Η κατασκήνωση ξεκίνησε! (Update 3)

Στις 14 Αυγούστου ξεκίνησε η κατασκηνωτική περίοδος των αγοριών του Ναού μας στη κατασκήνωση Θαβώρ της οσίας Ξένης στην Ελάνη Χαλκιδικής. Έγινε ο αγιασμός και ο εσπερινός της Παναγίας μας την πρώτη μέρα και την επομένη γιορτάστηκε με λαμπρότητα η κοίμηση της Θεοτόκου. Μια κατασκηνωτική περίοδος που αναμένεται να έχει πολύ παιχνίδι αλλά και πνευματική τροφή για τους κατασκηνωτές, ώστε να γεμίσουν οι μπαταρίες τους για την νέα σχολική και κατηχητική χρονιά.

(Νέα εβδομάδα με νέες φωτογραφίες )

Η αποχαιρετιστήρια γιορτή μας

Και του χρόνου να είμαστε όλοι μαζί στην αγκαλιά του Χριστού μας ενωμένοι και αγαπημένοι όπως ήμασταν και φέτος  !!!

Πρωινή γυμναστική

Με θέμα την Θεία Λειτουργία

Απογευματινή ομιλία

Νόστιμο το φρούτο

Το παιχνίδι ασταμάτητο

Η πρωινή μας προσευχή

Πάντα πνευματική τροφή

Και πεντανόστιμο πρωινό

Νέα εβδομάδα με έπαρση σημαίας

 

Από ότι βλέπετε περνάμε ΟΛΟΙ καλά . Μικροί μεγάλοι  !!!

Περισσότερα σε επόμενη ανταπόκριση !




H Παναγία

Ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης

Ταπείνωση τῆς Παναγίας

Τί ἀνύψωσε τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ δημιουργήματα; Ἡ ταπείνωση. Ὁ Θεὸς «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ» (Λουκ. 1, 48), καὶ γι’ αὐτὴ τὴν ἐπιβραβευμένη ταπείνωσή Της τὴν μακαρίζουν ὅλες οἱ γενιές. Καὶ ἐσὺ περισσότερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα προσπάθησε νὰ ἀποκτήσεις ταπείνωση. Ὁ Θεὸς στοὺς ταπεινοὺς δίνει τὴ χάρη, ἐνῶ στοὺς ὑπερήφανους ἀντιτάσσεται.

Ἡ Παναγία εὐεργετεῖ

Ἡ Παναγία εἶναι καὶ σήμερα ζωντανή. Καὶ ὄχι μόνο ζεῖ, ἀλλὰ καὶ ζωοποιεῖ καὶ θεραπεύει τὶς ψυχὲς καί, ἂν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς, καὶ τὰ σώματα ἐκείνων τῶν πιστῶν ποὺ προσεύχονται σ’ Αὐτήν. Τὸ ἴδιο καὶ οἱ Ἅγιοι ζοῦν καὶ μετὰ τὸ θάνατο…

* * *

Ὑπεραγία Θεοτόκε Παρθένε! Ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Υἱοῦ Σου, ποὺ μεταλαμβάνω τόσο συχνά, τολμῶ νὰ πῶ ὅτι ἔχω μὲ Σένα συγγένεια!

Ὦ Δέσποινα τοῦ κόσμου! Ἀπὸ Σένα ἔλαβε ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ αὐτὸ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα. Τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου ποὺ μεταλαμβάνω εἶναι ἴδια μὲ τὸ Σῶμα τοῦ Κυρίου ποὺ εἶναι στοὺς οὐρανούς.

Πῶς μπορῶ νὰ μὴν ἀγαπάω Ἐσένα, καὶ πιὸ πολὺ τὸν Υἱό Σου, δικό Σου καὶ δικό μου Θεό;

Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Δῶσε μου νὰ ἔχω συγγένεια μὲ Σένα ὄχι μόνο ἐξαιτίας τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, ποὺ πολλὲς φορὲς μεταλαμβάνω ἀνάξια, ἀλλὰ νὰ πλησιάσω καὶ τὸ δικό Σου βαθμὸ τῆς πίστης, τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλπίδας, νὰ ὁμοιάσω Ἐσένα στὶς σκέψεις καὶ τὰ συναισθήματα.

Ὦ Πανάχραντε Δέσποινα! Ἔχω μεγάλη ἀνάγκη καὶ θέλω νὰ ἀποκτήσω καρδιὰ καθαρή! Τὰ πάντα γιὰ Σένα εἶναι δυνατά, Ὑπερευλογημένη· μπορεῖς νὰ παρακαλέσεις τὸν Υἱὸ καὶ Θεό Σου νὰ μοῦ χαρίσει καρδιὰ καθαρή, ὅπου κατοικεῖ πίστη, ἐλπίδα, καὶ ἀγάπη. Κάνε το, Πανάχραντε!

* * *

Τί σημαίνουν τὰ θαύματα ἀπὸ τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας; Σημαίνουν ὅτι ἡ Δέσποινα Θεοτόκος, ἡ Μητέρα τοῦ Σωτῆρα μας, πάντα ἀκούει τὶς προσευχὲς ποὺ μὲ πίστη καὶ ταπεινὴ καρδιὰ, Τῆς ἀπευθύνονται ἐνώπιον τῶν εἰκόνων της. Καὶ σὲ μερικὲς ἀπ’ αὐτὲς δείχνει φανερὰ σημάδια τῆς παρουσίας της.

Μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτά, μὲ πόση εὐλάβεια πρέπει νὰ συμπεριφέρονται οἱ πιστοὶ πρὸς τὶς εἰκόνες τῆς Παναγίας! Ἡ ἀόρατη χάρη της εἶναι παροῦσα σὲ κάθε εἰκόνα της, ἰδίως ἂν αὐτὴ ἡ εἰκόνα ἁγιογραφήθηκε μὲ τὸ χέρι ἑνὸς εὐλαβοῦς ἀνθρώπου.

* * *

Παναγία Δέσποινα Θεοτόκε! Μὲ τὶς πρεσβεῖες Σου, τὴν εὐσπλαχνία Σου, ἔχω ἠρεμία καὶ χαρὰ μέσα μου· ἡ ψυχή μου εἶναι ἐλεύθερη καὶ ἀνάλαφρη, στὴν καρδιά μου ἔχω εἰρήνη καὶ ἡσυχία.

Μὲ ὑπεράσπισες, ἐμένα τόν μετανοοῦντα ἄθλιο καί τόν ἁμαρτωλό, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τοῦ Υἱοῦ Σου καὶ τοῦ Θεοῦ μας καὶ Τὸν ἔκανες νὰ μὲ σπλαχνιστεῖ, ἐμένα τὸν χειρότερο ἀπ’ ὅλους.

Φανερὴ εἶναι ἡ χάρη Σου γιὰ τὴν ψυχή μου μετὰ τὴ δοξολογία ποὺ ψάλλαμε μπροστὰ στὴν εἰκόνα Σου, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Καζάν! 21 Ὀκτωβριοῦ 1858.

* * *

Ὕμνησε τὴν Παντάνασσα, μὴν ξεχάσεις Αὐτὴν ποὺ σὲ εὐεργέτησε, μὴν ξεχάσεις νὰ εὐχαριστήσεις «τὴν ὑπέρμαχο στρατηγόν», ποὺ σὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ δεινά.

 Ἡ Παναγία φέρνει γαλήνη

Τὸ ἔλεος τῆς Παναγίας. Στὶς 24 Φεβρουαρίου ἤμουν στὴ Ραμπόβ. Συμμετεῖχα στὴν κηδεία τῆς συζύγου τοῦ ἱερέα Σοκολόβ. Ὅταν μπῆκα μέσα σὲ μὶα ἐκκλησία ἀπ’ αὐτὲς ποὺ βρίσκονται στὸ νεκροταφεῖο, εἶχα στὴν καρδιά μου θλίψη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ ὀλιγοπιστία καὶ τὴν ὁποία προκαλεῖ τὸ πνεῦμα τῆς κακίας.

Ἔριξα τὸ βλέμμα μου στὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τοῦ Τύχβιν καὶ δὲν μποροῦσα νὰ πάρω ἀπ’ αὐτὴν τὰ μάτια μου. Τὸ πρόσωπό Της ἦταν γαλήνιο, ταπεινὸ καὶ γεμᾶτο ἀγάπη.

Εἶπα μέσα μου: «Πόση γαλήνη καὶ ἡσυχία, ποὺ δὲν εἶναι αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ὑπάρχουν στὸ πρόσωπό Σου, Ἄχραντε Παρθένε!», καὶ σὰν νὰ ἄκουσα ἀπ’ Αὐτὴν μὶα ἀπάντηση, ποὺ πολὺ καθαρὰ ἀντήχησε στὴν καρδιά μου: « Τί σὲ ἐμποδίζει νὰ ἔχεις εἰρήνη καὶ ἡσυχία στὴν καρδιά σου; Δὲν γνωρίζεις ποῦ πρέπει νὰ ψάχνεις γιὰ νὰ τὰ βρεῖς;»

Μὲ τὴ σκέψη καὶ τὴν καρδιά μου στράφηκα σ’ Αὐτὸν ποὺ εἶναι ἡ Πηγὴ τῆς εἰρήνης καὶ ἀμέσως ἀπέκτησα τὴν ποθητὴ ἡσυχία…

* * *

Δέσποινα Θεοτόκε! Παρηγοριὰ τῶν θλιβομένων, Σὲ δοξολογοῦμε καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε! Τὰ βάσανα τῆς καρδιᾶς μας τὰ μεταμορφώνεις σὲ γαλήνη καὶ τὴ θύελλα τῶν παθῶν σὲ ἡσυχία τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἀσταθὴς καὶ πονηρὴ καρδιά μου! Νὰ μὴν τολμήσεις ποτὲ νὰ ἀμφισβητήσεις τὶς φανερὲς εὐεργεσίες τῆς Βασίλισσας τῶν Οὐρανῶν!

* * *

Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ προσευχήθηκα ἀπὸ τὴν καρδιά μου στὴ Βασίλισσα ὅλου τοῦ κόσμου, αἰσθάνθηκα στὴν ψυχὴ ἀνακούφιση. Καὶ στὸ ἑξῆς μὴ μὲ ἀφήνεις, Παντάνασσα.

Ἐξύμνηση τῆς Παναγίας

Μητέρα τῆς δικῆς μας Εἰρήνης, Μητέρα τῆς δικῆς μας Χαρᾶς, Μητέρα τῆς δικῆς μας Ἐλπίδας καὶ δικῆς μας Ἀγάπης. Μητέρα Αὐτοῦ ποὺ ὑπάρχει, Αὐτοῦ ποὺ οὐσιώνει τὰ πάντα.

Μητέρα Ἄχραντε, τὸ ὕψος τῆς δικῆς σου ἁγνότητας δὲν μπορεῖ νὰ φαντασθεῖ ἡ δική μας ἀκάθαρτη ψυχή. Μητέρα Παμμακάριστε, τήν ἀγαθότητά σου δέν μπορεῖ νά συλλάβει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου. Μητέρα πάντων τῶν χριστιανῶν, οἱ εἰκόνες σου εἶναι σὲ κάθε πόλη καὶ κάθε χωριὸ καὶ μαρτυροῦν τὴ γρήγορη βοήθεια ποὺ προσφέρεις σὲ μᾶς.

Νὰ εἶσαι καὶ γιὰ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ τρισάθλιο γρήγορη βοήθεια καὶ προστάτρια στοὺς πόνους, στὶς θλίψεις καὶ στοὺς πειρασμούς!

Πῶς νὰ προσευχόμαστε στὴν Παναγία

Νὰ φανταστεῖς ὅτι στέκεσαι μπροστὰ στὴ βασίλισσα καὶ τὴν παρακαλεῖς νὰ πραγματοποιήσει κάποιες δικές σου ἐπιθυμίες. Μὲ τί δέος καὶ τί σεβασμὸ θὰ τὸ ἔκανες!

Σκέψου τώρα ὅτι και αὐτή εἶναι ἄνθρωπος, ὅπως καί ἐσύ. Σκέψου τώρα πῶς πρέπει νὰ στέκεσαι μπροστὰ στὴ Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, στὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, μὲ τί δέος καὶ τί εἰλικρίνεια! Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ μεγαλωσύνη της καὶ ἀπερίγραπτη ἡ τελειότητα. «Πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ βασιλέως ἔσωθεν» (Ψαλ. 44, 14). Αὐτὴ εἶναι τόσο κοντὰ στὸ Θεό. Πρόσεχε, νὰ προσεύχεσαι σ’ Αὐτὴν μὲ ἀνάλογο δέος, μὲ καθαρή καὶ συντετριμμένη καρδιά.

Ἀπὸ τὸ βιβλίο :

«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ».

Ἐκδόσεις: Ὀρθόδοξος Κυψέλη.




Εκδρομή στην Κωνσταντινούπολη !

Με την ευλογία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτη μας κ. Ανθίμου,  με πολλή  χαρά αλλά και  συγκίνηση πραγματοποιήθηκε  η καλοκαιρινή εκδρομή την ενορίας μας. Ο προορισμός μας φέτος ήταν η αλησμόνητη και πανέμορφη Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη των πόλεων μας φιλοξένησε στην αγκαλιά της για τέσσερις ημέρες προσφέροντας απλόχερα στιγμές συγκίνησης και νοσταλγίας. Η επίσκεψη μας στον Οικουμενικό μας Πατριάρχη έμεινε αξέχαστη για το χαμόγελο του και την ευγένεια του. Ο ναός της Αγίας Σοφίας μας θύμησε περασμένα μεγαλεία και η ομορφιά της πόλης που απολαύσαμε απο την κρουαζιέρα στον Βόσπορο μας γέμισε με πανέμορφες εικόνες. Η θεολογική σχολή της Χάλκης περιμένει τους μαθητές της μέσα σε ενα πανέμορφο και φροντισμένο περιβάλλον. Η Πόλη των ονείρων μας έμεινε στις καρδιές όλων μας με την υπόσχεση να την ξαναδούμε κάποια στιγμή πάλι απο κοντά.

 




Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν

Ομιλία ΙΗ – 18η, του Οσίου πατρός ημών Ιωάννου του Χρυσοστόμου, εις το «Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν».
Πολλοί από τους πιστούς δεν είναι λιγότερο από τους απίστους προσκολλημένοι στην κακία. Μερικοί μάλιστα πολύ περισσότερο από αυτούς. Γι’ αυτό και σε εκείνους είναι αναγκαίο να ειπούμε: «Έγειρε ο καθεύδων και ανάστα εκ των νεκρών, και επιφαύσει σοι (θα σε φωτίσει δηλαδή) ο Χριστός». Προς αυτούς αρμόζει να ειπούμε και τούτο: «Ο Θεός ουκ εστί νεκρών, αλλά ζώντων». Εφ’ όσον λοιπόν δεν είναι Θεός νεκρών, ας ζήσουμε.
Ωστόσο μερικοί λέγουν ότι είναι υπερβολή αυτό που λέγει ο Απόστολος, ότι ο πλεονέκτης είναι ειδωλολάτρης. Δεν είναι όμως υπερβολικός ο λόγος, αλλά αληθινός. Γιατί και με ποιο τρόπο; Διότι ο πλεονέκτης απομακρύνεται από τον Θεό, όπως ακριβώς ο ειδωλολάτρης. Και για να μη νομίσεις ότι έτσι απλώς το είπε, είναι απόφασις του ιδίου του Χριστού, ο οποίος λέγει: «Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμμωνά». Όποιοι υπηρετούν τον μαμμωνά, έχουν εκβάλει τους εαυτούς των από τη δουλεία του Θεού. Και αφού αρνήθηκαν την εξουσία του και έγιναν δούλοι στον άψυχο χρυσό, βεβαίως είναι ειδωλολάτρες.
Αλλά θα ειπείς, δεν έκαμα είδωλο ούτε έστησα βωμό, ούτε εθυσίασα πρόβατο, ούτε προσέφερα οίνον ως σπονδή, αλλά στην εκκλησία ήλθα, και ύψωσα τα χέρια μου στον μονογενή Υιό του Θεού, και μετέχω των μυστηρίων, και λαμβάνω μέρος στην προσευχή και σε όλα τα άλλα, τα οποία αρμόζουν στον χριστιανό. Πώς, λοιπόν, προσκυνώ τα είδωλα;
Αυτό, μάλιστα, είναι και το πλέον θαυμαστό, ότι ενώ έχεις λάβει πείρα και εγεύθεις τη φιλανθρωπία του Θεού, και είδες ότι ο Κύριος είναι αγαθός, εγκατέλειψες τον αγαθόν και απεδέχθεις τον ωμό τύραννο, και προσποιείσαι μεν ότι υπηρετείς αυτόν, ενώ στην πραγματικότητα υπέταξες τον εαυτό σου στον σκληρό και φοβερό τύραννο της φιλαργυρίας. Και δεν μου ανέφερες ακόμη κάποιο ιδικό σου κατόρθωμα, αλλά τα δώρα του Δεσπότου. Ειπέ μου, σε παρακαλώ, από τι κρίνουμε τον στρατιώτη, όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως, και τρέφεται από αυτόν, και αποκαλείται άνθρωπος ιδικός του, ή όταν δεν έχει τα ίδια με εκείνον φρονήματα, και προσποιείται μεν ότι είναι με το μέρος του και τον υπηρετεί, προτιμά όμως τα έργα των εχθρών; Είναι ολοφάνερο ότι τον εκτιμούμε όταν ανήκει στη σωματοφυλακή του βασιλέως. Γι’ αυτό και είναι άξιος σκληροτέρας τιμωρίας από ό,τι θα ήταν εάν αποχωρούσε από τη δουλεία του βασιλέως, και προσχωρούσε στους εχθρούς. Και συ λοιπόν υβρίζεις τον Θεό σαν ειδωλολάτρης, όχι με ένα στόμα, το ιδικό σου, αλλά με τα μύρια των αδικημένων.
Αλλά δεν είναι, λέγει, ειδωλολάτρης.
Όταν λοιπόν λέγουν οι εθνικοί, «ο χριστιανός ο πλεονέκτης», τότε δεν υβρίζει μόνον αυτός με όσα πράττει, αλλά αναγκάζει και τους αδικημένους να το λέγουν, και μάλιστα πολλές φορές. Και αν δεν το λέγουν αυτό, πρέπει να καταλογισθεί στην ευλάβειά τους. Ή μήπως δεν βλέπουμε έτσι να γίνονται τα πράγματα; Τι άλλο κάνει ο ειδωλολάτρης; Δεν προσκυνά κι αυτός πολλές φορές τα πάθη, αφού είναι υποδουλωμένος σ’ αυτά; Εξηγώ τι εννοώ. Εάν ειπούμε ότι προσκυνά είδωλα, αυτός λέγει: όχι, την ‘Αφροδίτη προσκυνώ και τον Άρη. Και αν ειπούμε «ποία είναι αυτή η ‘Αφροδίτη;» οι συνετότεροι από αυτούς απαντούν: η ηδονή. Και ποιος είναι ο Άρης; Ο Θυμός. Έτσι και συ με τον μαμμωνά. Εάν ρωτήσουμε ποιος είναι ο μαμμωνάς; Η πλεονεξία. Και συ την προσκυνάς; Δεν την προσκυνώ, λέγει. Γιατί, επειδή δεν γονυπετείς εμπρός της; Αλλά τώρα πολύ περισσότερο την προσκυνάς, με τα έργα και τα πράγματα. Διότι αυτή η προσκύνησις είναι μεγαλυτέρα. Και για να μάθεις, κοίτα τι συμβαίνει με τα του Θεού, ποιοι τον προσκυνούν περισσότερο, εκείνοι που απλώς παρίστανται στις προσευχές, ή εκείνοι που πράττουν το θέλημά του; Βεβαίως αυτοί που πράττουν το θέλημά του. Έτσι συμβαίνει και με τον μαμμωνά. Τον προσκυνούν κυρίως, εκείνοι που κάνουν το θέλημά του. Αν και πολλές φορές συμβαίνει, εκείνοι οι όποιοι προσκυνούν τα προσωποποιημένα πάθη, να είναι απαλλαγμένοι από αυτά. Θα ημπορούσε να ιδεί κάποιος πολλές φορές τον υπηρέτη του Άρη να είναι κύριος του θυμού, ενώ με σένα δεν συμβαίνει το ίδιο, καθώς είσαι υποδουλωμένος στο πάθος.
Δεν σφάζεις πρόβατα, λέγεις. Φονεύεις όμως ανθρώπους και ψυχές λογικές, άλλες με λιμό, άλλες με βλασφημίες. Δεν υπάρχει τίποτε οργιαστικότερο από τη θυσία αυτή. Ποιος είδε ποτέ ψυχές να σφάζονται; Είναι καταραμένος ο βωμός της πλεονεξίας. Διότι, εάν έλθεις σε τούτο τον βωμό των ειδώλων, θα αισθανθείς δυσάρεστη οσμή αιμάτων αιγών και βοδιών, ενώ αν έλθεις στον βωμό της πλεονεξίας, θα ιδείς τη φοβερά δυσωδία που αποπνέουν τα ανθρώπινα αίματα. Εάν σταθείς εδώ, δεν θα ιδείς να καίγονται πτερά ορνίθων ούτε να αναδίδεται κνίσα και καπνός, αλλά να καταστρέφονται σώματα ανθρώπων. Διότι άλλοι μεν έρριψαν τους εαυτούς των σε κρημνούς, άλλοι έδεσαν βρόχο, και άλλοι διαπέρασαν ξίφος στον λαιμό. Είδες θυσίες ωμές και απάνθρωπες; Θέλεις να ιδείς και φοβερότερες από αυτές; Εγώ θα σου δείξω εκεί όχι πλέον σώματα ανθρώπων, αλλά και ψυχές ανθρώπων να κατασφάζονται. Διότι είναι δυνατόν να σφάζεται και η ψυχή. Με τη σφαγή που αρμόζει σ’ αυτή. Όπως υπάρχει θάνατος σώματος, έτσι υπάρχει και ψυχής. «Ψυχή γαρ η αμαρτάνουσα», λέγει, «αυτή και αποθανείται». Δεν είναι ο θάνατος της ψυχής όπως του σώματος, αλλά πολύ φοβερότερος. Διότι αυτός μεν, ο σωματικός θάνατος, διαχωρίζοντας την ψυχή και το σώμα, το ένα το αναπαύει από τις πολλές φροντίδες και τους κόπους, την άλλη την αποστέλλει σε χώρο φανερό. Έπειτα, αφού το σώμα διαλυθεί και φθαρεί με τον χρόνο, συναρμολογείται πάλι εν αφθαρσία, και απολαμβάνει την ψυχή του.
Τέτοιος είναι ο σωματικός θάνατος. Ο ψυχικός όμως είναι φριχτός και φοβερός. Διότι, εάν η ψυχή διαλυθεί, δεν παραπέμπει το σώμα αμέσως στη γη, όπως κάνει στον σωματικό θάνατο, αλλά όταν συνδεθεί πάλι με το αφθαρτοποιημένο σώμα, το καταποντίζει στο πυρ το άσβεστο. Όπως λοιπόν υπάρχει θάνατος ψυχής, έτσι υπάρχει και σφαγή ψυχής. Τι είναι σφαγή σώματος; Το να νεκρωθεί και να αποκοπεί από την επενέργεια της ψυχής. Τι είναι σφαγή της ψυχής; Και αυτή νέκρωσις είναι.
Τι όμως είναι νέκρωσις της ψυχής; Όπως το σώμα νεκρώνεται όταν το εγκαταλείπει η ενέργεια της ψυχής, έτσι και η ψυχή νεκρώνεται όταν την εγκαταλείψει η ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Αυτές οι σφαγές γίνονται κυρίως στον βωμό της πλεονεξίας. Δεν χορταίνουν ούτε αρκούνται στο αίμα των ανθρώπων, αλλά, εάν δεν προσφέρεις ως θυσία και την ίδια την ψυχή, δεν ικανοποιείται ο βωμός της πλεονεξίας, εάν δηλαδή δεν δεχθεί και των δύο τις ψυχές, του θύτη και του θύματος. Διότι πρέπει να θυσιάσει ο νεκρός τον μέχρι τώρα ζωντανό. Πράγματι, όταν βλασφημεί, όταν κακολογεί, όταν δυσανασχετεί, δεν είναι αυτές οι πληγές της ψυχής ανίατες; Είδες ότι δεν είναι υπερβολικός ο λόγος του Αποστόλου;
Άκου λοιπόν κι άλλο για να μάθεις πως η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, και φοβεροτέρα από την ειδωλολατρία. Οι ειδωλολάτρες προσκυνούν τα κτίσματα του Θεού. Και εσεβάσθησαν, λέγει, και ελάτρευσαν την κτίση μάλλον παρά τον κτίσαντα. Και συ προσκυνάς το κτίσμα το ιδικό σου. Διότι την πλεονεξία δεν την εδημιούργησε ο Θεός, αλλά την εφεύρε η άμετρος απληστία σου. Και κοίτα το κωμικοτραγικό. Εκείνοι που προσκυνούν τα είδωλα, τιμούν αυτά τα όποια προσκυνούν, και εάν κάποιος τα κακολογήσει ή τα υβρίσει, εξανίστανται. Εσύ όμως, σαν να έχεις καταληφθεί από κάποια μέθη, προσκυνάς κάτι το οποίο όχι μόνον δεν είναι απηλλαγμένο από κατηγορία, αλλά είναι και γεμάτο από ασέβεια. Ώστε είσαι μάλλον πολύ χειρότερος από αυτούς, διότι δεν ημπορείς να απολογηθείς ότι δεν είναι κακό. Και εκείνοι βέβαια είναι εντελώς αναπολόγητοι, εσύ όμως είσαι πολύ περισσότερο, επειδή συνεχώς κατηγορείς την πλεονεξία και κακίζεις όλους εκείνους που την υπηρετούν, και είναι δούλοι της, και την ακολουθούν.
Αλλά εάν θέλετε, ας εξετάσουμε από πού εισήλθε η ειδωλολατρία. Λέγει ένας σοφός ότι κάποιος πλούσιος άνθρωπος, βασανιζόμενος από το πένθος για τον πρόωρο θάνατο του υιού του, μην έχοντας καμία παρηγορία, επινόησε το ακόλουθο τέχνασμα για να τον παρηγορήσει στον πόνο του. Έκανε μια άψυχη εικόνα του αποθανόντος υιού του, και βλέποντάς την ενόμιζε ότι διά μέσου αυτής έχει κοντά του εκείνον. Κάποιοι δε άνθρωποι κόλακες, των οποίων θεός ήταν η κοιλία, λατρεύοντας την εικόνα για να τιμήσουν εκείνον, προήγαγαν τη συνήθεια σε ειδωλολατρία. Επομένως, από ασθένεια ψυχής εισήχθη η ειδωλολατρία, από παράλογη συνήθεια, από υπερβολή. Η πλεονεξία όμως δεν εισήχθη με τον ίδιον τρόπο, αλλά από ασθενή μεν ψυχή, πλην όμως χειροτέρα. Διότι δεν την εισήγαγε κάποιος που έχασε τον υιό του, ούτε ζητώντας παρηγορία ούτε παρασυρόμενος από κόλακες. Αλλά πώς; Εγώ θα σας ειπώ. Ο Κάιν φέρθηκε με πλεονεξία στον Θεό, διότι αυτά που έπρεπε να δοθούν σ’ εκείνον τα κράτησε για τον εαυτό του, και αυτά που έπρεπε να μείνουν σ’ αυτόν, τα προσέφερε σ’ εκείνον, και έτσι το κακό άρχισε ως προσβολή του Θεού. Διότι εάν εμείς είμεθα του Θεού, πολύ περισσότερο είναι οι απαρχές των κτημάτων μας.
Η σαρκική ορμή επίσης προς τις γυναίκες, από την πλεονεξία προήλθε. «Είδον τας θυγατέρας των ανθρώπων, και εξεκυλίσθησαν προς την επιθυμίαν».
Από αυτά πάλι προήλθε η επιθυμία προς τα χρήματα. Διότι το να θέλει κάποιος να έχει περισσότερα από τον πλησίον του στα βιοτικά, από τίποτε άλλο δεν προκαλείται, παρά από το ότι εψυχράνθη η αγάπη. Το να θέλει κανείς να έχει περισσότερα, δεν προέρχεται από τίποτε άλλο παρά από απελπισία και μισανθρωπία και υπεροψία. Δεν βλέπεις πόσο μεγάλη είναι η γη, πόσο πολύ μεγαλύτερος από όσο χρειάζεσαι είναι ο ουρανός; Γι’ αυτόν τον λόγο ο Θεός έδωσε τόσο μεγάλο μέγεθος στα κτίσματα, για να σβήσει την πλεονεξία σου. Εσύ δε, παρ’ όλα αυτά, αρπάζεις, και μάλιστα ακούγοντας ότι η πλεονεξία είναι ειδωλολατρία, ούτε έτσι φρίττεις; Τη γη θέλεις να κληρονομήσεις; Μ’ αυτόν τον τρόπο όμως θα στερήσεις τον εαυτό σου από την ουράνια κληρονομία, αφού ήδη την αγνοείς. Ειπέ μου, εάν κάποιος σου έδιδε την εξουσία να τα πάρεις όλα, άραγε δεν θα το ήθελες; Έχεις τώρα αυτή τη δυνατότητα, αν θέλεις. Αν και μερικοί λέγουν ότι με πολύ πόνο μεταβιβάζουν σε άλλους την περιουσία τους, και θα προτιμούσαν να την είχαν καταφάγει οι ίδιοι παρά να βλέπουν άλλους να γίνονται κύριοι αυτής.
Ούτε εγώ σε απαλλάσσω από αυτή την ασθένεια, διότι και αυτό είναι γνώρισμα ασθενούς ψυχής. Πλην όμως, και αν ακόμη γίνει τούτο, στην διαθήκη σου άσε κληρονόμο τον Χριστό. Διότι έπρεπε ήδη να τον είχες αφήσει κληρονόμο όσο ήσουν στην ζωή. Επειδή αυτό είναι γνώρισμα ορθής προαιρέσεως. Αλλά όμως, έστω κατ’ ανάγκην, γίνε φιλοτιμότερος. Διότι ο Θεός γι’ αυτόν τον λόγο πρόσταξε να δίδουμε στους πτωχούς, για να μας καταστήσει από τη ζωή αυτή φιλοσόφους, για να μας πείσει να καταφρονούμε τα χρήματα, για να μας διδάξει να περιφρονούμε τα γήινα. Αυτό δεν είναι περιφρόνησις των χρημάτων, να τα διαθέτη κάποιος στον τάδε ή στον δείνα μετά τον θάνατό του. Τότε πλέον αυτά που δίδεις δεν είναι ιδικά σου, αλλά της ανάγκης. Δεν γίνεσαι συ ευεργέτης, αλλά ο θάνατος. Αυτό δεν είναι φιλοστοργία, αλλά καταναγκασμός. Αλλά ας γίνει κι έτσι. Έστω και τότε απάλλαξε τον εαυτό σου από το πάθος. ‘Ενθυμήσου πόσα έχεις αρπάξει, πόση πλεονεξία έχεις δείξει, και απόδοσε τα τετραπλάσια. Με αυτόν τον τρόπο απολογήσου στον Θεό.
Αλλά υπάρχουν μερικοί οι οποίοι φθάνουν σε τέτοιο σημείο παραφροσύνης, που ούτε τότε διακρίνουν το ορθότερο, και ενεργούν τα πάντα σαν να προσπαθούν να καταστήσουν φοβεροτέρα γι’ αυτούς την οργή του Θεού. Γι’ αυτό ο μακάριος Παύλος λέγει στη συνέχεια της επιστολής εκείνης: «Ως τέκνα φωτός περιπατείτε». Ο δε πλεονέκτης είναι αυτός που κατ’ εξοχήν ζει στο σκοτάδι και διασκορπίζει πολύ σκοτάδι σε όλα γύρω του. «Και μη συγκοινωνείτε», λέγει, «τοις έργοις τοις ακάρποις του σκότους, μάλλον δε και ελέγχετε».
Ακούστε, παρακαλώ, όλοι όσοι δεν θέλετε να μισείσθε χωρίς λόγο. Αρπάζει και δεν τον ελέγχεις; Φοβείσαι το μίσος του, θα ειπείς. Αφού όμως δεν διακινδυνεύεις χωρίς λόγο, αλλά ελέγχεις δικαίως, γιατί φοβείσαι το μίσος; Έλεγξε τον αδελφό, δέξου αυτήν την έχθρα για την προς τον Χριστόν αγάπη, αλλά και για την προς αυτόν αγάπη. Εμπόδισέ τον, αφού βλέπεις ότι βαδίζει ολοταχώς προς το βάραθρο. Διότι δεν είναι γνώρισμα ιδιαιτέρας φιλίας η συμμετοχή μας σε κοινό γεύμα, τα ωραία λόγια, οι προσφωνήσεις και η κοινή απόλαυση. Ας χαρίζουμε τέτοια δώρα στους φίλους μας που να απομακρύνουμε την ψυχή τους από την οργή. Βλέποντάς τους μέσα στην κάμινο της κακίας, να τους αναστήσουμε.
Αλλά δεν διορθώνεται, λέγεις. Κάμε όμως εσύ ό,τι εξαρτάται από εσένα, και έτσι απολογήσου στον Θεό. Μην κρύψεις το τάλαντο. Γι’ αυτό διαθέτεις λόγο και γλώσσα και στόμα, για να διορθώνεις τον πλησίον. Μόνο τα άλογα όντα δεν φροντίζουν για τον πλησίον, ούτε είναι σε θέση να ειπούν κάποιον λόγο για τον άλλο. Συ όμως που αποκαλείς τον Θεό πατέρα σου και βλέπεις τον πλησίον σου, τον αδελφό σου, να κάμει αμέτρητα κακά, προτιμάς την ευμένειά του από την ωφέλειά του; Μη, σε παρακαλώ, δεν υπάρχει μεγαλύτερο τεκμήριο φιλίας από το να μην εγκαταλείπουμε στην αμαρτία τους αδελφούς μας.
Είδες μισουμένους; Συμφιλίωσέ τους. Είδες πλεονέκτες; Εμπόδισέ τους. Είδες αδικουμένους; Υπεράσπισέ τους. Όχι εκείνους, αλλά τον εαυτό σου πρώτα ευεργέτησες. Γι’ αυτό είμεθα φίλοι, για να ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Αλλιώς θα ακούσει κανείς τον φίλο και αλλιώς τον τυχόντα. Τον τυχόντα ίσως θα τον υποπτευθεί, ομοίως και τον διδάσκαλο, τον φίλο όμως όχι. Γι’ αυτό, παρακαλώ, ούτε σεις να διστάζετε να ελέγχετε, ούτε να δυσανασχετείτε, όταν σας ελέγχουν. Διότι όσο διαπράττεται κάτι στο σκοτάδι, γίνεται με μεγαλυτέρα ευκολία, όταν όμως υπάρχουν πολλοί μάρτυρες, φωτίζεται.
Γι’ αυτό ακριβώς ας κάνουμε τα πάντα ώστε να αποτρέπουμε τη νέκρωση των αδελφών μας, για να διασκορπίσουμε το σκότος, και να προσελκύσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης. Διότι εάν είναι πολλοί εκείνοι που εκπέμπουν το φως, και γι’ αυτούς θα είναι εύκολος η οδός της αρετής, και οι ευρισκόμενοι στο σκότος ευκολότερα θα αποκαλύπτονται, αφού όσο εντονότερο γίνεται το φως, τόσο το σκότος θα εξαφανίζεται. Εάν όμως γίνεται το αντίθετο, υπάρχει φόβος μη σβησθούν και αυτοί, αφού η πυκνότης, που δημιουργούν το σκοτάδι και οι αμαρτίες, θα υπερισχύει του φωτός και θα καταργεί τη λάμψη του. Ας αντιληφθούμε λοιπόν ότι τους εαυτούς μας ωφελούμε με αυτόν τον τρόπο, ώστε με όλη μας τη βιοτή να αναπέμπουμε δόξαν προς τον φιλάνθρωπο Θεό, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει δόξα συν τω Παναγίω Πνεύματι εις τους αιώνας των αιώνων».

 




H γιορτή λήξης των κατηχητικών μας!

Με την χάρη του Θεού φτάσαμε και φέτος στο τέλος των κατηχητικών μας  συνάξεων. Το Σάββατο 15 Ιουνίου  κάναμε την γιορτή λήξης όπου τα παιδιά των κατηχητικών τραγούδησαν μαζί με τους κατηχητές τους όμορφα τραγούδια! Οι κατηχητές μας παρουσίασαν ένα θεατρικό έργο  με τίτλο “Από την άκρη μιας κλωστής” το οποίο γράφτηκε από τους ίδιους.

Το θέατρο  ήταν   ένα κοινωνικό δράμα που έθιξε  το θέμα της ενδοοικογενειακής βίας. Ο Κωνσταντίνος, ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει τον Θεό, βαθιά πληγωμένος από την απώλεια του καλύτερού του φίλου, του Βασίλη, ξεσπάει στην γυναίκα του, Μυρτώ, και από ένα σημείο και μετά, που ξεφεύγει τελείως η κατάσταση, σηκώνει χέρι ακόμη και απέναντι στα παιδιά του… Η συμπεριφορά του οδηγεί την οικογένεια να φύγει από το σπίτι και αυτός καταρρακώνεται ακόμη πιο πολύ, αλλά δεν ψάχνει για ένα στήριγμα, παρά  μόνο βυθίζεται στον βούρκο της κατάθλιψής του. Τότε είναι που ο από μηχανής Θεός του θεάτρου, μία σκηνική παρουσία με πολλαπλούς ρόλους, του υποδεικνύει το μοναστήρι, όπου όποιος πάει βρίσκει την ηρεμία του χάρη στον μειλίχιο μοναχό, τον πατέρα Σωφρόνιο. Εκεί ο Κωνσταντίνος θα καταλάβει πόσο άσχημα έχει φερθεί απέναντι στην οικογένειά του και θα μετανιώσει για ό,τι έχει κάνει. Στο μοναστήρι αυτό, όμως, του επιφυλάσσεται μια “έκπληξη” που ίσως απειλεί να τον κομματιάσει και πάλι. Ο μοναχός Σωφρόνιος αποφασίζει να του εξομολογηθεί κάτι από την ζωή του σαν λαϊκός… Ο π. Σωφρόνιος δεν είναι άλλος από τον δολοφόνο του καλύτερού του φίλου. Ο Κωνσταντίνος όμως έχει μετανοήσει πραγματικά και δεν είναι πλέον υποχείριο στο πάθος του θυμού και παρ’ όλο που αυτή η αποκάλυψη τον σοκάρει συγχωρεί τον π. Σωφρόνιο. Πλέον ο φονιάς και ο άλλοτε μνησίκακος Κωνσταντίνος, βρίσκονται σε κοινωνία Θεού! Τέλος μια ακόμη αναπάντεχη συνάντηση συμβαίνει στο μοναστήρι. Η Παναγία κάνει το θαύμα της ανήμερα της εορτής της και φέρνει ξανά τον Κωνσταντίνο, μετανιωμένο πια, κοντά στην οικογένειά του.

Έτσι όμορφα αποχαιρετιστήκαμε για το καλοκαίρι, αν και δεν θα χαθούμε όλο το καλοκαίρι με όσους έρθουν στην κατασκήνωση!!! Οι δηλώσεις βρίσκονται στο site μας! Σας περιμένουμε όλους!







Ἀναμένοντας τὸν Παράκλητο

Metr. Anthony Bloom

Βρισκόμαστε στὴν περίοδο ἀνάμεσα στὴ γιορτὴ τῆς Ἀνάληψης τοῦ Κυρίου καὶ τὴ γιορτὴ τῆς Ἁγίας Τριάδας κι ἔτσι θὰ ἤθελα νὰ πῶ κάτι σχετικὸ καὶ μὲ τὶς δύο.

Ὁ προφήτης Ἠσαΐας λέει στὸ 53ο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου του (Ἠσ. 53.4) ὅτι ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας πληγώθηκε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, ὅτι ἐπωμίστηκε τὶς ἀδυναμίες μας, ὅτι οἱ μώλωπές Του μᾶς ἔχουν θεραπεύσει. Ὅταν σκεφτόμαστε τὸν ἀναστημένο Χριστὸ νὰ ἐμφανίζεται στοὺς μαθητές Του καὶ νὰ τοὺς δίνει νὰ ἀγγίξουν τὰ χέρια Του, νὰ προσκαλεῖ τὸν Ἀπόστολο Θωμᾶ νὰ ἐξετάσει τὴν πραγματικότητα καὶ τὸ βάθος τῶν πληγῶν πάνω στὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὴν πλευρά Του, τείνουμε νὰ ξεχάσουμε ὅτι ὁ Χριστὸς καὶ κατὰ τὴν Ἀνάληψή Του ἔφερε στὴ σάρκα Του τὶς πληγὲς ποὺ Τοῦ προκάλεσαν οἱ ἁμαρτίες μας – ὅτι μὲ τρόπο ἀκατάληπτο ὁ Χριστός, ὄχι μόνο ὕστερα ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση ἀλλὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ τὴν εἰς οὐρανοὺς Ἀνάληψη καὶ τὴν ἔνδοξη ἐνθρόνισή Του στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα φέρει στὴν ἀνθρώπινη σάρκα Του τὰ τραύματα ποὺ Τοῦ κατάφερε ἡ ἀνθρώπινη ἁμαρτία.

Ἐξακολουθεῖ νὰ μεταφέρει τὴν ἀνθρώπινη ἀσθένειά μας στοὺς ὤμους Του καὶ τόσο ἡ Ἀνάσταση ὅσο καὶ οἱ φρικώδεις μέρες τοῦ Πάθους εἶναι τώρα, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε, τυλιγμένες, ἀποθεμένες μέσα στὸ μυστήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, τῆς Ἁγίας, Ἀκατάληπτης, Μεγάλης Τριάδας. Ὅλες οἱ ὀδύνες τοῦ κόσμου, ὅλη ἡ ἁμαρτία, οἱ θλίψεις, ἡ φρίκη του, βάρυναν τὸ Χριστὸ κι Ἐκεῖνος δὲν τὶς πέταξε οὔτε μὲ τὴν Ἀνάσταση, οὔτε μὲ τὴν ἔνδοξη Ἀνάληψή Του. Ὁ Χριστὸς παραμένει «τὸ ἀρνίον τὸ ἐσφαγμένον πρὸ καταβολῆς κόσμου ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας».

Ὅταν τὴ μέρα τῆς Πεντηκοστῆς, τὴ μέρα ποὺ γιορτάζουμε ὡς τὴ μέρα τῆς Ἁγίας Τριάδας, στέλνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα Του στοὺς μαθητές Του, τοὺς Ἀποστόλους Του, τὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴν ἀναγέννηση τοῦ κόσμου ὁλόκληρου, Τὸ στέλνει μὲ τρόπο διττό. Ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὸ ζωντανό, παλλόμενο, μαρτυρικό, λαβωμένο στοὺς αἰῶνες, τὸ «βαστάζον τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου (Γαλ.17) τὸ «ἀνταναπληροῦν τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1.24)· ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νὰ εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ «κλώμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», τὸ «μελιζόμενον ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας». Κι ἐπειδὴ εἴμαστε τὸ Σῶμα αὐτό, ὅσο ἀνάξιοι κι ἂν εἴμαστε, μόνο καὶ μόνο ἐπειδὴ ἀνήκουμε στὸ Χριστό, ἐπειδὴ εἴμαστε ἡ Ἐκκλησία, μετέχουμε στὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔρχεται σ’ ἐμᾶς διότι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἁμαρτωλοί, καὶ γι’ αὐτὸ μόνο ἡ θεϊκὴ ἰσχὺς μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει.

Ὀφείλουμε νὰ προετοιμαστοῦμε μὲ ἰδιαίτερη προσοχὴ γιὰ τὴν Κυριακή τῆς Πεντηκοστῆς. Θὰ ἔλθουμε βέβαια μὲ τὴν ἁμαρτωλότητά μας, ἂς ἔλθουμε ὅμως ἐντελῶς ἀνοικτοί, μὲ ὅλο τὸν ἔνθεο πόθο μας, πεινασμένοι καὶ διψασμένοι γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου ποὺ θὰ δώσει ζωὴ στὶς ψυχές μας, ποὺ θ’ ἀλλάξει τὴ ζωή μας, ποὺ θὰ γεμίσει τὸ χάσμα τὸ ὁποῖο χωρίζει μέσα μας τὸ θεοειδὲς ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἀκόμα ἀνήκει στὴ φθορά, τὴν ἁμαρτία καὶ τὸ θάνατο.

Ἂς περάσουμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα συγκεντρωμένα, ἂς τὴν περάσουμε μέσα στὴν ἀναμονὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὥστε ὅταν θὰ ψάλλουμε μαζὶ τὴν ἐπίκληση πρὸς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «ἐλθέ, καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν», αὐτὰ νὰ μὴν εἶναι λόγια ποὺ θὰ ποῦμε ἀπὸ συνήθεια ἀλλὰ τὸ ἀποκορύφωμα τοῦ πόθου μας γιὰ τὸ Θεό, τῆς ἀγάπης μας, τὸ ἄνοιγμά μας μπροστά Του, παρόμοιο μὲ τὸ ἄνοιγμα τῆς ψυχῆς στὴν ἀγάπη καὶ τὴ χαρά.

Θὰ μπορέσουμε τότε, παρ’ ὅλη τὴν ἀσθένεια καὶ ἁμαρτωλότητά μας, νὰ δεχτοῦμε γιὰ μίαν ἀκόμη φορά, μὲ καινούριο τρόπο, ἕνα νέο μέτρο τῆς χάρης ἐκείνης ποὺ μᾶς κάνει πιὸ κοντινοὺς καὶ πιὸ ἀγαπητοὺς στὸ Θεό, τὸ Θεὸ Ἐκεῖνο ὁ ὁποῖος μπῆκε στὴ δόξα μὲ τὴ σάρκα ποὺ φέρει ἀγιάτρευτα τὰ τραύματα ἀπὸ τὴν ἁμαρτία μας, ἀγιάτρευτα ἐφ’ ὅσον ἡ ἁμαρτία ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει.

Πόσο θαυμαστὸς εἶναι ὁ Θεός μας! Μὲ πόση εὐγνωμοσύνη δὲν πρέπει νὰ Τὸν σκεφτόμαστε! Μᾶς ἀγαπᾶ παρ’ ὅλη τὴν ἀπιστία μας, τὴν ἄσχημη ζωή μας· πάντα πιστεύει, πάντα δύναται, πάντα ἐλπίζει· μὲ τὴ δύναμή Του μπορεῖ νὰ μᾶς χαρίσει τὰ πάντα, φτάνει ἐμεῖς νὰ Τοῦ δώσουμε τὸ δικαίωμα, τὴν ἐξουσία, τὴν εὐκαιρία νὰ δράσει ἐλεύθερα. Ἂς προετοιμαστοῦμε εὐλαβικὰ γιὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐμᾶς.

Ἀπό τό βιβλίο:Ἡμέρα Κυρίου, Ἐκδόσεις Ἀκρίτας




Πάτερ ἡμῶν…

Ἀρχιμανδρίτης Βασίλειος Γοντικάκης – Πάτερ ἡμῶν…
Ἑρμηνεία στὴν Κυριακὴ Προσευχὴ

 

Διάλεξα ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὸ «Πάτερ ἡμῶν», γιατὶ νομίζω εἶναι ἡ πιὸ χαρακτηριστικὴ προσευχή, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι «Κυριακὴ» προσευχή, ἡ προσευχὴ ποὺ μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος.

Καὶ νομίζω ὅτι ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε τὴν προσευχὴ ποὺ Ἐκεῖνος ἔκανε, μᾶς ἔδωσε τὴ ζωὴ ποὺ Ἐκεῖνος ἔζησε καὶ μᾶς δίδαξε τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτόν Του· κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Καὶ ὅπως μᾶς εἶπε ἄλλη φορὰ «Ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τὰ κλήματα» (Ἰω. ιε´ 5)· ὅπως ἡ σχέση τοῦ κλήματος καὶ τῆς ἀμπέλου εἶναι μιὰ σχέση ὀργανικὴ καὶ ἀθόρυβα προχωρᾶ ὁ χυμὸς τῆς ἀμπέλου πρὸς τὰ κλήματα, ἔτσι καὶ ὁ Κύριος μᾶς ἔδωσε ὅλη τὴν ὕπαρξή Του, ὁπότε, μέσα στὴν προσευχὴ αὐτὴ – ἂν τὴν κάνουμε συνειδητὰ καὶ ἂν τὴν ζοῦμε – νομίζω ὅτι ζοῦμε ἐν Χριστῶ Ἰησοῦ.

Ἀλλὰ ἂς ἀρχίσουμε νὰ διαβάζουμε τὴν προσευχὴ αὐτὴ καὶ νὰ τὴν παρακολουθοῦμε φράση πρὸς φράση.

Ἡ πρώτη φράση λέει: «Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς».

Νομίζω ὅτι ἡ ἁμαρτία μας ἡ μεγάλη εἶναι μιά· πολλὲς φορὲς ἀπογοητευόμαστε καὶ ξεχνᾶμε ἕνα πρᾶγμα: ὄχι ὅτι εἴμαστε ἀδύνατοι, ἀλλ᾿ ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπάει. Ἂν ἔχουμε ἕνα κεφάλαιο ἐμεῖς οἱ ἀδύνατοι, εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἀγαπᾶ καὶ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας.

Λέμε ὅτι ὁ πατέρας, ἡ μάνα, ἀγαποῦν τὸ παιδί τους ὄχι γιατὶ εἶναι καλό, ἀλλὰ γιατὶ εἶναι παιδί τους· ὁπότε εἶναι μεγάλο πρᾶγμα ἂν αὐτὴ τὴ συνείδηση τὴν ἀποκτήσουμε καὶ νοιώσουμε ὅτι μποροῦμε ἐμεῖς νὰ ποῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα μας. Γιατὶ αὐτὴ ἡ λέξη τὰ λέει ὅλα. Ἀμέσως μᾶς βάζει μέσα στὸ κλίμα τῆς Ἐκκλησίας. Μπορεῖ νὰ εἶναι κανένας ὀρφανός, μπορεῖ νὰ τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει οἱ δικοί του, μπορεῖ ὅλα νὰ τὰ ἔχει χάσει καὶ νὰ αἰσθάνεται μόνος· ἀπὸ τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας του, νοιώθει μιὰ ἀσφάλεια, μιὰ σιγουριὰ καὶ ὅλος ὁ κόσμος γίνεται σπίτι του.

Θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ καὶ τὸ ἑξῆς: μήπως δὲν θἆταν καλύτερα νὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν ὅλοι, γιὰ νὰ νοιώθουμε αὐτὴ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ; Θαῤῥῶ πὼς κι αὐτὸ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε. Γι᾿ αὐτό, βλέπετε κι ὁ Κύριος στοὺς μακαρισμούς Του λέγει: «Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, μακάριοι οἱ διψῶντες, μακάριοι οἱ πεινῶντες, μακάριοι οἱ κλαίοντες…». Δηλ. Μακάρι νὰ στερηθοῦμε τὴ στοργὴ τὴν ἀνθρώπινη, νὰ τὰ χάσουμε ὅλα, γιὰ νὰ νοιώσουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας.

Θυμᾶμαι μιὰ φορὰ ποὺ εἴχαμε ῥωτήσει μιὰ γριὰ στὸ Παρίσι, Ῥωσίδα, τί εἶναι μοναχός, καὶ αὐτὴ μᾶς εἶπε αὐθόρμητα ὅτι μοναχὸς εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κρέμεται ἀπὸ ἕνα σχοινί, καὶ τὸ σχοινὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τελικὰ μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε γιὰ κάθε ἄνθρωπο: ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἔχει μιὰ δύναμη στὴ ζωή του καὶ ἡ δύναμη αὐτὴ εἶναι ὅτι ὁ Θεὸς τὸν ἀγαπᾶ. Ἤλθαμε στὴ ζωὴ καὶ ἐλπίζουμε, γιατὶ κάποιος μᾶς ἀγαπᾶ· κι αὐτὸς ὁ κάποιος εἶναι δυνατὸς ἄσχετα ἂν ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύνατοι.

«Πάτερ ἡμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Πατέρας μας λοιπὸν δὲν εἶναι ἁπλῶς κάποιος ποὺ μπορεῖ νὰ ἐντοπισθεῖ ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, οὐράνιος Πατέρας, ὁπότε, ὅλος ὁ κόσμος, ὅλος ὁ οὐρανὸς γίνεται σπίτι μας. Ἔτσι, λοιπόν, μποροῦμε νὰ νοιώθουμε ἄνετα κι ἐλεύθερα. Γι᾿ αὐτό, λέγεται, ὅτι ὅταν εἶπαν στὸν Εὐάγριο Ποντικό, ἕνα ἀπὸ τοὺς πρώτους ἀσκητὲς τῆς Νιτρίας, ὅτι ὁ πατέρας του πέθανε, αὐτὸς ἀντέδρασε αὐθόρμητα καὶ λέει: «Μὴ βλαστημεῖτε· ὁ Πατέρας μου δὲν πέθανε ποτέ»!

Ἔτσι, λοιπόν, μὲ τὴν πρώτη φράση ὁ Κύριος μᾶς δίνει κουράγιο, μᾶς κάνει δικούς Του ἀδελφούς, καὶ μᾶς λέει τὸν Πατέρα Του νὰ τὸν λέμε καὶ δικό μας Πατέρα. Καὶ κάτι ἄλλο λένε οἱ Πατέρες: Λέμε τὸ Θεὸ «Πάτερ ἡμῶν» – δὲν λέμε ἁπλῶς Πατέρα μου – ὁπότε ὁ Θεὸς εἶναι ὅλων Πατέρας μας καί, ἔτσι, ὅλοι εἴμαστε μεταξύ μας ἀδελφοί.

Ἡ ἑπόμενη φράση λέει, «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου…».

Σ᾿ αὐτὲς τὶς δύο φράσεις οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας βλέπουν τὴν παρουσία τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἔτσι λοιπόν, σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις «Πάτερ ἡμῶν… ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», εἶναι παροῦσα ὅλη ἡ Ἁγία Τριάς. Τὸ Ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατρός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. (Ὑπάρχει μάλιστα μιὰ γραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου παλαιότερη, ποὺ ἀντὶ νὰ λέει «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου» λέει «ἐλθέτω τὸ Πνεῦμα σου τὸ Ἅγιον ἐφ᾿ ἡμᾶς καὶ καθαρισάτω ἡμᾶς). Ὁπότε ἐδῶ ἔχουμε παροῦσα τὴν Ἁγία Τριάδα. Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε: «Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν, Πατέρα παντοκράτορα…, καὶ εἰς ἕνα Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν…, καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον…».

»Ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου…». Παρακαλοῦμε ἐμεῖς νὰ ἁγιασθεῖ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ, ἂν βλέπουμε αὐτὰ ποὺ λένε οἱ Πατέρες, ὅτι τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ Πατρὸς εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου» μποροῦμε νὰ τὸ συνδέσουμε μὲ ἐκεῖνο ποὺ λέει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ ἁγιάζω ἐμαυτόν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὦσιν ἡγιασμένοι ἐν ἀληθείᾳ» (Ἰω. ιζ´ 19). Καὶ τὸ «ἁγιάζω ἑμαυτὸν» τοῦ Κυρίου σημαίνει ὅτι, ἐγὼ θυσιάζω τὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ ἁγιασθοῦν ἐν ἀληθείᾳ, στὴν πραγματικότητα, οἱ πιστοί. Ἔτσι λοιπόν, ὅταν καὶ ἐμεῖς λέμε «ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά σου», εἶναι σὰν νὰ λέμε, ἂς ἁγιασθεῖ ἡ θυσία τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶναι ὁ ἁγιασμός, ἡ ἀπολύτρωση καὶ ἡ δικαιοσύνη ἡμῶν. Καί, «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», νὰ ἔλθει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο στὴν Πεντηκοστή· καὶ πάντοτε ἔρχεται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἡ Ἐκκλησία εἶναι μιὰ συνεχὴς Πεντηκοστή.

Μέσα, λοιπόν, σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις βλέπουμε παροῦσα ὅλη τὴν Ἁγία Τριάδα. Ἀλλά, μποροῦμε νὰ δοῦμε σ᾿ αὐτὲς τὶς τρεῖς φράσεις, καὶ τὴν πραγματικότητα τῆς ἐπικλήσεως τῆς κεντρικῆς εὐχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας: Αὐτὸ ποὺ ὁ ἱερεύς, παρακαλεῖ τὸν Οὐράνιο Πατέρα, νὰ στείλει δηλ. τὸ Πνεῦμα τὸ πανάγιον καὶ νὰ ποιήσει τὸν ἄρτον καὶ τὸν οἶνον Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ.

Καὶ φθάνουμε στὴν τέταρτη φράση, ἡ ὁποία εἶναι ἡ κεντρικὴ φράση τοῦ «Πάτερ ἡμῶν», καὶ τὸ κεντρικὸ σημεῖο τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου καὶ τῆς δικῆς μας ζωῆς: εἶναι τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Ἴσως αὐτὴ ἡ φράση, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», μπορεῖ νὰ παρομοιασθεῖ μὲ τὸ «Ἀμὴν» τῆς ἐπικλήσεως. Καὶ αὐτὸ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» εἶναι ἡ κατάληξη καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωση τῶν προηγουμένων φράσεων· στὶς προηγούμενες φράσεις λέμε, «ἁγιασθήτω τὸ Ὄνομά σου», «ἐλθέτω ἡ βασιλεία σου», «γενηθήτω τὸ θέλημά σου». Ἀναφερόμαστε στὸ Θεό, λέμε τὸ ὄνομά Του νὰ ἁγιασθεῖ, ἡ βασιλεία Του νὰ ἔλθει, τὸ θέλημά του νὰ γίνει. Δίνουμε τὰ πάντα στὸ Θεό, καὶ αὐτὸ ἐπικυρώνεται καὶ ἀνακεφαλαιώνεται μ᾿ αὐτὴ τὴ φράση, «γενηθήτω τὸ θέλημά σου».

Γιὰ νὰ καταλάβουμε καλύτερα τί σημασία ἔχει τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου», θὰ εἶναι καλὰ νὰ θυμηθοῦμε αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, γιατί κατέβηκε ἀπ᾿ τὸν Οὐρανό: «Ἐγὼ καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρὸς καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον». Καὶ τὸ ἄλλο πάλι ποὺ λέει, ὅτι «ἡ κρίσις ἡ ἐμὴ δικαία ἐστί…»· ἡ κρίσις μου εἶναι δίκαιη καὶ σωστή, γιατὶ «οὐ ζητῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός». Καὶ κάτι ἄλλο: θυμᾶστε ποὺ ὁ Κύριος συναντήθηκε μὲ τὴ Σαμαρείτιδα· ὅταν ἦλθαν οἱ μαθητές, εἶπαν στὸν Κύριο: «Ῥαββί, φάγε»· κι ἐκεῖνος τοὺς ἀπάντησε, ὅτι «ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ἡμεῖς οὒκ οἴδατε…». Ἐγὼ ἔχω νὰ φάω ἕνα φαγητὸ τὸ ὁποῖο ἐσεῖς δὲν ξέρετε. «Ἐμὸν βρῶμα ἐστὶν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον».

Αὐτό, λέει, ποὺ ἐμένα μὲ τρέφει εἶναι νὰ ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός. Καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ βασικὸ πρᾶγμα τὸ ὁποῖο καθορίζει τὴ ζωὴ τοῦ Κυρίου καὶ τὴ ζωὴ τὴ δική μας. Γι᾿ αὐτὸ βλέπουμε τὸν Κύριο στὴ συνέχεια, τὴν ὥρα τῆς Γεθσημανῆ, δηλ. τὴν ὥρα τῆς πραγματικῆς ἀγωνίας – θἄλεγε κανεὶς τὴν ὥρα ἑνὸς δυνατοῦ σεισμοῦ ποὺ τὰ πάντα δοκιμάζονται, καὶ ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» – νὰ λέει «Πάτερ μου, εἰ οὐ δύναται τοῦτο τὸ ποτήριον παρελθεῖν ἀπ᾿ ἐμοῦ ἐὰν μὴ αὐτὸ πίω, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» (Ματθ. κστ´ 42). Αὐτὸ ποὺ μᾶς εἶπε ὁ Κύριος νὰ λέμε, καὶ ἐκεῖνος τὸ εἶπε στὴ δύσκολη στιγμὴ καὶ προχωρεῖ ὁ Κύριος ἤρεμα, ἀλλὰ παντοκρατορικὰ πρὸς τὸ πάθος ἀκριβῶς γιατὶ λέγοντας, «ὄχι τὸ δικό μου θέλημα, ἀλλὰ τὸ δικό σου νὰ γίνει», ἀμέσως στρέφεται ἐσωτερικά, παίρνει ἄλλη δύναμη καὶ προχωρεῖ.

Δὲν θἆταν ἄσχημα νὰ πᾶμε τώρα γιὰ μιὰ στιγμὴ καὶ στὴ δικιά μας ζωή. Ἀγωνιζόμαστε στὴ ζωή μας, ἀρχίζουμε, ἔχουμε σχέδια, ἔχουμε προγράμματα, προχωρᾶμε καλά, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμὴ μπορεῖ νὰ περάσουμε δυσκολίες. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος ποὺ νὰ μὴν περάσει τὴ Γεθσημανῆ του. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ τὰ πάντα καταῤῥέουν, τότε μόνο τὰ πάντα ἀνασταίνονται, καὶ τότε μόνο καταλαβαίνει κανεὶς αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος, ὅτι τὸ νὰ ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρὸς καὶ ὄχι τὸ δικό μου, αὐτὸ εἶναι ποὺ μὲ τρέφει. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ τὰ πάντα καταστρέφονται καὶ δὲν ὑπάρχει καμμιὰ ἐλπίδα πουθενὰ καὶ κανένα φῶς, καὶ τὰ πάντα εἶναι σκεπασμένα μὲ σκοτάδι, ἂν ὁ ἄνθρωπος πεῖ – Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου, ἀμέσως παίρνει μιὰ ἄλλη δύναμη, ἀνασταίνεται καὶ προχωρεῖ παντοκρατορικὰ καὶ σεμνὰ πρὸς τὴν ὁδό, πρὸς τὴ διάβαση, πρὸς τὸ Πάσχα ποὺ εἶναι ὁ Χριστός, σὲ μιὰ ἐξέλιξη ποὺ δὲν σταματᾶ ποτέ. Καὶ τότε, ἐκ τῶν ὑστέρων, θὰ εὐχαριστεῖ κανεὶς τὸ Θεὸ ὄχι γιὰ τὶς εὐκολίες, ἀλλὰ γιὰ τὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς του καὶ γιὰ τὴ Γεθσημανῆ του, ἡ ὁποία τὸν ἀνάγκασε, μέσα στὴν ἐξάρθρωση τοῦ ἑαυτοῦ του, νὰ πεῖ τὸ λογισμό του ἐλεύθερα, νὰ καταλήξει στό: «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ δικὸ σου θέλημα».

Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» μοιάζει μὲ τὸ «γενηθήτω» τὸ δημιουργικὸ (αὐτὸ ποὺ λέει ὁ Κύριος, «Εἶπε καὶ ἐγενήθησαν, ἐνετείλατο καὶ ἐκτίσθησαν»), καὶ μὲ τὸ λειτουργικὸ γενηθήτω (ὅταν ὁ ἱερεὺς ἱερουργεῖ τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ παρακαλεῖ τὸν Πατέρα νὰ καταπέμψει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ νὰ ποιήσει τὸν ἄρτον Σῶμα Χριστοῦ καὶ τὸ ἐν τῷ Ποτηρίῳ Αἷμα Χριστοῦ καὶ λέει τὸ Ἀμήν, Ἀμήν, Ἀμήν, ὁπότε ἤδη ἔγινε τὸ μυστήριο. Ὑπάρχει μιὰ σχέση μεταξὺ τοῦ δημιουργικοῦ γενηθήτω καὶ τοῦ λειτουργικοῦ). Ὅταν ὁ ἄνθρωπος συνειδητὰ πεῖ, Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου καὶ σὲ μένα, μοιάζει καὶ μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπε ἡ Παρθένος στὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ: «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμα σου»· νὰ γίνει σὲ μένα, στὴν ὕπαρξή μου, μέσα μου, κατὰ τὸ ῥῆμα σου· Θεέ μου, νὰ γίνει κατὰ τὸ θέλημά σου. Ὁπότε ὁ ἄνθρωπος ἁγιάζεται καὶ παίρνει μιὰ ἄλλη δύναμη.

Λέει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαὰκ κάπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ, ὑπακούοντας στὸ Θεό, νὰ γίνει Θεὸς κατὰ χάριν, καὶ νὰ δημιουργήσει ἐκ τοῦ μὴ ὄντος νέους κόσμους: ὁ ἄνθρωπος γίνεται τελείως νέος, ὁ ἀδύνατος παίρνει ἄλλη δύναμη καὶ ὁ νεκρὸς παίρνει νέα ζωὴ καὶ προχωρεῖ. Τότε καταλαβαίνει ὅτι, πράγματι, εἶναι τροφὴ πραγματικὴ τὸ νὰ καταλήξει νὰ πεῖ ἤρεμα, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου καὶ ὄχι τὸ δικό μου».

Γι᾿ αὐτὸ βλέπετε ὅτι ὁ ἀληθινὸς θεολόγος δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ πάει στὸ πανεπιστήμιο καὶ παίρνει ἄριστα ἐπειδὴ θυμᾶται μερικὲς χρονολογίες καὶ μερικὰ ὀνόματα ἢ γράφει μιὰ ἐργασία· ἀλλά, ἀληθινὸς θεολόγος ποὺ γνωρίζει ποιά εἶναι ἡ δύναμη καὶ ἡ ἀλήθεια τῆς διδασκαλίας τοῦ Κυρίου, εἶναι αὐτὸς ὁ ὁποῖος στὴ δύσκολη στιγμὴ λέγει: μὴ τὸ ἐμόν, ἀλλὰ τὸ σὸν γενέσθω θέλημα. Τότε ὅλος ὁ Θεὸς μπαίνει μέσα του, τὸν ἴδιο τὸν ἄνθρωπο τὸν κάνει θεολόγο, τὸν κάνει θεὸ κατὰ χάριν καὶ προχωρεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ μὲ ἕνα ἄλλο τρόπο μπροστά. Καὶ ὅπως ὁ Κύριος ἀναστημένος προχωροῦσε κεκλεισμένων τῶν θυρῶν ἔτσι καὶ ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀδύνατος ἀλλὰ καὶ παντοδύναμος μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, προχωρεῖ εἴτε τὰ προβλήματα εἶναι λυμένα ἢ ἀνοικτά. Γι᾿ αὐτὸ ἂν τυχὸν περνᾶμε δυσκολίες ἂς λέμε τὸ λογισμό μας ἐλεύθερα· ὅπως θέλει κανεὶς νὰ ἐκφρασθεῖ, ἂς ἐκφρασθεῖ, γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι Πατέρας μας. Ἀλλὰ στὴ συνέχεια ἂς ποῦμε, Θεέ μου, ἐγὼ δὲν ξέρω, ἐσὺ ξέρεις, ἐσὺ μὲ ἀγαπᾶς πιὸ πολὺ ἀπὸ ὅ,τι τοὺς ἀγαπῶ ἐγὼ καὶ πιὸ πολὺ ἀνήκουν σὲ σένα ὅλοι ἀπ᾿ ὅ,τι ἀνήκουν σὲ μένα. Ὁπότε ἂς γίνει τὸ θέλημά σου. Ἂν τυχὸν τὸ θέλημά σου ἐξωτερικὰ φαίνεται καταστροφή, νἆναι καταστροφή. Καλύτερα μιὰ θεοθέλητη καταστροφὴ παρὰ ὁποιαδήποτε ἐπιτυχία μὲ τὴν ἀνθρώπινη βούληση, ποὺ εἶναι ἀληθινὸ χαντάκωμα καὶ ἀληθινὴ καταστροφή. Τότε τὸ «γενηθήτω τὸ θέλημά σου» εἶναι ἡ φράση ποὺ μᾶς τρέφει καὶ μᾶς ἀνασταίνει σὲ ἕνα ἄλλο χῶρο.

Ἡ ἄλλη φράση εἶναι, «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Ἐδῶ πέρα, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ Χριστός, βάζει τὸν καθένα μας ὑπεύθυνα γιὰ τὴ σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου. Δὲν λέει, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημὰ σου στὴ ζωή μου», ἀλλὰ νὰ γίνει τὸ θέλημά σου ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς, νὰ γίνει σ᾿ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Θυμᾶμαι σ᾿ ἕνα νησί, στὴν Κῶ, ποὺ εἶχα πάει μιὰ φορὰ εἶχα δεῖ μιὰ γριούλα. Μοῦ λέει, «Ἐγὼ δὲν ξέρω γράμματα καὶ δὲν ξέρω νὰ κάνω καμιὰ προσευχή, μὰ οὔτε τὸ Πιστεύω μπορῶ νὰ πῶ οὔτε τὸ Πάτερ ἡμῶν. Γι᾿ αὐτό, τὸ βράδυ ὅταν πέσω νὰ κοιμηθῶ, κάνω τὸ σταυρό μου καὶ παρακαλῶ ὁ Θεὸς νὰ ξημερώσει μὲ τὸ καλὸ ὅλον τὸν κόσμο». Μὲ ῥωτᾶ, «Καλὰ κάνω;» Τῆς λέω, «Καλὰ κάνεις».

Βλέπετε, ἡ γριούλα εἶχε συλλάβει τὸ μυστικὸ τῆς εὐχῆς αὐτῆς· καὶ ἐπειδὴ ζοῦσε μέσα στὴν Ἐκκλησία, καὶ ἐπειδὴ εἶχε τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ ποὺ κυκλοφοροῦσε μέσα στὴν ὕπαρξή της ἀθόρυβα, ὅπως πάει ὁ χυμὸς τῆς ἀμπέλου πρὸς τὸ κλῆμα, γι᾿ αὐτό, χωρὶς νὰ ξέρει γράμματα, ἔκανε αὐτὸ τὸ ἀληθινό: παρακαλοῦσε ὁ Θεὸς νὰ ξημερώσει μὲ τὸ καλὸ ὅλο τὸν κόσμο. Ἔτσι λοιπὸν λέμε «ὡς ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς».

Παρακάτω λέμε, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον».

Ὅταν φθάσουμε στὸ σημεῖο νὰ περάσουμε τὴ Γεθσημανῆ καὶ νὰ ποῦμε στὴ δύσκολη στιγμή, «Θεέ μου, γενηθήτω τὸ θέλημά σου» καὶ δὲν δυσανασχετοῦμε, δὲν ἀγανακτοῦμε, ἀλλὰ αὐτὸ τὸ δεχόμαστε μὲ καρτερία καὶ ἠρεμία, τότε νομίζω ὅτι εἶναι ἱκανὸ τὸ πνευματικὸ μας στομάχι νὰ χωνέψει τὴν ὄντως τροφή. Καὶ ἡ ὄντως τροφὴ πάλιν εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Εἴδατε ὅτι εἶπε: «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἄρτος ὁ ζῶν ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς· ἐάν τις φάγῃ ἐκ τούτου τοῦ ἄρτου, ζήσεται εἰς τὸν αἰῶνα» (Ἰω. στ´ 51). Ἐγὼ εἶμαι ὁ ἀληθινὸς ἄρτος, ὁ ζωντανός, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό· καὶ ἂν κανεὶς φάει ἀπ᾿ αὐτὸν τὸν ἄρτο θὰ ζήσει καὶ δὲν πρόκειται νὰ πεθάνει. Δηλαδὴ παίρνει ἀπὸ τώρα μιὰ δύναμη καὶ μιὰ χάρη, ἡ ὁποία τὸν βοηθᾶ νὰ ξεπεράσει τὸ θάνατο· ἤδη ἀπὸ τώρα, ἐνῶ βρίσκεται ἐν σαρκί, βρίσκεται μέσα στὴν αἰώνια ζωή.

Γι᾿ αὐτὸ ὅταν λέει ὁ Κύριος, «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δὸς ἡμῖν σήμερον», τί ἀκριβῶς θέλει νὰ πεῖ; Καὶ λένε οἱ Πατέρες ὁ «ἐπιούσιος» σημαίνει ὁ ἄρτος ποὺ ἀφορᾶ τὴν οὐσία τοῦ ἀνθρώπου ἢ ὁ ἄρτος τῆς ἐπιούσης ἡμέρας. Ἐπιοῦσα ἡμέρα εἶναι ἡ ἑπόμενη μέρα· καὶ ἑπόμενη μέρα εἶναι ὁ ἑπόμενος αἰών, εἶναι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι λοιπόν, παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα νὰ μᾶς ἀξιώσει τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», τοῦ οὐρανίου ἄρτου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, νὰ μᾶς Τὸν δώσει σὰν τροφὴ ἀληθινὴ ἀπὸ σήμερα. Καὶ ἐνῶ βρισκόμαστε ἐν σαρκί, ἐνῶ βρισκόμαστε σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ὁ ἀληθινὸς ἄρτος ποὺ θὰ μᾶς τρέφει νἆναι ὁ ἄρτος τῶν ἀγγέλων, ὁ ἄρτος τῆς «ἐπιούσης ἡμέρας», ὁ ἄρτος τῆς μελλούσης ζωῆς καὶ βασιλείας.

»Καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν».

Ἐδῶ πέρα θυμόμαστε τὴν προσευχὴ τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε γιὰ τοὺς σταυρωτές του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. κγ´ 34). Ὁ Κύριος τοὺς συγχώρεσε καὶ ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε καμιὰ δικαιολογία γι᾿ αὐτό, ὁ Κύριος βρῆκε μιὰ δικαιολογία γι᾿ αὐτούς, ὅτι δὲν ξέρουν τί κάνουν.

»Καὶ ἄφες ἡμῖν…, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν…». Ἡ φράση αὐτὴ ἔχει κάτι λίγο πιὸ ἀπαιτητικό. Δὲν μᾶς λέει ὁ Κύριος νὰ παρακαλοῦμε τὸ Θεὸ Πατέρα νὰ μᾶς βοηθήσει νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ λέμε ὅτι ἐμεῖς ὁπωσδήποτε συγχωροῦμε. Καὶ λέει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης ὅτι ἐδῶ πέρα, ἐμεῖς σὰν νὰ λέμε στὸ Θεὸ Πατέρα νὰ λάβει ἐμᾶς σὰν ὑπόδειγμα καὶ νὰ μᾶς συγχωρήσει καὶ ἐμᾶς.

Ἀλλὰ ἂν τυχὸν ἐμεῖς δὲν συγχωροῦμε, τότε τίποτε δὲν γίνεται, τὸ εἶπε ὁ Κύριος ξεκάθαρα: «Ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν» (Ματθ. στ´ 15). Μπορεῖ νὰ πηγαίνουμε στὰ Κατηχητικά, μπορεῖ νὰ πηγαίνουμε στὶς ὁμιλίες, στὴν ἐκκλησία, νὰ κοινωνοῦμε καὶ νὰ προχωροῦμε στὴν πνευματικὴ ζωή, μπορεῖ νὰ κάνουμε θαύματα, καὶ ὅμως νὰ μὴ συγχωροῦμε κάποιον. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν συγχωροῦμε δὲν γίνεται ἀπολύτως τίποτα.

Στὸ σημεῖο αὐτὸ θἄθελα νὰ θυμηθοῦμε κάτι ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς στοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀπευθυνόταν: «Πονάω γιατὶ δὲν ἔχω χρόνο νὰ σᾶς δῶ ὅλους χωριστὰ τὸν καθένα σας καὶ νὰ ἐξομολογηθεῖτε καὶ νὰ μοῦ πεῖτε τὰ παράπονά σας καὶ νὰ σᾶς πῶ καὶ ἐγὼ ὅ,τι μὲ φωτίσει ὁ Θεός. Ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲν μπορῶ νὰ σᾶς δῶ ὅλους, θὰ σᾶς πῶ μερικὰ πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐφαρμόσετε. Κι ἂν αὐτὰ ἐφαρμόσετε θὰ προχωρήσετε καλά. Τὸ πρῶτο εἶναι νὰ συγχωρᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας». Καὶ γιὰ νὰ τοὺς κάνει νὰ καταλάβουν τί ἤθελε νὰ πεῖ, τοὺς δίνει ἕνα παράδειγμα: «Ἤλθαν δύο νὰ ἐξομολογηθοῦν, ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος. Ὁ Πέτρος μοῦ εἶπε: «Ἅγιε τοῦ Θεοῦ, ἐγὼ ἀπὸ μικρὸς πῆρα τὸν καλὸ δρόμο. Ζῶ στὴν ἐκκλησία, ἔχω κάνει ὅλα τὰ καλά, προσεύχομαι, κάνω ἐλεημοσύνες, ἔχω κτίσει ἐκκλησίες, ἔχω κτίσει μοναστήρια, ἔχω ἕνα μικρὸ ἐλαττωματάκι, ὅτι δὲν συγχωρῶ τοὺς ἐχθρούς μου». Καὶ λέει ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὅτι, «Ἐγώ, αὐτὸν τὸν ἀποφάσισα γιὰ τὴν κόλαση, κι εἶπα «ὅταν πεθάνει θὰ τὸν πετάξουν στὸ δρόμο νὰ τὸν φᾶνε τὰ σκυλιὰ»». Μετὰ ἀπὸ λίγο ἔρχεται ὁ Παῦλος, ὁ ὁποῖος ἐξομολογήθη καὶ μοῦ λέει: «Ἐγὼ ἀπὸ μικρὸς πῆρα τὸ στραβὸ δρόμο, ἔχω κλέψει, ἔχω ἀτιμάσει, ἔχω σκοτώσει, ἔχω κάψει ἐκκλησίες, μοναστήρια, δηλ. εἶμαι σὰν δαιμονισμένος· μόνο ἕνα καλὸ ἔχω, ὅτι συγχωρῶ τὸν ἐχθρό μου». Καὶ λέει ὁ Ἅγιος Κοσμᾶς, «ἐγὼ κατέβηκα, τὸν ἀγκάλιασα, τὸν φίλησα καὶ τοῦ εἶπα σὲ τρεῖς μέρες νὰ κοινωνήσει».

Αὐτὸς ποὺ εἶχε ὅλα τὰ καλά, μὲ τὴν κακότητα νὰ μὴ συγχωρεῖ τὸν ἐχθρό του, ὅλα αὐτὰ τὰ μόλυνε, ὅπως ἔχουμε 100 ὀκάδες ζυμάρι καὶ βάζουμε λίγο προζύμι καὶ κουφίζει ὅλο τὸ ζυμάρι. Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ὁ ἄλλος ποὺ ἔχει κάνει ὅλα τὰ κακά, συγχωροῦσε τὸν ἐχθρό του· αὐτὸ ἔδρασε μέσα σ᾿ ὅλα αὐτὰ σὰν μιὰ φλόγα κεριοῦ καὶ τἄκαψε ὅλα. Νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι βασικό. Καὶ πολλὲς φορὲς ἡ ζωή μας ὁλόκληρη βγάζει μιὰ ἀποφορὰ ἀντὶ νἄναι ἄρωμα Χριστοῦ, καὶ δὲν ξέρουμε γιατί γίνεται αὐτό. Νὰ συγχωροῦμε, λοιπόν. Νὰ μὴν κρατήσουμε καμιὰ κακότητα γιὰ κανένα. Τότε ἡ ζωή μας θὰ προχωρήσει μπροστά. Ἂν αὐτὸ δὲν κάνουμε, τότε ὅλες οἱ θεολογίες μας κι ὅλες οἱ ἁγιότητές μας πᾶνε χαμένες. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς λέει ὁ Κύριος, «ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα φτάνει γιὰ νὰ σὲ βάλει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, καὶ ἕνα ἐλάχιστο πρᾶγμα μπορεῖ νὰ βρωμίσει ὅλη τὴ ζωή μας.

»Καὶ μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν, ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ».

Λέμε, «μὴ εἰσενέγκης ἡμᾶς εἰς πειρασμόν», καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀπόστολος λέει, «Πᾶσαν χαρὰν ἡγήσασθε, ἀδελφοί μου, ὅταν πειρασμοῖς περιπέσητε ποικίλοις» (Ἰάκ. α´ 2). Τὴν ἀπορία μᾶς τὴν λύνουν οἱ Πατέρες. Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει ὅτι ὑπάρχουν δύο εἰδῶν πειρασμοί: ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ ἔχουμε τοὺς ἡδονικοὺς καὶ προαιρετικοὺς ποὺ γεννοῦν τὴν ἁμαρτία· σ᾿ αὐτοὺς παρακαλοῦμε τὸν Κύριον νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ μποῦμε καὶ νὰ παρασυρθοῦμε. Ἀπ᾿ τὴν ἄλλη μεριὰ ὑπάρχουν ἄλλοι πειρασμοὶ καὶ δοκιμασίες, οἱ ἀπροαίρετοι καὶ ὀδυνηροὶ πειρασμοί, οἱ ὁποῖοι κολάζουν τὴν φιλαμαρτήμονα γνώμη, οἱ ὁποῖοι σταματοῦν τὴν ἁμαρτία. Ἔτσι, λοιπόν, παρακαλοῦμε νὰ μὴν πέσουμε στοὺς πρώτους πειρασμούς, τοὺς ἡδονικοὺς καὶ προαιρετικούς, ἀλλὰ ἂν τυχὸν πέσουμε στὶς ἄλλες δοκιμασίες πρέπει νὰ τὶς δεχόμαστε μὲ κάθε χαρά, γιατὶ αὐτοὶ οἱ πειρασμοὶ φέρνουν τὴν γνώση, τὴν ταπείνωση, τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ θυμᾶστε αὐτὸ ποὺ λέει στὸ Γεροντικό: «ἔπαρον τοὺς πειρασμοὺς καὶ οὐδεὶς ὁ σωζόμενος». Ἂν βγάλεις ἀπὸ τὴ ζωή μας τοὺς πειρασμούς, αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, κανεὶς δὲν πρόκειται νὰ σωθεῖ.

»…ἀλλὰ ῥῦσαι ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ πονηροῦ». Ἡ τελευταία φράση αὐτῆς τῆς προσευχῆς εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ πρώτη φράση τῆς προσευχῆς εἶναι τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ὁ Θεὸς εἶναι ἡ πρώτη λέξη, ἡ πρώτη πραγματικότητα, τελευταία δὲ εἶναι ὁ πονηρός. Ἡ ζωή μας κινεῖται μεταξὺ τοῦ πονηροῦ καὶ τοῦ Θεοῦ. Ὁ πονηρὸς δὲν ἄφησε κανένα ἀπείραστο· οὔτε τὸν πρῶτο Ἀδὰμ στὸν Παράδεισο οὔτε τὸ δεύτερο Ἀδάμ, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὅταν βγῆκε στὴν ἔρημο. Καὶ λέει ὁ Κύριος πάλι, ὅτι «τὸ γένος τοῦτο ἐν οὐδενὶ δύναται ἐξελθεῖν εἰ μὴ ἐν προσευχῇ καὶ νηστείᾳ» (Μαρκ. θ´ 29). Δὲν μποροῦμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὸν πονηρὸ παρὰ μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία. Δὲν φεύγει ὁ πονηρὸς μὲ τὴ λογικὴ ὅπως δὲν φεύγει τὸ καρκίνωμα μὲ τὶς ἀσπιρίνες. Δὲν φεύγει ὁ διάβολος μὲ τὶς ἐξυπνάδες. Λέγει καὶ ἕνας μοναχός, ὅτι ὁ μεγαλύτερος δικηγόρος δὲν μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τὸ μικρότερο διάβολο. Γι᾿ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀρχίζομε συζήτηση μὲ τὸν πονηρό. Ἂς τὸν ἀφήνουμε καὶ νὰ φεύγουμε.

Τὸ θέμα στὴν πνευματικὴ ζωὴ εἶναι νὰ ἀποκτήσουμε τὴ διάκριση τὴν πνευματική, νὰ ξεκαθαρίζουμε τὰ πράγματα ἂν κάτι εἶναι ἀπὸ τὸ Θεὸ ἢ ἀπὸ τὸ διάβολο. Μὰ θὰ πεῖ κανένας: Ἐγὼ εἶμαι ἀδύνατος ἄνθρωπος· πῶς μπορῶ νὰ ἀποκτήσω αὐτὴ τὴ διάκριση; Νομίζω τὰ πράγματα εἶναι ἁπλὰ ἐὰν τυχὸν κάνουμε συνειδητὰ αὐτὴ τὴν προσευχὴ ποὺ μᾶς δίδαξε ὁ Κύριος. Μποροῦμε τώρα νὰ ἀρχίσουμε ἀπὸ πίσω: ἐὰν συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας ἀσυζητητί· ἐὰν τρεφόμεθα μὲ τὸν οὐράνιον ἄρτον· ἐὰν στὴ δύσκολη στιγμὴ λέμε, «Θεέ μου, νὰ γίνει τὸ θέλημά σου» καὶ ἐὰν νοιώθουμε τὸ Θεό, Πατέρα μας, τότε, ἐνῶ εἴμαστε πάρα πολὺ ἀδύνατοι, θὰ εἴμαστε ταυτόχρονα καὶ πανίσχυροι. Ἐάν, ἀντίθετα, κάνουμε τὸ θέλημὰ μας καὶ δὲν συγχωροῦμε τὸν ἄλλο, τότε τὸν διάβολο ἀπὸ μυρμήγκι τὸν κάνουμε λιοντάρι καὶ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ βγάλουμε πέρα μὲ καμιὰ δύναμη. Ἀντίθετα, ἐὰν λέμε: τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει, ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτα· ἂν συγχωροῦμε ἀσυζητητί· ἂν τὴ στιγμὴ ποὺ μᾶς ἔχουν σκοτώσει, ἐμεῖς, σκοτωμένοι, μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι δὲν κρατᾶμε καμιὰ κακότητα γι᾿ αὐτὸν ποὺ μᾶς σκότωσε καὶ λέμε ἔχει ὁ Θεός, δὲν πειράζει· τότε ὁ ἄνθρωπος, αὐτὸς ὁ ἀδύνατος, εἶναι παντοδύναμος καὶ μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα καὶ ὁ διάβολος μπροστὰ του εἶναι μυρμήγκι. Καὶ προχωρεῖ ἐλεύθερα.

Θυμᾶστε, στὴ Γεθσημανῆ, ὅταν ὁ Κύριος «γενόμενος ἐν ἀγωνίᾳ ἐκτενέστερον προσηύχετο» καὶ εἶπε «οὐ τὸ ἐμὸν θέλημα γενέσθω», ἀναφέρεται ἐκεῖ στὴν Ἁγία Γραφὴ ὅτι, «ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος ἀπ᾿ οὐρανοῦ ἐνισχύων αὐτὸ» (Λουκ. κβ´ 43). Καὶ ἐπίσης ὅταν στὴν ἔρημο εἶπε, «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις», τότε τὸν ἄφησε ὁ διάβολος «καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ» (Ματθ. δ´ 10-11). Ἔτσι, λοιπόν, συμβαίνει καὶ σ᾿ ἐμᾶς· ἂν λέμε τὴν προσευχὴ αὐτή, ἂν ζοῦμε τὴ ζωὴ αὐτή, ὁ πονηρὸς φεύγει, ἡ διάκριση ἡ πνευματικὴ ἔρχεται μέσα μας καὶ ἄγγελοι μᾶς διακονοῦν. Καὶ μποροῦμε νὰ νοιώσουμε αὐτὴ τὴ συντροφιὰ τῶν ἀγγέλων· καὶ μποροῦμε ἀπὸ τώρα νὰ ζήσουμε στὸν Οὐρανό· καὶ μποροῦμε νὰ χρησιμοποιήσουμε αὐτὲς τὶς φράσεις τὶς κυπριακὲς καὶ νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ζωή μας γίνεται τότε «ἀγγελόκτιστη», «Θεοσκέπαστη». Τότε ὁ ἄνθρωπος ὁ μικρὸς γίνεται μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ παντοδύναμος…




Μια λεμονιά … για τους νεομάρτυρες της Συρίας

Την Κυριακή 9 Ιουνίου 2019 πραγματοποιήθηκε στον Ναό μας μαζί  με την λήξη της κατηχητικής χρόνιας μια μικρή εκδήλωση που ήταν αφιερωμένη στους πέντε νέους Μάρτυρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Συρία.  Δολοφονήθηκαν άγρια στις 12 Μαΐου από φανατικούς τζιχαντιστές, την ώρα του κατηχητικού στην ενορία τους, των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, στην Σελευκούπολη, στον βορρά της επαρχίας Χάμα, της Κεντρικής Συρίας. Τα παιδιά έπαιζαν στην αυλή μαζί με την κατηχήτρια  τους. Οι νέοι αυτοί Μάρτυρες προστέθηκαν στην χορεία των χιλιάδων νέων Μαρτύρων της πίστεως, οι οποίοι θυσιάστηκαν στην Μέση Ανατολή τα τελευταία χρόνια, σε περιοχές όπου έδρασαν και δρουν ακόμη ακραίοι φανατικοί ισλαμιστές.

Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας όλοι οι πιστοί μαζί με τους πατέρες του Ναού και τους κατηχητές με τα κατηχητόπουλα τους, μετακινήθηκαν στο προαύλιο χώρο όπου τελέστηκε  Τρισάγιο στην μνήμη των παιδιών από την Συρία και φυτεύτηκε μια λεμονιά εις μνήμη των μαρτυρικών αυτών κατηχητόπουλων.

Η μνήμη τους ας ειναι για εμάς φάρος πνευματικός και οι προσευχές τους απο τον παράδεισο να μας βοηθούν να τους μοιάζουμε.

Φίλοι μας δεν θα σας ξεχάσουμε ποτέ !!!




ΤΑ ΑΝΩ ΦΡΟΝΕΙΤΕ

«Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν». Πράξεις 1, 9

Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας 

Καθὼς οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι κοίταζαν, ὁ Κύριος ἀνελήφθη. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν χωρὶς μάρτυρες, ὅμως ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς παρουσία μαρτύρων. Ὁ σφραγισμένος τάφος στὸ βράχο ἔκρυψε τὴ δόξα τῆς ἀνάστασης, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεώς της· ἕνα φωτεινό, διάφανο σύννεφο ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τῆς Ἀναλήψεως τὴ στιγμὴ πού πραγματοποιεῖται. Γιατί αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἴσως διότι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ἦταν μιὰ ἄνοδος ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο καὶ δὲν ὑπῆρχε τότε χῶρος γιὰ ἐπίγειους μάρτυρες, καὶ μόνον οἱ πατριάρχες καί οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρές της. Ὅμως τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὡς ἄνοδο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μποροῦσαν φυσικὰ νὰ τὴν δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, πού βρίσκονταν ἐπὶ τῆς γῆς κι ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό.

Ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσε νὰ δοῦν τὸν ἐγερθέντα Κύριο, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, προκειμένου νὰ δώσουν μαρτυρία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀνάσταση: δεδομένου ὅτι τὴν Ἀνάληψη τῆς χοϊκῶς γεννηθείσας σαρκὸς στοὺς οὐρανοὺς ἔπρεπε ὄντως νὰ τὴν δοῦν, ὥστε ἡ ἀνάσταση νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Πιθανὸν ὁ σαρκικὸς νοῦς νὰ διερωτηθεῖ: πῶς ἡ χοικῶς γεννηθεῖσα σάρκα μποροῦσε νὰ ἀνέλθει στὸν οὐρανό; Ἀπαντοῦμε: δὲν χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε γιὰ τὴν δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ τὸ μαρτύρησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρνήθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθειά του. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη». Ἀλλά ἦταν μόνο γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄπιστους πού ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ ὑπάρξει μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς πιστούς. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ», λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐὰν —ἂς προσθέσουμε κι ἐμεῖς— τὸν ἔχετε δεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ καὶ συμμετέχετε κι ἐσεῖς στὸ νέο αὐτὸ θρίαμβο, τότε «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς» (Κολ.3, 1-2).

Τί σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε;» Δὲν εἶναι, πράγματι, τὰ λόγια αὐτὰ ξεκάθαρα; Καὶ ἂν δὲν τὰ καταλαβαίνεις, εἴτε θέλοντας νὰ τὰ καταλάβεις εἴτε μὲ ἄλλο τρόπο, παραδὲξου ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνεις, ἐπειδὴ δὲν «φρονεῖς τὰ ἄνω»: διότι ἐκεῖνος πού καταλαβαίνει, ξέρει τί κάνει. Ἂν δὲν φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος». Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίσου, χοϊκέ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνεις, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ ἀπομείνει τίποτα ἐκτός ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ — καὶ τὴν κόλαση! Δὲς πῶς ἡ γῆ θρυμματίζεται κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου καὶ μπροστά σου ἀνοίγεται ἡ κόλαση: δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθεῖς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθεις «νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγματα τὰ ἐπί τῆς γῆς».

Μὰθετε νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω! Ἂς μὴν φοβηθεῖ κανένας μὲ αὐτὴ τὴν ἐπιταγή. Ἂς μὴν νομίσει ὅτι θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς ποικίλες καὶ πολυάριθμες ἐκεῖνες δυσκολίες, τὶς ὁποῖες ἀναπόφευκτα θὰ συναντήσει στὴν ὁδὸ τῆς ἐπίγειας γνώσεως, καὶ πού ἀνάμεσά τους πρέπει νὰ ἀπαριθμήσει τὰ κατ’ ἐξοχὴν μέσα γιὰ νὰ ἀποκτήσει τὴν ἀποκαλούμενη ἐπίγεια σοφία — ὅπως, γιὰ παράδειγμα, πλῆθος διδασκάλων, πού ὁ καθένας ὑπερασπίζεται τὴν ἰδιαίτερη δοξασία του καὶ ἀντικρούει τὴν δοξασία τοῦ διπλανοῦ του, πλῆθος βιβλίων, συχνὰ βλαβερῶν γιὰ τό νοῦ, καθὼς καὶ γιὰ τό μάτι, μὲ τό σκοτεινό περιεχόμενό τους. Μὴ φοβάστε. Μαθαίνοντας «νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω», κατὰ τό νόημα τοῦ Εὐαγγελίου, δὲν εἶναι τό ἴδιο ὅπως μαθαίνετε τὴν ἐγκόσμια σοφία. Ἡ γνώση τῶν οὐρανίων πραγμάτων δὲν ἐξαρτᾶται τόσο πολὺ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν χρειάζεται μεγάλη βοήθεια, δὲν τίθενται τόσα ἐμπόδια ὅπως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἐγκόσμιας σοφίας. Ὡστόσο, ὠφελεῖται καὶ ἀπὸ ἐξωτερικὰ μέσα, δὲν ἀπορρίπτει τὴ βοήθεια καὶ δὲν εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ δυσκολίες τοῦ δικοῦ της εἴδους. Ὁ ἴδιος Ἀπόστολος πού μᾶς ἔδωσε τὴν ἐντολὴ «τὰ ἄνω φρονεῖτε», ὠφελήθηκε ἀπὸ τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια τῆς ἐγκόσμιας σοφίας, «ἔχων ἀνατραφεῖ παρὰ τοὺς πόδας τοῦ πολυμαθοῦς Γαμαλιὴλ»· ὅμως διαδοχικὰ τὰ ἀπέρριψε ὅλα τοῦτα καθὼς καὶ ἄλλα προνόμια, λογαριάζοντας τὰ «πάντα ζημίαν εἶναι διὰ τὸ ὑπερέχον τῆς γνώσεως Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ Κυρίου μου» (Φιλ.3,7-8), προκειμένου νὰ μπορέσει νὰ κερδίσει τὸν Χριστό. Καὶ ὡρίμασε κατὰ συνέπεια φρονῶν τὰ ἄνω — καίτοι ὁ ἴδιος ταυτόχρονα ἀπέρριψε τὰ μέσα καὶ τὴν βοήθεια πού τοῦ προσέφερε ἡ ἐγκόσμια σοφία.

Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι εἶχαν ἁπλῶς μάθει νὰ πλέκουν ψαράδικα δίχτυα καὶ ὄχι νὰ ξετυλίγουν τὰ σοφίσματα τῶν βιβλίων. Ὅμως αὐτὸ μὲ κανένα τρόπο δὲν τοὺς ἐμπόδισε νὰ ἐνδυναμώσουν τόν ἑαυτό τους ὥστε νὰ φρονοῦν τὰ ἄνω καὶ νὰ γίνουν ἀκόμη καὶ διδάσκαλοι τῶν ἴδιων τῶν σοφῶν. Ἔτσι ἦταν καὶ μετὰ τὴν ἐποχὴ τῶν Ἀποστόλων: ὁ Μὲγας Βασίλειος ἀπέκτησε τὴ σοφία τῶν Ἀθηναίων καὶ τὴν ὑπέταξε στὴν ὑπηρεσία τῆς σοφίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Ἀρσένιος, Μέγας ἐπίσης, ἂν καὶ διδάσκαλος σὲ ὅλη τὴν ἔκταση τῆς Ἑλληνικῆς καὶ Λατινικῆς γνώσεως, θεώρησε τὸν ἑαυτὸ του ἀρκετὰ ἀδαῆ ὥστε νὰ μαθητεύσει σὲ ἕναν ἀγράμματο γέροντα Αἰγύπτιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἀρκετὰ σοφὸς γιὰ νὰ τοῦ διδάξει τὰ πρῶτα στοιχεῖα τῆς πνευματικῆς σοφίας. Καὶ ἔτσι, τὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, ἂν καὶ πράγματα ὑψηλὰ ἀκόμη καὶ γιὰ ἕναν φιλόσοφο, εἶναι συγχρόνως ἀρκετὰ ἁπλά καὶ γιὰ τὰ νήπια. «Ἐξομολογοῦμαί σοι, πάτερ, κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ὅτι ἀπέκρυψας ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καί ἀπεκάλυψας αὐτὰ νηπίοις» (Ματθ. 11, 25).

Τί λοιπὸν σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε»; Ἐπαναλαμβάνω: ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνετε, τότε προφανῶς δὲν τὸ ἐφαρμόζετε. Καὶ ἂν δὲν φρονεῖτε τὰ ἄνω, τότε ἀναμφίβολα φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς. Καί, συνεπῶς, αὐτὸ τὸ γνωρίζετε. Τί κάνετε τώρα, ὅταν φρονεῖτε τὰ ἐπί τῆς γῆς, ὅπως γιὰ παράδειγμα, ὅταν ἔχετε στὸ μυαλό σας νὰ γίνετε πλούσιοι; Ἐπιθυμεῖτε τὰ πλούτη —συχνὰ τὰ σκέφτεστε— ἐφευρίσκοντας τρόπους νὰ τὰ ἀποκτήσετε καὶ νὰ τὰ αὐξήσετε. Βάζετε σὲ ἐνέργεια αὐτοὺς τοὺς τρόπους, καὶ ὁ,τιδήποτε κάνετε, τὸ κάνετε μὲ τὴν προοπτικὴ νὰ πετύχετε καὶ νὰ αὐξήσετε τὸν πλοῦτο, καὶ στὴν κατοχὴ τοῦ πλούτου τοποθετεῖτε τὴν εὐτυχία σας. Φέρνοντας στὸ νοῦ αὐτὸ τὸ παράδειγμα μποροῦμε γενικὰ νὰ ποῦμε, ὅτι τὸ «νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπί τῆς γῆς», σημαίνει νὰ ἐπιθυμοῦμε ἐπίγεια πράγματα, νὰ τὰ σκεφτόμαστε, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, νὰ τὰ ἔχουμε πάντα μπροστά μας, νὰ τοποθετοῦμε τὴν εὐτυχία μας στὴν κατοχή τους. Ἀλλάξτε τὸ ἀντικείμενο, καὶ θὰ καταλάβετε τί εἶναι «νὰ φρονοῦμεν τὰ ἄνω». Σημαίνει, νὰ ἐπιθυμοῦμε τὰ ἄνω, δηλαδὴ τὰ οὐράνια πράγματα. Μὲ ἄλλα λόγια, αὐτὰ πού εἶναι πνευματικὰ καί θεῖα. Νὰ σκεφτόμαστε τὰ οὐράνια πράγματα, νὰ τὰ ἐφαρμόζουμε, ἤ κατὰ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, νὰ «ἐργαζόμαστε τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ», νὰ ἔχουμε τὰ οὐράνια πράγματα μπροστὰ στὰ μάτια μας καί νὰ τοποθετοῦμε σὲ αὐτὰ τὴν εὐτυχία μας.

Πόσο δύσκολο —θὰ σκεφτοῦν μερικοὶ— νὰ ἔχει κανεὶς τὰ οὐράνια πράγματα στὸ νοῦ του, στὴν καρδιὰ καί στὶς πράξεις του! Γιὰ νὰ γίνει κάτι τέτοιο ἕνας χοϊκὸς ἄνθρωπος πρέπει ν’ ἀλλάξει τὰ ἔργα του, τὶς ἐπιθυμίες, ἀκόμη καί τὶς σκέψεις του. Δὲν ἀρνοῦμαι πώς κάτι τέτοιο εἶναι ἀναγκαῖο, καί δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνουμε. Ὅμως τί πρέπει νὰ γίνει; Εἶναι πιὸ δύσκολο νὰ ἀνεβεῖς σὲ κάποιο ὕψος, ἀπὸ τὸ νὰ πέσεις σὲ μιὰν ἄβυσσο. Εἶναι λοιπὸν καλύτερο νὰ πέσουμε στὴν ἄβυσσο;

Εἶναι δύσκολο νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω! Ὅμως, δὲν εἶναι ἐπίσης σκληρὸ νὰ φρονοῦμε τὰ ἐπίγεια πράγματα; Ἔχει, γιὰ παράδειγμα, ἕνας ἄπληστος ἄνθρωπος κάποιο φωτεινὸ ἔργο μπροστά του; Κοπιάζει μέρα καί νύχτα, στερεῖ τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τροφὴ καί ἀνάπαυση, μερικὲς φορὲς ἐγκαταλείπει τὸ σπίτι του, περιπλανιέται μακριὰ ἀπὸ ἐκείνους πού βρίσκονται κοντὰ στὴν καρδιά του, ταξιδεύει στὴν ξηρὰ καί διασχίζει τὴ θάλασσα, κατεβαίνει στὰ ἔγκατα τῆς γῆς, βασανίζει τὸ μυαλό του μὲ τὴν δίψα τοῦ κέρδους καί μὲ τὴν ἀγωνία τῆς διατήρησής του, μὲ τὸ φόβο ἀπὸ μιὰ πιθανὴ ἀπώλεια ἤ μὲ τὴν ἀπελπισία μίας ἀπώλειας πραγματικῆς.

Ἂν μποροῦμε νὰ ἀντέξουμε τέτοιες φροντίδες μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ πλουτίσουμε ἐπί τῆς γῆς μὲ ἕναν θησαυρὸ φθαρτό, καὶ πού δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ τὸν χαροῦμε παρὰ γιὰ σύντομο χρονικὸ διάστημα, δὲν ἀξίζει μιὰ προσπάθεια ἀπ’ τὴ μεριά μας γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἀποκτήσουμε ἕναν οὐράνιο θησαυρό, ἕναν θησαυρὸ ἄφθαρτο καὶ αἰώνιο;

Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοϊκὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ἐν τούτοις, καὶ ὁ σπόρος τοῦ σίτου, πού εἶναι θαμμένος στὴ γῆ κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σας, δὲν φρονεῖ μὲ τὸν δικό του τρόπο τὰ ἄνω; Βλασταίνει, καὶ ξεπροβάλλει ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὰ πάνω, ἀγωνιζόμενος ἐναντίον τῆς βαρύτητας τῆς γῆς καὶ τῆς δικῆς του. Αὐξάνεται ὅλο καὶ πιὸ ψηλά. Καὶ τείνοντας πρὸς τὸν οὐρανό, ἀνθίζει καὶ φέρνει καρπό. Πιστεύετε πραγματικά, ὅτι ὁ θνητὸς ἄνθρωπος εἶναι προικισμένος μὲ λιγότερη δύναμη ἀπὸ τὸν σπόρο τοῦ σίτου, γιὰ νὰ σηκωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανὸ μὲ τὸν δικό του τρόπο;

Εἶναι πράγματι δύσκολο γιὰ τὸν χοικὸ ἄνθρωπο νὰ φρονεῖ τὰ ἄνω. Ὅμως, στάσου· προέρχεσαι, ὦ ἄνθρωπε, μόνο ἀπὸ αὐτὴ τὴ γῆ; Αὐτὸ εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐλήφθη ἀπὸ τὸ χῶμα, καὶ πού ἐπιστρέφει πάλι στὸ χῶμα; Δὲν εἶναι τὸ χῶμα μόνο τὸ περίβλημά σου, ἤ ἂν τὸ προτιμᾶς, ἡ φυλακή σου; Ὅμως ἐσύ, ὁ ἑαυτός σου, ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος, εἶσαι ἡ πνοὴ τῆς ζωῆς, πού προῆλθε ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ χείλη τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ: «Καὶ ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ πνοὴν ζωῆς, καὶ ἐγένετο ὁ ἄνθρωπος εἰς ψυχὴν ζῶσαν» (Γεν. 2, 7). Κι ἔτσι, ἄν σοῦ εἶναι δύσκολο ὡς χοϊκός ἄνθρωπος νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν εἶναι εὔκολο νὰ τὸ κάνεις ὡς ἄνθρωπος πού ἔχεις γεννηθεῖ ἄνωθεν; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν φλόγα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὴν φυσική της περιοχή; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὴν πέτρα νὰ πέσει κάτω στὴ γῆ ἀπ’ ὅπου προέρχεται; Εἶναι δύσκολο γιὰ τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα νὰ ὑψωθεῖ πρὸς τὸν οὐρανό, πρὸς τὸν Ὕψιστο; Ἂν ἡ πτώση τοῦ παλαιοῦ Ἀδὰμ ἔχει μεταβάλει τὸν πόθο τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα σὲ πόθο γιὰ τὰ πράγματα τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια, δὲν ἔχει ἡ ἀνάσταση καὶ ἡ ἀνάληψη τοῦ νέου Ἀδάμ, τοῦ Θεανθρώπου, τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἐπαναφέρει μὲ διπλάσια δύναμη τὸν πόθο γιὰ τὴν ἀρχική του κατεύθυνση καὶ δὲν ἔχει στήσει μιὰ κλίμακα πρὸς τὸν οὐρανό; Δὲν ἔχει ἡ κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάψει μιὰ πνευματικὴ φλόγα στὸν ἄνθρωπο, ἡ ὁποία φυσικῷ τῷ τρόπῳ τείνει πρὸς τὰ ἄνω καί στρέφεται πρὸς τὰ οὐράνια πράγματα, ὅπου κι ἂν κατοικεῖ; Τὸ βρίσκετε ἀκόμη δύσκολο νὰ φρονεῖτε τὰ ἄνω, ἀκόμη κι ἄν, προκειμένου νὰ κάνετε κάτι τέτοιο, σᾶς εἶναι ἀπαραίτητο νὰ μεταβάλετε τὶς πράξεις, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις σας;

Μὰ πῶς μποροῦμε νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ ἐπίγεια ἔργα, τὶς ἐπιθυμίες καί τὶς σκέψεις μας πού περιβάλλονται ἀπὸ ἐπίγεια πράγματα, ὅταν αὐτὸ πού εἶναι γήινο εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητο γιὰ τὴν ἐπίγεια ζωή μας; Δὲν ἔχετε παρὰ νὰ παρατηρήσετε πῶς ἐγκαταλείπουμε τὰ οὐράνια πράγματα γιὰ πράγματα ἐπίγεια, καὶ θὰ τὸ βρεῖτε πολὺ εὔκολο νὰ παραμερίσετε τὰ ἐπίγεια γιὰ τὰ τοῦ οὐρανοῦ. Περιορίζετε τὸν χρόνο πού ἀπασχολεῖστε μὲ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας, προκειμένου νὰ ἔχετε περισσότερο χρόνο γιὰ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου. Μερικὲς φορὲς πηγαίνετε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅμως ἐξακολουθεῖτε νὰ σκέφτεστε ὅσα ἀπασχολοῦν τὸ μυαλό σας καὶ στὸ σπίτι. Καὶ μερικὲς φορές, ἐνῶ στέκεστε σωματικὰ μέσα στὸν οἶκο τῆς προσευχῆς, οἱ σκέψεις σας ἕλκονται ἀπὸ ἀλλοῦ, ἀπὸ τὰ ἐπίγεια πράγματα πού σᾶς θέλγουν ἤ ἀπὸ τὰ πάθη πού κυριαρχοῦν μέσα σας. Ἀκόμη καί οἱ πιὸ πνευματικές σας ἀσκήσεις μολύνονται ἀπὸ φευγαλέες ἐγκόσμιες σκέψεις! Κάντε τώρα τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο. Κάντε τὶς ἀπαραίτητες ἐργασίες γιὰ τὴν ἐπίγεια ὕπαρξή σας ἀλλά προσπαθῆστε νὰ μὴν τὶς παρατείνετε πέρα ἀπ’ ὅ,τι εἶναι ἀπαραίτητο. Καί ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀπελευθερώσετε τὸν ἑαυτὸ σας ὅσο γίνεται περισσότερο ἀπὸ τὴν πολλὴ δουλειά, προκειμένου νὰ εἶστε ἐλεύθεροι γιὰ τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας. Ἀπαλλάξτε τὶς σκέψεις σας ἀπὸ επίγεια πράγματα, ὄχι μόνο ὅταν στέκεστε μπροστὰ στὸν Θεὸ στὸ ναό Του, ἄλλα ὅπου καὶ νὰ εἶστε. Ὅταν εἶστε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀσχολεῖστε μὲ ἐπίγεια πράγματα, στρέψτε μακριά τους τὶς σκέψεις καὶ τὶς ἐπιθυμίες σας καὶ ὑψῶστε τὴν καρδιά σας πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ πρὸς τὸν Θεό. Ὅταν καταπιάνεστε μὲ ἐπίγειες ὑποθέσεις, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ζητᾶτε τὴν εὐλογία καὶ τὴν βοήθειά Του. Ὅταν ἀναπαύεστε, νὰ θυμάστε τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν εὐχαριστεῖτε γιὰ τὴν βοήθειά Του στοὺς κόπους σας, καθὼς καὶ γιὰ τὸ δῶρο τῆς ἀνάπαυσης. Ἔτσι μποροῦμε νὰ ἑνώσουμε κάθε ἐπίγειο ἔργο, πού δὲν εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ ἀγάπη γιὰ τὰ οὐράνια πράγματα, καί, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, νὰ μεταβάλουμε τὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ πράγματα, σὲ πράγματα οὐράνια καὶ πνευματικά. «Ὅταν κοιτάζεις πρὸς τὸν ἥλιο», λέγει ὁ ἅγιος Μακάριος, «ψάξε τὸν πραγματικὸ Ἥλιο, γιατί εἶσαι τυφλός. Ὅταν στρέφεις τὸ βλέμμα σου πρὸς τὸ φῶς, στρέψου πρὸς τὴν καρδιά σου καὶ κοίταξε ἂν ἔχεις ἐκεῖ τὸ ἀληθινὸ καὶ εὐλογημένο φῶς, πού εἶναι ὁ Κύριος

Εἴθε τό φῶς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ νὰ μᾶς φωτίσει, εἴθε τό πνεῦμα Του νὰ δυναμώσει τὸν καθένα ἀπό μᾶς, καὶ εἴθε, βαδίζοντας σύμφωνα μὲ τὸν Λόγο Του καὶ τὴ Ζωή Του, νὰ ὁδηγήσει ὅλους ἐμᾶς πού ζοῦμε στὴ γῆ νὰ φρονοῦμε τὰ ἄνω, κι ἔτσι νὰ ὁδηγηθοῦμε στὴν εὐλογημένη θέα Του στόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος. Ἀμήν.

 

 

Πηγή κειμένου : imaik.gr




Κυριακή τῆς Σαμαρείτιδας

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

«Ἔρχεται οὖν εἰς πόλιν τῆς Σαμαρείας λεγομένην Συχάρ, πλησίον τοῦ χωρίου ὅ ἔδωκεν ᾿Ιακὼβ ᾿Ιωσὴφ τῷ υἱῷ αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ’ 5) Ἡ περιοχὴ ὁλόκληρη ἀπὸ τὴν Ἰουδαία μέχρι τὴ Γαλιλαία ὀνομάζεται Σαμάρεια. Τὸ ὄνομά της τὸ ἔλαβε ἀπὸ τὸ βουνὸ Σαμάρεια. Ὁ δρόμος ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ πρὸς τὴ Γαλιλαία ἐξακολουθεῖ νὰ περνάει ἀπὸ τὴ Συχὰρ (τὴ σημερινὴ Ἄσκαρ). Ἐκεῖ εἶναι ἕνα κομμάτι γῆς πού τὸ εἶχε ἀγοράσει ὁ Ἰακὼβ ἀπό τούς γιοὺς τοῦ Ἐμώρ κι ἔχτισε ἐκεῖ ἕνα θυσιαστήριο, πού τὸ ὀνόμασε «Θεὸς τοῦ Ἰσραὴλ» (Γέν. λγ’ 19-20). Ἀργότερα ὁ Ἰακὼβ δώρησε τὴ γῆ αὐτὴ στὸ γιὸ του Ἰωσήφ.

«Ἦν δὲ ἐκεῖ πηγὴ τοῦ ᾿Ιακώβ. ὁ οὖν ᾿Ιησοῦς κεκοπιακὼς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας ἐκαθέζετο οὕτως ἐπὶ τῇ πηγῇ· ὥρα ἦν ὡσεὶ ἕκτη» (Ἰωάν.δ΄ 6). Ἡ πηγὴ αὐτὴ εἶχε τὸ ὄνομα τοῦ Ἰακὼβ εἴτε ἐπειδὴ ὁ προπάτοράς μας Ἰακὼβ εἶχε κατοικήσει κοντὰ στὸ πηγάδι αὐτὸ μαζὶ μὲ τὰ κοπάδια του εἴτε ἐπειδὴ τὸ πηγάδι αὐτὸ τὸ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος. Κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀπόκρημνο καὶ ἀνηφορικὸ δρόμο ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ ὡς ἐκεῖ, ὁ Κύριος κάθησε δίπλα στὸ πηγάδι γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Ἡ ἕκτη ὥρα, ὅπως τὴ μετροῦσαν στὴν Ἀνατολή, ἦταν ἡ μεσημβρία.

Ὁ Κύριος ἔφτασε ἐκεῖ τὴν ὥρα πού ὁ ἥλιος μεσουρανοῦσε κι ἡ ζέστη ἦταν μεγάλη. Ἦταν κεκοπιακώς ἐκ τῆς ὁδοιπορίας πού ἔκανε γιὰ τὴ σωτηρία μας, ὅπως κεκοπιακώς ἦταν κι ἀργότερα, ὅταν ἀνέβαινε στὸ σταυρὸ αἱμόφυρτος καὶ πονεμένος. Γιατί δὲν ταξίδεψε νύχτα, πού εἶχε καὶ δροσιά; Οἱ νύχτες γιὰ τὸν Κύριο ἦταν ἀφιερωμένες στὴν προσευχή. Κι ἂν ὑποθέσουμε στὴ συγκεκριμένη περίπτωση πώς θὰ ταξίδευε νύχτα, τὸ εὐαγγέλιο θὰ ἦταν φτωχότερο κατὰ ἕνα μοναδικὸ γεγονὸς κι ἀπὸ μιὰ πολὺ διδακτικὴ καὶ σωστικὴ ἀποκάλυψη. Ταξίδευε μέρα, μὲ τὰ πόδια, στοὺς ἀνηφορικοὺς κι ἀπότομους δρόμους καὶ μὲ μεγάλη ζέστη, κουρασμένος καὶ δίψασμένος, γιατί βιαζόταν νὰ ἐκμεταλλευτεῖ κάθε στιγμὴ τοῦ ἐπίγειου βίου Του, μέρα καὶ νύχτα, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

«Ἔρχεται γυνὴ ἐκ τῆς Σαμαρείας ἀντλῆσαι ὕδωρ. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· δός μοι πιεῖν». (Ἰωάν. δ’ 7). Ὁ εὐαγγελιστής τονίζει πώς ἡ γυναίκα ἦταν Σαμαρείτιδα, ἐπειδὴ οἱ Ἰουδαῖοι χαρακτήριζαν τοὺς Σαμαρεῖτες ὡς εἰδωλολάτρες. Δός μοι πιεῖν, τῆς εἶπε ὁ Κύριος. Ἦταν κουρασμένος καὶ διψασμένος, σημάδι πώς τὸ σῶμα Του ἦταν ἀληθινὰ ἀνθρώπινο σῶμα κι ὄχι ὁμοίωμα, ὅπως ἰσχυρίστηκαν κάποιοι αἱρετικοί. Ὅπως τὸ σῶμα Του δάκρυζε γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ὑπόφερε ἀπό τούς πόνους Του στὸ σταυρό, ἔτσι εἶχε καὶ τὴν αἴσθηση τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας.

Ἂν τὸ ἤθελε, θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ ξεπεράσει τὴν ἀνάγκη αὐτή, ν’ ἀπαλλαγεῖ ἀπ’ αὐτήν. Θὰ μποροῦσε μὲ τὴ θεϊκή Του δύναμη νὰ τὴν ἀναστείλει γιὰ κάποιο διάστημα ἡ καὶ νὰ τὴν καταργήσει ἐντελῶς. πῶς ὅμως ἔτσι θὰ ‘δειχνε ὅτι ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος; Πῶς θὰ μποροῦσε «κατὰ πάντα τοῖς ἀδελφοῖς ὁμοιωθῆναι»; (Ἑβρ. β’ 17), πῶς θὰ τοὺς ὀνόμαζε ἀδελφούς Του; Πῶς θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς διδάξει τὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν καρτερία στὶς θλίψεις, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν εἶχε ὑποφέρει καὶ δὲν εἶχε ὑπομείνει τὶς θλίψεις καὶ τοὺς πειρασμούς; Καὶ τελευταῖο, θὰ μποροῦσε ἡ τελικὴ νίκη Του νὰ ‘χει τὴ λαμπρότητα πού μᾶς δυναμώνει καὶ μᾶς φωτίζει στὶς δυσκολίες τῆς ζωῆς μας, ἂν ὁ Ἴδιος δὲν τὰ εἶχε ὑπομείνει πρῶτος ὅλα καὶ μάλιστα στὸν ὕψιστο βαθμό;

Θὰ ρωτήσει κανείς: «Πῶς γίνεται Ἐκεῖνος πού μποροῦσε νὰ πολλαπλασιάσει τοὺς ἄρτους καὶ νὰ περπατάει στὸ νερό, σάν σὲ στέρεο ἔδαφος, νὰ μὴν μπορεῖ μετὰ ἀπὸ ἕνα τόσο κοπιαστικὸ καὶ μακρὺ ταξίδι, μ’ ἕνα Του λόγο (ἢ καὶ μὲ μιά Του σκέψη) ν’ ἀνοίξει ξαφνικὰ μιὰ πηγὴ μὲ νερὸ στὸ βράχο ἡ στὴν ἄμμο καὶ νὰ σβήσει τὴ δίψα του;».

Σίγουρα αὐτὸ ἀνήκει στὴ δύναμή Του. Τὸ ἔκανε ὁ Μωυσῆς αὐτὸ στὴν ἔρημο. Τὸ ἔκαναν καὶ πολλοὶ ἅγιοι στὸ ὄνομά Του, ἀπὸ τότε πού ὑπάρχει ἡ Ἐκκλησία μας. Πῶς λοιπὸν δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάνει ὁ Ἴδιος; Μποροῦσε, μὰ δὲν ἤθελε. Ποτὲ Του δὲν ἔκανε οὔτε ἕνα μοναδικὸ θαῦμα μόνο γιὰ τὸ δικό Του καλό, γιὰ νὰ ταΐσει, νὰ ποτίσει ἤ νὰ ντύσει τὸν ἑαυτό Του. Ὅλα τὰ θαύματα τὰ ἔκανε γιὰ τοὺς ἄλλους. Δὲν ὑπάρχει σκιὰ ἰδιοτέλειας στὴ ζωή Του. Ἀκόμα κι ὅταν μικρὸ παιδὶ ἔφυγε γιὰ ν’ ἀποφύγει τὸ ξίφος τοῦ Ἡρώδη, δὲν τὸ ἔκανε γιὰ τὸν ἑαυτό Του, ἀλλά γιὰ χάρη τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ὥρα Του δὲν εἶχε φτάσει ἀκόμα. Ὅταν ὅμως ὁλοκλήρωσε τὸ ἔργο Του ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους, δὲν προσπάθησε ν’ ἀποφύγει τὸ θάνατο, δὲν ἔφυγε. Ἀντίθετα, πῆγε νὰ τὸν συναντήσει.

Ὅλα τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, κάθε συμπεριφορά Του καὶ κάθε ἔργο πού ἔκανε σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, τὰ πάντα καθοδηγοῦνταν ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη ἀγάπη Του γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, καθὼς κι ἀπὸ τὴν ἀπεριόριστη σοφία Του.

Δός μοι πιεῖν. Ὁ Δημιουργὸς τὸ ζητάει αὐτὸ ἀπὸ τὸ πλάσμα Του. Τὰ λόγια αὐτὰ ἀντηχοῦν ἐδῶ καὶ δυὸ χιλιάδες χρόνια. Τὰ λόγια αὐτὰ δὲν τὰ εἶπε μόνο στὴ Σὰμαρείτιδα. Ἀπευθύνονται σ’ ὅλες τὶς γενιὲς τῶν ἀνθρώπων, ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Δός μοι πιεῖν, λέει σήμερα ὁ Χριστὸς στὸν καθένα μας. Ὁ Δημιουργὸς τοῦ νεροῦ, Ἐκεῖνος πού παρέχει τὶς θάλασσες καὶ τοὺς ὠκεανούς, τὰ ποτάμια καὶ τὶς πηγές, δὲν τὸ λέει αὐτὸ ἐπειδὴ διψάει γιὰ νερό. Διψάει γιὰ τὴν ἀγαθή μας θέληση, γιὰ τὴν ἀγάπη μας. Ὅταν τοῦ δίνουμε κάτι, δὲν εἶναι ἀπὸ τὸ δικό μας, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ δικό Του. Κάθε ποτήρι νερὸ πού ἔχουμε στὴ γῆ δικό Του εἶναι, Ἐκεῖνος τὸ δημιούργησε. Γιὰ κάθε ποτήρι ψυχροῦ ὕδατος πού δίνουμε στοὺς ἀδελφούς Του τοὺς ἐλαχίστους, ἔχει πληρώσει μὲ τὸ τίμιο αἷμα Του. Μὲ τὴν ἀνεξάντλητη κι ἀμίμητη ταπείνωσή Του ὅμως δὲν ζητάει ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα ὡς Δημιουργὸς ἀπὸ τὸ πλάσμα Του, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος ἀπὸ ἄνθρωπο. Μᾶς δείχνει ἔτσι τὴν ταπείνωσή Του καὶ φανερώνει τὴν περιορισμένη καὶ ἐνδεή ἀνθρώπινη φύση Του. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσει κάτι ἀπὸ κάποιον ἄλλον, ὅπως ἔχει καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐξυπηρετήσει καὶ νὰ ἐλεήσει τὸν ἄλλον.

«Οἱ γὰρ μαθηταὶ αὐτοῦ ἀπεληλύθεισαν εἰς τὴν πόλιν ἵνα τροφὰς ἀγοράσωσι» (Ἰωάν. δ’ 8). Ὁ Κύριος δὲν ἦταν μόνο κουρασμένος καὶ διψασμένος, ἀλλά πεινοῦσε κιόλας, ὅπως κι οἱ μαθητές Του. Εἶναι κι αὐτὴ μιὰ ἀκόμα ἀπόδειξη πώς ἦταν ἀληθινὸς ἄνθρωπος καὶ πώς δὲν ἔκανε θαύματα στὶς περιπτώσεις πού ἡ θαυματουργία δὲν λειτουργοῦσε γιὰ τὸ γενικότερο καλό, γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει τὴν ἀπουσία τῶν μαθητῶν, ὥστε νὰ ἐξηγήσει γιὰ ποιὸ λόγο ὁ Κύριος ζήτησε νερὸ ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἂν οἱ μαθητὲς ἦταν ἐκεῖ θὰ εἶχαν βγάλει ἐκεῖνοι νερό, ὁπότε ἡ γυναίκα δὲν χρειαζόταν ν’ ἀναφερθεῖ.

Σὲ κάθε περίπτωση ἡ Θεία πρόνοια ἤθελε νὰ δημιουργήσει τὴν εὐκαιρία γιὰ τὴ δική μας διδαχή, ὥστε ὅταν κι ἐμεῖς συναντᾶμε τὸν ἐχθρό μας στὴν ἀνάγκη του, νὰ τὸν βοηθᾶμε. Κι ὅταν τὸ ἔθνος μας βρίσκεται σὲ ἔχθρα μὲ τοὺς γειτονικοὺς λαούς, ἐμεῖς σὰν ἄνθρωποι νὰ μὴν τολμᾶμε νὰ ἐπεκτείνουμε τὴν ἔχθρα σὲ κάθε ἄνθρωπο τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ὅταν μᾶς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία, εἶναι καθῆκον μας νὰ βοηθᾶμε κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἀνάγκη, χωρὶς νὰ προσέχουμε ἂν ἀνήκει στὸ δικό μας ἔθνος ἡ ὄχι.

«Λέγει οὖν αὐτῷ ἡ γυνὴ ἡ Σαμαρεῖτις· πῶς σὺ ᾿Ιουδαῖος ὢν παρ’ ἐμοῦ πιεῖν αἰτεῖς, οὔσης γυναικὸς Σαμαρείτιδος; οὐ γὰρ συγχρῶνται ᾿Ιουδαῖοι Σαμαρείταις» (Ἰωάν. δ’ 9). Ἡ γυναίκα εἶχε τὴν ἄποψη πού εἶχαν ὅλοι στὴν ἐποχή της, πώς ὁ ἄνθρωπος δὲν πρέπει νὰ μισεῖ μόνο ἕνα ἐχθρικὸ ἒθνος, ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπο πού ἀνήκει στὸ ἔθνος αὐτό. Στὴν παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη ὁ Κύριος ἐπισήμανε τὴν ἔχθρα καὶ τὸ μίσος πού ἔνιωθαν οἱ Ἰουδαῖοι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες. Καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐξηγεῖ γιατί κι οἱ Σαμαρεῖτες ἔνιωθαν τὸ ἴδιο μίσος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους. Γιὰ νὰ σπάσει τὸ φράγμα τοῦ μίσους ἀνάμεσα στὰ ἔθνη, πρέπει πρῶτα νὰ σπάσει κανεὶς τὸ φράγμα πού δημιουργεῖ τὸ μίσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς λογικὸς τρόπος γιὰ νὰ θεραπεύσει κανεὶς τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴ μεγάλη ἀρρώστια τοῦ ἀμοιβαίου μίσους.

«Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι, δός μοι πιεῖν, σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν» (Ἰωάν. δ’ 10). Ἡ . δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοηθεῖ τόσο μὲ τὴν ὑλικὴ ὅσο καὶ μὲ τὴν πνευματικὴ ἔννοια. Ἀπὸ τὴν ὑλικὴ ἄποψη ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ κατανοήσουμε πώς ἀναφέρεται σ’ ὅλα ὅσα ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγαθότητά Του δημιούργησε καὶ ἔδωσε γιὰ χρήση καὶ βοήθεια στὸν ἄνθρωπο.

Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες πώς τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν ἀνήκει οὔτε στοὺς Σαμαρεῖτες οὔτε στοὺς Ἰουδαίους, ἀλλ’ εἶναι τοῦ Θεοῦ· ἂν γνώριζες πώς ὅταν ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ νερὸ αὐτὸ δὲν ἔβαλε πινακίδες πού νὰ λένε πώς «αὐτὸ εἶναι γιὰ τοὺς Σαμαρεῖτες» ἡ «γιὰ τοὺς Ἰουδαίους», ἀλλά «γιὰ τοὺς ἀνθρώπους», τότε θὰ ἔβγαζες τὸ νερὸ αὐτὸ μὲ δέος, ἀφοῦ εἶναι δῶρο Θεοῦ, καὶ θὰ τὸ ἔδινες στὸ διψασμένο ἄνθρωπο νὰ πιεῖ μὲ ἀκόμα μεγαλύτερο δέος, ἀφοῦ τὸ προσφέρεις στὸ πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Ὁ κόσμος ὁλόκληρος εἶναι δῶρο τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο· κι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δῶρο Θεοῦ στὸν κόσμο.

Ἀπὸ πνευματικὴ ἄποψη τώρα, ἡ δωρεὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Παραδίνοντας ὁλόκληρο τὸν ὁρατὸ κόσμο στὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του, ὁ Θεὸς τοῦ δίνει τὸν Ἴδιο Του τὸν Ἑαυτό. Ἂν ἐσύ, γυναίκα, γνώριζες τί πολύτιμο δῶρο ἔστειλε ὁ Θεὸς στοὺς Ἰουδαίους καὶ στοὺς Σαμαρεῖτες, καθὼς καὶ σ’ ὅλους τούς ἄλλους λαοὺς χωρὶς ἐξαίρεση, ἡ ψυχή σου θὰ ἔτρεμε. Θὰ ἔκλαιγες ἀπὸ χαρά, θὰ ἔμενες ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν θὰ τολμοῦσες νὰ σκέφτεσαι κὰν γιὰ ἀμοιβαία ἔχθρα καὶ γιὰ μίσος ἀνάμεσα στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς Σαμαρεῖτες.

Νὰ ξέρεις πώς ἂν ἐπρόκειτο νὰ σοῦ ἀποκαλυφτοῦν ὅλα τὰ μυστήρια Ἐκείνου πού τώρα μιλάει μαζί σου, Αὐτοῦ πού κρίνοντας ἀπὸ τὴν ἐξωτερική Του ἐμφάνιση τὸν λογαριάζεις γιὰ κάποιον συνηθισμένο ἄνθρωπο, πού ἀπὸ τὰ ροῦχα πού φοράει κι ἀπὸ τὸν τρόπο πού μιλάει τὸν θεωρεῖς Ἰουδαῖο, «σὺ ἂν ᾔτησας αὐτόν, καὶ ἔδωκεν ἄν σοι ὕδωρ ζῶν». Μὲ τὸ «ὕδωρ ζῶν».ἐννοεῖ ὁ Κύριος τὴν φωτιστικὴ καὶ ζείδωρη δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ὑποσχέθηκε στοὺς πιστούς. «Ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, καθὼς εἶπεν ἡ γραφή, ποταμοὶ ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ρεύσουσιν ὕδατος ζῶντος. τοῦτο δὲ εἶπε περὶ τοῦ Πνεύματος οὗ ἔμελλον λαμβάνειν οἱ πιστεύοντες εἰς αὐτόν· οὔπω γὰρ ἦν Πνεῦμα ῞Αγιον, ὅτι ᾿Ιησοῦς οὐδέπω ἐδοξάσθη» (Ἰωάν. ζ’ 38-39). Ἡ γυναίκα ὅμως δὲν ἤξερε καὶ δὲν καταλάβαινε τίποτα ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ καὶ γι’ αὐτὸ συνέχισε νὰ ρωτάει:

«Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλι ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’ 13, 14). Δούλους δὲν ἔχεις, δοχεῖο δὲν ἔχεις, τὸ πηγάδι εἶναι βαθύ. Πῶς λοιπὸν θ’ ἀντλήσεις τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερό; Ἡ γυναίκα ἔβλεπε τὸν Κύριο κάτω ἀπὸ τὸ κάλυμμα τῆς ἀνθρώπινης σάρκας, τὸν λογάριαζε κάποιον συνηθισμένο θνητό, ἕναν ἀβοήθητο ἄνθρωπο. Ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε καὶ τώρα, ὀνομάζεται τὸ νερὸ πού βγαίνει ἀπὸ πηγή, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸ νερὸ πού ἀντλοῦμε ἀπὸ πηγάδια καὶ στέρνες.

Ὑπάρχει ὅμως καὶ πηγαδίσιο νερὸ πού ὀνομάζεται δροσερό, ζῶν ὕδωρ, ὅταν τὸ πηγάδι αὐτὸ τροφοδοτεῖται ἀπὸ πηγή. Ἡ πηγὴ βρίσκεται στὸν πυθμένα τοῦ πηγαδιοῦ, ἀπ’ ὅπου ρέει τὸ νερὸ καὶ τὸ γεμίζει. Σὲ κάποια στιγμὴ ὅμως τῆς ἔρχεται μιὰ δεύτερη σκέψη καὶ βιάζεται νὰ τὴν ἐξωτερικεύσει: μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν ᾿Ιακώβ; Σὰ νὰ ‘θελε νὰ πεῖ: Μήπως μπορεῖς ἐσὺ νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγὴ νεροῦ, δίπλα στὴν πρώτη; Ὁ πατέρας μας Ἰακὼβ δὲν δημιούργησε τὴν πηγή, ἀλλ’ ἁπλά τὴν ἔχτισε καὶ τὴν περιόρισε. Ἂν ἐσύ μπορεῖς νὰ δημιουργήσεις μιὰ ἄλλη πηγή, νὰ φτιάξεις τρεχούμενο νερό, αὐτὸ θὰ ἦταν ὕδωρ ζῶν, καὶ τότε βέβαια θὰ ἤσουν μείζων τοῦ πατέρα μας Ἰακώβ. Εἶσαι ἀνώτερος ἀπὸ ἐκεῖνον; Τὸ πηγάδι αὐτὸ τοῦ Ἰακὼβ ἔχει τόσο ἄφθονο νερό, ὥστε ἀπ’ αὐτὸ ἤπιε ὁ ἴδιος, ἤπιαν τὰ παιδιά του, τὰ ζωντανά του κι ὅλοι ἐμεῖς πού ζοῦμε ἐδῶ κοντά, καθὼς κι οἱ ταξιδιῶτες πού περνοῦν ἀπ’ ἐδῶ, κι οἱ ἐπισκέπτες. Κι αὐτὸ γίνεται αἰῶνες τώρα καὶ τὸ νερὸ στὸ πηγάδι δὲν στερεύει. Μήπως ἐσύ μπορεῖς νὰ κάνεις κάτι καλλίτερο κι ἀνώτερο ἀπ’ αὐτό;

Τὰ λόγια αὐτὰ τῆς Σαμαρείτιδας ἀπὸ τὴ μιὰ φανερώνουν τὴν ὑπερηφάνειά της γιὰ τὸν πατέρα τους Ἰακώβ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη διατυπώνουν κάτι περισσότερο ἀπὸ ἀμφιβολία, κάτι σὰν εἰρωνεία στὸν Κύριο Ἰησοῦ. Δὲν ἦταν τόσο ἀγενὴς καὶ δημόσια ἡ εἰρωνεία ὅσο ἐκείνη πού ἔγινε κατὰ τὴν ἀνάσταση τῆς κόρης τοῦ Ἰαείρου, ὅταν οἱ ἄνθρωποι πού ἄκουσαν τὸν Κύριο νὰ τοὺς λέει πώς κοιμᾶται τὸ κορίτσι τὸν περιγελοῦσαν (κατεγέλων αὐτοῦ), ἦταν ὅμως μιὰ ἔμμεση καὶ κρυφὴ εἰρωνεία. Ὁ Κύριος ὅμως πού σκοπὸ Του εἶχε νὰ τραβήξει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ λάσπη τῆς ἁμαρτίας, ἦταν προετοιμασμένος νὰ δεχτεῖ ἐμπαιγμοὺς καὶ εἰρωνεῖες τόσο ἀπὸ ἀνθρώπους ὅσο κι ἀπὸ δαίμονες. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν μέμφεται τὴ γυναίκα γι’ αὐτὴν τὴν αἰχμηρὴ εἰρωνεία, ἀλλά προχωρεῖ μὲ στόχο τὴ σωτηρία τῆς ψυχῆς της:

«Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῇ· πᾶς ὁ πίνων ἐκ τοῦ ὕδατος τούτου διψήσει πάλιν·ὃς δι’ ἂν πίῃ ἐκ τοῦ ὕδατος οὗ ἐγὼ δώσω αὐτῷ, οὐ μὴ διψήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα, ἀλλὰ τὸ ὕδωρ ὃ δώσω αὐτῷ, γενήσεται ἐν αὐτῷ πηγὴ ὕδατος ἁλλομένου εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ἰωάν. δ’ 13,14). Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴ γυναίκα μὲ τὸν τρόπο πού θὰ ‘θελε ἐκείνη. Δὲν θὰ τῆς πεῖ πόσο ἀνώτερος εἶναι ἀπὸ τὸν Ἰακώβ. Ἐκεῖνος βλέπει τὴν αἰτία τῆς παρανόησης ἀνάμεσα στὸν Ἴδιο καὶ στὴ γυναίκα, ἡ γυναίκα ὅμως δὲν τὴ βλέπει.

Ἡ παρανόηση προέρχεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι Αὐτὸς τῆς μιλάει γιὰ τὸ πνευματικὸ νερό, τὸ ζωογόνο. Ἡ γυναίκα ὅμως εἶναι μαθημένη νὰ σκέφτεται μὲ τὴ γήινη ἀντίληψη, ἐκείνη πού νιώθουν κι οἱ αἰσθήσεις. Ἐκείνη κατανοεῖ τὸ νερὸ πού μπορεῖ νὰ δεῖ, πού δημιούργησε ὁ Θεὸς γιὰ νὰ ξεδιψάει πρόσκαιρα τὴ φυσικὴ δίψα. Τὸ ζῶν ὕδωρ γιὰ τὸ ὁποῖο μιλάει ὁ Κύριος εἶναι ἡ ζωοποιὸς Θεία Χάρη πού ἀναζωογονεῖ καὶ ξεδιψάει τὴν ψυχή, πού τὴν ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, ἐνῶ ἀκόμα βρίσκεται στὴν παροῦσα .Ὅταν ἡ ζωοποιὸς αὐτὴ Χάρη εἰσέρχεται στὸν ἄνθρωπο, ἀνοίγει μέσα του μιὰ ἀνεξάντλητη πηγὴ ζωῆς, χαρᾶς καὶ δύναμης.

«Λέγει πρὸς αὐτὸν ἡ γυνή· Κύριε, δός μοι τοῦτο τὸ ὕδωρ, ἵνα μὴ διψῶ μηδὲ ἔρχωμαι ἐνθάδε ἀντλεῖν» (Ἰωάν. 15). Ἡ γυναίκα βρίσκεται ἀκόμα ἐγκλωβισμένη στὴ δική της ἀντίληψη, σκέφτεται ἀκόμα τὸ ἐπίγειο νερό. Στὴν καλλίτερη περίπτωση θὰ ‘παιρνε τὸν Κύριο γιὰ κάποιον μάγο, ἱκανό νὰ κάνει ἕνα θαῦμα μὲ ἀπάτη. Γιὰ νὰ ἐξουδετερώσει λοιπὸν τὴν ἀνθρώπινη αὐτὴ ἀντίληψη τῆς γυναίκας ὁ Κύριος, γυρίζει ξαφνικὰ τὴ συζήτηση σὲ ἄλλο θέμα.

«Λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ὕπαγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου καὶ ἐλθὲ ἐνθάδε. ἀπεκρίθη ἡ γυνὴ καὶ εἶπεν· οὐκ ἔχω ἄνδρα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· καλῶς εἶπας ὅτι ἄνδρα οὐκ ἔχω· πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ· τοῦτο ἀληθὲς εἴρηκας» (Ἰωάν. δ’ 16-18). Τῆς τὸ εἶπε αὐτὸ γιὰ νὰ τὴν μάθει νὰ σκέφτεται πνευματικά, ὄχι σαρκικά. Ὁ Κύριος δὲν τὸ λογαριάζει συνετὸ νὰ κάνει κάποιο θαῦμα μπροστά της, μὰ νὰ δείξει πώς ὁ Ἴδιος εἶναι προφήτης. Ξέρει πώς αὐτὸ θὰ ἔχει τὸ ἴδιο δυνατὸ ἀποτέλεσμα μὲ τὴ θαυματουργία. Ὑπάγε φώνησον τὸν ἄνδρα σου. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς δὲν ἔχει ἄντρα, μὰ θέλει ν’ ἀκούσει τὴ δική της ἀπάντηση. Τὴν ταρακουνᾶ, φανερώνοντας τὴν παντογνωσία Του.

Πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες. Αὐτὴ ἦταν μιὰ δυνατὴ ἔκπληξη γιὰ τὴ γυναίκα. Τώρα ὅμως ἀκούει κι ἕνα ἔνοχο μυστικό της, πού πολὺ θὰ ‘θελε νὰ κρύψει, ὅπως, καὶ νῦν ὃν ἔχεις οὐκ ἔστι σου ἀνήρ. Αὐτὸ λειτούργησε σὰν κεραυνὸς πού ἄστραψε στὸν γαλανὸ οὐρανό.

Ἀλλά μὴν κατακρίνεις τὴ Σαμαρείτιδα, ἀνθρώπινη ψυχή. Μὴ τὴν καταδικάζεις. Ρώτησε καλύτερα τὸν ἑαυτό σου: «Ποιὸς εἶναι ὁ σύζυγός μου;» Δὲν εἶχες ἤδη πέντε ἄντρες ἴσαμε τώρα; Κι ὁ σύντροφος πού ἔχεις τώρα δὲν εἶναι κάποιος ἄλλος κι ὄχι ὁ νόμιμος σύζυγός σου; Ἡ ψυχὴ εἶναι ἐκκλησία. Κεφαλὴ τῆς ἐκκλησίας εἶναι ὁ Χριστός. Μὲ λίγα λόγια, σύζυγος (Νυμφίος) τῆς χριστιανικῆς ψυχῆς εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος. Ἂν ὅμως παραμένεις δεμένη σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ἂν εἶσαι «συζευγμένη» μ’ αὐτὸν κι ἂν οἱ πέντε αἰσθήσεις σου εἶναι ταιριασμένες μαζί του, τότε θὰ βρίσκεσαι στὴν ἴδια ἁμαρτωλὴ καὶ δύστυχη κατάσταση ὅπου βρέθηκε κι ἡ Σαμαρείτιδα. Ἂν εἶσαι δυσαρεστημένη κι ἀπογοητευμένη ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις σου, τότε τὶς ἔχεις πραγματικὰ ἀπορρίψει, ἔχεις πάρει διαζύγιο ἀπ’ αὐτές. Τότε θὰ εἶναι σὰν πέντε νεκροὶ σύζυγοι, ὁπότε ἐσύ ἀποφασίζεις νὰ ζήσεις μὲ τὸν ἕκτο σύντροφο, πού βέβαια δὲν εἶναι νόμιμος σύζυγός σου, ἀλλά διάδοχος τῶν ἄλλων πέντε, πού ὅλοι μαζὶ ὁλοκληρώνουν τὴν αἰσθητική σου ἀντίληψη. Αὐτὸ εἶναι τὸ ψέμμα κι ἡ λάσπη πού ἔχουν μαζέψει οἱ αἰσθήσεις μέσα σου κι ἔχουν σχηματίσει ἕνα σωρὸ ἀπὸ σκουπίδια.

Ἡ συνομιλία τοῦ Κυρίου μὲ τὴ Σαμαρείτιδα εἶναι συζήτηση τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἄπιστη ψυχή. Ἡ συνομιλία αὐτὴ περιέχει ἕνα μήνυμα γιὰ σένα. Εἶναι συνομιλία ἀνάμεσα στὸν Οὐράνιο Νυμφίο καὶ τὴ νύμφη Του, τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πού ὁ Κύριος ἐπικέντρωσε τὴ συζήτησή Του στὸν ἄντρα τῆς Σαμαρείτιδας. Θὰ μποροῦσε νὰ ἐκτυλιχτεῖ διαφορετικὰ ἡ συζήτηση μαζί της, νὰ τῆς φανέρωνε μὲ ἄλλον τρόπο πώς ἦταν προφήτης. Θὰ μποροῦσε νὰ τῆς ἀποκαλύψει κάποιο ἄλλο μυστικὸ δικό της ἤ τῶν γονιῶν της ἡ τῶν γειτόνων της στὸ Συχάρ. Κι ἡ γνώση αὐτὴ νὰ εἶχε καταπλήξει ἐξίσου τὴ γυναίκα. Σκόπιμα ὅμως ἔφερε τὴ συζήτηση στὸ σύζυγο τῆς γυναίκας, ἐπειδὴ αὐτὸ ἔχει νὰ προσφέρει κάτι καὶ σὲ σένα. Σὲ σένα καθὼς καὶ σ’ ὅλες τὶς ψυχὲς πού δημιούργησε ἀπὸ τὴν ἀρχή καὶ θὰ συνεχίσει νὰ δημιουργεῖ ὡς τὴ συντέλεια τοῦ κόσμου.

Ἡ ἐρώτηση γιὰ τὸ σύζυγό σου, ψυχή, εἶναι ἡ σπουδαιότερη κι ἡ πιὸ ἀποφασιστική. Ὅποιος κι ἂν εἶναι ὁ σύντροφός σου, εἶσαι σύζυγος τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ κόσμος, θὰ καταστραφεῖς μαζί του. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ἡ ἁμαρτία, θὰ πεθάνεις μαζί της. Ἂν σύντροφός σου εἶναι ὁ διάβολος, θὰ εἶσαι μαζί του αἰώνια. Σὲ ὁποιαδήποτε ἀπὸ τὶς παραπάνω περιπτώσεις, θὰ πίνεις νερὸ πού θὰ σοῦ προκαλεῖ ὅλο καὶ περισσότερη δίψα. Μόνο ἂν ὁμολογήσεις τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ ὡς νόμιμο Σύζυγό σου καὶ τὸν συζευχθεῖς μὲ πίστη κι ἀγάπη, θὰ πίνεις τὸ ζῶν ὕδωρ, τὸ δροσερὸ καὶ ζωογόνο νερὸ πού θὰ σὲ ξεδιψάσει γιὰ πάντα καὶ θὰ σὲ ὁδηγήσει στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ τὴν αἰώνια ζωή.

«Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· Κύριε, θεωρῶ ὅτι προφήτης εἶ σύ. οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν· καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἐν ῾Ιεροσολύμοις ἐστὶν ὁ τόπος ὅπου δεῖ προσκυνεῖν. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· γύναι, πίστευσόν μοι ὅτι ἔρχεται ὥρα ὅτε οὔτε ἐν τῷ ὄρει τούτῳ οὔτε ἐν ῾Ιεροσολύμοις προσκυνήσετε τῷ πατρί. ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὃ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὃ οἴδαμεν· ὅτι ἡ σωτηρία ἐκ τῶν ᾿Ιουδαίων ἐστίν» (Ἰωάν. δ’ 19-22). Ὁ Κύριος στοχεύει σκόπιμα ν’ ἀγγίξει μιὰ πνευματικὴ χορδὴ τῆς Σαμαρείτιδας. Καὶ τὸ κατορθώνει αὐτὸ ἀναφέροντας τὸ παρελθόν της. Ἡ γυναίκα, πού ὡς τότε ἔνιωθε μόνο τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν κοσμικὴ ἀντίληψη νὰ κυριαρχοῦν μέσα της, ἄρχισε ξαφνικὰ νὰ αἰσθάνεται πώς ξυπνάει ἡ πνευματικὴ ἀντίληψη, πού ὡς τότε ἦταν ναρκωμένη.

Καὶ τὸ πρῶτο πού κάνει, εἶναι ν’ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ὁμολογήσει τὸν Χριστὸ ὡς προφήτη. Αὐτὸ ἦταν ἀρκετὸ σὰν ἀρχή. Κι ἀμέσως μετὰ ἄρχισε ν’ ἀναπτύσσεται ραγδαία τὸ ἐνδιαφέρον της γιὰ τὰ πνευματικὰ πράγματα. Ἔτσι θέτει στὸν Κύριο ἕνα ἐρώτημα πού ἦταν πολὺ ἐπίκαιρο στὶς μέρες της. Ποιὸ ἦταν αὐτό; οἱ ἀτέλειωτες φιλονικίες πού εἶχαν αὐτὴν τὴν ἐποχὴ Ἰουδαῖοι καὶ Σαμαρεῖτες γιὰ τὸν τόπο ὅπου ἔπρεπε νὰ λατρεύεται ὁ Θεός. Ποιὸς ἦταν πιὸ θεάρεστος τόπος; Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἡ τὸ βουνὸ τῆς Σαμάρειας; Ποιὸς λατρεύει καλύτερα καὶ προσεύχεται σωστότερα στὸν Θεό, αὐτὸς πού κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐδῶ ἡ ὁ ἄλλος πού κάνει μετάνοιες καὶ προσεύχεται ἐκεῖ; οἱ πατέρες ἡμῶν ἐν τῷ ὄρει τούτῳ προσεκύνησαν. Ἡ γυναίκα δὲν λέει «ἐμεῖς», ἀλλά «οἱ πατέρες ἡμῶν». Ἤθελε μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ δώσει μεγαλύτερη σπουδαιότητα στὸ ὄρος αὐτὸ καὶ νὰ δικαιώσει ἔτσι περισσότερο τούς Σαμαρεῖτες τῆς ἐποχῆς της. Ἦταν σὰ νὰ ‘θελε νὰ πεῖ: Δὲν διαλέξαμε ἐμεῖς τὸ ὄρος τοῦτο γιὰ τόπο λατρείας τοῦ Θεοῦ, ἀλλά οἱ πατέρες μας· κι ἐκεῖνοι ἦταν ἀνώτεροι ἀπό μᾶς καὶ πιὸ κοντὰ στὸν Θεό.

Πάλι ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ στὴ γυναίκα μ’ ἕνα «ναὶ» ἡ ἕνα «ὄχι». Προχωρεῖ προσπαθώντας ν’ ἀφυπνίσει καὶ νὰ στηρίξει τὴν ψυχή της. Γύναι, πίστευσον μοι… Πίστεψε Ἐμένα, γυναίκα, ὄχι ἐκείνους πού σοῦ λένε πώς πρέπει νὰ λατρεύεις τὸν Θεὸ στὸ ὄρος αὐτὸ ἡ στὴν Ἱερουσαλήμ. Θὰ ἔρθει καιρὸς πού προσκυνήσετε τῷ πατρί οὔτε στὸ ὄρος αὐτὸ οὔτε στὴν Ἱερουσαλήμ. Ὁ Κύριος σκόπιμα χρησιμοποιεῖ τὸν ὅρο «πατὴρ» ἀντὶ γιὰ «θεοὺς» (οἱ Σαμαρεῖτες προσκυνοῦσαν καὶ «Θεὸ» καὶ «θεούς»). Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ἡ γυναίκα θὰ κατανοήσει πώς μὲ τὴν καινούργια ἀντίληψη γιὰ τὸν Θεὸ θὰ μάθει καὶ τὴ νέα λατρεία. Ἡ λατρεία τοῦ Πατέρα δὲν θὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ συγκεκριμένο τόπο. Κι ἔτσι ἡ ἀποκλειστικότητα πού διεκδικοῦσαν οἱ Σαμαρεῖτες κι οἱ Ἰουδαῖοι καταργεῖται. Μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ Κύριος προφητεύει κάτι πού θὰ γίνει σύντομα καὶ πού ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο.

Μ’ ὅλο πού ὁ Κύριος δίνει καὶ στὶς δυὸ αὐτὲς μορφὲς ἀποκλειστικότητας τὸ ἴδιο βάρος καὶ προφητεύει τὸ τέλος καὶ τῶν δύο, στὰ θέματα τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ δίνει κάποια ὑπεροχὴ στοὺς Ἰουδαίους, ὑμεῖς προσκυνεῖτε ὅ οὐκ οἴδατε, ἡμεῖς προσκυνοῦμεν ὅ οἴδαμεν. Ὁ Κύριος γνωρίζει πώς ἡ γυναίκα τὸν βλέπει σὰν Ἰουδαῖο, γι’ αὐτὸ καὶ μιλάει σὰν Ἰουδαῖος. Ἐσεῖς οἱ Σαμαρεῖτες, εἶπε, δὲν γνωρίζετε ποιὸν προσκυνᾶτε, γιατί προσκυνᾶτε πολλοὺς θεοὺς καὶ εἴδωλα. Ὁμολογεῖτε τὴ θεότητα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ Ἰακώβ, ταυτόχρονα ὅμως προσφέρετε θυσία στὰ πολυάριθμα εἴδωλα τῶν Ἀσσυρίων καὶ τῶν Βαβυλωνίων. Οἱ Ἰουδαῖοι γνωρίζουν τουλάχιστον πώς ὑπάρχει ἕνας Θεός, μ’ ὅλο πού τὸν προσκυνοῦν καὶ κεῖνοι, ὅπως καὶ σεῖς, μὲ πετρωμένες καρδιές, μὲ σκοτισμένο νοῦ καὶ νεκρὲς συνήθειες. Παρὰ ταῦτα, ἡ σωτηρία ἐκ τῶν Ἰουδαίων ἐστίν. Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος, ὁ Μεσσίας θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ Ἰουδαίους. Ἀπὸ Ἐκεῖνον θὰ ἔρθει ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸ ὑποσχέθηκε ὁ Θεὸς στοὺς προπάτορές μας καὶ τὸ ἴδιο προφήτεψαν οἱ προφῆτες. Ἔτσι φρόντισε ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ κι ἔτσι ἔγιναν τὰ πράγματα.

«Ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα, καὶ νῦν ἐστιν, ὅτε οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν» (Ἰωάν. δ’ 23-24). Ἡ λατρεία τῶν Σαμαρειτῶν δὲν εἶναι ἀληθινή, γιατί δὲν ξέρουν ποιὸ θεὸ προσκυνοῦν. Ἡ λατρεία στὴν Ἱερουσαλὴμ δὲν εἶναι παρὰ σκιὰ τῆς ἀληθινῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ, «σκιὰ τῶν μελλούμενων ἀγαθῶν» (Ἑβρ. ι, 1). Τόσο τὸ ψεύτικο, τὸ μὴ ἀληθινό, ὅπως καὶ ἡ σκιά, σύντομα θὰ ἐξαφανιστοῦν καὶ στὴ θέση τους θὰ βασιλέψει ἡ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἥλιος τῆς καινούργιας μέρας ἀνέτειλε. Ἡ αὐγὴ τῆς καινούργιας μέρας χαράζει καθαρὰ καὶ διαλύει τὸ σκοτάδι καὶ τὶς σκιές. Περνάει πολὺς καιρὸς κι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι χαραυγή. Ὅταν τὸ φῶς τῆς καινούργιας μέρας λάμψει παντοῦ, τότε οἱ ἄνθρωποι θὰ γνωρίσουν τὸν Θεὸ ὡς Πατέρα καὶ θὰ τὸν προσκυνήσουν σὰν γιοί Του, ὄχι σὰν δοῦλοι Του. Δὲν θὰ τὸν λατρεύουν μὲ λέξεις καὶ θυσίες νεκρές, ἀλλ’ ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθεια, μὲ ψυχὴ καὶ σῶμα, μὲ πίστη καὶ ἒργα, μὲ σοφία κι ἀγάπη. Ὁ ἄνθρωπος στὴν πληρότητά του θὰ λατρεύσει τὸν Θεὸ στὴ δική Του πληρότητα. Ὁ ἄνθρωπος πού συνίσταται ἀπὸ ψυχὴ καὶ σῶμα, θὰ τὰ καθαγιάσει καὶ τὰ δύο στὸν Θεό, καὶ θὰ τὸν προσκυνήσει μὲ τὰ δύο. Οἱ προσκυνητὲς θὰ ὑποκλιθοῦν ὄχι σὲ κάποιο πλάσμα, μὰ στὸν Ἴδιο τὸν Δημιουργό, ὄχι σὲ κακοὺς δαίμονες πού ἐμφανίζονται σὰν θεοί, ἀλλά στὸν Ἕνα Πολυεύσπλαχνο Πατέρα τοῦ φωτὸς καὶ τῆς ἀλήθειας. Τέτοιοι εἶναι οἱ προσκυνητὲς πού ἀναζητοῦν τὸν Οὐράνιο Πατέρα. Πνεῦμα ὁ Θεός. Ὁ Θεὸς εἶναι Πνεῦμα, δὲν εἶναι οὔτε σάρκα οὔτε ἄγαλμα οὔτε νεκρὸς λόγος ἤ ἕνας τόπος. Γι’ αὐτὸ καὶ ὅσοι τὸν προσκυνοῦν, πρέπει νὰ τὸ κάνουν ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθεια. Ὁ ἄνθρωπος ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸ θνητὸ κόσμο γύρω του, γι’ αὐτὸ καὶ μὲ τοὺς θνητοὺς συμπεριφέρεται κι αὐτὸς ὡς θνητός. Ὅταν ὅμως ἐπικοινωνεῖ μὲ τὸν ἀθάνατο Θεό, πρέπει νὰ τὸν προσεγγίσει μὲ ὅ,τι εἶναι ἀθάνατο. Ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος, «οὗ γὰρ ζητῶ τὰ ὑμῶν, ἀλλά ὑμᾶς» (Β’ Κόρ. ιβ’,14).

Ὁ παλιὸς κόσμος ὑπηρετοῦσε τὸν Θεὸ μὲ νομικὲς φόρμες. Πρόσφερε θυσία στὸν Θεὸ τράγους καὶ κριάρια, σεβόταν τὸ Σάββατο κι ἐκτελοῦσε τοὺς ἀπαραίτητους καθαρισμούς, εἶχε λησμονήσει ὅμως τὸ ἒλεος καὶ τὴν ἀγάπη. Διάβαζε τὰ λόγια, «θυσία τῷ Θεῶ πνεῦμα συντετριμμένον καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμὲνην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουδενώσει» (Ψαλμ. ν’, 17), μὰ δὲν τὰ καταλάβαινε καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὰ τηροῦσε. Ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς ὅμως θὰ λατρεύει τὸν Θεὸ ἐν πνεύματι καὶ ἀλήθεια. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ἦρθε ὁ Κύριος στὴ γῆ, γιὰ νὰ δώσει τὸ παράδειγμα τέτοιας λατρείας καὶ προσκύνησης. Ἡ δυσωδία τῶν τράγων καὶ τῶν κριαριῶν πού προσφέρονταν θυσία ἀπὸ ἀνθρώπους μὲ πέτρινες καρδιὲς καὶ σκοτισμένες ψυχές, ἦταν προσβλητικὴ γιὰ τὸν Θεό. Παλιότερα ὅμως νὰ μὴν ἦταν δυσωδία ἀλλά εὐωδία. Τότε ὅμως οἱ θυσίες προσφέρονταν ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαάκ, τὸν Ἰακὼβ καὶ τὸ Μωυσῆ. Ἡ εὐωδία αὐτὴ δὲν προερχόταν ἀπὸ τὸ αἷμα καὶ τὶς σάρκες τῶν ζώων, ἀλλ’ ἀπὸ τὶς εὐλαβικὲς ψυχὲς καὶ τὶς φιλόθεες καρδιὲς τῶν πιστῶν δούλων Του.

Ἀργότερα πού οἱ ψυχὲς ἐκείνων πού ἒκαναν θυσίες ζώων μαράθηκαν κι οἱ καρδιὲς τους πέτρωσαν, καμιὰ θυσία δὲν μποροῦσε νὰ προσφέρει εὐωδία στὸν Θεό. Ὁ Θεὸς δὲν ζητᾶ τὴ μυρουδιὰ πού βγαίνει ἀπὸ τὶς σάρκες καὶ τὸ αἷμα, ἀλλ’ ἐκεῖνο πού βγαίνει ἀπὸ τὶς καρδιὲς καὶ τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων. Ἔτσι ὅλες οἱ μυρουδιὲς πού ἔβγαιναν ἀπὸ τὰ θυσιαστήρια, γιὰ τὸν Κύριο ἦταν δυσωδία. Κι αὐτὸ ἴσχυε γιὰ ὅλα τὰ θυσιαστήρια, εἴτε τῆς Ἱερουσαλὴμ εἴτε τῆς Σαμάρειας. Πάνω σ’ ὅλη τὴν κόπρο τοῦ κόσμου, ἀπ’ ὅπου ἀναδυόταν ἡ μυρουδιὰ κι ὁ θάνατος, ἦρθε ὁ Κύριος νὰ σπείρει τὰ ἄνθη τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀλήθειας, πού θὰ κατέστρεφαν τὸ θάνατο καὶ θ’ ἀφάνιζαν τὴ δυσωδία. Ἔτσι ὁ νέος κόσμος παρουσιάζεται στὸν Θεὸ ὡς «νύμφη», ἁγνὴ καὶ καταστόλιστη.

«Λέγει αὐτῷ ἡ γυνή· οἶδα ὅτι Μεσσίας ἔρχεται ὁ λεγόμενος Χριστός· ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα. λέγει αὐτῇ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. καὶ ἐπὶ τούτῳ ἦλθον οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ, καὶ ἐθαύμασαν ὅτι μετὰ γυναικὸς ἐλάλει· οὐδεὶς μέντοι εἶπε, τί ζητεῖς ἢ τί λαλεῖς μετ’ αὐτῆς; ᾿Αφῆκεν οὖν τὴν ὑδρίαν αὐτῆς ἡ γυνὴ καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν πόλιν, καὶ λέγει τοῖς ἀνθρώποις·» (Ἰωάν. δ’ 25-28). Τί παράξενο σκηνικό! Τί περίεργη ἀλληλουχία σκηνῶν καὶ γεγονότων! Ὁ Κύριος στέκεται στὸ κέντρο μόνος Του, ἀκίνητος, ὅπως ἡ αἰωνιότητα.

Ἡ γυναίκα προκλήθηκε ἀπὸ τὰ πνευματικὰ λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ξαφνικὰ θυμήθηκε τὸν ἀναμενόμενο Μεσσία, πού τὸν περίμεναν κι οἱ Σαμαρεῖτες ὅπως ἀκριβῶς οἱ Ἰουδαῖοι. Ὅταν ἔλθῃ ἐκεῖνος, ἀναγγελεῖ ἡμῖν πάντα, εἶπε ἡ γυναίκα. Γιὰ ἐκείνην, ὅπως καὶ γιὰ ὅλους τούς ἄλλους, ἡ ἰδέα τοῦ Μεσσία ἦταν κάτι μακρινό, κάτι πού βρισκόταν πιὸ μακριὰ κι ἀπὸ τὴ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντα. Κι ἔνιωσε μεγάλη ἒκπληξη ὅταν ὁ Κύριος τῆς ἀποκάλυψε πώς Ἐκεῖνος ἦταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας· ἐγώ εἰμι ὁ λαλῶν σοι. Ἡ γυναίκα ἒμεινε ἄφωνη ἀπὸ θαυμασμό, δὲν τοῦ ἀπάντησε. Κι ἐκείνη τὴν ὥρα ἔφτασαν οἱ ἀπόστολοι ἀπὸ τὴν πόλη καὶ θαύμασαν πού εἶδαν τὸν Κύριο νὰ μιλάει μὲ μιὰ γυναίκα καὶ μάλιστα ἄπιστη, Σαμαρείτιδα. Κι ἔμειναν ἄφωνοι κι ἐκεῖνοι.

Ἡ γυναίκα δὲν ἤξερε τί ἄλλο νὰ ρωτήσει ἤ νὰ πεῖ. Παράτησε τὴ στάμνα της ἐκεῖ κι ἔτρεξε στὴν πόλη. Ἤθελε τὸ συντομότερο ν’ ἀναγγείλει αὐτὸ πού ἀνακάλυψε. Αὐτὴ ἦταν μιὰ πολὺ ἐκφραστικὴ σκηνή, πιὸ εὔγλωττη ἀπ’ ὅλα τὰ λόγια τοῦ κόσμου. Ἡ γυναίκα ἔτρεξε, ἔφτασε στὴν πόλη καὶ μίλησε σὲ ὅλους γιὰ τὸν παράξενο ἄνθρωπο πού γνώρισε στὸ πηγάδι. «Μήτι οὗτός ἐστιν ὁ Χριστός;» Δὲν τολμάει νὰ πεῖ πώς, «Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστός», μ’ ὅλο πού εἶχε ἀποκτήσει ἐμπειρία τῆς σπάνιας πνευματικῆς σοφίας Του. Ἔτσι, σὰ νὰ διστάζει γι’ αὐτὸ πού θέλει νὰ πεῖ ρωτάει: Μήτι οὗτος ἐστὶν ὁ Χριστός; Εἶναι σὰ νὰ ἤθελε νὰ πεῖ: Εἶμαι μιὰ ξένη γυναίκα καὶ δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι σίγουρη γι’ αὐτὸ· ἐσεῖς εἶστε ἄντρες κι ὁπωσδήποτε πιὸ προσεχτικοὶ καὶ πιὸ λογικοὶ ἀπὸ μένα. Γι’ αὐτὸ «ἔρχου και ἴδε». Ἔτσι ἡ γυναίκα, τόσο μὲ τὴν ἐπιτηδειότητά της ὅσο καὶ μὲ τὴ μετριοφροσύνη της, κατόρθωσε νὰ τραβήξει τὴν προσοχὴ ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Συχάρ, πού «ἐξῆλθον οὖν ἐκ τῆς πόλεως καὶ ἤρχοντο πρὸς αὐτόν».

Μόλις ἒφυγε ἡ γυναίκα ξεκίνησε μιὰ συζήτηση ἀνάμεσα στὸ Διδάσκαλο καὶ τοὺς μαθητές Του. «᾿Εν δὲ τῷ μεταξὺ ἠρώτων αὐτὸν οἱ μαθηταὶ λέγοντες· ραββί, φάγε». Εἶχαν ἀγοράσει τρόφιμα στὴν πόλη καὶ τοῦ ἔφεραν νὰ φάει. Κι ὁ δάσκαλός τους σίγουρα πεινοῦσε. Ἀντὶ νὰ φάει ὅμως, συνέχισε τὴ θεϊκὴ ἀποστολή Του, γιὰ τὴν ὁποία ἦρθε στὸν κόσμο. Δὲν ἔδωσε προσοχὴ στὴ σωματικὴ πείνα. Ἦταν πολὺ σπουδαία στιγμὴ καὶ δὲν ἤθελε νὰ περάσει ἀνεκμετάλλευτη. Δὲν θ’ ἀντάλλαζε μὲ τίποτα τὴν ἀνὰγκη τῆς ψυχῆς γιὰ λίγο φαγητό. Ἔτσι ἀπάντησε στοὺς μαθητές Του:

«Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε. ἔλεγον οὖν οἱ μαθηταὶ πρὸς ἀλλήλους· μή τις ἤνεγκεν αὐτῷ φαγεῖν;» (Ἰωάν. δ’ 32-33). Ὁ Κύριος τούς μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητές Του γιὰ σωματική. Ἡ ἴδια περίπου σκηνὴ εἶχε γίνει καὶ νωρίτερα, ὅταν ὁ Κύριος μιλοῦσε στὴ γυναίκα γιὰ πνευματικὸ νερὸ καὶ κείνη ἔλεγε γιὰ τὸ νερὸ τοῦ πηγαδιοῦ. Τώρα Ἐκεῖνος μιλοῦσε γιὰ πνευματικὴ τροφὴ κι οἱ μαθητὲς Του σκέφτονταν τὴ σωματική.

«Λέγει αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με καὶ τελειώσω αὐτοῦ τὸ ἔργον» (Ἰωάν. δ’, 34). Τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα εἶναι καὶ τοῦ Υἱοῦ θέλημα, ἀφοῦ ὁ Πατέρας κι ὁ Υἱὸς μοιράζονται τὴν ἴδια ὕπαρξη. Πῶς λοιπὸν τώρα ὁ Κύριος τούς ἔλεγε γιὰ τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Γιατί μιλοῦσε γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Πατέρα κι ὄχι γιὰ τὸ δικό Του; Δὲν εἶναι τὸ ἴδιο πράγμα τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τὸ δικό Του; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο θέλημα; Δὲν ἔχουν τὸ ἴδιο ἔργο; Ναί, τὸ ἴδιο ἔχουν. Κατονομάζει ὅμως τὸ θέλημα ἀπὸ τὸ ὁποῖο καθοδηγεῖται: τοῦ Πατέρα Τοῦ· τὸ ἔργο πού ἔχει νὰ ἐκτελέσει: τοῦ Πατέρα Του. Κι αὐτὰ γιὰ χάρη μας. Γιὰ νὰ διδάξει σ’ ἐμᾶς τοὺς ἀνυπάκουους καὶ ὑπερήφανους τὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση.

Προσέξτε ὅμως πόσο εὐχάριστο εἶναι στὸν Κύριο τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του! Δὲν τὸ βλέπει σὰν καθῆκον, ἀλλά σὰν τροφή! · ἐμὸν βρῶμά ἐστιν ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με, τοῦ Πατέρα μου. Τί θεϊκὸ παράδειγμα, τί εὐγενικὸς ἔλεγχος σὲ ὅλους ἐμᾶς, πού ὅλη μέρα μιλᾶμε γιὰ τὸ καθῆκον μας, λὲς καὶ πρόκειται γιὰ βάρος. Ἂν πράγματι κοιτάξουμε τὸν Κύριο καὶ τὴν τήρηση τοῦ θελήματός Του ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ καὶ τὸ βαρὺ καθῆκον Του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴν ἄλλη, πρέπει νὰ παραδεχτοῦμε λογικὰ πώς κανένας στὸν κόσμο δὲν μπορεῖ νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἂν δὲν τὸ δέχεται τόσο εὐχάριστα, ὅπως τὴν καθημερινὴ τροφή Του. Αὐτὸ εἶναι πού λέει ὁ Κύριος: πώς κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα Του, ὄχι τὸ δικό Του, ὅπως λέει καὶ σ’ ἕνα ἄλλο σημεῖο: «καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμόν, ἀλλά τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με» (Ἰωάν. στ’, 38). Αὐτὸ δὲν σημαίνει πώς ὁ Υἱὸς εἶναι κατώτερος ἀπὸ τὸν Πατέρα. Δείχνει ἀπλά τὴ μεγάλη ἀγάπη πού τρέφει ὁ Υἱὸς πρὸς τὸν Πατέρα Του.

Ὁ ἴδιος εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει ἐπίσης πώς ὁ Πατέρας ἀκούει πάντα τὸν Υἱό. «Ἐγώ δὲ ἤδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις» (Ἰωάν. ια’, 42). Ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα ἀνταποκρίνεται ἔτσι στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Υἱοῦ, καὶ ἡ τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνταποκρίνεται στὴν τέλεια ὑπακοὴ τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ. Κι ἡ τέλεια ὑπακοὴ κυριαρχεῖ σὲ ἑνότητα μὲ τὴν τέλεια ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Υἱοῦ εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα. Ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Πάτερα εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Υἱοῦ. Κι ἀληθινὴ τροφὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι νὰ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ.

«Οὐχ ὑμεῖς λέγετε ὅτι ἔτι τετράμηνός ἐστι καὶ ὁ θερισμὸς ἔρχεται; ἰδοὺ λέγω ὑμῖν, ἐπάρατε τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε τὰς χώρας, ὅτι λευκαί εἰσι πρὸς θερισμὸν ἤδη» (Ἰωάν. δ’, 35). Λίγο νωρίτερα ὁ Κύριος μιλοῦσε στοὺς μαθητές Του γιὰ πνευματικὴ τροφή, τώρα τοὺς λέει γιὰ πνευματικὸ θερισμό. Ὁ πνευματικὸς θερισμὸς εἶναι κοντά, φαίνεται, ὅπως φαίνεται καὶ ὁ ἐπίγειος θερισμός. Ὅταν τὰ στάχυα γίνονται κίτρινα ἤ λευκά, ὅλοι ξέρουν πώς ὁ θερισμὸς πλησιάζει. Ὅταν πλήθη ἀνθρώπων ἔρχονται κοντὰ στὸν Χριστό, εἶναι φανερὸ πώς ὁ πνευματικὸς καρπὸς ἔχει ὡριμάσει.

Ὅταν οἱ Σαμαρεῖτες ἄκουσαν γιὰ τὸν Χριστὸ ἀπὸ τὴ Σαμαρείτιδα, δὲν εἶπαν πώς ἡ γυναίκα αὐτὴ τρελλὰθηκε, ἀλλά παράτησαν τὴ δουλειά τους κι ἔτρεξαν ὅλοι μαζὶ νὰ τὸν δοῦν. Ἐπάρατε τούς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν καὶ θεάσασθε, δεῖτε τὰ πλήθη τῶν ἀνθρώπων πού τρέχουν κοντά μας! Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὥριμη σοδειὰ πού περιμένει τοὺς θεριστές. Ἔτσι εἶναι. «Ὁ μὲν θερισμὸς πολύς, οἱ δὲ ἐργάται ὀλίγοι» (Λούκ. ι’, 2). Ἐσεῖς εἶστε οἱ θεριστὲς τοῦ ἀγροῦ τοῦ Θεοῦ. Γιατί μοῦ προσφέρετε ὑλική, πρόσκαιρη τροφή, ὅταν ὑπάρχει μπροστὰ μας τόσο πλούσιος κι ὑπέροχος θερισμός; Ὅταν ὁ νοικοκύρης βλέπει μπροστά του τέτοιο θερισμό, δὲν ξεχνάει νὰ φάει ἀπὸ τὴ χαρά του; Κι ὅταν βρεθεῖ μπροστὰ σὲ τέτοια θαυμάσια θέα, δὲν τρέχει ἀμέσως νὰ θερίσει τὴ σοδειά του καὶ νὰ τὴν μαζέψει στὶς ἀποθῆκες ὅσο γίνεται πιὸ γρήγορα, προτοῦ τὴν καταστρέψει ἡ καταιγίδα; Γι’ αὐτὸ μὴ φροντίζετε ὑπερβολικά γιὰ τὴν τροφή σας ἤ γιὰ τὸν ἑαυτό σας ἡ γιὰ Μένα. Τρέξτε γρήγορα στὸ θερισμὸ γιὰ νὰ μὴ χάσετε τὸ μισθό σας.

«Καὶ ὁ θερίζων μισθὸν λαμβάνει καὶ συνάγει καρπὸν εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρῃ καὶ ὁ θερίζων. ἐν γὰρ τούτῳ ὁ λόγος ἐστὶν ὁ ἀληθινός, ὅτι ἄλλος ἐστὶν ὁ σπείρων καὶ ἄλλος ὁ θερίζων. ἐγὼ ἀπέστειλα ὑμᾶς θερίζειν ὃ οὐχ ὑμεῖς κεκοπιάκατε· ἄλλοι κεκοπιάκασι, καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κόπον αὐτῶν εἰσεληλύθατε» (Ἰωάν. δ’, 36-38).

Στὸν ἀπέραντο ἀγρό τοῦ Θεοῦ, πολλὲς φορὲς δὲν προλαβαίνουν οἱ ἴδιοι ἐργάτες καὶ νὰ σπείρουν καὶ νὰ θερίσουν, ἐπειδὴ οἱ μέρες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι μετρημένες. Μερικοὶ ἄνθρωποι σπέρνουν καὶ πεθαίνουν προτοῦ προλάβουν νὰ δοῦν τὸν καρπὸ τοῦ κόπου τους. Μετὰ γεννιοῦνται ἄλλοι, ὅταν ὁ καρπὸς πού ἔσπειραν μεγάλωσε, ὡρίμασε κι ἔγινε κίτρινος γιὰ θερισμό. Κι ἔτσι αὐτοὶ γίνονται θεριστὲς καὶ μαζεύουν τὸν ὥριμο καρπὸ πού δὲν ἔσπειραν.

Ὁ ἀγρὸς τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ ἔχει σπαρεῖ ἀπὸ τὴν ἀρχή μὲ ζωή. Σποριάδες ἦταν οἱ προπάτορές μας, οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, προφῆτες καὶ δίκαιοι, κυρίως οἱ προφῆτες. Ἐκεῖνοι ἔσπειραν, μὰ δὲν εἶδαν τὸν καρπὸ ν’ αὐξάνει καὶ νὰ ὡριμάζει. Ἔζησαν ὅλοι μὲ πίστη καὶ πέθαναν μὲ πίστη, χωρὶς νὰ δοῦν τοὺς καρποὺς τῆς ἐπαγγελίας. Τοὺς εἶδαν μόνο ἀπὸ μακριά, μὲ τὴν πνευματική τους ὅραση (βλ.Ἑβρ. ια’, 13).

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶπε κάποτε στοὺς μαθητές Του: «Πολλοὶ προφῆται καὶ δίκαιοι ἐπεθύμησαν ἰδεῖν ἃ βλέπετε, καὶ οὐκ εἶδον, καὶ ἀκοῦσαι ἃ ἀκούετε, καὶ οὐκ ἤκουσαν» (Ματθ. ιγ’, 17). Οἱ σποριάδες δὲν βλέπουν ἐκεῖνα πού βλέπουν οἱ θεριστές: τὸν καρπὸ καὶ τὸ θερισμό. Κι οἱ δυό τους ὅμως θὰ λάβουν μισθὸ γιὰ τὸν κόπο τους, γιατί κι οἱ δυό τους εἶναι ἐργάτες στὸν ἀγρό τοῦ Θεοῦ, «ἵνα καὶ ὁ σπείρων ὁμοῦ χαίρη καὶ ὁ θερίζων».

Ὁ Κύριος ἐπαινεῖ τοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες τῶν προφητῶν καὶ τῶν δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ταυτόχρονα ὅμως ἐνθαρρύνει τοὺς ἀποστόλους στὸν ἀγώνα τοῦ θερισμοῦ τους. Εἶναι σὰ νὰ ‘θελε νὰ πεῖ: Αὐτοὶ ἔκαναν μεγαλύτερους ἀγῶνες ἀπό σᾶς, γιατί εἶναι πιὸ δύσκολο καὶ πιὸ κουραστικὸ νὰ σπέρνεις, χωρὶς νὰ βλέπεις τὸν καρπὸ στὸν ἀγρό σου, παρὰ νὰ θερίζεις τὸν ὥριμο καρπό. Ἐσεῖς μπήκατε στὸ δικό τους κόπο.Ἐκεῖνοι ἀγωνίστηκαν καὶ πέθαναν σὰν μισθωτοὶ καὶ δοῦλοι, χωρὶς νὰ δοῦν στὸ μεταξὺ τὸν Κύριο τοῦ ἀγροῦ. Ἔσεῖς ἔχετε τὸν Κύριο ἀνάμεσά σας, ἐργάζεστε σὰν γιοί, ὄχι σὰν μισθωτοὶ ἤ δοῦλοι. Στὴν οὐσία ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐργάζεται, ἐσεῖς εἶστε οἱ συν-εργάτες Του. Γι’ αὐτὸ εὐφρανθεῖτε καὶ σπεύσετε μὲ χαρὰ νὰ θερίσετε τὸν ὥριμο καρπό.

«᾿Εκ δὲ τῆς πόλεως ἐκείνης πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτὸν τῶν Σαμαρειτῶν διὰ τὸν λόγον τῆς γυναικός, μαρτυρούσης ὅτι εἶπέ μοι πάντα ὅσα ἐποίησα» (Ἰωάν. δ’, 39). Δέστε πόσο ὥριμος εἶναι ὁ καρπός! Δέστε πόσο πλούσιος εἶναι ὁ θερισμός! Ἡ διψασμένη γῆ ρούφηξε γρήγορα τὸ νερό. Πολλοὶ Σαμαρεῖτες πίστεψαν στὸν Χριστὸ ἀκόμα καὶ προτοῦ τὸν δοῦν, μόνο μὲ τὰ λόγια πού ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα. Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν ἦταν ἀπόστολος, οὔτε κι ἔκανε κάποιο θαῦμα. Ἀντίθετα μάλιστα, ἦταν μιὰ γυναίκα ἁμαρτωλή. Κι ἔτσι ὅμως τὰ λόγια της εἶχαν πλούσιο θερισμὸ ἀνάμεσα σ’ αὐτοὺς τοὺς εἰδωλολάτρες.

Τί ντροπή, τί ἀμηχανία γιὰ τοὺς Ἰουδαίους, τὸν Ἐκλεκτὸ Λαό! Ἐκεῖνοι ἄκουσαν ἀπὸ τὸ στόμα Του ὅλα τὰ δυνατὰ λόγια, μὰ παράμειναν κουφοὶ καὶ τυφλοί, ἀμετανόητοι καὶ σκληρόκαρδοι! Ἡ Σαμαρείτιδα δὲν κράτησε γιὰ τὸν ἑαυτὸ της τὰ καλὰ λόγια πού ἄκουσε ἀπὸ τὸν Κύριο. Ἔτρεξε ἀμέσως νὰ τὰ μεταδώσει καὶ στοὺς ἄλλους, γι’ αὐτὸ καὶ τῆς ἀξίζει κάθε ἔπαινος. Εἶναι σὰν τὴ γυναίκα πού βρῆκε τὴ χαμένη δραχμὴ κι ἀμέσως φώναξε τὶς γειτόνισσες τῆς λέγοντας: «Συγχάρητέ μοι ὅτι εὗρον τὴν δραχμὴν ἣν ἀπώλεσα» (Λουκ. ιε’, 9).

«Ὡς οὖν ἦλθον πρὸς αὐτὸν οἱ Σαμαρεῖται, ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς· καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ δύο ἡμέρας. καὶ πολλῷ πλείους ἐπίστευσαν διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ» (Ἰωάν. δ’ 40-41). Οἱ Ναζαρηνοὶ ζητοῦσαν νὰ τὸν γκρεμίσουν ἀπὸ τὸ χεῖλος τοῦ ὅρους (βλ. Λουκ. δ’, 29), «διὰ τὸν λόγον αὐτοῦ». Οἱ Γαδαρηνοὶ τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ἀφήσει καὶ νὰ φύγει μακριὰ (Λουκ.η΄, 37). Αὐτοὶ ἐδῶ οἱ Σαμαρεῖτες ὅμως τοῦ ζήτησαν νὰ μείνει μαζί τους, «ἠρώτων αὐτὸν μεῖναι παρ’ αὐτοῖς». Ὁ Κύριος ἀνταποκρίθηκε στὸ αἴτημά τους κι ἔμεινε μαζί τους δυὸ μέρες. Κι ὁ θερισμὸς ἦταν πραγματικὰ μεγάλος, πλούσιος, τόσο γιὰ ἐκείνους πού τὸν πίστεψαν ἀπὸ τὰ λόγια πού ἄκουσαν ἀπὸ τὴ γυναίκα, ὅσο καὶ γιὰ ἐκείνους πού πίστεψαν ἄμεσα στὰ δικά Του λόγια.

Στή συνέχεια ἔλεγαν στὴ γυναίκα: «οὐκέτι διὰ τὴν σὴν λαλιὰν πιστεύομεν αὐτοὶ γὰρ ἀκηκόαμεν, καὶ οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς» (Ἰωάν. δ’, 42). Δὲν μᾶς εἶναι γνωστὰ ὅσα εἶπε ὁ Κύριος τὶς δυὸ αὐτὲς μέρες στοὺς πνευματικὰ πεινασμένους καὶ διψασμένους ἀνθρώπους. Δὲν γράφτηκε τίποτα γι’ αὐτά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅμως πώς τὰ λόγια Του εἶναι ὕδωρ ζῶν, πού ὅταν τὸ πίνει ὁ ἄνθρωπος δὲν ξαναδιψάει ποτὲ πιά. Αὐτὸ φαίνεται πρῶτον ἀπὸ τὸ μεγάλο πλῆθος ἐκείνων πού πίστεψαν στὸν Κύριο καὶ δεύτερον ἀπὸ τὴν ὀρθὴ ὁμολογία τῆς πίστης τους: «οὗτός ἐστιν ἀληθῶς ὁ σωτὴρ τοῦ κόσμου ὁ Χριστὸς».

Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς θεοὺς πού πίστευαν οἱ Σαμαρεῖτες, μέσα τους διατηροῦσαν καὶ κάποια πίστη στὸν Θεὸ τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ κρατοῦσαν τὴν πίστη αὐτὴ ὄχι ἐπειδὴ γνώριζαν τὸ Θεὸ αὐτό, ἀλλ’ ἀπὸ σεβασμὸ στὸν Ἰσραὴλ (Ἰακώβ), πού κάποτε εἶχε ζήσει ἀνάμεσά τους. Γι’ αὐτὸ κι ἡ Σαμαρείτιδα μίλησε γιὰ τὸν «πατέρα μας Ἰακὼβ» (Ἰωάν. δ’, 13). Οἱ Σαμαρεῖτες σίγουρα θὰ εἶχαν ἀκούσει τὴν προφητεία γιὰ τὸ ἄστρο πού θ’ ἀνατείλει ἀπὸ τὸν Ἰακὼβ «ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ ᾿Ιακώβ», (Ἀριθμ., κδ’, 17). Ὅταν ὁ βασιλιὰς τῶν Μωαβιτῶν Μπαλὰκ ξεκίνησε πόλεμο ἐναντίον τῶν Ἰσραηλιτῶν, κάλεσε τὸν προφήτη Βαλαὰμ ν’ ἀνακοινώσει νίκη ἐναντίον τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει τὸ στρατό του. Ὁ Μπαλὰκ ὑποσχέθηκε στὸ Βαλαὰμ νὰ τοῦ δώσει μεγάλα δῶρα γιὰ τὶς ὑπηρεσίες του κι ὁ Βαλαὰμ πῆγε στὸ στρατόπεδο τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν ὅμως προσπάθησε νὰ κάνει τὰ μαγικά του καὶ νὰ προφητεύσει αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ξαφνικὰ τὸν ἐπισκέφτηκε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἄρχισε νὰ προφητεύει ὄχι αὐτὰ πού ἤθελε ὁ Μπαλάκ, ἀλλ’ ἐκεῖνα πού ἤθελε ὁ Θεός. «Ὡς καλοὶ οἱ οἶκοί σου Ἰακώβ, αἱ σκηναί σου Ἰσραήλ». Ὅταν ὁ Μπαλὰκ ἄκουσε τὰ λόγια αὐτὰ ἐπιτίμησε τὸν Βαλαάμ, ἐκεῖνος ὅμως δὲν πτοήθηκε καὶ συνέχισε: «Φησὶ Βαλαὰμ υἱὸς Βεώρ, φησὶν ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀληθινῶς ὁρῶν, φησὶν ἀκούων λόγια ἰσχυροῦ, ὅστις ὅρασιν Θεοῦ εἶδεν ἐν ὕπνῳ, ἀποκεκαλυμμένοι οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτοῦ·… ἀνατελεῖ ἄστρον ἐξ Ἰακώβ, ἀναστήσεται ἄνθρωπος ἐξ Ἰσραὴλ» (Ἀριθμ. κδ’).

Καὶ νὰ πού ἐμφανίστηκε Ἐκεῖνος πού προεῖδε ὁ Βαλαὰμ ἀπὸ παλιά. Τὸ ἄστρο ἔλαμψε ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰακὼβ κι ἦταν λαμπρότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο, πιὸ ὄμορφο ἀπὸ τὸ καλλίτερο ὄνειρο. Κι οἱ Σαμαρεῖτες τὸ εἶδαν καὶ χάρηκαν. Τὸ εἶδαν καὶ πίστεψαν. Ἤπιαν μέχρι κορεσμοῦ τὸ ὕδωρ τὸ ζῶν κι ἔζησαν στὸν αἰώνα. Ὁ Σωτήρας μας Χριστὸς δὲν ἔδωσε τὸ ζῶν ὕδωρ μόνο στοὺς Σαμαρεῖτες καὶ τοὺς Ἰουδαίους. Τὸ ἔδωσε κι ἐξακολουθεῖ νὰ τὸ δίνει μέχρι σήμερα σὲ κάθε ἄνθρωπο πού ἔχει ἐπίγνωση τῆς πνευματικῆς του δίψας στὴν ἔρημο αὐτῆς τῆς ζωῆς. Κάποτε ὁ Κύριος στάθηκε στὴν Ἱερουσαλὴμ «ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω» (Ἰωάν. ζ’, 37).

Πρόσεξε πῶς τὸ ἀναφέρει ὁ εὐαγγελιστής: ἔκραξε, λέει. Ὁ Καλὸς Ποιμὴν δὲν ψιθυρίζει. Φωνάζει, κράζει τὸ ποίμνιό Του, τὸ καλεῖ στὸ νερό. Ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος ὁ Χριστὸς στέκεται στὴ μέση τῆς ἐρήμου αὐτοῦ τοῦ κὸσμου καὶ κράζει σ’ ὅλους τούς ταξιδιῶτες πού εἶναι ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὴ δίψα. Εὐλογημένοι εἶναι ὅσοι ἀκοῦν τὴ φωνή Του καὶ τὸν πλησιάζουν μὲ πίστη. Ὁ Χριστὸς δὲν θὰ τοὺς ρωτήσει οὔτε ποιὰ γλώσσα μιλᾶνε οὔτε σὲ ποιὸ ἔθνος ἀνήκουν. Οὔτε τὴν ἡλικία τους θέλει νὰ μάθει οὔτε ἂν εἶναι πλούσιοι ἢ φτωχοί. Θὰ δώσει σὲ ὅλους ὕδωρ ζῶν γιὰ νὰ τοὺς ἐνισχύσει καὶ νὰ τοὺς ἀναζωογονήσει, νὰ τοὺς ἀνανεώσει καὶ νὰ τοὺς ἀναγεννήσει, νὰ τοὺς υἱοθετήσει, νὰ τοὺς βγάλει ἀπὸ τὸ πύρινο καμίνι αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ τοὺς ὁδηγήσει στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας.

Πόσο ὑπέροχο εἶσαι, ὕδωρ ζῶν! Γλυκύτατε Σωτήρα μας, δροσερή, κρυστάλλινη κι ἀνανεωτικὴ πηγή, πόσο πλούσιος καὶ ζωοποιὸς εἶσαι! Πνεῦμα Ἅγιο, Παράκλητε, προσάγαγε στὸν Κύριο Ἰησοῦ ὅλους ἐκείνους πού οἱ ψυχὲς τους διψοῦν γιὰ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ κραυγάζουν: «Ἡ ψυχή μου διψᾶ γιὰ τὸν Θεό, γιὰ τὸν Ζῶντα Θεό!»

Δόξα καὶ ὕμνος σὲ Σένα, Κύριε Ἰησοῦ, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Ἀπό τό βιβλίο: Ἀναστάσεως ἡμέρα

Ἐκδ. Πέτρου Μπότση