Εκδρομή των κατηχητών των νεανικών μας συνάξεων στη λίμνη Πλαστήρα και στα Μετέωρα

Με τη χάρη του Θεού και τις ευχές των Αγίων  του Ιερού Ναού μας, πραγματοποιήσαμε στις 11 και 12 Απριλίου εκδρομή των κατηχητών των νεανικών μας συνάξων στη λίμνη Πλαστήρα και στα Μετέωρα. Το κέφι και η  διάθεση για ξεκούραση και πνευματική γνωριμία μεταξύ μας,  γέμισε την εκδρομή μας με πολύτιμες εμπειρίες και όμορφες αναμνήσεις.

ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΚΟΝΤΑΡΙΩΤΙΣΣΑΣ

Στο μοναστήρι του Οσίου Εφραίμ Κονταριώτισσας

 

Ο όμορφος εσωτερικός χώρος του μοναστηριού του Οσίου Εφραίμ

 

Οσιος Εφραίμ Κονταριώτισσας

 

Στον όμορφο εσωτερικό του μοναστηριού

ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΤΑ ΜΕΤΕΩΡΑ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 




Ἡ Κυριακή του Πάσχα

Fr.Lev Gillet

«Αὔτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων!…»ψάλλουμε στὴν ὀγδόη ὠδὴ τοῦ πασχαλιάτικου Ὄρθρου.

Ἡ Κυριακή του Πάσχα ὀνομάζεται «πανήγυρις πανηγύρεων». Θὰ ἦταν θεολογικὰ ἀνακριβὲς νὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι, κατὰ τρόπο ἀπόλυτο, ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Εἶναι βέβαια σπουδαιότερη ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ἢ τὰ Θεοφάνεια, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι λιγότερο σημαντικὴ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση. Ὡστόσο οἱ Πασχάλιες πανηγύρεις -καὶ ἐδῶ πρέπει στὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα νὰ συνδέσουμε καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ- δίνουν στὸ Μυστήριο τῶν Χριστουγέννων τὸ πλήρωμα τοῦ περιεχομένου τους καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἀναγκαῖο προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Πάσχα εἶναι λοιπὸν τὸ κέντρο, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ πυρήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἐξαρτᾶται ὅλος ὁ λειτουργικὸς κύκλος, ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτὴ καθορίζονται ὅλες οἱ κινητὲς γιορτὲς τοῦ ἡμερολογίου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διακηρύσσεται μὲ κάθε ἐπισημότητα κατὰ τὸν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται εἴτε τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ πολὺ νωρίς, εἴτε κατὰ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Πρὶν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία ὁ κεντημένος «Ἐπιτάφιος», ποὺ εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω στὸ ἀνθοστόλιστο κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, μεταφέρεται στὸ ἱερὸ καὶ τοποθετεῖται στὴν Ἁγία Τράπεζα. Μετὰ ἀπὸ τὸν κανόνα μὲ τὶς ἐννέα Ὠδὲς ποὺ ψάλλονται καὶ ἀπόψε, ὁ προεξάρχων ἐπίσκοπος ἢ ἱερέας ἐμφανίζεται στὴν Ὡραία Πύλη. Κρατᾶ ἕνα ἀναμμένο κερί, ἐνῶ ὁ χορὸς ψάλλει τό, «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν» .

Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς μας πίστης ὡς μυστήριο τοῦ Φωτός. Ἐκεῖνο τὸ Φῶς, τοῦ ὁποίου τὴ γέννηση ὑπέδειξε τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεέμ, ἔλαμψε ἀνάμεσά μας μὲ μία λάμψη διαρκῶς αὐξανόμενη· τὸ σκότος τοῦ Γολγοθᾶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ σβήσει. Ξαναφέγγει τώρα ἀνάμεσά μας καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναμμένα κεριὰ ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους οἱ πιστοὶ μαρτυροῦν τὸν θρίαμβό Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηλώνεται ἡ βαθιὰ πνευματικὴ σημασία τοῦ Πάσχα. Ἡ σωματικὴ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν γιὰ μᾶς χωρὶς σημασία, ἂν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ δὲν καταύγαζε ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἐσωτερικό μας. Δὲν μποροῦμε νὰ γιορτάσουμε ἐπάξια τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἂν μέσα στὴν ψυχή μας τὸ φῶς ποὺ ἔφερε ὁ Σωτήρας μας δὲν νικήσει ἐντελῶς τὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν μας.

Σχηματίζεται πομπὴ ἡ ὁποία βγαίνει ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ σταματᾶ ἔξω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία, μπροστὰ στὴν εἴσοδο. Διαβάζουν τότε τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως ἀπὸ τὸν εὐαγγελιστὴ Μάρκο (16: 1-8) καὶ στὴ συνέχεια ψάλλουν τὸ μεγαλόπρεπο θριαμβευτικὸ ἀντίφωνο τοῦ Πάσχα:

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτω θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος».

Τὸ ἀντίφωνο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται πολλὲς φορές. Ὅταν ἡ πομπὴ ἐπιστρέψει στὸν ναό, ψάλλεται ὁ Ἀναστάσιμος Κανόνας ποὺ ἀποδίδεται στὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Δαμασκηνό:

«Ἀναστάσεως ἡμέρα, λαμπρυνθῶμεν λαοί…» «Φωτίζου, φωτίζου, ἡ Νέα Ἱερουσαλήμ…» «Ώ, Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον, Χριστέ…»

Οἱ πιστοὶ ἀσπάζονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὁ χαιρετισμὸς εἶναι «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς  Ἀνέστη!».

Ὁ Ὄρθρος ἀκολουθεῖται ἀπὸ τὴ Θεία Λειτουργία τοῦ Χρυσοστόμου. Τὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων ἀναφέρεται στὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως: Στοὺς ἀποστόλους ὁ Ἀναστημένος «παρέστησεν ἑαυτὸν ζῶντα μετὰ τὸ παθεῖν αὐτὸν ἐν πολλοῖς τεκμηρίοις».

Ἴσως μᾶς φανεῖ παράξενο ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο δὲν εἶναι μία ἀκόμη διήγηση τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ Ἐκκλησία στὴν ἑορτὴ τοῦ Πάσχα ἐπιλέγει τὴν ἀρχὴ τοῦ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγελίου: «Ἐν ἀρχὴ ἦν ὁ Λόγος…». Ἴσως ὁ λόγος αὐτῆς τῆς ἐπιλογῆς νὰ εἶναι ἡ προτίμηση τῶν Ἑλλήνων χριστιανῶν γιὰ ὅ,τι συμβαίνει «ἐν πνεΰματι» -πέρα ἀπὸ τὴν κατὰ σάρκα ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ- ὑπάρχει ἡ νίκη τοῦ φωτὸς ἐπὶ τοῦ σκότους. Διότι ὁ στίχος «καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτία φαίνει καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβε» δὲν σημαίνει ὅτι τὸ σκότος δὲν δέχθηκε τὸ φῶς, ἀλλὰ μᾶλλον ὅτι τὸ σκότος στάθηκε ἀνίκανο νὰ ἐλέγξει καὶ νὰ σβήσει τὸ φῶς, αὐτὸ τὸ φῶς τοῦ ὁποίου τὸν θρίαμβο βλέπουμε σήμερα. «Καὶ ἐθεασάμεθα τὴν δόξαν αὐτοῦ…». Ἴσως, ἐπίσης, ἐπειδὴ ἡ γιορτὴ αὐτὴ μιλᾶ περισσότερο στὴν ψυχὴ τῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, θέλησε ἡ Ἐκκλησία νὰ τοὺς δώσει αὐτὴ τὴ συγκλονιστικὴ περικοπὴ ἀπὸ τὸ τέταρτο Εὐαγγέλιο, ὡς ἐπιτομὴ ὁλόκληρου τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος.

Στὸ τέλος τῆς Λειτουργίας διαβάζεται ἡ ὡραία Ὁμιλία ποὺ ἀφιερώνει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος στὸ Ἅγιο Πάσχα. Παραθέτουμε ἀποσπασματικὰ κάποιες φράσεις:

«…Εἴ τις ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τὸ δίκαιον ὄφλημα… εἴ τις μετὰ τὴν ἕκτην ἔφθασε, μηδὲν ἀμφιβαλλέτω, καὶ γὰρ οὐδὲν ξημιοῦται. Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τὴν ἐνάτην προσελθέτω μηδὲν ἐνδοιάζων. Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τὴν ἑνδεκάτην, μὴ φοβηθῆ τὴν βραδύτητα. Φιλότιμος γὰρ ὤνν ὁ Δεσπότης, δέχεται τὸν ἔσχατον καθάπερ καὶ τὸν πρῶτον… εἰσέλθετε πάντες εἰς τὴν χαρὰν τοῦ Κυρίου ἡμῶν… ἐγκρατεῖς καὶ ράθυμοι τὴν ἡμέραν τιμήσατε, νηστεύσαντες καὶ μὴ νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον… πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως… Μηδεὶς ὀδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γὰρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε…»

Αὐτὰ τὰ ὑπέροχα λόγια δημιουργοῦν ἕνα πρόβλημα: Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μοιάζει νὰ θεωρεῖ ἴσους ἐκείνους ποὺ ἔχουν πνευματικὰ προετοιμαστεῖ γιὰ τὴν ἑορτὴ μὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἔμειναν ἀπροετοίμαστοι. Καλεῖ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δέ. Μιλᾶ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει καμία διαφορὰ ἀνάμεσά τους, σὰν νὰ δέχονται ὅλοι τὴν ἴδια Χάρη. Καὶ ὅμως, ξέρουμε ὅτι τὴ Χάρη τῆς Ἀναστάσεως τὴν ἀπολαμβάνουν ἐκεῖνοι ποὺ σήκωσαν καὶ τὸν Σταυρό Του καὶ πέθαναν μαζί Του. Ξέρουμε ὅτι ἡ ὀδύνη τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς εἶναι ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα. Αὐτὸ εἶναι ἀλήθεια. Ὡστόσο ὁ Κύριός μας, μέσα στὸ μέγα Του ἔλεος, ἐπιφυλάσσει ἀπόψε στὸν ἑαυτὸ Του τὸ δικαίωμα νὰ ἀνατρέψει τὴν τάξη τῶν πραγμάτων. Ἀποκάλυψε στοὺς ἀποστόλους τὸν θρίαμβό Του, πρὶν τοὺς συνδέσει μὲ τὸ Πάθος Του. Ὅλοι, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν, Τὸν ἐγκατέλειψαν κατὰ τὶς ὀδυνηρὲς ὧρες τοῦ Γολγοθᾶ, κι ὅμως τοὺς δέχεται ἀπευθείας στὴ χαρὰ τῆς Ἀναστάσεώς Του. Αὐτὸ δὲν σημαίνει ὅτι ἄλλαξε ἡ οἰκονομία τῆς σωτηρίας μας: χωρὶς τὸν Σταυρὸ ἡ δόξα τῆς Ἀναστάσεως δὲν μπορεῖ νὰ γίνει δική μας.

Ἀλλὰ ὁ Σωτήρας οἰκονομεῖ τὴν ἀδυναμία τῶν μαθητῶν Του. Τοὺς χαρίζει σήμερα τὴ χαρὰ τοῦ Πάσχα, παρότι εἶναι τόσο λίγο προετοιμασμένοι γι’ αὐτή. Ἀργότερα, αὔριο, θὰ τοὺς μυήσει καὶ στὸ Πάθος: «Ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες ἑαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες, ὅταν δὲ γηράσεις, ἐκτενεῖς τὰς χείρας σου, καὶ ἄλλος σὲ ζώσει καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις». Τὸ λέει στὸν Πέτρο ὁ Κύριος, ὅταν ἐμφανίστηκε στοὺς ἀποστόλους στὴν ὄχθη τῆς λίμνης τῆς Γαλιλαίας. μετὰ τὴν Ἀνάσταση. Καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς μᾶς ἐξηγεῖ τὸ νόημα τῆς φράσης: «Τὸ εἶπε αὐτό, γιὰ νὰ δείξει μὲ ποιὸ θάνατο θὰ δοξάσει τὸν Θεό». Ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι θὰ μετάσχουν, μὲ τὸ μαρτύριό τους, στὸ Πάθος τοῦ Διδασκάλου τους, ἀλλὰ μόνον ἀφοῦ γίνουν κοινωνοὶ τῆς δυνάμεως τῆς Ἀναστάσεως.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο λειτουργεῖ ὁ Κύριός μας καὶ μὲ ἐμᾶς. Ἀπέχουμε πολὺ -τουλάχιστον οἱ περισσότεροι ἀπὸ ἐμᾶς- ἀπὸ τοῦ νὰ ἔχουμε πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ Πάθους. Δὲν βοηθήσαμε τὸν Ἰησοῦ νὰ σηκώσει τὸν Σταυρό Του. Δὲν συσταυρωθήκαμε μαζί Του. Τὴν ὥρα τῆς ἀγωνίας Του κοιμόμασταν. Τὸν ἐγκαταλείψαμε. Τὸν ἀρνηθήκαμε μὲ τὶς ποικίλες ἁμαρτίες μας. Κι ὅμως, παρὰ τὴν ἐλάχιστη ἑτοιμασία μας, παρὰ τὸ ὅτι δὲν εἴμαστε καθαροί, ὁ Ἰησοῦς μᾶς προσκαλεῖ νὰ εἰσέλθουμε στὴν Πασχάλια χαρά. Ἂν ἀνοίξουμε εἰλικρινὰ τὴν καρδιά μας στὴ συγγνώμη ποὺ ἀνέτειλε ἀπὸ τὸν Τάφο Του· ἂν ἀφήσουμε νὰ τὴν πλημμυρίσει τὸ Φῶς τῆς Ἀναστάσεως, ἂν προσκυνήσουμε τὴν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος, θὰ δεχθοῦμε κι ἐμεῖς τὴ δύναμη τῆς Ἀναστάσεως, τὴν ὁποία τὸ δῶρο τῆς Πεντηκοστῆς θὰ τελειοποιήσει. Τότε καὶ μόνο τότε θὰ καταλάβουμε τὸ νόημα τοῦ Σταυροῦ καὶ θὰ μπορέσουμε νὰ διεισδύσουμε, ὅσο μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ φτωχές μας δυνάμεις, στὸ Μυστήριο τοῦ Πάθους.

Νὰ λοιπὸν πὼς ἐξηγεῖται ἡ ἔκκληση τοῦ Χρυσοστόμου, ἢ μᾶλλον ἡ ὑπόσχεσή του, σὲ ὅσους δὲν εἶναι ἕτοιμοι, στοὺς «μὴ νηστεύσαντες». Ἡ Ἐκκλησία ἔκανε μία θαυμάσια ἐπιλογὴ ἐντάσσοντας αὐτὴ τὴν ὁμιλία στὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα. Ἂς τὴν ξαναδιαβάσουμε, δὲν θὰ βροῦμε γιὰ τὴ σημερινὴ μέρα καλύτερο ὑλικὸ γιὰ μελέτη.




Η Ανάσταση του Χριστού, δική μας ανάσταση

 

Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Αδελφοί και πατέρες, ήρθε το Πάσχα, η χαρμόσυνη μέρα της Αναστάσεως του Χριστού, η αιτία κάθε ευφροσύνης και αγαλλιάσεως, που έρχεται μια φορά το χρόνο, μάλλον έρχεται καθημερινά και συνεχώς σ’ εκείνους που κατανοούν το μυστικό της νόημα.Ήρθε και γέμισε τις καρδιές μας χαρά και αγαλλίαση λύνοντας τον κόπο της πάνσεπτης νηστείας και τελειοποιώντας και παρηγορώντας τις ψυχές μας.

Ας ευχαριστήσουμε λοιπόν τον Κύριο, που μάς πέρασε μέσα από το πέλαγος της νηστείας και μάς οδήγησε με ευφροσύνη στο λιμάνι της Αναστάσεώς του. Ας τον ευχαριστήσουμε και όσοι διανύσαμε τον δρόμο της νηστείας πρόθυμα, με ζέουσα προαίρεση και αγώνες για την αρετή, και όσοι υστερήσαμε από ολιγωρία και μικροψυχία, επειδή Αυτός είναι που χαρίζει γενναιόδωρα στους αγωνιστές τα στεφάνια και τους άξιους μισθούς των έργων τους και στους ασθενέστερους πάλι ως ελεήμων και φιλάνθρωπος χαρίζει τη συγγνώμη. Γιατί βέβαια υπολογίζει πιο πολύ την προαίρεση των ψυχών μας παρά τους σωματικούς κόπους, και αναλόγως ανταποδίδει τα έπαθλα και τα χαρίσματα του Πνεύματος: Η αναδεικνύοντας περίφημο και ένδοξο τον αγωνιστή ή αφήνοντας τον ακόμη στην αφάνεια, επειδή έχει ανάγκη από πιο επίπονη κάθαρση.

Το μυστήριο της Αναστάσεως

Ας εξετάσουμε όμως με προσοχή ποιο είναι το μυστήριο της Αναστάσεως του Χριστού και Θεού μας, που συντελείται μυστικώς σ’ όσους το ποθούμε, πώς δηλαδή θάπτεται ο Χριστός μέσα μας σαν σε μνήμα και πώς ενώνεται με τις ψυχές μας και ανασταίνεται συνανασταίνοντας μαζί του κι εμάς:

Ο Χριστός και Θεός μας, αφού κρεμάσθηκε στον σταυρό, σταύρωσε επάνω σ’ αυτόν την αμαρτία του κόσμου, κι αφού γεύθηκε τον θάνατο, κατέβηκε στα κατώτατα του άδη. Όπως λοιπόν τότε ανεβαίνοντας από τον άδη επέστρεψε στο άχραντο σώμα του – από το οποίο δεν αποχωρίστηκε καθόλου – κι αμέσως αναστήθηκε και μετά ανήλθε στους ουρανούς με δόξα πολλή και δύναμη, έτσι ακριβώς και τώρα, όταν εμείς εξερχόμεθα από τον κόσμο και εισερχόμεθα με την εξομοίωση των παθημάτων του Κυρίου στον τάφο της μετανοίας και της ταπεινώσεως, αυτός ο ίδιος κατεβαίνει από τους ουρανούς, εισέρχεται στο σώμα μας σαν σε τάφο, ενώνεται με τις νεκρωμένες πνευματικά ψυχές μας και τις ανασταίνει. Έτσι παρέχει την δυνατότητα σ’ εκείνον που αναστήθηκε μαζί του να βλέπει την δόξα της μυστικής του αναστάσεως.

Η Ανάσταση είναι δική μας

Ανάσταση λοιπόν του Χριστού είναι η δική μας ανάσταση, των κάτω κειμένων. Γιατί πως θα αναστηθεί αυτός που ποτέ δεν έπεσε σε αμαρτία, καθώς είναι γραμμένο, ούτε αλλοιώθηκε στο ελάχιστο η δόξα του; Ή πώς θα δοξασθεί εκείνος που είναι υπερδεδοξασμένος και εξουσιάζει τα σύμπαντα;

Η Ανάσταση και η δόξα του Χριστού, καθώς είπαμε, είναι η δική μας δόξα. Αφ’ ότου δηλαδή εκείνος οικειοποιήθηκε την ανθρώπινη φύση, όσα ενεργεί σ’ εμάς, τα επιγράφει στον εαυτό του. Η ανάσταση λοιπόν της ψυχής είναι η ένωσή της με την ζωή. Όπως ακριβώς το νεκρό σώμα δεν μπορεί να ζει, αν δεν δεχθεί μέσα του την ζωντανή ψυχή και δεν σμίξει άμικτα μ’ αυτήν, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει μόνη της, αν δεν ενωθεί αρρήτως κι ασυγχύτως με τον Θεό, που είναι η όντως αιώνια ζωή. Είναι δηλαδή νεκρή, πριν από την εν γνώσει και οράσει και αισθήσει ένωσή της με τον Χριστό, κι ας είναι νοερή κι αθάνατη από την φύση της. Γιατί ούτε γνώση χωρίς όραση υπάρχει, ούτε όραση χωρίς αίσθηση.

Να, τι θέλω να πω. Έχουμε την όραση, και μέσα στην όραση την γνώση και την αίσθηση. Αυτά τα λέω για τα πνευματικά ζητήματα, γιατί στα σωματικά και χωρίς όραση υπάρχει αίσθηση: Ο τυφλός π.χ. αισθάνεται, όταν κτυπήσει το πόδι του στην πέτρα, ενώ ο νεκρός όχι. Αλλά στα πνευματικά θέματα, αν ο νους δεν έλθει σε θεωρία των υπέρ έννοιαν, δεν αισθάνεται την μυστική ενέργεια της χάριτος. Εκείνος λοιπόν που ισχυρίζεται ότι την αισθάνεται, προτού θεωρήσει τα υπέρ νουν και λόγον και έννοιαν, μοιάζει με τον τυφλό, που καταλαβαίνει μεν τα καλά ή τα κακά που παθαίνει, μα δεν αντιλαμβάνεται ούτε κι αυτά ακόμη που είναι μπροστά του και μπορεί να του προξενήσουν την ζωή και τον θάνατο. Γιατί τα επερχόμενα σ’ αυτόν κακά ή καλά δεν τα αισθάνεται καθόλου, επειδή στερείται της οπτικής δυνάμεως και αισθήσεως, γι’ αυτό, όταν σηκώνει το ραβδί για να αμυνθεί, κάποτε κτυπά τον φίλο του αντί για τον εχθρό του, που στέκεται μπροστά στα μάτια του και τον περιγελά.

Από το βιβλίο
«Αναστασιν Χριστού Θεασάμενοι»




ΣΤΗ ΦΩΤΟΦΟΡΟ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ἁγίου  Γρηγορίου Νύσσης

«Εὐλογητός ὁ Θεός» (Λουκ. 1, 68). Ἄς ἐπαινέσουμε σήμερα τόν Μονογενή Θεό τόν δημιουργό τῶν οὐρανίων, αὐτόν πού ἔσκυψε πάνω στίς μυστικές λαγόνες τῆς γῆς καί μέ τίς φωτοφόρες ἀκτίνες του φώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα τήν ταφή τοῦ Μονογενοῦς, τήν ἀνάσταση τοῦ Νικητῆ, τή χαρά τοῦ κόσμου, τή ζωή τῶν λαῶν (Ἰω. 16, 20. Λουκ. 2, 10). Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα αὐτόν πού φόρεσε τήν ἁμαρτία (Β´ Κορ 5, 21). Ἄς εὐφημήσουμε σήμερα τόν Θεό Λόγο, πού ντρόπιασε τή σοφία τοῦ κόσμου (Α´ Κορ. 1, 20), ἐπιβεβαίωσε τήν ἀναγγελία τῶν προφητῶν, συγκέντρωσε τήν ὁμάδα τῶν ἀποστόλων, διάδωσε τήν κλήση τῆς Ἐκκλησίας καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιατί νά, ἐμεῖς πού κάποτε ἤμαστε ξένοι ἀπό τήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. 2, 13.19), γνωρίσαμε τό Θεό καί ἐκπληρώθηκε ὅ,τι ἔχει γραφεῖ: «θά θυμηθοῦν καί θά στραφοῦν στόν Κύριο ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς καί θά πέσουν νά τόν προσκυνήσουν ὅλες οἱ φυλές τῶν λαῶν» (Ψαλμ. 21, 28).

2. Τί θά θυμηθοῦν; Τήν παλαιά πτώση, τή νέα ἀνάσταση, τήν ἀρχαία παράβαση καί τήν κατοπινή διόρθωση, τό θάνατο τῆς Εὔας, τή γέννηση τῆς Παρθένου, τήν ἀποκατάσταση τῶν λαῶν, τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτωλῶν, τήν προαναγγελία τῶν προφητῶν, τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, τήν ἀναγέννηση ἀπό τήν κολυμβήθρα (Ἰω. 5, 1-30), τήν ἐπανεγκατάσταση στόν Παράδεισο, τήν ἐπιστροφή τῶν οὐρανῶν, τόν δημιουργό πού ἀναστήθηκε, ἐκεῖνον πού ἀπέθεσε ὅσα δέν τοῦ ταίριαζαν, ἐκεῖνον πού μέ τή θεϊκή μεγαλοσύνη του ξαναέχυσε σάν μέταλλο τό φθαρτό σέ ἀφθαρσία. Καί ποιά ἀπέθεσε πού δέν τοῦ ταίριαζαν; Ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ Ἠσαΐας:«τόν εἴδαμε», λέει, «καί δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε κάλλος, ἀλλά τό πρόσωπό του ἦταν ἀτιμασμένο καί στεροῦσε ὡς πρός τήν ὡραιότητα ἀπό ὅλων τῶν ἀνθρώπων» (Ἠσ. 53, 2-3).

3. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν συναναστρεφόταν μέ τούς ἀλιτήριους Ἰουδαίους καί τόν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καί δαιμονισμένο (Ἰω. 8, 48). Ὅταν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης καί τά γεννήματα τοῦ σκότους κρατοῦσαν τόν ἀχώρητο γιά νά τόν θανατώσουν. Δέν ἔλεγε ἀδικαιολόγητα ὁ Ἰωάννης γι᾿ αὐτούς, «γεννήματα ἐχιδνῶν. Ποιός σᾶς συμβούλεψε νά ξεφύγετε τήν μελλοντική ὀργή;» (Ματθ. 3, 7). Γιατί πραγματικά ἡ ὀργή τοῦ Θεοῦ θά μείνει ἐπάνω τους.

4. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν ἀντιμετώπιζαν τό βλαστό τῆς ἐπιείκειας μέ ραπίσματα καί ζητοῦσαν ἀπαντήσεις μέ ὅρκους ἀπό αὐτόν πού εἶναι δικαστής τῶν ὅρκων (Μαρκ. 14, 65).

5. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν δίκαζαν τό δικαστή καί ἔκριναν τόν κριτή τοῦ κόσμου, ὅταν ὁ δοῦλος ρωτοῦσε καί ὁ Κύριος σώπαινε, τό φῶς ἡσύχαζε καί τό σκοτάδι γαυριοῦσε, τό πλάσμα ἔδειχνε θρασύτητα καί ὁ Δημιουργός ἔδειχνε ὑπομονή.

6. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ ταῦροι χτυποῦσαν μέ τά κέρατα καί ὁ μόσχος στεκόταν, ὅταν τό λιοντάρι βρυχιόταν καί οἱ ταῦροι κοίταζαν ἀγέρωχοι, ὅπως ἔχει γραφτεῖ: «μέ περικύκλωσαν πολλά μοσχάρια καί μέ τριγύρισαν ταῦροι καλοθρεμμένοι· ἄνοιξαν τό στόμα τους καταπάνω μου σάν λιοντάρι ἁρπαχτικό» (Ψαλμ. 21, 12).

7. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν ἀλυχτοῦσαν τά σκυλιά καί ὁ ἀφέντης ἔδειχνε ἀνοχή, ὅταν οἱ λύκοι εἶχαν βγεῖ γιά ν᾿ ἁρπάξουν καί τό πρόβατο ἦταν παρόν ἐκεῖ. Ὅταν ὁ ληστής δεχόταν πρόσκληση στή ζωή, ἐνῶ ἡ ζωή τοῦ κόσμου συρόταν στό θάνατο, ὅταν ἔβγαζαν τίς ἄτακτες καί θεοκτόνες ἐκεῖνες φωνές «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. Τό αἷμα του ἐπάνω σ᾿ ἐμᾶς καί τά παιδιά μας» (Ἰω. 19, 15. Ματθ. 27, 25), οἱ φονιάδες τοῦ Κυρίου καί τῶν προφητῶν, οἱ θεομάχοι, οἱ μισόθεοι, οἱ ὑβριστές τοῦ νόμου, οἱ πολέμιοι τῆς χάριτος, οἱ ἐχθροί τῆς πίστης τῶν πατέρων, οἱ συνήγοροι τοῦ διαβόλου, τά γεννήματα τῶν ἐχιδνῶν, οἱ ψιθυριστές, οἱ καταλαλητές, ἐκεῖνοι πού εἶχαν βουτηγμένο τό νοῦ τους στό σκοτάδι, ἡ ζύμη τῶν Φαρισαίων (Ματθ. 16, 6. Μάρκ. 8, 15. Λουκ. 12, 1), τό συνέδριο τῶν δαιμόνων, οἱ μιαροί, οἱ πάμφαυλοι, οἱ λιθοβολιστές, οἱ μισόκαλοι. Καί δικαιολογημένα φώναζαν, «ἆρον, ἆρον, σταύρωσον αὐτόν». Γιατί τούς καταπλάκωνε ἡ παρουσία τῆς θεότητας μέ σάρκα καί τούς δυσαρεστοῦσε ὁ ἔλεγχος γιά τόν τρόπο ζωῆς τους. Εἶναι συνήθεια πάγια τῶν ἁμαρτωλῶν νά μισοῦν τή συναναστροφή τῶν δικαίων.

8. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν τόν φραγγέλωσαν καί βασάνιζαν τό Ἅγιο σῶμα ἐκείνου πού ὑπέφερε θεληματικά τά πάθη, γιά νά θεραπεύσει τίς παλιές πληγές τῶν ἁμαρτημάτων μας.ὅταν σήκωσε στούς ὤμους του τό ξύλο τοῦ σταυροῦ τό τρόπαιο κατά τοῦ διαβόλου· ὅταν ἔβαζαν στεφάνι ἀπό ἀγκάθια σ᾿ ἐκεῖνον πού στεφανώνει ὅσους πιστεύουν σ᾿ αὐτόν· ὅταν φόρεσαν τήν πορφύρα σ᾿ αὐτόν πού χαρίζει ἀφθαρσία σέ ὅσους ἀναγεννιοῦνται μέ νερό καί Πνεῦμα Ἅγιο (Ἰω. 3, 5. Ματθ. 27, 48)· ὅταν κάρφωσαν στό ξύλο αὐτόν πού εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου.

9. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες θριάμβευαν περιπαίζοντας τόν Κύριο τῆς στρατιᾶς τῶν οὐρανῶν.

10. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν ἔδεσαν στό καλάμι σπόγγο γεμάτο μέ ξίδι καί τόν πότιζαν δίνοντας χολή, αὐτόν πού τούς ἔριξε τό μάννα σά βροχή (Ἐξ. 16, 13-15)· ὅταν ἔσπαζαν οἱ πέτρες καί σκιζόταν τό καταπέτασμα τοῦ ναοῦ κατάπληκτα ἀπό τό θράσος τῶν ἀλιτηρίων· ὅταν ὁ ἥλιος πενθοῦσε καί φοροῦσε τό σκότος σάν πένθιμο σάκκο πενθώντας τήν πτώση τῶν Ἰουδαίων. Γιατί ἡ ἡμέρα θρηνοῦσε τίς συμφορές τῶν Ἰουδαίων, ὅταν ἡ ζωή ἦταν κρεμασμένη ἀνάμεσα στούς ληστές καί ὁ ἕνας τόν χλεύαζε καί τόν κατηγοροῦσε, ἐνῶ ὁ ἄλλος μέ τή μετάνοιά του λήστευε τόν Παράδεισο (Λουκ. 23, 39-43).

11. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν τό σῶμα παραδινόταν γιά τήν ταφή.

12. Πότε ἦταν ταπεινωμένος; Ὅταν οἱ στρατιῶτες φύλαγαν καί ἡ γῆ ἔκρυβε αὐτόν πού στήριξε τή γῆ πάνω στά νερά (Γεν. 1, 9)· ὅταν οἱ ἀπόστολοι κρύβονταν μή μπορώντας νά ὑποφέρουν τόν ὄγκο τῶν πειρασμῶν.

13. Ἀλλά πρόσεχε, ἀγαπητέ, τά θαύματα τοῦ Θεοῦ καί τά κατορθώματα τῆς χαρᾶς μετά τό πάθος. Ὁ περιφρονημένος μεταβαλλόταν σέ ἔνδοξο καί ἡ χαρά τοῦ κόσμου ἀνασταίνεται ἄφθαρτη μαζί μέ τό σῶμα. Τότε εἶχε ὠδίνες ἡ γῆ καί κυοφόρησε ἡ ἡμέρα καί ὁ θάνατος ἀπέβαλε τή ζωή τῶν ὅλων. Δέν ἦταν δυνατό νά κρατήσει ὁ θάνατος Ἐκεῖνον πού κρατεῖ τά πάντα μέ τό λόγο του.

14. Ἄς ἑορτάσουμε λοιπόν τήν τριήμερη ἀνάσταση πού ἔγινε πρόξενος αἰώνιας ζωῆς. Γιατί, ὅπως ἡ Θεοτόκος Μαρία δέ δοκίμασε παρθενικές ὠδίνες κόρης ἀνύμφευτης, ἀλλά μέ τή θέληση τοῦ Θεοῦ καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος γέννησε τόν Δημιουργό τῶν αἰώνων, τόν Θεό Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καί ἡ γῆ ἀπό τίς λαγόνες της, ἀποφεύγοντας τίς ὠδίνες τοῦ θανάτου (Πράξ. 2, 24), ἄφησε ἐλεύθερο, ὅταν διατάχτηκε τόν Κύριο τῶν Ἰουδαίων· γιατί δέν μποροῦσε νά κατέχει ἕνα σῶμα πού εἶχε γίνει φορέας ἀθανασίας. Φέροντας λοιπόν στό νοῦ ὁ προφήτης Δαβίδ τήν ἀποκατάσταση τοῦ μεγαλείου, τήν κατάργηση τοῦ θανάτου, τήν ἐλευθερία ὅσων ἦταν κάποτε δοῦλοι, φωνάζει καί λέει:«ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιάς, φόρεσε τό μεγαλεῖο του» (Ψαλμ. 92, 1).

15. Ποιό μεγαλεῖο ντύθηκε; Τήν ἀφθαρσία, τήν ἀθανασία, τή σύναξη τῶν ἀποστόλων, τό στεφάνι τῆς Ἐκκλησίας. Δέν προδίδει πιά ὁ Ἰούδας, δέν ἀπειλεῖ ὁ Καϊάφας, δέν ἁρματώνεται ὁ Ἡρώδης γιά τό φόνο τῶν παιδιῶν, δέν δικάζει ὁ Πιλάτος, οὔτε φυλακίζουν οἱ Ἰσραηλίτες. Τό φθαρτό ἔγινε ἄφθαρτο κι Ἐκεῖνος πού τόν θεωροῦσαν ἁπλό ἄνθρωπο μόνο, ἀποδείχτηκε Θεός ἀληθινός. Γι᾿ αὐτό φωνάζομε κι ἐμεῖς:«ποῦ εἶναι, θάνατε, τό κεντρί τῆς δύναμης; Ποῦ εἶναι, ἅδη, ἡ νίκη σου;» (Α´ Κορ. 15, 55). «Ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιάς, ντύθηκε μεγαλεῖο, ντύθηκε καί ζώστηκε δύναμη» (Ψαλμ. 92, 1). Δύναμη ἐννοεῖ τήν οἰκονομία τῆς ἔνσαρκης παρουσίας του, γιατί δέν εἶναι τίποτα δυνατότερο ἀπό αὐτήν.μέ τό σῶμα του ὁ ἀσώματος νίκησε τούς δαίμονες, μέ τό σταυρό ὑποδούλωσε τίς ἀντίπαλες δυνάμεις.

16. Ἐπειδή δηλαδή στήν ἀρχή ἡ ἁμαρτία συγκλόνιζε τή γῆ, ἀφοῦ ἀναστήθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός ὅπως προεῖπε, τή στερέωσε μέ τό ξύλο τοῦ σταυροῦ, γιά νά μήν βαδίζει στόν γκρεμό τῆς ἀπώλειας οὔτε νά τήν δέρνουν οἱ ἄνεμοι τῆς πλάνης. Καί μάρτυρα τοῦ λόγου μας ἄς φέρουμε τόν μακάριο Παῦλο πού λέει τά ἑξῆς.«πρέπει τοῦτο τό φθαρτό νά ντυθεῖ ἀφθαρσία καί τό θνητό αὐτό νά ντυθεῖ ἀθανασία» (Α´ Κορ. 15, 53). Γι᾿ αὐτό κι ὁ ψαλμωδός λέει:«ἕτοιμος εἶναι ὁ θρόνος σου ἀπό τότε, ἐσύ ὑπάρχεις ἀπό τόν αἰώνα» (Ψαλμ. 92, 2) καί «ἡ βασιλεία σου εἶναι βασιλεία αἰώνια, πού δέ θά καταλυθεῖ» (Δαν. 7, 14). Καί πάλι.«ἡ βασιλεία σου εἶναι βασιλεία ὅλων τῶν αἰώνων» (Ψαλμ. 144, 13). Καί πάλι:«ὁ Κύριος ἔγινε βασιλιάς, ἄς ἀναγαλλιάσει ἡ γῆ, ἄς εὐφρανθοῦν νησιά πολλά» (Ψαλμ. 96, 1), γιατί σ᾿ αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ δύναμη στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 




Η ακολουθία του Μεγάλου Σαββάτου

Με μεγάλη κατάνυξη και πολλή ευλάβεια τελέσθηκε  σήμερα στον ιερό ναό μας η ακολουθία του μεγάλου Σαββάτου σύμφωνα με το τυπικό της  παράδοσης των Ιεροσολύμων. Η θεία λειτουργία του μεγάλου Βασιλείου τελέστηκε στον Επιτάφιο οποίος βρισκόταν στο κέντρο του ναού. Η παράδοση αυτή θέλει την θεία λειτουργία να τελείται επάνω στον τάφο του Χριστού. Η μεγάλη προσέλευση των πιστών και η απόλυτη ησυχία που υπήρχε στο ναό, μας βοήθησε να νιώσουμε την χαρμολύπη  προσμένοντας την χαρά της ανάστασης. Καλη ανάσταση σε όλους μας !




Η περιφορά του επιταφίου του Ιερού Ναού μας

 

Με μεγάλη κατάνυξη και με την συμμετοχή πλήθους πιστών έγινε και φέτος η περιφορά του επιταφίου στην ενορία μας. Όπως κάθε χρόνο, η περιφορά του ανθοστόλιστου Επιταφίου, έγινε νωρίς το απόγευμα, για να μπορέσουν να την ακολουθήσουν, έμποροι και εργαζόμενοι στα καταστήματα, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Η μετοχή των πιστών στο Θείο πάθος, καθώς και προσμονή της Αναστάσεως ειναι εμφανής στην χαρμολύπη, που κυριαρχεί κάθε φορά στην περιφορά του επιταφίου η οποία τελείται μεν την μεγάλη Παρασκευη το απογευμα, αλλα ουσιαστικά εμπεριέχεται στον όρθρο του μεγάλου Σαββάτου. Καλη ανάσταση

 




Τα Άγια Πάθη και ο Επιτάφιος στην ενορία μας

Σας παραθέτουμε ενα πλούσιο φωτογραφικό αρχείο ώστε να βιώσετε μαζί μας τις στιγμές κατάνυξης και γαλήνης που ζούμε στην ενορία μας αυτές τις άγιες μέρες. ( Ευχαριστούμε τους φωτορεπόρτερ μας Ιωάννη Μπύρο και Σταύρο Λιαπόπουλο ).




Ὁ Σταυρὸς

Πρωτοπρ. Ἀλεξάνδρου Σμέμαν

Ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Μεγάλης Πέμπτης –μὲ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο: τὴν παράδοση τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας– μπαίνουμε στό σκοτάδι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, στήν ἡμέρα δηλαδὴ τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου, τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ταφῆς Του. Στήν πρώτη Ἐκκλησία αὐτὴ ἡ ἡμέρα, ἡ Μεγάλη Παρασκευή, ὀνομαζόταν «Πάσχα τοῦ Σταυροῦ». Πραγματικά, αὐτὴ ἡ ἡμέρα, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Διάβασης, τοῦ Περάσματος, τοῦ ὁποίου τὸ βαθύτερο νόημα θὰ μᾶς ἀποκαλυφθεῖ σιγὰ-σιγά, πρῶτα στή θαυμαστὴ ἡσυχία τοῦ Μεγάλου καὶ Εὐλογημένου Σαββάτου καὶ ὕστερα, στή χαρὰ τῆς Ἀναστάσιμης Ἡμέρας.

Ἂς δοῦμε πρώτα τὶ εἶναι αὐτὸ τὸ Σκοτάδι. Θὰ πρέπει νά καταλάβουμε ὅτι τὸ σκοτάδι τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς δέν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνο συμβολικὸ ἢ ἀντικείμενο ἀνάμνησης. Πολὺ συχνά, ὅταν συμμετέχουμε στίς ὄμορφες καὶ κατανυκτικὲς ἀκολουθίες αὐτῆς τῆς ἡμέρας, νιώθουμε τὴν ἐπιβλητικὴ θλίψη πού τίς διακατέχει, ἀλλὰ ταυτόχρονα βιώνουμε καὶ κάποιο αἴσθημα αὐτοθαυμασμοῦ καὶ αὐτοδικαίωσης.

Πρὶν ἀπὸ δύο χιλιάδες χρόνια κάποιοι «κακοὶ» ἄνθρωποι θανάτωσαν τὸν Χριστό. Σήμερα ἐμεῖς, οἱ «καλοὶ» Χριστιανοὶ, στολίζουμε πολυτελεῖς Ἐπιταφίους στίς Ἐκκλησίες μας! Δέν εἶναι αὐτὸ τρανὸ σημάδι τῆς «καλοσύνης μας;»… Ναί, ἀλλὰ ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ δέν ἀσχολεῖται ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο μὲ τὸ παρελθὸν. Δέν εἶναι μία ἁπλὴ ἀνάμνηση γεγονότων, ἀλλὰ εἶναι ἡμέρα πού ἀποκαλύπτεται ἡ Ἁμαρτία καὶ τὸ Κακὸ, ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ ν’ ἀναγνωρίσουμε τὴν τραγικὴ πραγματικότητά τους καὶ τή δύναμή τους στόν «κόσμο τοῦτο». Γιατὶ ἡ Ἁμαρτία καὶ τὸ Κακὸ δέν ἑξαφανίστηκαν, ἀλλά ἀντίθετα, ἀποτελοῦν ἀκόμα τὸ βασικὸ νόμο τοῦ κόσμου καὶ τῆς ζωῆς μας.

Ἀλλὰ μήπως καὶ μεῖς, οἱ αὐτοκαλούμενοι Χριστιανοί, συχνὰ δέν ἔχουμε τή λογική τοῦ κακοῦ πού εἶχαν οἱ Ἀρχιερεῖς τῶν Ἑβραίων, ὁ Πόντιος Πιλᾶτος, οἱ Ῥωμαῖοι στρατιῶτες καὶ ὅλο ἐκεῖνο τὸ πλῆθος πού μισοῦσε, βασάνιζε καὶ φόνευε τὸν Χριστό; Ποιά στάση θὰ κρατούσαμε ἄραγε ἂν ζούσαμε στά Ἱεροσόλυμα τὴν ἐποχὴ τοῦ Πιλάτου; Αὐτὴ εἶναι μία ἐρώτηση πού ἀπευθύνεται στόν καθένα μας μέσα ἀπὸ τὶς λέξεις τῶν ὕμνων τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Τούτη ἡ ἡμέρα εἶναι πραγματικὰ ἡ «ἡμέρα τοῦ κόσμου τούτου»  κρίνεται ὁ κόσμος μας, ἀληθινὰ καὶ ὄχι συμβολικά, καὶ καταδικάζεται. Εἶναι μία πραγματικὴ καὶ ὄχι τελετουργικὴ καταδίκη τῆς ζωῆς μας… Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀληθινῆς φύσης «τοῦ κόσμου τούτου» πού προτίμησε τότε, ἀλλὰ καὶ τώρα συνεχίζει νά προτιμάει, τὸ σκοτάδι ἀντὶ τὸ φῶς, τὸ κακὸ ἀντὶ τὸ καλό, τὸ θάνατο ἀντὶ τή ζωή. Ἔχοντας καταδικάσει τὸν Χριστὸ σὲ θάνατο ὁ «κόσμος τοῦτος» καταδίκασε ταυτόχρονα καὶ τὸν ἑαυτὸ του σὲ θάνατο.

Στό μέτρο πού καὶ ἐμεῖς ἀποδεχόμαστε τὸ πνεῦμα τοῦ «κόσμου τούτου», τὴν ἁμαρτία του, τὴν προδοσία του κατὰ τοῦ Θεοῦ, εἴμαστε καὶ ἐμεῖς ἐπίσης καταδικασμένοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτο καὶ φοβερὰ ῥεαλιστικὸ νόημα τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς: Μία καταδίκη σὲ θάνατο…  Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἡμέρα, ὁπότε φανερώθηκε καὶ θριάμβευσε τὸ Κακό, εἶναι ἐπίσης καὶ ἡμέρα Λύτρωσης. Ὁ Θάνατος τοῦ Χριστοῦ ἀποκαλύπτεται σωτήριος γιά μᾶς, γίνεται πηγὴ λύτρωσης. Καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ Θάνατος σωτήριος γιατὶ εἶναι ἡ πλήρης, ἡ τέλεια καὶ ἡ ὑπέρτατη Θυσία. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς προσφέρει τὸ Θάνατό Του στόν πατέρα Του• τὸν προσφέρει ἐπίσης καὶ σὲ μᾶς. Στόν πατέρα Του γιατί, ὅπως θὰ δοῦμε παρακάτω, δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά «πατήσει» (νά καταστρέψει) τὸ θάνατο, νά σώσει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ θάνατο. Αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα: Μέ αὐτὸν ἄνθρωποι νά σωθοῦν ἀπὸ τὸ θάνατο διὰ τοῦ θανάτου. Σὲ μᾶς προσφέρει ὁ Χριστὸς τὸ Θάνατό Του γιατὶ, στήν πραγματικότητα, ὁ Χριστὸς πεθαίνει ἀντὶ γιά μᾶς.

Ὁ θάνατος εἶναι ὁ φυσικὸς καρπὸς τῆς ἁμαρτίας• εἶναι τιμωρία σὰν φυσικὴ συνέπεια τῆς ἀποστασίας. Ὁ ἄνθρωπος διάλεξε νά ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλὰ μὴ ἔχοντας ζωὴ ἀφ’ ἑαυτοῦ του, πεθαίνει. Στόν Χριστὸ δέν ὑπάρχει ἁμαρτία, ἑπομένως δέν ὑπάρχει θάνατος. Δέχεται ὅμως νά πεθάνει γιά μᾶς, μόνο καὶ μόνο γιατὶ μᾶς ἀγαπάει. Προσλαμβάνει καὶ μοιράζεται μαζὶ μας τὴν ἀνθρώπινη φύση μέχρι τέλους. Παίρνει ἐπάνω Του τὴν τιμωρία (θάνατος) πού ἡ ἀνθρώπινη φύση ἔχει νά πληρώσει, γιατὶ ὁ Χριστὸς προσλαμβάνει ὁλόκληρη τή φύση μας μαζὶ μὲ τὸ φορτίο τοῦ ἀνθρώπινου ξεπεσμοῦ. Πεθαίνει ὁ Χριστὸς γιατὶ ἔχει οὐσιαστικὰ ταυτίσει τὸν Ἑαυτὸ Του μὲ μᾶς, ἔχει κυριολεκτικὰ ἐπωμιστεῖ τὴν τραγωδία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ Θάνατός Του, λοιπόν, εἶναι ἡ μεγαλειώδης ἀποκάλυψη τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς ἀγάπης Του. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θάνατός Του εἶναι ἀγάπη, εὐσπλαχνία, φιλανθρωπία, ἀλλάζει αὐτόματα ἡ φύση τοῦ θανάτου. Ἀπὸ τιμωρία γίνεται πράξη πού ἀντανακλᾶ ἀγάπη καὶ συγχώρεση, δηλαδὴ ὁ θάνατος γίνεται τὸ τέλος τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τῆς μοναξιᾶς. Ἡ καταδίκη μετατρέπεται σὲ συγγνώμη, σὲ ζωή…

Τελικά, ὁ Θάνατος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἶναι σωτήριος θάνατος ἐπειδὴ ἐκμηδενίζει τὴν πηγὴ τοῦ θανάτου: τὸ Κακό. Ὁ Χριστὸς δέχεται τὸ θάνατο ἀπὸ ἀγάπη γιά τὸν ἀνθρωπο, καὶ προσφέρει τὸν Ἑαυτὸ Του στούς φονευτὲς Του, οἱ ὁποῖοι κερδίζουν φαινομενικὰ τή νίκη. Ὅμως στήν οὐσία αὐτὴ ἡ νίκη εἶναι ἡ ὁλοκληρωτικὴ καὶ ἀποφασιστικὴ ἧττα τοῦ Κακοῦ.  Γιά νά θριαμβεύσει τὸ Κακὸ θὰ πρέπει νά ἐκμηδενίζεται τὸ Καλὸ καὶ νά ἀποδεικνύεται τὸ Κακὸ σὰν τέλεια ἀλήθεια γιά τή ζωή, νά δυσφημίζεται τὸ Καλὸ καί, μὲ μία λέξη, νά φανερώνει τὸ Κακὸ τὴν ὑπεροχὴ του. Ἀλλὰ ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἔπαθε ὁ Χριστός, εἶναι ὁ μόνος πού θριαμβεύει. Τὸ Κακὸ δέν ἔχει τὴν παραμικρὴ δύναμη ἐπάνω Του, γιατὶ δέν εἶναι δυνατὸν ὁ Χριστὸς νά δεχτεῖ τὸ Κακὸ σὰν ἀλήθεια. Ἔτσι μὲ τὸν Χριστὸ ἡ ὑποκρισία ἀποκαλύπτει τὸ ἀληθινὸ πρόσωπό της σὰν ὑποκρισία, ὁ φόνος σὰν φόνος, ὁ φόβος σὰν φόβος• καὶ καθὼς ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σιωπηλὰ πορεύεται πρὸς τὸ Σταυρὸ καὶ τὸ Τέλος, ἡ ἀνθρώπινη τραγωδία φτάνει στήν ἀποκορύφωσή της.

Ὁ θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ, ἡ νίκη Του κατὰ τοῦ Κακοῦ, ἡ δόξα Του γίνονται ὅλο καὶ περισσότερο ἐμφανῆ. Βλέπουμε δὲ σταδιακὰ αὐτὴ τή νίκη νά τὴν ἀναγνωρίζουν, νά τὴν ὁμολογοῦν καὶ νά τὴν διακηρύσσουν πρῶτα ἡ γυναῖκα τοῦ Πιλάτου, ὕστερα ὁ συσταυρωμένος ληστὴς καὶ ὁ κεντηρίωνας. Καὶ καθὼς ὁ Χριστὸς πεθαίνει στό Σταυρό, ἀφοῦ ἀποδέχτηκε ὁλόκληρη τή φρίκη τοῦ θανάτου: τὴν ἀπόλυτη μοναξιὰ («Θεέ μου, Θεέ μου, ἵνα τὶ μὲ ἐγκατέλιπες;»), δέν ἔμεινε παρὰ νά ἀκουστεῖ ἡ τελευταία ὁμολογία: «ἀληθῶς Θεοῦ Υἱὸς ἦν οὗτος»… Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ Θάνατος, αὐτὴ εἶναι ἡ Ἀγάπη, ἡ Ὑπακοὴ καὶ ἡ πληρότητα τῆς Ζωῆς πού καταστρέφει ὅ,τι ἔκανε τὸ θάνατο παγκόσμιο μοιραῖο προορισμό. «Καὶ τὰ μνημεῖα ἀνεῴχθησαν, καὶ πολλὰ σώματα τῶν κεκοιμημένων ἁγίων ἠγέρθη…» (Ματθ. 27, 52). Ἤδη ἀρχίζει νά ἀκτινοβολεῖ ἡ ἀνάσταση…

Αὐτὸ εἶναι τὸ διπλὸ μυστήριο τῆς ἡμέρας αὐτῆς, τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, καὶ οἱ ἀκολουθίες μὲ τοὺς ὑπέροχους ὕμνους τὸ ἀποκαλύπτουν καὶ μᾶς καλοῦν νά συμμετέχουμε σ’ αὐτό. Στούς ὕμνους τῆς ἡμέρας αὐτῆς βλέπουμε ἀπὸ τή μιά μεριὰ τή διαρκή ἔμφαση στό πάθος τοῦ Χριστοῦ σὰν τὴν ἁμαρτία τῶν ἁμαρτιῶν, τὸ ἔγκλημα τῶν ἐγκλημάτων. Στόν Ὄρθρο, ποὺ γίνεται τή Μεγάλη Πέμπτη τὸ βράδυ, διαβάζονται τὰ δώδεκα Εὐαγγέλια τῶν Παθῶν τοῦ Κυρίου. (Συνηθίζουμε νά λέμε ἔτσι δώδεκα Εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα διαλεγμένα ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια τῶν τεσσάρων Εὐαγγελιστῶν τῆς Καινῆς Διαθήκης). Τὰ δώδεκα, λοιπόν, αὐτὰ Εὐαγγελικὰ ἀποσπάσματα μᾶς βοηθοῦν νά παρακολουθήσουμε βῆμα μὲ βῆμα ὅλα τὰ πάθη τοῦ Χριστοῦ.

Τή Μεγάλη Παρασκευή τὸ πρωὶ διαβάζονται οἱ Ὧρες στή θέση τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἡ Μεγάλη Παρασκευὴ εἶναι ἡ μοναδικὴ ἡμέρα τοῦ ἔτους κατὰ τὴν ὁποία δέν τελεῖται Θεία Λειτουργία. Καὶ αὐτὸ ἀκόμα δείχνει πώς τὸ Ἱερὸ Μυστήριο τῆς Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ (ἡ Θεία Εὐχαριστία) δέν ἀνήκει στόν «κόσμο τοῦτο», στόν κόσμο τῆς ἁμαρτίας, τοῦ σκότους καὶ τοῦ θανάτου, ἀλλὰ εἶναι τὸ Μυστήριο τοῦ «κόσμου πού ἔρχεται». Μετὰ τὶς Ὧρες ἀκολουθεῖ ὁ Ἑσπερινὸς καὶ στό τέλος γίνεται ἡ Ἀποκαθήλωση τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ Σταυρὸ καὶ ὁ ἐνταφιασμὸς Του. Οἱ ὕμνοι, στίς ἀκολουθίες αὐτές, καὶ τὰ ἀναγνώσματα εἶναι γεμάτα ἀπὸ σοβαρὲς κατηγορίες ἐναντίον αὐτῶν πού μὲ τή θέλησή τους καὶ ἐλεύθερα ἀποφάσισαν νά φονεύσουν τὸν Χριστὸ, δικαιολογώντας αὐτὸν τὸ φόνο μὲ τή θρησκεία τους, τὴν ὑπακοὴ στήν πολιτεία τους καὶ γιά λόγους πρακτικοὺς ἢ γιά λόγους ἐπαγγελματικῆς ὑπακοῆς.

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ βλέπουμε, στούς ὕμνους τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς, τή θυσία τῆς ἀγάπης πού προετοιμάζει τὴν τελικὴ νίκη, νά εἶναι ἐπίσης παροῦσα ἐντελῶς ἀπὸ τὴν ἀρχή. Τὸ πρῶτο ἀπὸ τὰ δώδεκα Εὐαγγέλια τοῦ Ὄρθρου (Ἴω. 13, 31-18, 1) ἀρχίζει μὲ τή γεμάτη ἱεροπρεπή ἀναγγελία τοῦ Χριστοῦ: «Νῦν ἐδοξάσθη ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ Θεὸς ἐδοξάσθη ἐν αὐτῷ». Στό παρακάτω στιχηρὸ –ἕνα ἀπὸ τὰ τελευταῖα τοῦ Ἑσπερινοῦ τῆς ἡμέρας– διαφαίνεται καθαρὰ ἡ ἀνατολὴ τοῦ φωτός, ζωντανεύει ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ βεβαιότητα ὅτι «μὲ τὸ θάνατο θὰ νικηθεῖ ὁ θάνατος…».

«Ὅτε ἐν τῷ τάφῳ τῷ κενῷ, ὑπὲρ τοῦ παντὸς κατετέθης, ὁ Λυτρωτὴς τοῦ παντός, Ἅδης ὁ παγγέλαστος, ἰδὼν σε ἔπτηξεν• οἱ μοχλοὶ συνετρίβησαν, ἐθλάσθησαν πύλαι, μνήματα ἀνοίχθησαν, νεκροὶ ἀνίσταντο. Τότε ὁ Ἀδὰμ εὐχαρίστως, χαίρων ἀνεβόα σοι• Δόξα τῇ συγκαταβάσει σου Φιλάνθρωπε»

Ὅταν στό τέλος τοῦ Ἑσπερινοῦ μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἀφοῦ γίνει ἡ ἀποκαθήλωση, βάζουμε στό κέντρο τοῦ ναοῦ τὸν Ἐπιτάφιο μὲ τὴν εἰκόνα τοῦ Κυρίου στόν τάφο, ὅταν πιὰ ἡ μεγάλη αὐτὴ ἡμέρα βρίσκεται στό τέλος, ξέρουμε ὅτι καὶ ἐμεῖς βρισκόμαστε στό τέλος τῆς μακρᾶς ἱστορίας τῆς σωτηρίας καὶ τῆς λύτρωσης. Ἡ Ἑβδόμη Ἡμέρα, «Ἡμέρα τῆς ἀναπαύσεως», τὸ εὐλογημένο Σάββατο ἔρχεται. Μαζὶ του ἔρχεται ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Ζωηφόρου Τάφου…

Ἀπό το βιβλίο:Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ…

Ἐκδ. Ἀκρίτας 1990




Ἀτενίζοντας τὸν Σωτῆρα στό Σταυρό

 

Tοῦ Ἀρχιμ. Lev Gillet

Κύριε, στέκομαι κάτω ἀπὸ τὸ σταυρὸ σου μαζὶ μὲ τὴ Μητέρα σου, μαζὶ μὲ τὸν ἀγαπημένο μαθητή, μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες ποὺ σοῦ ἔμειναν πιστές.

Τολμῶ νὰ ὑψώσω τὰ μάτια μου σὲ σένα καὶ ν᾽ ἀτενίσω τὴ θυσία σου. Σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀντίκρισμα μαθαίνω ὅ,τι δὲν κατόρθωσα νὰ μάθω οὔτε καὶ μέσα στὰ κείμενα τοῦ Εὐαγγελίου.

Τὰ πόδια σου εἶναι καρφωμένα στὸ ξύλο. ῾Ο σταυρός σου εἶναι τὸ πατητήρι ὅπου πατήθηκε τὸ ἀληθινὸ σταφύλι.

Ἐνῷ μπορεῖς, δὲν θέλεις νὰ φύγεις. Σ᾽ αὐτὴ τὴ συνάντηση ποὺ μοῦ ὅρισες μὲ περιμένεις. Καρφωμένος στὸ σταυρὸ ὑποτάσσεις τὸν ἑαυτό σου σ’ αὐτὴ τὴν ἀναμονή μου.

Μπορεῖ νὰ μὴν ἔλθω. Μὰ σὺ εἶσαι ἐκεῖ καὶ μένεις ἐκεῖ ὅπου ἀφέθηκες νὰ σὲ καρφώσουν.

Τὰ χέρια σου εἶναι ἁπλωμένα. Ἀνοίγουν γιὰ νὰ καλέσουν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν θέλουν νὰ κλείσουν. Τὰ καρφιὰ τὰ κρατοῦν σ᾽ αὐτὴ τὴ στάση ποὺ προκαλεῖ καὶ ἀγκαλιάζει. Μοῦ λένε σιωπηλά: «῎Ελα».

Τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο. Τὸ γέρνεις σὲ μιὰ κίνηση ποὺ προσκαλεῖ. Ἀποδέχθηκες καὶ συγκεφαλαίωσες τὴ θέληση τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς τὴ δικὴ σου ὡς Υἱοῦ, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κλίνεις τὸ κεφάλι σὰν δεῖγμα ὑποταγῆς σ᾽ αὐτὸ ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη τῶν Τριῶν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ταυτόχρονα τὸ κεφάλι εἶναι γειρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται ἐκεῖ μπροστά σου. Πρὸς αὐτοὺς ποὺ σὲ ἀγάπησαν καὶ πρὸς ἐκείνους ποὺ φώναξαν «σταύρωσον αὐτόν».

Εἶναι γυρμένο πρὸς αὐτοὺς ποὺ πονοῦν καὶ πορεύονται στενάζοντες, πρὸς ἐκείνους ποὺ ἀναζητοῦν χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν.

Τὰ μάτια σου τώρα ἔχουν κλείσει. Μέσα στὸ ἴδιο ἐσωτερικὸ ὅραμα βλέπουν τὸν Πατέρα καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Πρὸς τὰ δὺο αὐτὰ ἀντικείμενα τῆς ἀγάπης σου κατευθύνεται τώρα ὁλόκληρη ἡ ὕπαρξή σου.

Τὸ αἷμα κυλάει ἀπ᾽ τὸ μέτωπό σου, ἀπ᾽ τὰ χέρια σου, ἀπ᾽ τὸ μαστιγωμένο σῶμα σου. Κυλάει ἀργὰ σὲ κόκκινα ρυάκια. Θὰ τρέξει ἐπίσης κι ἀπ᾽ τὴν τρυπημένη πλευρά σου, σὰν νὰ εἶχε διαρραγεῖ ἡ καρδιά σου κάτω ἀπ᾽ τὴν πίεση τῆς ὀδυνωμένης ἀγάπης σου.

Τὸ ποτήρι χύνεται σὲ σπονδή.

Ὁ ἀκάνθινος στέφανος πληγώνει τὸ κεφάλι σου. Τοποθετημένα κυκλικὰ αὐτὰ τὰ ἀγκάθια μοιάζουν μὲ τὶς ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων τὶς συγκεντρωμένες καὶ τοποθετημένες τὴ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη προκειμένου νὰ φορτωθοῦν ἐπάνω σου. ῞Ολες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων δεμένες μαζί.

Μὰ γύρω ἀπ᾽ τὸ κεφάλι αὐτὸ βλέπω ἀκτῖνες φωτός. ῞Ενας χρυσὸς φωτοστέφανος τυλίγει τὸ μέτωπό σου τὸ ματωμένο. Αὐτὴ ἡ λάμψη δίνει τὸ νόημά της στὴν ἀτελῆ εἰκόνα τοῦ Ἐσταυρωμένου. Διότι ὁ Ἐσταυρωμένος εἶναι Κύριος καὶ Λυτρωτής.

Ἰησοῦ, μπροστὰ στὸ σταυρό σου δὲν μιλάω πιὰ οὔτε κἂν σκέπτομαι. ῎Εχω στηλώσει σὲ σένα τὰ μάτια καὶ σὲ κάθε ἀναπνοή μου, σὲ κάθε κτύπο τῆς καρδιᾶς μου, θὰ ἤθελα νὰ χαραχθεῖ πιὸ βαθειὰ μέσα μου ἡ εἰκόνα σου.

«Εἴσαστ᾽ ἐκεῖ, ὅταν σταύρωσαν τὸν Κύριό μου;» ῾Ο στίχος τοῦτος ἑνὸς νέγρικου θρησκευτικοῦ τραγουδιοῦ θέτει ἕνα ἐρώτημα ἐπίκαιρο καὶ ὀξύ.

Εἶμαι ἱκανὸς ν᾽ ἁπλώσω στὶς διαστάσεις τοῦ σύγχρονου παγκόσμιου Γολγοθᾶ τὴ φτωχή μου φαντασία, τὴν τόσο στενὴ καὶ κλεισμένη στὸν ἑαυτό της; Μπορῶ νὰ εἶμαι παρὼν στὶς ἀγωνίες τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ τὸ κακὸ βασανίζει ἤ ποὺ οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι κάνουν νὰ ὑποφέρει (μερικὲς φορὲς ἐν ὀνόματί σου, ὢ Χριστέ!);

Μπορῶ νὰ εἶμαι παρὼν στὴν προσωπικὴ συνάντηση τοῦ Ἰησοῦ μὲ κάθε δυστυχισμένο; Στὴν προσωπικὴ συνάντηση, στὸ «ἐνώπιος ἐνωπίῳ»;

Ναί. Ἀπ᾽ τὴ μιὰ μεριὰ ἕνα κεφάλι ἀνθρώπινο. Ἀπ᾽ τὴν ἄλλη ἡ ἁγία Μορφή, χλευασμένη, πληγωμένη.

Θὰ εἶμαι παρὼν ἐν πνεύματι σ᾽ αὐτὲς τὶς συναντήσεις, ἄν ἔχω μέσα μου χαραγμένη αὐτὴ τὴν ἁγία Μορφή.

Πηγή κειμένου : imaik.gr




ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

 

Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό τήν γιαγιά σου κάτι (σάν παραμύθι!), γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ. Καί ρωτᾶς: Ποία εἶναι ἡ πραγματικότητα;
Διάβασε τήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ντροπή νά μήν ξέρωμε τήν Πίστη μας. Ἄφησε στήν ἄκρη κάθε ἄλλο διάβασμα! Ἄρχισε τήν μελέτη σου ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια. Αὐτή εἶναι ἡ πιό σπουδαία καί ἡ πιό λυτρωτική μελέτη. Πρώτη στήν σειρά, ἔρχεται ἡ γνώση τῆς Πίστεως. Καί μετά ἡ κάθε ἄλλη γνώση. Νά τόν μελετᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίνει ἀξία στόν δικό μας λόγο. Ὅπως τά διαμάντινα στά γυναικεῖα κοσμήματα.

Ἡ ἁγία Γραφή δέν μᾶς τό λέει καθαρά ὅτι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ εἶναι πέντε. Μά εἶναι ἡ φοβερή πραγματικότητα: δύο στά χέρια˙ δύο στά πόδια˙ καί μία στά πλευρά. Ἀπό τά καρφιά. Καί ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλογοῦσαν! Τρυπημένα τά πόδια πού βάδιζαν τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας! Τρυπημένη ἡ πλευρά, πού ἄναψε τήν θεία καί ἱερή φλόγα τῆς ἀγάπης!
Ἔτσι τό θέλησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.
-Νά Τοῦ τρυπηθοῦν τά χέρια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἐκάμαμε μέ τά χέρια μας- (φόνους, κλεψιές, βιαιότητες).
-Νά Τοῦ τρυπήσουν τά πόδια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά πόδια, (ἕνα δάσος πόδια!), πού ἔτρεξαν νά κάνουν τό κακό, τό κάθε κακό!
-Τοῦ τρύπησαν τήν πλευρά κοντά στήν καρδιά, γιατί ἡ δική μας καρδιά, ἦταν γεμάτη μέ κάθε κακό˙ ἀσέβεια, βλάσφημες σκέψεις, κτηνώδεις ἐπιθυμίες, μῖσος καί φθόνο, καί σχέδια δαιμονικά ἐναντίον ἀδελφῶν, ἐναντίων φίλων, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ!
-Τρυπήθηκαν τά χέρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θεραπευθοῦν οἱ ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά δικά σου χέρια!
-Τρυπήθηκαν τά πόδια Του, γιά νά ἐπιστρέψουν τά πόδια τά δικά σου ἀπό τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας!
-Τρυπήθηκε ἡ πλευρά Του, γιά νά καθαρίσει ἡ δική σου καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές σκέψεις καί ἐπιθυμίες!

Ὅταν ὁ Κρόμβελ, ὁ φοβερός αὐτός δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τίς περιουσίες τῶν Μοναστηριῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν, ἔγινε μιά μεγαλειώδεις πορεία διαμαρτυρίας. Μιά διαδήλωση. Χιλιάδες λάβαρα καί πανώ, πού ἔγραφαν «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ». Καί ὁ δικτάτορας ὑποχώρησε. Μετάνοιωσε. Ὄχι γιά ἄλλο λόγο. Σεβάστηκε τά λόγια, πού ἦταν γραμμένα στό πλακάτ: Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ!
Μάθε νά τίς σέβεσαι καί σύ!
Πέντε εἶναι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ! Πέντε οἱ κρουνοί τοῦ Αἵματός Του. Ἀπό αὐτές ἔρρευσε τό Αἷμα Του, πού ἁγίασε τήν γῆ καί ἐξηγόρασε τό ἀνθρώπινο γένος. Μέ τό Αἷμα Του, πού ἔρρευσε ἀπό τίς πέντε πληγές Του πλένει τόν κάθε πιστό Του.

Σάν θαυματουργός καί παντοδύναμος ὁ Κύριος ἐπῆρε πέντε ψωμιά, καί ἔθρεψε μέ αὐτά πέντε χιλιάδες ψυχές! Ἔτσι καί μέ τό Αἷμα Του. Μπορεῖ νά θρέψει ψυχικά ἑκατομμύρια πιστῶν! Αὐτό εἶναι ἡ Θεία Μετάληψη!
Φρόντισε λοιπόν τήν Μεγάλη Παρασκευή νά σταθῆς κάτω ἀπό τόν Σταυρό Του. Καί παρακάλεσέ Τον. Νά σέ καθαρίσει καί σένα μέ τό Αἷμα Του. Καί νά ζωοποιήσει τήν ψυχή σου. Ὥστε, τήν Ἀνάσταση, νά φωνάζεις καί σύ μαζί μέ τίς ἅγιες μυροφόρες ὅτι Ἀνέστη ὁ Κύριος ὄντως.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος