Τα παιδιά και οι νέοι μας τραγούδησαν για τη Μακεδονία μας

 Με αίσθημα βαθιάς  λύπης και απογοήτευσης  παρακολουθήσαμε την προγούμενη εβδομάδα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην ελληνική Βουλή με την ψήφιση της συμφωνίας των Πρεσπών.  Οι νέοι μας και τα παιδιά μας θέλοντας να δείξουν την αντίδραση τους σε αυτή την επαίσχυντη συμφωνία αποφάσισαν να τραγουδήσουν για την Μακεδονία μας. Με αυτόν τον τρόπο μας έδειξαν  ότι  δεν πρέπει να ξεχάσουμε τους προγόνους μας και την ηρωική ιστορία μας , ξέροντας πως το μέλλον τους ανήκει όσο και εάν το διαστρεβλώσουν κάποιοι .   Η Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική !!

 




Ευλογημένο το 2019

Με χαρούμενη διάθεση και πολύ κέφι παρόλο το κρύο και τα χιόνια των τελευταίων ημερών,  μαζευτήκαμε όλοι μαζί για να κόψουμε την βασιλόπιτα μας και να υποδεχτούμε με χαρά και ελπίδα το νέο χρόνο.  Μικροί και μεγάλοι αφού ακούσαμε τις πατρικές συμβουλές των πατέρων του Ναού μας,  κόψαμε την βασιλόπιτα και μαζί με την νοστιμιά του τσουρεκιού γευτήκαμε και την αγάπη των κατηχητών μας. Μια νέα χρονιά ξεκίνησε γεμάτη με Χριστό και χαμόγελο παραδείσου. Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά σε όλους σας !!!




Τα Άγια Θεοφάνεια

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

 

Επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΙΒ΄ του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου σχετικά με τη Βάπτιση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

«Τότε παραγίνεται ὁ Ἰησοῦς ἀπὸ τῆς Γαλιλαίας εἰς τὸν Ἰορδάνην πρὸς τὸν Ἰωάννην, τοῦ βαπτισθῆναι ὑπ’ αὐτοῦ».

Μαζί με τους δούλους ο Δεσπότης, μαζί με τους υπόδικους ο Κριτής έρχεται για να βαπτισθεί. Αλλά μη θορυβηθείς· μεταξύ των ταπεινών αυτών περισσότερο λάμπει το υψηλό μεγαλείο Του. Πραγματικά, Αυτός ο οποίος καταδέχθηκε να κυοφορηθεί για τόσο χρόνο σε μήτρα παρθενική και να γεννηθεί από εκεί, σύμφωνα με τους νόμους της ανθρώπινης φύσεως, και επιπλέον να ραπισθεί, να σταυρωθεί και να πάθει τα άλλα παθήματα, τα οποία υπέστη, γιατί παραξενεύεσαι, εάν καταδέχθηκε να βαπτισθεί και να έλθει μαζί με τους άλλους ανθρώπους προς τον δούλο του; Διότι εκείνο ήταν που προκαλούσε μεγάλη κατάπληξη, το ότι δηλαδή, ενώ ήταν Θεός, θέλησε να γίνει άνθρωπος· τα άλλα λοιπόν κατά λογική ακολουθία έπονται όλα γενικώς. Γι’ αυτό τον λόγο και ο Ιωάννης πρόφθασε και έλεγε, εκείνα ακριβώς που είπε, ότι δηλαδή, δεν είναι άξιος να λύσει τα λουριά των υποδημάτων του Ιησού και όλα τα άλλα· για παράδειγμα είπε ότι ο Ιησούς είναι κριτής και θα αποδώσει δικαιοσύνη σύμφωνα με την αξία του καθενός και ότι θα χορηγήσει σε όλους ανεξαιρέτως το Άγιο Πνεύμα με αφθονία, ώστε όταν Τον δεις να έρχεται προς το βάπτισμα να μην υποψιαστείς τίποτε το ταπεινό.

Επίσης, για τον ίδιο λόγο, όταν Αυτός ήταν παρών εκεί, Του προβάλλει προσκόμματα, λέγοντας· «Εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από εσένα και Εσύ έρχεσαι σε μένα;». Επειδή δηλαδή, το βάπτισμα ήταν ενδεικτικό της μετανοίας και οδηγούσε σε κατηγορία για τα διαπραχθέντα αμαρτήματα, για να μη νομίσει κανείς ότι και ο Ιησούς με μια τέτοια διάθεση έρχεται στον Ιορδάνη, ο Ιωάννης διορθώνει την πιθανή αυτή εκτίμηση εκ των προτέρων, με το να Τον αποκαλέσει και «Αμνό»(Ιω. 1, 29: «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ»: ‘’ιδού ο αμνός του Θεού, που προφήτευσε ο Ησαΐας’’) και Λυτρωτή από όλη γενικά την αμαρτία που έχει διαπραχθεί στην οικουμένη («ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»: ο Μεσσίας και Λυτρωτής, ο οποίος θα θυσιαστεί για να πάρει επάνω Του και να εξαλείψει την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου», Ιω. 1, 29). Πραγματικά, όποιος μπορεί να εξαλείψει τα αμαρτήματα ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, πολύ περισσότερο Αυτός ο ίδιος είναι αναμάρτητος. Γι’ αυτό και δεν είπε· «Να ο αναμάρτητος», αλλά εκείνο το οποίο ήταν πολύ σπουδαιότερο, «ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου [:(Ιδού), Αυτός ο οποίος σηκώνει την αμαρτία του κόσμου] ώστε μαζί με αυτό να αποδεχθείς και εκείνο με κάθε βεβαιότητα και αφού πειστείς, να αντιληφθείς ότι έρχεται στο βάπτισμα, οικονομώντας και μερικά άλλα ζητήματα. Γι’ αυτό και ο Ιωάννης, όταν προσήλθε σε αυτόν ο Ιησούς, έλεγε· «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; (:εγώ, ο ατελής και αδύνατος άνθρωπος, έχω ανάγκη να βαπτισθώ από Εσένα, και Εσύ, ο αναμάρτητος και τέλειος, έρχεσαι να βαπτισθείς από εμένα;)». Και δεν είπε: «και εσύ βαπτίζεσαι από εμένα;», επειδή και αυτό φοβήθηκε να το πει. Αλλά ,τι είπε; «Κι Εσύ έρχεσαι προς εμένα;».

Ποια απάντηση έδωσε όμως ο Χριστός; Ό,τι ακριβώς έκανε αργότερα στον Πέτρο, το ίδιο και τότε έπραξε. Πραγματικά και ο Πέτρος Τον εμπόδιζε να του πλύνει τα πόδια, αλλά όταν άκουσε ότι «ὃ ἐγὼ ποιῶ, σὺ οὐκ οἶδας ἄρτι, γνώσῃ δὲ μετὰ ταῦτα (:Εκείνο που εγώ κάνω, εσύ δεν το αντιλαμβάνεσαι τώρα, θα το αντιληφθείς όμως αργότερα)» (Ιωάν. 13, 7), και ότι· «ἐὰν μὴ νίψω σε, οὐκ ἔχεις μέρος μετ᾿ ἐμοῦ (:εάν δεν σου πλύνω τώρα τα πόδια, εάν με ταπεινοφροσύνη και εμπιστοσύνη σε εμένα δεν υπακούσεις, δεν είναι δυνατόν να έχεις πλέον μέρος μαζί μου» (Ιωάν. 13, 8), αμέσως άφησε την άρνηση και υπάκουσε. Το ίδιο και ο Ιωάννης ο Βαπτιστής, όταν άκουσε από τον Ιησού τα λόγια: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην (:έτσι είναι, αλλά άφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολίες στο βάπτισμά μου, διότι έτσι πρέπει, και σε μένα και σε σένα, να εκπληρώσουμε κάθε εντολή του Θεού)» (Ματθ. 3, 15), αμέσως υπάκουσε. Διότι δεν ήταν υπερβολικά εριστικοί, αλλά τους διέκρινε η αγάπη και η υπακοή και φρόντιζαν να υπακούουν στον Κύριο σε όλες τις περιπτώσεις.

Πρόσεξε επίσης με ποιον τρόπο τον ενθαρρύνει από εκείνο το σημείο ακριβώς, για το οποίο δίσταζε κυρίως να τελέσει το βάπτισμα. Δεν είπε, δηλαδή, ότι ‘’έτσι είναι δίκαιο’’, αλλά «έτσι είναι το πρέπον». Διότι, επειδή αυτό προπάντων θεωρούσε ανάξιό Του, το να βαπτισθεί από τον δούλο, αυτό κυρίως προβάλλει, το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με την αντίληψη αυτή, σαν να του έλεγε· «Δεν αποφεύγεις αυτό και με εμποδίζεις να βαπτισθώ, επειδή έχεις τη γνώμη ότι είναι απρεπές; Αλλά γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο άφησε την άρνηση, διότι αυτό επάνω από όλα πρέπει να γίνει». Και δεν είπε μόνο «άφησε τις αντιρρήσεις», αλλά πρόσθεσε και το «επί του παρόντος» («ἄφες ἄρτι», Ματθ. 3, 15). Διότι αυτά δε θα διαρκέσουν αιώνια, λέγει, αλλά θα με δεις και στην κατάσταση που επιθυμείς. Προς το παρόν όμως να το υπομείνεις αυτό.

Στη συνέχεια αποδεικνύει κατά ποια έννοια είναι πρέπον αυτό. Γιατί είναι πρέπον, λοιπόν; Διότι έτσι εκτελούμε κάθε εντολή του νόμου, πράγμα το οποίο φανέρωνε, όταν έλεγε τη φράση «πᾶσαν δικαιοσύνην» (Ματθ. 3, 15). Πραγματικά «δικαιοσύνη» είναι η εκπλήρωση των εντολών. Αφού λοιπόν εκπληρώσαμε, λέγει, όλες τις άλλες εντολές, αυτό υπολείπεται πλέον και πρέπει να το προσθέσουμε και αυτό. Διότι εγώ ήλθα για να καταργήσω την κατάρα, η οποία προήλθε από την παράβαση του νόμου. Συνεπώς, επιβάλλεται να εκπληρώσω προηγουμένως εγώ ο ίδιος τα πάντα και να σας απελευθερώσω από την καταδίκη και έτσι, να τελειώσω την αποστολή μου. Είναι ανάγκη λοιπόν προηγουμένως εγώ να εφαρμόσω αυτόν κατά πάντα, επειδή πρέπει να διαγράψω την κατάρα, η οποία έχει αναγραφεί εναντίον σας στον νόμο. Γι’ αυτό ακριβώς έλαβα σάρκα και ήλθα κοντά σας. «Τότε ἀφίησιν αὐτόν·καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί, καὶ εἶδε τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καταβαῖνον ὡσεὶ περιστερὰν καὶ ἐρχόμενον ἐπ᾿ αὐτόν·[:Τότε ο Ιωάννης δεν Του έφερε αντίρρηση και Τον άφησε να βαπτισθεί. Και ο Ιησούς, όταν βαπτίστηκε, βγήκε αμέσως από το νερό (διότι δεν είχε καμία αμαρτία να εξομολογηθεί, ενώ οι άλλοι έμεναν σε αυτό, όσο χρόνο διαρκούσε η εξομολόγησή τους). Και ιδού ανοίχθηκαν χάριν Αυτού οι ουρανοί και είδε το Πνεύμα του Θεού να κατεβαίνει υπό την μορφήν της περιστεράς και να έρχεται επάνω σε Αυτόν] (Ματθ. 3, 15-16).

Βέβαια, πολλοί άνθρωποι θεωρούσαν τον Ιωάννη πολύ ανώτερο από τον Ιησού, επειδή ανατράφηκε και έζησε όλη τη ζωή του στην έρημο, και επειδή ήταν υιός αρχιερέως, και επειδή ήταν ενδεδυμένος με μια τέτοια παράξενη αμφίεση, και επειδή προσκαλούσε τους πάντες στο βάπτισμα και επειδή είχε γεννηθεί από στείρα γυναίκα· τον Ιησού όμως, επειδή είχε γεννηθεί από μια άσημη κόρη (δεν ήταν βέβαια γνωστός ακόμη σε όλους ο παρθενικός τοκετός της), και επειδή ανατράφηκε σε σπίτι, και επειδή συναναστρεφόταν με όλους τους ανθρώπους και επειδή φορούσε τη συνηθισμένη ενδυμασία, Τον θεωρούσαν ότι ήταν κατώτερος από τον Ιωάννη, δεδομένου ότι δεν γνώριζαν τίποτε ακόμη από τα απόρρητα και θαυμαστά εκείνα γεγονότα. Συνέπεσε ακόμη να βαπτισθεί από τον Ιωάννη, πράγμα το οποίο ακριβώς ενίσχυε περισσότερο την εκτίμησή τους αυτή, ακόμη και αν δεν είχαν τίποτε κατά νου, από όσα είπα παραπάνω για τις μεταξύ των δύο διαφορές· Σκέπτονταν, δηλαδή, ότι ο Ιησούς ήταν ένας από τους πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι βαπτίζονταν από τον Ιωάννη, διότι, εάν δεν ήταν ένας από τους πολλούς και συνηθισμένους ανθρώπους, δε θα πήγαινε προς το βάπτισμα μαζί με τους άλλους. Έτσι ο Ιωάννης θεωρείτο πολύ ανώτερος και πιο αξιοθαύμαστος από τον Ιησού.

Για να μην επικρατήσει, όμως, η αντίληψη αυτή στο πλήθος, και οι ουρανοί ανοίγουν, τη στιγμή που βαπτιζόταν ο Ιησούς, και το Πνεύμα κατεβαίνει, και μαζί με το Πνεύμα ακούεται φωνή, η οποία διακηρύσσει την αξία του Μονογενούς Υιού. Επειδή, όμως, η φωνή, η οποία έλεγε· «Αυτός είναι ο Υιός μου ο αγαπητός» (Ματθ. 3, 17) φαινόταν ότι ταιριάζει περισσότερο στον Ιωάννη, (διότι δεν πρόσθεσε: «Αυτός ο βαπτιζόμενος», αλλά απλώς είπε: «Αυτός»), ήταν φυσικό ο καθένας από τους ακροατές να σκεφθεί ότι αυτό ειπώθηκε μάλλον για τον βαπτιστή παρά για τον βαπτιζόμενο, λόγω του αξιώματος του Βαπτιστού και για όσα ελέχθησαν παραπάνω, γι’ αυτόν τον λόγο κατήλθε το Πνεύμα με τη μορφή της περιστεράς και έλκυσε την φωνή επάνω από τον Ιησού και έτσι έκανε σε όλους φανερό ότι το «Ούτος» δεν ειπώθηκε για τον βαπτιστή Ιωάννη, αλλά για τον βαπτιζόμενο Ιησού.

Και γιατί, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, δεν πίστεψαν, αφού συνέβησαν αυτά τα θαυμαστά γεγονότα; Μα και κατά τα χρόνια του Μωυσή έγιναν πολλά θαύματα, έστω και όχι παρόμοια προς τα παρόντα, και όμως ύστερα από όλα εκείνα, τις φωνές, τις σάλπιγγες και τις αστραπές (Εξ. 19 κ.ε.), και μοσχάρι κατασκεύασαν, και προς λατρευτική προσκύνηση του Βεελφεγώρ έκαναν τελετές (Εξ. 32 κ.ε.). Αλλά και αυτοί οι ίδιοι, οι οποίοι παρευρίσκονταν τότε στην βάπτιση, και αργότερα είδαν τον Λάζαρο να ανασταίνεται, έδειξαν τόσο μεγάλη απιστία προς Εκείνον που επιτέλεσε τα θαύματα αυτά, ώστε αποπειράθηκαν πολλές φορές ακόμη και να Τον φονεύσουν. Εάν λοιπόν, μολονότι έβλεπαν μπροστά στα μάτια τους, νεκρούς να ανασταίνονται, εξακολουθούσαν ακόμη να κατέχονται από τόση κακία, για ποιο λόγο παραξενεύεσαι, επειδή δεν πίστεψαν στην φωνή, η οποία ακουγόταν από τον ουρανό; Πράγματι, όταν η ψυχή του ανθρώπου είναι αγνώμων και διεστραμμένη και την έχει κυριεύσει το πάθος του φθόνου, δεν υποχωρεί σε κανένα από τα θαύματα αυτά· όπως αντίστοιχα, όταν είναι ευγνώμων, δέχεται τα πάντα με πίστη, χωρίς να χρειάζεται και πολύ τα θαυμαστά γεγονότα.

Κατά συνέπεια, να μην απορείς γιατί δεν πίστεψαν, αλλά εκείνο να εξετάζεις, εάν δηλαδή δεν έγιναν όλα εκείνα διά των οποίων έπρεπε να πιστέψουν. Διότι, πραγματικά, ο Θεός διαμέσου του προφήτη, αυτό τον τρόπο της απολογίας χρησιμοποιεί για όλα τα θέματα που αναφέρονται σε Αυτόν. Όταν λοιπόν επρόκειτο να καταστραφούν οι Ιουδαίοι και να παραδοθούν στην έσχατη κόλαση, για να μη συκοφαντήσει κάποιος από αυτούς, κινούμενος από πονηρία, την Πρόνοια του Θεού, λέγει· «Τι έπρεπε να κάνω στον αμπελώνα αυτόν και δεν το έκανα;»(Ησ. 5, 4). Ώστε, και στην προκειμένη περίπτωση το ίδιο να εξετάζεις, τι έπρεπε, δηλαδή, να γίνει και δεν έγινε; Και κάθε φορά που γίνονται συζητήσεις για την πρόνοια του Θεού, με αυτόν τον τρόπο να αντιμετωπίζεις εκείνους οι οποίοι, βασιζόμενοι στην κακία των πολλών, επιχειρούν να διαβάλλουν την Θεία Πρόνοια.

Πρόσεξε, λοιπόν, ποιου είδους παράδοξα γεγονότα συμβαίνουν, τα οποία αποτελούν προοίμια των μελλοντικών θαυμάτων. Δηλαδή, δεν ανοίγεται ο παράδεισος μόνο, αλλά ο ίδιος ο ουρανός. Ας αφήσουμε, όμως, τον λόγο για τη συμπεριφορά των Ιουδαίων, για μια άλλη φορά που θα μας δοθεί η ευκαιρία. Τώρα, με την βοήθεια του Θεού, ας επανέλθουμε στο θέμα μας. «καὶ βαπτισθεὶς ὁ Ἰησοῦς ἀνέβη εὐθὺς ἀπὸ τοῦ ὕδατος· καὶ ἰδοὺ ἀνεῴχθησαν αὐτῷ οἱ οὐρανοί[:Όταν ο Ιησούς βαπτίσθηκε, αμέσως ανέβηκε από το νερό (διότι δεν είχε καμία αμαρτία να εξομολογηθεί, ενώ οι άλλοι έμεναν σε αυτό, όσο χρόνο διαρκούσε η εξομολόγησή τους) και ιδού άνοιξαν χάριν Αυτού οι ουρανοί]»(Ματθ. 3, 16).

Για ποιο λόγο άνοιξαν οι ουρανοί; Μα για να μάθεις ότι συμβαίνει το ίδιο, όταν βαπτίζεσαι κι εσύ, εφόσον ο Θεός σε προσκαλεί προς την ουράνια πατρίδα και προσπαθεί να σε πείσει να μη διατηρείς κανένα δεσμό με τα επίγεια πράγματα. Εάν όμως δεν βλέπεις το άνοιγμα του ουρανού, να μη φανείς δύσπιστος γι’ αυτό. Διότι πραγματικά στην αρχή των παραδόξων και πνευματικών πραγμάτων, έχουμε πάντοτε την παρουσία αισθητών εμφανίσεων και την πραγματοποίηση τέτοιων θαυμαστών γεγονότων, χάριν εκείνων, οι οποίοι δε διαθέτουν εύστροφο πνεύμα και έχουν ανάγκη αισθητής οράσεως και δεν μπορούν να αντιληφθούν τίποτε το μη αισθητό, αλλά μόνο μπροστά σε όσα βλέπουν με τα μάτια τους πτοούνται· με αποτέλεσμα, έστω και αν έπειτα δε συνεχίζονται τα θαύματα, να παραδέχεσαι διά της πίστεως, όσα πράγματα αποκαλύφθηκαν μία φορά στην αρχή διαμέσου των θαυμάτων. Ως γνωστόν, και στους αποστόλους κατά την Πεντηκοστή ακούστηκε ήχος βιαίου ανέμου και εμφανίστηκαν πύρινες γλώσσες, αλλά αυτό δεν έγινε για τους αποστόλους, αλλά για τους παρόντες τότε Ιουδαίους. Συνεπώς, μολονότι δεν λαμβάνουν χώρα αισθητά θαύματα, εντούτοις δεχόμαστε ό,τι αποκαλύφθηκε διαμέσου αυτών μια φορά στην αρχή. Διότι και η περιστερά γι’ αυτό τον σκοπό εμφανίστηκε, για να υποδείξει, δηλαδή, σαν να ήταν δάκτυλος, στους παρευρισκομένους εκεί καθώς και στον Ιωάννη, τον Υιό του Θεού. Αλλά δεν εμφανίστηκε μόνο γι’ αυτό τον σκοπό, μα συγχρόνως για να γνωρίζεις ότι όταν βαπτίζεσαι, και σε εσένα κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα. Συνεπώς, εμείς δε χρειαζόμαστε αισθητές εμφανίσεις, δεδομένου ότι η πίστη αντικαθιστά τα πάντα. Και επιπλέον, διότι τα θαύματα δε γίνονται για τους πιστούς, αλλά για τους απίστους.

Και για ποιο λόγο το άγιο Πνεύμα εμφανίστηκε με την μορφή ενός περιστεριού; Ήμερο είναι το ζώο αυτό και καθαρό. Επειδή λοιπόν και το άγιο Πνεύμα είναι πνεύμα πραότητος, για τον λόγο αυτό εμφανίζεται με το σχήμα αυτό. Εξάλλου, έτσι μας υπενθυμίζει και κάποια παλαιά ιστορία. Δηλαδή, όταν κάποτε ολόκληρη η οικουμένη υπέστη καθολικό ναυάγιο και κινδύνευε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος με τον Κατακλυσμό, αυτό το πτηνό εμφανίσθηκε και υπέδειξε την κατάπαυση της καταιγίδας και εξήγγειλε το χαρμόσυνο μήνυμα της ολοκληρωτικής γαλήνευσης της οικουμένης, με το κλαδί της ελιάς, που κρατούσε στο ράμφος του (Γεν. 8, 10-11). Όλα αυτά, βέβαια, ήταν προτύπωση των μελλοντικών γεγονότων. Πραγματικά, και τότε η κατάσταση των ανθρώπων ήταν πολύ χειρότερη και ήσαν άξιοι πολύ μεγαλύτερης τιμωρίας. Για να μη σε κυριεύσει, λοιπόν, απογοήτευση, σου υπενθυμίζει το περιστατικό αυτό από την Παλαιά Διαθήκη. Δηλαδή, τότε, όταν τα πράγματα έφθασαν σε απελπιστικό σημείο, δόθηκε κάποια λύση και έγινε διόρθωση της κακής καταστάσεως. Αυτό όμως έγινε τότε με τιμωρία, ενώ τώρα γίνεται διαμέσου της ανέκφραστης χάριτος και της δωρεάς του Θεού. Για τον λόγο αυτόν εμφανίζεται και η περιστερά, όχι για να μας φέρει το κλαδί της ελιάς, αλλά για να μας αποκαλύψει τον Λυτρωτή από όλα τα κακά και να μας γεμίσει με αγαθές ελπίδες. Ούτε, βέβαια, βγάζει κανένα άνθρωπο από την κιβωτό, αλλά ανεβάζει ολόκληρη την οικουμένη στον ουρανό με την εμφάνισή της, και αντί για το κλαδί της ελιάς, προσφέρει σε όλο το ανθρώπινο γένος την υιοθεσία του από τον Θεό.

Αφού λοιπόν σκεφθείς και αντιληφθείς το μέγεθος της δωρεάς, να μη νομίσεις ότι η αξία του Αγίου Πνεύματος είναι μικρότερη, επειδή εμφανίστηκε με τη μορφή αυτή του περιστεριού. Επειδή ακούω μερικούς να υποστηρίζουν ότι όση διαφορά υπάρχει μεταξύ του ανθρώπου και της περιστεράς, τόση υπάρχει και μεταξύ του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος, εφόσον ο Ιησούς εμφανίστηκε με τη δική μας μορφή, ενώ το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή της περιστεράς. Λοιπόν, ποια απάντηση θα δώσουμε στις απόψεις αυτές; Ότι ο μεν Υιός του Θεού έγινε πραγματικά άνθρωπος, ενώ το άγιο Πνεύμα δεν έγινε περιστερά στην πραγματικότητα. Γι’ αυτό τον λόγο και ο Ευαγγελιστής δεν είπε ότι εμφανίστηκε με τη φύση της περιστεράς, αλλά «ἐν εἴδει περιστερᾶς»(: με τη μορφή της περιστεράς), ούτε βέβαια, παρουσιάστηκε ύστερα από το γεγονός αυτό της Βαπτίσεως του Κυρίου με την μορφή αυτή, παρά μόνο τότε. Εάν λοιπόν εξαιτίας αυτού υποστηρίζεις ότι η αξία του Αγίου Πνεύματος είναι κατώτερη από την αξία του Ιησού, τότε, σύμφωνα με τη σκέψη αυτή και τα Χερουβίμ θα θεωρηθούν πολύ ανώτερα, όσο ανώτερος είναι ο αετός από την περιστερά, αφού τα Χερουβίμ εμφανίστηκαν με την μορφή του αετού (Ιεζ., κεφ.10 και 11). Ακόμη, και οι άλλοι άγγελοι θα ήσαν ανώτεροι, αφού πολλές φορές εμφανίστηκαν με τη μορφή του ανθρώπου. Αλλά δεν είναι ορθές οι σκέψεις αυτές, οπωσδήποτε δεν είναι ορθές. Διότι άλλο πράγμα είναι η αλήθεια της θείας οικονομίας και άλλο η ηθελημένη στιγμιαία εμφάνιση με ορισμένη μορφή.

Συνεπώς μη φέρεσαι με αχαριστία προς τον ευεργέτη σου, ούτε να ανταποδίδεις τα αντίθετα απ΄ό,τι πρέπει σε Εκείνον ο οποίος σου χάρισε την πηγή της ευτυχίας σου. Διότι όπου ισχύει η τιμή της υιοθεσίας, εκεί εξαφανίζονται τα κακά και όλα εν γένει τα αγαθά προσφέρονται. Για τον λόγο, αυτόν, λοιπόν, καταργείται και το ιουδαϊκό βάπτισμα και καθιερώνεται το Χριστιανικό. Δηλαδή, ό,τι έγινε με την εορτή του Πάσχα, το ίδιο συνέβη και με το βάπτισμα. Πραγματικά, και στην περίπτωση εκείνη, αφού εόρτασε και τα δύο Πάσχα, αφενός μεν κατήργησε το ιουδαϊκό, αφετέρου δε θέσπισε το δικό μας. Και στην προκειμένη περίπτωση, βαπτίζεται μεν το ιουδαϊκό βάπτισμα, αλλά συγχρόνως ιδρύει και το βάπτισμα, με το οποίο ανοίγει τις θύρες της Εκκλησίας· και όπως τότε σε ένα τραπέζι, έτσι και τώρα σε ένα ποτάμι, αφού υπηρέτησε τη σκιά, πρόσθεσε και την αλήθεια. Πραγματικά τη χάρη του Αγίου Πνεύματος μόνο το βάπτισμα αυτό την προσφέρει, ενώ το βάπτισμα του Ιωάννου ήταν έρημο από τη δωρεά αυτή.

Γι’ αυτό ακριβώς δε συνέβη τίποτε το παρόμοιο με τους άλλους ανθρώπους, τους οποίους βάπτιζε ο Ιωάννης παρά εμφανίστηκε το Άγιο Πνεύμα μόνο σε Εκείνον, ο οποίος επρόκειτο να το προσφέρει στους ανθρώπους, για να διδαχθείς και το ακόλουθο, μαζί με τα άλλα, ότι δηλαδή, όχι η καθαρότητα του βαπτιστή, αλλά η δύναμη του βαπτιζόμενου έκανε το θαύμα αυτό. Τότε, λοιπόν, και ο ουρανός άνοιξε και το άγιο Πνεύμα κατήλθε. Συνεπώς, μας οδηγεί από τον τρόπο ζωής, τον οποίο καθόριζε η Παλαιά Διαθήκη, σε έναν νέο τρόπο ζωής, τον οποίο καθορίζει η Καινή Διαθήκη, και μας ανοίγει τις πύλες του ουρανού και από εκεί στέλνει το Άγιο Πνεύμα, το οποίο μας προσκαλεί την ουράνια πατρίδα. Και όχι μόνο μας προσκαλεί, αλλά συγχρόνως μας προσφέρει και μεγάλο αξίωμα, διότι δεν μας έκανε αγγέλους ή αρχαγγέλους, αλλά μας κατέστησε αγαπητά παιδιά του Θεού και έτσι μας προσελκύει προς την κληρονομία εκείνη.[…] Για να την επιτύχουμε αυτή και εμείς, ας συντρίψουμε το βαρύ ζυγό των παθών και ας πτερώσουμε τον εαυτό μας για το ταξίδι προς τον ουρανό με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 




Τα Θεοφάνεια

Αρχιμ. Λεβ Ζιλλέ

 

Τὰ Θεοφάνεια εἶναι ἡ πρώτη δημόσια ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ τὴ Γέννησή Του στὴ Βηθλεέμ, ὁ Κύριός μας εἶχε ἀποκαλυφθεῖ σὲ μερικοὺς προνομιούχους. Σήμερα ὅμως, ὅλοι ὅσοι περικύκλωναν τὸν Ἰωάννη, δηλαδὴ οἱ μαθητές του, καὶ ὅλο τὸ πλῆθος ποὺ εἶχε κατεβεῖ στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνη, γίνονται μάρτυρες μιᾶς πολὺ ἐπισημότερης φανέρωσης τοῦ Ἰησοῦ.

Σὲ τί συνίσταται αὐτὴ ἡ φανέρωση; Ἔχει δύο πτυχές. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ πτυχὴ τῆς ταπεινώσεως στὴν ὁποία ὑπόκειται ὁ Κύριος, καὶ ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὸ βάπτισμα. Ἀφ’ ἑτέρου, ἡ πτυχὴ τῆς δόξας, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη μαρτυρία ποὺ ὁ Πρόδρομος δίνει γιὰ τὸν Ἰησοῦ καί, σ’ ἕνα ἐπίπεδο ἀπείρως ἀνώτερο, ἡ θεία μαρτυρία ποὺ ὁ Πατὴρ καὶ τὸ Πνεῦμα παρέχουν γιὰ τὸν Υἱό.

Θὰ ἐξετάσουμε ἀπὸ κοντὰ καὶ τὶς δύο πτυχές· πρῶτα ὅμως ἂς κρατήσουμε τοῦτο: κάθε φανέρωση τοῦ Χριστοῦ, τόσο μέσα στὴν Ἱστορία ὅσο καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ζωὴ κάθε ἀνθρώπου, εἶναι φανέρωση δόξας καὶ ταπεινώσεως ταυτοχρόνως. Ὅποιος διαχωρίζει αὐτὲς τὶς δύο πτυχὲς τοῦ Χριστοῦ, κάνει σφάλμα ποὺ διαστρεβλώνει ὅλη τὴν πνευματικὴ ζωή. Δὲν μπορῶ νὰ πλησιάσω τὸν δοξασμένο Χριστὸ χωρὶς τὴν ἴδια στιγμὴ νὰ πλησιάσω τὸν ταπεινωμένο Χριστό, οὔτε νὰ πλησιάσω τὸν Χριστὸ στὴν ταπείνωση Τοῦ χωρὶς τὴ δόξα Του. Ἂν ἐπιθυμῶ νὰ φανερωθεῖ μέσα μου, μέσα στὴ ζωή μου, αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μόνον ἂν ἀγκαλιάσω Αὐτὸν ποὺ ὁ ἱερὸς Αὐγουστίνος μὲ θερμὴ ἀφοσίωση ὀνόμαζε ὁ ταπεινὸς Χριστὸς καὶ ἂν μὲ τὸ ἴδιο σκίρτημα λατρεύσω Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι Θεός, Βασιλεὺς καὶ Νικητής. Νὰ τὸ πρῶτο δίδαγμα τῶν Θεοφανείων.

Ἡ ταπείνωση τῶν Θεοφανείων συνίσταται στὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Χριστὸς ὑποβάλλει τὸν ἑαυτό Του στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου ποὺ εἶναι βάπτισμα μετανοίας. Ἐκεῖνος κατ’ ἀρχὴν ἀρνεῖται, ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς ἐπιμένει: «Ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην». (Ματθ. 3:13-15). Χωρὶς ἀμφιβολία, ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἐξαγνισμὸ ἐκ μέρους τοῦ Ἰωάννη, ἀλλὰ τὸ βάπτισμα ποὺ πρόσφερε ὁ Ἰωάννης, αὐτὸ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας μὲ σκοπὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, προετοίμαζε γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Μεσσία. Καὶ ὁ Ἰησοῦς, πρὶν κηρύξει τὴν ἔλευση αὐτῆς τῆς Βασιλείας, θέλησε νὰ περάσει καὶ νὰ κάνει κι ὁ Ἴδιος χρήση ὅλων τῶν προπαρασκευαστικῶν φάσεων.

Ἐνῶ ἦταν Αὐτὸς τὸ πλήρωμα, θέλησε νὰ ἀναλάβει ὅλα ἐκεῖνα ποὺ ἦταν ἀκόμη ἀτελῆ καὶ ἀσυμπλήρωτα. Δεχόμενος ὅμως τὸ Ἰωάννειο βάπτισμα ὁ Ἰησοῦς ἔκανε κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία ἁπλὴ ἐπιδοκιμασία καὶ ἐπίσημη ἐπικύρωση μιᾶς τελετῆς πρὶν τὴν μεταβάλλει, πρὶν τὴν ἐντάξει ὡς ἀτελῆ στὸ τέλειο. Αὐτὸς ποὺ ἦταν ἀναμάρτητος ἔγινε φορέας τῶν ἁμαρτιῶν μας, τῆς ἁμαρτίας τοῦ κόσμου, καί, στὸ ὄνομα ὅλων τῶν ἁμαρτωλῶν, ἔκανε μία δημόσια κίνηση μετανοίας. Θέλησε ἀκόμη νὰ μᾶς διδάξει τὴν ἀνάγκη τῆς μετανοίας καὶ τῆς μεταστροφῆς· πρὶν ἀκόμη πλησιάσουμε τὸ χριστιανικὸ βάπτισμα, πρέπει νὰ δεχτοῦμε τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, δηλαδὴ νὰ περάσουμε ἀπὸ μία ἀλλαγὴ νοῦ, ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ καταστροφή. Πρέπει νὰ ἐπιδείξουμε ἀληθινὴ συντριβὴ γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας. Σὲ ὅ,τι μᾶς ἀφορᾶ, ἡ μετάνοια εἶναι ἡ ταπεινὴ πλευρὰ τῶν Θεοφανείων.

Καὶ ἐδῶ, πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸν περιορισμένο ὁρίζοντα τοῦ Ἰωάννειου βαπτίσματος, γιὰ νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ἐμεῖς εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Χριστῷ. Τὸ χριστιανικό μας βάπτισμα μᾶς ἔπλυνε καὶ μᾶς ἐξάγνισε. Κατήργησε μέσα μας τὸ προπατορικὸ ἁμάρ- τημα καὶ μᾶς ἔκανε καινὴ κτίση. Προφανῶς ἤμαστε παιδιὰ ὅταν βαπτιστήκαμε. Ἡ χάρη τοῦ Μυστηρίου ὑπῆρξε ἡ θεία ἀνταπόκριση ὄχι στὸ δικό μας προσωπικὸ αἴτημα, ἀλλὰ στὴν πίστη ἐκείνων ποὺ μᾶς ὁδήγησαν στὸ βάπτισμα καὶ στὴν πίστη ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας ποὺ μᾶς ἀναδέχθηκε. Ἡ βαπτιστικὴ λοιπὸν αὐτὴ χάρη ὑπῆρξε κατὰ κάποιο τρόπο προσωρινὴ καὶ ὑπὸ προϋποθέσεις: μεγαλώνοντας καὶ ἀποκτώντας συνείδηση τῶν πραγμάτων, θὰ ἐπικυρώναμε μέσα ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη ἐπιλογή μας τὴν πράξη τοῦ βαπτίσματός μας.

Τὰ Θεοφάνεια εἶναι καθ’ ὑπερβολὴ ἡ γιορτὴ τοῦ βαπτίσματος, ὄχι μόνον τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ δικοῦ μας. Εἶναι μία θαυμαστὴ εὐκαιρία νὰ ἀνανεώσουμε τὸ πνεῦμα τοῦ βαπτίσματος ποὺ δεχθήκαμε καὶ νὰ ἀναζωπυρώσουμε τὴ χάρη τὴν ὁποία μᾶς ἐπιδαψίλευσε. Διότι, ἡ χάρη τῶν Μυστηρίων, ἀκόμη κι ἂν διακοπεῖ ἢ ἀνασταλεῖ λόγω τῆς ἁμαρτίας, μπορεῖ νὰ ἀναβιώσει μέσα μας, ἐὰν στραφοῦμε καὶ πάλι εἰλικρινὰ πρὸς τὸν Θεό. Στὴ σημερινὴ γιορτὴ τῶν Θεοφανείων, ἂς ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς λούσει καὶ πάλι, πνευματικά, ὄχι μὲ τὴν ὑλικὴ ἔννοια, στὰ νερὰ τοῦ βαπτίσματός μας. Ἂς βυθίσουμε ἐκεῖ τὴν παλιὰ ἁμαρτωλή μας φύση, διότι τὸ βάπτισμα εἶναι ἕνας μυστικὸς θάνατος- ἂς διασχίσουμε τὴν Ἐρυθρὰ Θάλασσα ποὺ χωρίζει τὴν αἰχμαλωσία ἀπὸ τὴν ἐλευθερία καὶ ἂς βαπτιστοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦ στὸν Ἰορδάνη, γιὰ νὰ καθαριστοῦμε, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἰωάννη ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο.

(Περιοδικό – ΑΓΙΑ ΖΩΝΗ «Ἐγεννήθη ὁ Χριστὸς». Ἐκδ. Ἀκρίτα)




Ἀπόσπασμα ὁμιλίας εἰς τά Ἅγια Φῶτα

Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου

Μέ τήν γέννησιν λοιπόν ἔχομεν προεορτάσει τά πρέποντα καί ἐγώ ὁ ὁποῖος προεξάρχω εἰς τήν ἑορτήν καί σεῖς καί ὅλα τά ἐγκόσμια καί τά ὑπερκόσμια ὄντα. Ἔχομεν τρέξει μαζί μέ τόν ἀστέρα καί ἔχομεν προσκυνήσει μαζί μέ τούς μάγους, (Ματθ. 2, 10), ἔχομεν φωτισθῆ μαζί μέ τούς ποιμένας (Λουκ. 2, 7) καί ἔχομεν δοξάσει μαζί μέ τούς ἀγγέλους, τόν ἔχομεν δεχθῆ εἰς τάς ἀγκάλας μας μαζί μέ τόν Συμεών (Λουκ. 2, 13 ἑ). Καί τόν ἔχομεν δοξολογήσει μαζί μέ τήν ἀξιοσέβαστον καί σώφρονα ἐκείνην Ἄννα (Λουκᾶ. 2, 36 ἑ ). Καί ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἦλθε κατά τρόπον ξένον πρός τήν φύσιν του εἰς τόν ἰδικόν του τόπον, διότι ἐδόξασε τόν ξένον. Τώρα δέ πρόκειται δι᾿ ἄλλην πρᾶξιν τοῦ Χριστοῦ καί δι᾿ ἄλλο μυστήριον.

Δέν ἠμπορῶ νά συγκρατήσω τήν χαράν μου. Νιώθω νά γεμίζω ἀπό Θεόν. Λίγο ἀκόμη καί θά ἀρχίσω νά κηρύσσω τήν εὐχάριστον ἀγγελίαν, ὅπως ὁ Ἰωάννης, ἔστω καί ἄν δέν εἶμαι πρόδρομος, πάντως θά τό κάμω ἀπό τήν ἐρημίαν. Ὁ Χριστός φωτίζεται, ἄς φωτισθῶμεν μαζί του.

Ὁ Χριστός βαπτίζεται, ἄς κατέβωμεν μαζί του (εἰς τόν ποταμόν) διά νά ἀνέβωμεν καί μαζί του. Ὁ Ἰησοῦς βαπτίζεται. Θά πρέπει νά προσέξωμεν μόνον τό βάπτισμα ἤ καί ὅλα τά ἄλλα; Δηλαδή ποῖος ἦτο, ἀπό ποῖον ἐβαπτίσθη καί πότε ἐβαπτίσθη; Ὅτι ἦτο καθαρός, ὅτι ἐβαπτίσθη ἀπό τόν Ἰωάννην καί ὅτι μετά ἤρχισε τά θαύματα; Διά νά μάθωμεν τί καί διά νά διαπαιδαγωγηθῶμεν εἰς τί; Ὅτι α) πρέπει νά καθαριζώμεθα προηγουμένως, β) νά εἴμεθα ταπεινόφρονες καί γ) νά κηρύσσωμεν μόνον ὅταν εἴμεθα ὁλοκληρωμένοι κατά τήν πνευματικήν καί σωματικήν ἡλικίαν. Τό πρῶτον (πρέπει νά τό εἴπωμεν) πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σκοπεύουν νά βαπτισθοῦν, ἐνῶ δέν ἔχουν προηγουμένως προετοιμασθῆ καί ἐνῶ δέν παρέχουν ἐγγυήσεις μέ τήν συνήθειάν των νά πράττουν τό καλόν, ὅτι ἡ λύτρωσίς των θά παραμείνῃ σταθερά. Διότι ἐάν τό χάρισμα (διότι πράγματι εἶναι χάρισμα) παρέχει ἄφεσιν τῶν παρελθόντων, τότε εἶναι περισσότερον ταιριαστόν πρός τήν εὐσέβειαν τό νά μήν ξαναγυρίσωμεν εἰς ἐκεῖνα τά ὁποῖα ἔχομεν ἐμέσει. Τό δεύτερον ἀναφέρεται εἰς εκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπερηφανεύονται ἔναντι τῶν ἱερέων, ἄν εἶναι κάπως ἀνώτεροι ἀπό αὐτούς. Τό τρίτον δέ πρός ἐκείνους οἱ ὁποῖοι βασίζονται εἰς τόν νεανικόν των ἐνθουσιασμόν καί νομίζουν ὅτι ἡ κάθε περίστασις εἶναι κατάλληλος διά διδασκαλίαν ἤ κατάληψιν τῆς πρωτοκαθεδρίας.

Ὁ Ἰησοῦς ὑποβάλλεται εἰς κάθαρσιν καί σύ τήν περιφρονεῖς; (Καθαρίζεται) ὑπό τοῦ Ἰωάννου, καί σύ ἐπαναστατεῖς ἐναντίον τοῦ κήρυκός σου; Καθαρίζεται ὅταν εἶναι ἤδη τριάκοντα ἐτῶν, καί σύ προτοῦ κἄν βγάλῃς γένεια διδάσκεις τούς γέροντας ἤ τοὐλάχιστον νομίζεις ὅτι τούς διδάσκεις, ἐνῷ οὔτε ἡ ἡλικία οὔτε καί, ἐνδεχομένως, ἡ συμπεριφορά σου σέ κάνουν ἄξιον σεβασμοῦ; Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν δέ ἔρχονται εἰς τήν γλῶσσαν τά παραδείγματα τοῦ Δανιήλ καί τῶν ἄλλων νέων κριτῶν, ἐπειδή καθένας ὁ ὁποῖος ἀδικεῖ, εὔκολα βρίσκει δικαιολογίας. Δέν ἀποτελεῖ ὅμως νόμον τῆς Ἐκκλησίας ἐκεῖνο τό ὁποῖον εἶναι κάτι σπάνιον, ὅπως τήν ἄνοιξιν δέν τήν φέρει ἕνα μόνον χελιδόνι, ὅπως δέν κάνει καί μία μόνον γραμμή τόν γεωμέτρην, ἤ ἕνα μόνον ταξίδι τόν ναυτικόν.
Ὁ Ἰωάννης ὅμως βαπτίζει καί ἔρχεται νά βαπτισθῇ ὁ Ἰησοῦς, διά νά ἁγιάσῃ μέν ἐνδεχομένως καί τόν βαπτιστήν, ὅπως εἶναι δέ καταφανές, διά νά θάψῃ μέσα εἰς τό ὕδωρ ὅλον τόν παλαιόν Ἀδάμ καί νά ἁγιάσῃ πρίν ἀπ᾿ αὐτούς καί χάριν αὐτῶν τόν Ἰορδάνην. Ὅπως δέ ὁ ἴδιος ἦταν πνεῦμα καί σάρξ, ἔτσι δίδει τήν πνευματικήν ὁλοκλήρωσιν μέ Πνεῦμα καί ὕδωρ. Ὁ βαπτιστής δέν δέχεται καί ὁ Ἰησοῦς ἀγωνίζεται (νά τόν πείσῃ). «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκην νά βαπτισθῶ ἀπό σένα» λέγει ὁ λύχνος εἰς τόν Ἥλιον, ἡ φωνή εἰς τόν Λόγον, ὁ φίλος εἰς τόν Νυμφίον, ὁ ἀνώτερος ἀπό κάθε ἄλλο γέννημα γυναικός (Ματθ. 11, 11) εἰς τόν Πρωτότοκον ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας (Κολ. 1, 15), ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐσκίρτησεν ἐνῶ εὑρίσκετο μέσα εἰς τήν κοιλίαν εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπροσκυνήθη μέσα εἰς τήν κοιλίαν, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προέτρεξε καί ὁ ὁποῖος θά προτρέξῃ εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐφάνη καί θά φανῇ. «Ἐγώ ἔχω ἀνάγκην νά βαπτισθῶ ἀπό σένα» – πρόσθεσε καί «δι᾿ ἐσέ» (διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἐπρόκειτο νά βαπτισθῇ μέ τό μαρτύριον) ἤ, ὅπως ὁ Πέτρος, τό ὅτι θά καθαρίσῃς ὄχι μόνον τούς πόδας – «καί σύ ἔρχεσαι πρός ἐμέ; » (Ματθ. 3, 14). Καί τοῦτο εἶναι προφητικόν. Διότι ἐγνώριζεν ὅτι ὅπως μετά τόν Ἡρώδην ἐπρόκειτο νά καταληφθῇ ἀπό μανίαν ὁ Πιλᾶτος, ἔτσι καί μετά ἀπ᾿ αὐτόν, ὁ ὁποῖος θά ἔφευγε προηγουμένως, θά ἀκολουθοῦσε ὁ Ἰησοῦς. Τί δέ λέγει ὁ Ἰησοῦς; «Ἄφησε τώρα τάς ἀντιρρήσεις» (Ματθ. 3, 15), διότι αὐτό ἀπαιτοῦσε τό θεῖον σχέδιον. Διότι ἐγνώριζεν ὅτι μετ᾿ ὀλίγον ἐπρόκειτο νά βαπτίσῃ αὐτός τόν βαπτιστήν. Τί δέ εἶναι τό φτυάρι (Ματθ. 3, 12); Ἡ κάθαρσις. Τί εἶναι δέ τό πῦρ (Ματθ. 3, 10); Τό κάψιμον κάθε ἀνοήτου πράγματος καί ἡ ἀναζωπύρωσις τοῦ πνεύματος. Τί εἶναι δέ ἡ ἀξίνη; Τό κόψιμον τῆς ψυχῆς, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἔχει γεμίσει μέ ἀκαθαρσίας, ἔχει καταστῆ ἀθεράπευτος. Τί εἶναι δέ ἡ μάχαιρα (Ματθ. 10, 34); Ἡ τομή τήν ὁποίαν κάνει ὁ Λόγος καί ἡ ὁποία ξεχωρίζει τό κακόν ἀπό τό καλόν καί τόν πιστόν ἀπό τόν ἄπιστον καί ἡ ὁποία κάνει τόν υἱόν καί τήν θυγατέρα καί τήν νύμφην νά ἐπαναστατοῦν κατά τοῦ πατρός καί τῆς μητρός καί τῆς πενθερᾶς (Ματθ. 10, 35), καί τά νέα καί πρόσφατα (νά ἐπαναστατοῦν) κατά τῶν παλαιῶν τά ὁποῖα εἶναι σκιώδη. Τί εἶναι δέ τό κορδόνι τοῦ ὑποδήματος (Ματθ. 3, 11), τό ὁποῖον δέν ἠμπορεῖς νά λύσῃς σύ ὁ ὁποῖος βαπτίζεις τόν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἔζησες εἰς τήν ἐρημίαν μέ νηστείαν, ὁ νέος Ἠλίας, ὁ ὁποῖος εἶσαι κάτι ἀνώτερον καί ἀπό προφήτην (Ματθ. 11, 9), ἐφόσον εἶδες καί ἐκεῖνον τόν ὁποῖον εἶχες προφητεύσει καί ὁ ὁποῖος συνδέεις τήν Παλαιάν μέ τήν Καινήν Διαθήκην; Τί εἶναι τοῦτο; Ἐνδεχομένως ὁ λόγος περί τῆς ἐλεύσεως εἰς τήν γῆν καί περί τῆς σαρκός, τοῦ ὁποίου καί τό ἐλάχιστον ἀκόμη τμῆμα εἶναι ἀδύνατον νά γίνῃ κατανοητόν, ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀκόμη σαρκικόν φρόνημα καί εἶναι ἀκόμη νήπια εἰς τόν Χριστιανισμόν, ἀλλά καί εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διαθέτουν τό Πνεῦμα τοῦ Ἰωάννου.
Ἀλλά καί ἀνεβαίνει ἀπό τό ὕδωρ ὁ Ἰησοῦς. Ἀνεβάζει δέ μαζί του καί τόν κόσμον καί βλέπει νά σχίζωνται οἱ οὐρανοί, τούς ὁποίους ὁ Ἀδάμ εἶχε κλείσει διά τόν ἑαυτόν του καί διά τούς ἀπογόνους του, ὅπως εἶχε κλείσει καί μέ τήν μάχαιραν τοῦ πυρός τόν Παράδεισον (Γεν. 3, 24). Καί τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ τήν Θεότητα (διότι τό ὅμοιον σπεύδει πρός τό ὅμοιον) καί ἡ φωνή ἀπό τούς οὐρανούς (Ματθ. 3, 17) (διότι ἀπ᾿ ἐκεῖ προερχόταν ἐκεῖνος διά τόν ὁποῖον ἐδίδετο ἡ μαρτυρία). Ἐμφανίζεται δέ ὡσάν περιστέρι (Λουκ. 3, 22) (διότι τιμᾷ τό σῶμα, ἀφοῦ καί αὐτό γίνεται Θεός μέ τήν θέωσιν, ὅταν αὐτή θεωρῆται ἀπό τήν πλευράν τοῦ σώματος) καί λόγῳ τοῦ ὅτι εἶναι ἀπό πολύ παλαιά συνηθισμένο νά φέρῃ τήν εὐχάριστον ἀγγελίαν τῆς παύσεως τοῦ κατακλυσμοῦ τό περιστέρι (Γεν. 8, 10 ἑ). Ἐάν δέ κρίνῃς τήν θεότητα μέ ὄγκους καί μέ σταθμά, καί διά τόν λόγον αὐτόν σοῦ φαίνεται μικρόν τό Πνεῦμα, ἐπειδή παρουσιάζεται μέ μορφήν περιστεριοῦ, ὦ ἀνόητε καί μικρόψυχε διά τά πιό μεγάλα, εἶναι καιρός νά δυσφημίσῃς καί τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἐπειδή παρομοιάζεται μέ ἕνα σπειρί ἀπό σινάπι (Ματθ. 13, 31 ἑ), καί νά ὑπερυψώνῃς τόν διάβολον πιό πολύ ἀπό τήν μεγαλειότητα τοῦ Ἰησοῦ, ἐπειδή αὐτός μέν ὀνομάζεται βουνό μέγα (Ζαχ. 4, 7) καί Λεβιάθαν καί βασιλεύς ὅσων εὑρίσκονται εἰς τά ὕδατα ἐνῶ ὁ Ἰησοῦς ὀνομάζεται ἀρνίον (Ἰω. 1, 29) καί μαργαρίτης (Ματθ. 13, 46) καί σταγών καί ἄλλα παρόμοια.
Ἐπειδή δέ σήμερα πανηγυρίζομεν τό βάπτισμα καί πρέπει νά κακοπαθήσωμεν ὀλίγον πρός χάριν ἐκείνου ὁ ὁποῖος πρός χάριν μας ἔγινεν ὅπως ἐμεῖς καί ἐβαπτίσθη καί ἐσταυρώθη, ἄς ἐξετάσωμεν φιλοσοφικά κάτι σχετικόν μέ τήν διαφοράν τῶν βαπτισμάτων, διά νά φύγωμεν ἀπ᾿ ἐδῶ καθαρισμένοι. Ὁ Μωϋσῆς ἐβάπτισεν εἰς τό ὕδωρ καί πρίν ἀπ᾿ αὐτό εἰς τήν νεφέλην καί εἰς τήν θάλασσαν (Ἐξ. 14, 23). Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε σύμβολον, ὅπως πιστεύει καί ὁ Παῦλος. Ἡ θάλασσα τοῦ νεροῦ, ἡ νεφέλη τοῦ Πνεύματος, τό μάννα τοῦ ἄρτου τῆς ζωῆς, καί τό ὕδωρ, τό ὁποῖον ἔπιναν, τοῦ οὐρανίου ποτοῦ (Α´ Κορ. 10, 1 ἑ). Καί ὁ Ἰωάννης ἐβάπτισεν, ἀλλά ὄχι τελείως ἰουδαϊκά, ἐπειδή δέν ἐβάπτισεν μόνον εἰς τό ὕδωρ ἀλλά καί εἰς τήν μετάνοιαν. Ὄχι ὅμως καί ὁλότελα πνευματικά, ἐπειδή δέν προσθέτει καί τό «εἰς τό Πνεῦμα». Βαπτίζει καί ὁ Ἰησοῦς, ἀλλά εἰς τό Πνεῦμα. Αὐτό εἶναι ἡ τελειότης. Καί πῶς δέν εἶναι Θεός, διά νά γίνω καί λίγο παράτολμος, ἐκεῖνος ἀπό τόν ὁποῖον θά γίνῃς καί σύ Θεός; Γνωρίζω καί τέταρτον βάπτισμα, τό βάπτισμα τοῦ μαρτυρίου καί τοῦ αἵματος, εἰς τό ὁποῖον ἐβαπτίσθη καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, καί τό ὁποῖον εἶναι πολύ πιό ἀξιοσέβαστον ἀπό τά ἄλλα, καθόσον δέν μολύνεται ἀπό μεταγενέστερα ἁμαρτήματα. Γνωρίζω καί πέμπτον ἀκόμη, τό βάπτισμα τῶν δακρύων, τό ὁποῖον εἶναι ἀκόμη πιό ἐπίπονον, ὅπως «ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος βρέχει κάθε νύκτα τό κρεββάτι καί τά στρώματά του μέ δάκρυα» (Ψαλ. 6, 7), τοῦ ὁποίου «αἱ πληγαί τῆς κακίας μυρίζουν ἄσχημα καί ἔχουν σαπίσει» (Ψαλ. 37, 6), ὁ ὁποῖος «πενθεῖ καί βαδίζει μέ σκυμμένο κεφάλι» (Αὐτόθι 7) καί ὁ ὁποῖος μιμεῖται τήν ἐπιστροφήν τοῦ Μανασσῆ καί τήν ταπείνωσιν τῶν κατοίκων τῆς Νινευΐ, ἡ ὁποία τούς ἐξησφάλισε τήν συγχώρησιν ( Ἰων. 3, 5), ὁ ὁποῖος, ἀκόμη, λέγει αὐτά τά ὁποῖα εἶπεν ὁ τελώνης εἰς τόν ναόν καί ἐκέρδισε τήν συγχώρησιν ἀντί διά τόν καυχησιάρην φαρισαῖον (Λουκ. 18, 13 ἑ), καί ὁ ὁποῖος σκύβει μέ ταπείνωσιν, ὅπως ἡ Χαναναία (Ματθ. 15, 22 ἑ), καί ζητεῖ νά τόν εὐσπλαχνισθοῦν καί νά τοῦ δώσουν ὡς τροφήν ψίχουλα, τήν τροφήν δηλαδή τήν ὁποίαν τρώγει ὁ σκύλος ὅταν εἶναι πολύ πεινασμένος.
Ἐγώ μέν λοιπόν (ἐπειδή ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ζῶον εὐμετάβλητον καί μεταβλητῆς φύσεως) καί τοῦτο τό δέχομαι μέ προθυμίαν, καί προσκυνῶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος τό ἔδωσε, καί τό δίδω καί εἰς τούς ἄλλους, καί προσφέρω φιλανθρωπίαν ἔναντι τῆς φιλανθρωπίας ἡ ὁποία μοῦ προσφέρεται. Διότι γνωρίζω ὅτι καί ἐγώ εἶμαι ἄνθρωπος ἀδύνατος, καί ὅτι μέ ὅποιο μέτρο θά κρίνω μέ τό ἴδιο θά κριθῶ (Ματθ. 7, 2). Σύ δέ τί λέγεις καί τί νόμους βγάζεις, ὦ νέε φαρισαῖε, ὁ ὁποῖος εἶσαι καθαρός μέν ὡς πρός τό ὄνομα ἀλλά ὄχι καί ὡς πρός τήν ψυχικήν διάθεσιν, καί ὁ ὁποῖος, ἐνῶ εἶσαι τό ἴδιο ἀδύνατος μέ τούς ἄλλους, διακηρύσσεις μέ ἔπαρσιν τάς δοξασίας τοῦ Νοβάτου; Δέν δέχεσαι τήν μετάνοιαν; Δέν συγκινεῖσαι μέ τούς ὀδυρμούς; Δέν χύνεις οὔτε ἕνα δάκρυ; Μακάρι νά μήν συναντήσῃς οὔτε σύ τέτοιον κριτήν. Δέν σέβεσαι τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Ἰησοῦ, ὁ ὁποῖος πῆρε τάς ἀδυναμίας μας καί ἐσήκωσε τάς ἀσθενείας μας (Πρβλ. Ἠσ. 53, 4), ὁ ὁποῖος ἦλθε ὄχι διά τούς δικαίους, ἀλλά διά νά μετανοήσουν οἱ ἁμαρτωλοί (Λουκ. 5, 32), ὁ ὁποῖος «θέλει τήν εὐσπλαγνίαν περισσότερον ἀπό τήν θυσίαν» (Ὠσ. 6, 6), ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ τά ἁμαρτήματα ἑβδομήντα ἑπτά φοράς (Ματθ. 18, 22); Πόσο ἀξιομακάριστη θά ἦταν ἡ ὑψηλοφροσύνη σου, ἄν ἦταν καθαρότης καί ὄχι ἀνόητη κενοδοξία, ἡ ὁποία θέτει νόμους ἀνωτέρους ἀπό τάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου καί ἀντικαθιστᾷ τήν μετάνοιαν μέ τήν ἀπόγνωσιν. Διότι τό ἴδιο κακά εἶναι καί ἡ χωρίς σωφροσύνην συγχώρησις καί ἡ χωρίς συγχώρησιν καταδίκη, ἐπειδή ἡ μέν πρώτη ἀφήνει τελείως ἐλεύθερα τά χαλινάρια ἐνῶ ἡ δευτέρα προκαλεῖ ἀπόγνωσιν μέ τήν σκληρότητά της. Δεῖξέ μου τήν καθαρότητά σου, καί τότε θά δεχθῶ νά ὑπερηφανεύεσαι. Τώρα ὅμως φοβοῦμαι μήπως, ἐνῶ εἶσαι γεμᾶτος ἀπό πληγάς, βάλης μέσα ἐκεῖνο τό ὁποῖον παραμένει ἀθεράπευτον. Οὔτε δέχεσαι μετανοημένον τόν Δαβίδ, ὁ ὁποῖος μέ τήν μετάνοιάν του διετήρησε τό προφητικόν του χάρισμα; Οὔτε τόν Πέτρον τόν μεγάλον, ὁ ὁποῖος ἔπαθε κάτι ἀνθρώπινον κατά τήν διάρκειαν τοῦ σωτηρίου πάθους (Ματθ. 26, 70); Ὁ Ἰησοῦς δέ τόν ἐδέχθη καί μέ τήν τριπλῆν ἐρώτησιν καί τήν τριπλῆν ὁμολογίαν ἐθεράπευσε τήν τριπλῆν ἄρνησιν (Ἰω. 21, 15-17). Ἤ δέν δέχεσαι οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐτελειοποιήθη μέ τό αἷμα του; Καί αὐτό ἀποτελεῖ ἕνα ἀκόμη δεῖγμα τῆς σκληρότητός σου. Οὔτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος παρενόμησεν εἰς τήν Κόρινθον (Α´ Κορ. 5, 1-13); Ὁ Παῦλος δέ ὑπέδειξεν ὡς ποινήν τήν ἀγάπην, ἐπειδή εἶδε τήν διόρθωσιν καί τό αἴτιον τῆς διορθώσεως, «διά νά μήν χαθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶχεν ἁμαρτήσει ἀπό τήν ὑπερβολικήν ἐπιτίμησιν» (Β´ Κορ. 2, 7). Οὔτε ἐπιτρέπεις εἰς τάς νέας χήρας νά ὑπανδρεύωνται, ἐπειδή ἡ ἡλικία των εἶναι εὔκολον νά παρεκκλίνῃ πρός τήν ἁμαρτίαν; Αὐτό ὅμως τό ἐτόλμησεν ὁ Παῦλος (Α´ Τιμ. 5, 14), τοῦ ὁποίου σύ γίνεσαι διδάσκαλος, ὡσάν νά εἶχες ἀναβῆ μέχρι τόν τέταρτον οὐρανόν καί εἰς ἄλλον Παράδεισον, ὡσάν νά εἶχες ἀκούσει πιό ἀπόρρητα πράγματα, καί νά εἶχες ὁδηγήσει εἰς τό Εὐαγγέλιον μεγαλύτερον ἀριθμόν ἀνθρώπων.
Ἀλλά αὐτά δέν γίνονται μετά τό βάπτισμα, λέγει κάποιος. Ποία εἶναι ἡ ἀπόδειξις διά τοῦτο; Ἤ παρουσίαζε ἀποδείξεις, ἤ μήν κατακρίνῃς. Ἐάν δέ τό πρᾶγμα εἶναι ἀμφίβολον, ἄς ὑπερισχύῃ ἡ ἀγάπη πρός τόν ἄνθρωπον. Ἀλλά ὁ Νοβᾶτος, λέγει, δέν ἐδέχθη ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχαν πέσει κατά τήν διάρκειαν τοῦ διωγμοῦ. Καί τί εἶναι αὐτό; Ἐάν μέν δέν εἶχαν μετανοήσει, τότε εἶχε δίκαιον, διότι οὔτε ἐγώ δέχομαι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δέν μετανοοῦν, ἤ δέν μετανοοῦν ὅσο πρέπει, καί δέν παρουσιάζουν ὡς ἀντάλλαγμα διά τό κακόν τήν διόρθωσιν, καί ὅταν τούς δεχθῶ, τούς τοποθετῶ εἰς τήν ἀνάλογον θέσιν. Ἄν ὅμως δέν δέχεται ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουν λυώσει ἀπό τά δάκρυα, δέν θά τόν μιμηθῶ. Καί διατί θά πρέπει νά ἀποτελέσῃ νόμον δι᾿ ἐμέ ἡ μισανθρωπία τοῦ Νοβάτου, ὁ ὁποῖος τήν μέν πλεονεξίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δευτέραν εἰδωλολατρίαν (Ἐφ. 5, 5), δέν τήν κατεδίκασε, ἐνῶ κατεδίκασε τόσον σκληρά τήν πορνεία, ὡσάν νά ἦτο ἄσαρκος καί ἀσώματος; Τί λέγετε; Σᾶς πείθομεν μέ τούς λόγους αὐτούς; Ἐμπρός, ἐλᾶτε μαζί μέ μᾶς, τούς ἀνθρώπους! Ἄς δοξολογήσωμεν μαζί τόν Κύριον. Ἄς μήν τολμήσῃ κανείς ἀπό σᾶς νά εἴπῃ, ἔστω καί ἄν ἔχῃ πολύ μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τόν ἑαυτόν του· «μή μέ ἀγγίσῃς διότι εἶμαι καθαρός» (Ἠσ. 65, 5), ἤ «καί ποῖος εἶναι ὅπως εἶμαι ἐγώ; ». Δῶστε καί σέ μᾶς ἀπό τήν λαμπρότητά σας. Ἀλλά δέν σᾶς πείθομεν; Τότε θά κλάψωμεν πρός χάριν σας. Αὐτοί μέν λοιπόν, ἄν μέν θέλουν, ἄς ἀκολουθήσουν τόν δρόμον μας καί τόν δρόμον τοῦ Χριστοῦ, ἄν δέ δέν θέλουν, τότε ἄς ἀκολουθήσουν τόν δρόμον των. Ἴσως εἰς ἐκεῖνον νά βαπτισθοῦν ἀπό τήν φωτίαν, τό τελευταῖον βάπτισμα καί τό πιό ἐπίπονον καί πιό μακροχρόνιον, τό ὁποῖον κατακαίει τήν ὕλην, ὡσάν χόρτον, καί ἐξαφανίζει τήν ματαιοδοξίαν κάθε κακίας.
Ἐμεῖς δέ ἄς τιμήσωμεν σήμερα τό βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ καί ἄς τό ἑορτάσωμεν σωστά μέ τό νά εὐφραινώμεθα πνευματικά καί ὄχι νά περιποιούμεθα τήν κοιλίαν μας. Θά εὐφρανθοῦμεν δέ μέ ποῖον τρόπον; «Λουσθῆτε διά νά καθαρισθῆτε» (Ἠσ. 1, 16). Ἄν μέν εἶσθε κόκκινοι ἀπό τήν ἁμαρτίαν καί ὀλιγώτερον κόκκινοι ἀπό τό αἷμα, τότε νά γίνετε λευκοί ὅπως τό χιόνι. Ἄν δέ εἶσθε κόκκινοι καί ἄνθρωποι γεμᾶτοι ἀπό αἵματα, τότε ἄς φθάσετε ἔστω καί τήν λευκότητα τοῦ μαλλιοῦ. Πάντως καθαρισθῆτε καί φροντίζετε νά καθαρίζεσθε, ἐπειδή μέ τίποτε ἄλλο δέν χαίρεται τόσον πολύ ὁ Θεός, ὅσο μέ τήν διόρθωσιν καί τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου, χάριν τοῦ ὁποίου ἔχουν λεχθῆ τά πάντα καί ἔχουν δοθῆ ὅλα τά μυστήρια, διά νά γίνετε φωτεινά ἀστέρια διά τόν κόσμον (Φιλιπ. 2, 15) καί δύναμις ζωτική διά τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Διά νά παρουσιασθῆτε ὡσάν τέλεια φῶτα εἰς τό μεγάλο φῶς, καί νά μυηθῆτε εἰς τήν φωταγωγίαν ἡ ὁποία πηγάζει ἀπό ἐκεῖ, παίρνοντες φῶς καθαρώτερον καί δυνατότερον ἀπό τήν Τριάδα, τῆς ὁποίας σήμερα ἔχετε ὑποδεχθῆ τήν μίαν αὐγήν ἀπό τήν Θεότητα, εἰς τό πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας, εἰς τόν ὁποῖον ἀνήκει ἡ δόξα καί ἡ ἐξουσία εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.




Τα κάλαντα των Χριστουγέννων από τα παιδιά μας

Την Κυριακή ενα τμήμα απο τα παιδιά των κατηχητικών μας σχολείων μας επιφύλαξαν μια έκπληξη μετά τη Θεία Λειτουργία. Μερικά παιδιά μαζί με τους κατηχητές τους μας έψαλλαν τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα και μας ευχήθηκαν καλά Χριστούγεννα.

Σας ευχόμαστε καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένο το νέο έτος.

 

 

 

Το χριστουγεννιάτικο δεντράκι μας με ευχές απο τα παιδιά της συντροφιάς μας

Τα μικρά μας αδέλφια στολίζουν το δεντρο

Καλά Χριστούγεννα και ευτυχισμένος ο νέος χρόνος




Χριστούγεννα

Μακαριστός μητροπολίτης Anthony Bloom

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ κείμενα τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἀναφέρεται ὅτι μέχρι πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Κυρίου ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε παρακμάσει στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, δεδομένου ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶχε χάσει τὴν ἐπαφή του μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἡ κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων εἶχε καταστεῖ ἀμυδρή. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀναφέρει ὅτι στὸ ἑξῆς (μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου), ὁλόκληρη ἡ δημιουργία προσμένει μὲ λαχτάρα τὴν τελικὴ ἔλευση καὶ ἀποκάλυψη τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ στὸν κόσμο κατὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία, προσμένει δηλαδὴ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος θὰ ἔχει γίνει πραγματικὰ ἄνθρωπος μὲ πληρότητα, μὲ ὅλη τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴ δόξα ποὺ περικλείει αὐτὴ ἡ ἀποστολή του.

Καὶ τὴν ἡμέρα ποὺ ἑορτάζουμε τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἐνσάρκωση τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, μποροῦμε νὰ δοῦμε ὅτι ἡ ἀρχὴ μιᾶς νέας ἐποχῆς ἦρθε. Ἡ ἐποχὴ ποὺ ἡ ἀνθρωπότητα εἶχε παρακμάσει καὶ γεράσει (ἐξαιτίας τῆς πορείας της στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων), ἡ ἐποχὴ ποὺ ὁ Θεὸς ὡς παντοδύναμος προξενοῦσε μὲν τὸ δέος ἀλλὰ φαινόταν ἀπόμακρος γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔφτασε στὸ τέλος της. «Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝ ΜΕΣΩ ΗΜΩΝ», αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς λέξης «ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ», ὁ Θεὸς δηλαδὴ βρίσκεται ἀνάμεσά μας. Ἔκτοτε ὁ κόσμος δὲν εἶναι ὁ ἴδιος. Μένουμε σὲ ἕνα κόσμο ὅπου ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσά μας, εἶναι ἡ ζῶσα ἰσχύς, ἡ ἔμπνευση, ἡ ἴδια ἡ ζωή. Ἡ αἰωνιότητα ἔχει ἤδη ἔρθει. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὸ Ἱερὸ Βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης ἀναφέρει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ «τέλος», χρησιμοποιώντας στὴν Ἑλληνικὴ γλώσσα ὄχι τὸ οὐδέτερο γένος ποὺ θὰ ἦταν σωστὸ Γραμματικὰ ἀλλὰ τὸ ἀρσενικὸ γένος, ἐπειδὴ στὴ λέξη τέλος δὲν ἀποδίδει τὴν ἔννοια τῆς μιᾶς δεδομένης στιγμῆς μέσα στὸ χρόνο, οὔτε τὴν ἔννοια ἑνὸς συμβάντος, ἀλλὰ «Τέλος» εἶναι ὁ ἐρχόμενος Κύριος.

Ναὶ ὅλοι περιμένουμε τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ Κύριος θὰ ἐπιστρέψει μὲ δόξα, τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας ὅπου θὰ γίνει ἡ κρίση τῆς ἀνθρωπότητας ἀπ’ ἀρχῆς, ὅταν ὁ Θεὸς θὰ εἶναι τὰ πάντα (ἡ μοναδικὴ πραγματικότητα καὶ ἡ μοναδικὴ ἀναφορὰ γιὰ τὰ πάντα δηλαδή). Ἤδη ὅμως ὁ Θεὸς βρίσκεται ἀνάμεσά μας καὶ ἔχουμε ὀπτική τοῦ προορισμοῦ ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος καὶ τί μπορεῖ νὰ γίνει ἐφόσον ἔχει κοινωνία μὲ τὸ Θεό. Πρόκειται γιὰ τὴν προσφορά του πρὸς ἐμᾶς. Ὁ Θεὸς προσφέρει τὴν ἀγάπη του, ὁ Θεὸς προσφέρει τὸν ἴδιο του τὸν ἑαυτὸ – ὄχι μόνο μέσω τῶν Τιμίων Δώρων στὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας -, ἀλλὰ μὲ ὅλους τοὺς δυνατοὺς τρόπους. Εἶναι ἕτοιμος νὰ εἰσέλθει στὴ ζωή μας, νὰ γεμίσει τὶς καρδιές μας, νὰ «ἐνθρονισθεῖ» στὸ νοῦ μας, νὰ ὁδηγήσει τὴ θέλησή μας ὥστε νὰ ταυτίζεται μὲ τὴ δική του θέληση, ἀλλὰ γιὰ νὰ γίνει αὐτό, γιὰ νὰ τοῦ ἐπιτρέψουμε ἐμεῖς νὰ τὸ πράξει, πρέπει νὰ τοῦ παραδώσουμε τοὺς ἑαυτούς μας, πρέπει νὰ ἀνταποκριθοῦμε στὴν ἀγάπη μὲ ἀγάπη, στὴν πίστη ποὺ ἔχει αὐτὸς σὲ ἐμᾶς μὲ πίστη, δηλαδὴ πρέπει νὰ ἔχουμε ἐμπιστοσύνη σὲ Αὐτὸν καὶ ἐντιμότητα ἀπέναντί Του. Καὶ σιγὰ-σιγά, κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς καὶ ὅλοι μαζὶ μὲ σύμπνοια θὰ γίνουμε τὸ πανίσχυρο Βασίλειο τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔρχεται, ἡ ἀρχὴ τοῦ πληρώματος τοῦ χρόνου καὶ ἡ ἀρχὴ τῆς ἔνδοξης καὶ τελικῆς νίκης.

Δὲν ἀξίζει γιὰ αὐτὸ τὸ σκοπὸ νὰ ἀγωνιζόμαστε; Δὲν ἀξίζει νὰ ἀποστραφοῦμε κάθε τι ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν πληρότητα ποὺ μπορεῖ νὰ φτάσει τὸ εἶναι μας, κάθε τι ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν πλησίον μας, κάθε τι ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐπιτρέψουμε στοὺς ἑαυτούς μας νὰ γίνουμε στὸ ἑξῆς καινούργιοι ἄνθρωποι;

Τώρα λοιπὸν ποὺ ἤδη ἡ ἀρχὴ ἔχει γίνει καὶ κατὰ κάποιο τρόπο τὸ τέλος τῆς παρούσης μορφῆς τοῦ κόσμου, ὁ Χριστὸς δηλαδή, εἶναι ἤδη ἀνάμεσά μας, ἂς κάνουμε τὰ ἑξῆς: Ἂς ὑπερνικήσουμε ὅλα τὰ δεδομένα αὐτῆς τῆς ζωῆς ποὺ εἶναι ἀνώφελα καὶ δὲν ἔχουν πραγματικὴ ἀξία γιά μᾶς καὶ τὸν προορισμό μας καὶ ἂς ἐπιτρέψουμε στὸ Θεὸ θριαμβευτικὰ νὰ μεταμορφώσει τὴ ζωή μας.

Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεὸς γιὰ τὴν ἀγάπη Του σὲ ἐμᾶς! Ἂς εἶναι δοξασμένος ὁ Θεὸς γιὰ τὴν πίστη ποὺ ἔχει πρὸς ἐμᾶς, γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ γιὰ τὴν ἐλπίδα ποὺ ἔχει ἐναποθέσει σὲ μᾶς! Ἀμήν!

Πηγή: kirigmata.blogspot.com




Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο

Ἅγιος Ιουστίνος Πόποβιτς

 Κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο ( Ἰωάν. 1, 14). Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἡ μεγαλυτέρα χαρμόσυνος ἀγγελία, τὸ πιὸ μεγάλο «εὐαγγέλιον», ποὺ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ὁ οὐρανὸς εἰς τὴν γῆν. Ἐὰν θέλετε, ὁλόκληρον τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ τέσσαρες λέξεις: «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Ἔξω ἀπὸ αὐτὸ καὶ χωρὶς αὐτό, ἄλλος εὐαγγελισμὸς δὲν ὑπάρχει διὰ τὸν ἄνθρωπον, οὔτε εἰς αὐτὸν οὔτε εἰς τὸν ἄλλον κόσμον.

Ἐδῶ εὑρίσκεται κάθε τί, τὸ ὁποῖον εἶναι αἰωνίως ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους. Μοναδικὸν χαρμόσυνον μήνυμα διὰ τὴν ὕλην εἰς ὅλας τὰς μορφάς της. Ἀπὸ τὴν πλέον σκληρὰν καὶ πυκνὴν ὕλην τοῦ ἀδάμαντος, μέχρι τὴν πλέον λεπτὴν καὶ ἀφανὴ τοῦ ἠλεκτρονίου καὶ φωτονίου. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Λόγος ἔγινε Θεοσάρξ, οὕτως ὥστε οὔτε ὁ Θεὸς παύει νὰ εἶναι Θεός, οὔτε ἡ σὰρξ νὰ εἶναι σάρξ. Μόνον ποὺ ἡ σὰρξ ἐν τῇ μυστικῇ ἀλλὰ πραγματικῇ ἑνώσει της μὲ τὸν Θεὸν ζῇ καὶ ἀκτινοβολεῖ ὅλας τὰς τελειότητας τοῦ Θεοῦ. «Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινε ψυχή, Θεο-ψυχή, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα ὁ Θεὸς παραμένει Θεὸς καὶ ἡ ψυχὴ ψυχή. Μόνον ποὺ ἡ ψυχὴ περιπατεῖ εἰς τοὺς δρόμους τῶν αἰωνίων καὶ χαροποιῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινεν αἴσθησις, Θεο-αἴσθησις. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς δὲν παύει νὰ εἶναι Θεός, ἂν καὶ ἔγινεν ἀνθρωπίνη αἴσθησις, ἐνῷ πάλιν ἡ αἴσθησις παραμένει ἀνθρωπίνη αἴσθησις. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡ αἴσθησις ζῇ ὅλον τὸ θεῖον ἄπειρον ὡς ἰδικόν της.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», σημαίνει ἀκόμη καὶ τοῦτο: ὁ Λόγος ἔγινε κτίσμα, Θεο-κτίσμα, «ὁ ὢν γίνεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ ἀχώρητος χωρεῖται» (ἁγ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 45, 9. ΡG 36, 633-6). Μὲ αὐτὸ ἡ φύσις τοῦ Θεοῦ δὲν χάνει τὰ θεῖα της ἰδιώματα, ὅπως καὶ ἡ φύσις τοῦ κτίσματος δὲν χάνει τὰ κτιστά της ἰδιώματα. Μόνον ποὺ τὸ κτίσμα περνᾶ διὰ μέσου θαυμαστῶν μεταμορφώσεων, αἱ ὁποῖαι τὸ ὁδηγοῦν ἀπὸ δόξης εἰς δόξαν.

«Ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο», τέλος, σημαίνει: ὁ Λόγος ἔγινεν ἄνθρωπος, πλήρης ἄνθρωπος, Θεάνθρωπος. Ἐν τούτοις, ὁ Θεὸς παραμένει εἰς τὰ ὅριά Του καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰ ἰδικά του, ἂν καὶ εἶναι ἡνωμένοι στενώτατα, ἀδιαιρέτως καὶ ἀχωρίστως. Μόνον πὼς ὁ ἄνθρωπος οἰκειοποιεῖται ὅλας τὰς ἀπορρήτους τελειότητας τοῦ Θεοῦ καὶ ἀποκτᾶ τὴν θείαν αἰωνιότητα καὶ τὴν θείαν δόξαν, γίνεται «ὁμόθεος», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινεν ἄνθρωπος διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ ἀρχέτυπόν του, πρὸς τὸν Δημιουργόν του, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐδημιουργήθη εἰς τὴν ἀρχὴν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔχων τὸν χαρακτήρα τοῦ Θείου Λόγου (Γεν. 1, 26-27. Ἰωάν. 1, 9. Κολ. 3, 10).

Ὁ Θεὸς Λόγος ἔγινε σὰρξ διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν σάρκα εἰς τὴν πρωταρχικήν της logosnost, διότι πᾶν ὃ γέγονεν διὰ τοῦ Θεοῦ Λόγου γέγονεν (Ἰωάν. 1, 3. Κολ. 1, 16). Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι ὁ δημιουργὸς ὅλης τῆς κτίσεως, Αὐτὸς εἶναι καὶ τὸ θεμέλιον ὁλοκλήρου τοῦ κοσμικοῦ οἰκοδομήματος (πρβλ. ἁγ. Μαξίμου, ΡG 91, 668 καὶ 1308-9).

Ἡ ἁμαρτία καὶ τὸ κακὸν ἀποτελοῦν τὴν τραγικὴν καὶ παράλογον ἀπόπειραν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Θεὸν Λόγον ἐκ τῶν θεμελίων τοῦ σύμπαντος. Ὁ Θεὸς Λόγος ἐσαρκώθη διὰ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν κτίσιν πρὸς τὸν Δημιουργόν, διότι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρῶτον θεμέλιόν της καὶ ἡ βάσις της. Διὰ τοῦτο δικαίως εὐαγγελίζεται ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Χριστὸς ἀποτελεῖ τὸ μοναδικὸν ἀρραγὲς καὶ αἰώνιον θεμέλιον καὶ ὅτι «θεμέλιον ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον» (Α΄ Κορ. 3, 11).

Ὅποιος θεμελιώνει καὶ οἰκοδομεῖ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρραγοῦς καὶ ἀσαλεύτου Πέτρας τοῦ σύμπαντος εἶναι «ἀνὴρ φρόνιμος», ἡ προσωπικότης του ἔχει λογοποιηθῇ, ἔχει δηλαδὴ ἑνωθῇ μὲ ὅλα τὰ αἰώνια ἰδιώματα τοῦ Θεοῦ Λόγου, διὰ τοῦτο καὶ παραμένει ἀκλόνητος εἰς ὅλας τὰς θυέλλας καὶ τὰς καταιγίδας τῶν ἀνθρωπίνων σεισμῶν καὶ τοῦ χάους (πρβλ. Ματθ. 5, 24 – 25. Ρωμ. 8, 35 – 39). Μὲ τὴν ἐνανθρώπησίν Του ὁ Θεὸς Λόγος ἔδειξεν ὅτι ὁ Θεῖος Λόγος εἶναι ἡ οὐσία τῆς φύσεώς μας, τὸ θεμέλιον τοῦ ἀνθρωπίνου εἶναι μας, ἡ βάσις τῆς ἀνθρωπίνης μας ζωῆς καὶ ὑπάρξεως.

Ἡ καταγωγή μας εἶναι ἀπὸ τὸν Θεόν, διὰ τοῦτο καὶ τὸ εἶναι μας καὶ ἡ ζωή μας καὶ ἡ ὕπαρξίς μας ἐξαρτῶνται ἐξ ὁλοκλήρου ἀπὸ τὸν Θεὸν (πρβλ. Πράξ. 17, 28. Κολ. 3, 1-4). Πράγματι, κατὰ τὸ ἀρχέτυπόν της καὶ κατὰ τὴν ἐσωτάτην οὐσίαν της, ὅλη ἡ κτίσις εἶναι ἀπὸ τὸν Λόγον καὶ διὰ τὸν Λόγον (Κολ. 1, 16-17). Εἰς Αὐτόν, δι’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ τὰ πάντα ἐπαναφέρονται εἰς τὴν ἔλλογον (logosni) καταγωγὴν καὶ ὕπαρξίν των⋅ εἰς τὴν ἀρχέγονον ἁγιότητα καὶ τὸ κάλλος καὶ τὴν δύναμίν των⋅ εἰς ἐκεῖνο τὸ «γενηθήτω» καὶ «ἐγένετο»⋅ εἰς τὸν ἰδικόν των παράδεισον. Διότι εἰς τὸν Λόγον εὑρίσκεται ὁ παράδεισος, ἐνῷ ἐκτὸς τῆς λογικότητος, ἡ κόλασις. […] Δι’ ὅλα αὐτὰ ἡ ἡμέρα τῆς Γεννήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ἐν σαρκὶ – τὰ Χριστούγεννα – εἶναι ἑορτὴ θαυμαστὴ καὶ διὰ τὸ μεγαλεῖον της καὶ διὰ τὸ μυστήριόν της καὶ διὰ τὸ νόημά της.

Ἑορτάζοντες τὰ Χριστούγεννα, οὐσιαστικῶς ὁμολογοῦμεν καὶ δοξάζομεν τὸ μοναδικὸν ἀληθινὸν νόημα καὶ τὸν λόγον τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος, τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως, τῆς ἀνθρωπίνης αἰσθήσεως, τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς. Διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς τοῦ Κυρίου Γεννήσεως «ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως», τοῦ θείου νοήματος, καὶ ἐπλήρωσεν ὅλον τὸν κόσμον μέχρι τῶν περάτων του, καὶ ἀπεκάλυψεν εἰς ἡμᾶς τὸ αἰώνιον νόημα καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἐν τῷ κόσμῳ ἀνθρώπου.

Εἰς τὴν Γέννησιν τοῦ Χριστοῦ μας ἐδόθη ἡ ἀποκάλυψις καὶ τὸ νόημα τόσον τοῦ μυστηρίου τοῦ ἀνθρώπου, ὅσον καὶ τοῦ μυστηρίου τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς ὁ ἄνθρωπος: διότι ἀνήκει εἰς τὸν Θεὸν Λόγον καί, ἐξ αἰτίας αὐτοῦ, εἶναι λογικός⋅ Ἀλλὰ μᾶς εἶναι ἀγαπητὴ καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι ἀνήκει καὶ αὐτὴ εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτό, εἶναι λογική⋅ καὶ ἡ σκέψις τοῦ ἀνθρώπου μᾶς εἶναι ἀγαπητή, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτὸ εἶναι, λογική καὶ ἡ αἴσθησις τοῦ ἀνθρώπου ἐπίσης, διότι ἀνήκει εἰς τὸν Λόγον καί, δι’ αὐτὸ εἶναι καὶ αὐτὴ λογική⋅ κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, διότι εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ δι’ αὐτὸ λογική⋅ μᾶς εἶναι ἀγαπητὸς καὶ ὁ κόσμος ἀκόμη, διότι εἶναι τοῦ Θεοῦ Λόγου, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ αὐτὸς λογικός⋅ καθὼς καὶ ὁ οὐρανός, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι τοῦ Λόγου, καὶ διὰ τοῦτο, λογικός.

Μὲ τὴν γέννησιν τοῦ Θεοῦ ἐν σώματι, ἐγεννήθη εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ὅλος ὁ Θεός, ὅλη ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὅλη ἡ Ἀγαθότης τοῦ Θεοῦ, ὅλον τὸ Ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὸν Θεὸν καὶ τὴν Δικαιοσύνην Αὐτοῦ, μέσα εἰς τὴν πνευματικὴν ἔξαρσιν καὶ τὴν ἄπειρον χαράν των, χαιρετίζουν ὅλα τὰ ὄντα καὶ ὅλην τὴν κτίσιν μὲ τὸν χριστουγεννιάτικον χαιρετισμόν: Χριστὸς ἐγεννήθη! ἐνῷ ἀπὸ τὰ χριστονοσταλγικὰ βάθη τῶν ὄντων καὶ τῆς κτίσεως ἀντηχεῖ συγκινητικὴ ἡ ἀπάντησις: Ἀληθῶς ἐγεννήθη!

π τ βιβλίο «νθρωπος κα Θεάνθρωπος»,

κδ«στήρ».

Πηγή κειμένου  : imaik.gr




Ὑμνολογικά Χριστουγέννων

2-638

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

 

Ὠδή α´.

Ἦχος α´. ῾Ο Εἱρμός.

Χριστός γεννᾶται· δοξάσατε. Χριστός ἐξ Οὐρανῶν· ἀπαντήσατε. Χριστός ἐπί γῆς· ὑψώθητε. ῎Ασατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ, καί ἐν εὐφροσύνῃ ἀνυμνήσατε λαοί· ὅτι δεδόξασται.

῾Ερμηνεία.

᾿Από ποῖον ἄλλον πρέπει νά ζητοῦν ἄρτους οἱ χρείαν ἔχοντες τούτων, πάρεξ ἀπό τόν ἀρτοπωλητήν; ἤ ἀπό ποῖον πρέπει νά λαμβάνουν οἶνον οἱ ἐστερημένοι τούτου, πάρεξ ἀπό τόν οἰνοπώλην; ἀλλά καί οἱ χρείαν ἔχοντες νομίσματος χρυσοῦ καί ἀργυροῦ, ἀπό ποῖον ἄλλον πρέπει νά ζητοῦν τοῦτο, εἰ μή ἀπό τόν ἀργυραμοιβόν; (σαράφην) Οὕτω παρομοίως καί οἱ θέλοντες νά πανηγυρίζουν καί νά ἐγκωμιάζουν τάς τοῦ Χριστοῦ ἑορτάς, ἀπό ποῖον ἄλλον πρέπει νά ζητοῦν λόγους πανηγυρικούς καί ἐγκώμια, πάρεξ ἀπό τόν τούτων πανηγυριστήν καί ἐγκωμιαστήν, τόν μέγαν λέγω ἐν Θεολογίᾳ Γρηγόριον;

Διότι οὗτος ὁ κατ᾿ ἐξοχήν λεγόμενος Τριαδικός Θεολόγος, ὄχι μόνον ἐστόλισε τάς Δεσποτικάς ἑορτάς μέ τούς ἰδικούς του λόγους καί τά ἐγκώμια, ἀλλ᾿ ἔδωκε ἄδειαν καί εἰς τούς μεταγενεστέρους νά κλέπτουν τά ἰδικά του λόγια καί ποιήματα μέ μίαν κλεψίαν ἐπαινετήν καί ἀκατηγόρητον· τήν ὁποίαν ὅποιος ἐργάζεται, ὄχι μόνον δέν ἐντρέπεται, ὡς οἱ κλέπται τῶν ἄλλων πραγμάτων, ἀλλ᾿ ἐξεναντίας μέ τήν κλεψίαν αὐτήν καλλωπίζεται. Τί λέγω; ὁ Γρηγόριος οὗτος νοῦς τῆς Θεολογίας δέν ἔδωκε μόνον ἄδειαν εἰς τούς μεταγενεστέρους νά κλέπτουν τούς ἰδικούς του λόγους, ἀλλά καί ἀκόμη τούς προσκαλεῖ μέ φιλαδελφίαν ἀνεκδιήγητον εἰς τό νά φάγουν ἀκόρεστα τόν νοητόν ἄρτον τῆς σοφίας του, τόν στηρίζοντα τήν ψυχήν, καί νά πίουν τόν γνωστικόν αὐτοῦ οἶνον, τόν εὐφραίνοντα τήν καρδίαν, φωνάζων μέ ὑψηλήν φωνήν τώρα μέν ἐκεῖνα τά τῆς Σοφίας «῎Ελθετε φάγετε τόν ἐμόν ἄρτον, καί πίετε οἶνον, ὅν κεκέρακα ὑμῖν» (Παρ. θ΄ 5)· τώρα δέ ἐκεῖνα τά τῆς Ἀισματιζούσης νύμφης «Φάγετε πλήσιοι, καί πίετε καί μεθύσθητε ἀδελφοί» (Ἀισμ. ε(1) καί ἄλλοτε ἐκεῖνα τά τοῦ ῾Ησαΐου «Οἱ διψῶντες πορεύεσθε ἐφ᾿ ὕδωρ, καί ὅσοι μή ἔχετε ἀργύριον βαδίσαντες ἀγοράσατε καί φάγετε ἄνευ ἀργυρίου καί τιμῆς οἶνον καί στέαρ» (῾Ησ. νε΄ 1).

Διά τοῦτο καί ὁ θεσπέσιος Κοσμᾶς, ὁ τῶν ῾Ιερῶν ἑορτῶν Ἀισματογράφος καί Μουσηγέτης, μέλλων νά πανηγυρίσῃ τά σωτήρια Γενέθλια τοῦ Κυρίου, αὐτολεξεί ἐδανείσθη ὅλον τόν παρόντα Εἱρμόν ἀπό τόν ρηθέντα μέγαν πανηγυριστήν καί ἐγκωμιαστήν τῶν ἑορτῶν Θεολόγον. Οὕτω γάρ ἐκεῖνος προοιμοιάζει ἐν τῷ εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησιν ἐγκωμίῳ αὐτοῦ· «Χριστός γεννᾶται, δοξάσατε· Χριστός ἐξ Οὐρανῶν, ἀπαντήσατε· Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε· ᾄσατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ».

Πρέπει δέ νά ἠξεύρωμεν, ὅτι κατά τόν Δαμασκηνόν ᾿Ιωάννην καί τόν σχολιαστήν τοῦ Θεολόγου Νικήταν καί τόν Πτωχόν Πρόδρομον τόν ἐξηγητήν τῶν Κανόνων, τό ὄνομα Χριστός δηλοῖ κυρίως τό συναμφότερον· ἤτοι τόν Θεόν ὁμοῦ καί ἄνθρωπον χαρακτηριστικῶς δέ, ποτέ μέν αὐτό δηλοῖ τήν Θεότητα μόνον τοῦ Χριστοῦ, ποτέ δέ τήν ἀνθρωπότητα αὐτοῦ· διά γάρ τήν ἄκραν καί καθ᾿ ὑπόστασιν τῶν δύο φύσεων ἕνωσιν, μέ ἕν καί τό αὐτό ὄνομα: ἤτοι τό, Χριστός, καί αἱ δύο ὀνομάζονται φύσεις. ῞Οταν λοιπόν ὁ Θεολόγος καί ὁ ῾Ιερός Κοσμᾶς λέγουν ἐδῶ «Χριστός γεννᾶται, καί Χριστός ἐπί γῆς», τότε τό, Χριστός δηλοῖ τό, Θεάνθρωπος· ἐπειδή Θεός καί ἄνθρωπος ἐγεννήθη ἀπό τήν Παρθένον, καί Θεός καί ἄνθρωπος ἐφάνη ἐπί γῆς· ὅταν δέ λέγουν «Χριστός ἐξ Οὐρανῶν», τότε τό Χριστός, δηλοῖ μόνον τόν Θεόν, οὐχί δέ καί τόν ἄνθρωπον· καθότι ὁ Κύριος δέν κατέβη ἀπό τούς Οὐρανούς φορῶν τήν ἀνθρωπίνην φύσιν, καθώς φλυαροῦσιν οἱ φρενοβλαβεῖς ᾿Απολιναρισταί, κατά τῶν ὁποίων εἶπεν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος «Εἴ τις λέγει τήν σάρκα ἐξ Οὐρανοῦ κατεληλυθέναι, ἀλλά μή ἐντεῦθεν εἶναι καί παρ᾿ ἡμῶν, ἀνάθεμα ἔστω» (᾿Επιστολή α΄ πρός Κληδόνιον)· ἀλλά κατέβη μέ γυμνήν τήν Θεότητα, καί οὕτως ἐκ τῶν καθαρῶν αἱμάτων τῆς ᾿Αειπαρθένου Μαρίας τήν ἀνθρωπίνην φύσιν προσέλαβε, καί τήν ἥνωσεν ἐν τῇ ἑαυτοῦ ὑποστάσει, γενόμενος τέλειος ἄνθρωπος.

῾Ο Χριστός λοιπόν, λέγει, γεννᾶται σήμερον. ῞Οθεν ἐσεῖς οἱ ῎Αγγελοι (πρός αὐτούς γάρ στρέφει τόν λόγον) οἱ ἐν τῇ Γεννήσει τοῦ Κυρίου αἰνοῦντες τόν Θεόν καί λέγοντες «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καί ἐπί γῆς εἰρήνη» (Λουκ. β΄ 14), δοξάσατε· ἤτοι δοξολογήσατε καί τώρα τόν Θεόν. Λέγει δέ τό, δοξάσατε καί πρός τούς μεταχειριζομένους ἀγγελικήν ζωήν ἐν ἀνθρωπίνῳ καί ὑλικῷ σώματι, παρακινῶν νά δοξολογήσουν καί αὐτοί τόν γεννηθέντα Δεσπότην. ῾Ο Χριστός: ἤτοι ὁ Θεός ἦλθεν ἤ κατέβη ἀπό τούς Οὐρανούς. Λοιπόν ἐσεῖς οἱ δίκαιοι (πρός τούτους γάρ ἐπιστρέφει τόν λόγον) προϋπαντήσατε αὐτόν, μιμούμενοι τόν δίκαιον Συμεών, τόν ὑπαντήσαντα τόν Κύριον, ὅταν εἰς τόν ναόν ἐπροσεφέρετο· διότι ἴδιον ἀχαρίστων δούλων εἶναι, τό νά μή ἐκβαίνουν εἰς προϋπάντησιν τοῦ ἰδικοῦ των αὐθέντου, ὅταν αὐτός ἔρχεται εἰς αὐτούς διά νά τούς εὐεργετήσῃ. ᾿Εδανείσθη δέ τοῦτο ὁ Θεολόγος καί ὁ Μελῳδός ἀπό τό ᾿Αποστολικόν ἐκεῖνο λόγιον τό λέγον «Τότε καί ἡμεῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα» (α΄ Θεσσ. δ΄ 7). Εἶτα λέγει, ὅτι ὁ Χριστός: ἤτοι ὁ Θεάνθρωπος ἐφάνη ἐπάνω εἰς τήν γῆν. Λοιπόν ἐσεῖς οἱ ἐν τῇ γῇ ἄνθρωποι ὑψωθῆτε ἀπό τά γήϊνα, φρονοῦντες τά ὑψηλά καί μετεωριζόμενοι μέ τά πτερά τῆς Πράξεως καί τῆς Θεωρίας· διά τοῦτο γάρ κατέβη ὁ Θεός εἰς τήν γῆν, ἵνα οἱ ἐν τῇ γῇ ἀναβῶσιν εἰς τούς Οὐρανούς. ᾿Επειδή κατά ἄλλον τρόπον δέν ἐδύνετο νά γένῃ ἕνωσις Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ἄν δέν κατέβαινε μέν ὁ Θεός ὀλίγον τι ἀπό τό ἰδικόν του ὕψος, δέν ἀνέβαινε δέ ὁ ἄνθρωπος ἐπάνω ἀπό τήν ἰδικήν του ταπεινότητα. ῞Οθεν εἶπεν ὁ Θεολόγος Γρηγόριος «Τό μέν, καταβῆναι δεῖ Θεόν πρός ἡμᾶς, τό δέ, ἡμᾶς ἀναβῆναι, καί οὕτω γενέσθαι κοινωνίαν Θεοῦ πρός ἀνθρώπους, τῆς ἀξίας συγκιρναμένης. ῞Εως δ᾿ ἄν ἑκάτερον ἐπί τῆς ἰδίας μένῃ, τό μέν, περιωπῆς, τό δέ, ταπεινώσεως, ἄμικτος ἡ ἀγαθότης καί τό φιλάνθρωπον ἀκοινώνητον» (Λογ. εἰς τήν Πεντηκοστήν). ῎Εφη δέ συμφώνως καί ὁ Θεοφόρος Μάξιμος «Οὐδέποτε ψυχή δύναται πρός γνῶσιν ἐκτανθῆναι Θεοῦ, εἰ μή αὐτός ὁ Θεός συγκαταβάσει χρησάμενος ἅψηται αὐτῆς καί ἀναγάγῃ πρός ἑαυτόν· οὐ γάρ ἄν τοσοῦτον ἴσχυσεν ἀναδραμεῖν ἀνθρώπινος νοῦς, ὡς ἀντιλαβέσθαι τῆς θείας ἐλλάμψεως, εἰ μή αὐτός ὁ Θεός ἀνέσπασεν αὐτόν, ὡς δυνατόν ἦν ἄνθρωπον ἀνασπασθῆναι, καί ταῖς θείαις αὐγαῖς κατεφώτισεν» (Κεφ. λα´ τῆς α´ ἑκατοντ. τῶν Θεολογικῶν). Πλήν ἄν καί ὁ Θεός συγκαταβαίνῃ διά νά ἑνωθῇ μέ τόν ἄνθρωπον ὑπό φιλανθρωπίας, ὅμως καί ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά βιάζῃ τόν ἑαυτόν του διά νά ἀναβαίνῃ πρός τόν Θεόν. ῞Οθεν ὁ αὐτός θεῖος Μάξιμος λέγει «᾿Αλλήλων εἶναί φασι παραδείγματα τόν Θεόν καί τόν ἄνθρωπον· καί τοσοῦτον τῷ ἀνθρώπῳ τόν Θεόν διά φιλανθρωπίαν ἀνθρωπίζεσθαι, ὅσον ὁ ἄνθρωπος τόν ἀόρατον φύσει Θεόν διά τῶν ἀρετῶν ἐφανέρωσε» (Κεφ. οδ΄ τῆς ζ΄ ἑκατοντ. τῶν Θεολογικῶν). Καί πάλιν «῾Ο χωρίς ἁμαρτίας γενόμενος ἄνθρωπος, δῆλον ὅτι χωρίς τῆς εἰς Θεότητα μεταβολῆς τήν φύσιν θεοποιήσει, καί τοσοῦτον ἀναβιβάσει δι᾿ ἑαυτόν, ὅσον αὐτός διά ἄνθρωπον ἑαυτόν κατεβίβασε» (Κεφ. ξβ΄ τῆς γ΄ ἑκατοντ. τῶν Θεολογικῶν).

Τό δέ «῎Αισατε τῷ Κυρίῳ πᾶσα ἡ γῆ» ἐδανείσθη ὁ Θεολόγος καί ὁ Μελῳδός ἀπό τόν ψε΄ Ψαλμόν τοῦ Δαβίδ, Στίχ. β΄ οὕτω γάρ αὐτολεξεί ἐκεῖ γέγραπται. Προσαρμόζεται δέ τό ρητόν τοῦτο καί εἰς τόν παρόντα Εἱρμόν, διά νά φανερωθῇ, ὅτι αὐτός εἶναι τῆς πρώτης ᾿Ωδῆς, τῆς ὁποίας ἡ ἀρχή εἶναι «῎Αισωμεν τῷ Κυρίῳ ἐνδόξως γάρ δεδόξασται». ῞Οθεν κατά τήν ᾿Ωιδήν ταύτην, ῎Αισατε, λέγει καί ὁ Μελῳδός, εἰς τόν γεννηθέντα Χριστόν ὅλη ἡ γῆ· ἤτοι ὅλοι οἱ ἐν τῇ γῇ κατοικοῦντες ἄνθρωποι. ᾿Αλλά καί ἐσεῖς οἱ διάφοροι λαοί τῶν ᾿Εθνικῶν ὑμνήσατε αὐτόν, ὄχι μέ ὀκνηρίαν καί λύπην ψυχῆς, ἀλλά μέ προθυμίαν καί εὐφροσύνην καρδίας· διότι αὐτός εἶναι δεδοξασμένος.

Διά τί δέ εἶπεν, ὅτι ὁ Χριστός γεννᾶται καί οὐχί ἐγεννήθη; οὐ γάρ καθ᾿ ἕκαστον χρόνον γεννᾶται, ἀλλ᾿ ἅπαξ ἐγεννήθη. Καί ἀποκρινόμεθα μέ τόν Πτωχόν Πρόδρομον, ὅτι οἱ ρήτορες συνειθίζουν νά προφέρουν τά περασμένα πράγματα εἰς χρόνον ἐνεστῶτα, διά νά δείξουν αὐτά ὡς παρόντα εἰς τά ὀμμάτια τῶν ἀκροατῶν, καί ἀκολούθως νά κάμουν αὐτούς περισσότερον θεατάς, παρά ἀκροατάς. ῎Η, κατά τόν Νικήταν, εἶπεν, ὅτι γεννᾶται ὁ Χριστός κατά τήν σήμερον ἡμέραν· ἐπειδή τήν ἰδίαν ἐκείνην ἡμέραν, κατά τήν ὁποίαν ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἐπαναφέρει ὁ ἥλιος εἰς κάθε ἔτος διά τῆς κυκλοφορίας του.

᾿Αλλά καί σύ, ἀδελφέ, μή παύσῃς δοξολογῶν τόν γεννηθέντα Χριστόν, ὄχι μόνον μέ λόγια, ἀλλά καί πολλῷ μᾶλλον μέ τά ἔργα. Πρόλαβε δέ καί νά τόν ἀπαντήσῃς ἐξ Οὐρανοῦ κατερχόμενον διά τῆς πρός αὐτόν Θεωρίας· ὑψώθητι ἀπό τῆς γῆς καί τῶν γηΐνων διά τήν ἀγάπην τοῦ διά σέ ἐπί γῆς κατελθόντος· ᾄδε εἰς αὐτόν ᾆσμα καινόν, καθώς σέ παρακινεῖ ὁ Δαβίδ· ᾄδε ὅμως πολλά καί ἀκόρεστα ᾄσματα, καί μή χόρταινε ᾄδων. ᾿Εάν οὕτως ᾄδης, θέλει σέ ἐνθυμηθῆ ὁ Κύριος, πρός ὅν ᾄδεις, καί ἔχει νά σέ ἐλεήσῃ, καθώς σέ βεβαιώνει ὁ ῾Ησαΐας· «Πολλά ᾆσον, ἵνα σου μνεία γένηται» (῾Ησ. κγ΄ 16).

Τροπάριον.

᾿Ιδών ὁ Κτίστης ὀλλύμενον, τόν ἄνθρωπον χερςίν ὅν ἐποίησε, κλίνας οὐρανούς κατέρχεται· τοῦτον δέ ἐκ Παρθένου, θείας ἁγνῆς, ὅλον οὐσιοῦται, ἀληθείᾳ σαρκωθείς· ὅτι δεδόξασται.

῾Ερμηνεία.

῎Αν ὁ κεραμιδᾶς ἤ τσουκαλᾶς δέν ὑποφέρῃ νά βλέπῃ τσακισμένον τό πήλινον σκεῦος ὅπου ἐκατασκεύασεν, ἀλλά πασχίζει νά τό ἀναπλάσῃ δεύτερον· ὁμοίως καί ὁ οἰκοδόμος δέν ὑποφέρῃ νά βλέπῃ κριμνησμένον τό ὁσπίτιον ὅπου οἰκοδόμησεν, ἀλλά ἀγωνίζεται νά κτίσῃ πάλιν αὐτό· πῶς ἦτον δίκαιον ὁ Κτίστης καί Δημιουργός τοῦ Παντός νά ἰδῇ τόν ἄνθρωπον ὅπου ἔπλασε μέ τάς ἰδίας του χεῖρας, ὅτι ἐφθάρθη καί ἐσυντρίφθη, καί νά μή φροντίσῃ διά νά ἀναπλάσῃ πάλιν αὐτόν; Τοῦτο βέβαια δέν ἦτον τῆς αὐτοῦ ἀγαθότητος καί φιλανθρωπίας ἄξιον. Διά τοῦτο λοιπόν βλέπων τόν παρ᾿ αὐτοῦ πλασθέντα ἄνθρωπον, ὅτι ἐκατήντησεν εἰς αὐτόν τόν πυθμένα τῆς φθορᾶς, ἔκλινε τούς Οὐρανούς· ἤτοι ἀφῆκεν εἰς ὀλίγον τούς Οὐρανούς· τουτέστι τήν ἐν Οὐρανοῖς δόξαν, καί ταπεινώσας τό ὕψος τῆς Θεότητός του, (τό ὁποῖον κένωσιν μέν ὠνόμασεν ὁ Παῦλος, ὕφεσιν δέ τῆς Θεότητος ὁ Θεολόγος Γρηγόριος) οὕτω καί κατέβη εἰς τήν γῆν, καί ἐκ τῆς ἀειπαρθένου Μαρίας ὅλον τόν ᾿Αδάμ οὐσιοῦται· ἤτοι ὁλόκληρον αὐτόν ἀναλαμβάνει καί ἑνώνει οὐσιωδῶς εἰς τήν ὑπόστασιν τῆς Θεότητός του.

᾿Επειδή δέν ἔλαβε μόνον τό ἀνθρώπινον σῶμα, τήν δέ ψυχήν οὐκ ἔλαβε, καθώς ἔλεγον οἱ ᾿Αρειανοί· οὐδέ ἔλαβε τήν ψυχήν, τόν δέ νοῦν οὐκ ἔλαβε, τῆς Θεότητος ἀντί ψυχῆς καί νοός ἐν αὐτῷ ἐνεργούσης, καθώς ἐβλασφήμει ὁ ἄνους ᾿Απολινάριος, ἄπαγε! ἀλλά οὐσιώθη ὅλον τόν ἄνθρωπον τέλειον τόν ἐκ σώματος καί ψυχῆς καί νοῦ συναπαρτιζόμενον, καί ἥνωσεν αὐτόν τῇ ἑαυτοῦ ὑπερθέῳ ὑποστάσει· ἵνα μέ τό ὅμοιον σώσῃ τό ὅμοιον· ἤτοι μέ τό σῶμα ὅπου προσέλαβε, σώσῃ τό ἰδικόν μας σῶμα· μέ τήν ψυχήν τήν ἑαυτοῦ, σώσῃ τήν ἰδικήν μας ψυχήν· καί μέ τόν ἑαυτοῦ νοῦν, σώσῃ τόν ἰδικόν μας νοῦν. Διότι ἄν ὁ Κύριος δέν ἐπροσλάμβανε ψυχήν καί νοῦν, ἤθελαν μείνῃ βέβαια ἀνιάτρευτα, ἡ ἰδική μας ψυχή, καί ὁ νοῦς· «Τό γάρ ἀπρόσληπτον ἀθεράπευτον· ὅ δέ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καί σώζεται»· θεολογεῖ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἐν τῇ πρός Κληδόνιον πρώτῃ ἐπιστολῇ, καί ὁ ἐκ Δαμασκοῦ ᾿Ιωάννης ὁ παρά τοῦ Θεολόγου τοῦτο ἐρανισάμενος. Πάντα λοιπόν τά φυσικά ἰδιώματα καί συστατικά τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως ὁ Κύριος ἔλαβε χωρίς μόνης ἁμαρτίας· αὕτη γάρ οὐ συστατική ἐστι τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀλλά φθαρτική, ὡς παρά φύσιν οὖσα· καί ἀληθῶς καί πραγματικῶς ἐγένετο τέλειος ἄνθρωπος, καί οὐχί κατά φαντασίαν. ῞Οθεν ἄς κρημνισθοῦν καί ἄς καταισχύνωνται οἱ τοῦτο φλυαροῦντες Θεομάχοι Παῖδες τοῦ Μάνεντος πρότερον, καί οἱ Μονοφυσῖται ὕστερον.

῾Αγνήν δέ Παρθένον ὠνόμασε τήν Θεοτόκον κατά τόν ᾿Ιωάννην τόν Ζωναρᾶν· διότι ὄχι μόνον ἦτον Παρθένος κατά τό σῶμα, ὡς μή γνοῦσα πεῖραν ἀνδρός, ἀλλ᾿ ἦτον ἀκόμη ἁγνή καί καθαρά καί κατά τόν λογισμόν, χωρίς νά δεχθῇ καμμίαν προσβολήν λογισμοῦ ρυπαροῦ εἰς τήν παναγίαν ψυχήν της. Πολλαί γάρ γυναῖκες εἶναι μέν Παρθένοι κατά τό σῶμα, δέν εἶναι ὅμως καί ἁγναί κατά τόν λογισμόν· καθότι αὐταί δέχονται λογισμούς αἰσχρούς καί ρυπαρούς εἰς τήν ψυχήν αὐτῶν καί τόν νοῦν, καί ποιοῦσι συνδυασμούς καί συγκαταθέσεις· ὅθεν εἶναι κατά τήν ψυχήν πόρναι καί ἀκάθαρτοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. ῾Η δέ Κυρία Θεοτόκος ἦτον καί κατά τά δύο καθαρά καί ἀμόλυντος· καί κατά τό σῶμα καί κατά τήν ψυχήν, καί κατά τήν πρᾶξιν καί κατά τόν λογισμόν. ῞Οθεν ὁ ᾿Ιεζεκιήλ αἰνιγματωδῶς εἶπε περί αὐτῆς «Καί ἰδού δόξα Θεοῦ ᾿Ισραήλ ἤρχετο κατά τήν ὁδόν τήν πρός ἀνατολάς (ἤτοι εἰς τήν ψυχήν τῆς Παρθένου), καί ἡ γῆ (ἤτοι τό σῶμα τῆς Παρθένου) ἐξέλαμπεν ὡς φέγγος ἀπό τῆς δόξης κυκλόθεν» (᾿Ιεζ. μγ΄ 2).

᾿Ιδού καί τά λόγια τοῦ Ζωναρᾶ ἑρμηνεύοντος τό Θεοτόκιον τοῦ β΄ ἤχου τῆς ὀκτωήχου, τό λέγον «῾Αγίων ῾Αγίαν σε κατανοοῦμεν,…ἀμόλυντε Παρθένε». «Καί τοῦτο δέ ὡς ἐξαίρετον τῆς Θεομήτορος ἔφη ὁ Μελῳδός· Παρθένοι μέν γάρ πολλαί γεγόνασι καί εἰσίν, ἀλλ᾿ οὐδεμία αὐτῶν κληθείη ἄν ἀμόλυντος· ὅτι κἄν τήν κατ᾿ ἐνέργειαν διαφεύγωσιν ἁμαρτίαν, ἀλλά τήν κατά νοῦν οὐκ ἄν τις δύναιτο διαφεύξασθαι· ἡ γάρ τῶν λογισμῶν προσβολή οὐκ ἐφ ἡμῖν· προσβαλλουσῶν δέ τῶν ἀκαθάρτων ἐννοιῶν, προσπαλαίει ταύταις ὁ νοῦς. Καί εἰ μέν ἡ ὀρθή νικήσει κρίσις, ἀπορραπίζεται τό ἐνθύμιον· εἰ δέ μή, εἰς συγκατάθεσιν ἐξολισθαίνει ὁ λογισμός. Καί αὕτη δέ ἁμαρτία ἐστίν ἡ καλουμένη κατά διάνοιαν· κἄν γάρ ὑπό τῆς θείας χάριτος φυλαχθῇ ὁ συγκαταθέμενος καί τήν πρᾶξιν ἐκφύγῃ, ἀλλά διά τήν συγκατάθεσιν ἥμαρτεν. ῾Η δέ τοῦ Κυρίου Μήτηρ μηδέ κατά τόν νοῦν μολυνθῆναί ποτε πιστεύεται· διό καί ἀμόλυντος κέκληται». ῾Αγνή δέ καί ἀμόλυντος τό αὐτό εἶναι σχεδόν.

Τροπάριον.

῾Ως πόκῳ γαστρί παρθενικῇ, κατέβης ὑετός Χριστέ, καί ὡς σταγόνες ἐν γῇ στάζουσαι· Αἰθίοπες καί Θαρσεῖς, καί ᾿Αράβων νῆσοί τε, Σαβά Μήδων, πάσης γῆς, κρατοῦντες προσέπεσόν σοι Σωτήρ. Δόξα τῇ δυνάμει σου Κύριε.

῾Ερμηνεία.

Δύο εἶναι αἱ παρουσίαι τοῦ δεσπότου Χριστοῦ, πρώτη καί δευτέρα. Καί ἡ μέν πρώτη ἐστάθη ταπεινή, ἥσυχος, κρυφία καί πενιχρά· ἡ δέ δευτέρα ἔχει νά γένῃ ἔνδοξος, ἐξάκουστος καί φοβερά. ῾Ο δέ ῾Ιερός Μελῳδός ἀφείς τήν δευτέραν παρουσίαν τοῦ Κυρίου τήν ἔνδοξον καί φοβεράν, περί μόνης τῆς πρώτης τῆς ἡσύχου καί ταπεινῆς ἀναφέρει ἐν τῷ παρόντι Τροπαρίῳ· τῆς ὁποίας αἰνίγματα καί σύμβολα ἦτον τό ποκάρι τῶν μαλλίων καί αἱ σταλαγματίαι τῆς βροχῆς. Δανειζόμενος λοιπόν ἀπό τήν προφητείαν ἐκείνην τοῦ Δαβίδ τήν λέγουσαν «Καταβήσεται ὡς ὑετός ἐπί πόκον, καί ὡσεί σταγών ἡ στάζουσα ἐπί τήν γῆν»(Ψαλ. οα΄ 6), λέγει οὕτω· «Σύ, ὦ Χριστέ, κατέβης εἰς τήν κοιλίαν τῆς Παρθένου μέ τόσην ἡσυχίαν καί κρυφιότητα, ὥστε δέν ἐδυνήθη νά καταλάβῃ τινάς τόν τρόπον τῆς καταβάσεώς σου, οὔτε ἀπό τούς ᾿Αγγέλους, οὔτε ἀπό τούς ἀνθρώπους»· καθώς καί ἡ βροχή ὅταν πίπτῃ ἐπάνω εἰς τό ἁπαλόν ποκάρι τῶν μαλλίων, πίπτει ἡσύχως, καί δέν προξενεῖ κανένα κρότον καί αἴσθησιν (῎Ελλειψις δέ εὑρίσκεται ἐδῶ τῆς ἐν προθέσεως, καί πρέπει νά ὑπακούεται αὕτη, οὕτως «῾Ως ἐν πόκῳ ἐν γαστρί παρθενικῇ κατέβης ὑετός Χριστέ»). ῾Ομοίως καθώς αἱ σταλαγματίαι τῆς βροχῆς, ὅταν μέν πίπτουν ἐπάνω εἰς σκληράς καί ἀντιτύπους πέτρας, προξενοῦσι κρότον καί ταραχήν, ὅταν δέ πίπτουν ἐπάνω εἰς τό ἁπαλόν χῶμα τῆς γῆς, ἡσύχως καί ἀτάραχως πίπτουσι· τοιουτοτρόπως καί σύ, ὦ Θεάνθρωπε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἡσύχως καί κρυφίως κατέβης εἰς τήν Παρθένον. Σταγών δέ, κατά τόν Ζυγαδηνόν Εὐθύμιον, εἶναι ἐκείνη ἡ σταλαγματία ὅπου πίπτει ἀνεπαισθήτως ἀπό τά νέφη πρό τοῦ νά κινήσῃ ἡ βροχή, ἥτις καταβαίνει κάποτε κάποτε, καί μία μία.

Μέ τό ποκάρι δέ τῶν μαλλίων παρομοιάζεται ἡ κοιλία τῆς Θεοτόκου, πρῶτον, διότι ἦτον ἀπό τό γένος τοῦ ᾿Αδάμ, ὅς τις ὡς ἐν πρόβατον ἀπεπλανήθη ἀπό τήν ἑκατοντάδα τῶν προβάτων, κατά τήν ἐν Εὐαγγελίοις τοῦ Κυρίου παραβολήν. Δεύτερον, διότι ἀπό τήν Παρθένον ὑφάνθη ἔνδυμα ἀφθαρσίας, τόσον εἰς τόν ᾿Αδάμ τόν γυμνωθέντα διά τήν παράβασιν, ὅσον καί εἰς ὅλους τούς ἀπογόνους του. Καί τρίτον, διά νά φανῇ εἰς τήν Παρθένον τελεσιουργούμενον τό θαῦμα ἐκεῖνο τό ἐπί τοῦ Γεδεών γενόμενον· ὅπερ ἦτον γῆ καί ποκάρι· ἐξ ὧν ποτέ μέν ἡ γῆ ἐβρέχετο μόνη, τό δέ ποκάρι ἔμενεν ἄβροχον· ποτέ δέ ἐβρέχετο τό ποκάρι, ἡ δέ γῆ ἔμενεν ἄβροχος· καθώς ἀναφέρεται ἡ ῾Ιστορία αὕτη εἰς τό Βιβλίον τῶν Κριτῶν ἐν κεφαλαίῳ ς΄. Οὕτω μέν ἐννόησε τό Τροπάριον τοῦτο Θεόδωρος ὁ τῶν Κανόνων ἐξηγητής, ἐκλαμβάνων εἰς τήν κρυφίαν καί ἥσυχον ἐπιδημίαν τοῦ Θεοῦ Λόγου, τά δύο ὁμοιώματα ταῦτα, τόν πόκον μετά τῆς βροχῆς, καί τήν σταγόνα μετά τῆς γῆς.

῾Ο δέ Μελῳδός Κοσμᾶς φαίνεται, ὅτι τό ὁμοίωμα τῶν σταγόνων τό προσαρμόζει εἰς τά ἀκόλουθα ῎Εθνη· ἤτοι εἰς τούς Αἰθίοπας καί Θαρσεῖς καί τούς λοιπούς· λέγει γάρ, ὅτι καθώς αἱ σταγόνες τῆς βροχῆς πίπτουν ἀπό τό ὕψος τῶν νεφελῶν κάτω εἰς τήν γῆν· οὕτω καί οἱ Αἰθίοπες καί Θαρσεῖς καί αἱ νῆσοι τῶν ᾿Αράβων καί οἱ ἄρχοντες καί ἐξουσιασταί τῆς Σαβά καί τῶν Μήδων καί ὅλης τῆς γῆς ἐπρόσπεσον εἰς ἐσέ τόν Σωτήρα τού Κόσμου, καί ἀφέντες τό ὕψος τῆς ὑπερηφανίας των, ἐταπεινώθησαν ἐνώπιόν σου καί σέ ἐπροσκύνησαν. Αἰθίοπες δέ, αἰσθητῶς μέν, εἶναι οἱ κατοικοῦντες εἰς τήν ἀνατολήν καί εἰς τά ἄκρα τῆς δύσεως· νοητῶς δέ, εἶναι οἱ Δαίμονες οἱ σκοτεινοί καί ζεζοφωμένοι, οἵτινες προσέπεσον τῷ Χριστῷ καί μή θέλοντες, κατά τό «῞Ινα ἐν τῷ ὀνόματι ᾿Ιησοῦ πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καί ἐπιγείων καί καταχθονίων» (Φιλιπ. β´ 10). Θαρσεῖς δέ εἶναι οἱ τήν Καρχηδόνα κατοικοῦντες, ἥτις ἦτον πρώτη πόλις τῆς Λιβύας, κατά τόν Θεοδώριτον. Νῆσοι δέ τῶν ᾿Αράβων εἶναι αἱ ἐν τῷ ᾿Αραβικῷ κόλπῳ καί ᾿Ωκεανῷ περιεχόμεναι· ἤ διά τῶν νήσων αὐτῶν φανερώνονται ὅλαι αἱ νῆσοι τῆς θαλάσσης. Σαβά δέ εἶναι πόλις τῆς ᾿Ινδίας ἤ τῆς εὐδαίμονος ᾿Αραβίας, ἡ πλέον ὀνομαστή καί περίφημος, ἀπό τήν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τόν Σολομῶντα καί ἡ Σαβά Βασίλισσα. Διά μέσου δέ τῶν περιφήμων τούτων ᾿Εθνῶν καί Βασιλειῶν ἐφανέρωσεν ὁ Μελῳδός ὅλας ὁμοῦ τάς Βασιλείας καί τά ῎Εθνη τοῦ Κόσμου, ὅπου ἐπίστευσαν εἰς τόν Χριστόν, καί ὑπετάχθησαν εἰς αὐτόν. Τά ὀνόματα δέ ταῦτα τῶν ᾿Εθνικῶν ἐρανίσθη ὁ Μελῳδός ἀπό τόν οα΄ Ψαλμόν τόν λέγοντα «᾿Ενώπιον αὐτοῦ προπεσοῦνται Αἰθίοπες, καί οἱ ἐχθροί αὐτοῦ χοῦν λείξουσι· Βασιλεῖς Θαρσεῖς καί νῆσοι δῶρα προσοίσουσι· Βασιλεῖς ᾿Αράβων καί Σαβά δῶρα προσάξουσι· καί προσκυνήσουσιν αὐτῷ πάντες οἱ Βασιλεῖς τῆς γῆς· πάντα τά ῎Εθνη δουλεύσουσιν αὐτῷ».

Τροπάριον.

᾿Ιδού ἡ Παρθένος ὡς πάλαι φησίν, ἐν γαστρί συλλαβοῦσα ἐκύησε, Θεόν ἐνανθρωπήσαντα, καί μένει Παρθένος· δι᾿ ἧς καταλλαγέντες Θεῷ οἱ ἁμαρτωλοί, Θεοτόκον κυρίως οὖσαν ἐν πίστει ἀνυμνήσωμεν.

Ἑρμηνεία.

Ἀπό τόν Προφήτην ῾Ησαΐαν δανείζεται ὁ Μελῳδός τήν ἀρχήν τοῦ παρόντος Τροπαρίου· ἐκεῖνος γάρ προφητεύων περί τοῦ ἀσπόρου τόκου τῆς Παρθένου, οὕτω φησίν· «᾿Ιδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί λήψεται, καί τέξεται Υἱόν, καί καλέσουσι τό ὄνομα αὐτοῦ ᾿Εμμανουήλ»(῾Ησ. ζ΄ 14). ῞Οθεν ταύτην τήν προφητείαν βλέπων τετελειωμένην ὁ Μουσουργός Κοσμᾶς, οὕτω λέγει· «Ἰδού ἡ Παρθένος ἐκείνη, περί τῆς ὁποίας πάλαι ἐπροφήτευσε». Ποῖος; ῾Ο ῾Ησαΐας (ἀφῆκε γάρ ὁ Μελῳδός τό ὄνομα του, ὡς παρά πᾶσιν ἐγνωσμένον καί ὁμολογούμενον)· «Αὕτη συλλαβοῦσα ἀσπόρως διά Πνεύματος ῾Αγίου ἐν τῇ παναχράντῳ κοιλίᾳ της, ἐγέννησε Θεόν ἐνανθρωπήσαντα, τέλειον Θεόν καί τέλειον ῎Ανθρωπον, ἐν μιᾷ ὑποστάσει δύο φύσεις ἔχοντα θεότητα καί ἀνθρωπότητα· ἔμεινε δέ πάλιν ἡ αὐτή Παρθένος καί μετά τήν ἄσπορον καί ἀλόχευτον Γέννησιν»· ὁ γάρ ἐξ αὐτῆς γεννηθείς Χριστός καθώς εὗρεν αὐτήν Παρθένον ἐν τῇ εἰσόδῳ, οὕτω πάλιν ἀφῆκεν αὐτήν Παρθένον καί ἐν τῇ ἐξόδῳ, κατά τό εἰρημένον ὑπό τοῦ ᾿Ιεζεκιήλ τοῦ Προφήτου· «῾Η πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται· οὐκ ἀνοιχθήσεται, καί οὐδείς οὐ μή διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς· ὅτι Κύριος ὁ Θεός ᾿Ισραήλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὐτῆς, καί ἔσται κεκλεισμένη» (᾿Ιε. μδ´ 2). Διά τοῦτο καί ὁ μέγας Βασίλειος ἑρμηνεύων τό τοῦ ῾Ησαΐου ἐκεῖνο «Διά τοῦτο δώσει Κύριος αὐτός ὑμῖν σημεῖον», λέγει «Σημεῖον δέ παράδοξόν τε καί τεραστικόν καί πάρα πολύ τῆς κοινῆς παρηλλαγμένον φύσεως· ἡ αὐτή γυνή, καί Παρθένος καί Μήτηρ· καί ἐν τῷ ἁγιασμῷ τῆς παρθενίας μένουσα, καί τήν τῆς τεκνογονίας εὐλογίαν κληρονομοῦσα» (Λογ. εἰς τήν Χριστοῦ Γέννησ.). ᾿Επιφέρει δέ ἀκολούθως ὁ Μελῳδός λέγων, «᾿Επειδή ἡμεῖς πάντες διά μεσιτείας τῆς Θεοτόκου ἐφιλιώθημεν μέ τόν Θεόν, μέ τόν ὁποῖον ἤμεθα πρότερον ἐχθροί· διά τοῦτο ἄς ἀνυμνήσωμεν αὐτήν τήν τόσον μεγάλην χάριν εἰς ἡμᾶς προξενήσασαν· ἐπειδή αὐτή εἶναι κυρίως καί πρώτως καί μόνως καί ἀληθῶς Θεοτόκος». Διότι ἄν καί ἄλλαι γυναῖκες μυθολογοῦνται κοντά εἰς τούς ῞Ελληνας, ὅτι ἐγέννησαν τούς παρ᾿ αὐτῶν καλουμένους Θεούς· καθώς ὅμως ἐκεῖνοι ἦτον ψευδώνυμοι καί ἀνύπαρκτοι· οὕτως ἀκολούθως καί αὗται ψευδῶς τοιαῦται ἐλέγοντο. ῞Οθεν καί ὁ Θεολόγος Γρηγόριος πρός τούς ῞Ελληνας τόν λόγον ἀποτεινόμενος εἶπε· «Ποῦ γάρ ἐν τοῖς σοῖς ἔγνως Θεοτόκον Παρθένον;» (Λογ. α΄ περί Υἱοῦ).

᾿Ωδή ς΄. ῾Ο Εἱρμός

Σπλάχνων ᾿Ιωνᾶν, ἔμβρυον ἀπήμεσεν, ἐνάλιος θήρ οἷον ἐδέξατο· τῇ Παρθένῳ δέ, ἐνοικήσας ὁ Λόγος καί σάρκα λαβών, διελήλυθε, φυλάξας ἀδιάφθορον· ἧς γάρ οὐχ᾿ ὑπέστη ρεύσεως, τήν τεκοῦσαν κατέσχεν ἀπήμαντον.

 ῾Ερμηνεία

Ποῖος δέν ἤθελε θαυμάσῃ τήν σοφήν διάνοιαν τοῦ ῾Ιεροῦ τούτου Μελῳδοῦ; Διότι αὐτός ἕνα καί τόν αὐτόν Προφήτην ᾿Ιωνᾶν εἰς διαφόρους ὑποθέσεις μεταχειρίζεται. Καί πρότερον μέν αὐτόν προσφυῶς ἐμεταχειρίσθη εἰς τήν ἑορτήν τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Σταυροῦ, παρομοιάσας τοῦτον μέ τόν τύπον τοῦ Σταυροῦ· τώρα δέ αὐτόν μεταχειρίζεται εἰς τήν ὑπόθεσιν τῆς ἐκ Παρθένου Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί τήν μέν ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους διαμονήν αὐτοῦ ἐξομοιάζει μέ τήν τοῦ ἐμβρύου Σύλληψιν· τήν δέ ἀπό τοῦ κήτους ἐξέλευσίν του παρομοιάζει μέ τήν τοῦ ἐμβρύου Γέννησιν. ῞Οθεν λέγει, ὅτι ὁ ἐνάλιος θήρ (τό κῆτος τῆς θαλάσσης) δεξάμενος εἰς τήν κοιλίαν του τόν ᾿Ιωνᾶν, καί φυλάξας αὐτόν, καθώς ἡ μήτηρ δέχεται εἰς τήν κοιλίαν της τό ἔμβρυον, καί φυλάττει αὐτό, ὕστερον ἐξέρασεν αὐτόν ἀπό τά σπλάγχνα του· ἀλλά τοιοῦτον σῶον καί ἀβλαβῆ ἐξέρασεν, ὁποῖος σῶος καί ἀβλαβῆς ἦτον, ὅταν ἐδέχθη αὐτόν πρότερον εἰς τά σπλάγχνα του. ῾Ο μέν οὖν ᾿Ιωνᾶς τοιουτοτρόπως ἐδέχθη καί ἐξέρασθη ἀπό τό κῆτος· ὁ δέ Μονογενής τοῦ Θεοῦ Λόγος εἰσελθών ὑπερφυῶς εἰς τήν κοιλίαν τῆς Παρθένου, καί σάρκα λαβών ἐκ τῶν παναχράντων αὐτῆς αἱμάτων διελήλυθεν (ἐγεννήθη) φυλάξας ἀβλαβῆ καί ἀδιάφθορον τήν δεξαμένην καί γεννήσασαν αὐτόν κοιλίαν· τουτέστιν ἀφῆκεν αὐτήν Παρθένον, καθώς Παρθένον εὗρεν αὐτήν καί ὅταν εἰσῆλθεν.

῞Οθεν κατά τοῦτο φαίνεται, ὅτι εἶναι ἐναντίον, τρόπον τινά, τό παράδειγμα τοῦ ᾿Ιωνᾶ μέ τήν ἐκ τῆς Παρθένου Γέννησιν τοῦ Κυρίου· καθότι ἐκεῖ μέν τόν κυοφορούμενον ᾿Ιωνᾶν ἐφύλαττεν ἀβλαβῆ τό κυοφοροῦν αὐτόν κῆτος διά τῆς παντοδυνάμου χάριτος τοῦ Θεοῦ· ἐνταῦθα δέ κυοφορούμενος ἐν τῇ κοιλίᾳ τῆς Παρθένου ὁ Θεός Λόγος, αὐτός μᾶλλον ἐφύλαξεν ἀβλαβῆ τήν κυοφοροῦσαν αὐτόν, μή διαφθείρας τά κλεῖθρα τῆς Παρθενίας της. Καθώς γάρ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ γεννηθείς ἄνω ἐκ τοῦ Πατρός πρό αἰώνων, καθό Θεός δέν ὑπέμεινεν κανέν πάθος καί ρεῦσιν καί φθοράν· ἀπαθῶς γάρ καί ἀρρεύστως προῆλθεν ἐκ τοῦ Πατρός, ὡς λόγος ἐκ νοῦ· οὕτως ὁ αὐτός γεννηθείς κάτω ἐπ̉̉ ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθό ἄνθρωπος ἐφύλαξεν ἀβλαβῆ καί χωρίς καμμίαν φθοράν τήν γεννήσασαν αὐτόν Θεοτόκον. ῞Οθεν ἡ ῾Αγία καί Οἰκουμενική Σύνοδος ἐν τῇ ια΄ Πράξει αὐτῆς διά τοῦ Λιβέλου τῆς Πίστεως Σωφρονίου ῾Ιεροσολύμων, Παρθένον αὐτήν ἀνεκήρυξε πρό τόκου καί ἐν τόκῳ καί μετά τόκον· ταὐτόν εἰπεῖν ᾀειπάρθενον.

᾿Αλλά καί ὁ θεῖος ᾿Επιφάνιος αἱρέσει ιη΄ «Τίς ποτέ, λέγει, Μαρίαν εἰπών καί διερωτηθείς οὐχί τήν Παρθένον προσέθετο;» ῞Οθεν ὁ Χριστός καί κατά τάς δύο Γεννήσεις ἀπαθής ὤφθη καί ἄρρευστος· οὔτε γάρ ὁ Πατήρ γεννῶν αὐτόν ἔπαθέ τι, οὔτε ἡ μήτηρ. Καί διά νά εἰπῶ καθαρώτερα, καθώς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ ἔγινεν Υἱός ἀνθρώπου ἀτρέπτως· ἤτοι χωρίς νά τραπῇ ἀπό τήν ἰδικήν του φύσιν καί Θεότητα, ἤ νά λάβῃ καμμίαν ἀλλοίωσιν καί ρεῦσιν, κατά τόν Θεολόγον Γρηγόριον λέγοντα «῾Ο Υἱός τοῦ Θεοῦ γίνεται καί Υἱός τοῦ ἀνθρώπου, οὐχ᾿ ὅ ἦν μεταβαλών· ἄτρεπτος γάρ· ἀλλ᾿ ὅ οὐκ ἦν προσλαβών· φιλάνθρωπος γάρ» (Λογ. εἰς τά φῶτα) οὕτω καί τήν τεκοῦσαν αὐτόν ἐφύλαξεν ἄτρεπτον καί ἀβλαβῆ· μή τραπεῖσα γάρ αὕτη ἀπό τήν κατά φύσιν παρθενίαν ὅπου εἶχε, προσέλαβεν ἐκεῖνο ὅπου δέν εἶχεν· ἤτοι τήν ὑπέρ φύσιν μητρότητα. ῞Οθεν καί ὁ Θεοφόρος Μάξιμος εἶπεν «῾Ως γάρ αὐτός ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός ἄνθρωπος γέγονεν, οὐκ ἀλλοιώσας τήν φύσιν, οὐδ᾿ ἀμείψας τήν δύναμιν· οὕτω τήν τεκοῦσαν καί Μητέρα ποιεῖ καί Παρθένον διατηρεῖ, θαύματι θαῦμα κατά ταὐτό διερμηνεύων ἅμα καί θατέρῳ κρύπτων τό ἕτερον» (Κεφ. θ΄ τῆς γ΄ ἑκατοντ. τῶν γνωστικῶν).

Λέγει δέ καί ὁ Βρυέννιος ᾿Ιωσήφ «Τίς Μήτηρ τοῦ Θεοῦ τῶν Πατέρων ἐφάνη ποτέ; Τίς ἅμα καί πλάστην και πλάσμα συνέλαβε; Τίς δέ καί συλλάβουσα Υἱόν καί κυήσασα καί τεκοῦσα τό εἶναι Παρθένος οὐκ ἀπεβάλετο; Πρό τῆς συλλήψεως Παρθένος· ἐν τῇ συλλήψει Παρθένος· ἐν τῇ κυήσει Παρθένος· ἐν τῷ τίκτειν Παρθένος· καί μετά τό τεκεῖν ὡσαύτως Παρθένος καί ἀεί Παρθένος· ἡ γάρ ἐν τῷ τῆς ζωῆς αὐτῆς παντί χρόνῳ καί ὁράσει καί γεύσει καί ἀκοῇ καί ἀφῇ καί ὀσφρήσει καί νῷ καί διανοίᾳ καί δόξῃ καί φαντασίᾳ καί αἰσθήσει καί, ἑνί λόγῳ, πάσαις δυνάμεσι καί ψυχικαῖς καί σωματικαῖς ἄβατον λογισμοῖς ρυπαροῖς ἑαυτήν ὅλην τηρήσασα, εἰκότως ἄν ᾿Αειπάρθενος λέγοιτο. ῞Οθεν οὐκ ἐνεπόδισεν ὁπωσοῦν τό χρῆμα τῆς παρθενίας ἡ ὑπέρ φύσιν κυοφορία· οὐδέ τό ᾿Αειπάρθενον εἶναι ὁ Θεῖος τόκος ἐκώλυσεν· οὔθ᾿ ἡ σύλληψις τήν νηδύν ἐλυμήνατο· οὔθ᾿ ὁ τόκος τήν τεκοῦσαν διέφθειρε» (Λόγῳ Γ΄ εἰς τόν Εὐαγγελισμόν).

Τροπάριον.

Ποιμένες ἀγραυλοῦντες, ἐκπλαγοῦς φωτοφανείας ἔτυχον· δόξα Κυρίου γάρ αὐτούς περιέλαμψε καί ῎Αγγελος, ἀνυμνήσατε βοῶν, ὅτι ἐτέχθη Χριστός· ὁ τῶν Πατέρων Θεός εὐλογητός εἶ.

῾Ερμηνεία.

Τό παρόν τροπάριον ἐρανίσθη ὁ Μελῳδός ἀπό τό Β΄ Κεφάλαιον τοῦ κατά Λουκᾶν ἁγίου Εὐαγγελίου, ὅπου λέγεται περί τῶν Ποιμένων «Καί Ποιμένες ἦσαν ἐν τῇ χώρᾳ τῇ αὐτῇ ἀγραυλοῦντες καί φυλάσσοντες φυλακάς τῆς νυκτός ἐπί τήν ποίμνην αὐτῶν. Καί ἰδού ῎Αγγελος Κυρίου ἐπέστη αὐτοῖς, καί δόξα Κυρίου περιέλαμψεν αὐτούς, καί ἐφοβήθησαν φόβον μέγα». Λέγει λοιπόν ὁ θεῖος Κοσμᾶς, ὅτι οἱ Ποιμένες οἱ ἀγραυλοῦντες ἔτυχον μίαν ἐκστατικήν φωτοχυσίαν καί θεοφανείαν. ᾿Αγραυλοῦντες δέ κυρίως μέν εἶναι οἱ εἰς τόν ἀγρόν αὐλοῦντες καί παίζοντες τό συραύλιον, κατά τόν Ζυγαδηνόν Εὐθύμιον, ἤ, κατά τόν Θεοφύλακτον, οἱ αὐλοῦντες ἄισματα ἀγροτικά καί συνήθη εἰς τούς ἀγροίκους ἀνθρώπους· καταχρηστικῶς δέ τό «ἀγραυλοῦντες» φανερώνει τούς εἰς τόν ἀγρόν διατρίβοντας καί διάγοντας, κατά τό Θεοφύλακτον καί Εὐθύμιον. Πῶς δέ ἔτυχον οἱ Ποιμένες τήν ρηθεῖσαν ἐκστατικήν φωτοχυσίαν; Διότι δόξα μέν Κυρίου ἔλαμψεν αὐτούς, ἥτις ἦτον ἕνα φῶς θεϊκόν, κατά τόν Εὐθύμιον· ῎Αγγελος δέ Κυρίου ἐφάνη εἰς αὐτούς, ὅς τις καί ἔλεγεν· «῏Ω ποιμένες τῶν ἀλόγων προβάτων, ὑμνήσατε καί δοξολογήσατε τόν Θεόν· διότι ἐγεννήθη εἰς ἐσᾶς ὁ Χριστός, ὅς τις εἶναι Θεός τῶν Πατέρων ὑμῶν». Οὕτω δέ ἐν τῷ Εὐαγγελίῳ γέγραπται, ὅτι εἶπεν ὁ ῎Αγγελος εἰς τούς Ποιμένας· «᾿Ιδού εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην, ἥτις ἔσται παντί τῷ λαῷ, ὅτι ἐτέχθη ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὅς ἐστι Χριστός Κύριος ἐν πόλει Δαβίδ» (Λουκ, β΄ 10).

Σημείωσαι δέ, ὅτι προθύστερον σχῆμα καί ὑπερβατόν μεταχειρίζεται ἐδῶ ὁ Μελῳδός· πρῶτον γάρ ἐφάνη εἰς τούς Ποιμένας ὁ ῎Αγγελος, κατά τόν Εὐαγγελιστήν Λουκᾶν, καί δεύτερον ἔλαμψεν εἰς αὐτούς δόξα Κυρίου· ἥτις διά τοῦτο ἐφάνη μετά τήν ἐπιστασίαν τοῦ ᾿Αγγέλου, διά νά γνωρίσουν οἱ Ποιμένες, ὅτι ὁ ἐπιστάς εἰς αὐτούς ῎Αγγελος ἦτον ἀγαθός καί θεῖος κατά τόν Εὐθύμιον, καί ὄχι πονηρός καί ἐναντίος. ῾Ο δέ θεῖος Κοσμᾶς ἄλλαξε τήν τάξιν, καί τό μέν «Δόξα Κυρίου» ἔβαλε πρῶτον, τό δέ «῎Αγγελος βοῶν» ἔβαλε δεύτερον, διά νά συναρμόσῃ αὐτό μέ τό τέλος τοῦ Τροπαρίου. Πρέπει δέ εἰς τό «Καί ῎Αγγελος» νά προστεθῇ τό «ἐπέστη» κατά τό ὕφος τοῦ Εὐαγγελίου, ἵνα τό ὅλον ᾖ, «Καί ῎Αγγελος ἐπέστη βοῶν ἀνυμνήσατε»· καί τά ἑξῆς.

῎Ηθελε νά ἀπορήσῃ τινάς· διατί ῎Αγγελος Κυρίου ἐφάνη εἰς ἀνθρώπους Ποιμένας; Καί ἀποκρινόμεθα, ὅτι διά τέσσαρα αἴτια· α) διά τό ἄπλαστον ἦθος αὐτῶν καί τήν ἁπλότητα καί ἀκακίαν, κατά τόν Θεοφύλακτον· ὅσοι γάρ εἶναι μακράν ἀπό τάς πολιτείας καί συναναστροφάς τῶν ἀνθρώπων, καί κατοικοῦν εἰς τά ὄρῃ καί τούς ἀγρούς, αὐτοί φυσικῷ τῷ τρόπῳ εἶναι πάντοτε ἁπλοϊκώτεροι, καθαρώτεροι καί ἀπονηρότεροι ἀπό τούς ἐν πόλεσι κατοικοῦντας. ῞Οθεν καί ὁ θεῖος Διονύσιος ὁ ᾿Αρεοπαγίτης συμφώνως εἶπεν· «῎Αλλος ῎Αγγελος τούς Ποιμένας ὡς τῇ τῶν πολλῶν ἀναχωρήσει καί ἡσυχίᾳ κεκαθαρμένους εὐηγγελίζετο, καί σύν αὐτῷ πλῆθος Οὐρανίου στρατιᾶς τήν πολυΰμνητον ἐκείνην παρεδίδου τοῖς ἐπί γῆς δοξολογίαν» (Κεφάλαιον δ΄ περί οὐρανίου ῾Ιεραρχίας). β) διότι κατά τόν αὐτόν Θεοφύλακτον καί τόν Εὐθύμιον, οἱ Ποιμένες οὗτοι ἦτον μιμηταί καί ἀκόλουθοι τῆς πολιτείας καί ἀρετῆς τῶν παλαιῶν ἐκείνων Πατριαρχῶν, ᾿Αβραάμ, ᾿Ισαάκ καί ᾿Ιακώβ, οἵ τινες ἦσαν Ποιμένες. γ) διότι ὁ Χριστός Ποιμήν ἐγεννήθη παντός τοῦ λαοῦ τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ καί τοῦ ᾿Εθνικοῦ. ῞Οθεν καταλλήλως εἰς τούς Ποιμένας ἐγνωρίσθησαν πρῶτον τά περί αὐτοῦ κατά τόν Εὐθύμιον. Δηλοῦται δέ διά τούτου, καί ὅτι εἰς τούς Ποιμένας τῶν λογικῶν προβάτων προτύτερα ἀπό τούς ἄλλους ἀποκαλύπτονται τά τοῦ Θεοῦ Μυστήρια, κατά τόν αὐτόν Εὐθύμιον. δ) δέ καί τελευταῖον, διά νά δείξῃ ὁ Θεός, ὅτι τούς ἀγροικοτέρους καί χωρικωτέρους ἀνθρώπους ἐξ ἀρχῆς ἐδιάλεξεν ἀπό τούς ἄλλους, καί ἔκαμεν αὐτούς κήρυκας, ὡς ἁπλουστέρους καί ὡς μᾶλλον πιστεύοντας, καί οὐχί τούς ἐν ταῖς πολιτείαις ἀναστρεφομένους Γραμματεῖς καί Φαρισαίους· διότι αὐτοί πονηροί ὄντες εὐκόλως δέν ἐπίστευον. ῞Οθεν καθώς ὁ Χριστός ἐδιάλεξεν ὕστερον τούς ἁλιεῖς· οὕτως ἐδιάλεξεν πρότερον τούς ἀγροίκους Ποιμένας· ἵνα, διά τῆς μωρίας καί τῆς ἀγροικίας, καταισχύνῃ τούς σοφούς τοῦ Κόσμου καί ἄρχοντας.

Τροπάριον.

᾿Εξαίφνης σύν τῷ λόγῳ τοῦ ᾿Αγγέλου, οὐρανῶν στρατεύματα, Δόξα ἐκραύγαζον Θεῷ, ἐν ὑψίστοις ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία, Χριστός ἔλαμψεν· ὁ τῶν Πατέρων Θεός εὐλογητός εἶ.

῾Ερμηνεία.

Καί τοῦτο τό Τροπάριον ἀκόλουθον εἶναι μέ τό ἀνωτέρω· ἐπειδή ἐρανίσθη ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ τά ἀκολουθοῦντα μέ τά λόγια τοῦ ἀνωτέρω Τροπαρίου. «᾿Εξαίφνης, φησίν, ἐγένετο σύν τῷ ᾿Αγγέλῳ πλῆθος στρατιᾶς οὐρανίου, αἰνούντων τόν Θεόν καί λεγόντων· Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ, καί ἐπί γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» (Λουκ. β΄ 13-14)· ἤτοι μαζί μέ τά λόγια τοῦ ᾿Αγγέλου συνῆλθε πλῆθος οὐρανίου στρατιᾶς τῶν ᾿Αγγέλων (λείπει ἡ λέξις «᾿Αγγέλων» ἐδῶ, ἐννοουμένη ἔξωθεν κατά τόν Εὐθύμιον τόν Ζυγαδηνόν. Τόμος γ΄ εἰς τόν Λουκᾶν). Λέγει λοιπόν ὁ θεσπέσιος Κοσμᾶς, ὅτι αἰφνιδίως καί ἀνελπίστως μαζί μέ τόν λόγον τοῦ ἑνός ᾿Αγγέλου, ὁ ὁποῖος εὐηγγελίζετο εἰς τούς Ποιμένας τήν Γέννησιν τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ἦλθον ἀπό τόν Οὐρανόν στρατεύματα ἀΰλων ᾿Αγγέλων, οἵ τινες ἔλεγον μέ μεγάλην φωνήν· «῎Ας εἶναι δόξα εἰς τόν Θεόν ἐν τοῖς Οὐρανοῖς»· τοῦτο γάρ δηλοῖ τό «᾿Εν τοῖς ὑψίστοις».

Τό «ἐπί γῆς εἰρήνη» εἰς τό ὕμνον τοῦτον κατά δύο τρόπους ἠμποροῦμεν νά τό ἐννοῶμεν. Πρῶτον, ὅτι τό ἀνθρώπινον γένος πρότερον μέν εἶχεν ἔχθραν πρός τόν Θεόν, διότι ἐπροσκύνουν ἄψυχα καί ἀναίσθητα εἴδωλα· τώρα δέ διά τῆς ἐνσάρκου Οἰκονομίας τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἔπαυσε μέν ἡ ἔχθρα καί ὁ πόλεμος μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, οὐρανίων καί ἐπιγείων· ἐφιλιώθη ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεόν τόσον, ὥστε καί ἡνώθη εἰς μίαν ὑπόστασιν μέ αὐτόν, ὡς λέγει ὁ Θεοφύλακτος· διότι ὁ Χριστός μεσίτης Θεοῦ καί ἀνθρώπων γενόμενος εἰρήνευσε τά οὐράνια καί τά ἐπίγεια, καί οὕτω λάμπει εἰρήνη ἐπί γῆς. Δεύτερον, διότι ἐγεννήθη ἐπί γῆς ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι καί λέγεται εἰρήνη· διότι ὁ Παῦλος λέγει «Χριστός ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν, ὁ ποιήσας τά ἀμφότερα ἕν» (᾿Εφεσ. β΄ 14). ῾Ο δέ σύνδεσμος «καί» ἔχει τήν δύναμιν τοῦ «γάρ», ὡς ἐάν ἔλεγεν «᾿Επί γῆς γάρ εἰρήνη». Τούτων οὕτω λοιπόν σαφηνισθέντων, εὐκόλως καταλαμβάνομεν, διατί λέγει «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ»·διότι καί κατά τήν πρώτην καί κατά τήν δευτέραν ἔννοιαν εἶναι ἀπαραιτήτως ὀφειλομένη ἡ παρ᾿ ἡμῶν πρός τόν Θεόν δόξα καί εὐχαριστία.

῎Εγινε δέ καί ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία, τουτέστιν ἀνάπαυσις τοῦ Θεοῦ είς τούς ἀνθρώπους· ἐπανεπαύθη γάρ ὁ Θεός καί εὐαρεστήθη εἰς αὐτούς· ἐπειδή πρότερον δέν εὐδόκει, οὐδέ ἀρέσκετο εἰς αὐτούς, κατά τήν ἑρμηνείαν τοῦ Θεοφυλάκτου. ῾Ο δέ Εὐθύμιος λέγει, ὅτι ἡ παλαιά εὐδοκία τοῦ Πατρός, ἥτις ἦτον τό νά ἐνανθρωπήσει ὁ Υἱός του, καί νά σώσῃ τόν ἀπολεσμένον ἄνθρωπον, τώρα ἐπληρώθη. ῾Ο δέ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, εὐδοκίαν ὀνομάζει τό προηγούμενον θέλημα τοῦ Πατρός, τό ὁποῖον ἦτον ἡ ἔνσαρκος Οἰκονομία τοῦ Μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ. ᾿Εκεῖνο λοιπόν, ὅπερ προηγουμένως ὥρισε καί ἠθέλησεν ὁ ἄναρχος Πατήρ ἐν τῇ θεαρχικωτάτῃ αὐτοῦ βουλῇ διά νά τελεσιουργήσῃ εἰς τούς ἀνθρώπους, τοῦτο ἐγένετο τώρα, καί εἰς τέλος ἐλήλυθεν. ᾿Ακολούθως δέ ἐπιφέρει ὁ Μελῳδός, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι καί δόξα ἐν Οὐρανοῖς, καί εἰρήνη ἐπί γῆς, καί εὐδοκία ἐν ἀνθρώποις· καθότι αὐτός ἐστι δι᾿ ὅν ἕνεκα ταῦτα ἐγένετο.

Τροπάριον.

῾Ρῆμα τί τοῦτο; εἶπον οἱ Ποιμένες· διελθόντες ἴδωμεν τό γεγονός, θεῖον Χριστόν· Βηθλεέμ καταλαβόντες δέ, σύν τῇ τεκούσῃ προσεκύνουν ἀναμέλποντες· ὁ τῶν Πατέρων Θεός εὐλογητός εἶ.

῾Ερμηνεία.

Καί τοῦτο τό Τροπάριον εἶναι ἀκόλουθον μέ τό πρότερον· ἐρανίσθη γάρ ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τά ἀκολουθοῦντα εἰς τά λόγια τοῦ προλαβόντος Τροπαρίου· φησί γάρ ἐκεῖνος εἰς τό αὐτό δεύτερον Κεφάλαιον ταῦτα· «Καί ἐγένετο ὡς ἀπῆλθον ἀπ᾿ αὐτῶν εἰς τόν Οὐρανόν οἱ ῎Αγγελοι, καί οἱ ἄνθρωποι οἱ Ποιμένες εἶπον πρός ἀλλήλους· «διέλθωμεν δή ἕως Βηθλεέμ, καί ἴδωμεν τό ρῆμα τοῦτο τό γεγονός, ὅ ὁ Κύριος ἐγνώρισεν ἡμῖν» (Λουκ. β´ 15). Λέγει λοιπόν ὁ θεσπέσιος Κοσμᾶς, ὅτι οἱ ποιμένες ἰδόντες τόν ῎Αγγελον, καί ἀκούσαντες παρ᾿ αὐτοῦ τά ἀνωτέρω λόγια, ἐθαύμασαν καί ἠθέλησαν νά πληροφορηθοῦν, ἄν εἶναι τά λόγια ταῦτα ἀληθινά.῞Οθεν εἶπον ἕνας πρός τόν ἄλλον· τί εἶναι τό ρῆμα τοῦτο ὅπου ἐλαλήθη εἰς ἡμᾶς; ᾿Ελᾶτε νά ὑπάγωμεν διά νά ἰδοῦμεν: ἤτοι νά ἐξετάσωμεν, κατά τόν Εὐθύμιον, τό γεγονός τοῦτο θεῖον: ἤτοι τοῦτο τό θεϊκόν σημεῖον ὅπου ἔγινεν εἰς ἡμᾶς. Δέν εἶπον δέ μόνον τοῦτο, ἀλλά παρευθύς μαζί μέ τόν λόγον, ἐκίνησαν καί ἐπῆγαν εἰς τήν Βηθλεέμ, καί εὑρόντες τόν Χριστόν ὡς βρέφος ἀνακείμενον ἐν τῇ φάτνῃ, προσεκύνησαν αὐτόν ὁμοῦ μέ τήν Μητέρα του, ψάλλοντες τό «῾Ο τῶν Πατέρων Θεός εὐλογητός εἶ»· λέγει γάρ ὁ Εὐαγγελιστής Λουκᾶς· «῏Ηλθον σπεύσαντες, καί ἀνεῦρον τήν τε Μαριάμ καί τόν ᾿Ιωσήφ καί τό βρέφος κείμενον ἐν τῇ φάτνῃ· ἰδόντες δέ διεγνώρισαν (ἐπληροφορήθησαν) περί τοῦ ρήματος τοῦ λαληθέντος αὐτοῖς περί τοῦ παιδίου· καί πάντες οἱ ἀκούσαντες ἐθαύμασαν περί τῶν λαληθέντων ὑπό τῶν Ποιμένων πρός αὐτούς» (Λουκ. β΄ 16-18).

Τί δέ ἀλληγορικόν νόημα μανθάνουσιν ἐκ τούτου οἱ τῶν λογικῶν προβάτων Ποιμένες; ῞Οτι καί αὐτοί πρέπει νά ζητοῦν τόν οὐράνιον ἄρτον, καθώς καί οἱ Ποιμένες ἐκεῖνοι ἐζήτουν τήν Βηθλεέμ· ἡ γάρ λέξις «Βηθλεέμ» ἑρμηνεύεται «Οἶκος ἄρτου». ῎Εστι δέ αὕτη ἡ ᾿Εκκλησία, εἰς τήν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ νοητός ἄρτος Χριστός. ῎Εργον λοιπόν εἶναι εἰς τούς Ποιμένας τῶν λογικῶν προβάτων, Πατριάρχας καί Μητροπολίτας καί ᾿Επισκόπους, ἀφ᾿ οὗ εὕρουν τόν οὐράνιον ἄρτον, νά κηρύττουν αὐτόν καί εἰς τούς ἄλλους, καθώς καί οἱ Ποιμένες ἐκεῖνοι εὑρόντες τόν Χριστόν, ἐκήρυξαν καί εἰς τούς ἄλλους περί αὐτοῦ, κατά τήν ῾Ερμηνείαν τοῦ ῾Ιεροῦ Θεοφυλάκτου.

᾿Ωδή θ΄. ῾Ο Εἱρμός.

Μυστήριον ξένον, ὁρῶ καί παράδοξον! Οὐρανόν τό σπήλαιον· θρόνον χερουβικόν τήν Παρθένον· τήν φάτνην χωρίον· ἐν ᾧ ἀνεκλίθη ὁ ἀχώρητος, Χριστός ὁ Θεός· ὅν ἀνυμνοῦντες μεγαλύνωμεν.

 ῾Ερμηνεία.

Τό προοίμιον τοῦ παρόντος Εἱρμοῦ αὐτολεξεί ἐρανίσθη ὁ Μελῳδός ἀπό τόν λόγον τοῦ θείου Χρυσοστόμου τόν εἰς τήν Γέννησιν τοῦ Κυρίου· ὅπου οὕτω προοιμιάζει ἡ ρητορική ἐκείνη καί εὔλαλος γλῶσσα. «Μυστήριον ξένον καί παράδοξον βλέπω»· ᾿Εμιμήθη δέ ὁ Μελῳδός ἐνταῦθα καί τόν διορατικόν ἐκεῖνον Προφήτην ᾿Αββακούμ λέγοντα· «᾿Επί τῆς φυλακῆς σου στήσομαι, καί ἐπιβήσομαι ἐπί πέτραν, καί ἀποσκοπεύσω τοῦ ἰδεῖν» (᾿Αβ. β΄ 1)· διότι σταθείς καί οὗτος ἐπί τῆς ἰδικῆς του φυλακῆς· ἤτοι ἐπί τῆς προσοχῆς τοῦ νοός, καί ἐπιβάς εἰς τήν καρδίαν, ὡς ἐπάνω εἰς πέτραν διά νοερᾶς ἐπιστροφῆς καί συνεύσεως, ἀπό ἐκεῖ ἐθεώρησε διά τῆς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματος τήν ἐκ Παρθένου ἀπόρρητον Γέννησιν τοῦ Σωτῆρος. ῞Οθεν καταπλαγείς τό ἀκατάληπτον Μυστήριον, τήν θαυμαστικήν τούτην φωνήν ἀνεβόησεν εἰπών· «Μυστήριον ξένον ὁρῶ καί παράδοξον». Εἶτα ἐξηγῶν, ποῖον εἶναι αὐτό τό Μυστήριον, λέγει· βλέπω, ὅτι τό γήϊνον καί ζοφερόν σπήλαιον ἔγινεν ὑψηλός καί λαμπρός Οὐρανός· διότι ὁ ὑπερούσιος Λόγος τοῦ Πατρός, ὅς τις κατοικεῖ εἰς τούς Οὐρανούς, καί δοξολογεῖται ἀπαύστως ἀπό χιλιάδας ᾿Αγγέλων, καί μυριάδας ᾿Αρχαγγέλων, ἐκαταδέχθῃ νά γεννηθῇ καί νά κατοικήσῃ μέσα εἰς αὐτό· βλέπω, ὅτι ἡ Παρθένος καί Θεοτόκος Μαρία ἡ ὑλικόν σῶμα ἔχουσα, ἔγινε θρόνος Χερουβικός· διότι ἐκεῖνος ὅπου ἀναπαύεται ἐπάνω εἰς τόν ἔνδοξον θρόνον, καί εἰς τά νῶτα τῶν πολυομμάτων καί ἀΰλων Χερουβίμ, ἐθρονίσθη μέσα εἰς τήν ἄχραντον κοιλίαν καί ἐπάνω εἰς τάς ἀγκάλας τῆς Παρθένου, καί ἀνεπαύθη· βλέπω, ὅτι ἡ εὐτελεστάτη καί μικροτάτη φάτνη, ἔγινε τόπος ἐνδοξότατος καί πολυχωρότατος· διότι ὁ Θεός ὁ ἀχώρητος ὑπάρχων πανταχοῦ κατά τήν Θεότητα, ἀνεκλίθη (ἐπλαγίασε) ἐπάνω εἰς αὐτήν κατά τήν ἀνθρωπότητα. ῞Οθεν καί ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος πανηγυρίζων εἰς τήν ἑορτήν τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως εἶπεν· «Εἰ τίς ἐστιν Οὐρανός καί Οὐρανῶν, καί εἴ τινά ἐστιν ὕδατος ὑπερῶα στεγάζοντα τά οὐράνια, καί εἴ τις τόπος, ἤ στάσις, ἤ τάξις ἐστιν ὑπερκόσμιος, σπηλαίου καί φάτνης καί περιρραντηρίων βρεφικῶν καί σπαργάνων οὐδέν ἔχει θαυμασιώτερον οὐδέ θειότερον». ῾Ο δέ μέγας ᾿Αθανάσιος εἶπε τά γλαφυρά ταῦτα· «῾Ο οἰκίσκος, ἔνθα ἡ Παρθένος ἀπεκύησε, τῆς ᾿Εκκλησίας τόν τύπον ἐδέξατο· ὅπου θυσιαστήριον μέν, ἡ φάτνη· ᾿Εφημερευτής δέ, ᾿Ιωσήφ· Κληρικοί, οἱ Μάγοι· Διάκονοι, οἱ Ποιμένες· Ἱερεῖς, οἱ ῎Αγγελοι· ᾿Αρχιερεύς, ὁ Κύριος· θρόνος, ἡ Παρθένος· κρατῆρες, οἱ μαζοί· ἀναβόλαιον, ἡ ἐνανθρώπησις· ριπιστῆρες, τά χερουβίμ· δίσκος, τό Πνεῦμα τό ῞Αγιον· δισκοκάλυμμα, ὁ Πατήρ, ἐπισκιάζων πάντα τῇ οἰκείᾳ δυνάμει» (ἐν τῷ πρώτῳ λόγῳ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ παρά Ἰωσήφ τῷ Βρυεννίῳ).

᾿Αλλ᾿ ὦ θεσπέσιε Κοσμᾶ, ἤθελεν εἰπῇ τινάς ἀπορῶν πρός αὐτόν, διά μέν τό σπήλαιον δικαίως κατεπλάγης· διότι αὐτόν γήϊνον ὄν ἔγινεν Οὐρανός· ὁμοίως καί διά τήν φάτνην· διότι αὐτή μικρά οὖσα ἔγινε χωρίον εὐρύχωρον τοῦ ἀχωρήτου· καί ἀκολούθως ἡ ὁμοίωσις τούτων ἔγινεν ἀπό τά κατώτερα εἰς τά ἀνώτερα· διά δέ τήν Παρθένον δέν ἐξεπλάγης δικαίως, θρόνον Χερουβικόν αὐτήν ὀνομάσας· ἐπειδή ἡ ὁμοίωσις αὐτῆς ἔγινεν ἀπό τά ἀνώτερα εἰς τά κατώτερα· αὐτή γάρ ἀσυγκρίτως εἶναι τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ· ὅθεν ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ καταβάς ἀπό τόν ἅγιον θρόνον τῶν Χερουβίμ, ἐνεθρονίσθη εἰς ἁγιώτερον καί τιμιώτερον θρόνον, τήν Παρθένον. ῾Η λύσις λοιπόν τῆς ἀπορίας εἶναι αὕτη· ὅτι ἴσως κατά τοῦτο εἶπεν ὁ ῾Ιερός Μελῳδός, θρόνον Χερουβικόν τήν Παρθένον, τήν οὖσαν τιμιωτέραν τῶν Χερουβίμ, ἐπειδή ὑλικόν καί παχύ σῶμα ἔχουσα, τοῖς ἀΰλοις πολυομμάτοις Χερουβίμ ἐξισοῦτο κατά τήν ἄκραν καθαρότητα, καί κατά τήν ὑψηλοτάτην σοφίαν καί γνῶσιν τοῦ Θεοῦ· Χερουβίμ γάρ πλῆθος γνώσεως καί χύσις σοφίας ἑρμηνεύεται, κατά τόν ᾿Αεροπαγίτην Διονύσιον.

 Τροπάριον.

᾿Ηκρίβωσε χρόνον, ῾Ηρώδης ἀστέρος, οὗ ταῖς ἡγεσίαις οἱ Μάγοι ἐν Βηθλεέμ, προσκυνοῦσι Χριστῷ σύν δώροις· ὑφ᾿ οὗ πρός πατρίδα ὁδηγούμενοι, δεινόν παιδοκτόνον ἐγκατέλιπον παιζόμενον.

῾Ερμηνεία.

Καί τοῦτο τό Τροπάριον ἐρανίσθη ὁ Μελῳδός ἀπό τό Β´ Κεφάλαιον τοῦ κατά Ματθαῖον ἁγίου Εὐαγγελίου, εἰς τό ὁποῖον γράφονται τά λόγια ταῦτα· «῾Ο δέ ῾Ηρώδης λάθρα καλέσας τούς Μάγους, ἠκρίβωσε παρ᾿ αὐτῶν τόν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος» (Ματθ. β΄ 7). Λέγει λοιπόν οὗτος, ὅτι ὁ Βασιλεύς ῾Ηρώδης (οὐχ᾿ ὁ Τετράρχης, ἀλλ᾿ ὁ Υἱός τοῦ ᾿Αντιπάτρου, ὅς τις ἦτον ᾿Ιδουμαῖος, γεννηθείς ἀπό γυναῖκα ᾿Αράβισσαν· διότι τότε εἶχαν λείψει οἱ ῎Αρχοντες ἀπό τήν φυλήν τοῦ ᾿Ιούδα κατά τήν προφητείαν τοῦ ᾿Ιακώβ, ὡς ἑρμηνεύει ὁ ῾Ιερός Θεοφύλακτος) ἠρώτησεν ἀκριβῶς τούς Μάγους, καί ἔμαθε παρ᾿ αὐτῶν, ἀπό ποῖον καιρόν ἐφάνη ὁ ἀστήρ· ἵνα διά τοῦ μετρηθέντος καιροῦ τοῦ ἀστέρος μάθῃ εἰς ποῖον καιρόν ἐγεννήθη ὁ Κύριος, καί οὕτω ἀπό τόν καιρόν ἐκεῖνον ἀρχίσῃ νά φονεύῃ τά νήπια.

Διά τήν αἰτίαν λοιπόν ταύτην ἠρώτησεν ἀκριβῶς ὁ ῾Ηρώδης, καί ἔμαθε τόν καιρόν, καθ᾿ ὅν ἐφάνη ὁ ἀστήρ ἐν τῇ ἀνατολῇ, τοῦ ὁποίου μέ τάς ἡγεσίας (ὁδηγίας) ἐπροσκύνησαν οἱ Μάγοι τόν Χριστόν εἰς τήν Βηθλεέμ, προσφέροντες αὐτῷ τρίϋλα δῶρα, χρυσόν, λίβανον καί σμίρναν. ᾿Από τόν Χριστόν δέ ὁδηγηθέντες εἰς τήν πατρίδα των, κατά τόν ῾Ιερόν Θεοφύλακτον, διά τοῦ κατ᾿ ὄναρ χρηματισμοῦ καί ἀποκαλύψεως· λέγει γάρ «Χρηματισθέντες κατ᾿ ὄναρ μή ἀνακάμψαι πρός ῾Ηρώδην, δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τήν χώραν αὐτῶν» (Ματθ. β΄ 12). Οὕτως ἀφῆκαν τόν δεινόν ἐκεῖνον βρεφοκτόνον ῾Ηρώδην, νά περιπαίζεται καί νά καταγελᾶται, καθώς ἦτον περιπαιγμοῦ καί γέλωτος ἄξιος. Τοῦτον δέ ἡ θεία δίκη ταχέως ἐπαίδευσεν· ἐπειδή ἀπέρρηξε τήν μιαράν του ψυχήν μέ πυρετόν, μέ δυσεντερίαν, μέ κνησμόν, μέ πρίσμα τῶν ποδῶν, μέ σῆψιν τοῦ αἰδοίου σκώληκας γεννῶσαν, μέ δύσπνοιαν καί μέ τρόμον καί σπασμόν τῶν μελῶν, κατά τόν ῾Ιερόν Θεοφύλακτον.

᾿Αλλά καί ἡμεῖς οἱ ψάλλοντες καί ἀναγινώσκοντες καί ἀκούοντες τόν παρόντα Κανόνα, ἄς ἐμπαίξωμεν τόν ῾Ηρώδην· ἤτοι τό φρόνημα καί τάς ἡδονάς τοῦ σώματος· ῾Ηρώδης γάρ, δερμάτινος, ἑρμηνεύεται, κατά τόν Θεοφόρον Μάξιμον· μᾶλλον δέ, ἄς περιπαίξωμεν τόν νοητόν ῾Ηρώδην Διάβολον, ὁ ὁποῖος πάσχει νά μᾶς ἐμποδίσῃ ἀπό τήν σωτηρίαν μας, σηκώνων ἐναντίον μας ὅλον τόν Κόσμον, καί παρακινῶν μας νά ἀφήσωμεν τήν καλήν στράταν ὅπου ἐδιαλέξαμεν, καί νά γυρίσωμεν εἰς τά ὀπίσω· ἄς ἀναχωρήσωμεν καί ἡμεῖς δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ (διά τῆς ἀρετῆς) εἰς τήν χώραν ἡμῶν· ἤτοι εἰς τήν ἀρχαίαν πατρίδα μας τόν Παράδεισον, χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ γεννηθέντος ἐκ τῆς Παρθένου, καί ἀναγεννήσαντος ἡμᾶς διά ἔλεος ἄφατον. Ὧι ἡ δόξα καί τό κράτος σύν τῷ Πατρί καί τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι εἰς τούς αἰῶνας. ᾿Αμήν.

Πηγή κειμένου : ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΡΕΑ




Κυριακή Ι’ Λουκά: Η θεραπεία τής συγκύπτουσας

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
(Λουκ. ιγ’ 10-17)
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός επισκέφτηκε τη γη δυναμικά αλλά ταπεινά, για να διδάξει τους ανθρώπους ν’ αγαπούν το Θεό και τον άνθρωπο. Οι άνθρωποι από μόνοι τους είναι αδύναμοι. Η αγάπη τού Θεού τους κάνει δυνατούς. Από μόνοι τους οι άνθρωποι είναι υπερήφανοι. Η αγάπη για τον άνθρωπο τους κάνει ταπεινούς. Η αγάπη για τον άνθρωπο προέρχεται από την αγάπη για το Θεό. Η ταπείνωση προέρχεται από μια αίσθηση θεϊκής δύναμης. Η αγάπη για τον άνθρωπο χωρίς αγάπη για το Θεό είναι ψεύτικη. Κάθε άλλη δύναμη εκτός από εκείνη του Θεού, είναι υπερήφανη και ψεύτικη.
Οι άνθρωποι όμως έχουν βρει κι έναν τρίτο δρόμο, που δεν είναι ούτε αγάπη για το Θεό ούτε αγάπη για τον άνθρωπο. Είναι η αγάπη για τον εαυτό τους, η φιλαυτία. Η φιλαυτία είναι φράγμα που τους χωρίζει από Θεό κι απ’ ανθρώπους και τους αφήνει εντελώς απομονωμένους. Όταν ο άνθρωπος αγαπά μόνο τον εαυτό του, δεν αγαπά ούτε το Θεό ούτε το συνάνθρωπό του. Δεν αγαπά ούτε τον άνθρωπο που κρύβει μέσα του. Αγαπά μόνο τις σκέψεις για τον εαυτό του, τη φαντασίωση του εαυτού του. Αν επρόκειτο ν’ αγαπήσει τον μέσα άνθρωπο, θ’ αγαπούσε ταυτόχρονα και την εικόνα του Θεού που φέρει μέσα του και σύντομα θα κατέληγε ν’ αγαπά το Θεό και τον άνθρωπο, γιατί τότε θ’ αναζητούσε το Θεό και τον άνθρωπο στους άλλους ανθρώπους, ως αντικείμενα της αγάπης του.
Η φιλαυτία δεν είναι αγάπη. Είναι απόρριψη του Θεού και περιφρόνηση του ανθρώπου, είτε φανερή είναι είτε κρυμμένη. Η φιλαυτία δέν είναι αγάπη, είναι αρρώστια. Είναι μια σοβαρή αρρώστια που αναπόφευκτα συμπαρασύρει μαζί της κι άλλες αρρώστιες. Όπως η ευλογιά προκαλεί με σιγουριά πυρετό σ’ ολόκληρο το σώμα, έτσι κι η φιλαυτία παράγει τη φωτιά τού φθόνου και της οργής σ’ ολόκληρο τον άνθρωπο. Ο φίλαυτος άνθρωπος είναι γεμάτος φθόνο για εκείνους που είναι καλλίτεροι ή πιο πλούσιοι απ’ αυτόν, πιο μορφωμένοι ή πιο σεβαστοί στους ανθρώπους. Το φθόνο ακολουθεί πάντα η οργή κι ο θυμός, όπως από τη φωτιά βγαίνει ο καπνός. Η κρυμμένη οργή που ξεπροβάλλει που και που, φανερώνει όλη την ασχήμια της άρρωστης καρδιάς που έχει προσβληθεί από το δηλητήριο της φιλαυτίας.
***
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας παρουσιάζει καθαρά από τη μία μεριά την εικόνα της μεγάλης αγάπης του Χριστού για τον άνθρωπο κι από την άλλη τη φιλαυτία των Φαρισαίων, μαζί με το φθόνο και την οργή τους.
«Ην δε (Ιησούς) διδάσκων εν μία των συναγωγών εν τοις σάββασι• και ιδού γυνή ην έχουσα πνεύμα ασθενείας έτη δέκα και οκτώ, και ην συγκύπτουσα και μη δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές» (Λουκ. ιγ’ 10, 11).
Τό Σάββατο ήταν ημέρα κοινής προσευχής για τους Ιουδαίους, όπως η Κυριακή είναι για μας τους χριστιανούς. Αν και ο Κύριος συχνά πήγαινε στην έρημο για ησυχία και μόνωση και περνούσε νύχτες ολόκληρες στην προσευχή, δεν απέφευγε την κοινή προσευχή με τους άλλους στη συναγωγή. «Και εισήλθε κατά το ειωθός αυτώ εν τη ημέρα των σαββάτων εις την συναγωγήν», γράφει σ’ άλλο σημείο ο ευαγγελιστής (Λουκ. δ’ 16). Συνήθιζε να πηγαίνει στη συναγωγή για την κοινή προσευχή. Δεν του ήταν απαραίτητο αυτό, αλλά το έκανε από ταπείνωση, αλλά καί ως παράδειγμα για μας.
Ακούμε σήμερα διάφορες υπερήφανες φωνές: «Προσεύχομαι στο σπίτι, δεν έχω ανάγκη να πάω στην εκκλησία για να προσευχηθώ». Έτσι μιλάει η ανοησία κι η υπερηφάνεια. Το παράδειγμα του Χριστού μας διδάσκει με σαφήνεια πως πρέπει να κάνουμε και το ένα και το άλλο. Και μόνοι μας να προσευχόμαστε μυστικά και στην εκκλησία μαζί με τους αδελφούς μας.
Ο Κύριος δεν πήγαινε μόνο για να προσευχηθεί στη συναγωγή. Συχνά ερμήνευε τις Γραφές εκεί και δίδασκε τους ανθρώπους, λέγοντας λόγια θεϊκά, που δεν έχουν καταγραφεί στα ευαγγέλια. «Και πάντες… εθαύμαζον επί τοις λόγοις της χάριτος τοις εκπορευομένοις εκ του στόματος αυτού» (Λουκ. δ’ 22). Υπάρχουν πάρα πολλοί τέτοιοι λόγοι που δεν έφτασαν ως εμάς, έχουμε όμως αρκετούς για να μας γεμίσουν με σοφία και να μας σώσουν.
Ο Κύριος Ιησούς πήγαινε επίσης στη συναγωγή για να βρει την κατάλληλη στιγμή να υπηρετήσει τους ανθρώπους με τα θαυμαστά έργα Του, που μαρτυρούσαν τη σωτηρία που προσφέρει και τη θεότητα Του. Ένα τέτοιο θαυμαστό έργο έκανε με την ευκαιρία που περιγράφεται στο σημερινό ευαγγέλιο.
Μια συγκύπτουσα γυναίκα ήρθε στη συνάγωγη. Την είχε δέσει ο σατανάς κι είχε μείνει στην κατάσταση αυτή όχι μια βδομάδα, ένα μήνα ή ένα χρόνο, αλλά δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια και δεν ήταν δυναμένη ανακύψαι εις το παντελές. Με το κεφάλι, σκυμμένο ως τα γόνατά της η ταλαίπωρη γυναίκα δεν μπορούσε να δει ούτε τον έναστρο ουρανό, μα ούτε και τα πρόσωπα των ανθρώπων γύρω της.
Το πονηρό πνεύμα προσπαθούσε να πλανήσει τους απογόνους του Αδάμ και της Εύας. Τους έδινε ψεύτικες υποσχέσεις πως, αν τον υπάκουαν, θα γίνονταν ισόθεοι. Αντί να γίνουν θεοί όμως, οι προπάτορες του ανθρώπινου γένους βρέθηκαν ξαφνικά να φορούν δέρματα ζώων. Η γυναίκα της παραβολής τώρα, που ήταν απόγονός τους, είχε γίνει τόσο δύσμορφη, ώστε όσοι την έβλεπαν έτρεμαν και τα ζώα φοβούνταν. Αυτή ήταν η ισοθεΐα που υποσχέθηκε ο πονηρός στον άνθρωπο!
Η συγκύπτουσα δεν μπορούσε με κανένα τρόπο ν’ ανορθωθεί. Ήταν αδύνατο να ισιώσει το σώμα της για δεκαοκτώ χρόνια. Σερνόταν στη γη σαν αγελάδα, το κεφάλι της ήταν γερμένο κι έφτανε ως τα γόνατα. Είναι ζωή αυτή; Όχι, αυτή δεν είναι ζωή, είναι καταδίκη. Η αδυναμία τής γυναίκας ήταν τόσο μεγάλη και την κουβαλούσε τόσα χρόνια, ώστε όσοι την έβλεπαν για πρώτη φορά την αποστρέφονταν όσοι την κοίταζαν λίγο περισσότερο δεν την έβλεπαν σαν ανθρώπινη ύπαρξη αλλά σαν ένα ξερό και γερμένο δέντρο που δεν άξιζε τίποτ’ άλλο, παρά να κοπεί και να γίνει καυσόξυλα. Η σκληρότητα αυτή των άνθρωπων προς την τερατόμορφη γυναίκα ήταν πραγματικά πιο τερατώδης κι από την ίδια την τερατωδία.
Ο Κύριος που αγαπά τον άνθρωπο, κοίταξε μ’ ενδιαφέρον και συμπάθεια το ταλαίπωρο αυτό ανθρώπινο πλάσμα. Δεν έβλεπε μπροστά Του ένα στραβό και κυρτωμένο δέντρο, μα μια θυγατέρα του Αβραάμ, ένα πλάσμα που δημιούργησε ο Θεός και άξιζε να το ελεήσει. «Ιδών δε αυτήν ο Ιησούς προσεφώνησε και είπεν αυτή· γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου· και επέθηκεν αυτή τας χείρας· και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν» (Λουκ. ιγ’ 12-13).
Ο Κύριος έκανε το θαύμα αυτό όχι επειδή του το ζήτησε η γυναίκα ούτε για ν’ ανταποκριθεί στην πίστη της. Το έκανε με δική Του πρωτοβουλία και με τη δική Του δύναμη. Αυτό είναι μια σαφής αντίκρουση εκείνων που θέλουν κακόγνωμα να υποβαθμίσουν το μεγαλείο των θαυμάτων του Χριστού, με τον ισχυρισμό πως τα θαύματα γίνονται μόνο με την αυθυποβολή εκείνων που δέχονται το θαύμα. Πού είναι το στοιχείο της αυθυποβολής στη συγκύπτουσα αυτή γυναίκα; Η αναπηρία της την εμπόδιζε ακόμα και να δει το πρόσωπο του Χριστού. Δε ζήτησε από το Χριστό να την ελεήσει, να την σπλαχνιστεί, ούτε και έδειξε με οποιοδήποτε τρόπο την πίστη της. Κι όχι μόνο αυτό. Η γυναίκα δε βρισκόταν καν κοντά στο Χριστό. Δεν τον πλησίασε εκείνη, Αυτός την κάλεσε κοντά Του. Όπως ο ποιμένας που βλέπει ένα από τα πρόβατά του μπλεγμένο στ’ αγκάθια, μισοπεθαμένο και άφωνο, κάνει την πρώτη κίνηση, έτσι έκανε κι ο στοργικός Κύριος, ο Καλός Ποιμένας. Έκανε την πρώτη κίνηση προς το πρόβατό Του, που είχε μπλέξει στα δίχτυα του σατανά. Την ονόμασε «γυναίκα». Δεν την είπε «ανάπηρη», «τέρας», «σκιά της ζωής» ή «αμαρτωλή», αλλά «γυναίκα». Και μόνο με τη λέξη «γυναίκα» ο Κύριος αποκατέστησε τη χαμένη της αξιοπρέπεια. Μετά τη θεράπευσε από την αναπηρία της και στο τέλος ακούμπησε πάνω της τα πάναγνα χέρια Του, για να ολοκληρώσει τη θεϊκή δωρεά Του.
Να, ποια είναι η διαδικασία της πράξης του Κυρίου: Πρώτα της έριξε μια στοργική ματιά· έπειτα, της απεύθυνε μια δυναμική λέξη· τέλος, άπλωσε πάνω της το στοργικό χέρι Του. Της έδωσε όλα όσα είχε στερηθεί για δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια. Αν κάποιος την είχε ποτέ συμπαθήσει, η συμπάθειά του δε θα ήταν καθαρή, αλλά ανάμικτη με φόβο, με οίκτο και υπερηφάνεια. Αν κάποιος της είχε ποτέ μιλήσει, θα τό ’κανε από ανάγκη κι έπειτα θα βιαζόταν ν’ απομακρυνθεί από κοντά της. Αν κάποιος είχε αναγκαστεί από τις συνθήκες να την ακουμπήσει, θα το είχε κάνει με τ’ ακροδάχτυλά του κι ύστερα θά ‘τρεχε για να πλύνει τα χέρια του. Ο Κύριος Ιησούς όμως την κάλεσε σκόπιμα κοντά Του, της είπε πρώτα τα θεραπευτικά λόγια Του κι έπειτα ακούμπησε και τα δυό θαυματουργά χέρια Του πάνω της. Φέρθηκε στην άγνωστη αυτή γυναίκα, όπως θα φερόταν ένας πατέρας στη θυγατέρα του. Αν τέτοια ευεργεσία γινόταν στη μαύρη γη ή στο λαμπερό ήλιο, η γη θα σειόταν κι ο ήλιος θα δάκρυζε. Η ευεργεσία όμως έγινε στη συγκύπτουσα γυναίκα κι εκείνη ανορθώθηκε αμέσως.
Πώς μπορεί να ισιώσει μια κυρτή σπονδυλική στήλη χωρίς να σπάσει; Πώς μπορεί ένας αγκυλωμένος σβέρκος να κινηθεί χωρίς να προκαλέσει πόνο; Θα χρειάζονταν ένα εκατομμύριο χρόνια, αποφαίνονται τα αδαή μυαλά των συγχρόνων μας, για να ευθυαστεί η σπονδυλική στήλη ενός πιθήκου κι ο πίθηκος να γίνει άνθρωπος. Μιλάνε έτσι έπειδη δε γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού. Χρειάστηκε ένα μόνο δευτερόλεπτο κι ένας λόγος του Κυρίου Ιησού, για να ορθωθεί η συγκύπτουσα και να ισιώσει η σπονδυλική της στήλη, που ήταν πιο κυρτή από του πίθηκου.
Πώς ισιώνει μια σπονδυλική στήλη; Πώς λυγίζει ένας αγκυλωμένος σβέρκος; Πώς θεραπεύεται ένα τέρας; Πώς ελευθερώνονται τα παγιδευμένα πρόβατα; Πώς μια άφωνη μούμια αποκτά φωνή και τολμά να μιλήσει; Μη ρωτάτε για όλ’ αυτά. Δοξολογήστε απλά το Θεό, όπως έκανε κι η πρώην συγκύπτουσα γυναίκα: και παραχρήμα ανωρθώθη και εδόξαζε τον Θεόν.
Βλέπουμε πως μαζί με το σώμα της γυναίκας, θεραπεύτηκε κι η ψυχή της. Μόνο η θεραπευμένη ψυχή μπορεί να δοξολογεί το Θεό για «παν δώρημα τέλειον», απ’ όπου κι απ’ όποιον κι αν προέρχεται. Η ανίατη ψυχή ξεχνά πως ο Θεός είναι ο Δοτήρας παντός αγαθού και γι’ αυτό ευχαριστεί και δοξάζει μόνο τα θνητά χέρια, με τα οποία ο Θεός συνηθίζει να δίνει τις δωρεές Του στους ανθρώπους. Ο Κύριος Ιησούς ήθελε να μας διδάξει πως πρέπει να ευχαριστούμε και να δοξολογούμε πάντα το Θεό. Γι’ αυτό κι έδωσε στον θεραπευμένο Γαδαρηνό την εντολή: «Υπόστρεφε εις τον οίκον σου και διηγού όσα εποίησέ σοι ο Θεός » (Λουκ. η’ 39). Οι άνθρωποι θαύμαζαν τον Κύριο και δοξολογούσαν το Θεό, μόνο όταν τον έβλεπαν να κάνει θαύματα. Ο Χριστός, όταν πλησίαζε το τέλος Του, έλεγε: «Πάτερ… εγώ σε εδόξασα επί της γης» (Ιωάν. δ’ 4).
Όλ’ αυτά λειτουργούν για έλεγχο δικό μας, που όταν κάνουμε κάποιο καλό στους ανθρώπους, ζητάμε να ευχαριστούν εμάς κι όχι το Θεό. Όλα τα καλά που δεχόμαστε από τους ανθρώπους δεν τα παίρνουμε από έκεινους, αλλά μέσω εκείνων. Ο Πατέρας στέλνει τις δωρεές Του στα παιδιά Του μέσω των παιδιών Του. Το κάνει αυτό με την καλή Του θέληση, με χαρά. Σ’ Εκείνον πρέπει κάθε δόξα και ύμνος στους αιώνες των αιώνων.
Το ευαγγελικό ανάγνωσμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Ως τώρα ακούσαμε για ένα θαύμα φωτεινό, τώρα θ’ ακούσουμε για ένα θαύμα σκοτεινό. «Αποκριθείς δε ο αρχισυνάγωγος, αγανακτών ότι τω σαββάτω εθεράπευσεν ο Ιησούς, έλεγε τω όχλω· εξ ημέραι εισίν εν αις δει εργάζεσθαι· εν ταύταις ουν ερχόμενοι θεραπεύεσθε, και μη τη ημέρα του σαββάτου» (Λουκ. ιγ’ 14). Αυτά είναι λόγια τού πονηρού υιού τού σκότους. Θαρρείς πως ο σατανάς που έφυγε από τη συγκύπτουσα γυναίκα, μπήκε μέσα σ’ αυτόν. ’Ετσι μιλάει η φιλαυτία μαζί με τους αχώριστους συντρόφους της, το φθόνο και την οργή. Ο Χριστός θεράπευσε, ο αρχισυνάγωγος όμως κατέφυγε στην κατασπίλωση του θαύματος. Ο Χριστός ελευθέρωσε μια ανθρώπινη ζωή από τα σατανικά δεσμά κι ο άλλος κατασυκοφαντούσε. Ο Χριστός έβγαλε το πονηρό πνεύμα από την άρρωστη γυναίκα κι εκείνος οργίστηκε επειδή ο θεραπευτής έβγαλε το δαιμόνιο από μια πόρτα κι όχι από μίαν άλλη. Ο Χριστός άνοιξε τον ουρανό στους ανθρώπους κι αποκάλυψε το ζωντανό Θεό· ο άλλος έκνευριστηκε επειδή άνοιξε τον ουρανό το πρωί κι όχι το απόγευμα. Ο Χριστός πήγε με φως στους αιχμαλώτους στη φυλακή κι ο άλλος τον επιτίμησε επειδή δεν άφησε να κάνει το καθήκον αυτό μια άλλη μέρα.
Βλέπετε πόσο φοβερή και τρομερή είναι η φιλαυτία! Ο εγωκεντρικός αρχισυνάγωγος δεν τόλμησε να επιτιμήσει το Χριστό, γι’ αυτό κι επιτιμούσε τους ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, μέσα του το Χριστό επιτιμούσε, όχι τους ανθρώπους, μ’ όλο που η γλώσσα του χρησιμοποιούσε άλλο τρόπο. Γιατί ήταν ένοχοι οι άνθρωποι εδώ; Αν κάποιος έφταιγε για την καλή αυτή πράξη, ήταν η συγκύπτουσα; Γιατί έφταιγε η συγκύπτουσα; Δεν έτρεξε πίσω από το Χριστό για να του ζητήσει θεραπεία. Αντίθετα μάλιστα! Ο Χριστός την κάλεσε κοντά Του και της χάρισε την τέλεια θεραπεία, πέρα από κάθε ελπίδα ή προσμονή που θα είχε από τη συναγωγή. Επομένως είναι σαφές πως αν κάποιος έφταίγε εδώ, αυτός ήταν ο Χριστός. Ο αρχισυνάγωγος όμως δεν τολμούσε να κοιτάξει το Χριστό στα μάτια και να πει: «Είσαι ένοχος», γι’ αυτό και γύρισε προς το λαό και κατηγόρησε τους ανθρώπους. Υπάρχει πιο καθαρή και πιο πονηρή υποκρισία; Γι’ αυτό κι ο Κύριος τον αποκάλεσε υποκριτή:
«Απεκρίθη ουν αυτώ ο Κύριος και είπεν· υποκριτά, έκαστος υμών τω σαββάτω ου λύει τον βουν αυτού ή τον όνον από της φάτνης και απαγαγών ποτίζει; ταύτην δε, θυγατέραν Αβραάμ ούσαν, ην έδησε ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ουκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;» (Λουκ. ιγ’ 15, 16).
Ο Κύριος γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Ήξερε πως ο αρχισυνάγωγος Εκείνον ήθελε να επιτιμήσει, μ’ όλο που η γλώσσα του απευθυνόταν στους άλλους. Ο Κύριος το γνώριζε αυτό και δεν επέτρεπε να επιτιμηθούν άλλοι για κάτι που μοναδικός αίτιος ήταν ο ίδιος.
Ο Κύριος είναι λαμπρότερος από τον ήλιο και καθαρότερος από το κρύσταλλο, γι’ αυτό και μέσα Του δε χωρούσε υποκρισία. Δεν μπορούσε να υποκριθεί τον ανόητο και να σιγήσει όταν κάποιος άλλος επιτιμάται στη θέση Του. Γι’ αυτό και τη στιγμή που οι αδύναμοι άνθρωποι, χωρίς να έχουν καμία ευθύνη, δε μιλούσαν και ανέχονταν να τους επιπλήττουν, ο Κύριος άνοιξε το στόμα Του κι απάντησε στον αρχισυνάγωγο: υποκριτά, του είπε. Μπορούμε να βοηθήσουμε τα ζώα το σάββατο και δεν μπορούμε να βοηθήσουμε τον άνθρωπο; Το βόδι κι ο γάιδαρος δε μένουν ούτε μια μέρα ολόκληρη κλεισμένοι στο σκοτεινό σταύλο, χωρίς να τα βγάλετε έξω στο φως της μέρας και το φρέσκο αέρα. Η γυναίκα αυτή ήταν δεμένη από το σατανά δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια, κι εσύ οργίστηκες επειδή ελευθερώθηκε; Ο σατανάς έχει δέσει εσένα χειρότερα από εκείνη. Αυτήν την έδεσε ώστε το κεφάλι της να φτάνει στα γόνατα. Εσένα σου έδεσε την ψυχή στο Σάββατο. Γιατί δεν αποδεσμεύεσαι; Το Σάββατο έγινε για τους ανθρώπους, ώστε την ημέρα αυτή ο νους τους ν’ αφιερώνεται ιδιαίτερα στο Θεό. Η θεραπεία της γυναίκας αυτής δε μας θυμίζει το Θεό περισσότερο απ’ ό,τι το Σάββατο, ή κάθε άλλο Σάββατο, από το Μωυσή ως σήμερα; Δεν είναι σπουδαιότερο το έργο αυτό από το Σάββατο; Δεν μπορείς να δεις πως στέκεσαι μπροστά σε Έναν, που είναι ανώτερος από το Σάββατο; Κι όχι μόνο από το Σάββατο αλλά κι από το ναό (βλ. Ματθ. ιβ’ 6); Δεν μπορείς να νιώσεις, ταπεινέ αρχισυνάγωγε, πως ενώπιόν σου είναι ο Κύριος των ψυχών των ανθρώπων; Να ξέρεις, πως οι μέρες κι οι νύχτες περνούν γρήγορα μπροστά στα μάτια Του κι αδειάζουν στην αιωνιότητα.
Προσέξτε πόσο τιμά ο Κύριος για μια ακόμα φορά τη σαστισμένη γυναίκα: την ονομάζει θυγατέρα του Αβραάμ. Θέλει όχι μόνο να διακηρύξει την ανωτερότητα της ανθρώπινης ψυχής σε σχέση με τα άλογα ζώα, όπως ο γάιδαρος και το βόδι, αλλά και πόσο ψηλότερα ανέβηκε η πρώην συγκύπτουσα από τους υποκριτές πρεσβυτέρους της συναγωγής. Το ότι η γυναίκα αυτή ήταν θεοφοβούμενη, φαίνεται πρώτα πρώτα από το γεγονός ότι, παρά την αναπηρία της, προσπάθησε να πάει στη συναγωγή, για ν’ ακούσει το λόγο του Θεού και να προσευχηθεί. Δεύτερο επειδή, μόλις θεραπεύτηκε και στάθηκε όρθια, αμέσως ευχαρίστησε το Θεό.
Ο προπάτοράς μας Αβραάμ ευχαριστούσε το Θεό για όλα. Υπόμεινε βάσανα, χωρίς να μειωθεί ούτε στο ελάχιστο η πίστη του στο Θεό. Γι’ αυτό ήταν κι η ίδια αληθινή θυγατέρα τού Αβραάμ, όχι μόνο «εξ αίματος», αλλά και λόγω της υπομονής και της ευλάβειάς της. Ήταν περισσότερο γνήσια απόγονος του πατριάρχη τού Ισραήλ από τον πρεσβύτερο αυτόν που, όπως κι οι άλλοι πρεσβύτεροι, υπερηφανεύονταν επειδή κατάγονταν από τον Αβραάμ. Στην πραγματικότητα αυτός ήταν προδότης του Αβραάμ, ενώ η γυναίκα αυτή ήταν αληθινή θυγατέρα του. Δεν έπρεπε λοιπόν να βοηθηθεί; Έπρεπε το Σάββατο να γίνει εμπόδιο στη θεραπεία της;
Το Σάββατο είχε οριστεί ως ημέρα ανάπαυσης: «Ευλόγησε Κύριος την ημέραν την εβδόμην και ηγίασεν αυτήν» (Εξ. κ’ 11). Δεν πρέπει όμως ν’ αναπαυτεί κι η ψυχή, όπως και το σώμα; Η ψυχή δεν τρέφεται με την αργία και την κατάκλιση, όπως το σώμα, αλλά με έργα καλά, έργα αγάπης, έργα ευάρεστα στο Θεό. Αυτή είναι η πραγματική ανάπαυση της ψυχής, έτσι ανανεώνεται κι ενισχύεται η δύναμή της κι η ευφροσύνη της. Δεν έχει κανένας αντίρρηση ότι την ημέρα αυτή πρέπει να φροντίσουμε τα ζωντανά μας. Πολύ περισσότερο όμως πρέπει να φροντίσουμε και να ευεργετήσουμε τους ανθρώπους.
Ο Κύριος δε μας λέει ότι σε μια γιορτή δεν πρέπει να μεριμνήσουμε για τα βόδια και τα γαϊδούρια μας, πως δεν πρέπει να τα λύσουμε και να τα πάμε για πότισμα. Μας δίνει όμως εντολή πως την πρώτη θέση στη μέριμνα και την ευεργεσιά μας πρέπει να την έχει ο άνθρωπος. Αυτό είναι το νόημα της τήρησης της ημέρας τού Σαββάτου, το πνεύμα τού Νόμου τού Θεού. Με το πνευματικό σκοτάδι και την ηθική νωθρότητα που τους διέκρινε, οι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι μόνο το γράμμα τού Νόμου μπορούσαν να δουν και να το θεοποιήσουν. Έτσι ο Νόμος, αντί να γίνει οδηγός στο δρόμο της ζωής, έγινε ένα πτώμα που εκείνοι έσερναν μαζί τους. Αντί ο Νόμος να γίνει αναμμένη λαμπάδα στο σκοτάδι, έγινε κρύα στάχτη σε χρυσό δοχείο, που το προσκυνούσαν όπως οι προπάτορές τους κάποτε το χρυσό μόσχο (Εξ. λβ’ 4).
Στην περίπτωση αυτή όμως δεν ήταν ο ζήλος τού Νόμου που ξεσήκωσε τον αρχισυνάγωγο εναντίον τού Χριστού, αλλά η άρρωστη φιλαυτία του. Πώς μπορούσε κάποιος να δείξει στη συναγωγή πως είναι πιο δυνατός, πιο σοφός και πιο εύσπλαχνος από τον ίδιο; Έκανε μια επίδειξη του ζήλου του για το Νόμο τού Θεού, στα χείλη του όμως διαφαινόταν ένα δηλητήριο που έβγαινε από την άρρωστη καρδιά του. Αυτός ήταν ένας άκομα λόγος για να τον αποκαλέσει ο Κύριος υποκριτή. Με την απάντησή Του, που ήταν οξεία σαν ξίφος και καθαρή σαν ήλιος, ο Κύριος αποστόμωσε όχι μόνο τον αρχισυνάγωγο, αλλά κι όλους τους εχθρούς Του:
«Και ταύτα λέγοντος αυτού κατησχύνοντο πάντες οι αντικείμενοι αυτώ, και πας ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ’ αυτού» (Λουκ. ιγ’ 17). Πόσο εύκολο είναι να υπερασπιστείς ένα έργο που έγινε από αγάπη για τον άνθρωπο! Ο Θεός στέκεται πίσω από τέτοιο έργο ως μάρτυρας και προστάτης. Το καλό έργο δίνει μια ακατανίκητη ευγλωττία στη γλώσσα. Ο Κύριος γνώριζε όλα τα μυστήρια του ουρανού και της γης. Έτσι γνώριζε και το μυστήριο αυτό που αμφισβητήθηκε από τους ολιγόπιστους, εκείνους που αναζητούσαν συνηγόρους τόσο στα καλά όσο και στα πονηρά έργα. Ο Κύριος συμβούλευε τους μαθητές Του: «Όταν δε προσφέρωσιν υμάς επί τας συναγωγάς και τας αρχάς και τας εξουσίας, μη μεριμνάτε πως ή τι απολογήσεσθε ή τι ειπήτε» (Λουκ. ιβ’ 11), «ου γαρ υμείς έστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του πατρός υμών το λαλούν εν υμίν» (Ματθ. ι’ 20). Παραδειγματιστείτε από τον τρόπο που απάντησε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος στους βασανιστές του. Από τον τρόπο που απαντούσαν οι πρώην ψαράδες Πέτρος και Ιωάννης, καθώς κι ο απόστολος Παύλος. Δεν είναι απαντήσεις ανθρώπων αυτές, που τις έμαθαν σε βιβλία, αλλά εκείνων που διδάχτηκαν από το Άγιο Πνεύμα. Δε μιλάνε έτσι οι συνήγοροι κι οι θνητοί άνθρωποι, παρά μόνο ο Θεός.
Ο σοφός βασιλιάς τού παλιού καιρού έδωσε προφητική φωνή σε μια ευαγγελική αλήθεια όταν είπε: «κακός υπακούει γλώσσης παρανόμων, δίκαιος δε ου προσέχει χείλεσι ψευδέσιν» (Παρ. ιζ’ 4). Η απάντηση του Χριστού στον αρχισυνάγωγο ήταν τέτοια, ώστε προκάλεσε ντροπή στους αντιπάλους και χαρά σ’ όλους τους ανθρώπους. Χάρηκαν οι άνθρωποι, γιατί είδαν στα λόγια Του μια λάμψη νίκης τού καλού πάνω στο κακό, όπως νωρίτερα είχαν δει την ίδια λάμψη στο θαύμα που έκανε στη συγκύπτουσα, αλλά και σε πολλά άλλα από τα θαύματά Του.
Πας ο όχλος έχαιρεν επί πάσι τοις ενδόξοις τοις γινομένοις υπ’ αυτού. Με το που γινόταν κάποιο θαύμα, τα νέα γι’ αυτό διαδίδονταν γρήγορα, αλλά σύντομα ακολουθούσε κι ένα δεύτερο θαύμα, κι ένα τρίτο κ.ο.κ. Το ένα θαύμα επιβεβαίωνε και την αλήθεια του προηγούμενου θαύματος. Κι όλα μαζί δημιουργούσαν ευφορία, έδιναν χαρά στους κατηφείς ανθρώπους κι ελπίδα στους απελπισμένους. Όλα στέριωναν στην πίστη τούς περισσότερο ολιγόπιστους, ενθάρρυναν τους καλούς στο δρόμο του καλού, καθοδηγούσαν εκείνους που περιπλανιούνταν σε δρόμους στραβούς, έσπερναν παντού το λόγο πως ο Θεός είχε επισκεφτεί το λαό Του και πως η βασιλεία τού Θεού έρχεται.
***
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή περιέχει πολλά νοήματα και πλούσια διδασκαλία, ακόμα κι αν την διαβάσει κανείς πρόχειρα. Έχει όμως και κάποιο εσωτερικό, κάποιο μυστικό νόημα, που είναι ιδιαίτερα διδακτικό για την πνευματική μας ζωή. Η συγκύπτουσα γυναίκα υποδηλώνει τ’ αγκυλωμένα μυαλά όλων αυτών που δεν προσεγγίζουν τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Εκείνων που έχουν διεστραμμένο νου και δεν μπορούν με τις δικές τους δυνάμεις να σταθούν απέναντι στο Θεό, αλλ’ έρπουν διαρκώς στη γη, τρέφονται από τη γη, μαθητεύουν στη γη και χαίρονται στη γη.
Το διεστραμμένο μυαλό είναι ταυτόχρονα και αγκυλωμένο, περιορισμένο. Εξαρτάται από τις αισθήσεις. Τους προγόνους του τους αναζητά μόνο ανάμεσα στα ζώα. Την ευχαρίστησή του τη βρίσκει μόνο στο φαγητό και το ποτό. Δεν ξέρει τίποτα για το Θεό και τον πνευματικό κόσμο ή για την αιώνια ζωή κι επομένως δε γνωρίζει τίποτα για την πνευματική, την ουράνια χαρά. Είναι απαρηγόρητο, φοβισμένο, γεμάτο θλίψη και κακία. Ο Κύριος Ιησούς καλεί ένα τέτοιο μυαλό κοντά Του για να το ανορθώσει, να το φωτίσει, να του δώσει χαρά. Αν πάει γρήγορα κοντά Του, όπως η συγκύπτουσα, θ’ ανορθωθεί πραγματικά, θα φωτιστεί, θα χαρεί και θα ευχαριστησεί το Θεό μ’ όλη του τη δύναμη. Αν δεν πάει κοντά Του, θ’ αφεθεί στο σκοτάδι και θα πεθάνει μέσα στις αμαρτίες Του, όπως είπε ο Κύριος στους άπιστους Ιουδαίους: «εν τη αμαρτία υμών αποθανείσθε» (Ιωαν. η’ 21). Το ίδιο θα γίνει και με την αισθησιακή και κολλημένη στα γήινα ψυχή, που είναι στραμμένη προς τη γη και έρπει στην επιφάνειά της.
Δεν είναι καλύτερα τα πράγματα για την εξασθενημένη και παραλυμένη ψυχή, που δεν πιστεύει πως αυτό που έχει είναι αληθινό, που δεν έχει τη δύναμη ν’ απομακρυνθεί από το ψέμα και να προσεγγίσει την αλήθεια. Όταν ακούει την κλήση της αλήθειας, βρίσκει πάντα μια πρόφαση, όπως: «Σήμερα είναι Σάββατο, δεν μπορώ, δεν με κάλεσες μια βολική μέρα» ή «η κλήση σου είναι ξαφνική κι απότομη, δεν μπορώ – έπρεπε να βρεις καλλίτερα λόγια για να με καλέσεις» ή «είμαι νέος, ανήσυχος, δεν μπορώ – κράτα την κλήση σου ωσότου παίξω λίγο ακόμα με τα ψέματα» ή «έχω γυναίκα και παιδιά, δεν μπορώ – πρέπει πρώτα να φροντίσω γι’ αυτά κι έπειτα να με καλέσεις». Κι ύπαρχουν και πολλές άλλες δικαιολογίες και προφάσεις, δεκάδες ή και εκατοντάδες.
Το παραλυμένο μυαλό θα βρει πάντα κάποια αληθοφανή κι ανόητη δικαιολογία για να μην ακολουθήσει την αλήθεια. Η αλήθεια όμως κράζει μία, δυο, τρεις φορές και μετά ακολουθεί το δρόμο της. Κι η παράλυτη ψυχή εξακολουθεί να έρπει στο χώμα και θα πεθάνει στις αμαρτίες της. Όποιον αρνείται την κλήση τού Χριστού σ’ αυτή τη ζωή, ο θάνατος θα τον βρει ξαφνικά. Θα τον αρπάξει και θα κλείσει πίσω του τις πύλες της επίγειας ζωής. Αυτός δεν έχει πια ελπίδα να ξαναγυρίσει στη ζωή αυτή, να μετανοήσει στη μέλλουσα ζωή ή να λάβει έλεος στην Κρίση τού Θεού.
Ο θάνατος είναι μπροστά μας, όπως μπροστά μας είναι κι η κρίση τού Θεού. Αυτές είναι δυο φοβερές υπομνήσεις σ’ εμάς, πως μπροστά μας πρέπει να είναι και η μετάνοια. Αν η μετάνοια δεν προηγηθεί του θανάτου και της Κρίσης τού Θεού, τότε θα μείνει για πάντα μακριά μας. Τώρα είναι στο χέρι μας, τώρα μπορούμε ακόμα να τη χρησιμοποιήσουμε.
Ας βιαστούμε να κάνουμε χρήση της μετάνοιας. Η μετάνοια είναι το πρώτο και σπουδαιότερο φάρμακο της ψυχής τού ανθρώπου. Ας μετανοήσουμε μόνο κι έπειτα θ’ ανοίξουν κι άλλες πόρτες και θα μάθουμε τι άλλο πρέπει να κάνουμε. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται στο θνητό σώμα του, η ψυχή του είναι λίγο η πολύ αγκυλωμένη. Ο Χριστός καλεί όλους εκείνους που η ψυχή τους, το πνεύμα κι ο νους τους έχουν αγκυλωθεί. Εκείνος μόνο μπορεί ν’ ανορθώσει αυτό που ο μοχθηρός κόσμος έχει στρεβλώσει. «Άντρα», «γυναίκα», «παιδί». Μας καλεί όλους με τα ονόματα αυτά για να μας προσφέρει τη χαμένη αξιοπρέπειά μας, αντί να πει «τυφλέ», «ανάπηρε», «λεπρέ», «ζητιάνε». Μας καλεί κοντά Του, θέλει να μας ανορθώσει, να καθαρίσει το νου μας και να τον κάνει δυναμική σάλπιγγα της δόξας τού Θεού. Έτσι κι εμείς, όταν σαλπίζουμε τη δόξα τού Θεού, θα δοξαστούμε στη βασιλεία των αγίων αγγέλων και των δοξασμένων αγίων στον ουρανό, στη βασιλεία του Χριστού και Θεού μας.
Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Γ’ – ΟΜΙΛΙΕΣ ΣΤ’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2014)