτος άνθρωπος είναι γεμάτος φθόνο για εκείνους που είναι καλλίτεροι ή πιο πλούσιοι απ’ αυτόν, πιο μορφωμένοι ή πιο σεβαστοί στους ανθρώπους. Το φθόνο ακολουθεί πάντα η οργή κι ο θυμός, όπως από τη φωτιά βγαίνει ο καπνός. Η κρυμμένη οργή που ξεπροβάλλει που και που, φανερώνει όλη την ασχήμια της άρρωστης καρδιάς που έχει προσβληθεί από το δηλητήριο της φιλαυτίας.
***
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας παρουσιάζει καθαρά από τη μία μεριά την εικόνα της μεγάλης αγάπης του Χριστού για τον άνθρωπο κι από την άλλη τη φιλαυτία των Φαρισαίων, μαζί με το φθόνο και την οργή τους.
«Ην δε (Ιησούς) διδάσκων εν μία των συναγωγών εν τοις σάββασι• και ιδού γυνή ην έχουσα πνεύμα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές» (Λουκ. ιγ’ 10, 11).
Τό Σάββατο ήταν ημέρα κοινής προσευχής για τους Ιουδαίους, όπως η Κυριακή είναι για μας τους χριστιανούς. Αν και ο Κύριος συχνά πήγαινε στην έρημο για ησυχία και μόνωση και περνούσε νύχτες ολόκληρες στην προσευχή, δεν απέφευγε την κοινή προσευχή με τους άλλους στη συναγωγή. «Και εισήλθε κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων εις την συναγωγήν», γράφει σ’ άλλο σημείο ο ευαγγελιστής (Λουκ. δ’ 16). Συνήθιζε να πηγαίνει στη συναγωγή για την κοινή προσευχή. Δεν του ήταν απαραίτητο αυτό, αλλά το έκανε από ταπείνωση, αλλά καί ως παράδειγμα για μας.
Ακούμε σήμερα διάφορες υπερήφανες φωνές: «Προσεύχομαι στο σπίτι, δεν έχω ανάγκη να πάω στην εκκλησία για να προσευχηθώ». Έτσι μιλάει η ανοησία κι η υπερηφάνεια. Το παράδειγμα του Χριστού μας διδάσκει με σαφήνεια πως πρέπει να κάνουμε και το ένα και το άλλο. Και μόνοι μας να προσευχόμαστε μυστικά και στην εκκλησία μαζί με τους αδελφούς μας.
Ο Κύριος δεν πήγαινε μόνο για να προσευχηθεί στη συναγωγή. Συχνά ερμήνευε τις Γραφές εκεί και δίδασκε τους ανθρώπους, λέγοντας λόγια θεϊκά, που δεν έχουν καταγραφεί στα ευαγγέλια. «Και πάντες… εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού» (Λουκ. δ’ 22). Υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι λόγοι που δεν έφτασαν ως εμάς, έχουμε όμως αρκετούς για να μας γεμίσουν με σοφία και να μας σώσουν.
Ο Κύριος Ιησούς πήγαινε επίσης στη συναγωγή για να βρει την κατάλληλη στιγμή να υπηρετήσει τους ανθρώπους με τα θαυμαστά έργα Του, που μαρτυρούσαν τη σωτηρία που προσφέρει και τη θεότητα Του. Ένα τέτοιο θαυμαστό έργο έκανε με την ευκαιρία που περιγράφεται στο σημερινό ευαγγέλιο.
Μια συγκύπτουσα γυναίκα ήρθε στη συνάγωγη. Την είχε δέσει ο σατανάς κι είχε μείνει στην κατάσταση αυτή όχι μια βδομάδα, ένα μήνα ή ένα χρόνο, αλλά δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια και δεν ήταν δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Με το κεφάλι, σκυμμένο ως τα γόνατά της η ταλαίπωρη γυναίκα δεν μπορούσε να δει ούτε τον έναστρο ουρανό, μα ούτε και τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της.
Το πονηρό πνεύμα προσπαθούσε να πλανήσει τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας. Τους έδινε ψεύτικες υποσχέσεις πως, αν τον υπάκουαν, θα γίνονταν ισόθεοι. Αντί να γίνουν θεοί όμως, οι προπάτορες του ανθρώπινου γένους βρέθηκαν ξαφνικά να φορούν δέρματα ζώων. Η γυναίκα της παραβολής τώρα, που ήταν απόγονός τους, είχε γίνει τόσο δύσμορφη, ώστε όσοι την έβλεπαν έτρεμαν και τα ζώα φοβούνταν. Αυτή ήταν η ισοθεΐα που υποσχέθηκε ο πονηρός στον άνθρωπο!
Η συγκύπτουσα δεν μπορούσε με κανένα τρόπο ν’ ανορθωθεί. Ήταν αδύνατο να ισιώσει το σώμα της για δεκαοκτώ χρόνια. Σερνόταν στη γη σαν αγελάδα, το κεφάλι της ήταν γερμένο κι έφτανε ως τα γόνατα. Είναι ζωή αυτή; Όχι, αυτή δεν είναι ζωή, είναι καταδίκη. Η αδυναμία τής γυναίκας ήταν τόσο μεγάλη και την κουβαλούσε τόσα χρόνια, ώστε όσοι την έβλεπαν για πρώτη φορά την αποστρέφονταν όσοι την κοίταζαν λίγο περισσότερο δεν την έβλεπαν σαν ανθρώπινη ύπαρξη αλλά σαν ένα ξερό και γερμένο δέντρο που δεν άξιζε τίποτ’ άλλο, παρά να κοπεί και να γίνει καυσόξυλα. Η σκληρότητα αυτή των άνθρωπων προς την τερατόμορφη γυναίκα ήταν πραγματικά πιο τερατώδης κι από την ίδια την τερατωδία.
Ο Κύριος που αγαπά τον άνθρωπο, κοίταξε μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια το ταλαίπωρο αυτό ανθρώπινο πλάσμα. Δεν έβλεπε μπροστά Του ένα στραβό και κυρτωμένο δέντρο, μα μια θυγατέρα του Αβραάμ, ένα πλάσμα που δημιούργησε ο Θεός και άξιζε να το ελεήσει. «Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς προσεφώνησε και είπεν αυτή· γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου· και επέθηκεν αυτή τας χείρας· και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν» (Λουκ. ιγ’ 12-13).
Ο Κύριος έκανε το θαύμα αυτό όχι επειδή του το ζήτησε η γυναίκα ούτε για ν’ ανταποκριθεί στην πίστη της. Το έκανε με δική Του πρωτοβουλία και με τη δική Του δύναμη. Αυτό είναι μια σαφής αντίκρουση εκείνων που θέλουν κακόγνωμα να υποβαθμίσουν το μεγαλείο των θαυμάτων του Χριστού, με τον ισχυρισμό πως τα θαύματα γίνονται μόνο με την αυθυποβολή εκείνων που δέχονται το θαύμα. Πού είναι το στοιχείο της αυθυποβολής στη συγκύπτουσα αυτή γυναίκα; Η αναπηρία της την εμπόδιζε ακόμα και να δει το πρόσωπο του Χριστού. Δε ζήτησε από το Χριστό να την ελεήσει, να την σπλαχνιστεί, ούτε και έδειξε με οποιοδήποτε τρόπο την πίστη της. Κι όχι μόνο αυτό. Η γυναίκα δε βρισκόταν καν κοντά στο Χριστό. Δεν τον πλησίασε εκείνη, Αυτός την κάλεσε κοντά Του. Όπως ο ποιμένας που βλέπει ένα από τα πρόβατά του μπλεγμένο στ’ αγκάθια, μισοπεθαμένο και άφωνο, κάνει την πρώτη κίνηση, έτσι έκανε κι ο στοργικός Κύριος, ο Καλός Ποιμένας. Έκανε την πρώτη κίνηση προς το πρόβατό Του, που είχε μπλέξει στα δίχτυα του σατανά. Την ονόμασε «γυναίκα». Δεν την είπε «ανάπηρη», «τέρας», «σκιά της ζωής» ή «αμαρτωλή», αλλά «γυναίκα». Και μόνο με τη λέξη «γυναίκα» ο Κύριος αποκατέστησε τη χαμένη της αξιοπρέπεια. Μετά τη θεράπευσε από την αναπηρία της και στο τέλος ακούμπησε πάνω της τα πάναγνα χέρια Του, για να ολοκληρώσει τη θεϊκή δωρεά Του.
Να, ποια είναι η διαδικασία της πράξης του Κυρίου: Πρώτα της έριξε μια στοργική ματιά· έπειτα, της απεύθυνε μια δυναμική λέξη· τέλος, άπλωσε πάνω της το στοργικό χέρι Του. Της έδωσε όλα όσα είχε στερηθεί για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αν κάποιος την είχε ποτέ συμπαθήσει, η συμπάθειά του δε θα ήταν καθαρή, αλλά ανάμικτη με φόβο, με οίκτο και υπερηφάνεια. Αν κάποιος της είχε ποτέ μιλήσει, θα τό ’κανε από ανάγκη κι έπειτα θα βιαζόταν ν’ απομακρυνθεί από κοντά της. Αν κάποιος είχε αναγκαστεί από τις συνθήκες να την ακουμπήσει, θα το είχε κάνει με τ’ ακροδάχτυλά του κι ύστερα θά ‘τρεχε για να πλύνει τα χέρια του. Ο Κύριος Ιησούς όμως την κάλεσε σκόπιμα κοντά Του, της είπε πρώτα τα θεραπευτικά λόγια Του κι έπειτα ακούμπησε και τα δυό θαυματουργά χέρια Του πάνω της. Φέρθηκε στην άγνωστη αυτή γυναίκα, όπως θα φερόταν ένας πατέρας στη θυγατέρα του. Αν τέτοια ευεργεσία γινόταν στη μαύρη γη ή στο λαμπερό ήλιο, η γη θα σειόταν κι ο ήλιος θα δάκρυζε. Η ευεργεσία όμως έγινε στη συγκύπτουσα γυναίκα κι εκείνη ανορθώθηκε αμέσως.
Πώς μπορεί να ισιώσει μια κυρτή σπονδυλική στήλη χωρίς να σπάσει; Πώς μπορεί ένας αγκυλωμένος σβέρκος να κινηθεί χωρίς να προκαλέσει πόνο; Θα χρειάζονταν ένα εκατομμύριο χρόνια, αποφαίνονται τα αδαή μυαλά των συγχρόνων μας, για να ευθυαστεί η σπονδυλική στήλη ενός πιθήκου κι ο πίθηκος να γίνει άνθρωπος. Μιλάνε έτσι έπειδη δε γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού. Χρειάστηκε ένα μόνο δευτερόλεπτο κι ένας λόγος του Κυρίου Ιησού, για να ορθωθεί η συγκύπτουσα και να ισιώσει η σπονδυλική της στήλη, που ήταν πιο κυρτή από του πίθηκου.
Πώς ισιώνει μια σπονδυλική στήλη; Πώς λυγίζει ένας αγκυλωμένος σβέρκος; Πώς θεραπεύεται ένα τέρας; Πώς ελευθερώνονται τα παγιδευμένα πρόβατα; Πώς μια άφωνη μούμια αποκτά φωνή και τολμά να μιλήσει; Μη ρωτάτε για όλ’ αυτά. Δοξολογήστε απλά το Θεό, όπως έκανε κι η πρώην συγκύπτουσα γυναίκα: και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν.
Βλέπουμε πως μαζί με το σώμα της γυναίκας, θεραπεύτηκε κι η ψυχή της. Μόνο η θεραπευμένη ψυχή μπορεί να δοξολογεί το Θεό για «παν δώρημα τέλειον», απ’ όπου κι απ’ όποιον κι αν προέρχεται. Η ανίατη ψυχή ξεχνά πως ο Θεός είναι ο Δοτήρας παντός αγαθού και γι’ αυτό ευχαριστεί και δοξάζει μόνο τα θνητά χέρια, με τα οποία ο Θεός συνηθίζει να δίνει τις δωρεές Του στους ανθρώπους. Ο Κύριος Ιησούς ήθελε να μας διδάξει πως πρέπει να ευχαριστούμε και να δοξολογούμε πάντα το Θεό. Γι’ αυτό κι έδωσε στον θεραπευμένο Γαδαρηνό την εντολή: «Υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός » (Λουκ. η’ 39). Οι άνθρωποι θαύμαζαν τον Κύριο και δοξολογούσαν το Θεό, μόνο όταν τον έβλεπαν να κάνει θαύματα. Ο Χριστός, όταν πλησίαζε το τέλος Του, έλεγε: «Πάτερ… εγώ σε εδόξασα επί της γης» (Ιωάν. δ’ 4).
Όλ’ αυτά λειτουργούν για έλεγχο δικό μας, που όταν κάνουμε κάποιο καλό στους ανθρώπους, ζητάμε να ευχαριστούν εμάς κι όχι το Θεό. Όλα τα καλά που δεχόμαστε από τους ανθρώπους δεν τα παίρνουμε από έκεινους, αλλά μέσω εκείνων. Ο Πατέρας στέλνει τις δωρεές Του στα παιδιά Του μέσω των παιδιών Του. Το κάνει αυτό με την καλή Του θέληση, με χαρά. Σ’ Εκείνον πρέπει κάθε δόξα και ύμνος στους αιώνες των αιώνων.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Ως τώρα ακούσαμε για ένα θαύμα φωτεινό, τώρα θ’ ακούσουμε για ένα θαύμα σκοτεινό. «Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι τω σαββάτω εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε τω όχλω· εξ ημέραι εισίν εν αις δει εργάζεσθαι· εν ταύταις ουν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου» (Λουκ. ιγ’ 14). Αυτά είναι λόγια τού πονηρού υιού τού σκότους. Θαρρείς πως ο σατανάς που έφυγε από τη συγκύπτουσα γυναίκα, μπήκε μέσα σ’ αυτόν. ’Ετσι μιλάει η φιλαυτία μαζί με τους αχώριστους συντρόφους της, το φθόνο και την οργή. Ο Χριστός θεράπευσε, ο αρχισυνάγωγος όμως κατέφυγε στην κατασπίλωση του θαύματος. Ο Χριστός ελευθέρωσε μια ανθρώπινη ζωή από τα σατανικά δεσμά κι ο άλλος κατασυκοφαντούσε. Ο Χριστός έβγαλε το πονηρό πνεύμα από την άρρωστη γυναίκα κι εκείνος οργίστηκε επειδή ο θεραπευτής έβγαλε το δαιμόνιο από μια πόρτα κι όχι από μίαν άλλη. Ο Χριστός άνοιξε τον ουρανό στους ανθρώπους κι αποκάλυψε το ζωντανό Θεό· ο άλλος έκνευριστηκε επειδή άνοιξε τον ουρανό το πρωί κι όχι το απόγευμα. Ο Χριστός πήγε με φως στους αιχμαλώτους στη φυλακή κι ο άλλος τον επιτίμησε επειδή δεν άφησε να κάνει το καθήκον αυτό μια άλλη μέρα.
Βλέπετε πόσο φοβερή και τρομερή είναι η φιλαυτία! Ο εγωκεντρικός αρχισυνάγωγος δεν τόλμησε να επιτιμήσει το Χριστό, γι’ αυτό κι επιτιμούσε τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, μέσα του το Χριστό επιτιμούσε, όχι τους ανθρώπους, μ’ όλο που η γλώσσα του χρησιμοποιούσε άλλο τρόπο. Γιατί ήταν ένοχοι οι άνθρωποι εδώ; Αν κάποιος έφταιγε για την καλή αυτή πράξη, ήταν η συγκύπτουσα; Γιατί έφταιγε η συγκύπτουσα; Δεν έτρεξε πίσω από το Χριστό για να του ζητήσει θεραπεία. Αντίθετα μάλιστα! Ο Χριστός την κάλεσε κοντά Του και της χάρισε την τέλεια θεραπεία, πέρα από κάθε ελπίδα ή προσμονή που θα είχε από τη συναγωγή. Επομένως είναι σαφές πως αν κάποιος έφταίγε εδώ, αυτός ήταν ο Χριστός. Ο αρχισυνάγωγος όμως δεν τολμούσε να κοιτάξει το Χριστό στα μάτια και να πει: «Είσαι ένοχος», γι’ αυτό και γύρισε προς το λαό και κατηγόρησε τους ανθρώπους. Υπάρχει πιο καθαρή και πιο πονηρή υποκρισία; Γι’ αυτό κι ο Κύριος τον αποκάλεσε υποκριτή:
«Απεκρίθη ουν αυτώ ο Κύριος και είπεν· υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει; ταύτην δε, θυγατέραν Αβραάμ ούσαν, ην έδησε ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;» (Λουκ. ιγ’ 15, 16).
Ο Κύριος γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Ήξερε πως ο αρχισυνάγωγος Εκείνον ήθελε να επιτιμήσει, μ’ όλο που η γλώσσα του απευθυνόταν στους άλλους. Ο Κύριος το γνώριζε αυτό και δεν επέτρεπε να επιτιμηθούν άλλοι για κάτι που μοναδικός αίτιος ήταν ο ίδιος.
Ο Κύριος είναι λαμπρότερος από τον ήλιο και καθαρότερος από το κρύσταλλο, γι’ αυτό και μέσα Του δε χωρούσε υποκρισία. Δεν μπορούσε να υποκριθεί τον ανόητο και να σιγήσει όταν κάποιος άλλος επιτιμάται στη θέση Του. Γι’ αυτό και τη στιγμή που οι αδύναμοι άνθρωποι, χωρίς να έχουν καμία ευθύνη, δε μιλούσαν και ανέχονταν να τους επιπλήττουν, ο Κύριος άνοιξε το στόμα Του κι απάντησε στον αρχισυνάγωγο: υποκριτά, του είπε. Μπορούμε να βοηθήσουμε τα ζώα το σάββατο και δεν μπορούμε να βοηθήσουμε τον άνθρωπο; Το βόδι κι ο γάιδαρος δε μένουν ούτε μια μέρα ολόκληρη κλεισμένοι στο σκοτεινό σταύλο, χωρίς να τα βγάλετε έξω στο φως της μέρας και το φρέσκο αέρα. Η γυναίκα αυτή ήταν δεμένη από το σατανά δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, κι εσύ οργίστηκες επειδή ελευθερώθηκε; Ο σατανάς έχει δέσει εσένα χειρότερα από εκείνη. Αυτήν την έδεσε ώστε το κεφάλι της να φτάνει στα γόνατα. Εσένα σου έδεσε την ψυχή στο Σάββατο. Γιατί δεν αποδεσμεύεσαι; Το Σάββατο έγινε για τους ανθρώπους, ώστε την ημέρα αυτή ο νους τους ν’ αφιερώνεται ιδιαίτερα στο Θεό. Η θεραπεία της γυναίκας αυτής δε μας θυμίζει το Θεό περισσότερο απ’ ό,τι το Σάββατο, ή κάθε άλλο Σάββατο, από το Μωυσή ως σήμερα; Δεν είναι σπουδαιότερο το έργο αυτό από το Σάββατο; Δεν μπορείς να δεις πως στέκεσαι μπροστά σε Έναν, που είναι ανώτερος από το Σάββατο; Κι όχι μόνο από το Σάββατο αλλά κι από το ναό (βλ. Ματθ. ιβ’ 6); Δεν μπορείς να νιώσεις, ταπεινέ αρχισυνάγωγε, πως ενώπιόν σου είναι ο Κύριος των ψυχών των ανθρώπων; Να ξέρεις, πως οι μέρες κι οι νύχτες περνούν γρήγορα μπροστά στα μάτια Του κι αδειάζουν στην αιωνιότητα.
Προσέξτε πόσο τιμά ο Κύριος για μια ακόμα φορά τη σαστισμένη γυναίκα: την ονομάζει θυγατέρα του Αβραάμ. Θέλει όχι μόνο να διακηρύξει την ανωτερότητα της ανθρώπινης ψυχής σε σχέση με τα άλογα ζώα, όπως ο γάιδαρος και το βόδι, αλλά και πόσο ψηλότερα ανέβηκε η πρώην συγκύπτουσα από τους υποκριτές πρεσβυτέρους της συναγωγής. Το ότι η γυναίκα αυτή ήταν θεοφοβούμενη, φαίνεται πρώτα πρώτα από το γεγονός ότι, παρά την αναπηρία της, προσπάθησε να πάει στη συναγωγή, για ν’ ακούσει το λόγο του Θεού και να προσευχηθεί. Δεύτερο επειδή, μόλις θεραπεύτηκε και στάθηκε όρθια, αμέσως ευχαρίστησε το Θεό.
Ο προπάτοράς μας Αβραάμ ευχαριστούσε το Θεό για όλα. Υπόμεινε βάσανα, χωρίς να μειωθεί ούτε στο ελάχιστο η πίστη του στο Θεό. Γι’ αυτό ήταν κι η ίδια αληθινή θυγατέρα τού Αβραάμ, όχι μόνο «εξ αίματος», αλλά και λόγω της υπομονής και της ευλάβειάς της. Ήταν περισσότερο γνήσια απόγονος του πατριάρχη τού Ισραήλ από τον πρεσβύτερο αυτόν που, όπως κι οι άλλοι πρεσβύτεροι, υπερηφανεύονταν επειδή κατάγονταν από τον Αβραάμ. Στην πραγματικότητα αυτός ήταν προδότης του Αβραάμ, ενώ η γυναίκα αυτή ήταν αληθινή θυγατέρα του. Δεν έπρεπε λοιπόν να βοηθηθεί; Έπρεπε το Σάββατο να γίνει εμπόδιο στη θεραπεία της;
Το Σάββατο είχε οριστεί ως ημέρα ανάπαυσης: «Ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν» (Εξ. κ’ 11). Δεν πρέπει όμως ν’ αναπαυτεί κι η ψυχή, όπως και το σώμα; Η ψυχή δεν τρέφεται με την αργία και την κατάκλιση, όπως το σώμα, αλλά με έργα καλά, έργα αγάπης, έργα ευάρεστα στο Θεό. Αυτή είναι η πραγματική ανάπαυση της ψυχής, έτσι ανανεώνεται κι ενισχύεται η δύναμή της κι η ευφροσύνη της. Δεν έχει κανένας αντίρρηση ότι την ημέρα αυτή πρέπει να φροντίσουμε τα ζωντανά μας. Πολύ περισσότερο όμως πρέπει να φροντίσουμε και να ευεργετήσουμε τους ανθρώπους.
Ο Κύριος δε μας λέει ότι σε μια γιορτή δεν πρέπει να μεριμνήσουμε για τα βόδια και τα γαϊδούρια μας, πως δεν πρέπει να τα λύσουμε και να τα πάμε για πότισμα. Μας δίνει όμως εντολή πως την πρώτη θέση στη μέριμνα και την ευεργεσιά μας πρέπει να την έχει ο άνθρωπος. Αυτό είναι το νόημα της τήρησης της ημέρας τού Σαββάτου, το πνεύμα τού Νόμου τού Θεού. Με το πνευματικό σκοτάδι και την ηθική νωθρότητα που τους διέκρινε, οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι μόνο το γράμμα τού Νόμου μπορούσαν να δουν και να το θεοποιήσουν. Έτσι ο Νόμος, αντί να γίνει οδηγός στο δρόμο της ζωής, έγινε ένα πτώμα που εκείνοι έσερναν μαζί τους. Αντί ο Νόμος να γίνει αναμμένη λαμπάδα στο σκοτάδι, έγινε κρύα στάχτη σε χρυσό δοχείο, που το προσκυνούσαν όπως οι προπάτορές τους κάποτε το χρυσό μόσχο (Εξ. λβ’ 4).
Στην περίπτωση αυτή όμως δεν ήταν ο ζήλος τού Νόμου που ξεσήκωσε τον αρχισυνάγωγο εναντίον τού Χριστού, αλλά η άρρωστη φιλαυτία του. Πώς μπορούσε κάποιος να δείξει στη συναγωγή πως είναι πιο δυνατός, πιο σοφός και πιο εύσπλαχνος από τον ίδιο; Έκανε μια επίδειξη του ζήλου του για το Νόμο τού Θεού, στα χείλη του όμως διαφαινόταν ένα δηλητήριο που έβγαινε από την άρρωστη καρδιά του. Αυτός ήταν ένας άκομα λόγος για να τον αποκαλέσει ο Κύριος υποκριτή. Με την απάντησή Του, που ήταν οξεία σαν ξίφος και καθαρή σαν ήλιος, ο Κύριος αποστόμωσε όχι μόνο τον αρχισυνάγωγο, αλλά κι όλους τους εχθρούς Του:
«Και ταύτα λέγοντος αυτού κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ, και πας ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ’ αυτού» (Λουκ. ιγ’ 17). Πόσο εύκολο είναι να υπερασπιστείς ένα έργο που έγινε από αγάπη για τον άνθρωπο! Ο Θεός στέκεται πίσω από τέτοιο έργο ως μάρτυρας και προστάτης. Το καλό έργο δίνει μια ακατανίκητη ευγλωττία στη γλώσσα. Ο Κύριος γνώριζε όλα τα μυστήρια του ουρανού και της γης. Έτσι γνώριζε και το μυστήριο αυτό που αμφισβητήθηκε από τους ολιγόπιστους, εκείνους που αναζητούσαν συνηγόρους τόσο στα καλά όσο και στα πονηρά έργα. Ο Κύριος συμβούλευε τους μαθητές Του: «Όταν δε προσφέρωσιν υμάς επί τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πως ή τι απολογήσεσθε ή τι ειπήτε» (Λουκ. ιβ’ 11), «ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. ι’ 20). Παραδειγματιστείτε από τον τρόπο που απάντησε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος στους βασανιστές του. Από τον τρόπο που απαντούσαν οι πρώην ψαράδες Πέτρος και Ιωάννης, καθώς κι ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι απαντήσεις ανθρώπων αυτές, που τις έμαθαν σε βιβλία, αλλά εκείνων που διδάχτηκαν από το Άγιο Πνεύμα. Δε μιλάνε έτσι οι συνήγοροι κι οι θνητοί άνθρωποι, παρά μόνο ο Θεός.
Ο σοφός βασιλιάς τού παλιού καιρού έδωσε προφητική φωνή σε μια ευαγγελική αλήθεια όταν είπε: «κακός υπακούει γλώσσης παρανόμων, δίκαιος δε ου προσέχει χείλεσι ψευδέσιν» (Παρ. ιζ’ 4). Η απάντηση του Χριστού στον αρχισυνάγωγο ήταν τέτοια, ώστε προκάλεσε ντροπή στους αντιπάλους και χαρά σ’ όλους τους ανθρώπους. Χάρηκαν οι άνθρωποι, γιατί είδαν στα λόγια Του μια λάμψη νίκης τού καλού πάνω στο κακό, όπως νωρίτερα είχαν δει την ίδια λάμψη στο θαύμα που έκανε στη συγκύπτουσα, αλλά και σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του.
Πας ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ’ αυτού. Με το που γινόταν κάποιο θαύμα, τα νέα γι’ αυτό διαδίδονταν γρήγορα, αλλά σύντομα ακολουθούσε κι ένα δεύτερο θαύμα, κι ένα τρίτο κ.ο.κ. Το ένα θαύμα επιβεβαίωνε και την αλήθεια του προηγούμενου θαύματος. Κι όλα μαζί δημιουργούσαν ευφορία, έδιναν χαρά στους κατηφείς ανθρώπους κι ελπίδα στους απελπισμένους. Όλα στέριωναν στην πίστη τούς περισσότερο ολιγόπιστους, ενθάρρυναν τους καλούς στο δρόμο του καλού, καθοδηγούσαν εκείνους που περιπλανιούνταν σε δρόμους στραβούς, έσπερναν παντού το λόγο πως ο Θεός είχε επισκεφτεί το λαό Του και πως η βασιλεία τού Θεού έρχεται.
***
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή περιέχει πολλά νοήματα και πλούσια διδασκαλία, ακόμα κι αν την διαβάσει κανείς πρόχειρα. Έχει όμως και κάποιο εσωτερικό, κάποιο μυστικό νόημα, που είναι ιδιαίτερα διδακτικό για την πνευματική μας ζωή. Η συγκύπτουσα γυναίκα υποδηλώνει τ’ αγκυλωμένα μυαλά όλων αυτών που δεν προσεγγίζουν τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκείνων που έχουν διεστραμμένο νου και δεν μπορούν με τις δικές τους δυνάμεις να σταθούν απέναντι στο Θεό, αλλ’ έρπουν διαρκώς στη γη, τρέφονται από τη γη, μαθητεύουν στη γη και χαίρονται στη γη.
Το διεστραμμένο μυαλό είναι ταυτόχρονα και αγκυλωμένο, περιορισμένο. Εξαρτάται από τις αισθήσεις. Τους προγόνους του τους αναζητά μόνο ανάμεσα στα ζώα. Την ευχαρίστησή του τη βρίσκει μόνο στο φαγητό και το ποτό. Δεν ξέρει τίποτα για το Θεό και τον πνευματικό κόσμο ή για την αιώνια ζωή κι επομένως δε γνωρίζει τίποτα για την πνευματική, την ουράνια χαρά. Είναι απαρηγόρητο, φοβισμένο, γεμάτο θλίψη και κακία. Ο Κύριος Ιησούς καλεί ένα τέτοιο μυαλό κοντά Του για να το ανορθώσει, να το φωτίσει, να του δώσει χαρά. Αν πάει γρήγορα κοντά Του, όπως η συγκύπτουσα, θ’ ανορθωθεί πραγματικά, θα φωτιστεί, θα χαρεί και θα ευχαριστησεί το Θεό μ’ όλη του τη δύναμη. Αν δεν πάει κοντά Του, θ’ αφεθεί στο σκοτάδι και θα πεθάνει μέσα στις αμαρτίες Του, όπως είπε ο Κύριος στους άπιστους Ιουδαίους: «εν τη αμαρτία υμών αποθανείσθε» (Ιωαν. η’ 21). Το ίδιο θα γίνει και με την αισθησιακή και κολλημένη στα γήινα ψυχή, που είναι στραμμένη προς τη γη και έρπει στην επιφάνειά της.
Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα για την εξασθενημένη και παραλυμένη ψυχή, που δεν πιστεύει πως αυτό που έχει είναι αληθινό, που δεν έχει τη δύναμη ν’ απομακρυνθεί από το ψέμα και να προσεγγίσει την αλήθεια. Όταν ακούει την κλήση της αλήθειας, βρίσκει πάντα μια πρόφαση, όπως: «Σήμερα είναι Σάββατο, δεν μπορώ, δεν με κάλεσες μια βολική μέρα» ή «η κλήση σου είναι ξαφνική κι απότομη, δεν μπορώ – έπρεπε να βρεις καλλίτερα λόγια για να με καλέσεις» ή «είμαι νέος, ανήσυχος, δεν μπορώ – κράτα την κλήση σου ωσότου παίξω λίγο ακόμα με τα ψέματα» ή «έχω γυναίκα και παιδιά, δεν μπορώ – πρέπει πρώτα να φροντίσω γι’ αυτά κι έπειτα να με καλέσεις». Κι ύπαρχουν και πολλές άλλες δικαιολογίες και προφάσεις, δεκάδες ή και εκατοντάδες.
Το παραλυμένο μυαλό θα βρει πάντα κάποια αληθοφανή κι ανόητη δικαιολογία για να μην ακολουθήσει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως κράζει μία, δυο, τρεις φορές και μετά ακολουθεί το δρόμο της. Κι η παράλυτη ψυχή εξακολουθεί να έρπει στο χώμα και θα πεθάνει στις αμαρτίες της. Όποιον αρνείται την κλήση τού Χριστού σ’ αυτή τη ζωή, ο θάνατος θα τον βρει ξαφνικά. Θα τον αρπάξει και θα κλείσει πίσω του τις πύλες της επίγειας ζωής. Αυτός δεν έχει πια ελπίδα να ξαναγυρίσει στη ζωή αυτή, να μετανοήσει στη μέλλουσα ζωή ή να λάβει έλεος στην Κρίση τού Θεού.
Ο θάνατος είναι μπροστά μας, όπως μπροστά μας είναι κι η κρίση τού Θεού. Αυτές είναι δυο φοβερές υπομνήσεις σ’ εμάς, πως μπροστά μας πρέπει να είναι και η μετάνοια. Αν η μετάνοια δεν προηγηθεί του θανάτου και της Κρίσης τού Θεού, τότε θα μείνει για πάντα μακριά μας. Τώρα είναι στο χέρι μας, τώρα μπορούμε ακόμα να τη χρησιμοποιήσουμε.
Ας βιαστούμε να κάνουμε χρήση της μετάνοιας. Η μετάνοια είναι το πρώτο και σπουδαιότερο φάρμακο της ψυχής τού ανθρώπου. Ας μετανοήσουμε μόνο κι έπειτα θ’ ανοίξουν κι άλλες πόρτες και θα μάθουμε τι άλλο πρέπει να κάνουμε. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται στο θνητό σώμα του, η ψυχή του είναι λίγο η πολύ αγκυλωμένη. Ο Χριστός καλεί όλους εκείνους που η ψυχή τους, το πνεύμα κι ο νους τους έχουν αγκυλωθεί. Εκείνος μόνο μπορεί ν’ ανορθώσει αυτό που ο μοχθηρός κόσμος έχει στρεβλώσει. «Άντρα», «γυναίκα», «παιδί». Μας καλεί όλους με τα ονόματα αυτά για να μας προσφέρει τη χαμένη αξιοπρέπειά μας, αντί να πει «τυφλέ», «ανάπηρε», «λεπρέ», «ζητιάνε». Μας καλεί κοντά Του, θέλει να μας ανορθώσει, να καθαρίσει το νου μας και να τον κάνει δυναμική σάλπιγγα της δόξας τού Θεού. Έτσι κι εμείς, όταν σαλπίζουμε τη δόξα τού Θεού, θα δοξαστούμε στη βασιλεία των αγίων αγγέλων και των δοξασμένων αγίων στον ουρανό, στη βασιλεία του Χριστού και Θεού μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)

 




Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.

 

π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

 

Ομιλία Κυρ. ΙΓ’ Λουκά, 2005
(…ὁ δὲ εἶπε· τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν.)
Στην πνευματική λατρεία αδελφοί μου, «τα αδύνατα παρά ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ εστί».
Όταν ο ιερεύς χριστιανοί μου εισέρχεται στο ναό, εις το Άγιον Βήμα, λέγει μυστικά, από μέσα του ή ψιθυριστά, «εισελεύσομαι Κύριε εις τον οίκον Σου» ή «εις το Άγιον Βήμα, και προσκυνήσω εν αυτώ τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, τη μία εν Τριάδι θεότητι, τον φόβο Σου».Και τότε αν είναι έτοιμος, αγνός και καθαρός, και το θέλει και ο Θεός, πληρούται από την Χάριν του Αγίου Πνεύματος. Ουδέποτε όμως αυτή η κατάστασις, αποκαλύπτεται και φανερούται στον πλησίον. Είναι μία εσωτερική υπόθεσις της ψυχής του μέλλοντος ιερέως να λειτουργήσει ή να τελέσει μία άλφα ακολουθία.
Και σείς όμως όλοι, όταν εισέρχεσθε στον ιερό ναό, όταν παρακολουθείτε το μυστήριο της Θείας Λειτουργίας με προσοχή και προσευχή και όταν τέλος αρχίζει η Θεία Κοινωνία των πιστών, είτε εσείς κοινωνήσετε είτε όχι, πρέπει μέσα στην καρδιά σας να στήνεται ουράνιο πανηγύρι, ουράνιο λαμπρό πανηγύρι θείας ευφροσύνης. Πρέπει και σείς να βιώνετε την Θεία Χάρη.
Με ένα παράδοξο άνοιγμα της ψυχής σας, που να αγκαλιάζει όλο το πλήρωμα του εκκλησιάσματος. Όλα γύρω σας και μέσα σας, οφείλουν να λάμπουν δια Πνεύματος Αγίου από φώς ουράνιο. Να είναι δηλαδή τρόπον τινά γιορτινά, λαμπροφόρα, χαρούμενα, Αναστάσιμα, Πασχαλινά, – είναι όμως;
Δυστυχώς μέσα μας τα πάντα είναι ζαρωμένα και αδιάφορα. Μας διακρίνει μιζέρια, κακομοιριά και αφηρημάδες πολλές. Και τις περισσότερες φορές στη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας, πολλοί από μας χαζεύουν, άλλοι κάνουν παράπονα, άλλοι μιλούν, και άλλοι κατακρίνουν.
Αλλά και να όμως, που υπάρχουν οι ευλογημένες εξαιρέσεις όπου μερικές ψυχές είτε από σας είτε από άλλους ναούς, αισθάνονται την ευλογία του Θεού να πλημμυρίζουν τα διανοήματά τους, τις σκέψεις τους, τις αισθήσεις τους, και να τους χαριτώνει αυτή η ευλογία ψυχοσωματικά.
Και για όσες ψυχές κεκοιμημένων, τυχόν, προσευχήθηκαν πριν από λίγο στο «Άξιον Εστί», τις αισθάνονται κοντά τους, δίπλα τους, μέσα τους, και όταν προσέρχονται στη Θεία Κοινωνία, στη Θεία Μετάληψη, στη Θεία Μεταλαβιά, να το πούμε απλά, ενώνονται πνευματικά μαζί τους, και όχι μόνον με τους κεκοιμημένους, αλλά και με όλο το εκκλησίασμα και με όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς του σύμπαντος κόσμου, γνωστούς και αγνώστους, φίλους και εχθρούς, συγγενείς και γείτονες, για να τραφούν όλοι, και μείς μαζί τους, και γω μαζί σας, απ’ τον Άρτον της Ζωής, από τον Ιησούν Χριστόν ΜΕ τον Χριστόν!..
Είναι ο προσφέρων και ο προσφερόμενος, ο θύτης και το θύμα, το Εσφαγμένον Αρνίον, ο Σωτήρ ημών, ο Ιησούς Χριστός. Είναι αυτός που είπε και διαβεβαίωσε στο σημερινό του Ευαγγελικό Ανάγνωσμα ότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί».
Λίγο πρίν, στον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, έγινε ένας γάμος λαμπρός και ουράνιος. Κρίμα αν δεν τον αντιληφθήκαμε. Και πιο πολύ κρίμα αν δεν τον πήραμε είδηση. Και μεγαλύτερο ακόμα το κρίμα αν δεν το είδαμε με τα μάτια της ψυχής μας.
Και όμως έγινε, μέσα από την αναίμακτη θυσία, μέσα από τη Θεία Προσφορά, το Πανάγιον Πνεύμα, μας ένωσε μαζί με τον Χριστό. Δηλαδή η ψυχή μας, ως άλλη νύμφη ενώθηκε μέσα, στη νυφική παστάδα της κεκαθαρμένης και τεταπεινωμένης καρδίας μας, μετά του Νυμφίου Ιησού Χριστού. Και να, η μυστική ένωσις, και να ο πνευματικός γάμος, και να το λαμπρό πανηγύρι, το ουράνιο, το γεμάτο φώς.
Και τώρα βέβαια πολύ δικαιολογημένα, όλοι εμείς που είμεθα αμαρτωλοί και λογοκρατούμενοι, θα ρωτήσουμε «μα είναι δυνατόν να γίνονται αυτά τα πράγματα σήμερα και σε κάθε Θεία Λειτουργία»;
Σας απαντώ, με τα λόγια του Κυρίου. «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω θεώ εστί».
Για κείνον τον χριστιανό αδελφοί μου, που αγαπά το Θεόν εξ όλης ψυχής, και καρδίας και ισχύος και διανοίας είναι όλα δυνατά. Και η αγάπη μας αυτή, εξ όλης ψυχής και καρδίας και ισχύος, και διανοίας αποδεικνύεται
– πρώτον, από τις θυσίες που κάνουμε για να κόψουμε το αμαρτωλό θέλημά μας, κάνοντας υπακοή στις Ευαγγελικές προτροπές και εντολές του Κυρίου,
– δεύτερον φανερώνεται από την απόλυτη πίστη που έχουμε προς Αυτόν, αφού πάντα δυνατά τω πιστεύοντι. Και αν έχουμε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, τότε μετακινούμε όρη, δηλαδή μετακινούμε τα βουνά των παθών μας, και να το θαύμα, και
– τρίτον αποκαλύπτεται από την προσευχή που κάνουμε, από την ποιότητα της προσευχής που έχουμε, από το είδος της πνευματικής μας λατρείας στη Θεία Λειτουργία, από τη λαχτάρα μας για τη Θεία Κοινωνία, από τη δίψα μας για μελέτη του λόγου του Θεού και ιδιαιτέρως της Καινής Διαθήκης.
Πότε θα έλθει η Κυριακή για να κοινωνήσω; Πότε θάρθει; Πότε και πώς θα κλέψω σήμερα μια ώρα για να διαβάσω το Ευαγγέλιο; Αχ, να μην τελείωνε αυτό το βράδυ η προσευχή! Να μην τελείωνε _._._._.
Διψά η ψυχή μου Χριστέ για το όνομά Σου. Πεινά η καρδούλα μου για την ευχούλα, για το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», διότι έτσι μόνον έχουμε αίσθηση της ζωντανής παρουσίας του Θεού και μέσα μας, και γύρω μας και σε όλη την φύση.
Η πνευματική προσευχή είναι δώρο, δώρο που μας εδόθη από το έλεος και την αγάπη του Θεού, και οφείλομε αυτό το δώρο να το φυλάξουμε, να το αξιοποιήσουμε, να το καλλιεργήσουμε. Αυτό το δώρο μας ενώνει με τον Θεόν, φωτίζει αυτό το δώρο τον σκοτισμένο μας νου. Δυναμώνει την ασθενική μας θέληση, δώρο που κάνει θαύματα. Δεν θα το περιφρονήσουμε αυτό το δώρο. Δεν θα το κρύψουμε στη γη. Δεν θα το πετάξουμε πολύ περισσότερο στη λάσπη της αμαρτίας.
Η αληθινή προσευχή χριστιανοί μου, είναι πνευματική λατρεία μας, μέσα από την οποία αποκαλύπτεται η σχέσις μας με τον Θεόν. Με εχθρικό τρόπο σχετίζεται ο άνθρωπος προς τον Θεόν, που είναι πολέμιος και βλάσφημος της Εκκλησίας μας. Με αλλοπρόσαλλο επίσης τρόπο, σχετίζεται προς τον Θεόν ο χριστιανός εκείνος, που είναι αδιάφορος για την σωτηρία του. Και με απαράδεκτο πάλι τρόπο, σχετίζεται προς τον Θεόν εκείνος ο χριστιανός που θέλει να έχει σχέσεις μαζί του, με ένα είδος συναλλαγής καθαρά εμπορικές.
«Έκανα σήμερα κάποιο καλό; Αντάμειψέ με! Είπα ένα «Πάτερ ημών»; Λύσε μου τα προβλήματα. Πέταξα μια ελεημοσύνη, έτσι, και μάλιστα φανερά, στρώσε τις δουλειές μου, τι Θεός είσαι; Μέρα νύχτα κάθε μέρα σε παρακαλώ, ανάβω κεριά, κάνω παρακλήσεις, και σύ είσαι κουφός, ε, δεν ξαναπάω, ούτε στην Εκκλησία ούτε πουθενά».
Αυτή είναι η στάσις των περισσοτέρων των χριστιανών. Ναι, ο Θεός αμείβει και την προσφοράν, ποτηρίου ψυχρού ύδατος, ενός ποτηριού δροσερού νερού, αλλά όταν αυτό γίνεται ανοιχτόκαρδα, διότι «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός».
Και κάτι άλλο. Ο δρόμος του Θεού και του Ευαγγελίου είναι δύσκολος. Αφού «στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την Βασιλείαν του Θεού».
Και κάτι άλλο ακόμα πιο βαρύ. «Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν, αράτω τον Σταυρόν αυτού καθημέραν και ακολουθήτω μοι. Θα σηκώσεις το Σταυρό σου, όποιος και αν είναι και μάλιστα κάθε μέρα. Γι’ αυτό και οι σχέσεις μας προς τον Θεόν και τον πλησίον, πρέπει να είναι σχέσεις αγάπης και  πνευματικής λατρείας μέσα από την αδιάλειπτη προσευχή, τα σωστικά μυστήρια και την τήρηση των εντολών.
Και ας μην ξεχνάτε, «Πνεύμα ο Θεός και τους προσκυνούντας αυτόν εν Πνεύματι και αληθεία δει προσκυνείν». Εάν λέμε ότι αγαπάμε τον Θεόν, πνευματικά Τον προσκυνούμε και να θυμηθούμε και κάτι άλλο που μας λέγει, «Εάν αγαπάτε με τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε». Και τότε, «ο μένων εν εμοί, καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν». Έτσι λοιπόν, έχουμε αίσθηση της ζωντανής παρουσίας του Θεού μέσα στην καρδιά μας, και αυτή η αίσθησις είναι πνευματική λατρεία, είναι προσευχή αληθινή, είναι πίστη ζωντανή, είναι ταπείνωσις και συντριβή, είναι ελπίδα βεβαιωμένη, είναι δύναμις Θεού που ποιεί τα πάντα.
Ναι αδελφοί μου, «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί», όταν Αυτόν Τον πιστεύεις και Τον αγαπάς αληθινά. Η δική μας πνευματική λατρεία είναι αναιμική, γι’ αυτό και προσευχή μας είναι πτωχή και ρακένδυτη.
Μετανοείς αληθινά; Προσεύχεσαι και αληθινά.
Πιστεύεις ολόθερμα; Τότε και η προσευχή σου δια του Θεού κάνει θαύματα.
Έχουμε ταπεινό φρόνημα; Έχουμε ταπείνωση και συντριβή; – Πούντην, να την βρούμε καμιά φορά…Έχουμε κατάνυξη; Έχουμε δάκρυα παρακλητικά; Αν ναί, τότε η προσευχή μας ανεβαίνει στον ουρανό και στο θείο θρόνο, όλη σαν φωτιά.
Προσευχή χωρίς πνευματική και λειτουργική λατρεία προς τον Θεόν της αγάπης, είναι σκέτος παραλογισμός, πολυλογία χωρίς ουσία. Αλλά και συμμετοχή στη λειτουργική και μυστηριακή λατρεία χωρίς αληθινή καρδιακή προσευχή, είναι στείρα και άγονη στους καρπούς του Αγίου Πνεύματος. Ψυχρή και αδιάφορη, ανωφελής και σκοτισμένη. Και δυστυχώς σ’ αυτήν την στείρα και άγονη κατηγορία ανήκουμε οι περισσότεροι από τους εκκλησιαζομένους χριστιανούς.
Και δικαιολογούμαστε, – η δικαιολογία είναι ο δικηγόρος του διαβόλου-, ότι δεν μπορούμε, ότι αυτά δεν είναι για την εποχή μας, ότι δεν είναι για τα μέτρα μας. Όχι, λέμε ψέματα στον εαυτό μας.
Δεν μπορούμε; Γιατί δεν θέλουμε, γιατί δεν καταβάλουμε κάποιες μικρές πνευματικές προσπάθειες για τη σωτηρία μας. Γιατί δεν χρησιμοποιούμε βία στον εαυτό μας για να καταπολεμήσουμε τα πάθη μας και γιατί δεν πιέζουμε τον εαυτούλη μας τον καλοπερασάκια να μάθει να ζορίζεται για να προσεύχεται αληθινά και να μελετά.
Η ζωή βέβαια έχει τις δυσκολίες της, και τα προβλήματα της οικογένειας με τα παιδιά είναι πολλά και ποικίλα. Υπάρχουν βάσανα, δυστυχίες, ορφάνια, διαζύγια, αρρώστιες μεγάλες και μικρές, ανεργία, χρέη, μίση, έχθρες, αλληλοφαγώματα, άγρια εκμετάλλευσις και πολλά άλλα δεινά και κακά. Αυτά και άλλα κατατρέχουν καθημερινά τη ζωή μας.
Και έτσι αδυνατεί η αμαρτωλή και διεφθαρμένη ανθρώπινη φύση μας να προσφέρει στον Θεό δια της προσευχής την πνευματική της λατρεία. Γι’ αυτό και είναι τόσο αδύνατη και σχεδόν ανύπαρκτη η απόλυτη εμπιστοσύνη μας στον Χριστό και στη Θεία Του Πρόνοια. Αλλά «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί».
Χριστιανοί μου, ένα είναι το βασικό συμπέρασμα από τα λίγα πνευματικά πράγματα που είπαμε σήμερα.
Οι πνευματικές και ουράνιες αποκαλύψεις της Θείας Χάριτος, -όπου δωρεάν προσφέρονται,- είτε στην πνευματική μας λατρεία, μέσα στη Θεία Λειτουργία όπως έγινε σήμερα, είτε στη Θεία μας Κοινωνία την μυστηριακή που θα ακολουθήσει ύστερα από λίγο, είτε στην πνευματική μας κατά μόνας προσευχή, μέσα στο ταμείο μας, στο κλειστό μας δωμάτιο, όσο και αν μας φαίνονται αυτά που είπαμε, για τις αποκαλύψεις εννοώ τις πνευματικές μέσα στην καρδιά, όσο και αν μας φαίνονται αδύνατες και εξωπραγματικές, είναι δυνατές, είναι κατορθωτές, πραγματικές, ολοζώντανες, και βιωματικές κατά χάριν εν Χριστώ Ιησού, διότι «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί». Η σωτήρια αυτή βεβαίωσις είναι δική Του, του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις τον οποίον πρέπει πάσα δόξα τιμή και προσκύνησις τώρα και πάντοτε, και εις τους απεράντους αιώνας των αιώνων,
Αμήν.



Τά Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου

Ἅγ. Λουκᾶς Κριμαίας

 

…Αν όλοι εμείς οι μεγάλοι πρέπει όλη τη ζωή μας να είμαστε στενά ενωμένοι με το Αληθινό Κλήμα, τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και να τρεφόμαστε με το ζωοποιό χυμό από τη Θεία Ρίζα, το ίδιο αυτό ισχύει καί για τα μικρότερα κλήματα του Αμπελιού, τα πιο μικρά πράσινα φύλλα καί τα μικρά τρυφερά άνθη, πού ανθίζουν στο άγιο Κλήμα. Αυτά τα άνθη, τα φύλλα καί τα μικρά κλήματα είναι τα παιδιά μας, τα όποια φροντίζουμε με τρυφερότητα, τα όποια αγαπάμε σαν την καρδιά μας.
Έχουν μεγάλο χρέος και ευθύνη ενώπιον του Θεού εκείνοι οι χριστιανοί, οι όποιοι δεν εκτελούν το ιερό καθήκον τους να προστατεύουν τα μικρά τους παιδιά, και όχι μόνο τα παιδιά αλλά καί τα βρέφη, από τους εχθρικούς άνεμους, οι όποιοι μπορούν να τα αποκόψουν από το Κλήμα του Χρίστου καί να τα πάνε πολύ μακριά καί να τα ρίξουν στη σκόνη καί στο βόρβορο, οπού θα τα πατήσουν με τα πόδια τους οι εχθροί της ανώτατης αλήθειας καί του αγαθού.
Ο Ιωακείμ καί η “Άννα, οι γονείς της Ύπεραγίας Παρθένου Μαρίας, το είχαν καταλάβει πολύ καλά. Μόνο τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής της μικρής, ή οποία είχε εκλεχτεί από τον Θεό για να υπηρετήσει το μέγα μυστήριο της ενσάρκωσης του Υίού του Θεού, οί γονείς απολάμβαναν την χαρά της ζωής μαζί της καί της θερμής αγάπης της. Μόλις αύτη βγήκε από τη νηπιακή ηλικία την οδήγησαν στο Ναό της Ιερουσαλήμ καί την άφησαν εκεί, έμπιστεύοντας την αγωγή της στον ίδιο τον Θεό.
“Οχι μόνο ό Ιωακείμ καί ή “Αννα αφιέρωσαν τον καρπό του καθαρού τους γάμου στον Θεό αλλά καί πρίν καί μετά από αυτούς το ίδιο έκαναν οι αγίες καί σοφές μητέρες, τα ονόματα των οποίων εσείς οι σημερινές μητέρες πρέπει να τα θυμάστε. Ή αγία “Αννα, ή οποία ήταν στείρα, προσευχήθηκε θερμώς στον Θεό, δίνοντας του τον όρκο να αφιερώσει σ’ Αυτόν το παιδί της, αν έλυνε την άτεκνία της καί θα της έδινε αγόρι. Ό Κύριος ακούσε την προσευχή της “Αννας και αυτή έγινε μητέρα του μεγάλου προφήτη Σαμουήλ. Να θυμάστε οι μητέρες καί το όνομα της αγίας Μάρθας, της μητέρας του μεγάλου όσιου του Συμεών του Στυλίτου, τον όποιο, όπως και ή αγία “Αννα τον Σαμουήλ, τον είχε αφιερώσει ή Μάρθα στον Θεό ακόμη πρίν γεννηθεί. Στήν πολύ νεαρή ηλικία ανέβηκε ό μέγας Συμεών στο στυλό και παρέμεινε εκεί μέχρι το θάνατο του σαν μία άσβηστη λαμπάδα ενώπιον του Θεού. Να θυμάστε, ευσεβείς σημερινές μητέρες, πόσο μεγάλο καί ιερό ενώπιον του Θεού είναι το καθήκον σας να καλλιεργείτε στα παιδιά σας τον φόβο του Θεού καί να τα διαπαιδαγωγείτε στην αδιάσπαστη καί αδιάκοπη ενότητα με το Αληθινό Κλήμα, τον Κύριο μας Ίησοΰ Χριστό. Μόνο από σας, μητέρες καί πατέρες, τα παιδιά σας μπορούν να μάθουν το νόμο του Θεού, τον όποιο δεν τους διδάσκουν στα σχολεία. Καί μόνο τότε θα μπορέσουν να τον μάθουν αν, εσείς οι ίδιοι, θα μελετάτε με προθυμία το νόμο αυτό στίς εκκλησίες του Θεού, μαθαίνοντας τον από τους υπηρέτες του Θεού, τους ιερείς καί τους επισκόπους. Να πηγαίνετε στους ιερούς ναούς τα παιδιά σας για να αναπνέουν, έστω καί για λίγο, τον αέρα του γεμάτου όχι μόνο με θυμίαμα αλλά καί μυστική χάρη των μεγάλων μυστηρίων, πού τελούνται σ’ αυτόν, καί τις προσευχές πολλών ανθρώπων. Δώδεκα ολόκληρα χρόνια τρεφόταν μέσα στην ιερότητα του Ναού της Ιερουσαλήμ ή Ύπεραγία καί Αχραντος Παρθένος, ή «τιμιωτέρα των Χερουβείμ, καί ενδοξότερα άσυγκρίτως των Σεραφείμ». Οι παντοδύναμες ενώπιον του Θεού πρεσβείες Της να σας βοηθήσουν στο μεγάλο αυτό έργο της αγωγής των παιδιών σας. Αμήν.
Αγιου Λουκά Κριμαίας ”Λόγοι και Ομιλίες” Εκδ.”Ορθόδοξη Κυψέλη”

 




Ο άφρονας πλούσιος

Ο άφρονας πλούσιος, Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου (†)

Μέ τήν εὐκαιρία θά ποῦμε λίγα λόγια, ἐξηγώντας τό κομμάτι τοῦ Εὐαγγελίου πού ἀκούσαμε σήμερα.
Ὁ Χριστός εἶπε τήν ἑξῆς παραβολή: Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος, ὁ ὁποῖος εἶχε πολλά κτήματα. Κάποια φορά, εὐφόρησε ἡ χώρα του. Ἔκανε πολλούς καρπούς. Ὁ πλούσιος ὑπολόγισε ὅτι δέν θά μπορέσει νά μαζέψει ὅλα τά προϊόντα στίς ἀποθῆκες του, δέν τόν ἔφταναν, ἦταν μικρές καί κατάληξε στό συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νά τίς γκρεμίσει· νά φτειάξει ἄλλες μεγαλύτερες. Ἐννοεῖται, ὅτι καθένας ὅταν φτιάχνει ἀποθῆκες, τίς φτιάχνει πάντα πιό εὐρύχωρες. Νά χωρᾶνε κάτι παραπάνω, ἀπό ὅσα προβλέπεται νά συγκεντρωθοῦν. Ὅλοι ἔχομε ἀποθῆκες καί κελλάρια μεγαλύτερα ἀπ” ὅτι μας χρειάζονται.

 

Φαντασθεῖτε λοιπόν, πόσα χτήματα εἶχε ἐκεῖνος καί τί μεγάλη παραγωγή ἔκαναν ἐκεῖνο τό χρόνο. Ἀλλά τί παράξενο! Ὁ ἄνθρωπος αὐτός δέν σκέφτηκε τίποτε ἄλλο, παρά μόνο πῶς θά μαζέψει ὅλα τά προϊόντα του γιά τόν ἑαυτό του. Καί μετά νά πεῖ στόν ἑαυτό του: «Ψυχή μου, ἔχεις πολλά ἀγαθά γιά χρόνια πολλά. Φάε, πιέ, εὐφραίνου».

Ἐρώτημα: Ἔφαγε, ἤπιε. Εὐφράνθηκε;
Δηλαδή γέμισε ἡ ζωή του χαρά; Ἀπόκτησε εἰρήνη; Ἀπόκτησε ἐκεῖνο πού λέμε εὐτυχία; Λέει σέ κάποιο μέρος ὁ Θεός μιλώντας πρός τόν προφήτη Ἡσαΐα: «Ἵνα τί τιμᾶσθε ἐν οὐκ ἄρτοις; Καί ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» Γιατί πετᾶτε τά χρήματά σας, ἐκεῖ πού δέν ἔχει «ψωμί»; Ἐκεῖ πού δέν βρίσκεται ψωμί; Ἐκεῖ πού δέν ὑπάρχει κάτι πού θά σᾶς χορτάσει; Ἱδρώνετε γιά νά ἀποκτήσετε. Κοπιάζετε. Καί ἔπειτα, νομίζετε ὅτι ἅμα τά διαθέσετε κάπου θά χορτάσετε. Θά φᾶτε καί θά πίετε καλά. Ἀλλά χορτάσατε ποτέ; Γέμισε ἡ ψυχή σας; Ἱκανοποιηθήκατε;
Τί φοβερά τά λόγια τοῦ Κυρίου, πού ἔρχονται ἀπό τόν οὐρανό γιά μᾶς. Τί ἀληθινά. Εἴμαστε ἄνθρωποι. Ὅλοι, ἄλλος περισσότερο, ἄλλος λιγότερο, κουραζόμαστε ἐργαζόμενοι γιά τόν ἐπιούσιο ἄρτο μας. Δουλεύομε ἐπάνω στή γῆ. Καί ὅλοι τήν δουλειά μας τήν ἐκτιμοῦμε σάν βαρειά. Πραγματικά. Πολλές φορές, ἡ δουλειά εἶναι βαρειά. Καί κουραστική. Σωματικά καί ψυχικά. Καί μετά ἀφοῦ πάρομε τόν κόπο τῆς δουλειᾶς μας, πᾶμε νά βροῦμε μέ αὐτόν χαρά καί εὐτυχία. Λέει λοιπόν ὁ Θεός: «Εὑρήκατε χαρά καί εὐτυχία ἐκεῖ πού πᾶτε; Βρήκατε ἐκεῖνα πού ἀναζητᾶτε;» Δέν ρωτᾶ ἄν χόρτασε καί γέμισε ἡ κοιλιά μας. Ἀλλά μᾶς λέγει: Γέμισε καμιά φορά ἡ ψυχή σας; Γέμισε ἡ καρδιά σας; Εἴπατε «δέν θέλω τίποτε ἄλλο πιά».
Γιατί ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλει καί ἄλλα ἐκτός ἀπό κεῖνα πού ἔχει, σημαίνει πώς δέν τόν ἱκανοποίησαν, δέν τόν χόρτασαν, δέν τοῦ ἔφτασαν.
2. Ἡ πιό χρήσιμη ἐξίσωση
Ξέρομε ὅτι ὑπάρχουν οἱ διάσημοι πολιτικοί. Ἄν τούς ρωτοῦσε κανείς: «εἴσαστε εὐτυχισμένοι;» τί θά ἔλεγαν; Ὤ οἱ ταλαίπωροι, τί τραβᾶνε.
Ἦταν στήν Γαλλία ἕνας ἄνθρωπος σοφός. Φαινόταν ἐξωτερικά τόσο χαρούμενος, ὥστε νόμιζαν ὅλοι πώς θά ἦταν ἀληθινά εὐτυχισμένος. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔλεγε συνεχῶς: «Ἐγώ δέν πιστεύω στό Θεό. Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος». Κάποια μέρα τόν ρώτησε ἕνας φίλος του:
_Αἰσθάνεσαι εὐτυχισμένος; Θέλω νά μᾶς πεῖς.
Ἐκεῖνος ἀπάντησε:
_Μιλᾶς γιά εὐτυχία; Εὐτυχία δέν αἰσθάνθηκα ὄχι χρόνο, ὄχι μέρες, ἀλλά οὔτε ὥρα, οὔτε στιγμή.
Ἔχομε πάλι τούς μεγάλους ἀστέρες τῆς τηλεοράσεως. Ἔχομε κάτι ἄλλους πού παίζουν στό ποδόσφαιρο. Τρέχουν στά γήπεδα μικροί καί μεγάλοι καί τούς θαυμάζουν πού βάζουν τά γκόλ. Καί ἀγοράζονται αὐτοί οἱ ποδοσφαιριστές ἀπό τήν μιά ὁμάδα καί ἀπό τήν ἄλλη ἑκατομμύρια.
Γιά νά τούς ρωτήσει κανείς: «Χορτάσατε; Μείνατε ἱκανοποιημένοι;» Τά ταλαίπωρα τά παιδιά. Τά ταλαίπωρα τά παιδιά.
Βρίσκει κανείς ἕναν ἐργάτη πού δουλεύει. Ἕναν ἐπαγγελματία. Τόν ρωτᾶ:
_Εἶσαι χορτασμένος;
Μουδιάζει ὅταν τό ἀκούει.
Ἀλλά μήν πᾶμε μακρυά. Ἄν κάποιος ρωτοῦσε ἐμᾶς, τί θά ἀπαντούσαμε;
Γι” αὐτό ὁ Θεός φώναξε ἀπό τόν οὐρανό: «Ἵνα τί τιμᾶσθε ἐν οὐκ ἄρτοις καί ὁ κόπος ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» Γιατί βάζετε στόν νοῦ καί στήν καρδιά σας, ὅτι θά βρεῖτε τήν εὐτυχία σέ κεῖνα πού δέν εἶναι «ψωμί»; Πού δέν εἶναι οὐσιαστική τροφή; Γιατί δίνετε τόν κόπο σας καί δέν χορταίνετε καί δέν ἀποκτᾶτε χαρά καί εἰρήνη;
Μερικοί θεωροῦν τόν ἑαυτό τους πιό ἔξυπνο καί τρέχουν ἐκεῖ πού ἀκοῦνε ὅτι τάχα ὑπάρχει χαρά. Στά κέντρα διασκεδάσεως. Κέντρο διασκεδάσεως τί σημαίνει; Χαρά λένε, χαρά. Ἀλλά ἡ λέξη «διασκέδαση», σημαίνει «σκόρπισμα». Διασκεδάζω θά πεῖ σκορπίζω. Τί θέλει νά κάνει ἐκεῖνος πού πάει νά διασκεδάσει; Νά πετάξει πέρα-δῶθε τήν στενοχώρια πού ἔχει. Γιατί πάει στό κέντρο τῆς διασκεδάσεως; Ἐπειδή δέν ἔχει χαρά, ἀλλά στενοχώριες καί λύπες. Πάει λοιπόν ἐκεῖ, γιά νά πετάξει ἀπό πάνω του τίς στενοχώριες καί τίς λύπες καί νά βρεῖ ἐκεῖ μέσα τήν χαρά.
Ἐδῶ εἶναι πού θά φώναζε ὁ Θεός ἀπό πάνω: «Ποῦ πᾶτε καί πετᾶτε τά χρήματά σας καί τόν κόπο σας; Ποῦ ζητᾶτε ν’ ἀποκτήσετε χαρά; Τί νομίζετε χαρά; Ἐκεῖνο πού βρίσκετε, ὅταν φθάνετε σέ μία κατάσταση ἔξαλλη; Ἐκεῖνο πού σᾶς δίνει τό φτηνό πανηγύρι, καί διαρκεῖ ὅσο εἴσαστε κεῖ μέσα; Ὅταν φύγετε ἀπό ἐκεῖ, ἀπό τό κέντρο τῆς διασκεδάσεως, πού εἴτε πίνει ὁ μεγάλος, εἴτε χορεύει καί τραγουδάει ὁ μικρός, ἔχετε τίποτε μέσα στήν ψυχή σας; Χορτάσατε;»
Ἅμα τό φιλοσοφήσομε θά ποῦμε: Μηδέν, μηδέν, τίποτε.
Ὑπῆρξε ἕνας ἄνθρωπος πολύ δυνατός. Εἶχε χρήματα πολλά. Ἦταν νέος, ἦταν ἔξυπνος, ἦταν σοφός. Ὁ βασιλιάς Σολομών. Ὁ γυιός τοῦ προφήτη Δαυΐδ. Αὐτός φρόντισε νά ἀποκτήσει χρήματα πολλά, νά διασκεδάσει πολύ, νά μάθει τά πάντα. Ἀλλά στό τέλος γράφει σ’ ἕνα βιβλίο του, πού λέγεται «ὁ Ἐκκλησιαστής»: «Βρέ παιδάκι μου, νόμισα πώς ἅμα γλεντήσω θά χορτάσω ἀλλά τίποτε. Ματαιότης ματαιοτήτων». Μιά τρύπα στό νερό ἔκανα, λέει. Τί κατάλαβα; Χαρά δέν ἀπόκτησα. Ἡδονή γιά λίγο ναί. Ἀλλά εὐτυχία δέν βρῆκα. Ὅλα εἶναι κούφια. Δέν προσφέρουν στόν ἄνθρωπο τίποτε.
Ὅλοι ἔχομε πάει στό σχολεῖο. Ἐκεῖ μαθαίνουμε καί ἀλήθειες ἀλλά μαθαίνουμε καί ψέματα. Μία ἀλήθεια λέει: «Δύο καί δύο κάνουν τέσσερα». Ὅπως λοιπόν, δύο καί δύο κάνουν τέσσερα, ἔτσι καί δύο πλήν δύο κάνουν μηδέν. Κατά τόν ἴδιο τρόπο, λέει ἕνας σοφός ἄνθρωπος μέ πεῖρα, πού φιλοσόφησε ἐπάνω στή ζωή, ἰσχύει:
«Ὑλικά ἀγαθά, ὅσα θέλεις βάλε, πλήν Θεός. Όταν λείπει ὁ Θεός, ἴσον μιζέρια, δυστυχία καί ταλαιπωρία. Ὑλικά ἀγαθά, εἴτε λίγα εἶναι εἴτε πολλά σύν Θεός ἴσον χαρά καί εἰρήνη καί εὐτυχία.»
Ἕνας μεγάλος ἀμερικανός παιδαγωγός καί κοινωνιολόγος σοφώτατος ἄνθρωπος, ἔχει γράψει πολλά ὡραῖα, φιλοσοφημένα καί ψυχολογημένα πράγματα. Λέγει λοιπόν σ’ ἕνα σημεῖο: «Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται νά βρεῖ χρήματα, τιμή, διασκέδαση, χαρά. Ἀγωνίζεται, σκοτώνεται, τόν πιάνει ἄγχος καί ταλαιπωρία νά τά βρεῖ. Νομίζει πώς αὐτά φτάνουν. Ἀλλά παθαίνει ἕνα φιάσκο. Παθαίνει τήν χειρότερη ἀπογοήτευση στή ζωή του. Ξέρετε πότε; Ἄν συναντήσει ἕναν ἄνθρωπο πού δέν ἐνδιαφέρεται οὔτε γιά δόξα, οὔτε γιά χρήματα, οὔτε γιά διασκέδαση. Τότε ὁ ἄνθρωπος αὐτός καταλαβαίνει ὅτι εἶναι ὁ πιό φτωχός ἄνθρωπος τοῦ κόσμου».
3. Ὅταν μιλοῦν τά γεγονότα
Νά θυμηθοῦμε ἕνα δικό μας. Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, εἶχε γίνει κοσμοκράτορας. Μιά ἡμέρα συνάντησε τόν φιλόσοφο Διογένη. Καί τοῦ λέει:
_Πές μου Διογένη, τί θέλεις νά σοῦ δώσω. Ὅτι νά ζητήσεις στό χέρι μου εἶναι. Γιατί σέ ἐξετίμησα, εἶσαι καλός ἄνθρωπος καί σοφός.
Τοῦ λέει ὁ Διογένης:
_Μή μοῦ παίρνεις ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖς νά μοῦ δώσεις καί ἄσε τά παραπέρα.
Θαύμασε ὁ Ἀλέξανδρος. «Μή μοῦ παίρνεις ἐκεῖνο πού δέν μπορεῖς νά μοῦ δώσεις καί ἄσ’ τίς ἐξυπνάδες ὅτι θά μοῦ δώσεις ἄλλα».
_Τί θέλεις νά πεῖς; τοῦ λέει.
_Κάνε παραπέρα μοῦ κόβεις τόν ἥλιο, τοῦ λέει.
Καθόταν στόν ἥλιο καί λιαζόταν ὁ φιλόσοφος. «Κάνε παραπέρα μή μοῦ κόβεις τόν ἥλιο καί ἄσε με ἥσυχο μέ τά δῶρα σου».
Κούνησε τό κεφάλι του ὁ μέγας Ἀλέξανδρος ὁ κοσμοκράτωρ, πού ὅτι ἤθελε ἔκανε. Ὅτι ζητοῦσε τό ἔβρισκε. Ἀκόμη καί φαιά οὐσία ἄν δέν εἶχε ὁ ἴδιος, εὕρισκε. Γιατί –ὅπως γίνεται καί σήμερα- ἔβαζε ἄλλους καί τοῦ ἔδιναν φαιά οὐσία ἀπό τό μυαλό τους. Ἔμεινε λοιπόν κατάπληκτος ὁ Ἀλέξανδρος. Βρῆκε τόν ἄνθρωπο πού τοῦ ἀπέδειξε ὅτι ἦταν φτωχός. Καί εἶπε: «Ἄν δέν ἤμουν Ἀλέξανδρος, θά ἤθελα νά εἶμαι Διογένης».
Κάποιος κεφαλαιοκράτης ἀπό ἐκείνους πού δέν ξέρουν τί ἔχουν, πῆγε στήν Λαπωνία. Στό βόρειο Πόλο. Ἐκεῖ εἶδε κάτι φτωχούς ἀνθρώπους, νά τυλίγονται μέ κουβέρτες καί δέρματα καί νά κυνηγοῦν φώκιες καί ψάρια μέσα στούς πάγους. Λέει ὁ πλούσιος: «Θεέ μου, σέ τέτοιο τόπο καί μέ τέτοιες συνθῆκες ἀγωνίζονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί νά βροῦνε χαρά καί εὐτυχία;»
Ὅμως τά πράγματα δέν ἦταν ἔτσι. Γιατί μπορεῖ ἕνας Λάπων, κυνηγώντας τίς φώκιες, νά εἶναι γεμάτος ἀπό χαρά, εἰρήνη καί εὐτυχία. Γιατί ἡ χαρά, ἡ εἰρήνη, ἡ εὐτυχία, δέν εἶναι ἀπόκτημα οὔτε τοῦ χρήματος, οὔτε τῆς ἐξυπνάδας. Ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη εἶναι δῶρα τοῦ Χριστοῦ. Ζεῖς κοντά στό Θεό; Θά σοῦ δώσει καί χαρά καί εἰρήνη. Ὅσο πιό κοντά ζεῖς στόν Χριστό, τόσο πιό πολύ θά σοῦ δώσει χαρά καί εἰρήνη. Καί ὅσο πιό μακρυά ζεῖς, θά τήν κυνηγᾶς τήν χαρά καί τήν εἰρήνη, ἀλλά ποτέ δέν θά τίς φτάνεις. Ὅπως δέν μπορεῖς νά φτάσεις τόν ἴσκιο σου, ὅσο καί ἄν τρέχεις ξωπίσω του.
4. Θεία Εὐχαριστία, πηγή εὐτυχίας
Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, δημιουργός τοῦ κόσμου, σωτήρας καί λυτρωτής τοῦ κόσμου, ἔδωσε τά πολυτιμότερα ἀγαθά, τά πιό ἀναγκαῖα γιά τή ζωή μας, φτηνά. Τί πολυτιμότερο ἀπό τόν ἀέρα; Τί πολυτιμότερο ἀπό τό νερό; Ἄς λείψουν γιά λίγο καί τότε βλέπομε.
Ἀλλά καί τί πολυτιμότερο ἀπό ἔλεος τοῦ Χριστοῦ. Ἀπό τήν ἀγάπη του, ἀπό τήν προστασία του. Τί γίνεται χωρίς ἀγάπη καί στοργή; Διαβάζουμε ἐφημερίδες… Τί τραγωδία βασιλεύει στόν κόσμο! Ἀπό τί; Ἀπό τό ὅτι ὑπάρχει ἐγκληματικότητα. Γιατί ὑπάρχει ἐγκληματικότητα; Γιά ἕνα καί μοναδικό λόγο, λένε οἱ κοινωνιολόγοι. Γιατί δέν ὑπάρχει στοργή καί ἀγάπη. Μή ἔχοντας τά παιδιά στοργή καί ἀγάπη ἀπό τόν πατέρα καί τήν μητέρα τους καί μάλιστα ὅταν εἶναι παιδιά διαλελυμένων οἰκογενειῶν, στρέφεται ἡ καρδιά τους στό κακό καί στήν περιπέτεια. Καί γίνονται αὐτά τά παιδιά μέ τήν συμπεριφορά τους, ἐκδίκηση ἐναντίον τῆς κοινωνίας πού τά ἔκανε δυστυχισμένα. Κάνουν φόνους, ἐγκλήματα, παληανθρωπιές κτλ.
Ὁ Χριστός μᾶς δίνει πλούσια τήν στοργή του καί τήν ἀγάπη του.
Καί γιά νά μᾶς τήν δείξει, κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό καί γιά χάρη μας δέχθηκε νά χτυπηθεῖ, νά τόν βρίζουν, νά τόν κακοποιήσουν καί στό τέλος γιά μᾶς καί γιά τή σωτηρία μας σταυρώθηκε. Πέθανε καί κατέβηκε στόν Ἅδη. Ἀλλά ἀφοῦ σταυρώθηκε, μᾶς ἔδωσε ἕνα φάρμακο. Φάρμακο ἐναντίον τῆς δυστυχίας. Εἶναι τό σῶμα του καί τό αἷμα του. Ἐκεῖνος πού θά ἐκτιμήσει τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί πηγαίνει καί κοινωνεῖ τακτικά, ὁ ἄνθρωπος αὐτός γεμίζει ἀπό εἰρήνη καί ἀπό χαρά.
Ὅποιος δοκιμάσει τήν γλυκύτητα τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ ἁγίου σώματός του, γεμίζει ἡ καρδιά του μέ εἰρήνη καί μέ χαρά. Γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀρχηγός τῆς εἰρήνης. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ εὐτυχία. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ χαρά. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐγγύηση τῆς αἰώνιας ζωῆς, ὁ σωτήρας μας καί ὁ λυτρωτής μας.
5. Μακαριότητα καί παραχάραξη
Γιατί εἶπε τήν παραβολή τοῦ ἄφρονος πλουσίου ὁ Κύριος;
Γιά νά βγάλει τό συμπέρασμα πού ἀκούσαμε: «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Ὁ ἄφρων πλούσιος, ὄχι μόνο δέν χόρτασε τήν καρδιά του, (ὄχι τήν κοιλιά του, γιά τήν καρδιά του λέμε), ἀλλά τήν ὥρα πού εἶχε μαζέψει τά ἀγαθά του, τοῦ φώναξε ὁ Θεός: «Σήμερα θά σοῦ πάρουν τήν ψυχή· αὐτά πού μάζεψες σέ ποιόν θά μείνουν;» Αὐτά πού λαχτάρησες νά μαζέψεις, ποῦ θά μείνουν. Ἔτσι λέει ὁ Χριστός, θά τήν πάθει, θά μείνει μπουκάλα ἀπό ἐκεῖνα πού λαχτάρησε, ὁ κάθε ἄνθρωπος πού θέλει νά πλουτήσει γιά τόν ἑαυτό του. Ὁ φαταούλας. «Καί μή εἰς Θεόν πλουτῶν». Τό σωστό εἶναι νά κανονίσουμε νά πλουτίσουμε κατά Θεόν. Σέ κεῖνα πού ὁ Θεός ἐκτιμᾶ. Σέ κεῖνα πού ὁ Θεός χορηγεῖ. Σέ κεῖνα πού μᾶς λέγει ὅτι εἶναι πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας.
Πηγή χαρᾶς καί εὐτυχίας εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἔλεγε ὁ Χριστός: «Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Τί σημαίνει «μακάριοι»; Εὐτυχισμένοι. Εὐτυχισμένοι εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔχουν ταπείνωση καί φέρονται μέ καλωσύνη.
«Μακάριοι οἱ πραεῖς». Ἐκεῖνοι πού δέν ἀφήνουν τόν ἑαυτό τους νά θυμώνει καί νά ὀργίζεται ἐναντίον τῶν ἄλλων.
«Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί».
«Μακάριοι οἱ πενθοῦντες». Εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι πού πενθοῦν, ὄχι μόνο γιά τούς πεθαμένους τους, ἀλλά γιά τό κακό πού ὑπάρχει στόν κόσμο. Καί λένε: «Θεέ μου, λιγόστεψε τό κακό ἐπάνω στόν κόσμο». Αὐτοί εἶναι εὐτυχισμένοι γιατί κατάλαβαν ποιά εἶναι ἡ πραγματική δυστυχία.
«Μακάριοι οἱ καθαροί τῇ καρδίᾳ». Ἐκεῖνοι πού δέν λέρωσαν τήν καρδιά τους μέ βρώμικες πράξεις, μέ βρώμικες ἐπιθυμίες, μέ βρώμικα λόγια.
Καί μακάριοι εἶναι ἐκεῖνοι πού διώκωνται γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ μεγαλύτερη εὐτυχία εἶναι νά αἰσθανθεῖ κανείς τόν ἑαυτό του ὅτι διώκεται γιά τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι ἐδιώχθη ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἔτσι ὁ ἅγιος Γεώργιος, ἔτσι ὁ ἅγιος Δημήτριος καί ἔτσι οἱ ἅγιοι μάρτυρες. Καί ἔγιναν πιό εὐτυχισμένοι ἀπό τούς εὐτυχισμένους ὅλου τοῦ κόσμου.
Θά τελειώσουμε μέ μιά διήγηση:
Κάποια φορά, εἶχε καλέσει ἕνας πλούσιος ἕνα παπᾶ στό σπίτι του. Ἀφοῦ τόν κέρασε, τόν ἀνέβασε στήν ταράτσα του. Εἶχε ψηλό σπίτι καί ἄρχισε νά τοῦ δείχνει.
_Παππούλη, τοῦ λέει. Νά δεῖς τί ὡραῖα τά κατάφερα ἐγώ… Μέχρι κεῖ πέρα πού φτάνει τό μάτι σου, εἶναι ὅλα δικά μου.
_Μπράβο, μπράβο, τοῦ λέει ὁ παπᾶς.
Γυρίζει ἔπειτα ἀλλοῦ.
_Καί μέχρι κεῖ κάτω μακρυά, ὅλα εἶναι δικά μου. Καί ἀπό ἐκείνη τήν πλευρά καί ἀπό τήν ἄλλη, ὅλα δικά μου παππούλη, ὅλα δικά μου.
Ὁ παπᾶς κουνοῦσε τό κεφάλι του καί τοῦ ἔλεγε:
_Μπράβο, μπράβο, πολύ ὡραῖα.
Ἀφοῦ λοιπόν τελείωσε τοῦ λέει ὁ παπᾶς.
_Νά σοῦ κάνω τώρα μιά ἐρώτηση καί ἐγώ.
_Ὅτι θέλεις παππούλη.
_Κατά κεῖ τοῦ λέει, πόσα ἔχεις;
Καί τοῦ ἔδειξε τόν οὐρανό.
Συννέφιασε ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἄκουσε τό «κατά κεῖ». Αἰσθάνθηκε ὀδύνη, γιατί τοῦ ἔδειξε ὁ παπᾶς ὅτι βλέπει μόνο ἕνα πόντο μακρυά ἀπό τήν μύτη του. Ἔσκυψε τό κεφάλι καί εἶπε:
_Ἔχεις δίκιο παππούλη. Δέν ἔχω τίποτε κατά κεῖ.
Τοῦ λέει ὁ παπᾶς.
_Δέν φροντίζεις νά ἀποκτήσεις καϋμένε καί κατά κεῖ πάνω λίγα; Νά σοῦ πῶ καί κάτι. Κατά δῶ καί κατά κεῖ, μπορεῖ νά λιγοστέψουν τά χτήματα καί κάποια ἡμέρα ὁπωσδήποτε θά χαθοῦν ὅλα. «Ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται». Τά κατά πάνω ὅμως δέν χάνονται ποτέ.
6. Νά ἡ μεγάλη φιλοσοφία
Ἔχομε χρέος νά εἴμαστε ὀλιγαρκεῖς στόν ἑαυτό μας. Νά μποροῦμε νά εἴμαστε εὐτυχισμένοι μέ τό φτωχό φαγητό, τό ἴδιο ὅπως θά εἴμαστε καί μέ τό πλούσιο. Νά δοξάζομε τόν Χριστό γιά τό φτωχικό μας, ὅπως θά τόν δοξάζαμε ἄν εἴχαμε ἀποκτήσει παλάτι.
Νά εἴμαστε εὐχαριστημένοι καί νά ζητοῦμε πρῶτον τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί μετά τά ἄλλα.
Ἔχομε βέβαια ὑποχρέωση, ἔχοντας πάντα αὐτό τό πνευματικό φρόνημα, νά κάνομε ὅ,τι καλύτερο μποροῦμε γιά τά παιδιά μας καί γιά τήν οἰκογένειά μας. Χωρίς ποτέ νά θεωροῦμε τά ὑλικά ἀγαθά εὐτυχία.
«Ὑλικά ἀγαθά πλήν Θεός, δυστυχία καί ταλαιπωρία».
«Ὑλικά ἀγαθά πολλά ἤ λίγα σύν Θεός, χαρά εἰρήνη καί εὐτυχία».
Αὐτή εἶναι ἡ μεγάλη φιλοσοφία. Ἔτσι ἀποκτιέται ἡ εἰρήνη καί ἡ εὐτυχία στήν παρούσα ζωή καί ἔτσι ἔχομε τήν καλύτερη ἐγγύηση γιά νά τίς κερδίσομε καί στήν μέλλουσα ζωή.
Αὐτά κήρυττε συνεχῶς ὁ μέγας καί τρισμακάριος πατέρας μας ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλός, ὁ ὁποῖος λέει στίς διδαχές του: «Σᾶς εὔχομαι ἀγαπητοί μου ἀδελφοί ὁ Θεός νά πληθαίνει τά ἀγαθά σας. Νά σᾶς γεμίσει μέ χαρά καί μέ εἰρήνη σ’ αὐτή τή ζωή καί νά σᾶς χαρίσει καί τήν μέλλουσα χαρά καί εἰρήνη στή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιά νά εὐφραίνεστε πάντοτε μαζί Του. Μαζί μέ τήν Μητέρα Του, τήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, καί μαζί μέ ὅλους τούς ἁγίους εἰς τούς αἰῶνες τῶν αἰώνων». Ἀμήν.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ (†)
Διασκευασμένη ὁμιλία του στην Παλ. Φιλιππιάδα ή στούς Κιρκιζάτες τήν 19/11/1995

 




Κυριακή Θ’ Λουκά: Η παραβολή του Άφρονος Πλουσίου

(† Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom)

 

(Λουκ. ιβ΄16-21)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὸ τέλος τῆς σημερινῆς Εὐαγγελικῆς περικοπῆς εἶναι μιὰ προειδοποιήση γιὰ κάτι ποὺ ὅλοι μας θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε συνειδητοποιήσει, – ὅτι ὁ θάνατος εἶναι δίπλα μας, ὅτι πολλά, πάρα πολλὰ ἀπὸ αὐτὰ ποὺ κάνουμε θὰ χαθοῦν μ’ ἐμᾶς ἐπειδὴ εἶναι περιττὰ, θνητά.

Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ προειδοποιήση τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸ πόσο κοντὰ εἶναι ὁ θάνατος θὰ μᾶς τρομοκρατοῦσε καὶ θὰ μᾶς στεροῦσε ἀπὸ τὴν δημιουργική μας δύναμη; Ὄχι, ἀντίθετα· οἱ Πατέρες συνήθιζαν νὰ λένε, «νὰ ἔχουμε συνεχῆ μνήμη θανάτου» ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τοῦ νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο καὶ νὰ ζοῦμε κάτω ἀπὸ τὴν σκιά του, ἀλλὰ μᾶλλον ἐπειδὴ τίποτα ἄλλο παρὰ ἡ γνώση ὅτι ἡ ζωὴ εἶναι σύντομη, ὅτι μπορεῖ ὁποιαδήποτε στιγμὴ νὰ τελειώσει, μπορεῖ νὰ δώσει στὴν κάθε στιγμὴ τὸ τελικό της νόημα, καὶ σὲ ὁλόκληρη τὴ ζωὴ τὴν αἴσθηση ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ κάνουμε τὸ καλό, ὅτι πρέπει νὰ βιαστοῦμε νὰ ζήσουμε ὅπως θὰ ζούσαμε γνωρίζοντας ὅτι ἀνὰ πάσα στιγμὴ ὁ θάνατος μᾶς ὑπερβαίνει, ἡ ζωή μας θὰ εἶναι μιὰ ζωὴ θριαμβευτική. Ἄν μοναχὰ εἴχαμε συνεχῶς αὐτὸ κατὰ νοῦ, θὰ ζούσαμε τόσο βαθιά, τόσο ἔντονα. Ἄν γνωρίζαμε ὅτι τὰ λόγια ποὺ τώρα σᾶς λέω ἦταν τὰ τελευταῖα, πόσο διαφορετικὰ θὰ τὰ ἔλεγα, καὶ πόσο διαφοτετικὰ θὰ τ’ ἀκούγατε!

Ἄν ἐπρόκειτο νὰ νοιώσουμε ὅτι τὸ πρόσωπο ποὺ μιλούσαμε μπορεῖ νὰ εἶναι νεκρὸ σὲ λίγα λεπτά, πόσο προσεκτικοὶ θὰ εἴμασταν ὥστε τὰ λόγια καὶ οἱ πράξεις μας θὰ ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα ὅλης μας τῆς ἀγάπης καὶ τῆς φροντίδας, ὁ θρίαμβος σὲ ὅ,τι ἄριστο καὶ ὑψηλὸ χαρακτηρίζει τὶς σχέσεις μας.

Ὁ λόγος ποὺ ζοῦμε τὸσο ἄσχημα, ποὺ λέμε τόσα πολλὰ κούφια λόγια, λόγια χωρὶς ζωή, ποὺ διαπράτουμε τόσες πράξεις ποὺ ἀργότερα καῖνε σὰν πληγὲς τὴν ψυχή μας, εἶναι ὅτι ζοῦμε σὰν νὰ εἶναι αὐτὴ ἡ ζωὴ μονάχα ἕνα πρόχειρο σχέδιο τῆς ζωῆς ποὺ θὰ ζοῦμε μιὰν ἡμέρα, ὅταν θὰ ἔχουμε χρόνο νὰ διαμορφώσουμε τὸ σχέδιο στὴν τελικὴ ἱστορία. Ἀλλὰ δὲν λειτουργοῦν ἔτσι τὰ πράγματα· ἔρχεται ὁ θάνατος καὶ τὸ σχέδιο μένει ἀδούλευτο, ἁπλῶς μουτζουρωμένο, καὶ αὐτὸ ποὺ μένει εἶναι μιὰ θλίψη γιὰ τὸ πρόσωπο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι σπουδαῖο, ἀλλὰ ποὺ ἀποδείχτηκε ἐπιπόλαιο καὶ ἀσήμαντο.

Γι’ αὐτὸ μιλάει τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο, ὄχι γιὰ τὸ ὅτι θὰ πρέπει νὰ φοβόμαστε τὸν θάνατο, ἀλλὰ γνωρίζοντας ὅτι μπορεῖ νὰ ἔλθει ὁποιαδήποτε στιγμή, κάθε στιγμή πρέπει νὰ εἶναι τέλεια, κάθε λόγος πρέπει νὰ εἶναι λόγος ζωῆς, γεμάτος ἀπὸ πνεῦμα, νὰ ταιριάζει στὴν αἰωνιότητα. Καὶ κάθε μας πράξη σὲ σχέση μὲ μᾶς θὰ εἶναι τέτοια ποὺ θὰ γεννᾶ ζωὴ καὶ θὰ ἐκφράζει τὴν πληρότητα, τὸ μέγεθος, τὴν δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς εὐλάβειας ποὺ θὰ πρέπει νὰ νοιώθουμε ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλον καὶ γιὰ τὸ κάθε τι. Ἄς τὸ σκεφτοῦμε, καὶ τότε ἄν μποροῦμε νὰ ἐνεργήσουμε σύμφωνα μ’ αὐτὸ, κάθε λόγος καὶ πράξη μας θ’ ἀποκτήσει τὴν διάσταση τῆς αἰωνιότητας καὶ θὰ λάμψει στὸ φῶς της. Ἀμήν.

 




Η ενορία μας στο διενοριακό πρωτάθλημα στίβου

Με απέραντη χαρά και αγωνιστικό φρόνιμα η ενορία μας έλαβε μέρος στο διενοριακό πρωτάθλημα στίβου που διοργανώθηκε απο την Ιερά Μητρόπολη μας στο Καυταντζόγλειο Στάδιο. Η παρέα μας αγωνίστηκε με παλμό και αποφασιστικότητα. Τα χαμόγελα των παιδιών τόσο στον στίβο όσο και στις απονομές των μεταλλείων φανερώνουν πως εκτός απο την ευγενή άμιλλα υπήρχε κέφι και χαρά Χριστού. Πάντα τέτοια σας ευχόμαστε μικρά μας αδέρφια….




Ο Ναός μας γιόρτασε τους προστάτες Αγίους του

To σαββατοκύριακο 10-11 Νοεμβρίου ο Ναός μας γιόρτασε τους προστάτες αγίους του. Σε λαμπρό και πανηγυρικό κλίμα τελέστηκαν οι ιερές ακολουθίες με την συμμετοχή κλήρου και λαού.  Με την παρουσία του μας τίμησε ο Παναγιώτατος μητροπολίτης μας κ. Άνθιμος, ο οποίος μας έδωσε απλόχερα τις ευχές του. Την  Κυριακή μετά την Αρχιερατική Θεία Λειτουργία τελέστηκε  και μνημόσυνο για τους βορειοηπειρώτες αδελφούς μας, Κωνσταντίνο Κάτσιφα και Σταύρο Γκούτσιο. Παράλληλα είχαμε την μεγάλη ευλογία αυτές τις μέρες να προσκυνήσουμε τεμάχια ιερών λειψάνων του Αγίου Νεκταρίου, Αγίου Λουκά του Ιατρού και του εορτάζοντος Αγίου Μηνά.

Ένας από τους αγίους της εποχής μας, ο όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, είχε πει στα πνευματικά του τέκνα ότι μετά την κοίμησή του θα είναι πιο κοντά τους απ’ όσο ήταν εν ζωή, διότι πλέον δεν θα υπάγεται στους βιολογικούς νόμους του ανθρωπίνου σώματος. Έτσι και ο Άγιος Μηνάς, επί χίλια επτακόσια χρόνια τώρα μετά την εκδημία του, δεν έχει πάψει να βρίσκεται κοντά στους πιστούς, βοηθώντας όσους με πίστη και ελπίδα στον Θεό τον επικαλούνται.

Ευχόμαστε οι άγιοι Μεγαλομάρτυρες Μηνάς, Βίκτωρας και Βικέντιος να σκέπουν και να πρεσβεύουν για όλο το κόσμο στο Πανάγαθο Τριαδικό Θεό μας. Χρόνια πολλά.

 

 




Η αγάπη προς τους άλλους

Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι

 

Ποιο είναι το περιεχόμενο της αγάπης προς τους εχθρούς;
 Αν αγαπάμε πραγματικά τους εχθρούς μας, όπως θέλει ο Θεός, τότε δεν αισθανόμαστε αντιπάθεια και δεν τρέφουμε μνησικακία γι’ αυτούς, αλλά τους βλέπουμε σαν αδερφούς μας, που πλάστηκαν σύμφωνα με την εικόνα του Θεού και εξαγοράστηκαν από τον Ιησού Χριστό, σαν ανθρώπους για τους οποίους, όπως και για μας, προορίστηκε από τον Κύριο η αιώνια μακαριότητα. Τους τιμάμε και τους σεβόμαστε. Τους συμπονάμε και τους συμπαραστεκόμαστε στη δυστυχία ή την αρρώστια τους. Τους συγχωρούμε ολόψυχα για τις αδικίες που μας έκαναν και προσευχόμαστε εγκάρδια για τη διόρθωση και την επιστροφή τους στον Θεό.
Μια τέτοια αγάπη είναι γνώρισμα των αληθινών χριστιανών. Ο Κύριος δεν είπε μόνο, «Ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας», αλλά και συμπλήρωσε: «Να δίνετε ευχές σ’ αυτούς που σας δίνουν κατάρες, να ευεργετείτε αυτούς που σας μισούν, να προσεύχεστε γι’ αυτούς που σας κακομεταχειρίζονται και σας καταδιώκουν» (Ματθ. 5:44). «Κι έτσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά Του» (Λουκ. 6:35).
 Γιατί ο καθένας μας έχει χρέος ν’ αγαπάει τους άλλους;
Τέσσερις είναι οι βασικές αιτίες του χρέους της αγάπης προς τον πλησίον.
Πρώτον, όλοι οι άνθρωποι έχουμε την ίδια φύση. Το ν’ αγαπάει ο άνθρωπος τον άνθρωπο είναι τόσο φυσικό, ώστε εκείνος που θα έπαυε να αισθάνεται αγάπη προς τον πλησίον, θα έπαυε και να είναι άνθρωπος.
Δεύτερον, όλοι μας είμαστε πλασμένοι σύμφωνα με την εικόνα του Θεού (Γεν. 1:27). Δεν μπορούμε, λοιπόν, ν’ αγαπάμε τον Θεό και να μην αγαπάμε τον πλησίον μας. Ακριβώς αυτό μας λέει ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αν κάποιος πει, «Αγαπώ τον Θεό», μισεί όμως τον αδερφό του, είναι ψεύτης. Γιατί, πραγματικά, αυτός που δεν αγαπάει τον αδερφό του, τον οποίο βλέπει, πώς μπορεί ν’ αγαπάει τον Θεό, τον οποίο δεν βλέπει; Αυτή την εντολή μας έδωσε ο Χριστός: Όποιος αγαπάει τον Θεό, πρέπει ν’ αγαπάει και τον αδερφό του» (Α’ Ιω. 4:20-21 ).
Τρίτον, όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί είμαστε μέλη του σώματος του Χριστού (Α’ Κορ. 12:12-13), όλοι αναγεννηθήκαμε με το ίδιο Βάπτισμα, όλοι κοινωνούμε το ίδιο Σώμα και το ίδιο Αίμα του Κυρίου, όλοι έχουμε τα χαρίσματα του ίδιου Αγίου Πνεύματος.
Τέταρτον, ο Θεός είναι αγάπη (Α’ Ιω. 4:8, 16). Και αφού όλα στον κόσμο ζουν μέσα στον Θεό, όλα ζουν μέσα στην αγάπη. Όπου, λοιπόν, δεν υπάρχει αγάπη, δεν υπάρχει αληθινή ζωή. Και όποιος δεν αγαπάει, δεν έχει γνωρίσει τον Θεό (Α’ Ιω. 4:8), που είναι η ζωή. Όποιος, απεναντίας, αγαπάει, και τον Θεό έχει γνωρίσει (Α’ Ιω. 4:7) και μέσα στον Θεό ζει, όπως και ο Θεός μέσα σ’ αυτόν (Α’ Ιω. 4:16).
 Πρέπει ο χριστιανός ν’ αγαπάει τους αμαρτωλούς;
Και βέβαια πρέπει να τους αγαπάει, όσο βαριά κι αν είναι τα αμαρτήματά τους. Παρά την αμαρτωλότητά τους, δεν παύουν να είναι αδερφοί μας με τη δυνατότητα της μετάνοιας και της διορθώσεως. Μήπως ξέρει κανείς μας ποιος θα μπει στη βασιλεία των ουρανών και ποιος όχι; Μήπως αποκλείεται ο αμαρτωλός να μετανοήσει έγκαιρα και να σωθεί, ενώ ο ενάρετος να αμαρτήσει βαριά λίγο πριν πεθάνει και να κολαστεί; Το δικό μας χρέος είναι ν’ αγαπάμε ακόμα και τους πιο κακούς ανθρώπους ως παιδιά του ουράνιου Πατέρα και ως αδέρφια μας εξαγορασμένα με το πανάγιο Αίμα του Χριστού.
«Να μη μισήσεις τον αμαρτωλό», λέει ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος, «γιατί όλοι είμαστε ένοχοι. Αν τον αποστέργεις για χάρη του θελήματος του Θεού, κλάψε γι’ αυτόν. Και γιατί τον μισείς; Μίσησε τις αμαρτίες του και προσευχήσου γι’ αυτόν. Έτσι θα μοιάσεις στον Χριστό, που δεν αγανακτούσε με τους αμαρτωλούς, αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς. Δεν βλέπεις πώς έκλαψε για την Ιερουσαλήμ; «Όταν πλησίασε», λέει το Ευαγγέλιο, «και είδε την πόλη, έκλαψε γι’ αυτήν» (Λουκ. 19:41). Σε πολλά πράγματα μας εξαπατάει κι εμάς ο διάβολος, Γιατί, λοιπόν, να μισούμε τον άνθρωπο που, όπως κι εμείς, εξαπατήθηκε από το διάβολο; Γιατί μισείς τον αμαρτωλό, άνθρωπέ μου; Μήπως επειδή δεν είναι ενάρετος σαν κι εσένα; Και πού είναι η αρετή σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί, αντί να κλαις γι’ αυτόν, τον κατατρέχεις; Ναι, υπάρχουν άνθρωποι που από άγνοια, αν και θεωρούνται διακριτικοί, οργίζονται για τις πράξεις των αμαρτωλών».
Από το βιλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερωτήσεις 60, 68, 70.



Κυριακή Η’ Λουκά: για την αγάπη προς τον πλησίον

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ

 

«Αγαπήσεις… τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Λουκά 10:27)

Αγαπητοί αδελφοί! Αυτή την εντολή του Κυρίου και Θεού μας μας εξαγγέλλει σήμερα το Ευαγγέλιο. Και προσθέτει ότι στην αγάπη προς τον Θεό και στην αγάπη προς τον πλησίον συνοψίζεται όλος ο θείος νόμος. Γιατί η αγάπη είναι η αρετή που συνίσταται απ’ όλες τις άλλες αρετές. «Η αγάπη δένει μαζί όλες τις αρετές σε τέλειο σύνολο», σύμφωνα με τον απόστολο. Είναι προφανές ότι, για ν’ αγαπήσουμε τον πλησίον μας όπως τον εαυτό μας, πρέπει πρώτα ν’ αγαπήσουμε τον εαυτό μας και να τον αγαπήσουμε σωστά.

Αγαπάμε τον εαυτό μας; Το ερώτημα είναι παράξενο και γι’ αυτό ακριβώς ενδιαφέρον. Ωστόσο, πρέπει να πούμε ότι πολύ σπάνια κάποιος άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του. Οι περισσότεροι άνθρωποι μισούν τον εαυτό τους, προσπαθούν να τον βλάψουν όσο μπορούν περισσότερο. Αν ήταν δυνατό να υπολογίσουμε το κακό που έχει πάθει συνολικά ένας άνθρωπος στη ζωή του, θα βρίσκαμε ότι το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτό το έχει προξενήσει ο ίδιος στον εαυτό του. Ναι, ο ίδιος έχει βλάψει τον εαυτό του πιο πολύ κι από τον πιο άσπονδο εχθρό του. Ο καθένας σας, ρίχνοντας μιαν απαθή ματιά στη συνείδησή του, θα παραδεχθεί πως η σκέψη αυτή είναι απολύτως ορθή. Ποια είναι, όμως, η αιτία; Ποια είναι η αιτία για την οποία σχεδόν ακατάπαυστα κάνουμε κακό στον εαυτό μας, μολονότι σταθερά και ακόρεστα επιθυμούμε να του κάνουμε καλό;

Η αιτία βρίσκεται στο ότι τη σωστή αγάπη προς τον εαυτό μας την αντικαταστήσαμε με τη φιλαυτία, η οποία μας εξωθεί στην αλόγιστη ικανοποίηση των εμπαθών επιθυμιών μας, στην εκπλήρωση του μεταπτωτικού θελήματός μας, που κατευθύνεται από την ψευδώνυμη λογική και την πονηρή συνείδηση (Στην Ευχή του Χερουβικού Ύμνου ο λειτουργός ιερέας προσεύχεται για τον καθαρισμό της ψυχής και της καρδιάς του «από συνειδήσεως πονηρός», δηλαδή από τη συνείδηση τη σκοτισμένη από την αμαρτία και την εσφαλμένη αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το κακό θεωρείται και επιτελείται ως αγαθό. Η πονηρή συνείδηση είναι ιδιαίτερα εμφανής στη διαγωγή των βαρβαρικών λαών. Συχνά, όμως, αποκαλύπτεται στη διαγωγή και των άλλων ανθρώπων, ακόμα και των χριστιανών, όπως διαπιστώνει ο καθένας μας πρώτα-πρώτα από τον εαυτό του). Παρασυρόμαστε και από την πλεονεξία και από τη φιλοδοξία και από την εκδικητικότητα και από τη μνησικακία και, κοντολογίς, απ’ όλα τα πάθη. Κολακεύουμε και εξαπατούμε τον εαυτό μας, νομίζοντας ότι τον αγαπάμε όπως πρέπει, ενώ ικανοποιούμε την ανικανοποίητη φιλαυτία μας. Και ικανοποιώντας τη φιλαυτία μας, βλάπτουμε τον εαυτό μας, καταστρέφουμε τον εαυτό μας.

Η σωστή αγάπη προς τον εαυτό μας συνίσταται στην εκπλήρωση των ζωοποιών εντολών τού Χριστού: «Να τι είναι αγάπη: Να ζούμε σύμφωνα με τις εντολές Του», λέει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Αν δεν οργίζεσαι και δεν μνησικακείς, αγαπάς τον εαυτό σου. Αν δεν καταριέσαι και δεν λες ψέματα, αγαπάς τον εαυτό σου. Αν δεν προσβάλλεις, δεν κλέβεις και δεν εκδικείσαι, αν είσαι μακρόθυμος, πράος και άκακος, αγαπάς τον εαυτό σου. Αν δίνεις ευχές σ’ αυτούς που σου δίνουν κατάρες, αν ευεργετείς αυτούς που σε μισούν, και αν προσεύχεσαι γι’ αυτούς που σε κακομεταχειρίζονται και σε καταδιώκουν, αγαπάς τον εαυτό σου, γιατί γίνεσαι παιδί του ουράνιου Πατέρα σου, που ανατέλλει τον ήλιο Του για κακούς και καλούς και που στέλνει τη βροχή σε δικαίους και άδικους. Αν απευθύνεις στον Θεό προσεκτικές και θερμές προσευχές από καρδιά γεμάτη συντριβή και ταπείνωση, αγαπάς τον εαυτό σου. Αν έχεις εγκράτεια, σεμνότητα και νήψη, αγαπάς τον εαυτό σου. Αν με την ελεημοσύνη σε φτωχούς συνανθρώπους σου μεταφέρεις την περιουσία σου από τη γη στον ουρανό, κάνοντάς την από φθαρτή άφθαρτη και από πρόσκαιρη αιώνια, αγαπάς τον εαυτό σου. Αν συμπονάς τον πλησίον σου για τις αδυναμίες του, αποφεύγοντας την κατάκριση και τον διασυρμό του, αγαπάς τον εαυτό σου. Ως προς το τελευταίο πρέπει να σημειωθεί και τούτο: Κάθε φορά που αποφεύγεις την κατάκριση και την καταδίκη του πλησίον, με την επίγνωση ότι δεν έχεις κανένα τέτοιο δικαίωμα, ο εύσπλαχνος Κύριος μεταβάλλει τη δίκαιη κρίση Του και ακυρώνει την καταδίκη που σου αξίζει για τις πολλές σου αμαρτίες.

Όποιος θέλει ν’ αγαπά σωστά τον εαυτό του και να μην παρασύρεται από τη φιλαυτία, δηλαδή το μεταπτωτικό θέλημα που κατευθύνεται από την ψευδώνυμη λογική, οφείλει να μελετά με επιμέλεια τις ευαγγελικές εντολές, γιατί αυτές περιέχουν την πνευματική λογική και παρέχουν στον εργάτη τους τα αισθήματα του νέου ανθρώπου.

Παράλληλα με τη μελέτη των ευαγγελικών εντολών, είναι απαραίτητο να παρατηρούμε άγρυπνα και νηφάλια τις ροπές και τις επιθυμίες της καρδιάς μας. Με την αυστηρή νήψη κατορθώνεται η διαλογή αυτών των ροπών και επιθυμιών, διαλογή που η συνήθεια και ο φόβος τού Θεού την κάνουν σαν φυσική ασχολία. Κατά τη διαλογή πρέπει να απορρίπτονται όχι μόνο οι ροπές και οι επιθυμίες που είναι προφανώς αντίθετες στις ευαγγελικές εντολές, αλλά και εκείνες που διαταράσσουν την ειρήνη τής καρδιάς. Καθετί που απορρέει από το θείο θέλημα, συνοδεύεται από μιαν αγία ειρήνη, όπως διδάσκουν από την πείρα τους οι θείοι πατέρες. Απεναντίας, καθετί που συνοδεύεται από ταραχή, προέρχεται από την αμαρτία, έστω κι αν φαίνεται καλό.

Όποιος αγάπησε σωστά τον εαυτό του, μπορεί ν’ αγαπήσει θεάρεστα τον πλησίον του. Οι άνθρωποι του κόσμου, οι άνθρωποι που έχουν υποδουλωθεί στη φιλαυτία, εκφράζουν την αγάπη τους προς τον πλησίον με την αδιάκριτη εκπλήρωση όλων των επιθυμιών τους. Οι άνθρωποι του Θεού, όμως, οι μαθητές τού Χριστού και του Ευαγγελίου Του, εκφράζουν την αγάπη τους προς τον πλησίον με την εκπλήρωση των σχετικών εντολών τού Κυρίου τους. Την ικανοποίηση των ανθρωπίνων θελημάτων και επιθυμιών, που έχει κίνητρο την ψυχόλεθρη ανθρωπαρέσκεια, τη φοβούνται και την αποφεύγουν τόσο, όσο και τη φιλαυτία. Η φιλαυτία είναι διαστρέβλωση της αγάπης ως προς τον εαυτό μας· η ανθρωπαρέσκεια είναι διαστρέβλωση της αγάπης ως προς τον εαυτό μας και ως προς τον πλησίον. Ο φίλαυτος καταστρέφει τον εαυτό του· ο ανθρωπάρεσκος καταστρέφει και τον εαυτό του και τον πλησίον. Η φιλαυτία είναι μια θλιβερή πλάνη του εαυτού μας· η ανθρωπαρέσκεια επιδιώκει να κάνει και τον πλησίον κοινωνό αυτής της πλάνης.

Μη νομίζετε, αδελφοί, πως η αγάπη με την αυταπάρνηση αποκτά μιαν ανοίκεια σ’ αυτήν αυστηρότητα ή πως με την ακριβή τήρηση των ευαγγελικών εντολών χάνει τη θέρμη της και γίνεται ψυχρή, τυπική, μηχανική. Όχι! Οι ευαγγελικές εντολές διώχνουν από την καρδιά τη σαρκική φωτιά, η οποία εύκολα, κάποτε και με μιαν ελάχιστη εναντίωση, σβήνεται, αλλά ανάβουν μέσα της την πνευματική φωτιά, την οποία δεν μπορούν να σβήσουν όχι μόνο οι κακουργίες των ανθρώπων, μα ούτε οι πανουργίες των πεσμένων αγγέλων. Απ’ αυτή την άγια φωτιά φλεγόταν η καρδιά του αγίου Στεφάνου. Ενώ οι Ιουδαίοι, σέρνοντάς τον έξω από την πόλη, τον λιθοβολούσαν, εκείνος προσευχόταν. Οι πέτρες ρίχνονταν με μανία πάνω στον πρωτομάρτυρα, που έπεσε μισοπεθαμένος στα γόνατα. Αλλά και τότε, στις στιγμές του μαρτυρικού του θανάτου, η φωτιά της αγάπης προς τον πλησίον έκαιγε άσβηστα μέσα του. Έτσι, φώναξε δυνατά στον Θεό για τους φονιάδες του: «Κύριε, μην τους λογαριάσεις την αμαρτία αυτή!». Και μ’ αυτά τα λόγια παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Το τελευταίο σκίρτημα της καρδιάς του ήταν σκίρτημα αγάπης προς τους συνανθρώπους του. Τα τελευταία λόγια του ήταν λόγια προσευχής για τους εκτελεστές του.

Ο αθέατος αγώνας κατά της φιλαυτίας και της ανθρωπαρέσκειας είναι πολύ σκληρός. Οι καρδιές μας, σαν τις καρδιές των προγόνων μας, από τότε που ο γενάρχης μας έπεσε στην αμαρτία, «πάντοτε αντιστέκονται στο Άγιο Πνεύμα». Δεν συναισθάνονται την πτώση τους. Υπερασπίζονται πεισματικά τη θλιβερή κατάστασή τους σαν να είναι κατάσταση πλήρους ικανοποιήσεως και τέλειου θριάμβου. Ωστόσο, η καρδιά για κάθε νίκη της πάνω στη φιλαυτία και την ανθρωπαρέσκεια ανταμείβεται με πνευματική παρηγοριά. Και όταν γευθεί αυτή την παρηγοριά, τότε πολεμά με ακόμα μεγαλύτερη ανδρεία, νικώντας και αποδιώχνοντας με ευκολία την κατάσταση της πτώσεως, που κυριαρχεί μέσα της. Οι αλλεπάλληλες νίκες της επιφέρουν αλλεπάλληλες παρηγορητικές επισκέψεις τής θείας χάριτος. Με τη βοήθεια της χάριτος ο άνθρωπος αποβάλλει πρόθυμα την αυταρέσκεια και την ιδιορρυθμία, επιδιώκει την ευαγγελική τελειότητα και για τον σκοπό αυτό ακολουθεί τον δρόμο των εντολών του Θεού, ψάλλοντας μυστικά στον Κύριο: «Στον δρόμο των εντολών Σου έτρεξα, όταν παρηγόρησες την καρδιά μου».

Αδελφοί! Με ανδρεία ας μπούμε στον πόλεμο κατά της φιλαυτίας χειραγωγούμενοι από το Ευαγγέλιο, στο οποίο έχει καταγραφεί το θέλημα του Θεού, «το καλό και αρεστό σ’ Αυτόν και τέλειο». Σ’ αυτό το θέλημα κατοικεί μυστικά ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, παίρνοντας κοντά Του όλους όσοι ειλικρινά Του αποζητούν. Ας μάθουμε, λοιπόν, ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας σωστά, άγια. Τότε θα μπορέσουμε να εκπληρώσουμε και την πανίερη εντολή του μεγάλου Θεού μας: «Ν’ αγαπάς τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου». Αμήν.

 

 

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Β’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)




Κυριακή Ε´ Λουκᾶ Ἡ παραβολή τοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου

Μακαριστού π Συμεών Κραγιοπούλου

 

Ὁ καθένας σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο, ἄν θέλει νά σωθεῖ, θά πάθει πολλά. Διότι μέσα στήν ψυχή βαθιά ὑπάρχει πολλή ἁμαρτία. Καί ἡ ἁμαρτία δέν φεύγει, παρά μόνο ἄν ζοριστεῖ ὁ ἄνθρωπος. Χρειάζεται, ἑπομένως, νά στρωθεῖ κάτω κανείς καί νά ὑπομείνει ὅ,τι χρειαστεῖ νά ὑπομείνει. Τό πιό δύσκολο ἀπ᾿ ὅλα εἶναι νά ἀντέξεις νά δεῖς τόν ἑαυτό σου. Καί οὔτε νά τρομάξεις οὔτε νά παραπονεθεῖς οὔτε νά ἀντιδράσεις, καθώς θά δεῖς πόσο φτωχός εἶσαι! Ὁ Λάζαρος δέν δικαιώνεται ἀπό τόν Χριστό ἁπλῶς ἐπειδή εἶναι φτωχός, ἀλλά ἐπειδή δέν γογγύζει. Ἔχει ἐμπιστοσύνη στό ἔλεος, στή δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ. Αὐτό εἶναι τό κρίσιμο σημεῖο: νά θελήσουμε νά παραδεχθοῦμε τήν πνευματική μας φτώχεια καί νά τή ζήσουμε μέ ὑπομονή, μέ ἐλπίδα καί ἐμπιστοσύνη ὅτι ὁ Θεός κάποτε θά μᾶς ἐλεήσει, θά μᾶς δώσει τόν πλοῦτο τῆς Χάριτός του.

Ὁ πλούσιος, ὅταν εἶδε πῶς εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἤθελε νά τήν πληροφορηθοῦν καί τά ἀδέλφια του, ὥστε νά μή βρεθοῦν στήν κόλαση κοντά του. Ὅμως ὁ Χριστός λέει ὅτι δέν χρειάζεται νά ἔλθει κάποιος ἀπό τόν ἄλλο κόσμο καί νά μᾶς πληροφορήσει. Τόσο πολύ μποροῦμε νά ζοῦμε ἀληθινά, ἄν πιστεύουμε στόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε σάν νά πήγαμε κιόλας στόν ἄλλο κόσμο καί εἴδαμε πῶς εἶναι καί γυρίσαμε. Ἀλλά πῶς νά μᾶς ἐμπιστευθεῖ ὁ Θεός αὐτή τή σώζουσα πίστη; Ὁ Θεός τή δίνει σ᾿ ἐκεῖνον πού παίρνει πολύ σοβαρά τήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας.

Νά παρακαλέσουμε τόν Κύριο νά βρεῖ τρόπο νά συγκλονίσει τόν καθένα μας, ὥστε νά ποῦμε: «Ὥς ἐδῶ ἦταν. Ἀρχίζω ἀπό δῶ καί πέρα τήν ἀληθινή ζωή».