Κυριακή Δ΄ Λουκᾶ. Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
α. Αὐτὸ ποὺ ἔλεγα προηγούμενα ὅτι, ὅταν λείπη ἡ ἀρετὴ εἶναι ὅλα περιττά, ἀποδεικνύεται τώρα πλουσιώτατα. Ἐγὼ ἔλεγα ὅτι καὶ ἡ ἡλικία καὶ ἡ ἰδιοσυγκρασία, καὶ ἡ κατοικία στὴν ἔρημο καὶ τὰ παρόμοια δὲν ὠφελοῦν, ὅταν λείπη ἡ ἀγαθὴ προαίρεση.  Αὐτὸ γίνεται ὁλοφάνερο ἀπὸ δῶ. Ἐνῶ μιλοῦσε στὸν κόσμο, τοῦ εἶπε κάποιος ὅτι ἡ μητέρα σου καὶ τ’ ἀδέλφια σου σ’ ἀναζητοῦν.  Κι αὐτὸς εἶπε·  Ποιά εἶναι ἡ μητέρα μου καὶ ποιὰ  τ’ ἀδέλφια μου;  Αὐτὰ τὰ ἔλεγε ὄχι ἐπειδὴ ντρεπόταν τὴ μητέρα,  οὔτε γιατὶ ἀρνιόταν ἐκείνην, ποὺ  τὸν εἶχε γεννήσει -ἄν ντρεπόταν δὲ θὰ γεννιόταν ἀπ’ αὐτήν. Ἤθελε νὰ φανερώση, ὅτι σὲ τίποτα δὲν τὴν ὠφελοῦσε αὐτό, ἄν δὲν κάνη  ὅλα ὅσα πρέπει.  Κι αὐτὸ ποὺ ἔκαμε ἦταν περιττὴ φιλοδοξία·  ἤθελε  νὰ δείξη στὸν κόσμο ὅτι ἔχει στὸ χέρι τὸ παιδί καὶ τὸ διατάζει·  δὲν ὑποψιαζόταν  ἀκόμα τίποτα γι’ αὐτὸν σπουδαῖο·γιὰ τοῦτο καὶ ἦρθε κοντά του ἄκαιρα.  Προσέξετε λοιπὸν κι ἐκείνης τὴν ἀπερισκεψία κι αὐτῶν. Ἔπρεπε νὰ μποῦν μαζὶ μὲ τὸν κόσμο καὶ ν’ ἀκούσουν κι ἄν δὲν τοὺς ἄρεσε αὐτό, νὰ περιμένουν νὰ τελειώση τὸ λόγο του καὶ τότε νὰ πλησιάσουν.  Αὐτοὶ ὅμως τὸν καλοῦν ἔξω καὶ μάλιστα μπροστὰ σ’ ὅλους, δείχνοντας περιττὴ φιλοδοξία καὶ θέλοντας ν’ ἀποδείξουν ὅτι τοῦ ἐπιβάλλονται μὲ πολλὴν ἐξουσία.  Αὐτὸ τὸ δείχνει κι ὁ Εὐαγγελιστὴς κατηγορῶντας τους. Αὐτὸ ἀκριβῶς ὑπονοεῖ ὅταν λέη·  Ἐνῶ μιλοῦσε αὐτὸς ἀκόμα στὸν κόσμο. Σὰ νὰ λέη·  Δὲν ἦταν ἄλλη ὥρα; Δὲν μποροῦσαν νὰ μιλήσουν ἰδιαιτέρως; Μὰ καὶ γιὰ ποιό λόγο ἤθελαν νὰ μιλήσουν; Ἄν ἦταν γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας, ἔπρεπε νὰ μιλήσουν φανερὰ καὶ μπροστὰ σὲ ὅλους, ὥστε νὰ ὠφεληθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι· ἄν ὅμως γιὰ πράγματα μὲ ἀτομικὸ ἐνδιαφέρον δὲν ἔπρεπε νὰ βιάζωνται τόσο. Ἀφοῦ δὲν ἐπέτρεψε τὴν ταφὴ τοῦ πατέρα, γιὰ νὰ μὴν ἐμποδιστοῦν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν, πολὺ περισσότερο δὲν ἔπρεπε νὰ διακόψη τὴν ὁμιλία του γιὰ χάρη ἀνθρώπων χωρὶς συγγενικὴ σχέση.  Φανερὸ λοιπὸν πὼς ἀπὸ κενοδοξία μόνο  ἐνεργοῦσαν  ἔτσι. Αὐτὸ τὸ  ἔλεγε καὶ ὁ Ἰωάννης ὅτι οὔτε οἱ ἀδελφοί του δὲν πίστευαν σ’ αὐτόν. Κι ἐπαναλαμβάνει τὰ λόγια τους, ποὺ εἶναι γεμᾶτα ἀπὸ ἀστοχασιά·  ὅτι τὸν τραβοῦσαν πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα, ὄχι γι’ ἄλλο λόγο ἀλλὰ νὰ κερδίσουν δόξα  ἀπὸ  τὰ  θαύματά του. Ἅν  κάμης αὐτὰ τὰ θαύματα, λέει, παρουσιάσου στὸν κόσμο.  Κανένας δὲν κάμει κάτι στὰ κρυφὰ  καὶ θέλει ἔπειτα νὰ εἶναι γνωστός.  Τότε κι αὐτὸς τοὺς  ἐπιτίμησε, κατηγορῶντας τὸ  σαρκικὸ  φρόνημά τους. Οἱ Ἰουδαῖοι  τὸν περιγελοῦσαν, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ γιὸς τοῦ μαραγκοῦ, ποὺ ξαίρομε τὸν πατέρα  καὶ τὴ μητέρα του κι οἱ ἀδελφοί του δὲν εἶναι τῆς σειρᾶς  μας;  Γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνοι ἀποκρούοντας τὴν ἀσημότητα τῆς  γενιᾶς τους, τὸν ἔσπρωχναν στὴν ἐπίδειξη τῶν θαυμάτων του.  Γι’ αὐτὸ τοὺς ἀντιφέρεται,   θέλοντας νὰ θεραπεύση  τὸ νόσημά τους. Ἄν ἤθελε ν’ ἀρνηθῆ τὴ μητέρα του, θὰ τὸ ἔκαμε, ὅταν ἐκεῖνοι τὸν περιγελοῦσαν. Τότε ὅμως φαίνεται ὅτι τόσο φροντίζει γι’ αὐτήν, ὥστε καὶ στὸν ἴδιο τὸν σταυρό ὅταν ἦταν, τὴν ἐμπιστεύεται στὸν  πιὸ ἀγαπητὸ  ἀπ’ ὅλους  μαθητή του κ αὶ πολλὰ τοῦ παραγγέλλει γι’ αὐτήν.  Τώρα ὅμως δὲν ἐνεργεῖ ἔτσι, ἐπειδὴ  φροντίζει  γι’ αὐτὴν καὶ τοὺς ἀδελφούς. Ἐπειδὴ τὸν ἔβλεπαν σὰν ἁπλὸ ἄνθρωπο καὶ ἔνιωθαν κενοδοξία, ἀπομακρύνει τὸ πάθος τους, ὄχι ἐπιπλήττοντας τους ἀλλὰ διορθώνοντάς τους. Ἐμεῖς ἄς προσέξωμε ὄχι μόνο τοὺς λόγους, ποὺ ἐκφράζουν τὴ ζυγισμένη ἐκτίμηση, ἀλλὰ καὶ τὴν οἴηση καὶ τὴν τόλμη ποὺ ἔδειξαν οἱ ἀδελφοί του καὶ ποιὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ ἐπιτιμοῦσε. Δὲν ἦταν ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Μονογενὴς τοῦ Θεοῦ.  Ἀκόμα τί ἐπιδίωκε μὲ τὴν ἐκτίμηση;  Δὲν ἤθελε νὰ τοὺς  ὁδηγήση σ’ ἀδιέξοδο ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξη ἀπὸ ἕνα  πολὺ  τυραννικὸ  πάθος καὶ  λίγο  λίγο  νὰ τοὺς ἀνεβάση  στὴ σωστή   ἀντίληψη γιὰ τὸν ἑαυτό του  καὶ νὰ τοὺς πείση ὅτι δὲν ἦταν  μόνο γιός της  ἀλλὰ καὶ Κύριος.  Θὰ δοῦμε τότε ὅτι ἦταν σ’ αὐτὸν πολὺ  ταιριαστὸ  νὰ  ἐπιτιμᾶ καὶ  ἐκείνη κέρδιζε ὠφέλεια.   Κι ἀκόμα ὅτι ἦταν μιὰ ἐπιτίμηση  πολὺ  ἤπια.  Δὲν  εἶπε στὴ μητέρα του·  Φύγε, γιατὶ  δὲν εἶσαι ἡ μητέρα μου. Ἀλλὰ ἀπευθύνεται  σ’  ἐκεῖνο    ποὺ τοῦ μίλησε· εἶπε·  Ποιά εἶναι  ἡ  μητέρα μου; Πετυχαίνει καὶ τοῦτο μὲ τὸ λόγο  του· νὰ μὴν ἀμελοῦν τὴν ἀρετὴ  μήτε  αὐτοὶ μήτε ἄλλοι μὲ τὸ θάρρος τῆς συγγένειας.  Γιατὶ  ἄν δὲν  ὠφελοῦσε  ἐκεῖνην  τὸ  ὅτι  ἦταν μητέρα του ἄν δὲν εἶχε ἀρετή, μὲ  δυσκολία  κάποιον ἄλλον θὰ ἔσωζε ἡ συγγένεια. Μιὰ καλὴ  καταγωγὴ μόνο ὑπάρχει, νὰ κάμης τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῆς καταγωγῆς  εἶναι καλύτερο ἀπὸ κεῖνο καὶ πιὸ βασικὸ.
β.Ἄς ἔχουμε στὸ νοῦ μας αὐτὰ κι  ἄς μὴν καυχιώμαστε μήτε γιὰ  τὰ ἐξαίρεται παιδιά μας, ἄν δὲν ἔχωμε οἱ ἴδιοι τὴν ἀρετή τους, μήτε γιὰ τοὺς γενναίους πατέρες μας, ἄν δὲν ἔχωμε τὴν ἴδια γενναιότητα.  Γίνεται νὰ μὴν  εἶναι  πατέρας σου κι αὐτὸς ποὺ σὲ γέννησε, κι αὐτὸς ποὺ δὲ σὲ γέννησε νὰ εἶναι. Γι’ αὐτὸ ὄταν ἄλλοτε τοῦ εἶπε κάποια γυναῖκα· Μακαρισμένη ἡ γυναῖκα ποὺ σὲ γέννησε καὶ σὲ θήλασε, δὲν εἶπε, δὲ μὲ γέννησε γυναῖκα οὔτε θήλασα. Εἶπε τοῦτο·  Καλά, ἀλλὰ μακαρισμένοι ὅσοι κάνουν τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου. Βλέπετε ὅτι ποτὲ δὲν ἀρνεῖται τὴ  φυσικὴ συγγένεια, προσθέτει ὅμως τὴ συγγένεια τῆς ἀρετῆς. Κι ὁ Πρόδρομος λέγοντας· Γεννήματα ἐχιδνῶν, μὴ πῆτε πατέρα ἔχομε τὸν Ἀβραάμ, δὲ θέλει νὰ δείξη ὅτι δὲν προέρχονται ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, ἀλλὰ  ὅτι ἡ καταγωγή τους αὐτὴ σὲ τίποτε δὲν τοὺς ὠφελεῖ, ἄν δὲν ἔχουν τὴ συγγένεια τῆς διαγωγῆς. Τὸ ἴδιο  δηλώνει κι ὁ Χριστός, ὅταν ἔλεγε· Ἄν ἤσαστε παιδιὰ τοῦ Ἀβραάμ, θὰ ἐκάματε τὰ ἔργα τοῦ Ἀβραάμ. Δὲ θέλει νὰ τοὺς ἀποξενώσει ἀπὸ τὴ φυσικὴ συγγένεια ἀλλὰ τοὺς ὑποδεικνύει νὰ ἐπιδιώξουν τὴν ἀνώτερη ἀπὸ αὐτὴν καὶ βασικώτερη.  Αὐτὸ ἀποδεικνύει κι ἀλλοῦ, ἀλλὰ μὲ τρόπο λιγώτερο πειραχτικὸ καὶ λεπτότερο, γιατὶ βέβαια μιλοῦσε στὴν μητέρα του.  Δὲν εἶπε  ὅτι «δὲν  εἶναι  μητέρα μου, ἐπειδὴ δὲν κάμουν τὸ θέλημά μου»· οὔτε τοὺς ἀποκήρυξε οὔτε τοὺς καταδίκασε· τοὺς ἀναγνωρίζει ἀκόμα τὸ δικαίωμα τῆς βουλήσέως  τους, μιλῶντας  τους μὲ τὴ μετριοπάθεια ποὺ τοῦ ταιριάζει.  Αὐτοὶ ποὺ κάνουν τὸ θέλημα, λέει, τοῦ Πατέρα μου, αὐτοὶ εἶναι ἀδελφός μου καὶ μητέρα μου. Ὥστε ἄν θέλουν  νὰ εἶναι, ἄς βαδίσουν τὸ  δρόμο αὐτό. Κι ὅταν φώναξε ἡ γυναῖκα «μακαρισμένη ἡ γυναῖκα  ποὺ σὲ γέννησε, δὲ εἶπε «δὲν εἶναι μητέρα μου, ἀλλὰ ἄν θέλη νὰ εἶναι μακαρισμένη, ἄς κάνη τὸ θέλημα  τοῦ Πατέρα μου.  Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος μοῦ εἶναι ἀδελφὸς καὶ ἀ δελφὴ καὶ μητέρα». Ὕψος τιμῆς, ἀξία τῆς ἀρετῆς.  Σὲ τὶ κορυφὲς ἀνεβάζει ὅποιον τὴ διαθέτει!  Πόσες γυναῖκες  ἐμακάρισαν  τὴν ἁγία Παρθένο κι  εὐχήθηκαν  νὰ γίνουν οἱ ἴδιες τέτοιες μητέρες κι ἄς ἔχασαν τὰ πάντα. Τί λοιπὸν τοὺς ἐμποδίζει; Μᾶς ἄνοιξαν πλατὺ δρόμο, καὶ μποροῦν ὄχι μόνο  γυναῖκες  ἀλλὰ  καὶ  ἄνδρες νὰ βρεθοῦν σ’ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο καὶ σὲ ἀκόμα ψηλότερο. Αὐτὸ ἔχει πολὺ περισσότερη  δύναμη  νὰ φτιάξη  τὴ  μητέρα παρὰ ἐκεῖνοι οἱ πόνοι τοῦ τοκετοῦ. Ὥστε ἄν ἀξίζη ἐκεῖνο νὰ μακαρίζεται, πολὺ  περισσότερο ἀξίζει αὐτό, ὅσο βασικώτερο εἶναι.  Μὴν ἔχης λοιπὸν τὴν  ἐπιθυμία μόνο ἀλλὰ μὲ πολλὴ προθυμία  βάδιζε  καὶ τὸ  δρόμο, ποὺ θὰ σὲ φέρη στὴν ἐκπληρωση τῆς ἐπιθυμίας σου. Αὐτὸ εἶπε καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ σπίτι.  Παρατηρήσατε πῶς καὶ τοὺς ἐπιτίμησε καὶ αὐτὸ ἔκαμε ποὺ ποθοῦσαν. Τὸ ἴδιο κάμει καὶ στοὺς γάμους.  Κι ἐκεῖ ἐπιτίμησε  τὴ  μητέρα του, ὅταν  ζητοῦσε   πρὶν  ἀπὸ τὴν ὥρα καὶ  συνάμα δὲν ἐναντιώθηκε· μὲ  τὸ πρῶτο ἤθελε νὰ διορθώση τὴν ἀνθρώπινη ἀδυναμία τους, μὲ τὸ δεύτερο ἔδειξε τὴν ἀγάπη πρὸς τὴ μητέρα  του. Ἔτσι κι ἐδῶ· καὶ τὴ νόσο τῆς κενοδοξίας ἐθεράπευσε καὶ ὅπως ἔπρεπε ἐτίμησε τὴν μητέρα του, μολονότι  ἦταν ἄκαιρη  ἡ αἴτησή της. Τὴν ἡμέρα ἐκείνη, γράφει  ὁ   Εὐαγγελιστής,  βγῆκε ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ καθόταν κοντὰ  στὴ θάλασσα. Ἄν  θέλετε, τοὺς  λέει, νὰ  ἰδῆτε καὶ ν’ ἀκούσετε, ἰδοὺ  βγαίνω ἔξω  καὶ  σᾶς μιλῶ.  Ἀφοῦ ἔκαμε πολλὰ θαύματα, παρέχει πάλι τὴν ὠφέλεια τῆς διδασκαλίας του. Καὶ κάθεται κοντὰ στὴ θάλασσα, ψαρὰς ποὺ προσπαθεῖ νὰ πιάση στὰ δίχτυα του τοὺς κατοίκους τῆς γῆς. Καὶ δὲν κάθισε τυχαῖα κοντὰ στὴ θάλασσα· ὁ Εὐαγγελιστὴς κάνει ὑπαινιγμό. Τὸ  ἔκαμε γιὰ νὰ δείξη ὅτι ἤθελε  μὲ προσοχὴ  νὰ φτιάξη τὸ θέατρο, νὰ τοὺς ἔχη ὅλους ἐμπρὸς καὶ κανένα στὰ νῶτα. Καὶ μαζεύτηκε, συνεχίζει, κοντά  του  κόσμος πολύς,  ὥστε ἀναγκάστηκε  νὰ μπρῆ καὶ νὰ καθίση στὸ πλοῖο.  Κι ὅλος ὁ κόσμος στεκόταν στὴν ἀκρογιαλιά.  Κι ἀφοῦ κάθισε ἐκεῖ τοὺς μιλᾶ μὲ παραβολές. «Καὶ τοὺς μίλησε, γράφει, πολλὴ ὥρα μὲ παραβολές». –Στὸ βουνὸ δὲν εἶχε κάμε ἔτσι, οὔτε ἔπλεξε τὸ λόγο του μὲ τὸσες  παραβολές.- Τότε ἦσαν πλήθη μονάχα, κόσμος ἀκαλιέργητος·  ἐδῶ ὅμως δὲν ἔλειπαν  καὶ οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ  Φαρισαῖοι – Προσέξετε  τώρα ποιά παραβολὴ τοὺς ἀπευθύνει πρῶτα καὶ πῶς τὴν ἐκθέτει  μὲ τὴ σειρὰ ὁ Ματθαῖος. Ποιά λοιπὸν  λέγει πρώτη; Αὐτὴν ποὺ ἔπρεπε νὰ πῆ πρώτη, ποὺ κάνει προσεκτικώτερο τὸν ἀκροατή. Ἐπειδὴ ἦταν νὰ μιλήση μεταφορικά, ξυπνᾶ πρῶτα  τὸ μυαλὸ τῶν ἀκροατῶν του μὲ τὴν παραβολή. Γι’ αὐτὸ κι ἄλλος εὐαγγελιστὴς τοὺς ἐπιτίμησε γιατὶ δὲν ἐννοοῦσαν·  Πῶς δὲν ἀντιληφθήκατε τὴν παραβολή; Καὶ  δὲ  μιλᾶ γι’ αὐτὸ μονάχα μὲ  παραβολὲς ἀλλὰ γιὰ νὰ κάνη τὸ λόγο πιὸ παραστατικό καὶ νὰ τὸν ἐντυπώση βαθύτερα καὶ νὰ φέρη τὰ πράγματα μπροστὰ στὰ  μάτια τους. Τὸ ἴδιο κάνουν καὶ οἱ προφῆτες.
γ΄. Ποιὰ εἶναι λοιπὸν ἡ παραβολὴ; Ἰδοὺ βγῆκε λέει, αὐτὸς ποὺ σπέρνει γιὰ νὰ σπείρη. Ἀπὸ ποῦ βγῆκε αὐτὸς ποὺ εἶναι παρὼν σ’ ὅλα τὰ μέρη, αὐτὸς  ποὺ  τὰ γεμίζει ὅλα; Καὶ πῶς βγῆκε; Ὄχι τοπικὰ ἀλλὰ κατὰ τὴ σχετικὴ μὲ ἐμᾶς οἰκονομία του, ἔγινε πλησιέστερός  μας μὲ τὴν ἔνδυση  τῆς  σάρκας. Ἐπειδὴ δὲν μπορούσαμε νὰ μποῦμε ἐμεῖς, καθὼς μᾶς ἔκλειναν τὴν εἴσοδο τὰ ἁμαρτήματά μας, βγαίνει ἐκεῖνος σ’ ἐμᾶς. Καὶ μὲ ποιὸ σκοπὸ βγῆκε; Γιὰ νὰ καταστρέψη τὴ γεμάτη ἀπὸ ἀγκάθια γῆ καὶ νὰ τιμωρήση τοὺς γεωργούς; καθόλου· ἀλλὰ νὰ καλλιεργήση καὶ νὰ φροντίση καὶ νὰ σπείρη τὸ λόγο τῆς εὐσέβειας. Σπόρο ἐδῶ ἐννοεῖ τὴ διδασκαλία· χωράφι τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων· σπορέα τὸν ἑαυτό του. Καὶ ποιὰ ἡ τύχη τοῦ σπόρου τούτου;  Τὰ τρία μέρη χάνονται, μένει  τὸ ἕνα. Κι ὅπως ἔσπερνε, μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε  κοντὰ στὸ δρόμο.  Κι  ἦρθαν τὰ πουλιὰ καὶ τὸν ἔφαγαν.  Δὲν εἶπε ὅτι αὐτὸς ἔριξε τὸ σπόρο ἀλλὰ ἔπεσε.  Μέρος τοῦ σπόρου ἔπεσε  στὴν πέτρα, ὅπου δὲν εἶχε χῶμα πολύ· φύτρωσε ἀμέσως ἐπειδὴ δὲν  εἶχε  βάθος ἡ γῆ· τὸ χτύπησε ὁ ἥλιος ποὺ βγῆκε καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε ρίζα ξεράθηκε. Ἄλλο  μέρος ἔπεσε  στ’ ἀγκάθια ἀλλὰ τ’ ἀγκάθια ψήλωσαν καὶ ἔπνιξαν τὰ φυτά. Ἄλλο  μέρος  ἔπεσε  στὴ καλὴ γῆ κι ἔδωσε καρπὸ στὰ ἑκατὸ, καὶ στὰ ἑξῆντα καὶ στὰ τριάντα. Ὅποιος ἔχει αὐτιὰ ἄς ἀκούη.  Τὸ  τέταρτο  ἔμεινε μόνο  κι  ὄχι ἴσο μὲ τ’ ἄλλα ἀλλὰ κι ἐδῶ μὲ μεγάλη  διαφορά. Τὰ ἔλεγε αὐτὰ δείχνοντας  ὅτι πλούσια μιλοῦσε σ’ ὅλους. Κι ὅπως αὐτὸς ποὺ σπέρνει δὲ χωρίζει τὸ χωράφι ποὺ ἁπλώνεται μπροστά του ἀλλὰ ἁπλᾶ καὶ χωρὶς  νὰ  κάνη  διάκριση ρίχνει τὸ σπόρο, ἔτσι κι αὐτὸς δὲν ξεχωρίζει πλούσιο καὶ φτωχό, σοφὸ καὶ ἄσοφο, ὀκνηρὸ καὶ  ἐνεργητικό, γενναῖο καὶ δειλό·  μιλοῦσε σ’ ὅλους, ἐκπληρώνοντας τὴν ἀποστολή του, ἄν καὶ γνωρίζη τί θὰ συμβῆ. Θέλει νὰ ἔχει τὸ δικαίωμα  νὰ  πῆ·  «τί ἔπρεπε νὰ κάνω ποὺ δὲν τὸ ἔκαμα;».  Καὶ  οἱ  προφῆτες παρομοιάζουν τὸ λαὸ μὲ ἀμπέλι. «Ἀπόχτησε ἀμπέλι ὁ ἀγαπητός», γράφει. Καὶ  «μεταφύτεψε  ἀμπέλι ἀπὸ τὴν Αἰγυπτο». Ὁ Χριστὸς μιλάει γιὰ σπόρο, γιὰ νὰ φανερῶση τί πρᾶγμα; Ὅτι τώρα θὰ εἶναι γρήγορη ἡ ὑπακοὴ  κι  εὐκολώτερη  καὶ  θὰ δώση  ἀμέσως  τὸν καρπό της.  Κι ὅταν  ἀκούσετε ὅτι βγῆκε  αὐτὸς ποῦ σπέρνει γιὰ νὰ σπείρη, μὴ  τὸ  θεωρήσετε τοῦτο  ταυτολογία.  Γιατὶ  αὐτὸς ποὺ σπέρνει βγαίνει πολλὲς φορὲς  καὶ γιὰ ἄλλη ἐργασία, νὰ  συμπληρώση, νὰ κάψη τὰ ἄχρηστα χόρτα, νὰ βγάλη  τ’ ἀγκάθια, νὰ  φροντίζη γιὰ κάτι ἄλλο. Αὐτὸς ὅμως βγῆκε γιὰ νὰ σπείρη.
Πέστε μου τώρα, πῶς χάθηκε ὁ περισσότερος  σπόρος. Ὄχι ἀπὸ ἀφορμὴ αὐτὸν ποὺ ἔσπειρε, ἀλλὰ ἀπὸ ἀφορμὴ τὴ γῆ ποὺ δέχτηκε τὴ σπορά, δηλαδὴ τὴν ψυχὴ ποὺ δὲν ἄκουσε.  Καὶ γιατί δὲ λέει, ὅτι ἄλλο σπόρο δέχτηκαν οἱ ὀκνηροὶ καὶ τὸν χάλασαν, ἄλλον οἱ πλούσιοι καὶ τὸν ἔπνιξαν κι ἄλλον οἱ ἀδιάφοροι καὶ τὸν πρόδωσαν; Δὲ θέλει νὰ τοὺς χτυπήση δυνατά, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ὁδηγήση στὴν ἀπόγνωση ἀλλὰ ἀφήνει τὸν ἔλεγχο στὴν συνείδηση τῶν ἀκροατῶν. Καὶ δὲν τὸ ἔπαθε αὐτὸ ὁ σπόρος μονάχα ἀλλὰ καὶ τὸ δίχτυ. Γιατὶ πολλὰ ἄχρηστα ἔφερε κι αὐτό.  Καὶ τοὺς λέει αὐτὴ τὴν παραβολὴ προαλείφοντας καὶ προετοιμάζοντας τοὺς μαθητὰς νὰ μὴν ἀπογοητεύωνται, ἀκόμα κι ἄν χάνωνται περισσότεροι ἀπ’ ὅσους ποὺ δέχονται τὸ λόγο. Αὐτὸ ἔγινε καὶ στὸ Δεσπότη·  κι αὐτὸς ποὺ ἐγνώριζε  ἀπὸ πρῶτα ὅτι αὐτὰ θὰ γίνουν δὲν ἀρνήθηκε τὴ σπορά. Καὶ πῶς δικαιολογεῖται ἡ σπορὰ πάνω στ’ ἀγκάθια καὶ στὴν πέτρα καὶ στὸν δρόμο; Βέβαια εἶναι ἀδικαιολόγητη στὴν περίπτωση τοῦ πραγματικοῦ σπόρου καὶ τῆς γῆς.  Στὶς ψυχὲς ὅμως καὶ τὴ διδασκαλία, γίνεται αὐτὸ ἀφορμὴ γιὰ πολὺν ἔπαινο.  Σωστὰ μπορεῖς νὰ κατηγορήσης τὸ γεωργὸ ποὺ σπέρνει ἔτσι.  Γιατὶ δὲν πρόκειται ἡ πέτρα νὰ γίνη γῆ, καὶ ὁ δρόμος νὰ μὴν εἶναι δρόμος καὶ τὰ ἀγκάθια ἀγκάθια.  Στὶς λογικὲς ὅμως ὑπάρξεις δὲ γίνεται ἔτσι. Εἶναι δυνατὸ ἡ πέτρα ν’ ἀλλάξη καὶ νὰ γίνη εὔφορη γῆ, κι ὁ δρόμος νὰ μὴν πατιέται πιά, μήτε νὰ εἶναι ἀνοιχτὸς σ’ ὅλους τοὺς περαστικοὺς ἀλλὰ νὰ γίνη χωράφι γόνιμο καὶ τ’ ἀγκάθια νὰ ἐξαφανιστοῦν καὶ οἱ σπόροι νὰ ἔχουν μεγάλη ἄνεση -Ἄν δὲν ἦταν αὐτὸ σωστό, δὲ θὰ ἔσπερνε ἐκεῖνος. Κι ἄν δὲν ἔγινε σ’ ὅλους μεταβολή, δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτὸν ποὺ ἔσπειρε ἀλλ’ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ δὲ θέλησαν ν’ ἀλλάξουν. Ἐκεῖνος ἔκαμε τὸ δικό του ἔργο. Ἄν αὐτοὶ τὸ πρόδωσαν, δὲν ἔχει εὐθύνη αὐτὸς ποὺ ἔδειξε τόση φιλανθρωπία. Προσέξτε σεῖς ὅτι δὲν εἶναι ἕνας ὁ δρόμος τῆς καταστροφῆς ἀλλὰ πολλοὶ καὶ διάφοροι μεταξύ τους. –Οἱ ἄνθρωποι ποὺ παρομοιάζονται μὲ δρόμο εἶναι οἱ βάναυσοι καὶ οἱ ὀκνηροὶ καὶ οἱ ἀδιάφοροι· μὲ τὴν πέτρα οἱ πιὸ ἀσθενικοί μόνο. Τὰ πετρώδη μέρη ποὺ δέχτηκαν τὸ σπόρο εἶναι αὐτοὶ ποὺ ἀκοῦν τὸ λόγο καὶ τὸν δέχονται ἀμέσως μὲ χαρά, δὲ ριζώνει ὅμως μέσα τους βαθιὰ ἀλλὰ εἶναι προσωρινός. Κι ὅταν ἔρθη θλίψη ἤ διωγμὸς ἐξ αἰτίας τοῦ λόγου, σκανδαλίζονται ἀμέσως. Σὲ καθέναν ποὺ ἀκούει τὸ λόγο τῆς ἀλήθειας καὶ δὲν τὸν κατανοεῖ ἔρχεται ὁ πονηρὸς κι ἁρπάζει τὸ σπόρο ἀπὸ τὴν καρδιά του. Αὐτὸς εἶναι ὁ σπόρος ποὺ ἔπεσε στὸ δρόμο. Οὔτε εἶναι ἴσο νὰ ἀπομαραθῆ ἡ διδασκαλία χωρὶς νὰ τὴν πειράζη εἴτε νὰ τὴν κλονίζει κανένας καὶ νὰ τὸ πάθη αὐτὸ ἐπειδὴ ἀπειλοῦνται δοκιμασίες. Αὐτοὶ πάλι ποὺ μοιάζουν μὲ τ’ ἀγκάθια εἶναι πολὺ πιὸ ἀσυγχώρητοι ἀπ’ τοὺς ἄλλους.
δ. Γιὰ νὰ μὴν πάθωμε κάτι ἀπ’ αὐτὰ ἄς σκεπάσωμε μὲ τὴν προθυμία μας τοὺς λόγους καὶ μὲ τὴν ἀδιάκοπη μνήμη. Κι ἄν τοὺς ἁρπάζη ὁ διάβολος, στὸ χέρι μας εἶναι μὰ μὴν τοὺς ἁρπάζη· κι ἄν ξηραίνωνται οἱ σπόροι,δὲ γίνεται αὐτὸ ἀπὸ τὴ ζέστη –γιατὶ δὲν εἶπε ὅτι ξεράθηκαν ἀπὸ τὴ ζέστη, ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν εἶχαν ρίζα· κι ἄν πνίγεται ὁ λόγος, δὲ γίνεται ἀπὸ τ’ ἀγκάθια ἀλλὰ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἀφήνουν τ’ ἀγκάθια νὰ μεγαλώσουν. Εἶναι δυνατό, ἄν θέλης, νὰ ἐμποδίσης τὴ βλαβερὴ αὐτὴ βλάστηση καὶ νὰ χρησιμοποιήσης τὸν πλοῦτο σου  ὅπως πρέπει. Γι’ αὐτὸ δὲν εἶπε, ἡ ζωὴ αὐτὴ ἀλλὰ ἡ φροντίδα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Οὔτε ὁ πλοῦτος ἀλλὰ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου. Ἄς μὴ κατηγοροῦμε λοιπὸν τὰ πράγματα ἀλλὰ τὸ χαλασμένο φρόνημα. Εἶναι δυνατὸ νὰ εἶναι κανένας πλούσιος καὶ νὰ μὴν ξεγελιέται· καὶ στὴ ζωὴ αὐτὴ νὰ ζῆ καὶ νὰ μὴν πνίγεται μὲ τὶς φροντίδες. Ἔχει   ὁ πλοῦτος δυὸ μειονεκτήματα ἀντίθετα·  τὸ ἕνα βασανίζει καὶ σκοτίζει, ἡ μέριμνα· τὸ ἄλλο προκαλεῖ τὴ μαλθακότητα, ἡ τρυφή. Καὶ καλὰ εἶπε «ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου». Ὅλα ποὺ μᾶς δίνει ὁ πλοῦτος εἶναι ἀπάτη. Εἶναι ἁπλὲς λέξεις ποὺ δὲν ἀντιπροσωπεύουν πράγματα. Ἡ ἀπόλαυση, ἡ δόξα, ὁ καλλωπισμός, ὅλα αὐτὰ εἶναι μιὰ φαντασία ξεκομμένη ἀπὸ τὰ πράγματα. Ἀφοῦ ἀνάφερε τοὺς τρόπους τῆς ἀπώλειας, θέτει ὕστερα τὴν καλὴ γῆ· δὲ μᾶς ἀφήνει ἔτσι στὴν ἀπόγνωση ἀλλὰ μᾶς δίνει τὴν ἐλπίδα τῆς μετανοίας καὶ δείχνει ὅτι εἶναι δυνατὸ ἀπὸ ὅσα εἶπε νὰ γυρίσωμε σ’ αὐτήν. Ἀλλὰ πάλι μόλο ποὺ ἡ γῆ εἶναι καλή, ἕνας ὁ σπορέας καὶ ὁ σπόρος ὁ ἴδιος, γιατὶ ἄλλος ἀποδίδει στὰ ἑκατό, ἄλλος στὰ ἑξῆντα κι ἄλλος στὰ τριάντα; Ἐδῶ πάλι ἡ διαφορά βρίσκεται στὴ φύση τῆς γῆς. Ὅπου ὑπάρχει καλὴ γῆ, εἶναι σ’ αὐτὴ κι ἡ διαφορὰ πολλή. Βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι αἴτιος ὁ γεωργός, οὔτε ὁ σπόρος ἀλλὰ ἡ γῆ, ποὺ δέχεται τὸ σπόρο· ὄχι ἀνάλογα μὲ τὴ φύση ἀλλὰ μὲ τὴ γνώμη. Κι ἐδῶ ὑπάρχει πολλὴ φιλανθρωπία, γιατὶ δὲν ἀπαιτεῖ ἀπ’ ὅλους τὸ ἴδιο μέτρο τῆς ἀρετῆς ἀλλὰ καὶ τοὺς πρώτους δέχεται, καὶ τοὺς δεύτερους δὲ διώχνει καὶ δίνει θέση καὶ στοὺς τρίτους. Αὐτὰ τὰ λέει, γιὰ νὰ μὴ νομίσουν αὐτοὶ ποὺ τὸν ἀκολουθοῦν ὅτι φτάνει ἡ ἀκρόαση μόνο γιὰ τὴ σωτηρία. Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο δὲν ἀναφέρει καὶ τὶς ἄλλες κακίες, ὅπως εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν σωμάτων, ἡ κενοδοξία… Μὲ τὶς ἐκφράσεις «μέριμνα τῆς ζωῆς αὐτῆς», καὶ «ἀπάτη τοῦ πλούτου» τ’ ἀνάφερε ὅλα. Γιατὶ ἡ κενοδοξία κι ὅλα τ’ ἄλλα περιλαμβάνονται «στὴ ζωὴ αὐτή» καὶ «στὴ ἀπάτη τοῦ πλούτου»·  κι ἄν πῆς τὴν ἀπόλαυση, τὴ λαιμαργία, τὴ ζήλεια, τὴν κενοδοξία καὶ τὰ ὅμοια. Πρόσθεσε συνάμα τὸ δρόμο τὴν πέτρα, γιὰ νὰ δείξη ὅτι δὲ φτάνει νἄχης ἀπλλαγῆ ἀπὸ τὴν περιουσία μονάχα ἀλλὰ πρέπει νὰ πραγματοποιήσης καὶ τὴν ἄλλη ἀρετή. Τί σημαίνει, νὰ εἶσαι ἐλεύθερος ἀπὸ χρήματα, νὰ εἶσαι ἄνανδρος ἤ μαλθακός; Καὶ πάλι, ἄν δὲν εἶσαι ἄνανδρος, εἶσαι ὅμως ὀκνηρὸς κι ἀδιάφορος στὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου; Δὲ μᾶς φτάνει ἕνα μέρος τῆς ἀρετῆς γιὰ νὰ σωθοῦμε. Ἀλλὰ χρειαζόμαστε πρῶτα ἀκριβῆ ἀκρόαση καὶ παντοτινὴ θύμηση κι ἔπειτα ἀνδρεία, ἔπειτα περιφρόνηση τῶν χρημάτων κι ἀπελευθέρωση ἀπ’ ὅλα τὰ βιωτικά. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θέτει αὐτὴν πρωτύτερα ἀπὸ ἐκείνη, γιατὶ αὐτὴ πρῶτα μᾶς χρειάζεται. (Πῶς θὰ πιστέψουν, ἄν δὲν ἀκούσουν; Ὅπως κι ἐμεῖς, ἄν δὲν προσέχωμε στὰ λεγόμενα, οὔτε νὰ πληροφορηθοῦμε δὲ θὰ μπορέσωμε τί πρέπει νὰ κάνωμε). Ἔπειτα ἀναφέρει τὴν ἀνδρεία καὶ τὴν περιφρόνηση τῶν παρόντων. Ἄς ἀκοῦμε αὐτὰ κι ἄς περιτειχίζωμε γύρω γύρω τὸν ἑαυτό μας, δίνοντας προσοχὴ στὴ διδασκαλία κι ἀφήνοντας τὶς ρίζες νὰ πᾶνε βαθιὰ καὶ καθαρίζοντας τὸν ἑαυτό μας ἀπ’ ὅλα τὰ βιοτικά. Ἄν ὅμως ἄλλα κάνωμε κι ἄλλα παραμελοῦμε, δὲν κερδίζομε τίποτα· κι ἄν δὲν χανώμαστε ἔτσι, χανόμαστε ἀλλιώτικα. Τί διαφορὰ ὑπάρχει ἄν χαθοῦμε ὄχι ἐξ αἰτίας τοῦ πλούτου ἀλλὰ ἀπὸ ὀκνηρία, κι ἄν καταστραφοῦμε ὄχι ἀπὸ ὀκνηρία ἀλλὰ ἀπὸ ἀνανδρία; Κι ὁ γεωργὸς εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς χάση τὸ σπόρο του, ἴδια λυπᾶται. Ἄς μὴν παρηγορούμαστε λοιπὸν, ἐπειδὴ δὲν χανόμαστε μὲ ὅλους μαζὶ τοὺς τρόπους· ἄς λυπούμαστε μ’ ὅποιον τρόπο κι ἄν χανώμαστε κι ἄς κάψωμε τὰ ἀγκάθια, γιατὶ πνίγουν τὸ λόγο. Τὸ γνωρίζουν αὐτὸ ὅσοι πλουτοῦν, ποὺ δὲν εἶναι χρήσιμοι μήτε γι’ αὐτὰ μήτε καὶ γι’ ἄλλα. Ἔτσι ὅπως ἔγιναν δοῦλοι κι αἰχμάλωτοι τῶν ἀπολαύσεων εἶναι ἄχρηστοι καὶ γιὰ τὰ κοσμικὰ ζητήματα· κι ἄν εἶναι γι’ αὐτά, εἶναι πολὺ περισσότερο γιὰ τὰ οὐράνια. Διπλὴ βλάβη τοῦ νοῦ μας προέρχεται ἀπ’ αὐτά, κι ἀπὸ τὴν τρυφὴ κι ἀπὸ τὴ φροντίδα. Ἀπ’ αὐτὰ τὸ καθένα χωριστὰ εἶναι ἱκανὸ νὰ βουλιάξη τὸ σκάφος μας· ὅταν συνεργαστοῦν καὶ τὰ δύο σκεφτῆτε πόσο μεγάλη γίνεται ἡ τρικυμία.
ε. Μὴ θαυμάσετε ποὺ ὠνόμασε τὴν τρυφὴ ἀγκάθια. Δὲν τὸ γνωρίζει ὅποιος παραφέρεται ἀπὸ τὸ πάθος. Οἱ φρόνιμοι γνωρίζουν ὅτι προξενεῖ περισσότερο πόνο ἀπὸ τ’ ἀγκάθια, κι ὅτι ἡ τρυφὴ πιὸ πολὺ ἀπ’ ὅ,τι ἡ μέριμνα καταδαπανᾶ τὴν ψυχή. Οὔτε τόσο βασανίζεται κάποιος ἀπὸ τὴ φροντίδα, ὅσο ἀπὸ τὴν ἀφθονία. Ὅταν πολιορκοῦν τὸν τρυφηλὸ ἀγρυπνίες, καὶ ἡμικρανίες καὶ πονοκέφαλοι καὶ πόνοι τῶν σπλάχνων, σκεφθῆτε ἀπὸ πόσα ἀγκάθια εἶναι ὅλ’ αὐτὰ χειρότερα. Κι ὅπως τ’  ἀγκάθια ἀπ’ ὅπου κι ἄν τὰ κρατήσης ματώνουν τὰ χέρια, ὅμοια καὶ ἡ τρυφὴ καὶ τὰ πόδια καὶ τὰ χέρια καὶ τὸ κεφάλι καὶ τὰ μάτια κι ὅλα τὰ μέλη γενικὰ τὰ καταστρέφει. Καὶ  εἶναι ξηρὴ καὶ ἄγονη, ὅπως τ’ ἀγκάθια καὶ περισσότερη ἀπὸ κεῖνα λύπη προξενεῖ καὶ μάλιστα στὰ καίρια. Φέρνει πρόωρα γηρατειά, ἀμβλύνει τὶς αἰσθήσεις, σκοτίζει τὸ λογισμό, τραυματίζει τὴν ὀξύτητα τοῦ νοῦ, κάνει τὸ σῶμα πλαδαρό. Πιὸ πλούσια κάνοντας τὴν ἀποθήκη τῆς κοπριᾶς καὶ μαζεύοντας μεγάλο σωρὸ κακῶν παραμεγαλώνει τὸ φορτίο καὶ γεμίζει τὸ σῶμα παραπάνω ἀπὸ τὸ μέτρο. Γι’ αὐτὸ κι οἱ πτώσεις εἶναι ἀδιάκοπες καὶ πυκνὰ τὰ ναυάγια. Γιατὶ παχαίνεις τὸ σῶμα σου; πές μου –Μήπως σὲ προορίζομε  γιὰ τὴ θυσία καὶ θὰ σὲ παραθέσωμε σὲ τραπέζι; Εἶναι ὀρθὸ νὰ παχαίνωμε τὰ πουλερικὰ μόνο· καὶ μήτε ἐκεῖνα Γιατὶ ὅταν παχύνουν εἶναι ἀκατάλληλα γιὰ τὴν ὑγιεινὴ  ζωή.  Τόσο κακὴ εἶναι ἡ τρυφή, ὥστε καὶ στ’ ἄλογα ζῶα  παρουσιάζει  τὴ βλάβη της.  Γιατὶ  καὶ τὰ πουλερικὰ ποὺ τρυφοῦν τὰ κάνομε ἄχρηστα καὶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τους καὶ γιὰ μᾶς.  Γιατὶ τὸ πάχος εἶναι ποὺ δημιουργεῖ τὶς ἀνωμαλίες στὴ χώνευση.  Ἐκεῖνα ὅμως  ποὺ δὲν τρέφονται ἔτσι ἀλλὰ περνοῦν, θὰ ἔλεγα μὲ νηστεία καὶ κανονικὴ δίαιτα, μὲ στέρηση καὶ ταλαιπωρία, αὐτὰ εἶναι χρήσιμα καὶ στὸν ἑαυτό τους καὶ  στοὺς ἄλλους, καὶ ὡς τροφὴ καὶ γιὰ ὅλα τὰ ἄλλα. Αὐτοὶ ποὺ τρῶνε τὰ τελευταῖα εἶναι πιὸ ὑγιεῖς·  ἐκεῖνοι ποὺ τρῶνε τὰ πρῶτα μοιάζουν μ’ αὐτὰ τὰ ἴδια, γίνονται δυσκίνητοι καὶ φιλάσθενοι, χειροτερεύουν τὰ δεσμὰ τοῦ σώματός τους. Τίποτα δὲν εἶναι τόσο ἐχθρικὸ καὶ βλαβερὸ στὸ σῶμα, ὅσο  ἡ τρυφή.  Τίποτα δὲν ὁδηγεῖ  στὴ διάρρηξη καὶ τὴ διάλυση τὸ σῶμα, ὅσο ἡ ἀσωτία.  Γι’ αὐτὸ κι ἀπὸ δῶ μεγάλη ἔκπληξη θὰ δοκιμάση κανεὶς μὲ τὴν ἀνοησία τους, ποὺ μήτε ὅση προσοχὴ ἔχουν ἄλλοι γιὰ τὰ ἀσκιὰ τους δὲ θέλουν αὐτοὶ νὰ δείξουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Τὰ ἀσκιὰ οἱ ἐμποριοι τοῦ κρασιοῦ δὲν ἀφήνουν νὰ γεμίσουν περισσότερο ἀπὸ ὅσο πρέπει, γιὰ  νὰ μὴ σκάσουν·  αὐτοὶ ὅμως δὲν ἀξίωνουν μήτε γιὰ τόση πρὸνοια    τὴν ταλαίπωρη κοιλιά τους. Ἀλλὰ ὅταν τὴ γεμίσουν καὶ τὴ σκάσουν ὡς τ’ αὐτιὰ καὶ τὴ μύτη, ὡς ἐπάνω στὸν οἰσοφάγο φέρνουν τὶς τροφὲς καὶ προκαλοῦν διπλῆ στενοχώρια  καὶ  στὴν  ψυχὴ καὶ στὴ δύναμη ποὺ συντηρεῖ τὸ σῶμα.  Μήπως γι’ αὐτὸ ἔχεις τὸ λαιμό;  Γιὰ νὰ τὸν ἀπογεμίσης ὡς ἐπάνω, στὸ στόμα, ἀπὸ σαπισμένο, κρασὶ καὶ τὴν ἄλλη φθορά; Ὄχι γι’ αὐτὸ βέβαια, ἄνθρωπέ μου. Ἀλλὰ  γιὰ νὰ ὑμνῆς πρῶτα τὸ  Θεὸ καὶ νὰ τοῦ ἀναπέμπης τὶς ἱερὲς  προσευχὲς  καὶ νὰ μελετᾶς τὸ θεῖο του νόμο καὶ στὶς δίνης ὠφέλιμες συμβουλὲς στοὺς ἀδελφούς σου. Σὺ ὅμως σὰ νὰ τὸν ἔχης λάβει γι’ αὐτό, δὲν  ἀφήνεις οὔτε  μιὰ στιγμὴ νὰ σταματήση ἀπὸ τὴ λειτουργία  αὐτὴ  καὶ σ’  ὅλη τὴ ζωή σου τὸν ὑποτάσσεις σ’ αὐτὴν τὴν κακὴ δουλεία. Κι ὅπως ἄν προμηθευτῆ κάποιος κιθάρα μὲ χρυσὲς χορδές, τονισμένη ἁρμονικὰ κι ἀντὶ νὰ παίζη σ’ αὐτὴ παναρμόνιο μέλος, τὴ σκεπάση μὲ πολλὴ κοπριὰ  καὶ λάσπη, ἔτσι κάνουν κι αὐτοί. Κοπριὰ ὠνόμασα ὄχι τὴν τροφὴ  ἀλλὰ τὴν  τρυφὴ καὶ τὴν πολλὴ ἐκείνη ἀκολασία. Γιατὶ τὸ παραπάνω ἀπὸ τὸ χρειαζούμενο δὲν εἶναι τροφὴ ἀλλὰ βλάβη μονάχα. Ἡ κοιλιὰ ἔγινε μόνο γιὰ νὰ δέχεται τὶς τροφές· τὸ σῶμα ὅμως κι ὁ φάρυγγας κι ἡ γλῶσσα καὶ γιὰ ἄλλες λειτουργίες πιὸ ἀπαραίτητες. Ἀλλὰ καὶ ἡ κοιλιὰ δὲν ἔγινε ἁπλᾶ γιὰ νὰ δέχεται τροφὴ ἀλλὰ τὴν κανονικὴ τροφή.  Κι αὐτὸ τὸ φανερώνει μὲ ἄπειρες φωνές, ὅταν  τὴν  ἐπηρεάσωμε  μ’ αὐτοῦ τοῦ  εἴδους τὴν πλεονεξία.  Καὶ δὲ φωνάζει μόνο ἀλλὰ ἀμύνεται καὶ μᾶς ζητᾶ γιὰ τὴν ἀδικία τὴν πιὸ μεγάλη  τιμωρία. Πρῶτα τιμωρεῖ τὰ πόδια ποὺ μᾶς σηκώνουν  καὶ μᾶς μεταφέρουν στὰ πονηρὰ ἐκεῖνα συμπόσια, ἔπειτα  ἀχρηστεύει τὰ χέρια ποὺ  τὴ  διακονοῦν, ἐπειδὴ τόσα καὶ τέτοια φαγητὰ τῆς πρόσφεραν· πολλοὶ βοηθήσανε νὰ  παραμορφωθῆ καὶ τὸ ἴδιο τὸ  στόμα τους καὶ τὰ μάτια καὶ τὸ κεφάλι. Κι ὅπως ὁ ὑπηρέτης, ὅταν τοῦ ἐπιβάλλουν κάτι πάνω ἀπὸ τὴ δύναμή του, φτάνει σ’ ἀπόγνωση καὶ δὲν ὑπακούει πολλὲς φορὲς σ’ αὐτὸν ποὺ τὸν διέταξε, ἔτσι κι αὐτή· μαζὶ μὲ τὰ μέλη ποὺ ἀνέφερα, ὅταν τὴν παραπιέσωμε, διαφθείρει καὶ καταστρέφει πολλὲς φορὲς καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἐγκέφαλο. Κι αὐτὸ καλὰ τὸ οἰκονόμησε ὁ Θεός, καὶ προξενῆται τόση βλάβη ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ μέτρου. Ἔτσι ὅταν θὰ ζῇς θεληματικὰ τὴν πνευματικὴ ζωή, νὰ μάθης ἀπὸ τὸ φόβο τόσης καταστροφῆς νὰ ἀκολουθῆς τὸ μέτρο καὶ χωρὶς νὰ θέλης. Ἔχοντας αὐτὸ στὸ νοῦ μας, ἄς ἀποφύγωμε τὴν τρυφή, ἄς ἀσκήσωμε τὸ μέτρο μ’ ἐπιμέλεια, γιὰ νὰ ἀπολαύσωμε καὶ τὴ σωματικὴ ὑγεία καὶ νὰ ἐπιτύχωμε τὰ μελλοντικὰ ἀγαθά, ἀφοῦ ἀπαλλάξωμε τὴν ψυχή μας ἀπὸ κάθε ἀδυναμία μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλαθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα κι ἡ δύναμη στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ..28-40

 




Η εντολή της αγάπης (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

 

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

 

Κι ἄν αὐτὸ νομίζης πὼς εἶναι μεγάλο, περίμενε· θὰ δῆς καθαρὰ ὅτι δὲ συνάντησες ἀκόμα τὸ τέλειο. Δὲ σταματᾶ σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο αὐτὸς ποὺ σοῦ ἔθεσε τοὺς νόμους γιὰ τὴν ἀνεξεκακία· προχωρεῖ περισσότερο· Ἄν κάποιος σὲ ἀγγαρέψη γιὰ ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο. Βλέπεις ὑπερβολὴ αὐταπαρνήσεως; Ἀφοῦ δώσης, λέει, τὸ χιτῶνα καὶ τὸ ἱμάτιό σου, μὴν ἐμποδίσης τὸν ἐχθρὸ νὰ χρησιμοποιήση ἔτσι γυμνὸ τὸ σῶμα σου σὲ ἐργασία ἐπίπονη καὶ κοπιαστική.

Ὅλα θέλη νὰ τὰ ἔχωμε στὴ διάθεση τῶν ἄλλων, καὶ τὴ σωματική μας δύναμη καὶ τὰ πράγματά μας γιὰ κείνους ποὺ μᾶς παρακαλοῦν καὶ γιὰ κείνους ποὺ μᾶς ἐξευτελίζουν· τὸ πρῶτο δείχνει φιλανθρωπία, τὸ δεύτερο γενναιότητα. Γι’ αὐτὸ ἔλεγε· Ἄν κάποιος σὲ ἀγγαρέψη γιὰ ἕνα μίλι, πήγαινε μαζί του δύο-ἔτσι σ’ ἀνεβάζει ψηλότερα καὶ παρακινεῖ νὰ δείχνεις τὴν ἴδια φιλοδοξία. Καὶ ἄν αὐτὰ ποὺ ἔλεγε στὴν ἀρχή, τόσο μικρότερα ἀπὸ τοῦτα, ἔχουν τόσους μακαρισμούς, σκέψου τί τέλος περιμένει αὐτοὺς ποὺ κατορθώνουν ταῦτα καὶ τί λογῆς γίνονται, πρὶν ἀπὸ τὴν ἀμοιβὴ τους κατορθώνοντας νὰ πραγματοποιήσουν ὅλη τὴν ἀπάθεια σὲ σῶμα ἀνθρώπινο ὑπόκεται στὸ πάθος; Ὅταν μήτε οἱ ἐξευτελισμοί, μήτε τὰ χτυπήματα, μήτε ἡ στέρηση τῶν χρημάτων δὲν τοὺς πειράζουν, μήτε σὲ κανένα ἄλλο παρόμοιο δειλιάζουν ἀλλὰ πιὸ πολὺ τὸ πάθος τοὺς πλουτῆ, πρόσεξε τί λογῆς γίνεται ἡ ψυχή τους. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς πρόσεξε κι ἐδῶ νὰ κάνωμε ὅ,τι καὶ στὶς περιπτώσεις τῶν χτυπημάτων καὶ τῶν χρημάτων. Τί ἀναφέρω, μᾶς λέει, τὸν ἐξευτελισμὸ καὶ τὰ χρήματα; Ἀκόμα καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα σου ἄν θέλη νὰ ὑποβάλη σ’ ἐπίπονη καὶ κοπιαστικὴ ἐργασία, καὶ μάλιστα ἄδικα, σὺ πάλι νίκησε καὶ ξεπέρασε τὴν ἄδικη ἐπιθυμία του. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ἀγγάρεμα, νὰ σὲ σύρη ἄδικα καὶ χωρὶς λόγο καὶ νὰ σὲ κακοποιῆ. Μὰ καὶ γιὰ τοῦτο νὰ εἶσαι ἕτοιμος· νὰ πάθης περισσότερο ἀπὸ ὅ,τι θέλει ἐκεῖνος νὰ σοῦ κάμη. Δίνε σ’ αὐτὸν ποὺ σοῦ ζητᾶ καὶ μὴν ἀποφεύγης αὐτὸν ποὺ θέλει νὰ σοῦ ζητήση δάνειο. Αὐτὰ εἶναι μικρότερα ἀπὸ κεῖνα ἀλλὰ μὴ θαυμάσης. Αὐτὸ συνηθίζει νὰ κάμη πάντα ἀναμειγνύοντας σὰ μεγάλα τὰ μικρά. Κι ἄν αὐτὰ εἶναι μικρὰ σὲ σχέση μ’ ἐκείνα, ἄς ἀκοῦνε ὅσοι παίρνουν τὰ πράγματα τῶν ἄλλων, ὅσοι σκορποῦν τὰ δικὰ τους στὶς πόρνες κι ἀνάβουν διπλῆ φωτιὰ γιὰ τὸν ἑαυτό τους, καὶ μὲ τὸ ἄδικο κέρδος καὶ μὲ τὸ ὀλέθριο ξόδεμα. Λέγοντας δάνεισμα ἐδῶ δὲν ἐννοεῖ τὴ συμφωνία μὲ τόκο ἀλλὰ τὴν ἁπλῆ χρήση. Σὲ ἄλλο σημεῖο προχωρεῖ περισσότερο λέγοντας νὰ δίνωμε σ’ ἐκείνους, ἀπ’ ὅπου δὲν περιμένομε νὰ πάρωμε πίσω. Ἀκούσατε ὅτι σᾶς ἔχει ὁρισθῆ· Θ’ ἀγαπήσης τὸν διπλανό σου καὶ δέν θὰ μισήσης τὸν ἐχθρό σου. Ἐγὼ ὅμως σὰς λέγω· Ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας καὶ προσεύχεσθε γι’ αὐτοὺς ποὺ σᾶς ἀδικοῦν· νὰ εὔχεσθε γιὰ ὅσους σᾶς καταριοῦνται καὶ νὰ εὐεργετῆτε ὅσους σᾶς μισοῦν. Ἔτσι θὰ γίνετε ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρα σας στὸν οὐρανό. Αὐτὸς βγάζει τὸν ἥλιο του γιὰ κακοὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ στέλνει τὴ βροχὴ του σὲ δίκαιους καὶ ἄδικους. Βλέπετε πῶς ἄφησε τελευταῖα τὸ στεφάνωμα τῶν ἀρετῶν; Γι’ αὐτὸ καὶ μᾶς διδάσκει ὄχι μόνο νὰ δεχώμαστε τὰ ραπίσματα ἀλλὰ νὰ δίνωμε καὶ τὴ δεξιὰ σιαγόνα· κι ὄχι μόνο νὰ δίνωμε μαζὶ μὲ τὸ χιτῶνα καὶ τὸ ἱμάτιο ἀλλὰ καὶ ν’ ἀκολουθοῦμε δυὸ μίλια ὅποιον μᾶς ἀγγαρεύει γιὰ ἕνα, γιὰ νὰ δεχτοῦμε τὸ περισσότερο ἀπ’ αὐτὰ μὲ ὅλη τὴν εὐκολία. Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ περισσότερο ἀπ’ αὐτά; Τὸ νὰ μὴ θεωρῆς ἐχθρὸ σου ὅποιον σοῦ κάμει αὐτά· ἤ μᾶλλον κάτι παραπάνω ἀπὸ αὐτό. Γιατὶ δὲν εἶπε· Μὴ μισήσης ἀλλὰ ἀγάπησε. Δὲν εἶπε· Μὴν ἀδικήσης ἀλλὰ Εὐεργέτησε.

Κι ἄν ἐξετάση κανένας μὲ προσοχὴ θὰ βρῆ καὶ σ’ αὐτὰ τὰ ἴδια μιὰ προσθήκη πολὺ μεγαλύτερή τους. Γιατὶ δὲν εἶπε ἁπλᾶ ν’ ἀγαποῦμε ἀλλὰ καὶ νὰ εὐχώμαστε. Εἴδατε πόσα σκαλοπάτια ἀνέβηκε καὶ πῶς μᾶς ἔστησε στὴν ἴδια τὴν κορυφὴ τῆς ἀρετῆς; Πρόσεξε τώρα μετρῶντας πρὸς τὰ ἄνω. Πρῶτο σκαλί, νὰ μὴν κάμης ἀρχὴ στὴν ἀδικία· δεύτερο μετὰ τὴν ἀρχὴ νὰ μὴν ἀνταποδώσεις τὸ ἴδιο· τρίτο νὰ μὴν προξενήσης, ὅ,τι ἔπαθες ἀλλὰ νὰ μείνης ἥσυχος· τέταρτο νὰ προσφέρης τὸν ἑαυτὸ σου στὴν ἀδικία, πέμπτο νὰ προσφερθῆς γιὰ πολὺ περισσότερα ἀπὸ ὅσα θέλει ὁ ἀδικητής σου, ἕκτο νὰ μή μισήσης αὐτὸν ποὺ σ’ ἕβλαψε, ἕβδομο νὰ τὸν ἀγαπήσης κιόλας, ὄγδοο νὰ τὸν εὐεργετήσης, ἔνατο νὰ παρακαλῆς συνάμα γιὰ χάρη του τὸν Θεό. Βλέπετε ὕψος πνευματικότητας! Γι’ αὐτὸ κι ἔχει λαμπρὸ ἔπαθλο. Ἐπειδὴ ἡ ἐντολὴ ἦταν μεγάλη καὶ χρειαζόταν γενναία ψυχὴ καὶ πολλὴ σοβαρότητα, θέτει καὶ μισθὸ τέτοιο, ὅσο γιὰ κανένα ἀπὸ τὰ προηγούμενα. Γιατὶ οὔτε τὴ γῆ ἀναφέρει ἐδῶ, ὅπως ὅταν μιλάει γιὰ τοὺς πράους, οὔτε τὴν παρηγοριὰ κι εὐσπλαχνία, ὅπως στὴν περίπτωση ἐκείνων ποὺ πενθοῦν ἤ ἐκείνων ποὺ ἐλεοῦν, οὔτε τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ἦταν τὸ φρικτότερο ἀπ’ ὅλα, νὰ γίνωμε ὅμοιοι μὲ τὸ Θεό, ὅπως εἶναι φυσικὸ νὰ γίνουν οἱ ἄνθρωποι. Γιὰ νὰ γίνετε, λέει, ὅμοιοι μὲ τὸν Πατέρα σας στὸν οὐρανό. Σεῖς προσέξετε πῶς μήτε ἐδῶ μήτε καὶ προηγούμενα δὲν τὸν ἀποκαλεῖ Πατέρα του· ἀλλὰ ἐκεῖ τὸν ὀνομάζει Θεὸ καὶ μεγάλο βασιλέα, ὅταν μιλοῦσε γιὰ τοὺς ὅρκους· ἐδῶ τὸν ἀποκαλεῖ δικό τους Πατέρα. Αὐτὸ τὸ κάνει φυλάγοντας τὴν ἐξήγηση γιὰ τὴν κατάλληλη ὥρα. Ἔπειτα ἀναφέροντας τὴν ὁμοιότητα λέει ὅτι βγάζει τὸν ἥλιο καὶ γιὰ τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ρίχνει τὴ βροχή του στοὺς δίκαιους καὶ τοὺς ἄδικους. Γιατὶ αὐτὸς ὄχι μόνο, λέει, δὲ μισεῖ, ἀλλὰ καὶ εὐεργετεῖ ὅσους τὸν ὑβρίζουν. Ἄν καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καθόλου ὅμοιο καὶ γιὰ τὸ μέγεθος τῆς εὐεργεσίας καὶ γιὰ τὴ διαφορὰ τῆς ἀξίας· σὺ περιφρονεῖσαι ἀπὸ τὸν ὅμοιό σου, ἐνῶ ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ δοῦλο του, ποὺ τὸν ἔχει ἄπειρα εὐεργετήσει. Καὶ σὺ ὅταν προσεύχεσαι γιὰ κάποιον, τοῦ χαρίζεις λόγους, ἐνῶ ἐκεῖνος πράγματα πολὺ μεγάλα καὶ θαυμαστά, ἀνάβει τὴ φλόγα τοῦ ἥλιου καὶ δίνει τὶς βροχὲς τῆς ἐποχῆς. Μόλα ταῦτα δέχομαι πὼς εἶσαι ἴσος του, ὅσο μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Μὴ μισῆς λοιπὸν ὅποιον σοῦ κάνει κακό, ἀφοῦ τόσα ἀγαθὰ σοῦ προξενεῖ καὶ σὲ ὁδηγεῖ σὲ τόση τιμή. Μὴν καταριέσαι αὐτὸν ποὺ σὲ βλάπτει γιατὶ καὶ τὴ βλάβη ὑποφέρεις καὶ τὸν καρπὸ δὲν κερδίζεις· δέχεσαι τὴ ζημία ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμοιβή σου χάνεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ κορύφωμα τῆς ἀνοησίας· νὰ ὑπομένωμε τὸ χειρότερο καὶ νὰ μὴν κερδίζωμε τὸ λιγώτερο. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ γίνη αὐτό; Ἀφοῦ εἶδες τὸ Θεὸ νὰ γίνεται ἄνθρωπος καὶ νὰ δείχνη τόση συγκατάβαση καὶ νὰ παθαίνη τόσα γιὰ σένα, ρωτᾶς ἀκόμα κι ἀμφιβάλλεις; Πῶς γίνεται νὰ μὴ λογαριάσης στοὺς ὁμοδούλους σου τὶς ἀδικίες ποὺ σοῦ κάνουν; Δὲν Τὸν ἀκοῦς ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ποὺ σοῦ παραγγέλει· Συγχώρεσέ τους· δὲ γνωρίζουν τί κάνουν; Δὲν ἀκοῦς τὸν Παῦλο ποὺ λέει, αὐτὸς ποὺ ἀνέβηκε στὸν Οὐρανὸ καὶ κάθεται στὰ δεξιὰ τοῦ μεσιτεύει γιὰ μᾶς. Δὲ βλέπεις ὅτι μετὰ τὴ σταύρωση καὶ τὴν ἀνάληψη ἔστειλε στοὺς Ἰουδαίους, ποὺ τὸν σκότωσαν, τοὺς ἀποστόλους γιὰ νὰ τοὺς φέρουν τ’ ἀμέτρητα ἀγαθὰ καὶ μάλιστα ἐνῶ τοὺς ἔμελλε νὰ πάθουν ἀπ’ αὐτοὺς μύρια δεινά; Ἀλλὰ μήπως ἐσένα σ’ ἀδίκησαν πολύ; Καὶ τὶ ὅμοιο ἔπαθες ἐσὺ μὲ ὅσα ὁ Δεσπότης σου; Ἐκεῖνος φυλακίστηκε, μαστιγώθηκε, δέχτηκε ραπίσματα καὶ ἀπὸ τοὺς ὑπηρέτες ἐμπτυσμούς, ὑπέμεινε θάνατο, καὶ μάλιστα τὸ χειρότερο ἀπὸ ὅλους, ὕστερ’ ἀπὸ τόσες εὐεργεσίες. Ἄν πάλι ἔχης πραγματικὰ πολὺ ἀδικηθῆ, γι’ αὐτὸ κάνε μεγαλύτερες εὐεργεσίες καὶ γιὰ νὰ καταστήσης ὡραιότερο τὸ στεφάνι σου καὶ ν’ ἀπαλλάξης τὸν ἀδελφό σου ἀπὸ τὴν ἔσχατη νόσο. Γιατὶ καὶ οἱ γιατροί, ὅταν δέχωνται τὰ λακτίσματα καὶ τὶς βρισιὲς ἀπὸ τοὺς τρελλούς, τότε περισσότερο τοὺς λυποῦνται κι’ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν ἀποκατάστασή τῆς ὑγείας τους, ἐπειδὴ γνωρίζουν ὅτι ἡ ἄπρεπη συμπεριφὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν παροξυσμὸ τῆς ἀρρώστιας. Ἔτσι νὰ σκέφτεσαι καὶ σὺ γι’ αὐτοὺς ποὺ σὲ καταδιώκουν κι’ ἔτσι νὰ μεταχειρίζεσαι ὅσους σ’ ἀδικοῦν· αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄρρωστοι κι’ αὐτοὶ δέχονται ὅλη τὴν δύναμη τῆς ἀρρώστιας τους. Ἐλευθέρωσε τὸν ἑαυτό σου λοιπὸν ἀπὸ τὴ βαρειὰ αὐτὴ ἐπίδραση κι ἄφησε τὴν ὀργὴ καὶ γλύτωσε ἀπὸ σκληρὸ δαίμονοα, τὸ θυμό. Γιατὶ ἄν δοῦμε δαιμονισμένους κλαῖμε, δὲν προσπαθοῦμε νὰ δαιμονισθοῦμε κι’ ἐμεῖς. Αὐτὸ ἄς κάνωμε τώρα καὶ στὴν περίπτωση αὐτῶν ποὺ θυμώνουν· γιατὶ μοιάζουν μὲ τοὺς δαιμονισμένους. Εἶναι χειρότεροι ἀπ’ αὐτούς, γιὰ νὰ πῶ καλύτερα, ἐπειδὴ παραφέρονται συνειδητά. Γι’ αὐτὸ ἡ παραφορά τους εἶναι ἀσυγχώρητη.

Μὴν ποδοπατῆς λοιπὸν αὐτὸν ποὺ ἔπεσε ἀλλὰ νὰ τὸν ἐλεῆς. Γιατὶ ἄν δοῦμε κάποιον ποὺ τὸν πειράζει ἡ χολή του, ἔχει σκοτοδίνη καὶ ἑτοιμάζεται νὰ κάμη ἐμετὸ αὐτὸ τὸ κακὸ ὑγρό, ἁπλώνομε τὸ χέρι μας καὶ τὸν κρατοῦμε μέσα στοὺς σπασμούς του, κι ἄν λερώνωμε τὸ ροῦχο μας, δὲν ἀπομακρυνόμαστε, ἀλλὰ ἐπιδιώκομε ἕνα μονάχα, μὲ κάθε τρόπο νὰ τὸν ἐλευθερώσωμε ἀπὸ τὴ δύσκολη θέση του. Τοῦτο ἄς κάνωμε καὶ σ’ αὐτοὺς κι ἄς τοὺς κρατοῦμε, ὅταν κάνουν ἐμετὸ ἤ ὅταν σπαράζουν. Ἄς μὴ τοὺς ἀφήσουμε, ὥσπου ν’ ἀπαλλαγοῦν ἀπ’ ὅλο τὸ κακό. Καὶ τότε θὰ σοῦ ἀναγνωρίση πολὺ μεγάλη εὐγνωμοσύνη, ὅταν τοῦ περάση, τότε θὰ καταλάβη ἀπὸ πόση ταραχὴ τὸν ἐλευθέρωσες. Καὶ γιατὶ ἀναφέρω τὴν εὐγνωμοσύνη ἀπὸ μέρους ἐκείνου; ὅταν ὁ Θεὸς εὐθὺς θὰ σὲ στεφανώση καὶ μὲ μύρια ἀγαθὰ θὰ σὲ ἀνταμείψη, ἐπειδὴ ἐλευθέρωσες τὸν ἀδελφό σου ἀπὸ βαρὺ νόσημα· κι ἐκεῖνος σὰν Κύριο θὰ σὲ τιμήση, λογαριάζοντας πάντα τὴν καλωσύνη σου. Δὲ βλέπεις τὶς γυναῖκες τὴν ὥρα τοῦ τοκετοῦ, πῶς δαγκάνουν αὐτὲς ποὺ τὶς παραστέκονται; κι’ αὐτὲς δὲ νιώθουν πόνο, ἤ καλύτερα πονᾶνε ἀλλὰ ὑποφέρουν μὲ γενναιότητα, καὶ συμπαθοῦν ἐκεῖνες ποὺ βασανίζονται καὶ ξεσχίζονται ἀπὸ τοὺς πόνους τοῦ τοκετοῦ. Αὐτὲς ζήλεψε κι ἐσὺ καὶ μὴ γίνης πιὸ λεπτεπίλεπτος ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Ὅταν «γεννοῦν αὐτὲς οἱ γυναῖκες», γιατὶ αὐτοὶ εἶναι πιὸ μικρόψυχοι ἀπ’ τὶς γυναῖκες, τότε θὰ νιώσουν ἐσένα τὸν ἄνδρα κι ἄν εἶναι βαρειὲς οἱ ἐντολές, σκέψου ὅτι γι’ αὐτὸ ἦρθε ὁ Χριστός· νὰ τὶς φυτέψη μέσα στὴν ψυχή μας καὶ νὰ μᾶς κάμη χρήσιμους σ’ ἐχθροὺς καὶ φίλους. Γι’ αὐτὸ προτρέπει νὰ φροντίζωμε καὶ γιὰ τοὺς δύο· γιὰ τοὺς ἀδελφούς, ὅταν λέη «κι ἄν προσφέρης τὸ δῶρο σου· γιὰ τοὺς ἐχθρούς, ὅταν νομοθετῆ νὰ τοὺς ἀγαποῦμε καὶ νὰ προσευχώμαστε γι’ αὐτούς. Καὶ δὲ μᾶς ὁδηγεῖ σὲ τοῦτο ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ δίκαιου μόνο ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἀντίθετο. Ἄν ἀγαπήσετε, λέει, ὅσους σᾶς ἀγαποῦν, τί μισθὸ θὰ λάβετε; Τὸ ἴδιο δὲν κάνουν κι οἱ τελῶνες; Τοῦτο λέει κι ὁ Παῦλος· Δὲν ἀντισταθήκαμε στὴν ἁμαρτία μέχρις αἵματος. Ἄν λοιπὸν πράττης αὐτά, στέκεσαι κοντὰ στὸ Θεό, ἄν τὰ παραμελῆς, πηγαίνεις μὲ τοὺς τελῶνες. Εἶδες πῶς ἡ ἀπόσταση τῶν ἐντολῶν δὲν εἶναι τόσο μεγάλη, ὅση ἡ διαφορὰ τῶν προσώπων; Ἄς μὴ σκεφτώμαστε λοιπὸν ὅτι εἶναι βαρειὰ ἡ ἐντολὴ ἀλλὰ ἄς λογαριάσωμε καὶ τὸ ἔπαθλο κι ἄς στοχαστοῦμε μὲ ποιὸν γινόμαστε ὅμοιοι, ὅταν ἐπιτύχωμε καὶ μὲ ποιόν ἐξισωνόμαστε, ὅταν ἀποτύχωμε. Μὲ τὸν ἀδελφό μας ὁρίζει νὰ συμφιλιωνώμαστε καὶ νὰ μὴν τὸν ἀφήνωμε, προτοῦ διαλύσωμε τὴν ἔχθρα μας. Ὅταν μιλᾶ γιὰ ὅλους, δὲ μᾶς δεσμεύει πιὰ μ’ αὐτὴ τὴν ὑποχρέωση ἀλλὰ τὰ ἀπὸ μέρους μας μόνο ζητᾶ καὶ ἐλαφρώνει τὸ νόμο καὶ μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο. Ἐπειδὴ εἶπε ὅτι καταδίωξαν τοὺς προφῆτες τοὺς πρὶν ἀπὸ σᾶς, γιὰ νὰ μὴ νιώσουν δυσαρέσκεια ἀπέναντί τους γι’ αὐτό, προστάζει ὄχι μόνο νὰ τοὺς δείχνουν ἀνοχή, ὅταν φέρωνται ἔτσι, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς ἀγαποῦν. Βλέπεις πῶς κόβει σύρριζα τὸ θυμό, τὴν ἐπιθυμία γιὰ τὰ σώματα, τὰ πράγματα, τὴ δόξα, τὴν παροῦσα ζωή; Αὐτὸ τὸ ἔκαμε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ πολὺ περισσότερο τώρα. Κι ὁ φτωχὸς κι ὁ εἰρηνικὸς κι ὁ λυπημένος ἀδειάζει ἀπ’ τὴν ψυχή του τὸ θυμό. Ὁ δίκαιος κι ὁ ἐλεητικὸς ἀδειάζει τὴν ψυχή του ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία τῶν πραγμάτων. Ὅποιος ἔχει καθαρὴ καρδιὰ ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία. Ὅποιος καταδιώκεται καὶ ὑπομένει τὶς ὕβρεις καὶ κατηγορεῖται ἐπιτυγχάνει ἀκέραια τὴν περιφρόνηση τῶν πραγμάτων τῆς ζωῆς αὐτῆς κι εἶναι καθαρὸς ἀπὸ περηφάνεια καὶ κενοδοξία. Ἀφοῦ ἐλευθέρωσε λοιπὸν ἀπὸ τὰ δεσμὰ αὐτὰ τὸν ἀκροατή του καὶ τὸν προετοίμασε γιὰ τοὺς ἀγῶνες, ἀποσπᾶ μ’ ἄλλο τρόπο πάλι καὶ μεγαλύτερη προσοχὴ αὐτὰ τὰ πάθη. Ἄρχισε ἀπὸ τὴν ὀργὴ κι ἀφοῦ ἀπὸ παντοῦ ἔκοψε τὰ νεῦρα τοῦ πάθους αὐτοῦ, εἶπε· Ὅποιος θυμώνει μὲ τὸν ἀδελφό του καὶ ὅποιος τὸν ἀποκαλεῖ ἀνόητο καὶ βλάκα νὰ τιμωρῆται κι ὅποιος προσφέρει δῶρο, νὰ μὴ πλησιάζη τὴν Τράπεζα, προτοῦ διαλύση τὴν ἔχθρα. Κι ὅποιος ἔχει ἀντίδικο, πρὶν φτάσουν στὸ δικαστήριο, νὰ συμφιλιωθῆ μὲ τὸν ἐχθρό του. Περνᾶ ἀμέσως στὴ ἐπιθυμία καὶ λέει· Ὅποιος παρατηρεῖ μὲ ἀκόλαστο βλέμα, νὰ τιμωρεῖται γιὰ μοιχός· Ὅποιος σκανδαλίζεται ἀπὸ γυναῖκα ἀκόλαστη ἤ ἀπὸ ἄνδρα ἤ κάποιον ἀπὸ τοὺς φίλους του, ὅλους αὐτοὺς ἄς τοὺς ἀπομακρύνη. Ὅποιος ἔχει γυναὶκα μὲ τὸν νόμο τοῦ γάμου, ἄς μὴν τὴ διώχνη ποτὲ κι ἄς μὴ ρίχνη τὰ βλέμματά του σὲ ἄλλη. Μ’ αὐτὰ ἀποσπᾶ τὶς ρίζες τῆς πονηρῆς ἐπιθυμίας. Ἔπειτα περιορίζει τὴν ἐπιθυμία τῶν πραγμάτων προστάζοντας μήτε νὰ ὀρκιζώμαστε, μήτε νὰ ψευδώμαστε, μήτε νὰ κρατοῦμε τὸ ὑποκάμισο ποὺ φορᾶμε, ἀλλὰ καὶ τὸ ἱμάτιο νὰ παρέχωμε σ’ ὅποιον τὸ θέλει καθὼς καὶ τὴ σωματική μας δύναμη ἀναιρῶντας ἔτσι καθολικὰ τὸν πόθο τῶν πραγμάτων.

Ἔπειτ’ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ βάζει τὸ στεφάνωμα ὅλων αὐτῶν τῶν προσταγμάτων λέγοντας· προσεύχεσθε γιὰ ὅσους προσπαθοῦν νὰ σᾶς κάνουν κακό. Μᾶς ὁδηγεῖ ἔτσι στὴν ἴδια τὴν κορυφὴ τῆς πνευματικότητας. Ὅπως ἀνώτερος ἀπὸ τὸν πρᾶο εἶναι αὐτὸς ποὺ δέχεται ραπίσματα, κι ἀπὸ τὸν ἐλεητικὸ αὐτὸς ποὺ δίνει τὸ ἱμάτιο μαζὶ μὲ τὸ ὑποκάμισό του, κι ἀπὸ τὸ δίκαιο, ὅποιος ὑποφέρει νὰ τὸν ἀδικοῦν, κι ἀπὸ τὸν εἰρηνοποιὸ ὅποιος ὑποχωρεῖ, ὅταν τὸν ραπίζουν καὶ ἀκολουθεῖ, ὅταν τὸν ἀγγαρεύουν, ἔτσι εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ αὐτὸν ποὺ καταδιώκεται αὐτὸς που ἐνῶ τὸν καταδιώκουν εὐλογεῖ. Βλέπεις πῶς λίγο λίγο μᾶς ἀνεβάζει στοὺς ἴδιους θόλους του Οὐρανοῦ; Ποιὰ εἶναι λοιπὸν ἡ ἀξία μας, ἐμᾶς ποὺ ἐνῶ ἔχομε ἐντολὴ νὰ γίνωμε ὅμοιοι μὲ τὸ Θεὸ δὲν πλησιάζομε οὔτε τοὺς τελώνες; Ἡ ἀγάπη πρὸς ὅσους μᾶς ἀγαποῦν ἀποδίδεται στοὺς τελῶνες καὶ στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ στοὺς ἐθνικούς. Ὅταν μήτε αὐτὸ δὲν τὸ πραγματοποιοῦμε (καὶ δὲν τὸ κάνωμε οὔτε αὐτό, γιατὶ ζηλεύομε τὴν εὐτυχία τῶν ἀδελφῶν μας) ποιά τιμωρία δὲ θὰ μᾶς ἀξίζη, ὅταν, μ’ ὅλη τὴν ἐντολὴ νὰ ξεπεράσουμε τοὺς γραμματεῖς, στεκώμαστε χαμηλότερα κι ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς; Πέστε μου λοιπὸν πῶς θὰ δοῦμε βασιλεία; πῶς θὰ πατήσωμε τὰ ἱερὰ ἐκεῖνα πρόθυρα, ἀφοῦ δὲ γίναμε οὔτε ἀπὸ τοὺς τελῶνες καλύτεροι; Γιὰ τοῦτο κάμει ὑπαινιγμό, ὅταν λέη· κι οἱ τελῶνες τὸ ἴδιο δὲν κάνουν; Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ πιὸ ἀξιοθαύμαστο σημεῖο τῆς διδασκαλίας του· παντοῦ θέτει ἔπαθλα μὲ μεγάλη γενναιοδωρία, ὅπως ἡ θέα τοῦ Θεοῦ, ἡ κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, ἡ υἱοθεσία μας ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ ὁμοίωσή μας μὲ τὸ Θεό, ἡ δωρεὰ τοῦ ἐλέους καὶ τῆς παρακλήσεως, ἡ μεγάλη ἀμοιβή. Κι ὅπου ἦταν ἀνάγκη νὰ ἀναφερθοῦν καὶ τὰ λυπηρά, τοῦτο γίνεται πολὺ ἄτονα· μιὰ φορὰ μόνο σὲ τόσους λόγους ἀναφέρει τὸ ὄνομα τῆς γέενας. Καὶ σ’ ἅλλους πάλι λόγους δισταχτικά, καὶ περισσότερο μὲ προτρεπτικοὺς παρὰ ἀπειλητικοὺς λόγους, θέλει νὰ διορθώση τὸν ἀκροατὴ λέγοντας· Τὸ ἴδιο δὲν κάνουν κι οἱ τελῶνες; Καὶ ἄν χαλάση τὸ ἀλάτι· καὶ Ἀσήμαντος θὰ ὀνομασθῆ μέσα στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Κάπου κάπου ἀναφέρει καὶ τὰ ἁμαρτήματα ἀντὶ τὴν τιμωρία τους, ἀφήνοντας τὸν ἀκροατὴ νὰ συλλάβη τὸ βάρος τῆς τιμωρίας. Αὐτὸ κάμει ὅταν λέη· Ἔκαμε τὴ μοιχεία μαζί της μέσα στὴν καρδιὰ του, καὶ ὅποιος ἀφήνει τὴ γυναῖκα του γίνεται αἴτιος μοιχείας της· καὶ τὸ περισσότερο ἀπ’ αὐτὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν πονηρό. Γιατὶ ὅσους ἔχουν νοῦ φτάνει νὰ τοὺς σωφρονίση καὶ μόνο μὲ τὸ μέγεθος τῆς ἁμαρτίας, χωρὶς τὴν ἀπαγγελία τῆς τιμωρίας. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν περίπτωσή μας ἀναφέρει τοὺς ἐθνικούς καὶ τοὺς τελῶνες, θέλοντας μὲ τὴν ποιότητα τῶν προσώπων αὐτῶν νὰ προτρέψη τὸ μαθητή· τὸ ἴδιο ἔκαμε κι ὁ Παῦλος ὅταν ἔλεγε· Ὄχι σὰν τοὺς ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα· καὶ ὅπως τὰ ἔθνη ποὺ δὲν γνωρίζουν τὸ Θεό. Καὶ δείχνοντας ὅτι δὲν ζητεῖ τίποτε ὑπεβολικὸ ἀλλὰ λίγο περισσότερο ἀπὸ τὸ συνηθισμένο προσθέτει. Τὸ ἴδιο δὲν κάμουν κι οἱ ἐθνικοί; Δὲν κόβει ὅμως στὸ σημεῖο τὸ λόγο ἀλλὰ τὸν ὁλοκληρώνει μὲ τὰ ἔπαθλα καὶ τὶς ἀγαθὲς ἐλπίδες λέγοντας· Γίνεται λοιπὸν τέλειοι, ὅπως ὁ οὐράνιος Πατέρας σας. Καὶ σκορπίζει ἄφθονα στοὺς λόγους του τὴ λέξη οὐρανός, θέλοντας νὰ φτερώση τὸ φρόνημά τους καὶ μὲ τὴν ὑπόμνηση τοῦ τόπου. Ὡς τότε ἦσαν πιὸ ἀδύνατοι κἄπως, πιὸ προσκολλημένοι στὰ ὑλικά.

Ἄς ἐννοήσωμε ὅλα ὅσα εἴπαμε κι ἄς δείξωμε καὶ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς μας. Ἄς ἀποβάλωμε τὴ γελοία ἐκείνη συνήθεια, ποὺ παιδεύει τους πιὸ ἀνοήτους· περιμένουν νὰ τοὺς χαιρετίσουν πρῶτοι οἱ ἄλλοι. Δὲ ζηλεύουν αὐτὸ ποὺ προξενεῖ πολὺ μακαρισμό, ἀλλὰ ἐπιδιώκουν αὐτὸ ποὺ εἶναι ὁλότελα γελοῖο. Γιατὶ δὲ χαιρετᾶς πρῶτος; Ἐπειδὴ αὐτὸ περιμένει ὁ ἄλλος, ἀπαντᾶ. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τρέξῃς, γιὰ νὰ πάρῃς σὺ τὸ στέφανο. Ὄχι, λέει, ἐπειδὴ αὐτὸ ἐπιζητεῖ ἐκεῖνος. Ὑπάρχει χειρότερη ἀνοησία; Ἐπειδὴ ὁ ἄλλος ἐπιδιώκει νὰ μοῦ γίνη πρόξενος ἀμοιβῆς, γι’ αὐτὸ δὲν θέλω νὰ ἐπωφεληθῶ ἀπ’ αὐτή του τὴν ἐπιδίωξη. Ἄν ὅμως σὲ χαιρετήση αὐτὸς πρῶτος τίποτα δὲν κερδίζεις καὶ μ’ ὅλο τὸ χαιρετισμό. Ἄν προλάβης σὺ τὸ χαιρετισμό, ἐμπορεύτηκες τὴν περηφάνεια του κι ἄφθονο καρπὸ τρύγησες ἀπὸ τὴν ἀνοησία του. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ κορύφωμα τῆς ἀνοησίας νὰ ἀφήνης τὸ κέρδος ποὺ θὰ πάρης καὶ μάλιστα ἀπὸ κούφιες λέξεις κι ἐνῶ καταδικάζομε αὐτὴ τὴ συμπεριφορά, νὰ πέφτωμε στὸ ἴδιο λάθος; Ἄν κατηγορῆς κἄποιον, ἐπειδὴ περιμένει νὰ τὸν χαιρετήσουν, γιὰ ποιόν λόγο ζηλεύεις αὐτὸ ποὺ κατηγορεῖς; Καὶ ἀφοῦ ἰσχυρίζεσαι ὅτι αὐτὸ εἶναι πονηρό, βιάζεσαι νὰ τὸ μιμηθῆς σὰ νὰ ἦταν καλό; Βλέπεις πὼς τίποτα δὲν ὑπάρχει πιὸ ἀνόητο ἀπὸ ἄνθρωπο ποὺ ζῆ μέσα στὴν κακία; Γι’ αὐτὸ, παρακαλῶ, ἄς ἀποφύγωμε τὴν πονηρὴ καὶ γελοία αὐτὴ συνήθεια. Μύριες φιλίες διέσπασε ἡ ἀσθένεια αὐτὴ καὶ δημιούργησε πολλοὺς ἐχθρούς. Γι’ αὐτὸ ἐμεῖς προλαβαίνουμε ἐκείνους-ἐμεῖς ποὺ μᾶς λένε οἱ ἐχθροί μας νὰ δεχθοῦμε ραπίσματα καὶ νὰ ἀνεχθοῦμε ἀγγαρεῖες καὶ νὰ ὑποστοῦμε γυμνώσεις καὶ τὰ δεχόμαστε, πῶς θὰ γινόμαστα ἄξιοι γιὰ συγνώμη, ἄν δείχνωμε τόση ἐριστικότητα γιὰ ἕνα κούφιο χαιρετισμό; Δεχόμαστε περιφρόνηση –εἶναι ἡ ἀπάντηση- καὶ γελοιοποιούμαστε, ὅταν τοῦ κάνουμε αὐτὴ τὴ χάρη. Καὶ γιὰ νὰ μὴ σὲ περιφρονήση ὁ ἄνθρωπος, προσκρούεις στὸ Θεό; Καὶ γιὰ νὰ μὴ σὲ περιφρονήση ὁ μανιακὸς ὁμόδουλός σου, περιφρονεῖς τὸν Κύριό σου, ποὺ τόσες εὐεργεσίες σοῦ ἔκαμε; Ἄν εἶναι ἀνεπίτρεπτο νὰ σὲ περιφρονῆ ὁ ὁμότιμός σου, πολὺ πιὸ ἀνεπίτρεπτο εἶναι νὰ καταφρονῆς σὺ τὸ δημιουργό σου Θεό. Πρόσθεσε καὶ τοῦτο· ὅταν σὲ περιφρονῆ κάποιος, τότε σοῦ γίνεται πρόξενος μεγαλύτρης ἀμοιβῆς. Δείχνεις ὑπομονὴ σ’ αὐτὰ γιὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἐπειδὴ σέβεσαι τους νόμους του. Καὶ τοῦτο γιὰ ποιά τιμή δὲν εἶναι ἄξιο, γιὰ ποιούς στεφάνους; Μακάρι ἐγὼ καὶ ἐξευτελισμοὺς καὶ περιφρόνηση νὰ δεχόμουν γιὰ τὸ Θεὸ παρὰ νὰ δεχόμουν τιμὲς ἀπὸ ὅλους τοὺς βασιλιάδες· τίποτα δὲν εἶναι ἴσο μὲ τὴ δόξα αὐτή, τίποτα –Αὐτὴ λοιπὸν ἄς ἐπιδιώξωμε, ὅπως αὐτὸς πρόσταξε. Καμμιὰ σημασία ἄς μὴ δίνωμε σ’ ἀνθρώπους ἀλλὰ ἔχοντας ὀρθὴ πνευματικότητα σ’ ὅλες τὶς περιστάσεις σ’ αὐτὴν ἄς συμμορφώνωμε τὴ ζωή μας. Ἄς δοκιμάσωμε ἀπὸ δῶ τὴ χαρὰ τὼν οὐρανῶν καὶ τῶν οὐράνιων στεφάνων, βαδίζοντας σὰν ἄγγελοι ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Θὰ εἴμαστε στὴ γῆ αὐτὴ ἀγγελικὰ τάγματα, θὰ εἴμαστε μακρυὰ ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία καὶ ταραχὴ καὶ θὰ κερδίσωμε μαζὶ μ’ αὐτὰ καὶ τὰ ἀνείπωτα ἀγαθά. Μακάρι νὰ τὰ ἐπιτύχωμε ὅλοι μας μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ αὐτὸς ἄς ἔχη τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη καὶ τὴν προσκύνηση μαζὶ μὲ τὸν ἄναρχο Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο καὶ ἀγαθὸ Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

 

(Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου, “Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον”, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ.9-19)




Ομιλία εις το «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς» (Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς)

Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς

Αυτός που έπλασε μόνος τις καρδιές μας και παρατηρεί όλα τα έργα μας, αυτός ο οποίος ενεφανίσθη σε εμάς με σάρκα και μας ηξίωσε να γίνη διδάσκαλός μας, ζητεί τώρα από εμάς αυτά που παρεφθάρησαν για να τα αναπλάση, εκείνα ακριβώς που ενέβαλε στις ψυχές μας όταν στην αρχή μας έπλασε. Διότι απ΄ αρχής μας έπλασε καταλλήλους για την μέλλουσα διδασκαλία και ύστερα έδωσε την διδασκαλία κατάλληλο προς την αρχικήν πλάσι· δεν έκαμε τίποτε άλλο παρά να ανακαθάρη την ωραιότητα του πλάσματος που είχεν αμαυρωθή με την πρόσληψι της αμαρτίας. Αυτό δεικνύει με τον καλλίτερο τρόπον η σήμερα αναγινωσκομένη και προβαλλομένη από εμάς προς ερμηνείαν περικοπή του Ευαγγελίου: «Καθώς θέλετε», λέγει, «ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Καλώς προείπεν ο Προφήτης Ησαΐας ότι «λόγον συντετρημένον δώσει Κύριος επί της γης». Πράγματι σε αυτόν τον ένα και σύντομο λόγο συμπεριέλαβε κάθε αρετήν, κάθε εντολήν, σχεδόν κάθε καλήν πράξι και γνώμη. Γι΄ αυτό και κατά τον Ευαγγελιστήν Ματθαίον, αφού προέταξε αυτό ο Κύριος προσέθεσε «ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται». Πράγματι σε άλλο σημείον συγκεφαλαιώνοντας είπεν ότι σε δύο εντολές, στην προς Θεόν και προς τον πλησίον αγάπη «κρέμανται όλος ο νόμος και οι προφήται»· τώρα όμως συνήγαγε τα πάντα σε ένα και συμπεριέλαβε όχι μόνον την κατά τον νόμον και τους Προφήτες αρετήν, αλλά και κάθε αγαθοεργίαν γενικώς μεταξύ των αθρώπων· διότι τώρα νομοθετεί όχι σε ένα γένος μόνον, αλλά σε όλην την οικουμένην, ή μάλλον σε όσους συνδέονται με αυτόν δια της πίστεως, από κάθε έθνος κάτω από τον ουρανόν.

Και μάλιστα όχι μόνο συμπεριέλαβε, αλλά και έδειξε ότι κάθε μία από τις εντολές που εδόθησαν από αυτόν υπάρχει έμφυτος μέσα μας. Πράγματι αυτό είναι που και ο αδελφόθεος Ιάκωβος μας παραγγέλει λέγοντας· «αποθέμενοι πάσαν ρυπαρίαν και περισσείαν κακίας, εν πραΰτητι δέξασθε τον έμφυτον λόγον τον δυνάμενον σώσαι τας ψυχάς υμών». Αυτό μας το είχε διακηρύξει ο Θεός και με τον Προφήτην Ιερεμία, λέγοντας «διαθήσομαι αυτοίς διαθήκην καινήν, διδούς νόμους μου εις διάνοιαν αυτών»· διότι το να έχωμε εκουσίαν γνώμην είναι ιδιότης της διανοίας. Αφού λοιπόν ο Κύριος έδειξε ότι κατ΄ αυτόν τον έμφυτον νόμον έχουν αναγραφή τώρα όλα τα ευαγγελικά παραγγέλματα, προστάζει και νομοθετεί να πολιτευώμεθα σύμφωνα με αυτά· διότι ενέβαλε την γνώσι του πρακτέου μέσα στην φύσι μας, ως φιλάγαθος και φιλάνθρωπος που είναι. Μάλιστα ο Κύριος με την κεφαλαιώδη αυτήν παραίνεσι, το «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως», έδειξεν ότι κάθε ευαγγελική εντολή είναι όχι μόνον έμφυτος αλλά και δικαία και εύκολος και συμφέρουσα και επίσης εύληπτος σε όλους και ευνόητος από μόνη της. Τι δηλαδή; δεν γνωρίζεις ότι το να οργίζεσαι εναντίον του αδελφού και να τον προσβάλλης και μάλιστα χωρίς λόγον είναι κακόν; Και πως εσύ θέλεις να υποστής την οργή και την προσβολήν του και ούτε καν μετά από σκέψι φθάνεις σ΄ αυτήν την γνώμην, αλλ΄ αμέσως δυσανασχετείς προς την εναντίον σου κινουμένην οργήν και προσβολήν, και με κάθε τρόπον την αποφεύγεις μη καταδεχόμενος αυτήν, οπωσδήποτε ως κακήν, ως άθεσμον, ως ασύμφορον; Έτσι θεωρείς και την προς την σύζυγό σου εμπαθή και περίεργον θέαν από κάποιον άλλον· έτσι επίσης όχι μόνον το εναντίον σου, αλλά και το προς εσέ για οποιονδήποτε λεγόμενον ψεύδος· και γενικώς αυτήν την εσωτερικήν στάσι απέναντι σε κάθε τι απηγορευμένον από την ευαγγελικήν εντολήν. Τι πρέπει να ειπούμε περί όλων των αμαρτωλών πράξεων που έχουν προαπαγορευθή από τον παλαιόν νόμον, του φόνου, της μοιχείας, της επιορκίας, της αδικίας και των ομοίων; Ακόμη δε και περί των αντιθέτων από αυτά αρετών και πως μας αρέσουν αυτοί που τις χρησιμοποιούν υπέρ ημών; Βλέπεις ότι και γνωρίζεις από μόνος σου κάθε εντολήν και την κρίνεις ως δικαίαν και συμφέρουσα; Και όχι μόνον αυτό αλλά και ως ευχερή; Διότι δεν θα θεωρούσες πολύ αξιόμεμπτον αυτόν που θυμώνει ή ψεύδεται εναντίον σου ή σε επιβουλεύεται με άλλον τρόπο, εάν ενόμιζες ότι είναι δυσκατόρθωτον ή αδύνατον το να απέχη εκείνος από αυτά.

Μη λοιπόν, όταν μεν εσύ κακοπαθής από άλλον, όταν υβρίζεσαι, εξαπατάσαι ή ζημιώνεσαι, συνηγορής υπέρ του εαυτού σου, ενώ όταν συ ο ίδιος υβρίζης και αδικής και επιχειρής να εξαπατήσης τον πλησίον σου, τον καταδικάζεις μη εξάγοντας την ιδίαν απόφασι για τα ίδια πράγματα. Αλλά να είσαι αντικειμενικός κριτής, και εκείνα μεν που δεν θέλεις να παθαίνης από άλλον ως κακά, με κανέναν τρόπο να μη τα κάνης στον άλλον, εκείνα δε τα αγαθά που ποθείς εσύ να σου γίνωνται από τον άλλον, αυτά να του κάνης και συ. Ζητείς κάτι από κάποιον, βοήθειαν ίσως ή κάποιαν άλλην εξυπηρέτησι και θέλεις οπωσδήποτε να την λάβης, επειδή το θεωρείς καλόν; γιατί όχι; Όταν λοιπόν κάποιος άλλος σου ζητή κάτι, σπεύσε να του φερθής φιλικώς και να θεωρής καλόν το να λάβη και εκείνος κάτι εμπράκτως από σε. Αλλά ζητεί εκείνος από σε κάτι περισσότερον από όσα έχεις; Δείξε με όσα έχεις ότι και αν είχες περισσότερα, θα του παρείχες· «ει γαρ το θέλειν παράκειται» (αν υπάρχη θέλησις) λέγει ο Παύλος «εξ ων έχει τις ευπρόσδεκτος, ουκ εξ ών ουκ έχει». Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους. Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού. Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα».

Αμαρτωλούς εδώ ονομάζει όσους δεν φέρουν το όνομά του και όσους δεν πολιτεύονται σύμφωνα με το Ευαγγέλιόν του· τους απεκάλεσε όλους αυτούς με ένα όνομα δεικνύοντας με τον τρόπον αυτόν ότι δεν προκύπτει κανένα όφελος από το να λεγώμεθα χριστιανοί, εάν με τα έργα μας δεν διαφέρωμε από τους εθνικούς. Όπως δηλαδή έλεγεν ο μέγας Παύλος προς τους Ιουδαίους ότι «περιτομή ωφελεί, εα νόμον πράττης· εάν δε παραβάτης νόμου ης, η περιτομή σου ακροβυστία γέγονεν»· έτσι και τώρα ο Χριστός λέγει σ΄ εμάς δια του Ευαγγελίου, ότι σε σας τους ιδικούς μου θα υπάρχη η χάρις που ενώνει με εμέ, εάν τηρήτε τις εντολές μου· εάν όμως πράττετε τα έργα των αμαρτωλών και τίποτε περισσότερον, αγαπάτε δηλαδή αυτούς που σας αγαπούν και ευεργετήτε αυτούς που σας ευεργετούν, δεν θα αποκτήσετε από αυτά καμμίαν παρρησία προς εμέ. Και δεν τα λέγει αυτά αποτρέποντάς μας από το να αγαπούμε αυτούς που μας αγαπούν και από το να ευεργετούμε αυτούς που μας ευεργετούν, και από το να δανείζωμε σε αυτούς οι οποίοι πρόκειται να μας τα επιστρέψουν· αλλά φανερώνει ότι το καθένα από αυτά δεν έχει μισθόν, επειδή λαμβάνει εδώ την ανταπόδοσι, και δεν φέρνει καμμίαν χάρι στην ψυχήν ούτε την καθαρίζει από την αμαρτίαν η οποία την έχει κηλιδώσει. Δεν προξενούν λοιπόν αυτά, όταν υπάρχουν, κανένα κέρδος, καμμίαν ιδιαιτέραν χάρι στην ψυχήν ως αιωνίαν ανταπόδοσιν, όταν όμως απουσιάζουν προξενούν πολλήν κατάκρισιν και ζημίαν. Διότι αυτοί που δεν ανταγαπούν ούτε εκείνους που τους αγαπούν και τους φροντίζουν, είναι χειρότεροι και από τους τελώνες και τους αμαρτωλούς· εκείνοι δε που με έργα και λόγους τους ανταμείβουν με τα αντίθετα πόσον περισσότερο κατακρίνονται; Τοιούτοι είναι και όσοι αφηνιάζουν προς τους άρχοντες της πόλεως, μολονότι εκείνοι καθημερινώς καταβάλλουν γι΄ αυτούς σημαντικές φροντίδες, όσοι δεν αποδίδουν την εύνοιαν που αρμόζει στους βασιλείες οι οποίοι ετάχθησαν από τον Θεόν, όσοι δεν ταπεινώνονται κάτω από την κραταιάν χείρα του Θεού, αλλ΄ απειθούν στην Εκκλησίαν του Χριστού και αγανακτούν ματαίως κατά των προστατών της Εκκλησίας, και μάλιστα την στιγμή που εκείνοι καταβάλλουν τόσην προσπάθεια για το καλό τους και θέλουν και εύχονται και πράττουν με όλην τους την δύναμι κάθε αγαθόν και ωφέλιμο γι΄ αυτούς.

Αλλά και εκείνοι που δεν δανείζουν στους υποσχομένους να ανταποδώσουν τα ίσα και εγκαίρως, αλλά απαιτούν τόκους και μάλιστα βαρείς και χωρίς αυτούς ούτε καν να εμφανισθή επιτρέπουν ο κήνσος και το αργύριον, είναι σχεδόν άνομοι και χειρότεροι από τους αμαρτωλούς, αφού ούτε στον παλαιό νόμο πείθονται ούτε στην νέαν Διαθήκην. Από αυτά η μεν Διαθήκη μας προτρέπει να δανείζωμε και σε εκείνους οι οποίοι δεν υπάρχει ελπίς να μας επιστρέψουν το δάνειον, ο δε παλαιός νόμος λέγει «ουκ εκτοκιείς (τοκίσης) το αργύριόν σου» και επαινεί αυτόν που δεν δίδει τα χρήματά του με τόκον· επίσης συνιστά να αποφεύγωμε την πόλι, στις πλατείες της οποίας, δηλαδή φανερά, συνάπτονται δάνεια με τόκον και δόλον. Βλέπετε ότι ο τοκογλύφος αφαιρεί όχι μόνον της ψυχής του, αλλά και της πολιτείας την δόξα, διότι της προσάπτει κατηγορίαν απανθρωπίας, και την αδικεί ολοκληρωτικά και σοβαρά; Διότι ενώ είναι ιδικός της πολίτης και όσα έχει τα απέκτησε από αυτήν, δεν τα χρησιμοποιεί προς όφελός της. Σ΄ αυτούς που δεν έχουν δεν θέλει να δανείζη, ενώ σε αυτούς που έχουν, αλλά ολίγα, δίδει με τόκον, ώστε μαζί με το επάγγελμά τους να τους αφαιρέση και εκείνα τα ολίγα που έχουν. Γι΄ αυτό προφανώς και ο Προφήτης συνάπτει τον τόκον με τον δόλον, λέγοντας «εμάκρυνα φυγαδεύων και ηυλίσθην εν τη ερήμω ότι είδον ανομίαν και αντιλογίαν εν τη πόλει, και ουκ εξέλιπεν εν των πλατειών αυτής τόκος και δόλος».

Σπεύδει λοιπόν να πλουτίση ο τοκιστής όχι τόσον με χρήματα όσον με αμαρτήματα, καταστρέφοντας έτσι και την περιουσία του δανειστού και την ιδικήν του ψυχήν. Διότι οι τόκοι είναι σαν γεννήματα εχιδνών, τα οποία φωλιάζουν στους κόλπους των φιλαργύρων και προδηλώνουν ότι δεν θα διαφύγουν τους ακοιμήτους σκώληκες που απειλούνται για τον μέλλοντα αιώνα. Εάν δε κάποιος από αυτούς λέγη ότι, αφού δεν μου επιτρέπης να λαμβάνω τόκους, θα κρατήσω κοντά μου το αργύριον που μου περισσεύει και δεν θα το διαθέσω σε όσους χρειάζονται δανεικά, αυτός ας γνωρίζη ότι έχει μέσα του τις μητέρες των εχιδνών, οι οποίες θα του γίνουν μητέρες και των ακοιμήτων εκείνων σκωλήκων.

Γι΄ αυτούς λοιπόν τους λόγους ο Κύριος, θέλοντας με κάθε τρόπον να μας απομακρύνη από όλα τα κακά, παραγγέλλει να αγαπούμε και να αγαθοποιούμε και τους εχθρούς και να δανείζωμε σ΄ εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, χωρίς να αποβλέπωμε σε τίποτε· διότι, λέγει «έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Μη νομίζης, λέγει, ότι επειδή αγαθοποιείς αυτούς που σου φέρονται άσχημα και δίδεις σ΄ εκείνους που δεν ανταποδίδουν, θα χάσης τα ιδικά σου· διότι τώρα είναι καιρός σποράς και αγαθοεργίας, ο δε καιρός του καταλλήλου θερισμού είναι ο μέλλων αιών. Μην απελπισθής λοιπόν για τον χρόνον που έχει ορισθή μεταξύ σποράς και θερισμού, αλλά γνώριζε ότι θα συγκομίσης τα αγαθά σου πολλαπλάσια, όπως απεναντίας και οι εδώ κακοποιούντες θα συγκομίσουν τα κακά που τους αρμόζουν. Διότι ότι σπείρει κανείς εδώ, τα ανάλογα θα θερίση εκεί, αλλά με μεγάλην προσθήκη.

Εάν λοιπόν εδώ ομοιώσης τον εαυτό σου δια των έργων με τον Υιόν του Θεού και αποδείξης ότι είσαι καλός με όλους, όπως και εκείνος είναι προς όλους αγαθός, θα λάβης εκεί με επαύξησι την προς αυτόν ομοίωσι, περιλαμπόμενος με το φως της δόξης του Υψίστου και συζών αιωνίως με εκείνους για τους οποίους ο Χριστός θα είναι «ο Θεός εν μέσω θεών», και θα διαμοιράζη τα αξιώματα της αϊδίου μακαριότητος· διότι αυτό εδήλωσε με την προσθήκη «και έσεσθε υιοί Υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστίν επί τους αχαρίστους και πονηρούς». Πράγματι, γι΄ αυτό και ο Υιός του Θεού αφού έκλινεν ουρανούς κατήλθε στην γη και έγινεν υιός ανθρώπου και είπε και έπραξε όλα αυτά, και τέλος αφού έπαθεν απέθανεν υπέρ ημών και ανέστη και ανήλθε πάλι στους ουρανούς για να μας κάνη ουρανίους και αθανάτους και υιούς Θεού. Ώστε αυτά που απαιτεί τώρα από εμάς, το να αγαπούμε τους εχθρούς, να αγαθοποιούμε, να δανείζωμε σε εκείνους που δεν έχουν να μας ανταποδώσουν, δεν είναι μόνον οφειλόμενα και συμφέροντα για μας, όπως προαπεδείχθη, αλλά και μικρά είναι συγκρινόμενα με όσα δίδονται από εκείνον. Διότι αυτός μεν έδωσε τον εαυτόν του υπέρ ημών οι οποίοι όχι μόνον δεν είχαμε τίποτε να του ανταποδώσουμε, αλλά και είχαμε φανή με πολλούς τρόπους αχάριστοι και πονηροί προηγουμένως· εμάς όμως μας προτρέπει να δανείζωμε από το περίσσευμα και να αγαθοποιούμε από όσα έχουμε στην διάθεσί μας. Ποία και πόσα; Και για αυτά ακόμη τα μικρά μας ανταποδίδει την προς αυτόν ομοιότητα και την υψίστην υιοθεσία και τους ουρανίους μισθούς, λέγοντας «γίνεσθε οικτίρμονες ότι και ο πατήρ υμών ο εν τοις ουρανοίς οικτίρμων εστί». Μεθ΄ ου αυτώ πρέπει δόξα συν αγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

 




Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΑΛΙΕΙΑ

 

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

 

1. Έτσι αξιοποιείται το θαύμα

 

Το σημερινό Ευαγγέλιο είναι απλό στην έκφρασή του, όπως είναι άλλωστε τα λόγια του Θεού, αλλά είναι πολύ βαθύ στο πνευματικό μήνυμα το οποίο μεταδίδει στον κάθε άνθρωπο και ιδιαίτερα σ’ εκείνους που έχουν αποκτήσει επίγνωση της αληθείας. Δηλαδή επίγνωση του ότι δεν είναι μόνοι στον κόσμο ή μόνο με τους άλλους ανθρώπους, αλλά πάνω απ’ όλα είναι ο Θεός και πέρα από τον κόσμο αυτό, είναι η αιώνια και ατελεύτητη ζωή.

Μας λέγει λοιπόν το Άγιο Ευαγγέλιο ότι κάποια ημέρα, ο Κύριός μας βρέθηκε σε μια παραλία. Και επειδή ήταν αρκετοί άνθρωποι που τον ακολουθούσαν και ήθελαν να ακούσουν κάτι από το στόμα Του ανέβηκε σ’ ένα καραβάκι, για να είναι έτσι λιγάκι πιο ψηλά, και άρχισε να μιλά μέσα από το καραβάκι στον κόσμο, που στεκόταν στην ακρογιαλιά απέναντί Του.

Όταν τελείωσε το κήρυγμά Του και είπε εκείνα που ήθελε να πει και να διδάξει, είπε στον ιδιοκτήτη του καραβιού που ήταν ο Απόστολος Πέτρος (φυσικά, προτού τον καλέσει να γίνει Απόστολος, ενώ ήταν ακόμα ένας άγνωστός Του): «Και τώρα, για να σου πληρώσω το νοίκι για την απασχόληση του καραβιού σου, τράβα λίγο πιο πέρα το καραβάκι σου και ρίξε το δίχτυ σου να πιάσεις κανένα ψάρι».

Του απάντησε ο Πέτρος:

-Κύριε, ολόκληρη τη νύχτα ψάχναμε για ψάρια, η νύχτα είναι για ψάρια και δεν πιάσαμε ούτε ένα. Και τώρα μέρα μεσημέρι, θα πιάσουμε ψάρια; Δεν γίνεται. Αλλά μια και το λες, θα τον κάνω τον κόπο.

Φαίνεται, ο Απόστολος Πέτρος, πρώτη φορά ακούγοντας το Χριστό, είχε μείνει πολύ ευχαριστημένος από τα λόγια Του και κατάλαβε, ότι αξίζει κανείς να κάνει κάτι από εκείνα που είχε ακούσει και που ήταν λόγια με δυνατά μηνύματα και πολύ βάθος. Άλλωστε ο Χριστός δεν τα έλεγε για τον εαυτό Του.

Έριξε το δίχτυ ο Πέτρος και πιάστηκαν τόσα ψάρια, που δεν τα χωρούσε το ένα καραβάκι και φώναξαν και δεύτερο. Τελικά, γέμισαν και τα δύο καράβια τόσο πολύ ώστε κινδύνευαν να βυθιστούν.

Φυσικά, ο καθένας που έβλεπε αυτό που συνέβη, δεν μπορούσε να το εξηγήσει με τη λογική του. Γιατί ήξερε ότι ένα δίχτυ, ποτέ δεν πιάνει τόσα ψάρια, που να γεμίσει ένα καράβι. Πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν ένα δίχτυ να γεμίσει δυό καράβια ψάρια και μάλιστα σε βαθμό που να βυθίζονται. Όταν έχεις λοιπόν λίγο μυαλό και μάλιστα αν είσαι ψαράς όπως ο Απόστολος Πέτρος που ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή δεν έπρεπε να βρουν ούτε ψαροουρά, αρχίζεις και καταλαβαίνεις τι σημαίνει Χριστός.

Γι’ αυτό ο απόστολος Πέτρος πήγε στο Χριστό, Τον προσκύνησε και Του είπε: «Έξελθε απ’ εμού Κύριε, διότι εγώ ανήρ αμαρτωλός ειμι». Κύριε, μη μολύνεσαι μέσα στο δικό μου καράβι. Δεν είμαι άξιος να Σε έχω κοντά μου. Εσύ δεν είσαι σαν εμάς. Είσαι κάτι άλλο. Αφού και αυτά τα ψάρια υποτάσσονται στο όνομά Σου, στο λόγο Σου… Τι δουλειά έχεις στο δικό μου καράβι; «Έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί, Κύριε».

 

2. Θεμέλιο της Εκκλησίας και θεμέλιο της ζωής μας

 

Γι’ αυτά τα λόγια του πανευφήμου Αποστόλου Πέτρου, ο Χριστός τον ονόμασε «πέτρα της πίστεως και θεμέλιο της Εκκλησίας». Γιατί αυτά τα λόγια είναι «η πέτρα της πίστεως και το θεμέλιο της Εκκλησίας». Η συναίσθηση δηλαδή ότι ενώπιον του Θεού είμαστε μικροί, ταπεινοί, αμαρτωλοί και ανάξιοι. Όποιος αυτά δεν τα σκέφτεται και δεν τα ζει μέσα στην ψυχή του, στη συνείδησή του, στο μυαλό του, ο άνθρωπος αυτός ακόμα δεν έχει πατήσει στο θεμέλιο της Εκκλησίας.

Δεν έχει βρει την πέτρα της πίστεως, που όποιος χτίζει πάνω της το σπίτι του, όσες μπόρες και να ρθουν δεν θα το σείσουν και δεν θα το γκρεμίσουν ποτέ. Γιατί όπου είναι ο Χριστός, εκείνο «το σπίτι» δεν είναι πια χτισμένο στην άμμο αλλά στην πέτρα, στο βράχο, που λέγεται Ιησούς Χριστός και επίγνωση του Ιησού Χριστού.

Άκουσε ο Χριστός την ομολογία του Πέτρου και γέμισε η καρδιά Του χαρά. Ο Χριστός, δεν το λέει το Ευαγγέλιο, αλλά αυτό υπονοείται στα λόγια που ακολούθησαν, είπε μέσα Του: «Να ο άνθρωπος που ψάχνω να βρω». Γι’ αυτό του είπε: «Μη φοβού, δεν θα φύγω από κοντά σου όταν έχεις τέτοιες σκέψεις μέσα σου και τέτοιο φρόνημα. Δεν θα φύγω από κοντά σου ποτέ. Και όχι μόνο δεν θα φύγω από κοντά σου, αλλά θα σε έχω όχι απλώς φίλο μου, γνωστό μου, αγαπητό μου, αλλά το κυριότερο όργανο της εκτελέσεως του θελήματός μου πάνω στον κόσμο και για όλο τον κόσμο. Μη φοβού, από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών».

«Σε προβιβάζω», του λέει. «Σε προβιβάζω από ψαρά ψαριών αλόγων και αφώνων και σε κάνω να γίνεις ψαράς ανθρώπων. Και αντί να ψαρεύεις για το τηγάνι, θα πιάνεις λογικά ψάρια για την αιώνιο Βασιλεία του Θεού και για την ατελεύτητη ευτυχία, κοντά στον Επουράνιο Πατέρα και Θεό».

Ο Απόστολος Πέτρος που κατάλαβε με ποιόν είχε να κάνει, άφησε τα πλοία, τα δίχτυα, τον πατέρα του και τη μητέρα του. Τα πάντα άφησε και ακολούθησε το Χριστό. Από κει και πέρα ξέρουμε πόσο τυχερός ήταν. Και πόσο τυχερή έγινε η οικουμένη ολόκληρη, που πλούτησε από τον Απόστολο Πέτρο, τον κορυφαίο των Αποστόλων, την πέτρα και το θεμέλιο της Εκκλησίας.

Αλλά και του Αποστόλου Πέτρου, πέτρα και θεμέλιο της ζωής του ήταν τα λόγια: «έξελθε από εμού Κύριε, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί εγώ». Δεν είμαι άξιος να είμαι κοντά Σου.

Και τι παράξενο πράγμα! Ο Χριστός του έδωσε τις δωρεές με το τσουβάλι. Τον έκανε Απόστολο. Τον έκανε Πρωτοκορυφαίο. Του έδωσε τόσες χάρες, που όταν τις σκέφτεται κανείς λέγει: «υπάρχει ενδοξότερος και μεγαλύτερος άνθρωπος από τον Απόστολο Πέτρο, μετά από την Παναγία και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο»;

Η απάντηση της Εκκλησίας είναι: «Όχι! Δεν υπάρχει μεγαλύτερος άνθρωπος από τον Απόστολο Πέτρο».

Και όμως. Τι βλέπουμε; Έρχεται το τελευταίο δώρο στον απόστολο. Να σταυρωθεί. Για το Χριστό. Ο Χριστός τού το είχε πει: «Θα πεθάνεις με δόξα. Θα πεθάνεις με δόξα». «Τούτο δε έλεγε σημαίνων ποίω θανάτω δοξάσει τον Θεόν». Του το προείπε ότι θα τον σταυρώσουν. Γιατί ποιά μεγαλύτερη δόξα από το να μιμηθεί κανείς τον θάνατο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού;

Έτσι όταν πήγαν οι ειδωλολάτρες να τον σταυρώσουν, δηλαδή να τον δοξάσουν, ο ταπεινός Απόστολος Πέτρος, που ήξερε ότι δεν είναι άξιος να λέγεται φίλος του Χριστού, ούτε μαθητής Του, γιατί είναι αμαρτωλός, τους είπε: «Δεν κάνει εγώ να μαγαρίσω το Σταυρό, να σταυρωθώ όπως ο Κύριός μου. Σταυρώστε με κατωκέφαλα, να μη βλέπω τη γη, αλλά να βλέπω επάνω εκεί που στέκει καθήμενος επί του θρόνου Του, ο Σωτήρας μας Ιησούς Χριστός. Και να θυμάμαι την ελπίδα της αιώνιας ζωής,».

Αυτά τα λόγια έχουν πάντοτε επικαιρότητα, ιδιαίτερα όταν τελούμε τα μνημόσυνα των κεκοιμημένων και παρακαλούμε τον Θεό να τους δώσει άφεση, ευτυχία, ειρήνη και χαρά στη Βασιλεία Του.

 

3. Το δίκτυο διανομής του ζωντανού νερού

 

Θα προσθέσουμε και κάτι ακόμη. Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής. Είναι σαν να λέμε η γνωστή πηγή που βγαίνει στον Άγιο Γεώργιο, το χωριό. Από εκεί διακλαδίζεται και παίρνουν το νερό μεγάλοι αγωγοί για να το μεταφέρουν σε πόλεις και χωριά. Οι μεγάλοι αγωγοί της χάριτος και του ελέους του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού είναι οι Άγιοι πανεύφημοι Απόστολοι και οι διάδοχοί τους, οι αγιώτατοι Πατριάρχες της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Μικρότεροι αγωγοί, που μοιράζουν στον κόσμο νερό είναι οι Επίσκοποι της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Και από αυτούς αγωγούς παίρνουν «νερό» μικρές σωλήνες οι οποίες πηγαίνουν το νερό, το ύδωρ της ζωής, στο σπίτι του κάθε ανθρώπου. Αυτοί είναι οι ευλαβέστατοι ιερείς, οι οποίοι ιερατεύουν στις διάφορες εκκλησίες της Ορθοδόξου Εκκλησίας.

Όταν ο άνθρωπος καταλάβει ότι είναι αμαρτωλός και έχει ανάγκη από το έλεος του Θεού ομολογεί σαν τον Πέτρο: «Δεν είμαι άξιος, δεν είμαι άξιος». Και ο Χριστός τότε του λέει: «Έλα κοντά μου, παιδί μου. Έτσι σε θέλω». Τέτοια μυαλά πρέπει να έχουν οι άνθρωποι, ότι δεν είναι ίσα με τον Θεό, ότι είναι ταπεινοί και ανάξιοι ενώπιόν Του και μάλιστα όταν είναι παραβάτες του θελήματός Του.

Και τότε ο άνθρωπος παίρνει το ποτήρι της ψυχής του και πηγαίνει στην Αγία Εκκλησία για να πάρει από τα χέρια του ιερέα, τουτέστι από την πηγή της χάριτος και του ελέους του Θεού, το ύδωρ της ζωής. Είτε με την ευλογία του ιερέα, είτε με το αντίδωρο, είτε με την εξομολόγηση, είτε με την οποιαδήποτε ευχή και προπαντός με το ύδωρ της ζωής, το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

 

4. Μας θέλει όλους ψαράδες

 

Ο Κύριός μας θέλει πρώτα οι ιερείς να είναι αλιείς ανθρώπων.

Αλλά σε κάποιο βαθμό, το θέλει και από όλους τους χριστιανούς. Οι οποίοι οφείλουν να λένε σε φίλους και γνωστούς: «Κατάλαβε αδελφέ μου ποιά είναι η σχέση σου με το Θεό. Άκουσε τα λόγια του πανευφήμου Αποστόλου Πέτρου, «έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί, Κύριε».

Δεν ταιριάζουν και σε σένα;

Θα το καταλάβεις ότι αυτά είναι το θεμέλιο και η πέτρα της Εκκλησίας και της ζωής του κάθε ανθρώπου;

Θα στηριχθείς στο Χριστό;

Θα τον κρατήσεις κοντά σου με την μετάνοια;

Αν το κάνεις, τότε πάρε το ποτήρι της ψυχής σου και πήγαινε εκεί που ρέει το ύδωρ της ζωής για να πιείς. Αλλού δεν θα βρεις. Ή αν βρεις, δεν θα είναι ύδωρ ζωής».

Ας ακούσουμε το μήνυμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και ας φροντίσουμε να χορτάσουμε από το ύδωρ της ζωής που μόνο αυτός μας δίνει. Αμήν.

 

Πηγή κειμένου : impiprevezis.gr




Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού

Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου Σταυρού: Ομιλία περί της αληθούς ελευθερίας (Αγ. Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως)
(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη) Ομιλία του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, περί της αληθούς ελευθερίας «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».
Ο άνθρωπος, πλασμένος για να εικονίζει μικρογραφικώς επί της γης την απειρομεγέθη εικόνα του Θείου Δημιουργού, ήταν απαραίτητο να είναι προικισμένος με τις ιδιότητες του Θεού, ώστε να έχει την αναφορά του σ’ Αυτόν. Ως εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι oν αυτοσυνείδητον, ελεύθερον και αυτεξούσιον, διότι oν χωρίς συνείδηση της υπάρξεώς του, χωρίς ελευθερία, χωρίς εξουσίαν επί του εαυτού του, είναι ανάξιο της υψηλής αυτής κλήσεως, του υψηλού αυτού προορισμού που του επεφύλαξε η μεγάλη βουλή του Θείου Δημιουργού.
Η ελευθερία άρα του ανθρώπου είναι αναγκαία συνέπεια της μεγάλης αποστολής του, της διαπλάσεώς του και της παρουσίας του μέσα στον κόσμο, και επομένως προσόν αναγκαίον και σεβαστόν. Χωρίς την ελευθερίαν ο άνθρωπος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέψεις του μέσα σε έναν περιορισμένον κύκλον, όπου θα περιεστρέφετο. Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ’ αυτόν, θα αγνοούσε τι είναι αισχρόν, τι κακόν, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσίαν αυτενεργείας, δυνατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένον κύκλο των εμφύτων ορμών. Η άγνοια του καλού, του αγαθού, του αληθινού θα καθιστούσε τον άνθρωπον ένα oν ανήθικον, θα διέγραφε την ηθικήν ως λέξιν εστερημένην νοήματος, αφού οι πράξεις του θα ήσαν ηθικώς αδιάφοροι, και γι’ αυτό, αχαρακτήριστοι. Η αδιαφορία αυτή και ομοιότης του χαρακτήρος των πράξεων δεν θα διήγειρε καμμίαν αίσθησιν ή εντύπωσι στον νου και στην καρδία του ανθρώπου· η έλλειψις αυτή θα καθι­στούσε την μεν καρδίαν ασυνείδητον, τον δε νου νωθρό και αδρανή· η ασυνειδησία και η νωθρότης θα επέπιπταν ως σκιερά νέφη και θα εκάλυπταν την θαυμαστήν εικόνα του θείου Δημιουργού, που τόσο λαμπρώς και θαυμασίως εκαλλιτεχνήθη από το δημιουργικόν του χέρι, στην οποία διαλάμπει η αγαθότης, η σοφία και η δύναμίς του και θα τον ημπόδιζαν να ιδή και να γνωρίση τον Πλάστην του και Δημιουργόν του σύμπαντος. Θα αγνοούσε τον Θεόν και τα θεία ιδιώματά του και έτσι η δημιουργία ουδέποτε θα εδόξαζε, θα υμνούσε, θα έψαλλε και θα ευχαριστούσε με επίγνωσι και συνείδησι τον Θεόν.
Ο άνθρωπος επλάσθη για να εικονίζει τον Θεόν επί της γης. Ο Θεός τον έκαμεν oν νοερόν και αυτεξούσιον για να πράττει το θέλημα Αυτού, το οποίον έγραψε μέσα στην καρδίαν του, και το κατέστησε και ιδικόν του θέλημα. Σκοπός της διαπλάσεώς του ήταν να γνωρίσει η δημιουργία τον Θεόν. Επλάσθη λοιπόν για να γνωρίσει τον Πλάστην και Δημιουργόν του, επλάσθη για να υψούται προς τον Θεόν, για να δοξάζει τον Θεόν· επλάσθη με σκοπόν η δημιουργηθείσα κτίσις να αινή ενσυνειδήτως τον θείον Δημιουργόν της. Το αυτεξούσιόν του λοιπόν, το νοερόν και το ηθικώς ελεύθερον, του εδόθησαν για να εκπληρώνει τον μέγα προορισμόν του, την μεγάλην αποστολή του, να συνδέει την γη με τον Ουρανό και να μην αποκλίνει δεξιά ή αριστερά, αλλά να βαδίζει την ευθείαν οδό, πράττοντας μόνο το αγαθόν, το εγγεγραμμένον στην καρδία του, το οποίον και αυτός ορμεμφύτως αγαπά. Διότι αλλιώς, εάν αποκλίνει από τον προορισμό του, γίνεται ανελεύθερος και «εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20). Ο άνθρωπος είναι αληθώς ελεύθερος πριν απομακρυνθεί από το αγαθόν, και ενόσω συνταυτίζει την θέλησή του προς το θέλημα του Θεού. Όμως ευθύς ως αποκλίνει από την ευθείαν, αποβαίνει όντως ανελεύθερος, η ελευθερία του πλέον είναι ψευδής επίδειξις ψευδούς ελευθερίας.
Η ελευθερία του ανθρώπου, όταν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, δεν περιορίζεται, διότι Αυτός, ως θείος, είναι άπειρος, το δε άπειρον όχι μόνον δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά την συνεκτείνει και την συναυξάνει, όταν ο άνθρωπος τον ακολουθεί. Αιτιολογώντας το καθήκον που έχει ο άνθρωπος να ακολουθεί το θέλημα του Θεού, ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος μας συμβουλεύει: «Ο Θεός εποίησε τον άνθρωπον ελεύθερον και αυτεξούσιον, ώστε αυτό που από ιδικήν του υπαιτιότητα έχασε, με την αμέλεια και την παρακοήν του, να του το δωρίσει πάλιν ο Θεός διά φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, εάν ο άνθρωπος υπακούσει σ’ Αυτόν. Όπως δηλαδή ο άνθρωπος παρήκουσε και επέφερε στον εαυτόν του τον θάνατον, έτσι και εάν υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ημπορεί να κερδίσει την αιώνιο ζωή. Διότι ο Θεός μας έδωσε εντολές άγιες, τις οποίες όποιος τηρήσει ημπορεί να σωθεί, και επιτυγχάνοντας την ανάσταση, να κληρονομήσει την αφθαρσίαν». Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον ο άνθρωπος οφείλει να φυλάττει με ευλάβεια τον νόμο του Θεού, και να πράττει το θέλημα Αυτού, διότι ως εικόνα του Θεού είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει τον σκοπόν της επί γης αποστολής του. Αλλιώς μέλλει να κατακριθεί ως παραβάτης των καθηκόντων του, επειδή ελησμόνησε την αποστολήν του, και εξ αιτίας της αμελείας του έκαμε κακήν χρήσιν του αυτεξουσίου, και παρεδόθη στα πάθη και τις επιθυμίες.
Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι βεβαίως ανεπηρέαστον· ο βαθμός της ελευθερίας αυτού καταδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίον ο Κύριος τον προσκαλεί: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν…». Ο Σωτήρ καλεί τον άνθρωπον οπίσω του και τον αφήνει ελεύθερον να αποφασίση περί του σπουδαιότατου τούτου ζητήματος, να τον ακολουθήση ή να πάρη τον ιδικόν του δρόμο. Ήλθε για να σώση τον άνθρωπο και όμως δεν παραβιάζει το αυτεξούσιον αυτού. Τον προσκαλεί να λάβη ενεργόν μέρος στην σωτηρίαν του και όμως δεν επηρεάζει καθόλου το αυτεξούσιον αυτού.
Από την μελέτη της ιστορίας της απολυτρώσεως βλέπουμε τον Υιόν του Θεού γινόμενον άνθρωπον υπέρ της σωτηρίας του ανθρώ­που, πορευόμενον προς το εκούσιον Πάθος με σκοπόν να «άρη την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. α’, 29), να βαστάση τους μώλωπες τους ιδικούς μας, να εκπληρώση το μέγα μυστήριον της Οικονομίας και να συμφιλιώση τον άνθρωπον με τον Θεόν, και εν τούτοις δεν παραβιάζει καθό­λου το αυτεξούσιον του ανθρώπου. Ιδού η κεκλεισμένη πύλη του Παραδείσου ανοίγεται και η πυρίνη ρομφαία, η οποία φυλάττει την είσοδον αυτού, απομακρύνεται και η φωνή του Δεσπότου προσκα­λεί τον άνθρωπο, που ήταν πριν αποκλεισμένος, να εισέλθη δια μέ­σου αυτής στον τόπο της καταπαύσεως· αυτός όμως αφήνεται ελεύθερος, αν θέλη να εισέλθη ή όχι.
Η επίσημος αναγνώρισις της ελευθερίας μας εκ μέρους του Σωτήρος, μας διδάσκει ότι η σωτηρία μας δεν πραγματούται μόνον από την απόλυτον ενέργεια της χάριτος του Θεού, αλλά και από την συγκατάθεση και την σύγχρονον ενέργεια του ανθρώπου. Περί της αναγκαιότητος αυτής ιδού τι λέγουν οι σοφοί Πατέρες της Εκκλησίας· ο θείος Χρυσόστομος λέγει: «η χάρις, μολονότι είναι χάρις, σώζει όσους το θέλουν», και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «Η σωτηρία πρέπει να προέλθει από την συνεργασία την ιδική μας με τον Θεόν». Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Όταν οι ψυχές το θέλουν, αποστέλλει και ο Θεός το Πνεύμα, αν όμως λείψει η προθυμία, συστέλλεται και το εκ Θεού Πνεύμα». Αλλά και ο ιερός Ιουστίνος λέγει: «Ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπον, αδυνατεί να σώσει τον άνθρωπο χωρίς αυτός να το θελήσει». Αρα διδασκόμεθα ρητώς και σαφώς ότι οι παράγοντες της σωτηρίας είναι δύο: πρώτον η ελευθέρα θέλησις του ανθρώπου, και δεύτερον η χάρις του Θεού.
Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ον υλοπνευματικόν, μέσα του εμφανίζονται δύο θελήσεις με την ιδίαν μορφήν, ως ενδόμυχος έκφρασις του ενιαίου προσώπου, το οποίον θέλει να απολαύσει κάποιο πράγμα. Και μολονότι ως προς την μορφήν οι δύο θελήσεις του δεν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν όμως πολύ εξ αιτίας της διαφοράς των υποστάσεων από τις οποίες λαμβάνουν την αρχή. Διότι το πνεύμα επιθυμεί τα του πνεύματος, η δε σάρξ τα της σαρκός. Γι’ αυτό η μία θέλησις εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, ενώ η άλλη το φρόνημα της σαρκός. Η αντίθεσις των φρονημάτων γεννά αμοιβαίαν αντίσταση και σφοδράν διαπάλη, κατά την οποίαν η κάθε μία ζητεί να υπερισχύσει και να επιβάλει την ιδικήν της εξουσία. Στον αγώνα αυτόν, ο μεν έσω άνθρωπος επιθυμεί την νίκη του πνεύματος, ο δε έξω την νίκη του φρονήματος της σαρκός, το οποίον είναι θάνατος. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος λέγει: «το μεν φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. η’, 6). Όθεν σαρξ και πνεύμα πολεμούν μεταξύ τους· γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει «η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλ., ε’, 17)· και «το μεν φρόνημα της σαρκός» είναι «έχθρα προς τον Θεόν τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται· ουδέ γαρ δύναται… το δε φρόνημα του Πνεύματος κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων (μεσιτεύει υπέρ των χριστιανών)» (Ρωμ. η’, 7 και 27).
Για την συνύπαρξιν αυτή των δύο φρονημάτων και την φυσικήν συμπάθεια του ανθρώπου προς το φρόνημα του πνεύματος, ιδού τι λέγει ο Απόστολος Παύλος· «συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον (με ευχαριστεί πάρα πολύ)· βλέπω δε έτε­ρον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέ­λεσί μου» (Ρωμ. ζ’ 22-23). Αρα ο άνθρωπος εκ φύσεως δέχεται τον νόμο του Θεού, διότι με αυτόν τον νόμον ευχαριστείται ο έσω άνθρωπος, επειδή είναι ο νόμος ο ιδικός του, ο νόμος του νοός του· η δε θέλησις που εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, είναι η αληθής θέλησις του ανθρώπου, επειδή αυτή είναι σύμφωνος με τον νόμο του νοός του, τον σύμμορφον προς τον νόμο του Θεού, ο οποίος ευχαριστεί τον έσω άνθρωπον. Γι’ αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «το αγαθόν είναι εκ φύσεως εραστόν και επιθυμητόν, φυσικώς πάντοτε αυτό επιθυμούμε. Κακόν δε είναι η παρά φύσιν επιθυμία, όταν επιθυμούμε κάτι διαφορετικόν από το εκ φύσεως επιθυμητόν».
Αλλά μολονότι η αληθής θέλησις είναι η θέλησις του πνεύματος, η επιθυμία δηλαδή του αγαθού, που είναι το φύσει επιθυμητόν, παραταύτα πολλές φορές αδυνατεί να υπερισχύση της αντιστάσεως της θελήσεως της σαρκός για τον λόγο που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος· δια «τον νόμον της σαρκός, τον αιχμαλωτίζοντα τω νόμω της αμαρτίας». Για την επίδρασιν αυτήν του νόμου της σαρκός ο Απόστολος λέγει· «το θέλειν παράκειταί μοι (είναι στο χέρι μου), το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω· ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ’, 20). Διότι ο έσω άνθρωπος θέλει μεν και επιθυμεί το αγαθόν ως οικείον, επιθυμητόν, ως συμφυές αγαθόν, ως ιδικόν του νόμον, αλλ’ ο νόμος της σαρκός, ο νόμος της αμαρτίας αντιστρατεύεται προς τις ενέργειες της αληθούς ελευθε­ρίας μας και παρεμποδίζει την εμφάνισι του αγαθού και μας υπαγο­ρεύει την εργασία του κακού· γι’ αυτό στην συνέχεια λέγει ο Από­στολος· «ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκ έτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία». Ώστε όντως το μεν αγαθόν είναι νόμος συμφυής και αληθής θέλησις του ανθρώπου, το δε κακόν είναι νόμος ετεροφυής, είναι κάτι το οποίον δεν έχει δημιουργηθή και είναι αντίθετο προς την αληθή θέλησι του ανθρώπου. Επομένως όταν ο άνθρωπος εργάζεται το αγαθόν, εργάζεται ελευθέρως και συμφώνως προς την θέλησι του έσω ανθρώπου και είναι αληθώς ελεύθερος· όταν όμως εργάζεται το κακόν, εργάζεται ανελευθέρως, διότι έχει υποταγή στον νόμο της αμαρτίας και είναι ανελεύθερος και δούλος της αμαρτίας. Συμφώνως προς τα ανωτέρω ελεύθερος είναι όποιος πράττει το αγαθόν, δούλος δε όποιος πράττει το κακόν· και αληθής μεν ελευθερία είναι η κυριαρχία του φρονήματος του πνεύματος η εργαζομένη το αγαθόν, ψευδής δε ελευθερία είναι η επικράτησις του φρονήματος της σαρκός, της κατεργαζομένης τα πονηρά.
Χαρακτηριστικόν της αληθούς ελευθερίας, δηλαδή της αληθούς ελευθέρας θελήσεώς μας, είναι η αγάπη του αγαθού, του καλού, του αληθούς, και η επίμονος παραμονή σ’ αυτήν την αγάπη. Ο έρως προς το αγαθόν είναι η έκφρασις του έσω ανθρώπου, του πνευματικού ανθρώπου, και η εξωτερίκευσις του αισθήματος που τον πλημμυρίζει. Ο έρως αυτός γεννάται από την ταυτότητα των υπαγορεύσεων της καρδίας, με τις υπαγορεύσεις του Θείου νόμου, ο οποίος έχει εγγραφεί μέσα στις καρδιές μας. Αυτό υπαινίσσεται και η Αγία Γραφή, όταν λέγει ότι ο Θείος νόμος εδόθη γραπτός μέσα στην καρδία του ανθρώπου (Ρωμ. β’ 14-15). Διότι ο Θεός διέπλασσε την καρδίαν ως έδραν της αγάπης του αγαθού· γι’ αυτό και εκ φύσεως αγαπά, ποθεί και ζητεί το αγαθόν και πώς ήταν δυνατόν να γίνη διαφορετικά, αφού η πρώτη εντύπωσις την οποίαν έλαβεν, ήταν η όψις του αγαθού, του άκρου αγαθού; Ναι· ήταν αδύνατον να γίνη διαφορετικά, διότι το αγαθόν άφησε στην καρδία τις πρώτες εντυπώσεις, τις οποίες εχάραξε βαθύτατα μέσα της και γι’ αυτό θα είναι αιώνιοι. Η αγάπη αυτή, η επιπόθησις και η επιζήτησις του θείου νόμου είναι που κά­νει τον Απόστολο Παύλο να ονομάζη τον νόμο που είναι γραμμένος μέσα στην καρδία νόμο του νοός του και να τον ταυτίζη με τον νόμο του Θεού.
Η γνώσις αυτή του χαρακτήρος της αληθούς μας θελήσεως μας καθιστά ικανούς να διαφυλάξωμε ανεπηρέαστον την εσωτερικήν μας ελευθερία και να ζήσωμε αληθώς ελεύθεροι· και αληθώς ελεύθε­ρος είναι όποιος διανοείται, θέλει και πράττει ελευθέρως. Χαρακτη­ριστικά της εσωτερικής ελευθερίας είναι η ηθική ανεξαρτησία, η αγαθότης, η αγνεία, η σεμνοπρέπεια, η ανδρεία, η ισχύς, το αήττητον, το ανένδοτον, το αυτοκρατορικόν και το αυτεξούσιον. Ο εσωτε­ρικώς ελεύθερος άνθρωπος κοσμείται με όλες τις αρετές· η ευσέβεια, η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η σύνεσις τον καταστέφουν με στεφά­νους πλεγμένους με άνθη αμάραντα· ζώντας επάνω στην γην εικονί­ζει την εικόνα του θείου Δημιουργού του, το κάλλος της οποίας φέ­ρει μέσα του· η πορεία του είναι ευθεία, το πολίτευμά του στον ου­ρανό· ανυψώνεται από τα γήινα και γίνεται αιθέριος και ουρανοβάμων· και, συνενούμενος με τον χορόν των αγγέλων υμνεί τον Θεόν, τον ποιητήν και πλάστην του. Ο εσωτερικώς ανελεύθερος όμως άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος· διότι εάν η ηθική εξάρτησις είναι ηθική δουλεία, η δε ηθική δουλεία είναι ανελευθερία, έπεται ότι ο ηθικά, ο εσωτερικά δηλαδή ανελεύθερος άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος και δούλος του νόμου της αμαρτίας, αδύνα­τος να δραστηριοποιηθή προς κάποιο αγαθόν, υπαγορευόμενον από την αληθή εσωτερικήν του θέλησι. Αυτό που πράττει είναι σύμφωνο με την θέλησι και το φρόνημα της σαρκός και όχι προς την αληθή, εσωτερικήν του θέλησι. Η ψευδής αυτή ελευθέρα θέλησις ημπορεί να εξαπατήση και να παραπλανήση πολλούς επιπόλαιους ερευνητάς και να τους φέρη στην απώλεια. Τους πείθει πολλές φορές να δέχωνται τις προσταγές της, οι οποίες απορρέουν από τα ποικίλα πάθη και τις επιθυμίες της, ως υπαγορεύσεις της αληθούς ελευθέρας θελή­σεώς των και ως εκφράσεις του έσω ανθρώπου, της πνευματικής δη­λαδή φύσεως. Ο ανελεύθερος εσωτερικά άνθρωπος μολύνει την εικόνα του Θεού και «άνθρωπος ων εν τιμή, εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20), ατιμάζεται, ταπεινώνεται και διαφθείρεται.
Χαρακτηριστικόν της ψευδούς ελευθερίας είναι η αγάπη του νό­μου της αμαρτίας, η ηθική εξάρτησις, η ηθική αιχμαλωσία, η κακία, η ενοχή, η υπερηφάνεια, η αλαζονεία, η αναίδεια, η δειλία, το θρά­σος, η ανανδρία, η ήττα, η εξαχρείωσις, η ασέβεια, η αδικία, το ψεύδος, η ασυνεσία και οι λοιπές κακίες οι οποίες κατακηλιδώνουν και εξευτελίζουν τον άνθρωπον.
Τον τρόπο με τον οποίον ημπορούμε να διατηρήσωμε τους εαυτούς μας αληθώς ελευθέρους, μας τον υπέδειξεν ο ίδιος ο Σωτήρ ημών, όταν είπε: «ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ος δ’ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Δηλαδή εδίδαξε ότι μόνο με την αυταπάρνησιν ημπορούμε να σωθούμε. Και αληθώς, για να γίνωμε αληθώς ελεύθεροι, είναι ανάγκη να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, και να σηκώσωμε στους ώμους τον σταυρόν και να ακολουθήσωμε τον Υιόν του Θεού, ο οποίος μας καλεί για να μας ελευθερώσει. «Εάν ουν ο Υιός ελευθερώσει υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» λέγει ο Σωτήρ και ελευθερωτής μας. Και πάλιν: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστέ, και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. η’ 36 και 31-32). Αρα αποβαίνουμε ελεύθεροι όταν ακούμε με προσοχήν το κήρυγμα του Σωτήρος, μένουμε σ’ αυτό, σηκώνουμε στους ώμους τον σταυρόν και τον ακολουθούμε. Και απαρνούμεθα τους εαυτούς μας, όταν αποτασσόμεθα τον νόμο της σαρκός μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, και σηκώνουμε τον σταυρόν, υπομένοντας κάθε κακοπάθεια υπέρ του νόμου του Θεού. Ο τρόπος, δηλαδή, να διαμείνωμε ελεύθεροι είναι: κατάπαυσις του θελήματος της σαρκός, ενέργεια του θελήματος του πνεύματος, και υποταγή του κατωτέρου στο ανώτερον. Κατά ταύτα οφείλει ο άνθρωπος να φροντίση και να εργασθή για την σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον της απωλείας· επειδή τίποτε κοινόν δεν υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ αγαθού και κακού. Η αμαρτία, η οποία έχει διαφθείρει τον άνθρωπον, είναι σκότος και κακόν μέγιστον, ως αντιστρατευομένη προς το θέλημα του Θεού. Η εσωτερική ελευθερία του καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ως αμαρτία, η δε αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπον από τον Θεόν. Η ελευθερία όσο μέγα αγα­θόν είναι, τόσο μεγάλες επιβάλλει και τις ευθύνες. Ο εσωτερικώς ε­λεύθερος οφείλει να αποβή άγιος· γι’ αυτό ο Θεός και στην Παλαιά και στην Νέα Διαθήκη εντέλλεται λέγοντας: «Αγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Λευιτ. ια’, 14 και Α’ Πέτρ. α’ 16)· διότι πώς ημπορεί ο ανόσιος να κοινωνήση προς το Θείον; Και ο Σωτήρ επίσης εντέλλεται λέγοντας: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε’, 48)· διό­τι όπως είναι ο Πατήρ, τον οποίον επικαλούμεθα, τοιαύτα κατ’ ανά­γκην πρέπει να είναι και τα τέκνα. Αγίους λοιπόν και τελείους μας θέλει ο Θεός, διότι μόνον οι άγιοι και τέλειοι είναι υιοί του Πατρός του εν ουρανοίς, και μόνον αυτοί δικαιούνται να επικαλούνται με υιϊκήν στοργή τις χάριτες αυτού και αυτοί μόνοι κληρονομούν την ουράνιον Βασιλείαν. Γι’ αυτό και ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Κορινθίους· «ή ουκ οίδατε (δεν γνωρίζετε) ότι άδικοι βα­σιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε κλέπται, ούτε πλεονέκται, ούτε μέθυσοι, ούτε λοίδοροι, ούχ άρπαγες, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α’ Κορ. στ’, 9-11). Γι’ αυτό ο Σωτήρ μας προ­σκαλεί να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας και να σηκώσωμε στον ώμο τον σταυρόν και να τον ακολουθήσωμε· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»· αναγνωρίζει μεν την ελευθερία μας και το αυτεξούσιον, αλλά και αφήνει σ’ αυτά την σωτηρία μας. Ώστε, όποιος θέλει την σωτηρία του, οφείλει να εργασθή προς απόκτησιν αυτής, αλλιώς και αυτήν θα στερηθή και την απώλεια της αιωνίου ζωής δια της αμελείας και της ακηδίας θα παρασκευάση για τον εαυτόν του και την αιώνιον κόλασι θα κληρονομήση, από την οποίαν εύχο­μαι ο Θεός να μας λυτρώση όλους.
Είναι άρα αναπόδραστος ανάγκη να ακολουθήσωμε τον Κύριον. Διότι αν ο Υιός του Θεού μας ελευθερώσει, τότε θα είμεθα αληθώς ελεύθεροι. Ναι, αληθώς, μόνον ο Υιός του Θεού ημπορεί να μας ελευθερώσει, διότι αυτός είναι η ελευθερία. «Ο δε Κύριος το Πνεύμά εστιν ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. γ’, 17)· μόνον εάν ακολουθούμε τον Σω­τήρα ημπορούμε να μείνωμε ελεύθεροι και να απαλ­λαγούμε από την δουλεία της αμαρτίας· «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας» (Ιω. η’, 34). Εάν λοιπόν θέλωμε να είμεθα ελεύθεροι, οφεί­λουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα Χριστόν.
(20ος αιών – Από τις ομιλίες του Αγίου Νεκταρίου «Περί επιμελείας ψυχής». – Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελ. 585-594)

 




Προσκυνηματικη Εκδρομή -Περίπλους στο Άγιον Όρος

Με τη χάρη Του Θεού πραγματοποιήθηκε το Σάββατο  15 Σεπτεμβρίου  η Προσκυνηματικη Εκδρομή -Περίπλους στο Άγιον Όρος της ενορίας μας. Κατά την διάρκεια του περίπλου στο περιβόλι της Παναγίας, είχαμε την ευλογία να προσκυνήσουμε χαριτόβρυτα λείψανα από την Ιερά Μονή Ξενοφώντος τα οποία μεταφέρθηκαν από την Ιερά Μονή στο πλοίο αλλά και να δούμε από απόσταση τα μοναστήρια και τις σκήτες της Δυτικής πλευράς του Αγίου Όρους. Η ευλογία απο το περιβόλι της Παναγίας μας θα μας συντροφεύει για την καινούργια εκκλησιαστική χρόνια που ξεκίνησε.

 

Ουρανούπολη

 

 

Είδαμε και δελφίνια !!!

 

Ιερά Μονή Δοχειαρίου

 

Ιερά Μονή Ξενοφώντος

 

 

Τίμιο λείψανο του αγίου Γεωργίου, προστάτη της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος. Δίπλα λειψανοθήκη της Ιεράς Μονής Ξενοφώντος Αγίου όρους στο κέντρο της υπάρχει Τίμιο Ξύλο και αποτμήματα ιερών λειψάνων: επάνω αριστερά του Αποστόλου Βαρνάβα, επάνω δεξιά του Αποστόλου Φιλίππου, κάτω αριστερά του Μεγάλου Βασιλείου και ακριβώς κάτω από το Τίμιο Ξύλο στα αριστερά του Αποστόλου Ανδρέα και στα δεξιά της Αγίας Θεομήτορος Αννης.

Ιερά Μονή αγίου Παντελεήμονος

Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου

 

Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου




Ὁμιλία εἰς τήν παραβολήν τοῦ ἀμπελῶνος καί εἰς τήν ξηρανθείσαν συκῆν

Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Δαμασκηνοῦ

Με παρακινεί προς λόγον ο ενυπόστατος Λόγος του Θεού και Πατρός, ο οποίος δεν απεχωρίσθη από τους κόλπους τού Πατρός και με τρόπον ανέκφραστον εκυοφορήθη στην μήτραν της Παρθένου΄ αυτός μολονότι έγινε προς χάριν μου ωσάν εμένα, είναι απαθής ως προς την Θεότητα, και περιεβλήθη σώμα ομοιοπαθές με το ιδικόν μου΄ αυτός που επιβαίνει σε άρματα Χερουβικά και ανέβη σε πώλον όνου, ο βασιλεύς της δόξης, αυτός που επευφημείται από τα Σεραφίμ ως άγιος μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα, αποδέχεται τα ψελλίσματα των παιδιών από την άκακο γλώσσα τους. Αυτός, ενώ είναι Θεός, έλαβε την μορφή του δούλου και διατηρεί αυτήν την μορφή του δούλου στο διηνεκές΄ ως Θεός είναι άϋλος και αόρατος, αλλά εδέχθη να λάβη σώμα ορατόν και ψηλαφητόν΄ ήλθεν εκουσίως προς το Πάθος, για να μας χαρίση την απάθειαν. Διότι επειδή είδε το πλάσμα των χειρών του, τον άνθρωπο, τον οποίον έπλασε κατ’ εικόνα και ομοίωσί του, να έχη δελεασθή από την απάτη του όφεως, να έχη παραβή την εντολήν του, να είναι υποδουλωμένος στην φθορά και υπεύθυνος για τον θάνατο, δεν άντεξε ο φύσει συμπαθής την στέρησι του ποθουμένου, αλλά με πολλούς τρόπους τον εκάλεσε προς επιστροφήν και μετάνοιαν. Τον επαίδευσε ως δούλον αχάριστον, ως νηπιόφρονα «πολυμερώς και πολυτρόπως» και εμηχανεύθη κάθε τρόπον, ώστε να αποτινάξη την δουλείαν τού τυράννου και να επανέλθη στον Πλαστουργόν του. Αλλ’ ήταν αδύνατον να επιστρέψη, αφού μια για πάντα είχεν υποδουλωθή πλήρως στην αμαρτία και την είχε συζευχθή με την προαίρεσί του. Γι’ αυτό ακριβώς ο υπεράγαθος Δεσπότης, αναλαμβάνει την φύσι μας, επειδή είδεν ότι είχεν εξασθενήσει.
Βλέποντας δηλαδή τον άνθρωπο να απειθή στις εντολές και τα σωτήρια προστάγματα, τί λέγει; Πρέπει να παιδαγωγήση με έργα αυτόν που ευρίσκεται σε άγνοια. Πρέπει να τον χειραγωγήση στις αρετές, ώστε να τις συνηθίση και να τις επιτελή μόνος του. Πρέπει να γίνω ορατός και έτσι να θεραπεύσω τον ασθενή. Πρέπει να επαναφέρω κοντά μου το πλανώμενον πρόβατον και να το οδηγήσω προς την αρχικήν του διαμονή στον Παράδεισο. Πώς όμως θα τον επιστρέψω αν δεν με ιδή; Πώς θα οδηγήσω αυτό που δεν παρακολουθεί τα βήματά μου;
Γι’ αυτό έγινεν άνθρωπος, για να διδάξη εμπράκτως με αυτά που έπραξε και έπαθε αυτόν που το αγνοούσε, με ποίον τρόπον να εργάζεται την αρετήν΄ ώστε βλέποντάς τον να κατεβαίνη κατ’ οικονομίαν προς χάριν μας από τις πατρικές αγκάλες στην γη, να έλθωμε και εμείς με την προαίρεσί μας από την μητέρα μας γη προς αυτόν΄ εφανέρωσε έτσι τον υπερβολικόν πλούτον της προς εμάς αγάπης του. Διότι κανείς δεν ημπορεί να δείξη μεγαλυτέραν αγάπην από αυτόν που θυσιάζει «την ψυχήν του υπέρ των φίλων αυτού». Πώς όμως θα δείξη την αγάπη του, αυτός που δεν έχει ψυχή; Γι’ αυτό αναλαμβάνει σάρκα, για να «οφθή επί γης και τοις ανθρώποις συναναστραφή». Γι’ αυτό αναλαμβάνει ψυχή, για να την θυσιάση υπέρ των φίλων του. Και φίλους εννοώ όχι αυτούς που τον αγαπούν, αλλά αυτούς που εκείνος ποθεί. Διότι εμείς τον εμισήσαμε, τον απαρνηθήκαμε και γίναμε δούλοι σε άλλον. Αυτός όμως έμεινε σταθερός, έχοντας αμετάβλητον την προς ημάς αγάπην του. Γι’ αυτό και έτρεξε κοντά μας. Ήλθε σ’ αυτούς που τον εμισούσαν. Κατεδίωξε αυτούς που απεμακρύνοντο, και όταν τους έφθασε δεν τους ήλεγξε με σκληρότητα, δεν τους επανέφερε κοντά του με μαστίγιον, αλλά έπραξε σαν ένας άριστος ιατρός που ενώ υβρίζεται, εμπτύεται και ραπίζεται από κάποιον μανιακόν, του προσφέρει τις θεραπευτικές του υπηρεσίες. Προσέφερε στην φύσι της ανθρωπότητος την πλέον αποτελεσματικήν θεραπεία, το δραστικώτερον και παντοδύναμον φάρμακο, την ιδία την θεότητά του. Αυτή ανέδειξε το ασθενικόν μας σαρκίον δυνατώτερον από τις αόρατες δυνάμεις. Όπως δηλαδή ο σίδηρος είναι απλησίαστος όταν ενωθή με την φωτιάν, έτσι και το χόρτο της ιδικής μας φύσεως επειδή ηνώθη με το πυρ της θεότητος έγινε απλησίαστον από τον διάβολο. Και επειδή «τα εναντία των εναντίων ιάματα», κάθε πάθος δηλαδή θεραπεύεται με το αντίθετό του, καθώς λέγουν οι μαθηταί των ιατρών, καταβάλλει και ο Θεός «τα ενάντια δια των εναντίων»: Την ηδονή με τις οδύνες, την υπερηφάνεια με την ταπείνωσι. Διότι όχι μόνον εταπείνωσε τον εαυτό του με το να γίνη άνθρωπος ενώ κατείχε τον πλούτον της Θεότητος, αλλά και ως άνθρωπος έζησε με ταπείνωσι.
Πράγματι: ποίος από τους ανθρώπους υπήρξε τόσον ταπεινός; Διότι «ούκ έχει πού τήν κεφαλήν κλίναι». Δεν είχεν υποζύγιον, ούτε δεύτερον υποκάμισον, ούτε άλλον χιτώνα. «Λοιδορούμενος ούκ αντελοιδόρει, πάσχων ούκ ηπείλει». «Ως αρνίον άκακον ήγετο (ωδηγείτο) του θύεσθαι, ούκ ερίζων, ουδέ κραυγάζων»΄ τον ερράπιζαν και έδιδε προθύμως την σιαγόνα σ’ αυτόν που τον εκτυπούσε΄ «ούκ απέστρεφε το πρόσωπόν του από αισχύνης εμπτυσμάτων». Ενώ τον αποκαλούσαν Σαμαρείτη και δαιμονισμένον και τον κατεδίωκαν, αυτός τα υπέμενε, ώστε να ακολουθήσωμε κι εμείς τα βήματά του. Όλα αυτά τα επιτελούσε με την ευδοκίαν τού Πατρός. Επειδή δηλαδή είναι Υιός ιδικός του μονογενής και ομοούσιος, μας εγνώρισε την αγάπην του Πατρός. Διότι τόσον πολύ μας ηγάπησεν ο Θεός και Πατήρ, ώστε έδωσε τον μονογενή Υιόν του ως λύτρον υπέρ ημών. Ω αγάπη ανυπέρβλητος! Τον Υιόν του τον μονογενή έδωσε, τον συμβασιλέα του, προς χάριν δούλων παρηκόων, προς χάριν των εχθρών που τον εβλασφημούσαν, ελάτρευαν τον νοητόν εχθρό και αυτόν ανεκήρυτταν Θεόν. Ω βάθος πλούτου της αγαθότητος του Θεού! Δεν προέβαλε αντίστασιν όμως ο μονογενής Υιός, δεν ηθέτησε την πατρικήν βουλή. Διότι αυτός ο ίδιος ήταν η βουλή και η θέλησις του Πατρός. Γι’ αυτό λοιπόν, επειδή ήταν κοινωνός και μέτοχος της φύσεως εκείνου (μία είναι η φύσις του Πατρός και του Υιού), υπηρετεί το θέλημα του Πατρός σαν ιδικό του και γίνεται άνθρωπος, και γίνεται υπήκοος στον Πατέρα μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού, θεραπεύοντας έτσι την ιδική μας παρακοήν. Επείγεται λοιπόν προς το Πάθος και βιάζεται να πιή το ποτήριον του θανάτου, το σωτήριον για όλον τον κόσμο. Έρχεται πεινασμένος για την σωτηρίαν της ανθρωπίνης φύσεως και δεν ευρίσκει σ’ αυτήν καρπόν΄ διότι αυτήν υποδηλώνει παραβολικώς το δένδρον της συκής… Σ’ αυτήν την συκήν, την φύσι της ανθρωπότητος, ήλθεν ο Σωτήρ οδηγούμενος από την πείνα του΄ και ζητούσε από αυτήν τον γλυκύτατον καρπόν, δηλαδή την γλυκυτάτη για τον Θεόν αρετήν, που είναι η προϋπόθεσις της σωτηρίας. Δεν ευρήκε όμως καρπόν, αλλά μόνον φύλλα, την τραχυτάτην και μοχθηροτάτην αμαρτίαν και τα κακά που φυτρώνουν από αυτήν. Γι’ αυτό την επιτιμά λέγοντας «ούκ έτι εκ σου καρπός ελεύσεται». Διότι η σωτηρία δεν θα προέλθη από άνθρωπον, ούτε η αρετή προέρχεται από ανθρωπίνην δύναμι. Εγώ θα πραγματοποιήσω την σωτηρίαν, χαρίζοντας δια του πάθους μου την ανάστασι΄ σας απαλλάσω δωρεάν από την τόσο σκληρά ζωήν. Πράγμα που βεβαίως έκαμε.
Έπειτα, ολοκληρώνοντας εμπράκτως την παραβολήν, εισέρχεται στον ναόν, επισκεπτόμενος τον πατρικόν οίκον, και ευρίσκει εκεί τους κακούς γεωργούς, τους αρχιερείς, οι οποίοι εκάθισαν μεν στον θρόνον του Μωϋσέως, απεδείχθησαν όμως λύκοι με ένδυμα προβάτου΄ αυτοί ομοιάζουν με την άκαρπον συκήν, επειδή δεν έχουν τον γλυκύτατον καρπόν, αλλά μόνο την τραχύτητα των φύλλων. Πρόσεχε λοιπόν την τραχύτητα της γλώσσης τους: «Εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; Και τις σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην»; Βλέπεις ακαρπίαν ψυχής και απιστίας; Αντί να ειπούν «εύγε, διδάσκαλε αγαθέ, που ανέστησες τον Λάζαρο νεκρόν τετραήμερον, που εδίδαξες τους χωλούς να βαδίζουν σωστά, που εδώρησες στους τυφλούς την δύναμη της οράσεως, που εθεράπευσες τους παραλυτικούς και μας απήλλαξες από όλες τις ασθένειες, που εξεδίωξες τους δαίμονες, που διδάσκεις την οδό τής σωτηρίας, αυτοί λέγουν «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς;» Ω αχάριστοι! Και αν σας ειπή θα πιστεύσετε; Αφού στον Ιωάννην, προς τον οποίον ετρέχατε σαν ρεύμα ποταμού και εξομολογούμενοι τις αμαρτίες σας εθεωρούσατε ότι ελαμβάνατε το βάπτισμα, δεν επιστεύσατε, θα πιστεύσετε τώρα αν σας ειπώ εγώ;
Ω γενεά πονηρά και άπιστος! Σεις είσθε οι πονηροί γεωργοί, οι οποίοι κατατρώγετε τον αμπελώνα του Κυρίου Σαβαώθ. Ποίον από τους Προφήτες δεν εφονεύσατε; Σας έστειλεν ο Πατήρ τους δούλους μου τους Προφήτες, για να σας ζητήσουν τον καρπόν του αμπελώνος. Εξερρίζωσα τον αμπελώνα μου από την Αίγυπτο, χρησιμοποιώντας τον Μωϋσή, και τον εφύτευσα σε γόνιμον γην, αφού εξέβαλα τα έθνη που την εκατοικούσαν και σας την εκληροδότησα, συμφώνως με τους κανόνες της κληροδοσίας. Εφύτευσα τις ρίζες του με τον νόμο και τον λόγο των Προφητών και γέμισε όλη την γη΄ τα κλήματά του έφθασαν έως την θάλασσαν και οι παραφυάδες του κατέλαβαν τους ποταμούς των εθνών. Εσείς όμως κατηδαφίσατε τον φράκτη του, την βοήθεια του νόμου, και τώρα τον τριγούν οι δαίμονες που βαδίζουν στην οδό της ζωής, αφού τον ευρίσκουν αφύλακτον΄ ο ληστής, ο αγροιόχοιρος του δάσους τον ελεηλάτησε και τον κατέφαγε το άγριο μοναχικό θηρίο.
Αυτού του καλού αμπελώνος που είχα φυτεύσει, του καρποφόρου και αληθινού, σας εζητήθη ο καρπός από τους δούλους μου, τους Προφήτες, και σεις άλλον τον ερραπίσατε, άλλον τον κατεδικάσατε σε λάκκο γεμάτο βούρκο, και άλλον τον ελιθοβολήσατε. Ιδού λοιπόν, ήλθα εγώ ο Ίδιος ο Υιός και κληρονόμος: σεβασθήτε την ιδιότητα του Υιού, εντραπήτε το αξίωμά μου, το ότι έχω μίαν και την αυτήν φύσι με τον Πατέρα. «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί» και όμως κατήλθα κοντά σας. Ευσπλαγχνίζομαι τον αμπελώνα μου. Αν και κατέβηκα στη γην, ωστόσο παραμένω στην αυλή του Πατρός μου. Αποδώσετέ μου τον καρπόν του αμπελώνος μου. Αλλά όντως, εσείς σαν κακοί γεωργοί θα ολοκληρώσετε το έργο των πατέρων σας. Εκείνοι έγιναν προφητοκτόνοι, σεις θα γίνετε θεοκτόνοι. Διότι στην κακίαν είσθε γενναιόδωροι. Εγώ είμαι ο κληρονόμος, ο λίθος ο ακρωγωνιαίος΄ αν και σεις θα με απορρίψετε, θα συντριβήτε, ενώ εγώ θα συνενώσω τους δύο λαούς, τα διεστώτα, τα επίγεια με τα επουράνια. Με εμένα οι άγγελοι και οι άνθρωποι θα γίνουν μία Εκκλησία, και ενώ είσθε εχθροί με τον Πατέρα μου, θα συμφιλιωθήτε μαζί του. Θα σας ειρηνεύσω και θα κάμω σπονδές ειρήνης το αίμα μου, που θα χυθή για την σωτηρίαν του κόσμου.
Ενώ υπαινίσσετο αυτά με παραβολές, δεν τους έπειθε. Διότι προετίμησαν να κλείσουν τους οφθαλμούς τους, ώστε να μη βλέπουν και τα ώτα τους, ώστε να μην ακούν. Γι’ αυτό δεν ανέτειλε γι’ αυτούς το φως του Ευαγγελίου. Ω παράλογος πώρωσις των ανιέρων ιερέων! Οι ίδιοι κατεδίκαζαν τους εαυτούς των, μη γνωρίζοντας τι λέγουν. Πράγματι οι ίδιοι υπέγραψαν την καταδίκη τους. Διότι όταν ηρωτήθησαν «τί ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις», χωρίς να το θέλουν απεκρίθησαν αληθώς: «Κακούς, κακώς απολέσει αυτούς». Είναι όντως δίκαιον να πάσχη όποιος έγινε κακός με την ιδική του προαίρεσι. «Τον δε αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς, οίτινες αποδώσουσι τον καρπόν εν καιρώ». Ως ιερείς που ήσαν και είχαν το αξίωμα της ιερωσύνης, προφητεύουν και χωρίς να γνωρίζουν τα αληθινά. Πράγματι ο αμπελώνας, ο λαός του Κυρίου, παρεχωρήθη στους γεωργούς εκείνους, οι οποίοι απέδωσαν στον Δεσπότην άφθονον και πλούσιον καρπόν. «Εις γαρ πάσαν την γην εξήλθεν ο φθόγγος αυτών, και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών». «Ως ωραίοι οι πόδες των ευαγγελιζομένων τα αγαθά». Αυτοί επήγαιναν ως πρόβατα μεταξύ των λύκων και μετέβαλαν τους λύκους σε πρόβατα΄ τους εθνικούς δηλαδή οι οποίοι στην αρχή τους κατεδίωκαν, τους μετέτρεψαν σε πρόβατα Χριστού και εδημιούργησαν «τω Κυρίω λαόν περιούσιον (εκλεκτόν), ζηλωτήν καλών έργων».
Ελάτε λοιπόν, αδελφοί, όσοι ελάβαμε το όνομα της πίστεως, όσοι έχουμε αξιωθή να ονομαζώμεθα λαός του Χριστού, ας μην αθετήσωμε την κλήσι μας, ας μη καταρυπώσωμε την πίστι με άτοπα έργα. Δεν αρκεί μόνο να ονομαζώμεθα πιστοί, αλλά ας δείξωμε την πίστι μας με έργα. Ένας πατέρας είχε, λέγει, δύο υιούς, και είπε στον ένα «πορεύου, εργάζου εις τον αμπελώνα» και εκείνος υπεσχέθη μεν, αλλά δεν εξεπλήρωσε την υπόσχεσι. Έπειτα λέγει και προς τον άλλον το ίδιο. Εκείνος ηρνήθη μεν με τα λόγια, εξετέλεσε όμως την προσταγή. Και έτσι ο μεν πρώτος κατηγορείτε, ενώ ο δεύτερος επαινείται. Και εμείς λοιπόν ας ενθυμηθούμε ποίον αποτασσόμεθα και με ποίον συντασσόμεθα στο βάπτισμα. Αποταχθήκαμε τον διάβολον και τους αγγέλους αυτού και κάθε τρόπον προσκυνήσεώς του΄ ας τηρήσωμε την αποταγήν αυτήν, ας μη επιστρέψωμεν όπως ο σκύλος στον εμετόν μας. Έργα του διαβόλου είναι: μοιχείες, πορνείες, ακαθαρσίες, φθόνοι, έριδες, φιλονεικίες, υποκρίσεις, υποκρισίες, καταλαλιές, ειρωνείες, θυμοί, μνησικακίες, κατακρίσεις, βλασφημίες, επωδές, επιλαλιές. Τα σημάδια της απιστίας είναι: ασπλαγχνίες, προσκολλήσεις στα κτίσματα, φιληδονίες, φιλαργυρίες, διασκεδάσεις και μέθες. Η πομπή του διαβόλου είναι: υπερηφάνειες, κενοδοξίες, η οίησις, έπαρσις, αλαζονεία, επίδειξις, ο καλλωπισμός του σώματος. Αφού αρνηθούμε κάθε σχέσι με όλα αυτά, σύμφώνα με την υπόσχεσι που εδώσαμε στον Χριστόν, ας ποθήσωμε τις αντίθετες προς αυτά αρετές΄ την αγνείαν, την σωφροσύνην, την πτωχείαν, την υπομονήν, την ειρήνην, την αγάπην, την συμπάθειαν, την ελεημοσύνην, την προσφορά σ’ αυτούς που έχουν ανάγκην, την σεμνήν εμφάνισι, την συστολή και το κόσμιον βάδισμα, τον αληθινόν λόγον, την ταπείνωσι και επάνω απ’ όλα τον ονειδισμόν του Χριστού, ώστε γινόμενοι κοινωνοί των παθημάτων του, να συμμετάσχωμε και στην δόξαν του, προσφερόμενοι στον Θεόν και Πατέρα θυσία ζωντανή και άμωμο, στην Εκκλησίαν των πρωτοτόκων, όπου είναι η κατοικία των ευφραινομένων.
Θα στρέψω τώρα προς εσένα τον λόγον μου, νύμφη του Χριστού ψυχή, που σε έχει από παλαιά ποθήσει ο Χριστός: πόθησε αξίως αυτόν που σε επόθησε΄ άνοιξε διάπλατα σ’ αυτόν τα βάθη της καρδίας σου για να κατοικήση μέσα σου ο Χριστός, μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα. Απομάκρυνε από αυτήν ο,τιδήποτε χοϊκόν και γήϊνο για να εύρη χώρον ο Θεός να έλθη μέσα της. Διότι ένας οίκος δεν ημπορεί να υποδεχθή συγχρώνως χώμα και πνοή του αέρος. Όσον χώμα βάζεις μέσα, τόσον αέρα απομακρύνεις΄ και όσον επιτρέπεις στα γήϊνα να κατοικήσουν στην καρδιά σου, τόσον εκδιώκεις το Πνεύμα το Αγιον. Από πού προέρχονται οι πορνείες; από πού οι μοιχείες; από πού οι έριδες, οι φιλονεικίες, οι φθόνοι, οι φόνοι και όλο το πλήθος των κακών; όχι από την επιθυμίαν των γηΐνων; Απομάκρυνε εντελώς την κενοδοξίαν, την μητέρα της απιστίας. Ο Χριστός λέγει «ου δύνασθε πιστεύειν εις εμέ, δόξαν παρά ανθρώπων λαμβάνοντες». Εξόρισε από την καρδιά σου κάθε οίησιν, υπερηφάνειαν, έπαρσιν. Διότι «ακάθαρτος παρά Κυρίω πας υψηλοκάρδιος». «Υπερηφάνοις αντιτάσσεται Κύριος, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».
Απαρνήσου κάθε αυθάδειαν και αυταρέσκειαν για να υποτάσσεσαι στον νόμον του Θεού, και αυτός θα σε οδηγήση στον λιμένα του θελήματός του. Μη βάλης άλλον νυμφίον στον νυμφικόν θάλαμον της καρδίας σου. Διότι ο νυμφίος σου Χριστός, αν εύρη μέσα κάποιον άλλον, τον ζηλεύει, ο γλυκύτατος, ο μόνος ποθητός, που είναι όλος γλυκασμός, όλος επιθυμία. Μόνον σ’ αυτόν άνοιξε την καρδία σου και βόησέ του: «τετρωμένης καρδίας ειμι εγώ», με εξέβαλε ο πόθος σου από τα λογικά μου, Δέσποτα. Είμαι αιχμάλωτος στον έρωτά σου. Είσελθε στον θάλαμόν σου΄ θα φιλήσω τα ίχνη των ποδών σου. Διότι δεν είμαι άξιος να ειπώ «φίλησόν με από φιλημάτων στόματός σου». Κατοίκησε και περιπάτησε μέσα μου, σύμφωνα με την αψευδή σου επαγγελίαν και κάνε με ναόν του Παναγίου Πνεύματος. Κατακυρίευσε την καρδία μου, Δέσποτα, γίνε συ ο μοναδικός κληρονόμος της και «μονήν παρ’ εμοί ποίησαι, άμα συν τω Πατρί και τω Πνεύματι». Πλάτυνε το μερίδιόν σου μέσα μου, τις ενέργειες του Παναγίου Πνεύματος. «Συ γαρ Θεός μου και δοξάζω σε, συν τω ανάρχω σου Πατρί, άμα τω αγαθώ και ζωοποιώ σου Πνεύματι, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν .
(8ος αιών- ΕΠΕ Αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, τομ. 9, σελ. 59. Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον». Σελ. 257 – 264. Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Μερκούρη)



Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ ΓΕΩΡΓΩΝ

 

†ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΝΙΚΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΛΕΤΙΟΥ

(Διασκευή ομιλίας στις 6/9/1998)

 

1. Η μακροθυμία του Θεού

 

Το Ευαγγέλιο που ακούσαμε είναι μια παραβολή. Λέγει ότι ένας οικοδεσπότης -ο Θεός- φύτευσε στον κόσμο, ανάμεσα στους ανθρώπους, έναν αμπελώνα. Εξέλεξε δηλαδή και «έφτειαξε» έναν ευλογημένο λαό.

Μέσα σ’ αυτό το αμπέλι, ο Θεός, έφτειαξε ληνό, πατητήρι, για να βγάζουν κρασί. Έχτισε και έναν πύργο για να τον φυλάσσει. Τον έφραξε καλά και τον έδωσε σε γεωργούς να εργασθούν και να του αποδώσουν τους καρπούς του. Όταν ήλθε η εποχή της συγκομιδής, έστειλε τους υπηρέτες του, οι οποίοι είπαν στους γεωργούς: «Δώστε μας από τους καρπούς, εκείνο που ανήκει στον Κύριό μας». Αλλά οι γεωργοί έπιασαν τους υπηρέτες του Βασιλέως-οικοδεσπότη, τους έδειραν και τους κακοποίησαν.

Ο μακρόθυμος οικοδεσπότης έστειλε και άλλους δούλους του και τους έκαναν τα ίδια. Στο τέλος είπε: «Θα στείλω τώρα τον Υιό μου. Αυτόν θα τον εντραπούν».

Βλέπουμε δηλαδή, ότι ο Θεός δεν οργίζεται με την παληανθρωπιά των ανθρώπων, που έπρεπε να τρέμουν τις εντολές του, αλλά με ευσπλαγχνία και με καλωσύνη κάνει μια ακόμη καλή σκέψη. «Θα εντραπούν όταν δουν τον Υιόν μου μπροστά τους».

Μα αυτοί αντί να εντραπούν, είπαν: «Αυτός είναι ο κληρονόμος. Να τον σκοτώσουμε. Και η περιουσία θα γίνει δική μας».

 

2. Οι ευάρεστες θυσίες

 

Ας εμβαθύνουμε λίγο στην παραβολή. Ο Θεός περιφρούρησε τον λαό Του με τις εντολές του νόμου Του. Και έφτειαξε για χάρη τους τον ναό και το θυσιαστήριο.

Τι σημαίνει θυσιαστήριο; Καί ποιά είναι η ευάρεστη στο Θεό θυσία;

Τι άλλο από το να «στίβει» ο άνθρωπος την καρδιά του, τον εαυτό του, τα συναισθήματά του, τους πόθους του, τις επιθυμίες του, ολόκληρο τον εαυτό του, για να βγάλει ό,τι καλύτερο έχει. Καλύτερο από τις θυσίες των αλόγων ζώων, που άλλωστε έχουν καταργηθεί, είναι να αποδίδει ευχαριστία, δοξολογία, προσκύνηση και θυσία στον ευεργέτη Θεό, στον Δημιουργό του. Που όχι μόνο έστειλε τον Υιόν του να σταυρωθεί για μας έξω από το αμπέλι του, αλλά επιπλέον υπόσχεται να μας δώσει δεκαπλάσια, εκατονταπλάσια, χιλιαπλάσια στο μέλλον στη Βασιλεία Του την αιώνια, αν βέβαια εργασθούμε με ζήλο και με συνέπεια.

Ο ληνός λοιπόν –το πατητήρι- ήταν το θυσιαστήριο της Ιερουσαλήμ. Και επήγαιναν οι άνθρωποι και προσέφεραν ό,τι ήθελε ο καθένας εις δόξαν Θεού.

Είναι γνωστή η αφήγηση για την φτωχή χήρα που προσέφερε μόνο ένα δίλεπτο, την στιγμή που άλλοι, πλούσιοι, προσέφεραν μεγάλα ποσά. Ο Χριστός είπε:

-Αυτή η χήρα έφερε περισσότερα. Ήταν μεγαλύτερη η θυσία της. Οι άλλοι έφεραν από το περίσσευμά τους, αυτή το υστέρημά της. Όχι «από το υστέρημά της». «Το υστέρημα της». Όλη της τη ζωή έκανε θυσία. Όλα όσα μάζευε σε όλη της τη ζωή…

 

3. Αμπελώνας: Η Εκκλησία και ο καθένας μας

 

Όμως το αμπέλι και εργάτες του αμπελώνος του Θεού δεν ήταν μόνο για εκείνη την εποχή οι Εβραίοι, ο ναός και οι ιερείς του. Είμαστε και εμείς σήμερα.

Είπε ο Χριστός, ότι ο Πατέρας Του ο ουράνιος, όταν σκότωσαν οι Εβραίοι τον Υιόν Του έξω από τον αμπελώνα, στον Γολγοθά, πήρε τον αμπελώνα και τον έδωσε σε άλλους γεωργούς, που θα του αποδώσουν τους καρπούς του.

Ποιά ήταν η τιμωρία των κακών γεωργών που σκότωσαν τους προφήτες και τον Υιό;

Από τότε ονομάζονται «συναγωγή του σατανά».

Η αποστολή τους ήταν να είναι άγγελοι. Να είναι όλοι στη Βασιλεία του Θεού σαν τέκνα του Αβραάμ. Εξ αιτίας της αποστασίας τους, ονομάζονται και είναι «συναγωγή του σατανά». Δηλαδή υπηρέτες του διαβόλου. Που κληρονομούν μαζί του την αιώνια κόλαση.

Τον αμπελώνα τον έδωσε ο Θεός σε άλλους γεωργούς. Σε μας.

Αυτόν τον αμπελώνα εργαζόμαστε στην Εκκλησία Του. Ακόμη αμπελώνας για τον καθένα μας, είναι ο εαυτός του, η ψυχή του.

Έχουμε υποχρέωση αυτόν τον εαυτό μας, να τον «στίψουμε» στο πατητήρι της άσκησης και του πνευματικού αγώνα, για να βγάλουμε καλό «κρασί». Να γίνει τι το κρασί; Προσφορά στο Θεό όπως γίνεται το κρασί της Θείας Λειτουργίας.

Όμως, εμείς τι κάνουμε; Αντί να στίψουμε τα πάθη μας, αντί να υποτάξουμε τον εαυτό μας, στο νόμο του Χριστού, παραμερίζοντας τις κακές μας επιθυμίες, και τις κακές μας διαθέσεις, βγάζουμε το συμπέρασμα, ότι το αμπέλι, ο εαυτός μας, μια και μας το έδωσε ο Θεός είναι δικό μας. Και το κάνουμε ό,τι θέλουμε.

Δικό μου είναι το πόδι. Όπου θέλω θα πάω.

Δική μου είναι η διάνοια. Ό,τι θέλω θα σκεφθώ.

Δική μου είναι η κοιλιά. Ό,τι θέλω θα φάω.

Δικό μου είναι το στόμα. Ό,τι θέλω θα πω.

Δικά μου είναι τα μάτια. Ό,τι θέλω θα κοιτάζω.

Δική μου είναι η καρδιά. Ό,τι θέλω θα επιθυμώ.

Και έρχονται οι προφήτες, οι απόστολοι, οι ιερείς και φωνάζουν:

-Δώσε τούς καρπούς στον ιδιοκτήτη και δημιουργό Θεό. Και ακούοντας τα κηρύγματά τους πολλοί άνθρωποι κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά και… τους δέρνουν. Πώς πέθανε ο απόστολος Πέτρος; Πώς πέθανε ο απόστολος Παύλος; Τους λιθοβόλησαν και τους έδειραν. Ποιοί; Εκείνοι που έπρεπε να έχουν καρδιά και νου, αυτιά τα «έσω» και αυτιά τα «έξω» ανοικτά για να ακούσουν τον λόγο τους και να πουν:

-Σας ευχαριστούμε. Και ευχαριστούμε με όλη μας την καρδιά τον Κύριο που σας έστειλε.

 

4. Ξανασταυρώνουμε τον Υιό; Πώς;

 

Υπάρχει «θυσιαστήριον έξω» και «θυσιαστήριον ένδον» της καρδιάς. Σ’ αυτό προσφέρονται ευάρεστες στο Θεό θυσίες δηλαδή οι αρετές. Πόσο θα ωφελούμαστε αν εξετάζαμε καλά τον εαυτό μας και φροντίζαμε να αποδίδαμε τέτοιους καρπούς.

Η Εκκλησία είναι βέβαια και πύργος. Για να μας προστατεύει. Κάθε φορά που αισθανόμαστε κίνδυνο, πρέπει τρέχουμε στην Εκκλησία. Για να προστατευθούμε και να περιφρουρηθούμε από τους εχθρούς. Αοράτους και ορατούς. Δεν υπολογίζουμε τους αοράτους εχθρούς. Γι’ αυτό γινόμαστε μέρα με την ημέρα χειρότεροι.

Όταν ο ουράνιος Πατέρας είδε ότι οι κακοί γεωργοί δεν σεβάστηκαν τους απεσταλμένους του, είπε:

-Και τώρα τι πρέπει να κάνω; Τους δούλους μου τους κακοποίησαν, ας στείλω τον Υιόν μου.

Μα οι Εβραίοι πώς φέρθηκαν στον Υιό του; Τον σκότωσαν. Τον σταύρωσαν.

Τι κάνουμε εμείς τον Υιό του Θεού; Πού τον έχουμε; Προσπαθούμε μήπως να τον βγάλουμε από τη ζωή μας; Διαφέρει σε κάτι το ότι τον απομακρύνουμε από τη ζωή μας από το να τον σταυρώνουμε; Το ίδιο δεν είναι αν το καλοσκεφθούμε;

Η παραβολή τελειώνει με ένα ερώτημα:

-Τι θα κάνει ο Θεός σ’ αυτούς τους εργάτες;

Απάντησαν οι φαρισαίοι:

-Κακούς κακώς απολέσει αυτούς. Και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς.

Τι σημαίνει αυτό;

Σημαίνει ότι αν φερθούμε ανάλογα, δεν θα έχουμε καμία θέση στην αιώνια ζωή. Στη Βασιλεία του Θεού.

Κάποτε, κατά την Τουρκοκρατία, οι Οθωμανοί έκαναν μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών σε όλη την αυτοκρατορία τους. Ήθελαν να σφάξουν όσο το δυνατόν περισσότερους χριστιανούς, για να μείνει το κράτος καθαρά οθωμανικό. Έτσι να μην υπάρχει περίπτωση να απαιτήσουν οι άλλες δυνάμεις σεβασμό των θρησκευτικών δικαιωμάτων των χριστιανών, ούτε να γίνει κάποιο κίνημα από τους υποδούλους.

Σε μια πόλη συνέλαβαν εκατοντάδες χριστιανούς και τους έθεσαν το φοβερό δίλημμα:

Ρωτούσαν έναν-ένα:

-Πιστεύεις στον Χριστό; Είσαι χριστιανός;

-Ναι.

-Τον αρνείσαι τον Χριστό και γίνεσαι μουσουλμάνος;

-Όχι!

Μία με το σπαθί και κάτω.

Αφού έσφαξαν εκατοντάδες, έφτασαν σε έναν που είχε δειλιάσει.

Τον ρωτάνε:

-Αρνείσαι τον Χριστό; Εκείνος τρέμοντας τον θάνατο είπε:

-Ναι, ναι, τον αρνούμαι.

Τον ρωτά ο Τούρκος που ήταν εκεί:

-Αν αγαπούσες τον Χριστό και σε σφάζαμε, πού θα πήγαινες;

-Στον Παράδεισο, με τους αγίους.

-Και τώρα άμα πεθάνεις πού θα πας;

Βούρκωσαν τα μάτια του και κοίταξε με αγωνία. Γιατί υπάρχει και η συνείδηση. Αλλά πριν προλάβει να απαντήσει, ο Τούρκος του είχε δώσει μια με το γιαταγάνι του και έτσι «απωλέσθηκε κακώς» ο αρνητής του Χριστού. Φυσικά η τιμωρία θα μπορούσε να έλθει μετά από χρόνια. Αυτό δεν έχει σημασία.

Όταν άκουσαν οι Εβραίοι την απόφαση του Θεού για τους κακούς γεωργούς, που είναι: «κακούς κακώς απωλέσει αυτούς και τον αμπελώνα εκδώσεται άλλοις γεωργοίς», είπαν στον Χριστό:

-Μη γένοιτο. Θεός φυλάξοι. Ποτέ να μην γίνει τέτοιο πράγμα.

Αλλά για να μην γίνει χρειάζεται επιστροφή και μετάνοια.

Χρειάζεται σκέψη σοβαρή. Χρειάζεται να μην παίρνουμε τη ζωή στα αστεία. Γιατί διαφορετικά ημέρα με την ημέρα, θα κυλιόμαστε περισσότερο στην αμαρτία.

Ο Θεός να μας δώσει διάθεση να τηρούμε με δυναμισμό το θέλημά Του και να αποδίδουμε τους καρπούς που μας ζητά. Δηλαδή ευγνωμοσύνη, ευχαριστία, δοξολογία, λατρεία, θυσία και προσφορά. Αμήν.-




Ήρθε η σειρά … των αγοριών στην κατασκήνωση

Μετα από μία ευλογημένη περίοδο των κοριτσιών γεμάτη με πνευματική χαρά και πολύ παιχνίδι ήρθε η ώρα σήμερα Δευτέρα 13 Αυγούστου για την κατασκηνωτική περίοδο των αγοριών στην κατασκήνωση ΘΑΒΩΡ στην Ελάνη Χαλκιδικής.

 

Η αναχώρηση μας από τον Άγιο Μηνά

Ξεκίνησε το πρωτάθλημα ποδοσφαίρου από την πρώτη μέρα

 

 

 

 

Καλησπέρα από την όμορφη κατασκήνωση μας

 

H πρώτη μας παράκληση

Η υποστολή μας

 

Χρόνια πολλά καλά και ευλογημένα από τη κατασκήνωση μας

 

 

 

 

 

Η κατασκήνωσή μας

Ατελείωτο παιχνίδι

Παρουσίαση για την Μακεδονία μας

Η ομάδα ποδοσφαίρου των ομαδαρχών

Πρωινό Αγιογραφικό

Όμιλος μοντελισμού

Όμιλος κατασκευών

Όμιλος δημοσιογραφίας

Όμιλος μαγειρικής

Όμιλος πληροφορικής

Όμιλος παραδοσιακών χορών

Όμιλος αυτοσχεδιασμού

Όμιλος μουσικής

 

 

 

Παρουσίαση για το Άγιο Όρος

 

 

Η γιορτή λήξης της κατασκήνωσης

 

Ομιλος μαγειρικής

 

Όμιλος μοντελισμού

 

Όμιλος μοντελισμού

 

 

 

Όμιλος μοντελισμού

 

Ομιλος δημοσιογραφίας

 

Ομιλος κατασκευών με τη μακέτα της κατασκήνωσης

 

Ομιλος ηλεκτρονικής με το παιχνίδι buzzer

 

 

Ομιλος αυτοσχεδιασμού

 

Ομιλος αυτοσχεδιασμού

 

Ομιλος αυτοσχεδιασμού

 

Ομιλος αυτοσχεδιασμού

Όμιλος μουσικής

 

Όμιλος μουσικής

 

Όμιλος μουσικής

Όμιλος παραδοσιακών χορών

 

Το γλέντι ξεκίνησε

 

 

Το ζειμπέκικο της κατασκήνωσης




Η κατασκήνωση μας ξεκίνησε!

Με πολύ χαρά και πνευματική αγαλλίαση ξεκίνησε και φέτος η κατασκηνωτική περίοδος των κοριτσιών του Ναού μας στη κατασκήνωση Θαβώρ της οσίας Ξένης στην Ελάνη Χαλκιδικής  στις 7 Αυγούστου. Τα κορίτσια μας κάτω από τον Μακεδονικό ουρανό θα περάσουν μια εβδομάδα γεμάτη με χάρη και ευλογία Χριστού με τις πρεσβείες των Αγίων μας Μηνά, Βίκτωρος και Βικεντίου. Έχοντας την ευλογία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτη μας κ.κ. Ανθίμου αλλά και τις ευχές του οικείου Ιεράρχου θα γεμίσουμε τις μπαταρίες μας με Πνεύμα Άγιο ώστε να ξεκινήσουμε με τις καλύτερες προϋποθέσεις την καινούργια σχολική και κατηχητική χρονιά που έρχεται. Καλή κατασκήνωση λοιπόν και με νεότερες ειδήσεις από τα κορίτσια μας …

 

ΠΡΩΤΗ ΜΕΡΑ 7 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Ο αγιασμός στην όμορφη εκκλησία της κατασκηνώσεως

 

Ο αγιασμός

 

Ο αγιασμός

 

Υποστολή σημαίας

 

Υποστολή σημαίας

 

ΔΕΥΤΕΡΗ ΜΕΡΑ 8 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

 

Καλημέρα από την όμορφη κατασκήνωση μας

Έπαρση σημαίας

Τραγούδι και χαρά στη κατασκήνωση μας

 

Ξεκίνησαν σήμερα οι όμιλοι δημιουργικής απασχόλησης και εκμάθησης δεξιοτεχνήτων. Τα παιδιά επέλεξαν τον όμιλο που τους αρέσει.

Παρουσίαση ομίλων

Όμιλος κατασκευών και χειροτεχνίας

Όμιλος παραμυθιού

Όμιλος δημοσιογραφίας

Όμιλος μυστηρίου

Όμιλος μαγειρικής

 

Όμιλος παραδοσιακών χορών

 

Απογευματινή συζήτηση ομάδας

 

Απογευματινή συζήτηση ομάδας

 

Παιχνίδι και χαρά

 

 

 

Όλοι βραχήκαμε

 

Απογευματινό θέμα και συζήτηση στο όμορφο αμφιθέατρο της κατασκήνωσης

 

Παράκληση στην Υπεραγία Θεοτόκο

 

Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς

 

ΤΡΙΤΗ ΜΕΡΑ 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Δίψα για γάργαρο νερό

 

Παρουσίαση ομάδας και του προστάτη αγίου της ομάδας

 

 

 

Απολαμβάνουμε το φρουτάκι μας

 

Βραδινό παιχνίδι στο γήπεδο

 

Βραδινό παιχνίδι στο γήπεδο

 

Βραδινό παιχνίδι στο γήπεδο

 

 

ΤΕΤΑΡΤΗ ΜΕΡΑ 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

Σήμερα είχαν την τιμητική τους τα παιχνίδια με το νερό!

 

 

 

 

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 

Παρουσίαση των ομίλων