Η σημασία των συμβολισμών στην Θεία Λειτουργία

Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή

Η Θεία Λειτουργία είναι τύπος της διαχρονικής Θείας Λειτουργίας που τελείται στον ουράνιο κόσμο και περιγράφεται μερικώς στο ιερό λειτουργικό βιβλίο της Αποκαλύψεως του αγίου Ιωάννου του θεολόγου. Ο τύπος που τελείται σήμερα από την Εκκλησία δια χειρών των ειδικών ιερέων, εμπεριέχει πλήθος από συμβολισμούς τους οποίους οφείλει να ξέρει ο πιστός ώστε όχι απλά να παρακολουθεί αλλά να μετέχει. Να μυσταγωγείται μέσω αυτών και να οδηγείται ο νους του στα ουράνια. Το θέμα της Θείας Λειτουργίας, που είναι η καρδιά της εν αγίω Πνεύματι λατρείας της Ορθοδοξίας, είναι τεράστιο. Εδώ θα αρκεστούμε σε ελάχιστους από αυτούς, όπως τους καταγράφει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής.Δηλαδή τι συμβολίζει το κλείσιμο των θυρών που γίνεται μετά το Ευαγγέλιο, τι η είσοδος των αγίων Μυστηρίων, τι ο θείος ασπασμός, τι το θείο σύμβολο της πίστεως, τι η δοξολογία με τον Τρισάγιο ύμνο, και τι η Κυριακή προσευχή που μας παρέδωσε ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός.

Τίνος σύμβολο είναι το κλείσιμο των θυρών.

Το κλείσιμο των θυρών της αγίας Εκκλησίας του Θεού, που γίνεται μετά την ανάγνωση του αγίου Ευαγγελίου και την απομάκρυνση των κατηχουμένων, φανερώνει την παροδικότητα των υλικών και την είσοδο των αξίων στο νοητό κόσμο, δηλαδή το νυφικό θάλαμο του Χριστού, που θα γίνει έπειτα από το φοβερό εκείνο χωρισμό και τη φοβερότατη απόφαση. Φανερώνει ακόμα τη ριζική απόρριψη της απάτης που προκαλούν οι αισθήσεις.

Τι σημαίνει η είσοδος των αγίων Μυστηρίων.
Η είσοδος πάλι των αγίων και σεβαστών Μυστηρίων είναι η αρχή κι ο πρόλογος, όπως έλεγε ο μεγάλος εκείνος γέροντας, της καινούριας διδαχής,που θα γίνει στους ουρανούς, σχετικά με την οικονομία του Θεού για μας και η αποκάλυψη του μυστηρίου της σωτηρίας μας, που είναι κρυμμένο στα άδυτα της θεϊκής μυστικότητας. «Ου γαρ μη πίω», λέγει ο Θεός και Λόγος στους μαθητές Του,«απ’ άρτι εκ του γεννήματος της αμπέλου, έως αν πίνω μεθ’ υμών καινόν εν τη Βασιλεία του Πατρός Εμού» (Ματθ. 26:29).

Τίνος σύμβολο είναι ο θείος ασπασμός.
Κι ο πνευματικός ασπασμός, που απευθύνεται σ’ όλους, είναι πρότυπο και προδιαγραφήτης ομόνοιας, της ομοφροσύνης όλων μεταξύ τους και της λογικής ταυτότητας, που θα πραγματοποιηθεί τον καιρό της αποκάλυψης των μελλοντικών άρρητων αγαθών, που αποτελεί προσδοκία πίστης κι αγάπης. Χάρη στην αποκάλυψη αυτή οικειώνονται οι άξιοι το Λόγο και Θεό. Γιατί το στόμα είναι του λόγου σύμβολο και για τούτο ακριβώς όλοι όσοι έχουν κοινωνήσει το λόγο, σαν λογικοί, μετέχουν σ’ όλα καθώς και στον πρώτο και μοναδικό Λόγο τον αίτιο κάθε λόγου.

Τι σημαίνει το θείο σύμβολο της πίστεως.
Η ομολογία πάλι του θείου συμβόλου της πίστεως, που γίνεται από όλους, προδηλώνει τη μυστική ευχαριστία, που θα κάνουμε στον μέλλοντα αιώνα, για τους θαυμαστούς λόγους και τρόπους και πάνσοφης Πρόνοιας του Θεού για μας. Με την ευχαριστία αυτή οι άξιοι παρουσιάζουν τον εαυτό τους να ευγνωμονεί για τη θεία ευεργεσία. Κι έξω από αυτή δεν έχουν τίποτα άλλο να αντιπροσφέρουν για κάθε ένα από τα άπειρα θεία αγαθά που έχουν δεχθεί.

Τι σημαίνει η δοξολογία του Θεού με τον Τρισάγιο Ύμνο.
Η τριπλή αναφώνηση του «Άγιος», που περιέχει η ιερή ομολογία, από μέρους όλου του πιστού λαού, δείχνει την ένωση και την ισοτιμία με τις ασώματες και νοερές δυνάμεις, που θα φανεί στο μέλλον. Με αυτήν σε συμφωνία με τις άνω δυνάμεις εξ αιτίας της ταυτότητας της σταθερής γύρω από το Θεό αεικινησίας, θα μάθει η ανθρώπινη φύση να υμνεί και να αγιάζει με τρείς αγιαστικές αναφωνήσεις την τρισυπόστατη και όμως μία θεότητα.

Τίνος σύμβολο είναι η αγία προσευχή του «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Η Παναγία και σεβαστή επίκληση του μεγάλου και μακαρίου Θεού και Πατέρα αποτελεί σύμβολο της ενυπόστατης και ζωντανής υιοθεσίας που θα μας παραχωρηθεί κατά δωρεά και χάρη του Αγίου Πνεύματος. Σύμφωνα με αυτή θα υπερνικηθεί και θα κρυφθεί κάθε ανθρώπινη ιδιότητα με τον ερχομό της χάρης και όλοι οι άγιοι θα μεταβληθούν και θα γίνουν υιοί του Θεού, όσοι από εδώ κιόλας στόλισαν με τις αρετές τον εαυτό τους λαμπρά και τιμημένα με τη θεϊκή ομορφιά της καλοσύνης.

 

Πηγή κειμένου : agiameteora.net




Ο Άγιος Μηνάς και η μάχη του Ελ Αλαμέιν

Τα ίδια εκείνα δύσκολα χρόνια για όλο τον κόσμο, δηλαδή το 1942, τότε που οι ανίκητες δυνάμεις του Γερμανού στρατηγού Ρόμμελ βρισκόταν στη Β. Αφρική, ο Άγιος Μηνάς έκανε ένα από τα μεγάλα του θαύματα, θαύμα με παγκόσμια σημασία.

Η Ελλάδα ήδη βρισκόταν κάτω από τον φασιστικό και ναζιστικό ζυγό των Γερμανών, Ιταλών, Βουλγάρων και Αλβανών, διαμοιρασμένη μεταξύ αυτών. Λίγος ελληνικός στρατός ξέφυγε από την αιχμαλωσία και βρισκόταν στην Αίγυπτο κοντά στο Ελ Αλαμέϊν όπου βρισκόταν ο τάφος και το μοναστήρι του Αγίου Μηνά. Ο στρατός μας συνασπισμένος με τις άλλες συμμαχικές δυνάμεις θα έδινε την τελευταία μάχη. Αν η μάχη αυτή χανόταν, τότε ολόκληρος ο κόσμος θα βρισκόταν κάτω από τον φασιστικό – ναζιστικό ζυγό.

 

Ο Ρόμμελ μετά από τη βόρεια Αφρική ήταν έτοιμος με τις δυνάμεις του να πάρουν το Ελ Αλαμέϊν και νικητές να βαδίσουν προς την Αλεξάνδρεια. Ο Άγιος Μηνάς όμως δεν ήθελε αυτή τη φοβερή καταστροφή.

Τα μεσάνυχτα της νύχτας εκείνης και την ώρα που θα άρχιζε η μάχη, πολλοί στρατιώτες είδαν τον Άγιο Μηνά να βγαίνει από τα ερείπια του Ναού και οδηγώντας ένα καραβάνι με καμήλες, όπως παρουσιαζόταν στις τοιχογραφίες του Ναού του, να προχωρεί και να μπαίνει μέσα στο στρατόπεδο των Γερμανών.

Αγιογραφία στο Ι.Κ. Αγίου Μηνά Βίγλας, Ι. Μ. Μ. Λαύρας Αγίου Όρους

Είναι απερίγραπτος ο πανικός που κατέλαβε τους Γερμανούς. Εγκατέλειψαν οτιδήποτε είχαν, σκηνές, ζώα, πολεμοφόδια και τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Έτσι ελευθερώθηκε η Βόρεια Αφρική. Οι συμμαχικές δυνάμεις πήραν θάρρος και ανέλαβαν την επίθεση κατά της Ιταλίας και Γερμανίας. Αποτέλεσμα ήταν η τελική νίκη και συντριβή του ναζισμού.

Το θαύμα αυτό της επεμβάσεως του Θεού μέσω του Αγίου Μηνά το εκτίμησαν όχι μόνον οι Έλληνες, αλλά και οι αλλόδοξοι σύμμαχοι. Γι’ αυτό πρόσφεραν στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας εκείνον τον τόπο, για να ξαναχτιστεί ο Ναός και το μοναστήρι του Αγίου Μηνά. Ο Ναός και το μοναστήρι ξαναχτίστηκαν, ανεγέρθηκε μάλιστα και αναμνηστική πλάκα επάνω στην οποία γράφτηκαν τα ονόματα των πεσόντων στο Ελ Αλαμέϊν.

Πηγή: Γεωργίου Β. Μαυρομάτη, «Ο Άγιος Μεγαλομάρτυς Μηνάς ο Αιγύπτιος», § Νεώτερα θαύματα του Αγίου, Έκδοσις: Ιερόν Ησυχαστήριον Αγίου Μηνά Βίγλας, Ι. Μ. Μ. Λαύρας Αγίου Όρους, 1998.

 

 

Φωτογραφικό υλικό από το Ελ Αλαμέιν του Γενικού Επιτελείου Στρατού

 

Το μνημείο του αγνώστου στρατιώτη στο Ελ Αλαμέιν

Μνημείο των πεσόντων συμμάχων στο Ελ Αλαμέιν

ΙΚ Αγίου Μηνά ΙΜΜ Λαύρας στη Βίγλα του Αγίου Όρους

Επιστρέφοντας από αποστολή οι πιλότοι μας πετάν δίπλα από τον άγιο Μηνά στο Αγιο Όρος




Ο Ναός μας γιόρτασε τους προστάτες αγίους του

To τριήμερο 10-11-12 Νοεμβρίου ο Ναός μας γιόρτασε τους προστάτες αγίους του. Σε λαμπρό και πανηγυρικό κλίμα τελέστηκαν οι ιερές ακολουθίες με την συμμετοχή κλήρου και λαού.  Με την παρουσία του μας τίμησε ο Παναγιώτατος μητροπολίτης μας κ. Άνθιμος, ο οποίος μας έδωσε απλόχερα τις ευχές του. Παράλληλα είχαμε την μεγάλη ευλογία να προσκυνήσουμε και το ιερό τεμάχιο του λειψάνου του Αγίου Μηνά  και να πάρουμε την χάρη του. Χρόνια πολλά σε όλους μας!

 

 

 

 

 

 




Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον. Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν. Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο. Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι είναι χορτάρι ή κάτι πιο νεκρό από το χορτάρι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής αναφέρεται πώς ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους και στα ζώα φυτά και χόρτα για τροφή (Γέν. α’ 29-30). Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους να σου πούνε: «τι αξίζει περισσότερο, το χορτάρι ή οι άνθρωποι;», θ’ ακούσεις μόνο μια απάντηση: οι άνθρωποι. Με τις πράξεις τους όμως οι άνθρωποι δείχνουν πως λογαριάζουν πιο πολύτιμο το χορτάρι από τον άνθρωπο και γι’ αυτό θυσιάζουν και τη δική τους ζωή και των άλλων για το ευτελές χόρτο. Αν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας είναι πρόβλημα του χορταριού, τότε αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο «λίθος προσκόμματος» της ζωής του ανθρώπου στη γη. Μόνο εκείνοι που έχουν αποκτήσει το πνεύμα του Θεού δεν σκαλώνουν στο εμπόδιο αυτό, αλλά το παρακάμπτουν ειρηνικά κι αφήνουν σε άλλους την περιουσία τους. Για όλους τους άλλους το εμπόδιο αυτό είναι αιτία φιλονικίας, αντεγκλήσεων, ατέρμονου μόχθου και ιδρώτα· το πρόβλημα και το περιεχόμενο όλης της ζωής τους και τελικά της μνήμης τους. Πού είναι ο πλούτος του Κροίσου; Πού είναι τα συμπόσια του Λούκουλλου; Πού η αυτοκρατορία του Καίσαρα; Πού η δύναμη του Ναπολέοντα; Απ’ όλους τους έμειναν κάποια ίχνη, με τη μια ή την άλλη μορφή, που όμως δεν είναι ικανά ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: Πού είναι τώρα ο πλούσιος Κροίσος; Πού ο κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Πού οι φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Πού ο παντοδύναμος Ναπολέων; Αξίζει πολύ περισσότερο να μάθουμε πού βρίσκονται οι άνθρωποι, όχι πού βρίσκονται οι κτήσεις κι η περιουσία τους. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το μάθουμε, προτού ανακαλύψουμε πού ανήκουν οι άνθρωποι. Σε ποιον λοιπόν ανήκουν οι άνθρωποι; Αυτός που θα βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα βρει εύκολα απάντηση και στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας του ανθρώπου, όπως οι εργαζόμενοι στο δρόμο που πρώτα μετακινούν τα βράχια κι έπειτα μπορούν να τακτοποιήσουν τ’ αμμοχάλικα και άλλα υλικά. Όταν οι άνθρωποι βρουν την απάντηση στο ερώτημα αυτό μακριά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια ως τώρα, θα πρέπει να το έκαναν ακολουθώντας τον ένα από τους δύο δρόμους: Πρώτο, πως ο άνθρωπος κατέχεται από κακές και πονηρές πνευματικές δυνάμεις, που κρύβονται πίσω από τη φύση και τα παράγωγά της. Ή, δεύτερο, πως ο άνθρωπος ανήκει στη φύση που τον δημιούργησε, τον συντηρεί για κάποιο διάστημα, όπως ένα έπιπλο ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τελικά τον αποκόπτει και τον θανατώνει. Όλοι οι σοφοί από τη δημιουργία του κόσμου δε δανείστηκαν ούτε ένα ψήγμα αντίληψης από το Χριστό. Έχουν μόνο τις δυο αυτές απαντήσεις στο ερώτημα: σε ποιον ή σε τι ανήκει ο άνθρωπος; Η απάντηση του Χριστού στο ερώτημα αυτό ξεκαθαρίζει πως ο άνθρωπος ανήκει στον Πανεύσπλαχνο Θεό. Ο άνθρωπος δεν είναι «κτήμα», όπως τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον. Ανήκει στο Θεό ως ελεύθερη και λογική ύπαρξη, ως υιός του Θεού. Η απάντηση αυτή δε δόθηκε από κάποιον φιλόσοφο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα τον πιστεύαμε. Αυτή είναι η απάντηση του παντεπόπτου Θεού, που επισκέφτηκε τους ανθρώπους από το τριαδικό σύστημα ύπαρξης και ζωής, απ’ όπου πηγάζει η ζωή. Πιστεύουμε επομένως πως η απάντηση αυτή είναι η σωστή και την κρατάμε ως σωστική αλήθεια. Αυτή στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κληθεί απλά «απάντηση», αλλά μαρτυρίατου πάνσοφου Θεού. Με τη μαρτυρία αυτή παίρνουμε την απάντηση στο πρόβλημα για τα υπάρχοντα του ανθρώπου, σ’ όλες τις ερωτήσεις για την ιδιοκτησία, τα οικονομικά και τις πολιτικές πάνω στη γη. Ο άνθρωπος ανήκει στο Θεό. Η φύση επίσης ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει πως όλα όσα ο άνθρωπος ονομάζει υπάρχοντά του, στην πραγματικότητα είναι του Θεού. Ο Θεός τα δανείζει στον άνθρωπο. Ο Θεός δάνεισε τα υπάρχοντα αυτά στους ανθρώπους άνισα. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι ελεύθερες και λογικές υπάρξεις. Ο Θεός δε μοιράζει άνισα τα πράγματα σε νεκρούς ή σε μισοπεθαμένες υπάρξεις που δεν έχουν αντίληψη, που δε λειτουργεί ο νους τους. Έκανε όμως τη μοιρασιά στις λογικές κι ελεύθερες υπάρξεις άνισα, για να φανεί καθαρά η αντίληψη κι η ελευθερία τους· για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι την αλληλεξάρτησή τους και με τη σωστή και λογική χρήση των αγαθών που τους δάνεισε ο Θεός, να εργαστούν τόσο για τη δική τους σωτηρία, όσο και για τη σωτηρία των αδελφών τους.Έτσι αυτά που τους δάνεισε ο Θεός και που οι άνθρωποι ονομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει να γίνουν μέσα για τη σωτηρία των ανθρώπων.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για έναν πλούσιο άνθρωπο που δεν έβλεπε μ’ αυτόν τον τρόπο τα υπάρχοντά του, αλλά μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο όμως βασανίστηκε τόσο πολύ, που η καρδιά μας παγώνει στο άκουσμα των βασάνων του και οι τρίχες του κεφαλιού μας σηκώνονται όρθιες και μόνο από την περιγραφή τους. Είπε ο Κύριος: «Άνθρωπός τις δε ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. πτωχός δέ τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού» (Λουκ. ιστ’ 19-21). Αυτή είναι μια φοβερή εικόνα που περιγράφει την επίγεια ανισότητα. Σταθείτε όμως. Αργότερα θα δούμε μια φοβερή εικόνα της ουράνιας ανισότητας. Πόσο αντίθετη παράθεση! Από τη μια ο πλούσιος άνθρωπος, ντυμένος με πορφύραν και βύσσον, με κόκκινα, πορφυρά ενδύματα και με πολυτελή λινό χιτώνα. Από την άλλη ένας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, έλκη. Από τη μια μεριά ο άνθρωπος που κάνει παρέα με άλλους σαν κι αυτόν, δηλαδή πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Από την άλλη ένας άνθρωπος που μόνη παρέα του είχε τα σκυλιά. Από τη μια χλιδή, υγεία και γεμάτα στομάχια. Από την άλλη φτώχεια, αρρώστια και πείνα. Στη μια μεριά τα τραγούδια κι οι χοροί αντιλαλούσαν στο στερέωμα. Από την άλλη η σιωπηλή ελπίδα για ένα ψίχουλο ψωμί, μια άλαλη παρακολούθηση του ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του, μια άδηλη αναμονή του θανάτου. Βουβός και άρρωστος. Το ευαγγέλιο δε μας λέει ότι ο Λάζαρος ζήτησε ποτέ βοήθεια, όπως κάνουν οι άλλοι ζητιάνοι. Αυτός γύρευε να κορέσει την πείνα του μόνο από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου, χωρίς ποτέ του να μιλήσει. Μιλούσε με κάποιους στην καρδιά του, μα ποτέ με τη γλώσσα του. Τι θα μπορούσε να πει με τη γλώσσα για τη φτώχεια του, αφού όλο το σώμα του ήταν τριγυρισμένο από σκυλιά; Κι αυτό μιλούσε από μόνο του κι ήταν πολύ πιο εύγλωττο από πολλά λόγια.

Ας προσέξουμε εδώ ένα πολύ σπουδαίο σημείο: Ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου, μας δίνει όμως το όνομα του φτωχού, του ζητιάνου. Το όνομα του πλουσίου δεν αναφέρεται καθόλου στην παραβολή, μας είναι άγνωστο, ενώ ο Λάζαρος αναφέρεται και στη γη και στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι κάτι εντελώς αντίθετο από τη συνηθισμένη πρακτική των ανθρώπων, που θα ήταν ν’ αναφερθεί το όνομα του πλουσίου και ν’ αγνοηθεί το όνομα του φτωχού ή, ακόμα κι αν αυτό ήταν γνωστό, να μην αναφερθεί καθόλου για να μην ενοχλήσει; Οι φτωχοί βαδίζουν ή έρπουν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ανώνυμες σκιές που πετάγονται ξαφνικά σαν ζητιάνοι, ενώ τα ονόματα των πλουσίων αντηχούν ακόμα και μέσα στα βασιλικά παλάτια, τραγουδιούνται στα έπη, γράφονται στην ιστορία, αναφέρονται στα μέσα επικοινωνίας και χαράζονται σε μνημεία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου: για να μην τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον που οι άνθρωποι τιμούν πολύ· για να ξεκαθαρίσει πως η κρίση του Θεού διαφέρει και συνήθως είναι εντελώς αντίθετη από την κρίση των ανθρώπων για να δείξει πώς αμείβει ο ουρανός τους ανθρώπους. Παραλείποντας το όνομα του πλουσίου όμως, αποκάλυψε κι ένα ουράνιο μυστήριο. Το όνομα τέτοιου πλούσιου θα είναι άγνωστο στον ουρανό. Δε θ’ αναφερθεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους. Θα διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής. Θα μπορούσε ο Κύριος να δώσει κάποιο όνομα στον πλούσιο, όπως έκανε και για το φτωχό. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το προφέρει με τ’ άγια χείλη Του, για να μην τον αναζωογονήσει κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως ο Κύριος φρόντισε ιδιαίτερα να μην αναφέρει τα ονόματα του Ηρώδη, του Πιλάτου ή του Καϊάφα. «Είπατε τη αλώπεκα ταύτη» (Λουκ. ιγ’ 32), είπε για τον Ηρώδη, χωρίς να πει τ’ όνομά του. Πολύ νωρίτερα ο Θεός είχε πει για τους αμαρτωλούς με τον Ψαλμωδό: «ουδ’ ού μη μνησθώ των ονομάτων αυτών διά χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε’ 4). Για τους δικαίους όμως είπε ο Κύριος Ιησούς: «χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Τοποθετεί τη χαρά αυτή πάνω από κάθε άλλη χαρά, παραπάνω κι από τη χαρά που ένιωθαν οι απόστολοι όταν διαπίστωσαν πως τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ αυτούς.

Τι κακό έκανε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ο Κύριος να μην αναφέρει τ’ όνομά Του; Ο Κύριος δεν τον κατηγόρησε ούτε για κλοπή, ούτε για ψεύδη ή για μοιχεία, για έγκλημα ή γι’ απιστία στο Θεό, ούτε για τον τρόπο που απόκτησε τα πλούτη του. Για ποιο λόγο λοιπόν τον κατηγόρησε ο Κύριος; Μα η ζωντανή κατηγορία έστεκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του. Δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί με μελάνι, αλλά με πληγές και έλκη στο σώμα του ζωντανού ανθρώπου.

Ο πλούσιος είχε σίγουρα όλα τα πάθη και τις κακίες που αναπόφευκτα κουβαλούν μαζί τους τα πλούτη στον ελαφρόμυαλο άνθρωπο. Αυτός που κάθε μέρα ντύνεται με λαμπρότητα, τρώει και πίνει πλουσιοπάροχα και ξοδεύει τον καιρό του σε ηδονές και απολαύσεις, δεν έχει μέσα του θέση για το φόβο του Θεού. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του από το κουτσομπολιό, το στομάχι του από την πολυφαγία και την καρδιά του από την υπερηφάνεια και τη ματαιότητα, την καταφρόνηση των άλλων και την απαξίωση των πραγμάτων του Θεού. Όλ’ αυτά οδηγούν αναπόφευκτα τον άνθρωπο στη φιληδονία, στην απάτη, στην εκδικητικότητα, στο έγκλημα και στην απόρριψη του Θεού. Καμιά απ’ αυτές τις αμαρτίες και τις κακίες όμως δεν ανέφερε ο Κύριος για τον πλούσιο. Από την παραβολή μόνο μια ανομία είναι καθαρή για τον πλούσιο: η υπερβολική περιφρόνησή του για το φτωχό Λάζαρο, για την αρρώστια και τη φτώχεια του.

Αν ο Λάζαρος ήταν υγιής άνθρωπος, ντυμένος στα μεταξωτά και παρουσιαζόταν στην πύλη, οπωσδήποτε θα τον υποδεχόταν ο πλούσιος και θα τον καλούσε στο τραπέζι του. Θα τον υποδεχόταν και θα τον καλούσε σαν άνθρωπο. Ο πλούσιος όμως δεν έβλεπε και δεν αναγνώριζε κάποιον άνθρωπο στο Λάζαρο, μέσα στη φτώχεια και τις πληγές του. Περιφρονούσε το πλάσμα αυτό του Θεού σα να μην υπήρχε καθόλου. Γύριζε αλλού τα μάτια του για να μη τον βλέπει και μολύνει την δράση του. Τα πλούτη του τα λογάριαζε αποκλειστικά δικά του, όχι σαν δανεικά που είχε πάρει από το Θεό. Το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός το έθαψε στη γη του κορμιού του κι έτσι κανένας άλλος δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη «εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. κα’ 34). Ο πνευματικός κόσμος κι οι πνευματικές αξίες δεν υπήρχαν γι’ αυτόν. Έβλεπε μόνο με τα σωματικά του μάτια, άκουγε μόνο με τα σωματικά του αυτιά και ζούσε αποκλειστικά με αφοσίωση στα σαρκικά πράγματα.

Η ψυχή του πλούσιου ήταν γεμάτη πληγές, όπως ήταν και το σώμα του Λάζαρου. Η ψυχή του ήταν η πραγματική εικόνα του σώματος του Λάζαρου και το σώμα του Λάζαρου η αληθινή εικόνα της ψυχής του. Έτσι ο Θεός έβαλε δυο ανθρώπους στη γη για να γίνουν ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο ένας ζούσε στο μέγαρο κι ο άλλος στην πύλη. Η εξωτερική λαμπρότητα του πλούσιου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του Λάζαρου. Η εξωτερική εμφάνιση των πληγών του Λάζαρου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του πλούσιου. Ήταν απαραίτητο ν’ απαριθμήσει ο Κύριος όλες τις αμαρτίες του πλούσιου; Μα ήταν ολοφάνερες με την πρώτη ματιά και μάλιστα καθεμιά απ’ αυτές. Η έλλειψη συμπάθειας του πλούσιου προς το Λάζαρο τράβηξε την κουρτίνα της ψυχής του και φανερώθηκε αμέσως -στα μάτια, στ’ αυτιά, στη μύτη και τη γλώσσα- ο βόρβορος που είχε μέσα του.

Αυτή είναι η εικόνα δυο ανθρώπων που ζούνε στη γη: του ενός το όνομα είναι πασίγνωστο στους ανθρώπους κι αναφέρεται πάντα με συμπάθεια· του άλλου το όνομα δεν το ξέρει κανένας, μα ούτε κι ενδιαφέρεται να το μάθει. Και τώρα θα δούμε την εικόνα των δύο αυτών ανθρώπων στον ουρανό.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Οι πλούσιοι πεθαίνουν όπως κι οι φτωχοί. Κανένας δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν για να ζήσει αιώνια. Ο κόσμος αυτός είναι φθαρτός και περιμένει το τέλος του. Οι πλούσιοι πεθαίνουν αφήνοντας έναν αναστεναγμό γι’ αυτόν τον κόσμο. Οι φτωχοί αφήνουν έναν αναστεναγμό για το μέλλοντα κόσμο. Αφήνοντας τον κόσμο αυτόν ο πλούσιος εγκατέλειψε τη λαμπρότητα, την πολυτέλεια και τις ηδονές του. Ο Λάζαρος άφησε τον κόσμο αυτό και μαζί του άφησε την πείνα, τις πληγές και τα σκυλιά.

Ας δούμε τώρα το θερισμό του Θεού. Όταν πέθανε ο Λάζαρος, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν στον παράδεισο. Όταν πέθανε ο πλούσιος, οι άγγελοι έφυγαν με άδεια χέρια από το νεκροκράβατό του. Από μια φανερά σάπια ρίζα, οι άγγελοι βρήκαν και έδρεψαν ένα υπέροχο και ώριμο φρούτο. Από το άλλο δέντρο, που ήταν καταπράσινο και ευσκιόφυλλο, δε βρήκαν κανένα καρπό. «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Λουκ. θ’ 9).

Τα προφητικά αυτά λόγια εκπληρώθηκαν απόλυτα στον άσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το σώμα του το έρριξαν στον τάφο, για να λιώσει εκεί. Η ψυχή του πήγε στην κόλαση, για να καίγεται εκεί. Οι άγγελοι δε μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρικό του κρεβάτι, αφού ήξεραν πως εκεί δεν περίμεναν τίποτα. Τη θέση των αγγέλων πήραν οι δαίμονες κι οι άνθρωποι, για να τον θάψουν. Οι δαίμονες έθαψαν την ψυχή του στην κόλαση κι οι άνθρωποι το σώμα του στη γη.

Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν διαφορετικά στο θάνατο του πλούσιου απ’ ό,τι σ’ εκείνον του φτωχού Λάζαρου, όπως γινόταν κι όταν ζούσαν. Ο θάνατος του πλούσιου έγινε αμέσως γνωστός παντού κι όλη η πόλη μαζεύτηκε στην κηδεία του. Το παγωμένο σώμα του το ξαναέντυσαν με πορφυρά και πολυτελή λινά ρούχα, το τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από σπάνια ξύλα και μέταλλα και το περιέφεραν στην πόλη σε χρυσή άμαξα που έσυραν άλογα με μαύρες σέλες. Κατά κάποιο τρόπο απαιτούσαν έτσι την έκφραση λύπης για κάποιον που, με τη ζωή του, σκόρπισε τον οίκτο του ουρανού. Πίσω από τη νεκροφόρα ακολουθούσε το πλήθος των φίλων του, των συγγενών και των δούλων του, που όλοι τους ήταν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα. Ακολουθούσαν ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν έδινε ούτε τα περισσεύματα από το τραπέζι του σ’ έναν πεινασμένο ζητιάνο. Η πόλη ολόκληρη βγήκε για την κηδεία του, να εκφράσει το σεβασμό του σ’ αυτόν τον έξοχο συμπολίτη και ν’ ακούσει τις ομιλίες που εκθείαζαν τις αρετές του κι όλα όσα είχε κάνει για την πόλη, το έθνος και για την ανθρωπότητα γενικότερα. Άκουσαν όλοι λόγια όμορφα σαν τα πορφυρά ρούχα, απαλά σαν το εξαιρετικό λινό που φορούσε το νεκρό σώμα, που τώρα δεν είχε ανάγκη ούτε ένα ψίχουλο από το τραπέζι αυτού του κόσμου. Λόγια που ήταν τόσο ψεύτικα, όσο κι η ζωή του ανθρώπου αυτού. Λόγια τόσο κενά όσο η ψυχή του, που ήταν άμοιρη καλών έργων.

Τελικά έχωσαν στη γη το σώμα που ήταν ντυμένο στα πορφυρά και στα πολυτελή λινά. Κι εκεί δεν το έλειχαν τα σκυλιά, αλλά το καταβρόχθιζαν τα σκουλήκια. Πάνω στον τάφο, στον τάφο εκείνου που είχε χάσει το στεφάνι της αιώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια με λουλούδια. Πάνω στον τάφο έβαλαν και μια ακριβή πέτρινη στήλη, όπου ήταν χαραγμένο το όνομα του ανθρώπου που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο της ζωής. Κανένας από τις χιλιάδες ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή όμως, δεν ήξερε ότι η ψυχή του ανθρώπου αυτού βρισκόταν ήδη στην κόλαση.

Από την άλλη πλευρά τώρα, τι είδους κηδεία να είχε ο φτωχός Λάζαρος; Θα έμοιαζε μάλλον με τον ενταφιασμό κάποιου σκύλου που βρέθηκε νεκρός στο δρόμο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια κρατική εξουσία για ν’ αναλάβει τους νεκρούς ζητιάνους που πέθαιναν στο δρόμο και να τους θάψει. Κι αυτό για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως για τους εξής δύο: πρώτα για τον κίνδυνο να ξεσχίσουν τα σκυλιά το σώμα του και να το σκορπίσουν στην αγορά και δεύτερο, από το φόβο μη μυρίσει και μολύνει έτσι την πόλη. Όπως και νά ‘χαν τα πράγματα, το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί το συντομότερο έξω από την πόλη και να ενταφιαστεί, γιατί το πτώμα αυτό, που ήταν γεμάτο πληγές και ντυμένο με ράκη, ενοχλούσε την όραση των περαστικών. Το μόνο που φρόντιζαν όλοι, ήταν η καλοπέραση των κατοίκων της πόλης. Η παρουσία του φτωχού ανθρώπου τους ενοχλούσε όλους, τόσο όσο ζούσε όσο κι όταν πέθανε. Οι αρχές δεν έχωναν τη μύτη τους σε τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαν να βρουν και να πληρώσουν ανθρώπους για να εκτελέσουν το δυσάρεστο αυτό καθήκον. Αυτό που περνούσε από στόμα σε στόμα, ήταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιος θα τον θάψει; Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό; Ποιος ήταν αυτός; Και μια ανόητη ερώτηση: Ποιος θα ήξερε και θα θυμόταν το όνομα του ζητιάνου;

Πόσο μεγάλη ήταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, από την αξία που είχαν στα μάτια των άλλων; Ο ουρανός όμως δε νοιάζεται πολύ για την κρίση των ανθρώπων. Δε νοιάζεται αν οι άνθρωποι επαινούν ή περιφρονούν, αν ανταμείβουν με μετάλλια ή αν καταδικάζουν. Η εκτίμηση των ανθρώπων φτάνει μόνο ως τον τάφο εκείνων που πέθαναν. Μετά την ψυχή την αναλαμβάνει ο ουρανός και κάνει τη δική του εκτίμηση. Γι’ αυτό κι ο πλούσιος άνθρωπος που ντυνόταν με πανάκριβα ρούχα πήγε κατευθείαν στην κόλαση, ενώ ο Λάζαρος με τα έλκη ανέβηκε στον παράδεισο.

«Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Αυτή θα ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Στη γη κοίταζε μόνο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Δεν είχε φροντίδες κι ανάγκες και γι’ αυτό δε σήκωνε ψηλά τα μάτια του. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και πολλοί από μας, γι’ αυτό έχουμε και την παροιμία που λέει: «Χωρίς βάσανα, προσευχή δε γίνεται!» Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο. Αν ο πλούσιος δεν είχε εξορκίσει τα βάσανα στη γη και δεν τ’ απέφευγε με τα γέλια και τις διασκεδάσεις, ίσως νά ‘χε σηκώσει όσο ζούσε τα μάτια του στον ουρανό και νά ‘χε γλιτώσει από την κόλαση. Τώρα όμως βρισκόταν στην κόλαση, απ’ όπου μάταια σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.

Ο σοφός Σολομών είχε πει: «Αγαθός θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εν κακία ανθρώπου αγαθυνθήσεται καρδία» (Εκκλησ. ζ’ 3). Ο πλούσιος είχε απολαύσει τη ζωή του, ήταν ευτυχισμένος, γι’ αυτό και δεν τον άγγιξε ο φόβος του Θεού. Όταν από την κόλαση σήκωσε τα μάτια του, είδε τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Η παραβολή λέει πως τον είδε από μακρόθεν, για να δείξει πως η κόλαση βρίσκεται μακριά από τον παράδεισο, όπου είναι η κατοικία των δικαίων. Ο Αβραάμ ήταν ο κατά σάρκα γενάρχης των Ιουδαίων. Με τη δικαιοσύνη του έγινε προπάτορας όλων των δικαίων που με την πίστη, την υπακοή και την ταπείνωσή τους ευαρέστησαν στο Θεό κι έκαναν το θέλημά Του. Ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό; Με τους κόλπους του Αβραάμ ο Κύριος υποδηλώνει το ήρεμο καταφύγιο όλων των δικαίων, τους οποίους ανέπαυσε ο Θεός μετά τις καταιγίδες της ζωής στη γη.

Ωσότου έρθει ο Χριστός στη γη, οι Ιουδαίοι είχαν τον Αβραάμ ως τον καλλίτερο των δικαίων. Κι ο Κύριος την παραβολή αυτή την έλεγε στους Ιουδαίους. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο, ήταν φυσικό να εξελιχτούν πολλοί άνθρωποι πιο δίκαιοι από τον Αβραάμ στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στον Αβραάμ πως θα τον βάλει σε κάποιο θρόνο για να κρίνει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όπως έκανε στους αποστόλους (βλ. Λουκ. κβ’ 30). Σαν απόγονος του Σημ όμως ο Αβραάμ ήταν ο πρώτος που θ’ αξιωνόταν να μπει στη βασιλεία του Θεού (βλ. Λουκ. ιγ’ 28), όπου, μαζί του θα ήταν κι όλοι οι άλλοι δίκαιοι, οι κακοποιημένοι και θανατωμένοι προφήτες, οι αφοσιωμένοι βασιλιάδες κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι.

Στη χορεία των δικαίων, μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, το δίκαιο Ιώβ και τον ένδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ο Λάζαρος, ο φτωχός ζητιάνος που σ’ όλη του τη ζωή υπόμεινε καρτερικά την πείνα, τη γυμνότητα, την περιφρόνηση, την αρρώστια και τα έλκη που αιμορραγούσαν. Κανένας απ’ αυτούς που ζούσαν σ’ αυτή τη φωτεινή χώρα, στον τόπο της ειρήνης και της ανεκλάλητης χαράς, δεν έφτασε εκεί με τα επίγεια πλούτη και τις διασκεδάσεις του, τα επιτεύγματα και την εξουσία του, το βασιλικό στέμμα και την ευγενική καταγωγή του, αλλά μόνο με τη σταθερή κι ακλόνητη πίστη κι ελπίδα του στο Θεό, την υποταγή του στο θεϊκό θέλημα ή με την υπομονή και την έγκαιρη μετάνοια.

Ο Θεός δεν αποβλέπει στην κοινωνική θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Προσέχει μόνο την καρδιά μας. Στη βασιλεία Του θα μπουν εκείνοι που έχουν βασιλικές ψυχές, όχι βασιλικά στέμματα· αυτοί που είναι πλούσιοι στην αγάπη και την πίστη, όχι σε χρήματα και κτήματα· όσοι κατέχουν τη σοφία Θεού κι όχι τη σοφία του κόσμου· αυτοί που έχουν χαρούμενες και ιλαρές καρδιές, όχι οι άλλοι που ο μόνος τρόπος που χαίρεται η καρδιά τους είναι ν’ ακούνε μουσική και να χορεύουν, εκείνοι που η καρδιά τους χαίρεται κοντά στο Θεό, όπως λέει κι ο Ψαλμωδός: «Η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» (Ψαλμ. πγ’ 3).

Τι έκανε ο αμαρτωλός άνθρωπος όταν είδε από μακριά το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, τον ίδιο Λάζαρο που με το όνομά του δεν ήθελε να μολύνει τα χείλη του στη γη; «και αυτός φωνή σας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (Λουκ. ιστ’ 24). Δε θά ‘βρισκε λόγια κανείς για να περιγράφει καλύτερα τον τρόμο και τα βάσανα του αμαρτωλού στην κόλαση. Όταν ο άνθρωπος πεινάει λίγο, αναζητά κρέας ή ψάρι για να κορέσει την πείνα του. Όταν πεθαίνει της πείνας, είναι ευχαριστημένος αν βρει μια χούφτα βελανίδια, για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα του. Πόσο πιο φοβερή πρέπει να ήταν η φωτιά της κόλασης όπου καιγόταν ο πλούσιος! Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δε ζήτησε πάγο, έναν κουβά ή έστω ένα ποτήρι νερό, αλλά μόνο ένα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μια σταγόνα νερό στο ακροδάχτυλο, για να δροσίσει τη γλώσσα του που καιγόταν. Αχ, αδελφοί μου! Αν οι άνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πως ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να επεκτείνει το βασίλειο του ψεύδους ή για να κάνει ένα πράγμα να φαίνεται μεγαλύτερο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, τότε η μοναδική αυτή ευαγγελική παραβολή Του θα ήταν αρκετή για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη γη. Προσέξτε πως ο άνθρωπος αυτός, που στη ζωή του δεν ήξερε τι σημαίνει έλεος κι ευσπλαχνία, ζητούσε τώρα το έλεος από τα βάθη της κόλασης. Κοιτάξτε έπειτα τον εαυτό σας, βαθμολογήστε τον όλοι εσείς που όχι μόνο δεν έχετε έλεος, αλλά καλλιεργείτε μέσα σας ασπλαχνία προς τους φτωχούς και τους απόρους. Ίσως πολύ σύντομα κραυγάσετε κι εσείς για έλεος όπως ο πλούσιος, από εκεί που δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε μια ακτίνα ελέους, στον αιώνα τον άπαντα.

«Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν» (Λουκ. ιστ’ 25, 26). Ο Αβραάμ απευθύνθηκε στον αμαρτωλό με μια ευγενική λέξη. Τον ονόμασε τέκνον. Αυτό δείχνει πως στην ουράνια βασιλεία υπάρχει απόλυτη απουσία του κακού. Με το λόγο αυτό ο Αβραάμ ήθελε επίσης να θυμίσει στον απόγονό του πως ανήκαν στην ίδια φυλή, πως ο πλούσιος είχε μπροστά του παραδείγματα δίκαιων κι ενάρετων ανθρώπων από τον ίδιο τον Αβραάμ, αλλά κι από άλλους δίκαιους. Επομένως θα μπορούσε να είχε σωθεί κι αυτός από τα βάσανα της κόλασης όταν είχε την ευκαιρία στη γη. Δεν μπορούσε όμως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα του αμαρτωλού για δυο λόγους: πρώτο, επειδή την κατάσταση των πραγμάτων είχε κρίνει η θεία δικαιοσύνη και δεύτερο, επειδή σ’ εκείνον τον κόσμο δεν υπάρχει δρόμος ή γέφυρα για να περάσουν οι άνθρωποι από τα ενδιαιτήματα των δικαίων στον τόπο κόλασης των αμαρτωλών. Αν κάποιον αμαρτωλό, με τις προσευχές της Εκκλησίας στη γη, τον μεταφέρει ο Θεός από την κόλαση στον παράδεισο πριν από την Τελική Κρίση, αυτό είναι μυστικό του Θεού, όπου δεν μπορεί να παρέμβει ο Αβραάμ. Υπενθύμισε μόνο στον πρώην πλούσιο, που τώρα ήταν πιο φτωχός από τον φτωχότερο ζητιάνο στον κόσμο, πως στην επίγεια ζωή του είχε όλα όσα ήθελε. Έτσι, αφού ενόσω ζούσε δεν αποζητούσε κανένα από τ’ αγαθά του ουρανού και δεν είχε δώσει ούτε ένα μικρό ψίχουλο για να τα κερδίσει, αλλ’ ούτε κι έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτά, σημαίνει πως όλη την ανταμοιβή του την εισέπραξε στη ζωή αυτή. Ο Λάζαρος, αντίθετα, στην παροδική αυτή ζωή του έλαβε μόνο βάσανα, πόνους και περιφρόνηση, επιζητούσε με δάκρυα μόνο τα ουράνια αγαθά και τώρα τ’ απολαμβάνει. Όπως είπε ο Κύριος, «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ’ 4). Κι αλλού πάλι είπε ο ίδιος: «υμείς… λυπηθήσεσθε, αλλ’ η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιωάν. ιστ’ 20) και «ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. στ’ 25).

Όταν ο αμαρτωλός συνειδητοποίησε πως ο Αβραάμ απάντησε δίκαια στην πρώτη του ερώτηση, επανήλθε με μιαν άλλη: «Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρεται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. ιστ’ 27, 28). Πώς προκλήθηκε αυτή η ξαφνική συμπάθεια για τους άλλους και το ενδιαφέρον του για τη σωτηρία τους; Δεν ήταν συμπάθεια και έλεος αυτό που ένιωσε, αλλά μάλλον μια προσπάθεια για ένα νοτισμένο ακροδάχτυλο, ώστε να ελαφρώσει τα βάσανά του. Αποκάλυψε έτσι μιαν άλλη αμαρτία του: τον σκανδαλισμό των άλλων. Βρισκόταν στην κόλαση όχι μόνο επειδή φέρθηκε άσπλαχνα στο Λάζαρο, αλλ’ επειδή με τον ελαφρόμυαλο βίο του είχε δώσει κακό παράδειγμα στ’ αδέρφια του, οδηγώντας τα έτσι στην καταστροφή και τον όλεθρο κι ανοίγοντας και γι’ αυτά το δρόμο προς την κόλαση. Ο σκανδαλισμός των άλλων είναι μεγάλη αμαρτία. Το να γλιστράει κάποιος και να τραβά ταυτόχρονα κι άλλους μαζί του αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, απ’ ότι όταν γλιστράει κανείς και πέφτει μόνος του. Ακούστε τα φοβερά λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για εκείνους που γίνονται αιτία σκανδαλισμού: «Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτού και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων» (Λουκ. ιζ’ 2). Φαίνεται πως τ’ αδέρφια του πλούσιου μάλλον ήταν μικρότερα από τον ίδιον, γι’ αυτό κι ήθελε να πάει ο Λάζαρος κοντά του και να συγχωρήσει εκείνον πρώτα και μετά να εκθέσει την αμαρτία του στ’ αδέρφια του. Τότε οι φλόγες θα ήταν ηπιότερες και τα κολαστήρια ελαφρύτερα. Η έκκληση αυτή που έκανε στον Αβραάμ δεν αφορούσε τόσο τ’ αδέρφια του, όσο τον ίδιο τον εαυτό του.

«Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν· είπε δε αυτώ· ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’ 29-31). Ο Αβραάμ δεν μπορούσε ούτε και στη δεύτερη παράκληση του πλούσιου ν’ ανταποκριθεί. Κι έδωσε καθαρές και πειστικές δικαιολογίες γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε να ξαναγυρίσει ο Λάζαρος στον κόσμο και να προειδοποιήσει τους ανθρώπους τι τους περιμένει μετά το θάνατό τους, αφού ο Μωυσής κι οι προφήτες είχαν πει όλα όσα έπρεπε να κάνουν για να σωθούν; Χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι σώθηκαν όχι από μαρτυρίες νεκρών, αλλά ζωντανών. Όταν λοιπόν τόσες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν ακούγοντας το Μωυσή και τους προφήτες, έτσι μπορούν να σωθούν και τ’ αδέρφια σου.

Μάταια προσπάθησε πάλι ο πλούσιος να επαναλάβει την έκκλησή του, ενισχύοντάς την με τα λόγια: εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Ο Αβραάμ απέρριψε πάλι το αίτημά του με καθαρά επιχειρήματα. Τι θα τους ωφελούσε η παρουσία κι η μαρτυρία του Λάζαρου, αν δεν άκουγαν το Μωυσή και τους προφήτες; Ο Μωυσής, ο Ησαΐας κι ο Ηλίας δεν είδαν το Θεό και μίλησαν στους ανθρώπους στο όνομά Του; Αν λοιπόν τ’ αδέρφια του δεν άκουσαν και δεν πίστεψαν αυτούς, πως θα πίστευαν στο Λάζαρο αν εμφανιζόταν μπροστά τους; Πρώτ’ απ’ όλα ποιος ήταν ο Λάζαρος; Ένας άνθρωπος που δεν τους ενδιέφερε καθόλου όσο ζούσε, όπως δεν ενδιέφερε και τον αδερφό τους. Έπειτα, μάλλον δε θα είχαν ακούσει καθόλου για το θάνατο του Λάζαρου. Όταν είχαν δει το πρόσωπό του καλυμμένο από έλκη, θα τον αναγνώριζαν τώρα που θα τους παρουσιαζόταν με δόξα, να αστράφτει σαν άγγελος; Πότε είχαν ακούσει τη φωνή του, για να την αναγνωρίσουν τώρα; Πότε είχαν ακούσει την ιστορία της ταλαίπωρης ζωής του, για να την ξέρουν τώρα; Δε θά ‘λεγαν ότι «αυτό είναι οπτασία» ή «φάντασμα» ή «οφθαλμαπάτη»; Τι ωφέλησε τον Σαούλ η εμφάνιση του Σαμουήλ «εκ νεκρών» (Α’ Βασ. κη’ 11-14);

***

Η απάντηση του Αβραάμ δεν βοήθησε καθόλου τον αμαρτωλό στην κόλαση. Θα μπορούσε σήμερα βέβαια να βοηθήσει εκείνους που επικαλούνται τα πνεύματα των νεκρών για ν’ ανακαλύψουν τα μυστήρια του ουρανού, με το πρόσχημα πως αυτό ενδεχομένως θα ενίσχυε την πίστη τους. Δεν υπάρχει πραγματικά καλλίτερος τρόπος να κάνεις έναν άνθρωπο παρανοϊκό και να τον στείλεις στην κόλαση. Ο πνευματισμός είναι πτήση από το φως στο σκοτάδι, η αναζήτηση του φωτός μέσα στο βαθύ σκότος. Εκείνοι που επικαλούνται τα πνεύματα για να βρουν την αλήθεια, φανερώνουν καθαρά πως δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού. Πώς λογικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν στα πνεύματα των θείων και των γειτόνων τους, όταν κανένας δεν ξέρει αν τα πνεύματα είναι πραγματικά των ανθρώπων που επικαλούνται; Κι οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν στην αλήθεια του παντοδύναμου Θεού. Πώς μπορούν οι θείες κι οι γείτονες, τα μέντιουμ κι οι μάγοι, να βεβαιώσουν τα λόγια τους; Ο Χριστός βεβαίωσε τα λόγια Του με το Αίμα Του, καθώς και με το αίμα αμέτρητων χιλιάδων πιστών αντρών και γυναικών, που το έδωσαν για το λόγο Του. Οι Ιουδαίοι όχι μόνο είδαν την ψυχή του αναστημένου Λάζαρου, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, μα είδαν και το σώμα του. Και όμως όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά γύρευαν να θανατώσουν το Λάζαρο, για να μην μαρτυρήσει την αλήθεια (βλ. Ιωάν. ι’ 11). Οι Ιουδαίοι είχαν δει και την κόρη του Ιαείρου ν’ ανασταίνεται, όπως και το γιο της χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν;

Οι Ιουδαίοι είδαν πολλούς από τους νεκρούς τους να βγαίνουν από τους τάφους τους στην Ανάσταση του Χριστού. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν; Τελικά αναγνώρισαν το ακαταμάχητο και αδιάσειστο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, αντί όμως να πιστέψουν, εκείνοι δωροδόκησαν τους φύλακες για να κρύψουν την αλήθεια και ν’ αναφέρουν ψέματα. Δεν είναι αρκετά αυτά για να μας κάνουν να πιστέψουμε; Αν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες από τους νεκρούς, έχουμε τον Αβραάμ, το Λάζαρο και τον αμαρτωλό πλούσιο. Έχουμε εδώ μαρτυρίες από τον παράδεισο κι από την κόλαση, μαρτυρίες που επιβεβαιώνει όχι κάποιο πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Όποιος από μας κι αν έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον παράδεισο και την κόλαση κι άκουγε τη συνομιλία του Αβραάμ με τον άσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει τα μάτια και τ’ αυτιά του, όσο με το γεγονός ότι αυτά τα πιστοποιεί ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει όλα τα μυστήρια. Είχε δει κι είχε ακούσει όλα όσα διηγήθηκε σ’ εμάς με την παραβολή Του. Και τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια. Αν την είχαμε δει μόνοι μας, ίσως και ν’ αμφιβάλαμε, να νομίζαμε πως πρόκειται για κάποια οπτασία, παραίσθηση. Εκείνος όμως είδε και άκουσε. Δεν μπορούσε ούτε ν’ απατήσει ούτε ν’ απατηθεί.

Αδελφοί μου! Δεν μπορούμε παρά να πιστεύουμε περισσότερο Εκείνον, παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Το ζητάει αυτό από μας. Είναι η πρώτη απαίτησή Του στο ευαγγέλιο, το να πιστέψουμε δηλαδή περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό μας. Να τον πιστέψουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είτε ζωντανός είναι αυτός είτε νεκρός. Το ίδιο δε γίνεται με τον οδηγό σ’ ένα ταξίδι και στους ταξιδιώτες που τον ακολουθούν; Δεν απαιτεί κι αυτός να τον ακολουθούν οι ταξιδιώτες και να μην αναζητούν με το άπειρο μάτι τους να βρουν δικό τους δρόμο; Διαφορετικά εκείνοι θ’ ακολουθήσουν λάθος οδηγό που, για δικούς του λόγους, θα ισχυριστεί πως ξέρει κάποιο συντομότερο κι ευκολότερο δρόμο. Ο Χριστός είναι ο Οδηγός στο δρόμο προς τη Βασιλεία Του, στο δρόμο που κανένας άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο Εκείνος. Πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό περισσότερο απ’ ό,τι στα δικά μας πλανεμένα μάτια κι αυτιά και στη δική μας ολέθρια αντίληψη. Εκείνος, για να μην πλανηθούμε από διάφορα ύποπτα πνεύματα και οπτασίες, άνοιξε για χάρη μας τον παράδεισο και την κόλαση. Έδωσε την άδεια στους νεκρούς να μας πληροφορήσουν τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Κι αυτό έγινε μπροστά Του, ώστε να βεβαιωθούμε για την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον άλλο κόσμο. Άφησε τους νεκρούς να μας φανερώσουν μόνο την αλήθεια που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε, ώστε να μη μιμηθούμε την ασπλαχνία του πλούσιου, αλλά την υπομονή του Λάζαρου, την πίστη και την ελπίδα του. Να μη λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά να βλέπουμε όλα όσα έχουμε σαν δάνειο από το Θεό για τη σωτηρία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Πηγή κειμένου : alopsis.gr




Κυριακή Ε Λουκά Τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου

Anthony Bloom
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ὅπως κάθε παραβολὴ τοῦ Κυρίου ποὺ μιλάει γιὰ τὴν κρίση, ἡ σημερινὴ παραβολὴ εἶναι πολὺ ἁπλὴ ὡς πρὸς τὸ νόημά της καὶ ταυτόχρονα θὰ πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσουμε βαθύτερα.
Τὸ ἁπλὸ νόημά της εἶναι τοῦτο: Εἴχατε στὴν γῆ ὅ,τι ἦταν καλό, ὁ Λάζαρος δὲν εἶχε τίποτα· ἑπομένως ἀποκτᾶ στὴν αἰώνια ζωὴ ὅλα τ’ ἀγαθὰ ποὺ τοῦ εἶχαν λείψει στὴ γῆ καὶ ἐσεῖς τὰ στερῆστε. Ἀλλὰ αὐτὸ δὲν συνιστᾶ τὸ ἀληθινὸ καὶ βαθύτερο νόημα τῆς παραβολῆς.

Ποιὸς εἶναι ὁ πλούσιος; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ δὲν κατεῖχε μόνο ὅλα τὰ ἀγαθὰ ποὺ ἡ γῆ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει: πλοῦτο, καλὸ ὄνομα, κοινωνικὴ θέση ἀνάμεσα στοὺς συμπολίτες του· ἦταν ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν λαχταροῦσε κάτι ἄλλο. Ὅ,τι ἤθελε, ὅ,τι χρειαζόταν ἦταν ὁ ὑλικὸς πλοῦτος, μιὰ καλὴ θέση ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, τὸν θαυμασμό, μιὰ δουλικὴ ὑπακοὴ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἦταν κατώτεροί του.
Ὁ Λάζαρος δὲν κατεῖχε τίποτα· ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παραβολὴ μαθαίνουμε ὅτι δὲν παραπονιόταν, δεχόταν ὅ,τι δὲν ἤθελε ὁ πλούσιος· ἔτρωγε τὰ ψίχουλα ἀπὸ τὸ τραπέζι του. Ἀλλὰ εἶχε μία ζωντανὴ ψυχή· ἴσως νὰ λαχταροῦσε κάτι περισσότερο: ποιὸς ἄνθρωπος δὲν θέλει νὰ ἔχει μία στέγη, νὰ ἔχει ἐξασφαλισμένη τροφή; Ἀλλὰ ἐκεῖνος δεχόταν ὅ,τι τοῦ ἔδιναν μὲ εὐγνωμοσύνη.
Καὶ ὅταν πέθαναν, τί πῆραν μαζί τους; Ὁ πλούσιος δὲν εἶχε τίποτα νὰ πάρει, ἐπειδὴ ποτὲ δὲν νοιαζόταν γιὰ ὁ,τιδήποτε δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει ὁ κόσμος. Ὁ Λάζαρος πάντα ποθοῦσε περισσότερα ἀγαθὰ ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἡ γῆ μποροῦσε νὰ τοῦ προσφέρει: ἐπιθυμοῦσε δικαιοσύνη, εἰρήνη, ἀγάπη, συμπόνια, ἀλληλεγγύη- ὅλα ἐκεῖνα τὰ πράγματα ποὺ κάνουν τὸν ἄνθρωπο νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Ὁ πλούσιος ζοῦσε μιὰ ζωὴ παρόμοια μ’ αὐτὴν ποὺ περιγράφεται σὲ μιὰ ἀπὸ τὶς προφητεῖες: Ὁ λαὸς τοῦ Ἰσραὴλ ἐπαχύνθη ἀπὸ τὸν πλοῦτο καὶ λησμόνησε τὸν Θεό… Ὁ φτωχὸς δὲν μποροῦσε νὰ κάνει κάτι τέτοιο· ἦταν τόσο φτωχὸς γιὰ νὰ ριζώσει στὴν γῆ- ἦταν ἐλεύθερος.
Αὐτὴ ἡ παραβολὴ λοιπὸν ἀφορᾶ ὅλους μας· διότι ὅλοι μας ἔχουμε μέσα μας τὸν πλούσιο καὶ τὸν Λάζαρο. Ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ πόσο πλούσιοι, πόσο ἀσφαλεῖς εἴμαστε. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἐὰν βρισκόμαστε τώρα ἐδῶ, πάει νὰ πεῖ ὅτι στὴν ψυχή μας, ὑπάρχει μία ἄλλη διάσταση ποὺ λαχταρᾶ κάτι ἄλλο. Ἀλλὰ μένει νὰ κάνουμε μία ἐρώτηση: Ἐὰν ἔπρεπε νὰ διαλέξουμε, τί θὰ διαλέγαμε; Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ πραγματικὰ θεωροῦμε πολύτιμο; Εἶναι ἡ ἀσφάλεια ποὺ μέχρι τώρα ἡ γῆ μᾶς ἔχει προσφέρει- ἢ εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη, τὸ βάθος στὸ ὁποῖο κατανοοῦμε τὸν Θεό, ἡ κοινωνία μας μαζί Του, ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν πλησίον, ἡ συμπόνια – τόσα ἄλλα πράγματα ποὺ μᾶς ἔχει διδάξει τὸ Εὐαγγέλιο;
Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖο ὅπου ἀναφέρεται ἡ παραβολή, δὲν ἀναφέρεται μόνο σὲ δύο ἄνδρες ἀπὸ τὸ παρελθόν, ἢ σὲ ἄλλους, ἀλλὰ ἀναφέρεται σὲ μᾶς προσωπικά: ποιὸς εἶμαι- ἢ ἐὰν προτιμᾶτε, καὶ ποὺ εἶναι τὸ πιὸ σωστὸ – ποιὸς ὑπερισχύει μέσα μου; Μοιάζω περισσότερο μὲ τὸν πλούσιο, τόσο ριζωμένος στὴ γῆ, ὥστε τὰ πράγματα ποὺ ἀφοροῦν τὸ πνεῦμα, τὴν αἰωνιότητα, ἢ πιὸ ἁπλὰ ὅ,τι εἶναι ἀληθινὰ ἀνθρώπινο ἔρχεται δεύτερο –ἢ εἶμαι ἀπὸ ἐκείνους γιὰ τοὺς ὁποίους σημασία ἔχει ὅ,τι εἶναι ἀνθρώπινο, περισσότερο ἀπὸ ὁτιδήποτε ἄλλο;
Κι ἔπειτα, ὑπάρχει κάτι ἄλλο στὴν παραβολή. Ὁ πλούσιος βλέποντας τὸν ἑαυτὸ του στερημένο ἀπὸ τὰ πάντα, στρέφεται στὸν Ἀβραὰμ καὶ λέει: «Στεῖλε τὸν Λάζαρο στοὺς ἀδελφούς μου ποὺ εἶναι ἀκόμα στὴ γῆ νὰ τοὺς εἰδοποιήσει, γιὰ νὰ μὴν ἔλθουν σὲ τοῦτο τὸν τόπο τῆς βασάνου». Καὶ ὁ Χριστὸς λέει ὅτι ἀκόμα καὶ ἂν κάποιος ἐπιστρέψει ἀπὸ τοὺς νεκρούς, ἐὰν δὲν ἄκουσαν ὅ,τι ἀποκαλύφθηκε στὸ παρελθόν, δὲν θὰ πιστέψουν, θὰ χαθοῦν μέσα στὶς ἁμαρτίες τους.
Πῶς, αὐτὴ ἡ παραβολὴ δὲν ταιριάζει κατὰ τρόπο τραγικὸ μὲ τὴν κατάσταση τῶν ἀνθρώπων ὅταν στέκονταν συνωστισμένοι ὅπως τὸ ἄλεσμα γύρω ἀπὸ τὸν Σταυρὸ ὅπου πέθαινε ὁ Κύριος. Κάποιοι ἦταν πιστοί, ὁ δικός Του λαὸς – ἀλλὰ ποῦ βρίσκονταν; Εἶχαν σκορπίσει. Κάποιοι ἦταν μαθητές Του, μὲ πίστη ποὺ ἔφτανε στὸ βάθος τῆς ὕπαρξής τους, μὲ καρδιακὴ πίστη, οἱ γυναῖκες ποὺ Τὸν εἶχαν ἀκολουθήσει – στάθηκαν σὲ ἀπόσταση· μοναχὰ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Ἰωάννης, στάθηκαν δίπλα στὸν Σταυρό.
Ἀλλὰ μέσα στὸ πλῆθος, ὑπῆρχαν ἄνθρωποι ποὺ μαζὶ μὲ τὸν Ἀρχιερέα, τοὺς Φαρισαίους ποὺ εἶχαν καταδικάσει τὸν Θεό, ἔλεγαν: «Κατέβα τώρα ἀπὸ τὸν Σταυρὸ – καὶ θὰ πιστέψουμε…» Πόσοι πολλοὶ σκέφτηκαν: μόνον ἐὰν κατέβαινε ἀπὸ τὸν Σταυρό, θὰ πιστεύαμε χωρὶς νὰ παίρναμε κανένα κίνδυνο, θὰ πιστεύαμε μὲ ἀσφάλεια, μὲ σιγουριά· θὰ πιστεύαμε καὶ θ’ ἀκολουθούσαμε Κάποιον ποὺ τώρα ἡττημένος, στιγματισμένος, ἔχοντας δεχθεῖ τὴν ἀπόρριψη τῶν ἀνθρώπων, κρέμεται στὸν Σταυρὸ ἀνάμεσα σὲ δύο ληστές; Δὲν μποροῦμε…
Αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς παραβολῆς· καὶ ποὺ μᾶς ἀποδεικνύει ἡ ζωὴ τόσων πολλῶν ἀνθρώπων.
Ποῦ βρισκόμαστε; Εἴμαστε προετοιμασμένοι νὰ πιστέψουμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ; Εἴμαστε ἕτοιμοι, αἰχμάλωτοι τῆς ὀμορφιᾶς, τῆς ἀνείπωτης, ἀνέκφραστης ὀμορφιᾶς τῆς προσωπικότητας τοῦ Χριστοῦ, νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε μὲ κάθε κίνδυνο; Καὶ γνωρίζουμε ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι πολὺ μεγάλος: Θὰ στιγματιστοῦμε, θὰ μᾶς κοροϊδέψουν, θὰ εἴμαστε ξένοι, οἱ ἄνθρωποι θὰ μᾶς θεωροῦν ἀλῆτες τῆς γῆς, ὄχι προσκυνητὲς τοῦ Οὐρανοῦ· εἴμαστε ὅμως ἕτοιμοι νὰ τὸ κάνουμε αὐτό;
Πρέπει νὰ σκεφτοῦμε τὶς δύο αὐτὲς ὄψεις τῆς παραβολῆς· γιατί διαφορετικὰ ἡ παραβολὴ εἶναι ἄσχετη μέ μᾶς – καὶ ὅμως, ἔχει τόσο πολὺ σχέση μὲ τὴ ζωή μας.
Ἂς τὴν σκεφτοῦμε βαθιά, κρίνοντας τὴν συνεχῶς. Ὁ Θεὸς δὲν μᾶς κρίνει μὲ σκοπὸ νὰ μᾶς καταδικάσει. Ὁ Θεὸς μᾶς προετοιμάζει πραγματικὰ καὶ μᾶς ζητᾶ ἕνα πράγμα: Ν’ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀλήθεια! Δὲν ἀποδεχόμαστε ἕναν κόσμο ποὺ εἶναι μία χίμαιρα! Μὴν ἀποδέχεστε τὸν ἑαυτό σας, ἐνῶ ἡ ζωὴ σας παραμένει μιὰ ζωὴ ἀπατηλή: νὰ εἶστε ἀληθινοὶ καὶ τότε θὰ γίνετε παιδιὰ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Καὶ τί μπορεῖ νὰ εἶναι πιὸ σπουδαῖο, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές τοῦ Χριστοῦ, υἱοὶ καὶ κόρες τοῦ Ζωντανοῦ Θεοῦ· καὶ ἀγγελιοφόροι τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Μποροῦμε νὰ ἐλπίζουμε σὲ κάτι μεγαλύτερο; Καὶ ὅμως αὐτὸ εἶναι ποὺ προσφέρεται σὲ ὅλους μας καὶ στὸν καθένα χωριστά. Τί θαῦμα! Τί χαρά! Πῶς μποροῦμε νὰ τὸ ἀρνηθοῦμε; Ἀμὴν

Πηγή: kirigmata.blogspot.com




Λόγοι αγίων Πατέρων για την αγάπη προς τους εχθρούς

Δεν μπορείς να αγαπήσεις τον εχθρό σου από την πρώτη στιγμή. Όμως μείνε στο σκαλί. Τουλάχιστον να μην τον μισείς. Κι αν σε βρει ο θάνατος, χωρίς το μίσος κατά του αδελφού σου, τότε γνώριζε ότι πεθαίνεις ως φίλος του εχθρού σου και η χάρη του Θεού θα σε συνοδεύει.

Όσιος Αρσένιος Μπόκα

 

Όταν ο Σωτήρας μας διατάζει αγάπη προς τους εχθρούς, δεν το κάνει για να σε γονατίσει μπροστά στο κακό, αλλά για να σε ελευθερώσει απ’ αυτό και να σε προφυλάξει.

Όσιος Αρσένιος Μπόκα   

 

Ἐκ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφὸν ἔρχεται ἡ χάρις, καὶ διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφὸν φυλάττεται. Ἐὰν ὅμως δὲν ἀγαπῶμεν τὸν ἀδελφόν, τότε καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δὲν ἔρχεται εἰς τὴν ψυχήν, ἕνεκα τῆς κατακρίσεως ἢ τοῦ μίσους πρὸς τὸν ἀδελφόν.

Οσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

 

Ἡμεῖς φρονοῦμε ὅτι ἡ ἀληθινὴ ἐλευθερία ἔγκειται εἰς τὸ νὰ μὴ ἁμαρτάνῃς, εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾷς τὸν Κύριον καὶ τὸν πλησίον μεθ᾿ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ὅλης τῆς ἰσχύος σου.

Οσιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

 

Ὁ ἐχθρὸς τὸ φθονεῖ, ὅταν μας βλέπῃ νὰ ἔχουμε μεταξύ μας ἐπικοινωνία μὲ εἰλικρίνεια καὶ ἀγάπη ἐν Χριστῷ. Καὶ προσπαθεῖ νὰ σπείρῃ ἔχθρα καὶ διχόνοια ἐπειδὴ μισεῖ τὸ καλό… Ἡ καλή μας πράξη νὰ φανερώνωμε τοὺς λογισμούς μας ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, θὰ διαλύση τὴν κακία του.

Στάρετς Βαρσανούφιος

 

Ἐμᾶς μπορεῖ νὰ μᾶς τραβήξει ὁτιδήποτε. Καὶ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Θ. Λειτουργίας καὶ τὸ νὰ ὑπηρετοῦμε ἕναν ὑψηλὸ σκοπό. Μ᾿ αὐτὰ ὅμως ὅλα, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ χάσουμε τὸ πιὸ βασικό. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἄφησε κάποιο σύστημα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἐντολές Του. Καὶ ἡ κυριότερη ἐντολή, εἶναι τῆς ἀγάπης πρὸς ὅλους καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς ἐχθρούς. Ὅσο πιὸ κοντὰ θὰ εἴμαστε στὸ τέλος, οἱ ἄνθρωποι θὰ γίνονται πιὸ ψυχροὶ καὶ σκληροί. Μὲ τὴν ἄνθιση τῆς ἀνομίας, ψύχεται ἡ ἀγάπη. Τὸ βασικὸ γιὰ τὸν χριστιανὸ εἶναι ἡ ἀγάπη. Γι᾿ αὐτὸ ἐμεῖς πρέπει ν᾿ ἀπαντοῦμε μὲ ἀγάπη στὴν ψυχρότητα καὶ σκληρότητα τοῦ κόσμου αὐτοῦ.

Ἅγιος ἐπίσκοπος Ἰγνάτιος Μπρεντσιανίνωφ

 

«Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν»

Εάν στ’ αλήθεια είσαι ελεήμων, όταν άδικα σου αφαιρούν τα πράγματα σου, μη λυπηθείς καθόλου μέσα σου, μήτε να διηγείσαι στους ανθρώπους τη ζημιά πού σου έκαμαν, αλλά μάλλον ή ελεημοσύνη της καρδιάς σου ας καταπιεί τη ζημιά αυτών πού σε αδίκησαν, όπως το πολύ νερό διαλύει τη δύναμη του κρασιού. Δείξε λοιπόν τον πλούτο της ελεημοσύνης σου με τις ευεργεσίες σου προς αυτούς πού σε αδίκησαν. Όπως έκαμε ό μακάριος Ελισαίος στους εχθρούς του, πού ήθελαν να τον αιχμαλωτίσουν. Γιατί όταν προσευχήθηκε και τους τύφλωσε θολώνοντας τα μάτια τους, τους έδειξε τη θεϊκή δύναμη πού είχε μέσα του όταν όμως τους έδωσε να φάνε και να πιούνε και, μετά, τους άφησε να φύγουν, τους έδειξε την ελεημοσύνη της καρδιάς του.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

 

Η αγάπη δεν έχει εμπάθεια
Πάντοτε τούτον τον τρόπο να έχεις στη ζωή σου: να είσαι γλυκομίλητος και να αποδίδεις τιμή σε όλους τους ανθρώπους. Και να μην κάνεις κανέναν να θυμώσει και να οργιστεί και να μη ζηλοφθονήσεις, ούτε για την πίστη πού έχει κάποιος, ούτε για τα κακά έργα κάποιου άλλου.
Φυλάξου λοιπόν να μην κατηγορήσεις και να μην ελέγξεις κανέναν για κάποια αδυναμία του, γιατί έχουμε στους ουρανούς κριτή απροσωπόληπτο. Εάν όμως θέλεις να τον βοηθήσεις να επιστρέψει στην αλήθεια, να λυπηθείς γι’ αυτόν και με δάκρυα και με αγάπη πες του ένα ή δυο λόγια και μην ανάψεις από θυμό εναντίον του, για να μη δει στην καρδιά σου σημείο έχθρας. Γιατί ή αγάπη του Θεού δε γνωρίζει να θυμώνει, ούτε να παροργίζεται, ούτε να κατηγορεί κάποιον με εμπάθεια.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

 

Μη μισήσεις τον αμαρτωλό

Μη μισήσεις τον αμαρτωλό γιατί όλοι είμαστε υπεύθυνοι για τις αμαρτίες μας. Και αν από θείο ζήλο κινείσαι εναντίον του, κλάψε μάλλον για λογαριασμό του. Και γιατί τον μισείς; Τις αμαρτίες του να μισήσεις και να ευχηθείς γι’ αυτόν, για να γίνεις όμοιος με το Χριστό, ό όποιος δεν αγανακτούσε κατά των αμαρτωλών αλλά προσευχόταν γι’ αυτούς. Δε βλέπεις πώς έκλαψε για την Ιερουσαλήμ; Άλλα και εμάς για πολλά αμαρτήματα μας περιγελά και μας χλευάζει ό διάβολος. Γιατί λοιπόν να μισούμε τον άνθρωπο πού ό διάβολος τον περιγελά όπως και εμάς; Και γιατί, άνθρωπε μου, μισείς τον αμαρτωλό; Μήπως γιατί τάχα δεν είναι δίκαιος όπως εσύ; Και που είναι η δικαιοσύνη σου, αφού δεν έχεις αγάπη; Γιατί δεν έκλαψες γι’ αυτόν, αλλά τον καταδιώκεις; Μερικοί άνθρωποι εξαιτίας της ανοησίας τους οργίζονται εναντίον των αμαρτωλών, γιατί πιστεύουν ότι έχουν διάκριση να κρίνουν τα έργα τους.

Όσιος Ισαάκ ο Σύρος

 

Αν θυμάσαι το κακό, και λυπάσαι όταν αυτός πού σου το έκανε πάη καλά, ή χαίρεσαι όταν δεν πάη καλά, αυτό είναι μνησικακία. Αν όμως, παρά το κακό που σου έκανε ο άλλος, χαίρεσαι με την προκοπή του, αυτό δεν είναι μνησικακία.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

 

«Ένας είναι ο στόχος μας, η αγάπη στο Χριστό, η λαχτάρα, η ένωση με το Χριστό. Είναι ο επί γης Παράδεισος. Η αγάπη για το  Χριστό είναι η αγάπη για τον πλησίον, για όλους και για τους εχθρούς.

Μέσω της αγάπης προς τον αδελφό μας θα κατορθώσουμε να αγαπήσουμε το Θεό. Η θεία χάρις έρχεται μέσω του αδελφού. Όταν βρεις το Χριστό, έχεις τα πάντα, δε θέλεις τίποτε άλλο.  Όπου υπάρχει η αγάπη του Χριστού, εξαφανίζεται η μοναξιά, είσαι ειρηνικός, χαρούμενος, γεμάτος,  ούτε  μελαγχολία, ούτε αρρώστια, ούτε άγχος, ζεις στα άστρα, στο άπειρο, στον ουρανό με τους αγγέλους, με τους αγίους, στη γη με τους ανθρώπους, με τα φυτά, με τα ζώα, με όλους, με όλα. Όταν έρθει ο Χριστός στην καρδιά, η ζωή  αλλάζει, τα πάθη εξαφανίζονται. Ο Χριστός είναι το παν».

Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

 

«φιλάνθρωπος είναι εκείνος, που στους εχθρούς του συμπεριφέρθηκε με ημερότητα, και τους ευεργετεί. Η φιλανθρωπία αποτελείται από δύο μέρη το ένα είναι η ελεημοσύνη και το άλλο είναι η αγάπη προς τον πλησίον. Δια τον άνθρωπον πλησίον είναι o κάθε άνθρωπος. Διότι o άνθρωπος είναι και o καλός και o κακός. Και o εχθρός και o φίλος. Εκείνος λοιπόν που ασκεί την φιλανθρωπία πρέπει να γίνεται μιμητής του Θεού, o oποίος ευεργετεί και τους δικαίους και τους αδίκους διότι ένας Θεός υπάρχει εις τον κόσμον αυτόν, και Αυτός χορηγεί εις όλους και τον ήλιον και τας βροχάς Του. Αν θέλεις να ευεργετείς τους καλούς και να τιμωρείς τους κακούς, προσπαθείς να γίνεις κριτής»

Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς

 




Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου και το έπος του ΄40

Δεν είναι τυχαίο ότι οι δύο σημαντικότερες εθνικές γιορτές του έθνους μας έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να συνεορτάζονται με μία γιορτή της Παναγίας. Την 25η Μαρτίου γιορτάζουμε τον ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, σήμερα, την 28η Οκτωβρίου την Αγία Σκέπη της Θεοτόκου.
Η γιορτή αυτή μετατέθηκε από την εκκλησία μας το 1952 από την 1η Οκτωβρίου την 28η ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη Μητέρα του Θεού για τη σκέπη και την προστασία της στον αγώνα των ελλήνων απέναντι στους αλαζόνες ιταλούς, αρχικά, και, αργότερα, σε όλη τη διάρκεια της εθνικής αντίστασης.
Μία αντίσταση στην απολυταρχική βία, στην άκρως αλαζονική απαίτηση να παραδώσουμε με τη θέλησή μας τμήματα του εθνικού εδάφους, να προδώσουμε τα κεκτημένα με αγώνες και με το αίμα των προγόνων μας. Η ελληνική ψυχή όμως έδωσε την απάντηση που έπρεπε, είπε το περήφανο ΟΧΙ και ξεκίνησε έναν αγώνα για τα ιερά και τα όσια της πατρίδας μας, με αποτέλεσμα να αιφνιδιάσει δυσάρεστα τους εισβολείς, να τους χαρίσει ιδιαίτερα ταπεινωτικές ήττες και να τους αναγκάσει να αποσυρθούν μέσα από τα αλβανικά σύνορα και να περιμένουν εκεί τη βοήθεια των συμμάχων.
Είναι όμως απαραίτητο στο σημείο αυτό να κάνουμε μία σύντομη ιστορική αναδρομή και να δούμε τα γεγονότα με τη σειρά. 28 Οκτωβρίου του 1940, στις τρεις τα ξημερώματα, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι, επισκέπτεται, στην οικία του, τον πρωθυπουργό της χώρας Ιωάννη Μεταξά και του επιδίδει τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε, μέσα σε τρεις ώρες, την ελεύθερη διέλευση και στάθμευση των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα. Με τη φράση «Πόλεμος λοιπόν», ο Μεταξάς απορρίπτει το ιταλικό τελεσίγραφο και απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό. Αρχίζει έτσι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, στο αλβανικό μέτωπο, την ώρα που ο λαός διαδηλώνοντας στους δρόμους της Αθήνας κατά της Ιταλίας, τρέχει με ενθουσιασμό να καταταγεί και να πολεμήσει στο μέτωπο.
Σε λίγες μόνο μέρες, οι εισβολείς εκδιώχθηκαν από το ελληνικό έδαφος από επιστρατευμένες κυρίως δυνάμεις, με ανεπαρκή μεταφορικά μέσα και εφοδιασμό, αλλά με τη συνδρομή των χωρικών της Μακεδονίας και της Ηπείρου, που έσπευσαν στο εθνικό προσκλητήριο και έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο στον ανεφοδιασμό. Για να κάμψουν το ηθικό του ελληνικού λαού, οι ιταλοί άρχισαν τον βομβαρδισμό ελληνικών πόλεων. Η ελληνική αντεπίθεση στο μέτωπο, άρχισε στις 14 Νοεμβρίου και γρήγορα οι δυνάμεις μας διέρρηξαν την ιταλική αμυντική γραμμή και στις 22 Νοεμβρίου οι Έλληνες στρατιώτες εισέρχονταν στην Κορυτσά. Η προέλαση συνεχίστηκε αργά αλλά αποφασιστικά και στις 6 Δεκεμβρίου, ο ελληνικός στρατός καταλάμβανε το λιμάνι των Αγίων Σαράντα. Στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός πήρε στα χέρια του την πρωτοβουλία, πέρασε σε ορμητική αντεπίθεση, πέταξε τους επιδρομείς έξω από τα ελληνικά εδάφη και τους καταδίωξε μέσα στο αλβανικό έδαφος, κατατροπώνοντάς τους.
Μήπως όμως χρειάζεται να αναζητήσουμε κάποια ερμηνεία για όλα αυτά τα γεγονότα; Δεν χωράει αμφιβολία ότι η εποποιία του 1940, αποτελεί ένα θαύμα, είναι ένα από τα πολλά θαύματα στην ιστορία των Ελλήνων. Δεν μπορεί να είναι καρπός αποκλειστικά ανθρώπινου αγώνα. Η θεϊκή χάρη συνεργάσθηκε με την ανθρώπινη προσπάθεια. Και είναι δίκαιο που μαζί με τα θριαμβευτικά σαλπίσματα πάνω από τους τάφους των ηρώων, σήμαναν δοξαστικές καμπάνες για ένα «ευχαριστώ» στην Παναγία, σ’ εκείνη, στην οποία η εθνική συνείδηση απέδωσε για μια ακόμα φορά «τα νικητήρια». Τη Σκέπη των αγωνιστών. Την Ελευθερώτρια των σκλαβωμένων.
Γιατί στα κρίσιμα χρόνια του πολέμου οι Έλληνες εμπιστεύθηκαν στα χέρια της Παναγίας τον αγώνα τους. Ζήτησαν τη μητρική προστασία της για να υπερασπιστούν τα δίκαιά τους. Και ήταν τόση η πίστη τους, ώστε την έβλεπαν να τους εμψυχώνει και να τους σκεπάζει, καθώς πολεμούσαν απεγνωσμένα στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου και της Αλβανίας. Η άλλοτε Υπέρμαχος Στρατηγός των Ρωμιών γίνεται η Αγία Σκέπη των αγωνιστών και το θαύμα επαναλαμβάνεται. Χάρη στην πίστη που θερμαίνει τις ψυχές τους οι μαχητές περιφρονούν τη λογική των αριθμών και αντιστέκονται στις σιδερόφρακτες εχθρικές στρατιές με ηρωισμό που κινεί τον παγκόσμιο θαυμασμό.
Για τους λόγους αυτούς η Εκκλησία σήμερα, δηλαδή όλοι εμείς, ανυμνούμε τη Σκέπη της Παναγίας, και την παρακαλούμε να μας σκεπάζει πάντα με την αγάπη της και να στέκεται πάντα δίπλα, βοηθός και συμπαραστάτης στο Έθνος μας, σε κάθε καλό αγώνα, γιατί τη βοήθεια της την έχουμε το ίδιο ανάγκη και στον καιρό της ειρήνης. Ας μελετήσουμε την ιστορία μας, να γνωρίσουμε με ποιούς αγώνες των προγόνων μας μπορούμε εμείς σήμερα να ζούμε ελεύθεροι, αλλά και να διαβάσουμε συγκλονιστικές μαρτυρίες αγωνιστών της εθνικής αντίστασης, οι οποίοι στον υπεράνθρωπο αγώνα τους πάνω στα παγωμένα βουνά έβλεπαν την Παναγία ζωντανά και έπαιρναν κουράγιο να συνεχίσουν. Ας είναι λοιπόν η 28η Οκτωβρίου ένα έναυσμα να ασχοληθούμε όλοι περισσότερο με την ιστορία μας, ένα μνημόσυνο για όσους έπεσαν ηρωικά στον πόλεμο και μία ελάχιστη τιμή ευγνωμοσύνης στη Μητέρα μας την Παναγία.

 

Πηγή κειμένου : Αγια Μετέωρα

 




ΤΟ ΕΓΚΩΜΙΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΔΗΜΗΤΡΙΟ ΤΟΝ ΜΥΡΟΒΛΥΤΗ

Μακαριστού Αρχιμ. Εφραίμ Ξηροποταμηνού

«Εμοί δε λίαν ετιμήθησαν οι φίλοι σου ο Θεός, λίαν εκραταιώθησαν αι αρχαί αυτών».

Με αυτόν τον στίχον του Δαβίδ αρχίζει ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Γρηγόριος ο Παλαμάς το εγκώμιό του στον Μυροβλύτη άγιο, που σαν Μεγαλομάρτυς ανήκει και αυτός στις «αρχές», δηλαδή στην ηγεσία των Αγίων και Φίλων του Θεού.

«Εγώ με πολλή τιμή περιβάλλω τους φίλους σου, Θεέ μου, μεγάλη εξουσία και παρρησία έχουν εκείνοι που προεξάρχουν μεταξύ τους», θα λέγαμε κι εμείς σήμερα, δίνοντας όμως στα ίδια αυτά λόγια του Προφητάνακτος πολύ πιο ευρύ περιεχόμενο. Διότι για μάς Φίλοι του Θεού είναι και οι δύο Άγιοι, και ο εγκωμιάζων και ο εγκωμιαζόμενος, αλλά ακόμη και οι φίλοι των Φίλων του Θεού, ο φιλάγιος και Παναγιώτατος Ποιμενάρχης κύριος Παντελεήμων με το ευλαβές του ποίμνιο, που με τον θείο ζήλο τους για την τιμή και τον έπαινο των όντως μεγάλων Αγίων της Αποστολικής Μητροπόλεως δεν παύουν από του να επισύρουν άθελα επάνω τους τον δίκαιο έπαινο και την αγάπη της στρατευόμενης αλλά και της θριαμβευούσης Εκκλησίας του Χριστού.
Ο λόγος του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, τον οποίο πρέπει σήμερα να παρουσιάσουμε ανταποκρινόμενοι σε τιμητική πρόσκληση του Παναγιωτάτου, πρέπει, σύμφωνα με εσωτερικά τεκμήρια, να εκφωνήθηκε από τον Άγιο σε ένα από τα έτη της αρχιερατείας του στη Θεσσαλονίκη, κατά την ημέρα της εορτής του Αγίου Δημητρίου και μάλιστα μετά το Ευαγγέλιο της πανηγυρικής Θείας Λειτουργίας μέσα στον πάνσεπτο τούτο ναό, και αποτελεί άριστο δείγμα του εορταστικού εγκωμιαστικού λόγου, στο οποίο ανήκει.
«Ο μεν πόθος μάς παρακινεί να μιλήσουμε ανάλογα με τη δύναμή μας, και η περίσταση απαιτεί τον επίκαιρο λόγο, και το οφειλόμενο χρέος βιάζοντας μας δεν μάς αφήνει να θαυμάσουμε άνευ λόγων το υπέρ λόγον μεγαλείο του Μάρτυρος», λέγει κάπου στην αρχή του λόγου του ο Άγιος.

Η μακρά παράδοσις του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Δημητρίου στην Θεσσαλονίκη φαίνεται ότι είχε δημιουργήσει ένα ιδιαίτερο τυπικό, το οποίο εγνώριζε καλά ο Άγιος Γρηγόριος, μια και είχε ζήσει αρκετό διάστημα σ’ αυτήν, ακόμη και πριν αρχιερατεύσει. Αυτό το τυπικό φαίνεται ότι καθόριζε το περιεχόμενο της ομιλίας του, και αυτό τον κάνει να αισθάνεται λίγο περιορισμένος.

Θα ήθελε ίσως, παίρνοντας μόνον αφορμή από τον Μάρτυρα, να επιμείνει σε πνευματικά θέματα, όμως είναι υποχρεωμένος να αναφέρει, όπως κάθε χρόνο, τα απαραίτητα, μα πασίγνωστα πια μαρτυρολογικά στοιχεία, πράγμα που τον κάνει να σκεφθεί λίγο και την δυνατότητα της σιωπής.

Τελικά όμως, όπως φαίνεται στην συνέχεια, καταφέρνει να τα συγκεράσει όλα, και αγιολογία και ηθική διδασκαλία και θεολογία και ρητορεία και ερμηνευτική, σε έναν αριστοτεχνικό εγκωμιαστικό λόγο, απόλυτα ισορροπημένο και απαλλαγμένο από το πολύ σύνηθες σε τέτοια έργα στοιχείο της υπερβολής.
Θα ήταν μάταιο, νομίζουμε, μέσα στα πλαίσια μιας σύντομης ομιλίας να επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε έστω και εν περιλήψει ολόκληρο τον ειρμό και το περιεχόμενο του λόγου. Όσο για λογοτεχνική ανάλυση και αξιολόγηση, που οπωσδήποτε ξεφεύγει τις δυνατότητες μας, αρκούμεθα να εκφράσουμε ευλαβικά το θαυμασμό μας για τα «κάλλη του φθέγματος» του θείου Γρηγορίου του Παλαμά που του προσετέθησαν από τη θεία Πρόνοια, για να διατυπώσει επάξια «τα βάθη του Πνεύματος» που «εξεζήτησε» και αυτός, όπως ακριβώς και ο συνώνυμος του Θεολόγος. Ας μάς επιτραπεί λοιπόν να μεταφέρουμε κατ’ εκλογήν ορισμένες μόνο από τις βασικές τοποθετήσεις του λόγου παρατρέχοντας τα πάμπολλα  ευρήματα και τούς βιβλικούς παραλληλισμούς, που ίσως μόνο μια δόκιμη μετάφραση θα μπορούσε να αποδώσει.
Ήδη εκ προοιμίων, αλλά και πολύ συχνά στη μετέπειτα ροή του λόγου, ο Άγιος Γρηγόριος επιμένει στα πολλαπλά χαρίσματα της αγιότητος του Δημητρίου. Η μετά ευχαριστίας αποστέρηση της κατά κόσμον ευτυχίας και δόξης τον κατατάσσουν μεταξύ των δικαίων, με τους οποίους όμως συγκρινόμενος —και μάλιστα με τον Ιώβ— βρίσκεται πολύ ανώτερος. Αξιώθηκε και προφητικής χάριτος, όπως φαίνεται από τους λόγους του προς το Νέστορα, που ευλαβικά μάς διέσωσε η παράδοση: «Και τον Λυαίον νικήσεις και υπέρ Χριστού μαρτυρήσεις». Η προ του μαρτυρίου Ιεραποστολική του δράσις στη Θεσσαλονίκη από την επίσημη μάλιστα θέση του υπάτου, αλλά και η μετά θάνατον δια των θαυμάτων του Αγίου μεταστροφή ολοκλήρου της πόλεως στο Χριστιανισμό είναι μάρτυρες της αποστολικής χάριτος και αξίας που του εδόθη. Η παρθενία του και η άμεμπτη προ του μαρτυρίου ζωή του τον κατατάσσουν αυτοδικαίως και στις τάξεις των όσιων. Η «σπουδή της σοφίας» και «η περί λόγους παιδεία», που τον κοσμούσαν σαν ανώτατο αξιωματούχο του κράτους, του δίδουν το χρίσμα του διδασκάλου. Μάλιστα στον «ωρατίωνα», τον κοντό εκείνο αγορευτικό μανδύα που φορούσαν στους ώμους οι Ρωμαίοι αξιωματούχοι, και στον υπατικό δακτύλιο του, που μετά το μαρτύριό του άρχισαν να θαυματουργούν στα χέρια του Λούπου, ο Γρηγόριος δεν κρύβει πώς βλέπει κάποιο συμβολισμό της «μυστικώς δεδομένης διδασκαλικής αξίας και προεδρίας». Μόνη η ορατή Ιεροσύνη του λείπει φαίνεται να υπονοεί η φράση: «…μόνος ή πάνυ μετ’ ολίγων τα πάντα τελεί». Ιδιαίτερα στο θέμα της παρθενίας του Αγίου Δημητρίου επανέρχεται πολλές φορές ο παρθένος και μοναχός Παλαμάς, το ειδικό όμως αυτό θέμα έχει έξαντλήσει ολόκληρο συνέδριο που διοργανώθηκε μέσα στον Ιερό τούτο χώρο.

Με τη σειρά μας θα λέγαμε πως η συνάντηση αυτή όλων των γνωρισμάτων της αγιότητος σε ένα και το αυτό πρόσωπο είναι χαρακτηριστικό όλων των άλλων Αγίων της Εκκλησίας μας. Και για να μην πάμε πολύ μακριά, ο βίος του ίδιου του μεγάλου Παλαμά, τον αποδεικνύει όχι μόνον όσιο και διδάσκαλο και Ιεράρχη, αλλά και προφήτη και απόστολο και μάρτυρα τη προαιρέσει. επαληθεύεται και πάλι το ότι μόνον ένας μεγάλος μπορεί να καταλάβει και παινέσει επάξια έναν μεγάλο.

Ένα άλλο κεντρικό σημείο του λόγου είναι ο παραλληλισμός του Αγίου  Δημητρίου με τον Χριστό, η επισήμανση δηλαδή στο πρόσωπο του Μεγαλομάρτυρος ενός «τύπου Χριστού μετά Χριστόν», αν είναι δυνατόν να λεχθεί κάτι τέτοιο. Το στοιχείο αυτό δεν είναι κάτι καινούριο. Βέβαια για κάθε άγιο ισχύει το του Αποστόλου Παύλου: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Στον Άγιο Δημήτριο όμως όλα τα βιογραφικά στοιχεία με αφορμή και αφετηρία τη λόγχευση της πλευράς συντείνουν σε μία όχι μόνο μυστική, αλλά και εξωτερική εξεικόνιση του Χριστού στο πρόσωπό του: Το νεανικό της ηλικίας, η παρθενία, η διδασκαλική δράση που επιστεγάζεται από το εκούσιο μαρτύριο, η τετρωμένη πλευρά που γίνεται πηγή μύρου και ιάσεων, ο εξιλαστικός χαρακτήρας που παίρνει το μαρτύριο του Αγίου υπέρ μιας ολοκλήρου πόλεως είναι στοιχεία που πολύ νωρίς επεσημάνθησαν και ίσως πήραν τις ανάλογες λατρευτικές προεκτάσεις, ενώ μεταγενέστερα επί του αγίου Συμεών αποκρυσταλλώνονται πλέον λειτουργικά και υμνογραφικά σε ακολουθίες και ύμνους σαν αυτούς που ακούγονται ιδιαίτερα κατά τους όρθρους όλης αυτής της εβδομάδος μέσα στον εφέστιο τούτο του Μεγαλομάρτυρος .

Ειδικά, ο Άγιος Γρηγόριος, εκτός από την εφαρμογή ορισμένων χριστολογικών χωρίων και τύπων της Παλαιάς Διαθήκης που κάνει στον Άγιο Δημήτριο, αναφερόμενος και στην πολλαπλή λόγχευση της πλευράς του, την θεωρεί αναπλήρωση των «υστερημάτων των θλίψεων του Χριστού» κατά τον Απόστολο Παύλο, η οποία γίνεται από τους Αγίους υπέρ του Σώματος Του που είναι η Εκκλησία.

«Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς». Τα ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία του μάρτυρος και το σύντομο μαρτύριό του θέτουν πάντοτε σε δοκιμασία την φιλοπράγμονα διάθεση των περί τα συναξαριακά ενασχολούμενων ευλαβών, όπως ακριβώς και εκείνου του Αγιορείτη ασκητή Βιταλίου, που αναφέρεται στις διηγήσεις των θαυμάτων του Αγίου. Να η απορία του, όπως την συνοψίζει ο αφηγητής του θαύματος Σταυράκιος: «Αφού τόσο σύντομος ήταν ο μαρτυρικός αγώνας του και ακαριαίο το μαρτύριό του και μόνη η πλευρά του επλήγη, τι ήταν αυτό που του προεξένησε την τόση αφθονία των μύρων;» Υπάρχουν πολλοί μάρτυρες που και περισσότερα και δριμύτερα και πιο μακροχρόνια βάσανα υπέμειναν και παρθένοι ήσαν και ίσως να ετελειώθησαν και με λόγχευση της πλευράς κατά μίμησιν του Χριστού. Τι είναι εκείνο που ανέδειξε μεγαλομάρτυρα και οικουμενικό θαυματουργό τον Δημήτριο;

«Επί τω Δημητρίω ακραιφνώς τα πάντα συνέδραμον» σπεύδει να απαντήσει ο ρητορικότατος Σταυράκιος, προτού διηγηθεί το σχετικό θαύμα που έπεισε τελικά στην πράξη τον Βιτάλιο. Στο σημείο αυτό ο θείος Γρηγόριος αισθάνεται ότι έχει να πει περισσότερα. Και εδώ μόνος αυτός μπορεί να καταλάβει και να ερμηνεύσει τον Μάρτυρα βάσει της δικής του εμπειρίας. Να λοιπόν πώς εξηγεί αυτός εκείνο το «ακραιφνώς» του Σταυρακίου: «Γιατί ούτε στο νου του, λέγει, δεν καταδέχθηκε ποτέ να βάλει (ο Άγιος) κάτι από τα μη θεοσεβή, ούτε ξεκίνησε να κάνει καμιά πράξη όχι θεάρεστη. Αλλά αφού φύλαξε αμίαντη στον εαυτό του τη Θεία Χάρη του κατά Χριστόν βαπτίσματος, είχε πάντοτε το θέλημά του σύμφωνο με τον νόμο του Κυρίου». Και λίγο πιο κάτω: «(Ο Δημήτριος) ήταν ωραίος, όχι μόνον κατά τον έξω αισθητό άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο κατά τον εσωτερικό και αόρατο, τον οποίο βλέποντας ο καρδιογνώστης Θεός τόσο αιχμαλωτίσθηκε από το νοερό κάλλος του, ώστε να ευδοκήσει να σκηνώσει μέσα σ’ αυτόν και να αποτελέσει ένα πνεύμα με αυτόν, και ξεκινώντας από εκεί να τον κάνει ολόκληρο θείο».

Ο Δημήτριος δηλαδή είχε φθάσει διά της νήψεως ήδη και προ του μαρτυρίου στην τελειότητα και στη θέωση και έτσι, κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού, δε χρειαζόταν παρά ένα σύντομο μαρτύριο, με το οποίο σαν άλλος πνευματικός στάχυς θα θεριζόταν, για να συναχθεί στις ουράνιες αποθήκες. Τα φοβερά βασανιστήρια από τα όποια έπρεπε να περάσουν άλλοι μάρτυρες υποβασταζόμενοι από την Χάρη του Θεού, για να δοκιμασθεί έτσι και να ατσαλωθεί η προαίρεσή τους, δεν χρειαζόταν στον Δημήτριο, γιατί αυτός, όπως λέγει ο θείος Παλαμάς «πριν ή γνώναι το κακόν, έξελέξατο το αγαθόν». Με την νηπτική εργασία, η οποία ήταν θεοδίδακτος, είχε καταστεί τόσο τέλειος κατά την προαίρεση, ώστε ο πειράζων, μη βλέποντας καμμιά πιθανότητα επιτυχίας, μετά τον πρώτο ανιχνευτικό πειρασμό του σκορπιού, δεν τόλμησε να επιστρέψει από φόβο μήπως πολλαπλασιάσει τους στεφάνους του Μάρτυρος.

Όλα αυτά βέβαια δεν αναφέρονται επί λέξει στο εγκώμιο και ας μάς συγχωρήσει ο Άγιος Γρηγόριος! Πιστεύουμε όμως πως διερμηνεύουμε εκείνα στα οποία αυτός δεν μπόρεσε να επεκταθεί περιορισμένος από την περίσταση και «σχήμα του λόγου», όπως λέγει. Στον περίφημο όμως δεύτερο λόγο του στα Εισόδια, που συνέγραψε μέσα στο οικείο περιβάλλον της ησυχίας του Αγίου Όρους, μάς δίνει ένα άλλο πιο εκτεταμένο παράδειγμα αυτού του είδους της «Νηπτικής ερμηνείας».

Εξηγεί δηλαδή ο μύστης της Θεοτόκου Γρηγόριος ότι εκείνο που έκανε την Παρθένο άξια να γίνει Μητέρα του Θεού ήταν η τελειότητα της προαιρέσεως της, στην οποία έφθασε διά της νήψεως και της Ιεράς ησυχίας στο διάστημα της παραμονής της μέσα στον Ναό.

«Πολιά δε έστιν φρόνησις άνθρώποις και ηλικία γήρως βίος άκηλίδωτος». Ένα πολύ χαρακτηριστικό γνώρισμα της αγιότητος του Δημητρίου, το οποίο φαίνεται να υπογραμμίζει ιδιαίτερα ο Άγιος Γρηγόριος, είναι το νεαρόν της ηλικίας του. Τον ονομάζει «νεανίαν απαλόν», «νέον έτι κομιδή» και «στεφανίτην έκ ου». Το γεροντικό του φρόνημα όμως τον έκανε διδάσκαλο και εμψυχωτή όχι μόνον του Νέστορος, του οποίου την νεότητα και ο ίδιος ο Μαξιμιανός λυπήθηκε αλλά και πάντων των «εύσεβεΐν αίρουμένων», οι οποίοι ασχέτως ηλικίας κατέφευγαν στην υπόγεια εκείνη στοά, όπου δίδασκε ο Μάρτυς και η οποία γι’αυτό τον λόγο, όπως υποστηρίζει ο Άγιος, έδωσε το όνομα «Καταφυγή» στον ναό της Θεοτόκου που αργότερα κτίστηκε επάνω της.

«Αγαθόν ανδρί όταν άρη τον ζυγόν αυτού εκ νεότητος αυτού». Απόδειξη ο Δημήτριος, ο Νέστωρ, ο ίδιος ο Παλαμάς. Η νεότητα έχει λαμπρά παραδείγματα προς μίμηση. Οι μεγαλύτεροι ας μην σπεύδουμε πάντοτε να προδικάζουμε το νεανικό ενθουσιασμό. Χρειάζονται ισχυρά αντίδοτα, για να καταπολεμηθεί η σημερινή γενική δηλητηρίαση. Η αγιότητα, η θυσία, το μαρτύριο είναι τα μόνα ικανά να μεταμορφώσουν τον κόσμο. Η Εκκλησία θεμελιώθηκε με το αίμα του Χριστού πάνω στους τάφους και τα λείψανα των Μαρτύρων. Χωρίς θυσία, αδύνατη η αλλαγή και η μεταμόρφωσις.

Αλλά ας επανέλθουμε στα λόγια του Παλαμά: «Μου έρχεται, λέγει, να πω για τον Δημήτριο εκείνο που λέγει ο θείος Παύλος για τον Χριστό: Αποδεικνύει την αγάπη του σ’ εμάς ο Μέγας Δημήτριος με το ότι ενώ ήμασταν ακόμη ασεβείς, αυτός «κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε» , κατά χάριν βέβαια και μίμησιν του Δεσπότου του. Και ολόκληρη η πόλις αύτη «κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου αυτού»

Και συνεχίζει αντιδιαστέλλοντας την πρώην ειδωλολατρική και ασεβή Θεσσαλονίκη με το περίφημο κέντρο της Βυζαντινής ευσέβειας που αυτός γνώριζε, τους μεγάλους και περικαλλείς ναούς του, την πολυθρύλητη ευλάβεια των κατοίκων του, τα μύρα και τα θαύματα του Άγιου Δημητρίου που σαν ποταμός πλημμύριζαν την οικουμένη.

Ιερή νοσταλγία καταλαμβάνει την κάθε ευλαβική ψυχή διαβάζοντας αυτές τις γραμμές του θείου Γρηγορίου. Άδειες σήμερα οι μαρμάρινες μυροδόχες λεκάνες στην κρύπτη του μαρτυρίου του…

Τα θραυσμένα πήλινα «κουτρούβια» του μύρου, αρχαιολογικά ευρήματα μέσα στις βιτρίνες…

Αποξενωμένος από την θεία λατρεία ο αρχικός χώρος του μαρτυρίου και του τάφου του… Ισχνή η ακοή των θαυμάτων του… Αναμφίβολα, πολλούς Δημητρίους χρειάζεται σήμερα η Θεσσαλονίκη, για να την «καταλλάξουν» πάλι με τον Θεό. Ένα νέο είδος ειδωλολατρίας την καταδυναστεύει.

Τι φταίει; Ας μάς επιτραπεί λίγη ακόμη αγιολογική φιλοπραγμοσύνη. Γιατί στην Αίγινα, στα νησιά του Ιονίου και άλλου διαλαλούνται καθημερινά τόσα θαύματα; Σε τι υστερεί ο δικός μας άγιος; Η αίτια πρέπει να βρίσκεται σε μας. Εκείνος έκανε και συνεχίζει να κάνει ό,τι υπαγορεύει η αγάπη της θείας ψυχής του διά της υπέρ των Θεσσαλονικέων ικεσίας του προς Θεόν. Εκείνος επέτυχε να του δοθεί η άδεια να επιστρέψει στους συμπατριώτες του. Μοναχικός μάς περιμένει ώρες ατελείωτες κάθε μέρα στη λάρνακά του να έλθουμε να του εκμυστηρευθούμε ευλαβικά τους πόνους και τα αιτήματά μας. Ο σεπτός ποιμενάρχης κάνει κι αυτός το χρέος του. Ακολουθώντας την προτροπή που κάνει στο τέλος του λόγου του ο εν αγίοις προκάτοχός του Γρηγόριος και μιμούμενος τον επίσης προκάτοχό του Άγιο Συμεών «πολυπλασιάζει» την πανηγύρι στον Μεγαλομάρτυρα και προσπαθεί με κάθε μέσο να ενισχύσει την ευλάβεια του ποιμνίου του προς αυτόν. Σε μάς απομένει να τον ακολουθήσουμε.

Και διά να καταλήξουμε την ομιλία μας πάλι με τους λόγους του Αγίου Γρηγορίου, ας παρακαλέσουμε να αξιωθούμε, με την προς Θεόν Ικεσία και πρεσβεία του αγίου ένδοξου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου, και «της ατελεύτητου των σωζομένων πανηγύρεως εν ουρανοίς, ης γένοιτο πάντας ημάς επιτυχείν χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα, κράτος, τιμή και προσκύνησις συν τώ ανάρχω αυτού Πατρί και τω Παναγίω Πνεύματι νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 5
Σεπτέμβριος – Οκτωβριος 1989

 

Πηγή κειμένου : impantokratoros.gr

 




ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΟΜΙΛΙΑΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ)

 

Ο άγιος που υμνείται και τιμάται εξαιρέτως από εμάς, ανάμεσα στους μάρτυρες του Χριστού, ο εντόπιος και συμπολίτης μας πολιούχος, το μέγα θαύμα της οικουμένης, το μέγα ωράϊσμα της Εκκλησίας, είναι ο θαυματουργός και μυροβλήτης Δημήτριος.
Μέγας φωστήρας ανάμεσα σε περίλαμπρα άστρα που μόνος του κρατεί μέσα του μαζεμένα όλων τα χαρίσματα, όπως συν Θεώ θα αποδείξουμε, ο άγιος Δημήτριος μόνος του δικαιούται να καρπώνεται όλες μαζί τις ευφημίες που οφείλονται σε όλους.
Παρόλο που δεν επαρκούμε να πούμε λόγο για τον μεγαλομάρτυρα εν τούτοις ο πόθος μας πιέζει να μιλήσουμε κατά δύναμη και ο καιρός ζητεί τον επίκαιρο λόγο και το χρέος επιβάλλει να θαυμάζωμε με το λόγο το υπέρλογο μεγαλείο του μάρτυρος.
Ήταν σχεδόν όλα μαζί από τη παιδική ηλικία, στήλη στερεά και ακαθαίρετη κάθε καλού, άγαλμα ζωντανό και αυτοκινούμενο κάθε αρετής, εστία και συστοιχία θείων και ανθρωπίνων χαρίτων, βίβλος ζωντανή και λαλούσα προς δόξα και διδασκαλία του ανωτέρου, ελαία καρπερή, δένδρο φυτευμένο κοντά στα ρέματα των υδάτων του Πνεύματος. Μόνο που το μεν ψαλμικό δένδρο <<δίδει το καρπό στο καιρό του>>, αυτός όμως είχε και έχει κάθε εποχή καιρό ανθοφορίας και καρποφορίας μαζί, και ούτε το άνθος ούτε ο καρπός θα πέσουν, μεταδιδόμενα σε όσους προσέρχονται πιστώς χωρίς να εκλείπουν. Παρέχει δε αμειώτως και ατελειώτως στους προσερχομένους το πλήθος θα λέγαμε των χαρίτων, γι’ αυτό ομοιάζει με φωτοφόρο δένδρο, αφού μεταδίδει ασταμάτητα τους καρπούς σαν ακτίνες και παρέχει κατά κόρο στους προσερχομένους τα κάλλιστα και θειότατα, ενώ ο ίδιος είναι πάντοτε γεμάτος από τέτοια αγαθά, σαν ήλιος παντοειδούς ευεργεσίας ή αστείρευτη πηγή χαρίτων ή πέλαγος θαυμάτων ανεξάντλητο ή άβυσσος ανεκδιήγητος ορατών και αοράτων αγαθών.
Ήταν λοιπόν απαλός νεανίας, πολύ ωραίος στην όψη, όχι μόνο κατά τον εξωτερικό και αισθητό άνθρωπο, αλλά πολύ περισσότερο κατά τον εσωτερικό και μη βλεπόμενο. Πραγματικά δεν καταδέχθηκε ποτέ κάτι το μη θεοσεβές στο νου του ούτε εβάδισε σε πράξη μη θεάρεστο, φυλάξας αμίαντη την από το βάπτισμα κατά Χριστό θεία χάρη και στο άνθος της νεότητος αποδέχθηκε την ωραιότητα της παρθενίας, πράττοντας τα πάντα, ώστε να είναι παρθένος και στο σώμα και στη ψυχή και να έχει με αυτό το τρόπο τη πολιτεία στους ουρανούς και να βαδίζει εφάμιλλα προς τους ασωμάτους ευρισκόμενος στο σώμα. Και πριν από όλες τις αρετές, είχε τη σπουδή της σοφίας, ώστε τελειωθείς με τη σύνεση και καθαρότητα, να φέρει από τη νεότητα την επαινουμένη γεροντική πολιά, όπως λέγει ο Σολομών <<άσπρα μαλλιά είναι στους ανθρώπους η σύνεση και γεροντική ηλικία ο ακηλίδωτος βίος.>> (Σοφ.Σολ.4,9).
Ήταν και δάσκαλος και απόστολος ο πάγκαλος, και κανείς δεν μπορούσε να αντισταθεί στου Δημητρίου <<τη σοφία και το Πνεύμα, με το οποίο μιλούσε>> ειδικά στους αντιθέτους στο Χριστό, είχε το λόγο ως κατάλληλο εργαλείο.
Εγώ και τη στρατιωτική στολή και το δακτυλίδι στο χέρι και το υπατικό επώμιο, το οποίο φορούσε ο μάρτυρας αφού έλαβε το βαθμό από τον τότε βασιλέα (Γαλέριος Μαξιμιανός), θεωρώ ότι υπήρξαν σύμβολα του από τον αληθινό βασιλέα μυστικά δοσμένου διδασκαλικού και καθοδηγητικού αξιώματος. Γι΄ αυτό και η θεία χάρη του Θεού ύστερα θαυματούργησε δι΄ αυτού αφθόνως. Αλλά ο από την αρχή απατεών προετοίμασε πρόωρα το θάνατο του μάρτυρος. Μόλις είδε το αποτέλεσμα των συμβόλων εκείνων, μη μπορώντας να υποφέρει, ερεθίζει τους υπηρέτες της πλάνης εναντίον του αντιπάλου της πλάνης.
Αυτοί αφού συνέλαβαν τον διώκτη της απάτης τον προσάγουν στο βασιλέα της απάτης, το Μαξιμιανό και έτσι ο Δημήτριος κατέρχεται προς το στάδιο του μαρτυρίου, ο από παιδί γεμάτος άρρητα χαρίσματα, ο σε όλα σοφός και δίκαιος.
Γνωρίζω ότι ποθείτε να μάθετε το τρόπο της κρατήσεως, που και πως αναζητήθηκε και συνελήφθηκε. Υπάρχει μια στοά, υπόγεια στο ναό της Αειπαρθένου και Θεομήτορος, που ονομάζεται Καταφυγή. Σύμφωνα με παλαιό έθιμο σε αυτό το σημείο ξεκινούν κάθε χρόνο τη πανήγυρη του μεγαλομάρτυρος και από εκεί ανερχόμενοι δια της λεωφόρου με ύμνους προς αυτόν ανεβαίνουν σε αυτό το σημείο και ολοκληρώνουν τη γιορτή. Όταν λοιπόν επικρατούσε η ασέβεια, επειδή η λατρεία της ευσεβείας δεν μπορούσε να ασκήται ελεύθερα, ο μάρτυρας πήγαινε σε εκείνα τα υπόγεια, μετέδιδε στους φοιτητές την ουράνια διδασκαλία και παρουσίαζε τη θρησκεία των Χριστιανών και ετελούσε άφοβα τη λατρεία της, στους καταφεύγοντας σε αυτόν ως γαλήνιο λιμένα της ευσεβείας. Και έτσι ο θειότατος μάρτυρας ήταν τότε καταφυγή όλων όσοι επιθυμούσαν να ευσεβούν, από αυτό δε και ο τόπος ονομάσθηκε Καταφυγή.
Οι διορισμένοι διώκτες, όταν γνώρισαν ότι ο μάρτυρας εκεί δίδασκε το λαό, εξεμάνησαν πολύ περισσότερο, επειδή είδαν το συγκεντρωμένο πλήθος να προσέχει στους λόγους του Δημητρίου σαν φωνές του Θεού, ορμούν εναντίον του ως διδασκάλου. Τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν δια μέσου αυτής της λεωφόρου και τον παρουσιάζουν στον Μαξιμιανό που κάπου εδώ διέμενε και παρακολουθούσε με πολλή ηδονή τις ανθρωποκτονίες του Λυαίου. Διατάσσει να κρατηθεί εδώ κατάκλειστος ο άγιος, όπου και υπέστη το μαρτύριο.
(Η πομπή ξεκινούσε από τη Καταφυγή, ίσως κοντά στη Παναγία Χαλκέων, ανέβαινε την Εγνατία, επαιρνούσε από την Αχειροποίητο και κατέληγε στο ναό του αγίου Δημητρίου.)
Η φροντίδα του αρχέκακου Διαβόλου ήταν να φύγει το ταχύτερο τότε από τους ανθρώπους ο Δημήτριος, διότι δεν τον υπέφερε. Και γνωρίζετε την κάθειρξη του Δημητρίου και την προφητεία προς τον Νέστορα για την νίκη του κατά του Λυαίου, και το μαρτύριο.
Όταν δε παρατάθηκε η παραμονή του μάρτυρα στη φυλακή, ο αρχέκακος όφις δεν υπέφερε ζωντανό το μάρτυρα και υποδυόμενος τον σκορπιό προσπάθησε να τον θανατώσει, αλλά η ενοικούσα χάρη τον έσωσε.
Θέλοντας δε παραδίδεται και φυλακίζεται και κρατείται στα χέρια των δημίων και υποφέρει από τους κακούργους τους βασανισμούς των κακούργων, μιμούμενος τον παθόντα για μας.
Γι΄ αυτό και όταν επήλθαν οι αιμοχαρείς λογχοφόροι με εντολή του τυράννου, τους δέχεται με ανοιχτές αγκάλες για να κτυπηθεί σε αυτές το τελικό κτύπημα, μάλλον κτυπήματα που διαπερνούσαν τα πάντα, σπλάχνα οστά σάρκες και δυό πλευρές.
Και από τη περίσσεια και υπερβολή του έρωτά του προς το Χριστό, έλαβε χάρη το σώμα του να γίνει πηγή μύρων. Έτσι και όταν εκλείψει το αίμα του, να χύνεται από το σώμα του αντί αίματος, μύρο, σε δόξα Χριστού, τον οποίο αυτός δια της ζωής και δια του θανάτου και μετά τον θάνατο, εδόξασε και θα δοξάζει.
Και όλη η πόλη συμφιλιώθηκε με το Θεό δια του θανάτου του, διότι διέλυσε το πλήρωμα της ασεβείας και όλα τα δεινά έχουν λυθεί, αφού υπερασπίσθηκε ο Δημήτριος την ευσέβεια. Ναοί μεγαλοπρεπείς και περικαλλείς είναι ανεργεμένοι στο τόπο εκείνο των αποκρύψεων και όλη η πόλη καυχάται για το μαρτύριό του.
Και η κρήνη του Θεού, που είναι το μαρτυρικό σώμα, είναι γεμάτο μύρα και θαύματα και ιάματα και το θαυμαστότερο από αυτά είναι ότι αν και τρέχει σαν βρύση, μένει γεμάτη. Και όσα τρυπήματα έγιναν στο σώμα από τους λογχιστές, τόσες βρύσες ανεδείχθησαν.
Ο μεγάλος αυτός μάρτυρας Δημήτριος, που αντιστάθηκε στους πειραστές της ευσεβείας, αφού ευχήθηκε υπέρ αυτών προς το Κύριο, αλλων σταμάτησε τη κακία, άλλων τη μεταποίησε, ώστε να μην υπάρχει στη πόλη μας ούτε λείψανο εκείνης της δυσσεβείας.
Αλλά να επικρατήσει η ευσέβεια και οι πολυειδείς προστασίες του αγίου και οι αδιάκοπες πρεσβείες του προς το Θεό.
Και εμείς να του επαυξανουμε τη πανήγυρη, ζητώντας από το Τριαδικό Θεό δια της ικεσίας του, να αξιωθούμε της αιωνίας πανηγύρεως των πολιτών του ουρανού.

(Απόσπασμα από: ΠΑΤΕΡ. ΕΚΔΟΣΕΙΣ “ΓΡΗΓ.ΠΑΛΑΜΑΣ”Τ.11)
____________________________
Υ.Γ Το Λείψανο του Αγ. Δημητρίου ήλθε στη Θεσσαλονίκη, φροντίδι του Μακαριστού Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης Παντελεήμονος του Β΄ (Χρυσοφάκη), τον Αύγουστο του 1980 από το αββαείο του Σαν Λορενζο in Campo από την Ιταλία όπου μετεφέρθη κλαπέν από τους σταυροφόρους της 4ης Σταυροφορίας το 1204. Για 776 χρόνια ήταν στην Ιταλία και για πολλά χρόνια ξεχασμένο μέσα σ΄ ένα κιβώριο εντοιχισμένο στο μπροστινό τοίχωμα της Αγίας Τραπέζης του Αββαείου. Βρέθηκε τυχαία κατά τη διάρκεια επισκευών και μέσα σ΄ αυτό μολύβδυνη επιγραφή που έλεγε: “Ενθάδε κείται το Λείψανο του Αγίου Δημητρίου”.




«Σταθμοί» στην ελληνική ιστορία …

 Το Σάββατο 21 Οκτωβρίου, παράλληλα με την επίσκεψη των μεγάλων παιδιών της συντροφιάς μας στο θρυλικό θωρηκτό «Αβέρωφ», τα μικρότερα παιδιά μας είχαν και αυτά την ευκαιρία τους ώστε να αγγίξουν με τον δικό τους τρόπο, την εορταστική ιστορία της πόλης μας.

Μετα από την συνάντηση τους λοιπόν έπαιξαν ένα διαδραστικό παιχνίδι που ονομάζεται « σταθμοί», μέσα από το οποίο μπόρεσαν να γνωρίσουν πρόσωπα και γεγονότα από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης το 1912, αλλά και το ηρωικό έπος του 1940 που θα γιορτάσουμε σε λίγες μέρες.

Με ερωτήσεις, παζλ, παιχνίδια κίνησης και φυσικά με πολύ διασκέδαση γιόρτασαν και τίμησαν με τον δικό τους τρόπο, τους ήρωες που θυσιάστηκαν για την ελευθερία όλων μας.

Ενα μεγάλο ευχαριστώ στην υπέροχη παρέα των κατηχητών μας οι οποίοι όλη την εβδομάδα κόπιασαν ώστε τα μικρά μας αδέλφια να μάθουν ευχάριστα την εκπληκτική ιστορία της πατρίδας μας.