Η ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΑ ΣΥΚΙΑ

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ

1.  Μέ ὠθεῖ νά μιλήσω ὁ ἐνυπόστατος Λόγος τοῦ Θεοῦ. Αὐτός πού δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τούς πατρικούς κόλπους καί κυοφορήθηκε ἀπερίγραπτα στά σπλάχνα τῆς Παρθένου. Αὐτός πού ἔγινε γιά μένα ὅ,τι ἐγώ εἶμαι, Αὐτός πού εἶναι ἀπαθής ὡς πρός τήν θεότητά Του καί περιβλήθηκε ὡστόσο ὁμοιοπαθές μέ ἐμένα σῶμα. Αὐτός πού στόν οὐρανό ἐποχεῖται πάνω στά χερουβικά ἅρματα καί πάνω στή γῆ καβαλικεύει σέ γαϊδουράκι (πρβλ. Ματθ. 11, 7-9). Ὁ βασιλιάς τῆς δόξας, Αὐτός πού μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Πνεῦμα εὐφημεῖται ἀπό τά Σεραφίμ ὡς ἅγιος καί δέχεται τά ψελλίσματα τῶν παιδιῶν ἀπό τήν ἄκακη γλώσσα τους. Αὐτός πού εἶναι Θεός καί ἔχει τή μορφή δούλου καί πού ἔλαβε τή μορφή τοῦ δούλου. Αὐτός πού εἶναι ἄυλος καί ἀόρατος Θεός καί δέχτηκε νά λάβει ὁρατό καί ψηλαφητό σῶμα. Αὐτός πού βάδισε ἀκούσια στό πάθος, γιά νά μοῦ χαρίσει τήν ἀπάθεια. Αὐτός ὁ Ὁποῖος βλέποντας τόν ἄνθρωπο, πού ἔπλασε σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα Του καί τήν ὁμοίωσή Του, τό πλάσμα τῶν χεριῶν Του, νά ἔχει δελεαστεῖ ἀπό τήν ἀπάτη τοῦ φιδιοῦ, ἐκεῖνον νά ἔχει πέσει στήν παράβαση τῆς ἐντολῆς Του καί νά ἔχει γίνει ὑποχείριος τῆς φθορᾶς καί ὑπόλογος θανάτου, δέν ἄντεξε.

Ὁ γεμάτος συμπάθεια δέν μπόρεσε νά ὑπομείνει τή στέρηση ἐκείνου πού ποθοῦσε, ἀλλά τόν κάλεσε μέ πολλούς τρόπους σέ ἐπιστροφή καί μετάνοια, ἀφοῦ τόν παίδεψε σάν ἀχάριστο δοῦλο, σάν ἄμυαλο καί νήπιο γιό “πολυμερῶς καί πολυτρόπως” καί ἀφοῦ μηχανεύτηκε κάθε μέσο, γιά ν᾽ ἀποτινάξει τή δουλεία πού τόν τυραννοῦσε καί ἔτσι νά ἐπανέλθει στόν Πλάστη του. Ὅμως ἦταν ἀδύνατη ἡ ἐπιστροφή του, ἀφοῦ μιά γιά πάντα εἶχε καταδουλωθεῖ στήν ἁμαρτία καί εἶχε συζευχθεῖ θεληματικά μέ τήν ἐπιθυμία τῶν γήινων. Γι᾽ αὐτό ὁ ὑπεράγαθος Κύριος ἀναλαμβάνει τή φύση μας, ἐπειδή εἶδε ὅτι αὐτή εἶχε ἐξασθενήσει.

Βλέποντας δηλαδή τόν ἄνθρωπο νά μή ὑπακούει στό λόγο καί τίς ἐντολές καί τά προστάγματα τῆς σωτηρίας, τί λέει; «Πρέπει νά παιδαγωγήσω μέ ἔργα αὐτόν πού ἔχει ἄγνοια. Πρέπει νά τόν κατευθύνω στίς ἀρετές, γιά νά τίς συνηθίσει καί νά τίς ἐπιτελέσει ὁ ἴδιος. Πρέπει νά μέ δοῦν μέ τά μάτια τους ἀνάμεσά τους, καί ἔτσι νά θεραπεύσω τόν ἄρρωστο. Πρέπει νά κάνω νά ξαναγυρίσει τό πλανημένο πρόβατο καί νά τό ὁδηγήσω στήν ἀρχική του διαμονή, στόν παράδεισο. Πῶς ὅμως θά τό ἐπιστρέψω χωρίς νά μέ βλέπει; Πῶς θά ὁδηγήσω αὐτόν πού δέν βλέπει τά ἴχνη μου;»

Γι᾽ αὐτό ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε, μέ ὅσα ἔπραξε καί ἔπαθε, νά διδάξει ἔμπρακτα αὐτόν πού ἀγνοοῦσε, πῶς νά πράξει τήν ἀρετή. Ἔτσι βλέποντάς Τον νά κατεβαίνει κατ᾽ οἰκονομίαν γιά χάρη μας στή γῆ ἀπό τούς πατρικούς κόλπους, ν᾽ ἀνεβοῦμε καί ἐμεῖς μέ τή θέλησή μας πρός Αὐτόν ἀπό τή μητέρα μας γῆ. Σαρκώθηκε ἐπίσης γιά νά δείξει τόν ἀνυπέρβλητο πλοῦτο τῆς ἀγάπης Του πρός ἐμᾶς. Γιατί μεγαλύτερη ἀγάπη δέν μπορεῖ νά δείξει κανένας, παρά μόνο ἄν θυσιάσει τήν ψυχή του γιά χάρη τῶν φίλων του (Ἰω. 15, 13). Καί πῶς ὅποιος δέν ἔχει ἔνσαρκη ζωή θά δείξει τήν ἀγάπη του;

2. – Γι᾽ αὐτό ἀναλαμβάνει τή σάρκα, γιά νά Τόν δοῦμε στή γῆ καί νά ζήσει ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους (Βαρούχ 3, 38). Γι᾽ αὐτό ἀναλαμβάνει ψυχή, γιά νά θυσιάσει τήν ψυχή Του γιά χάρη τῶν φίλων Του. Καί φίλους δέν ἐννοῶ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἀλλά αὐτούς πού ποθεῖ Ἐκεῖνος. Γιατί ἐμεῖς Τόν μισήσαμε καί Τοῦ στρέψαμε τήν πλάτη καί γίναμε δοῦλοι σέ ἄλλον, ἐνῶ Αὐτός δέν μετέβαλε τήν ἀγάπη Του σ᾽ ἐμᾶς. Γιά τοῦτο ἔτρεξε πίσω μας. Ἦρθε σ᾽ ἐμᾶς πού Τόν μισήσαμε, προσπάθησε νά προλάβει ἐμᾶς πού φεύγαμε κι ὅταν μᾶς ἔφτασε, δέ μᾶς ἔλεγξε μέ σκληρότητα, δέ μᾶς γύρισε κοντά Του μέ τό μαστίγιο, ἀλλά σάν ἄριστος γιατρός πού τόν ὑβρίζει κάποιος μανιακός, πού τόν φτύνει καί τοῦ δίνει ραπίσματα, Αὐτός πρόσφερε τή θεραπευτική Του ὑπηρεσία. Σέ ἔνδειξη τοῦ μεγέθους τῆς θεραπείας πρόσφερε στήν ἀνθρώπινη φύση τήν ἴδια Του τήν θεότητα ὡς φάρμακο. Φάρμακο πολύ δραστικό, φάρμακο παντοδύναμο. Αὐτή ἀπέδειξε τό ἀσθενικό μας σαρκίο πιό ἰσχυρό ἀπό τίς ἀόρατες δυνάμεις. Ὅπως δηλαδή ὁ σίδηρος ὅταν ἑνωθεῖ μέ τή φωτιά εἶναι ἀδύνατο ν᾽ ἀγγιχτεῖ, ἔτσι καί τό χόρτο τῆς δικῆς μας φύσης, ἀφοῦ ἑνώθηκε μέ τή φωτιά τῆς θεότητας, ἔγινε ἀπλησίαστο ἀπό τό διάβολο. Κι ἐπειδή ἕνα πάθος θεραπεύεται μέ τά ἀντίθετά του -ὅπως λένε κι οἱ μαθητές τῶν γιατρῶν- καταβάλλει κι Αὐτός τά πάθη μας μέ τά ἀντίθετά τους, δηλαδή τήν ἡδονή μέ τούς μόχθους, τήν ὑπερηφάνεια μέ τήν ταπείνωση. Δέν ταπείνωσε δηλαδή μόνο τόν Ἑαυτό Του μέ τό νά γίνει ἄνθρωπος, ἐνῶ ἦταν πλούσιος στή θεότητα, ἀλλά ταπεινώθηκε καί ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους (πρβλ. Φιλιπ. 2, 6-8).

Πράγματι ποιός ἀπό τούς ἀνθρώπους ὑπῆρξε τόσο ταπεινός; «Δέν ἔχει ποῦ νά κλίνει τήν κεφαλή του» (Ματθ. 8, 20). Δέν εἶχε ὑποζύγιο, δέν εἶχε διπλό χιτώνα, δέν εἶχε ἄλλο ροῦχο. «Δεχόμενος προσβολές, δέν τίς ἀνταπέδιδε. Δέν ἀπειλοῦσε ὅταν τοῦ ἔκαναν κάποιο κακό»(Α’ Πέτρ. 2, 23). Ὁδηγοῦνταν σάν ἄκακο ἀρνί στή θυσία, χωρίς νά διαμαρτύρεται, χωρίς νά φωνάζει (Ἠσ. 53, 7). Τόν ράπιζαν κι ἔδινε πρόθυμα τή σιαγόνα Του σ᾽ ἐκεῖνον πού Τόν χτυποῦσε. Δέν ἔστρεψε τό πρόσωπό Του γιά ν᾽ ἀποφύγει τά αἰσχρά φτυσίματα. Ἐνῶ Τόν ἀποκαλοῦσαν Σαμαρείτη καί δαιμονισμένο (Ἰω. 8, 48) καί ἐνῶ Τόν καταδίωκαν, δείχνει ὑπομονή σ᾽ αὐτά, γιά ν᾽ ἀκολουθήσομε κι ἐμεῖς τά ἴχνη Του.

Τά ἔκανε ὅλα αὐτά μέ τήν εὐδοκία τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Ὄντας δηλαδή δικός Του Υἱός Μονογενής καί Ὁμοούσιος, μᾶς γνώρισε τήν Πατρική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Γιατί τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός καί Πατέρας, ὥστε ἔδωσε ὡς λύτρο γιά χάρη μας τόν Μονογενή Υἱό Του. Ὤ ἀγάπη ἀνυπέρβλητη! Ἔδωσε τόν Μονογενή Υἱό Του, πού ἦταν συμβασιλέας Του, γιά χάρη δούλων πού παράκουσαν, γιά χάρη ἐχθρῶν πού Τόν βλασφημοῦσαν καί λάτρευαν γιά θεό τους τόν ἐχθρό. Ὤ βάθος πλούτου τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ (Ρώμ. 11, 33). Δέν ἀντιστάθηκε ὅμως ὁ Μονογενής Υἱός, δέν ἀθέτησε τό θέλημα τοῦ Πατέρα. Γιατί ἦταν Αὐτός ἡ βουλή καί ἡ θέληση τοῦ Πατέρα. Γι᾽ αὐτό λοιπόν, ἐπειδή ἦταν μέτοχος καί κοινωνός τῆς φύσης Του (γιατί εἶναι μία ἡ φύση τοῦ Πατέρα καί τοῦ Υἱοῦ), ἐκτελεῖ δικό Του θέλημα, γίνεται ἄνθρωπος καί ὑπήκοος τοῦ Πατέρα μέχρι θανάτου, καί μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ (Φιλ. 2, 8), θεραπεύοντας ἔτσι τή δική μου παρακοή.

3. Ἐπείγεται λοιπόν πρός τό πάθος καί βιάζεται νά πιεῖ τό ποτήρι τοῦ θανάτου, τό σωτήριο γιά ὅλο τόν κόσμο. Ἔρχεται πεινασμένος γιά τή σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας, καί δέ βρίσκει σ᾽ αὐτήν καρπό. Γιατί αὐτήν ὑπαινίσσεται μεταφορικά ἡ συκιά. Ποιός δηλαδή τρώει τό πρωί; Ὁ βασιλιάς, ὁ Κύριος, ὁ Δάσκαλος. Νιώθοντας πείνα πρωί-πρωί, δέν ἐμποδίζει τήν ἐπιθυμία τοῦ φαγητοῦ. Δέν συγκρατεῖ τή φύση Του, ἀλλά, σάν κάποιος ἀκρατής κι ἀκόλαστος, ὁρμᾶ ἀνόητα στό φαγητό, σέ ἀκατάλληλη ὥρα. Πῶς τότε παιδαγωγεῖ τούς μαθητές Του νά μήν τούς νικᾶ τό πάθος τῆς ἐπιθυμίας;

Δέν εἶναι ἔτσι τό πράγμα. Ἀλλά ὅπως μιλοῦσε διδάσκοντας μέ παραβολικούς λόγους, ἔτσι ἐκτελεῖ καί τίς παραβολές μέ ἔργο. Πλησίασε στή συκιά πεινώντας (Ματθ. 11, 19). Ἡ συκιά ὑποδήλωνε τή φύση τῆς ἀνθρωπότητας. Ὁ καρπός τῆς συκιᾶς εἶναι γλυκύς, τά φύλλα της τραχιά κι ἄχρηστα κι ἕτοιμα γιά τή φωτιά. Ἀλλά καί ἡ φύση τῆς ἀνθρωπότητας εἶχε γλυκύτατο τόν καρπό τῆς ἀρετῆς, ἔχοντας ἀπό τό Θεό τήν ἐντολή νά τήν καρποφορεῖ, ἐξαιτίας ὅμως τῆς ἀκαρπίας της στήν ἀρετή ἔβγαλε τά τραχιά φύλλα.

Πράγματι τί ὑπάρχει τραχύτερο ἀπό τίς βιοτικές μέριμνες (Γεν. 2, 25); Ἦταν κάποτε γυμνοί ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα καί δέν ἔνιωθαν ντροπή. Γυμνοί στήν ἁπλότητα καί τήν ἀπέριττη ζωή τους. Οὔτε τέχνη εἶχαν οὔτε βιοτικές μέριμνες. Δέν ἐπινοοῦσαν τρόπους πῶς νά σκεπάσουν τή γύμνια τοῦ σώματός τους. Δέν ντρέπονταν γιά τήν ἀκτημοσύνη τους οὔτε γιά τή λιτότητα τῆς ζωῆς τους, ἀλλά, ἄν καί ἦταν γυμνοί στό σῶμα, τούς σκέπαζε ἡ Θεία Χάρη. Δέν εἶχαν σωματικό φόρεμα, ἀλλά φοροῦσαν ἔνδυμα ἀφθαρσίας. Ὅταν ὅμως παράκουσαν, βρέθηκαν μακριά ἀπό τή Χάρη πού τούς σκέπαζε. Ἀπογυμνώθηκαν ἀπό τήν ἔκστασή τους πρός τόν Θεό καί τή θεωρία Του. Εἶδαν τή γύμνωση τοῦ σώματός τους (Γεν. 3, 7). Πόθησαν τά εὐχάριστα τῆς ζωῆς. Βρέθηκαν μέσα στή φτωχική καί στερημένη ζωή. Ἔρραψαν φόρεμα ἀπό φύλλα συκιᾶς κι ἔκαναν περιζώματα, ἔκαναν πολλούς λογισμούς καί βρῆκαν τήν τραχιά καί γεμάτη μέριμνες καί πόνους ζωή. «Μέ τόν ἱδρώτα τοῦ προσώπου σου θά φᾶς τό ψωμί σου. Καταραμένη θά εἶναι γιά τά ἔργα σου ἡ γῆ, θά βγάλει γιά σένα ἀγκάθια καί τριβόλια καί θά καταλήξεις στή γῆ» (Γεν. 3, 17, 19).

Ἀπόχτησες γήινα φρονήματα, γι᾽ αὐτό ἡ στροφή σου θά γίνει πρός τή γῆ. Ἔγινες ἕνα μέ τά ἄλογα ζῶα, ἀφοῦ δέν κατάλαβες ὅτι εἶχες τιμητική θέση (Ψαλμ. 48, 13). Ἤσουν στούς κόλπους τοῦ Θεοῦ καί δέν κατάλαβες τήν καρποφόρο ἀρετή. Προτίμησες τήν ἀπόλαυση τῶν γήινων κι ἀγάπησες τή ζωή τῶν ἀλόγων ζώων. Εἶσαι γῆ καί θά καταλήξεις στή γῆ. Θά κληρονομήσεις τό θάνατο, ὅπως τά ἄλογα ζῶα. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού φοράει καί τούς δερμάτινους χιτῶνες (Γεν. 3, 21). Ὄντας μέ τό σῶμα του ἀνάμεσα στή ζωή καί στό θάνατο – ἐνῶ πρῶτα ζοῦσε στόν παράδεισο τῆς τρυφῆς καί κατοικοῦσε σέ βασιλικά διαμερίσματα – ἀπέκτησε ἔπειτα θνητό καί παχύ σῶμα, ἱκανό νά ἀντέχει στούς κόπους. Εἶναι ἀληθινά τραχιά τά φύλλα τῆς συκιᾶς τῆς φύσης μας, τῆς ἀπειθάρχητης κακίας τῆς φύσης μας. Σ᾽ αὐτή τή συκιά, τή φύση δηλαδή τῆς ἀνθρωπότητας, πῆγε ὁ Σωτήρας πεινώντας καί ζητώντας ἀπό αὐτήν τό γλυκύτατο καρπό, δηλαδή τήν γλυκύτατη γιά τό Θεό ἀρετή, μέ τήν ὁποία πραγματοποιεῖ τή σωτηρία μας. Καί δέ βρῆκε καρπό, παρά φύλλα μονάχα, τήν τραχιά καί πικρή ἁμαρτία καί ὅ,τι κακό φυτρώνει ἀπό αὐτήν.

Γι᾽ αὐτό καί τῆς λέει ἐπιτιμητικά: «Ποτέ πιά δέν θά δώσεις καρπούς» (Ματθ. 11, 19). Γιατί ἡ σωτηρία δέν προέρχεται ἀπό τούς ἀνθρώπους. Ἡ ἀρετή δέν προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινη δύναμη. Ἐγώ θά φέρω τή σωτηρία σας καί μέ τό πάθος μου θά σᾶς χαρίσω τήν ἀνάσταση. Θά σᾶς χαρίσω ἐπιπλέον καί τήν ἀπαλλαγή σας ἀπό τήν πολύ σκληρή αὐτή ζωή πού τώρα ζεῖτε. Αὐτά εἶπε καί βέβαια ὅπως τά εἶπε καί τά πραγματοποίησε.

 

Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Ὁμιλία

 στήν ΞΗΡΑΝΘΕΙΣΑ ΣΥΚΙΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΜΠΕΛΩΝΑ.

Πηγή κειμένου : imaik.gr




Τα καθήκοντά μας τη Μεγάλη Εβδομάδα

«Τών παθών τού Κυρίου τάς απαρχάς η παρούσα ημέρα λαμπροφορεί. Δεύτε ούν, φιλέορτοι, υπαντήσωμεν άσμασιν…»

(κάθισμα Μ. Δευτέρας)

 

Μακαριστος επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης

Φθάσαμε, αγαπητοί μου, στα σωτήρια πάθη τού Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στη Μεγάλη Εβδομάδα.

Η εβδομάδα αυτή λέγεται Μεγάλη, διότι μέσα στις 168 ώρες της, από σήμερα μέχρι τη νύχτα της Αναστάσεως, τιμώνται μεγάλα γεγονότα, μοναδικά και κοσμοϊστορικά, πού συγκλόνισαν τα επίγεια και τα ουράνια και τα καταχθόνια.

Για αυτό η εβδομάδα αυτή ονομάζεται Μεγάλη αλλά και για αυτό δεν θα πρέπει να περάσει όπως οι άλλες.

Και θέτω το ερώτημα ποιά είναι τα καθήκοντα ενός Χριστιανού τη Μεγάλη Εβδομάδα; Δεν απευθύνομαι σε απίστους, άθεους ή σε χιλιαστές απευθύνομαι σε πιστούς, πού θέλουν να εορτάσουν σωστά. Ποιά είναι λοιπόν τα καθήκοντα πού έχουμε την εβδομάδα αυτή;

Το πρώτο καθήκον, αδελφοί μου, είναι να ευχαριστήσουμε από την καρδιά μας τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Όλη βέβαια η ζωή μας πρέπει να είναι ένα ευχαριστώ, ένα «Δόξα σοι, Κύριε», για τις μικρές και μεγάλες ευεργεσίες του, τις φανερές και αφανείς, για όλα τα καλά, υλικά και πνευματικά, πού επιδαψιλεύει η χάρις του τον ήλιο, τον αέρα, το νερό, τα λουλούδια, τα ακρογιάλια, όλη την πλάση. Να τον ευχαριστούμε ακόμη για τούς γονείς και τα αδέρφια, τη γυναίκα και τα παιδιά, για το χρόνο και τις εποχές, για ότι ευλογημένο και αναγκαίο.

Άνθρωπος αγνώμων είναι χειρότερος από ζώο. Ένα σκύλο έχεις, ένα κομμάτι ψωμί τού πετάς, και κουνάει την ουρά του και σού λέει ευχαριστώ. Κι ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει να είναι ευγνώμων στο Θεό. Να τον ευχαριστούμε για όλα, αλλά προ παντός για τη θυσία τού Υιού του, για τα σεπτά του πάθη. Ακόμη να τον ευχαριστήσουμε και για κάτι άλλο για τη μακροθυμία του στα τόσα εγκλήματά μας και μάλιστα στις βλασφημίες, για τις οποίες θα έπρεπε να ανοίξει η Γή να μάς καταπιεί και η θάλασσα να φουσκώσει να μάς πνίξει, και όμως μάς ανέχεται. Γι᾿αυτό τη Μεγάλη Παρασκευή η Εκκλησία λέει «Δόξα τή μακροθυμία σου, Κύριε, δόξα σοι».

Το ένα καθήκον μας λοιπόν είναι να ευχαριστούμε το Θεό. Το άλλο είναι να παρακολουθήσουμε τις ιερές ακολουθίες. Οι ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν είναι όπως οι άλλες διαφέρουν πολύ. Οι ύμνοι της, πού είναι γλυκύτεροι απ᾽ το μέλι, τα εμπνευσμένα αυτά ποιήματα όπως π.χ. ο επιτάφιος θρήνος, δεν υπάρχουν σε καμία θρησκεία στον κόσμο. Και μόνο τα τροπάρια αυτά, πού δεν τα ᾽χουν ούτε φράγκοι ούτε προτεστάντες ούτε κανείς άλλος, φτάνουν ν᾽ αποδείξουν ότι η Εκκλησία μας δεν είναι από τη γή είναι από τον ουρανό, είναι θεόπνευστη.

Ποιός τα έκανε αυτά; πού γράφτηκαν, μέσα σε σχολειά και πανεπιστήμια; Τα έφτιαξαν μέσα σε σπηλιές άγιοι ασκητές, πού το δάκρυ τους έπεφτε στη γή και την έκανε να λουλουδίζει. Δεν τα έγραψαν απλώς με το μυαλό και τα γράμματα πού ήξεραν αυτά είναι το αίμα της καρδιάς τους, συναίσθημα υγιές, έκφραση ζωής, βιώματα άγια, αλήθειες, πού μόνο όσοι αγάπησαν γνησίως το Χριστό μπορούσαν να έχουν. Πρέπει να είναι αναίσθητος κανείς για να μην τον συγκινούν. Άς τα παρακολουθήσουμε λοιπόν στην εκκλησία κρατώντας μια Σύνοψη.

Το τρίτο καθήκον μας. Η εβδομάδα αυτή είναι εβδομάδα νηστείας, αυστηρής νηστείας. Μην ακούτε τούς υλιστές και ασεβείς εμείς από την παράδοση αποστόλων και πατέρων της Ορθοδοξίας τηρούμε τις νηστείες της αγίας μας Εκκλησίας και κατ᾿ εξοχήν τη νηστεία αυτή. Όταν λέμε νηστεία, δεν εννοούμε να νηστέψει απλώς το στομάχι για να θυμηθεί το όξος τού σταυρού εννοούμε μαζί με το στομάχι να νηστέψει και το στόμα από κακολογία, η γλώσσα από αισχρολογία, τα μάτια από αισχρά θεάματα. Τέτοιες μέρες στο Βυζάντιο οι αυτοκράτορες υπέγραφαν διαταγή Μεγάλη Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή κλειστά τα ιπποδρόμια και όλα τα θέατρα. Πενθεί η Εκκλησία. Αν ήμασταν χριστιανικό κράτος, θα έπρεπε από αύριο να είναι κλεισμένα τα καταγώγια και τα κέντρα διαφθοράς, και να επικρατή πένθος γι᾿ Αυτόν πού υψώθηκε για μάς επάνω στο σταυρό.

Αλλά έχουμε και ένα άλλο καθήκον. Είναι το καθήκον της εξομολογήσεως και της θείας μεταλήψεως. Επ᾽ αυτού δεν θα επεκταθώ. Τούτο μόνο θα πω. Τις άγιες αυτές ημέρες και ιδίως τη νύχτα της Αναστάσεως καλούμεθα να μείνουμε στο ναό μέχρι τέλους με την αναστάσιμη λαμπάδα. Όποιος ακούει το «Χριστός ανέστη» και μετά φεύγει, προτιμότερο θα ήταν να μείνει στο σπίτι του. Αυτό πού γίνεται, να αδειάζουν οι εκκλησίες μετά το «Χριστός ανέστη», είναι βεβήλωσης, περιφρόνηση στο Χριστό. Να μείνουμε λοιπόν μέχρι τέλους και να ετοιμαστούμε για τη θεία μετάληψη. Η εβδομάδα αυτή είναι κατ᾽ εξοχήν εβδομάδα θείας μεταλήψεως.

Τί είναι η θεία μετάληψης; Το σώμα και το αίμα τού Χριστού μας, η φωτιά τού ουρανού. Τί είσαι, σε ρωτώ, άχυρο; μην πλησιάσεις τα άγια, θα καείς. Είσαι χρυσάφι; Αν είσαι χρυσάφι, το χρυσάφι δεν απειλείται από τη φωτιά όσο πλησιάζει τη φωτιά, τόσο καθαρίζεται. Έτσι κ᾽ εσύ ο Χριστιανός αν είσαι αμετανόητος, θα σε κάψει η φωτιά, όπως έκαψε τον Ιούδα πού κοινώνησε αναξίως, αν όμως πέρασες από το καμίνι της ιεράς εξομολογήσεως, τότε πλησίασε η θεία κοινωνία θα είναι φάρμακο αθανασίας.

Τη Μεγάλη Εβδομάδα έχουμε επίσης ιερό καθήκον απέναντι των αδελφών μας πού πάσχουν και υποφέρουν. Είναι εβδομάδα αγάπης και ελεημοσύνης. Ένα εκλεκτό φαγητό σε κάποιον πού πεινάει, ένα καινούργιο ρούχο —όχι παλιό— σ᾿ έναν πού δεν έχει, μια βοήθεια στη χήρα και τα ορφανά, ένα φάρμακο αναγκαίο, μια επίσκεψι στον ασθενή, ένας λόγος παρηγορητικός στον θλιμμένο, ότι τέλος πάντων μπορεί νά σκεφτεί μια καρδιά πού αγαπά.

Αλλά δεν είπα τίποτα υπάρχει κάτι ακόμη, κι αυτό είναι το δυσκολότερο. Όλα όσα είπα- με τα κάνεις αλλά εάν το τελευταίο αυτό δεν το κάνης, Χριστιανός δεν είσαι. Ποιό είναι αυτό; Ξέρω Χριστιανούς πού είναι άνθρωποι προσευχής, πού έχουν το αυτί τους τεντωμένο στα ιερά λόγια, πού νηστεύουν αυστηρά, πού εξομολογούνται, πού κοινωνούν αλλά λίγους Χριστιανούς γνώρισα πού έχουν – ποιό; το «Συγχωρήσωμεν πάντα τή Αναστάσει» (δοξ. αίν. Πάσχ.). Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι εβδομάδα συγχωρήσεως.

Ποιός, αδελφοί μου, στη ζωή αυτή δεν έχει αντιπάθειες, ψυχρότητες, αντιθέσεις, ποιός δεν έχει κάποιον εχθρό; Τις άγιες αυτές ημέρες ας υψώσουμε το βλέμμα στον Εσταυρωμένο. Κανείς δεν αδικήθηκε και δεν πόνεσε όπως ο Χριστός μας. Ενώ έσχιζαν τις σάρκες του τα καρφιά και την καρδιά του οι κατάρες και τ᾽ αναθέματα των φαρισαίων, εκείνος πάνω απ᾽ το σταυρό προσευχήθηκε «Πάτερ, άφες αυτοίς ου γάρ οίδασι τί ποιούσι» (Λουκ. 23,34). Κ᾽ εμείς λοιπόν τις άγιες αυτές ημέρες ας αλληλοσυγχωρηθούμε με νύφες και πεθερές, αδελφοί με αδελφούς, φίλοι με φίλους, παιδιά με γονείς, όλοι ανεξαιρέτως. Άς πλατύνουμε τις καρδιές, ας αισθανθούμε μέσα μας την αγάπη τού Χριστού μας. Χωρίς την αγάπη πώς μπορούμε να γιορτάσουμε;

Αδελφοί μου! Μεγάλη Εβδομάδα ίσον χέρι ανοιχτό για έλεος, μάτια δακρυσμένα από μετάνοια, πόδια πού τρέχουν στο ναό, καρδιά συμφιλιωμένη, γεμάτη λατρεία στον Εσταυρωμένο. Εκτελούμε τα καθήκοντα αυτά;

Ξέρετε πώς μοιάζουμε; Σα να είναι ένας ζητιάνος και όλες τις μέρες τού πετάνε πενταροδεκάρες, και έρχεται μια ώρα πού περνάει κάποιος βασιλιάς και τού λέει «Άνοιξε τις φούχτες σου» κι αρχίζει και τού μετράει 1, 2, 3, …5,…10, …100, …168 λίρες και θαμπώνουν τα μάτια του. Κι αυτός, αντί να πάρει αυτό το θησαυρό να τον αξιοποιήσει, πάει στο ποτάμι κι αρχίζει να πετά τις λίρες στο νερό. Δεν είναι αυτό παραφροσύνη; Κι αυτές οι ώρες λοιπόν ―έτσι λέει η Εκκλησία, «ώρες» τις ονομάζει―, είναι θησαυρός. Κάθε ώρα, κάθε καμπάνα, κάθε χτύπος, κάθε λεπτό, είναι σπουδαία ώρα.

Άς εκμεταλλευθούμε τις άγιες αυτές ημέρες. Μην αφήσουμε να διαρρεύσουν όπως η υπόλοιπη ζωή μας. Ξέρουμε αν θα ζήσουμε να γιορτάσουμε άλλη Μεγάλη Εβδομάδα; Μήπως η Μεγάλη Εβδομάδα αυτή είναι η τελευταία της ζωής μας; Πέρυσι πόσοι ήταν μαζί μας; και πού είναι τώρα; Φεύγουμε, σφυρίζει το τραίνο, μια φορά περνάμε πάνω απ᾽ τή φλούδα αυτή.

Εύχομαι, αυτή η Μεγάλη Εβδομάδα να είναι σημαντικός σταθμός στη ζωή μας. Να δώσει ο Κύριος να είναι εβδομάδα αγίων σκέψεων, ιερών συναισθημάτων, ηρωικών αποφάσεων, αγιασμός ψυχής. Είθε να σφραγίσουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα με τα λόγια «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τή βασιλεία σου» (Λουκ. 23,42).

 

(†) επίσκοπος Αυγουστίνος

Απομαγνητοφωνημένη ομιλία, πού έγινε στον ι. ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Μοσχάτου – Αθηνών την 10-4-1960 το βράδυ.

 

Πηγή κειμένου : evaggelismostheotokou.gr




ΟΙ ΛΙΘΟΙ ΚΕΚΡΑΞΟΝΤΑΙ

Ἁγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ὅταν ὁ Χριστός ἐπῆγε γιά τελευταία φορά στά Ἱεροσόλυμα, ὁ λαός βγῆκε σέ προϋπάντησή του. Ἀναρίθμητα μάτια Τόν κοίταζαν. Καί ἀμέτρητα στόματα ἐφώναζαν μέ ἐνθουσιασμό: Ὡσαννά Υἱέ Δαβίδ! Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος… Ὁ Βασιλεύς τοῦ Ἰσραήλ!

Μά αὐτό ἔκαμε τούς Φαρισαίους καί πρασίνισαν ἀπό τό κακό τους! Καί εἶπαν στό λαό, νά μήν κραυγάζει! Ἀπάντησε ἤρεμα ὁ Χριστός: «Ἄν αὐτοί σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται». Καί τώρα, εἴκοσι αἰῶνες μετά, μέ ἐρωτᾶς: Πῶς εἶναι δυνατόν νά φωνάξουν οἱ πέτρες; Σοῦ ἀπαντῶ: Μέ πολλούς τρόπους.

Πρῶτος τρόπος: Πέντε μέρες μετά τήν εἴσοδό Του στά Ἱεροσόλυμα, οἱ Ἑβραῖοι σιώπασαν, καί οἱ πέτρες φώναξαν: Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ! Ὅταν αὐτός τή Μεγάλη Πέμπτη ἦταν ἐπάνω στό Σταυρό «ἡ γῆ ἐσχίσθη καί αἱ πέτραι ἐσχίσθησαν». Αὐτό τό σχίσιμο εἶναι ἡ φωνή τῶν λίθων! Μπορεῖ νά ὑπάρξει γλῶσσα πιό δυνατή καί πιό φοβερή ἀπ᾿ αὐτήν;

Δεύτερος τρόπος: Ὅταν οἱ Ἑβραῖοι σιώπαιναν, οἱ εἰδωλολάτρες φώναζαν “Ὡσαννά”! Οἱ Ἑβραῖοι ἔβλεπαν τούς εἰδωλολάτρες σάν νεκρές πέτρες! Ὅταν λοιπόν οἱ Ἑβραῖοι σιώπαιναν γιά τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἀπόστολοι τούς ἐκήρυξαν καί τούς ἐβάπτισαν. Καί αὐτοί ἀπό τότε ἔγιναν λίθοι ζῶντες, ζωντανές πέτρες! Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος λέγει: «καί αὐτοί ὡς λίθοι ζῶντες οἰκοδομεῖσθε οἶκος πνευματικός» (Α´ Πέτρ. 2, 5)! Καί νά τώρα, ζωντανές πέτρες, τά εἰδωλολατρικά ἔθνη, δοξάζουν τόν Κύριο. Ἐνῶ ἀντίθετα οἱ Ἑβραῖοι πετρωμένοι σιωποῦν.

Τρίτος τρόπος: Οἱ Ἑβραῖοι σιώπαιναν, μά ἐφώναζαν οἱ λίθοι τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος. Ἀκόμη καί σήμερα μᾶς φωνάζουν: Δέν θά μείνει “λίθος ἐπί λίθον”! Τό καύχημα καί ἡ δόξα τῶν Ἑβραίων, ὁ ναός τοῦ Σολομῶντος, σήμερα δέν ὑπάρχει. Μόνο ἕνας τοῖχος ἔχει ἀπομείνει. Γιά νά πηγαίνουν ἐκεῖ οἱ υἱοί καί οἱ θυγατέρες τῶν Ἑβραίων, νά χτυποῦν τά κεφάλια τους! Καί ὀνομάζεται μέχρι σήμερα “τό τεῖχος τῶν δακρύων”! Ἀπόμειναν οἱ πέτρες αὐτές, γιά νά φωνάζουν!

Τέταρτος τρόπος: Οἱ Ἑβραῖοι πρό πολλοῦ σιωπαίνουν γιά τό Χριστό. Οὔτε χαίρονται. Οὔτε ἑορτάζουν. Οὔτε φωνάζουν Ὡσαννά! Γι᾿ αὐτό καί ὁ Θεός ἐπέτρεψε νά καταστραφῆ ὁ μοναδικός ναός τους καί νά σταματήσουν οἱ θυσίες! Ἀλλά 100.000 ναοί πέτρινοι χτίσθηκαν ἀπό τότε! Καί δοξολογοῦν ἀνά τήν οἰκουμένη τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Νά λοιπόν, οἱ λίθινοι ναοί κραυγάζουν! Καί οἱ Ἑβραῖοι σιωποῦν.

Πέμπτος τρόπος: Μέχρι τώρα βέβαια δέν φώναξαν οἱ πέτρες! Μά θά φωνάξουν κι᾿ αὐτές, πρίν νά ἔλθει τό τέλος τοῦ κόσμου! Πρίν ἀπό τή δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου! Καί τί εἶπε γιά τή συντέλεια; Ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καί ἡ σελήνη καί τά ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ πεσοῦνται! Ὅλα αὐτά δέν εἶναι ἀπό πέτρα; Ναί. Μά μέ τή γλῶσσα τους, μέ τόν τρόπο τους, θά φωνάξουν!

Ὅταν θά ἔλθουν οἱ ψευδοπροφῆτες καί οἱ ψευδόχριστοι, καί ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν θά “ψυγῆ”, καί ἡ ἀνομία θά πληθυνθῆ, καί μαζί μέ τούς Ἑβραίους θά σιωποῦν ἀκόμη καί οἱ χριστιανοί, τότε θά ἀρχίσουν νά φωνάζουν τά οὐράνια σώματα. Θά φωνάζουν μέ τό δικό τους τρόπο. Μέ τή δική τους γλῶσσα. Καί θά ἀναγγέλλουν τόν ἐρχομό τῆς δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ.

Πηγή κειμένου : imaik.gr

 




Εἰς τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων

Ἁγίου Λουκᾶ Κριμαίας

Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν γεμάτη κόσμο ποὺ ἦλθε ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴ μεγάλη γιορτὴ τοῦ Πάσχα. Ὅλη ἡ πόλη μιλοῦσε γιὰ τὸν μεγάλο προφήτη καὶ θαυματουργὸ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ὁ ὁποῖος μόλις τώρα ἔκανε τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἀμέτρητα θαύματά Του, ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, πού τέσσερεις ὁλόκληρες ἡμέρες βρισκόταν στὸν τάφο. Τὸν περίμεναν νὰ ἔλθει στὴν πόλη καὶ προετοιμάζονταν γιὰ τὴ θερμὴ ὑποδοχή Του. Αὐτός, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, δὲν περπατοῦσε πεζός, ὅπως πάντα, ἀλλά, ξεκινώντας ἀπὸ τὴ Βηθσφαγῆ, ἀνέβηκε σ’ ἕνα γαϊδουροπούλαρο, ὥστε νὰ πληρωθεῖ ἔτσι ὅ,τι εἶχε προφητεύσει ὁ προφήτης Ζαχαρίας: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιὼν κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σώζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον» (Ζαχ. θ´ 9). Οἱ ἀπόστολοι ἔβαλαν πάνω στὸ γαϊδούρι καὶ τὸ πουλάρι του τὰ ροῦχα τους, ἐνῶ ὁ λαὸς πῆρε κλαδιὰ φοινίκων καὶ ἔστρωνε τὰ ροῦχα του στὸν δρόμο, στὰ πόδια τῶν ζώων, κραυγάζοντας μὲ μεγάλη χαρά: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς ἄκουγαν μὲ τρόμο τὶς κραυγὲς αὐτές, ποὺ προανάγγελλαν τὴν πτώση τῆς πνευματικῆς τους ἐξουσίας στὸν λαό.

Ἂς στρέψουμε καὶ ἐμεῖς τώρα τὸ βλέμμα μας καὶ ἂς δοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τὴ στιγμὴ αὐτή. Μὲ ἔκπληξη θὰ δοῦμε ὅτι δὲν χαίρεται τὴν πανηγυρικὴ αὐτὴ ὑποδοχή. Ἀντίθετα σκύβει τὸ κεφάλι Του καὶ κλαίει μὲ λυγμούς.

Ὤ, Κύριέ μας! Γιατί κλαῖς τώρα, ὅταν ὅλος ὁ λαὸς χαίρεται; Τὸ ἤξερε μόνο Αὐτὸς ὁ Παντογνώστης. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὸν Ἑαυτό Του ἀλλὰ γιὰ τὸν λαό Του. Γιὰ τὸ ὅτι δὲν πίστεψε στὸν Μεσσία Χριστό, ὁ ὁποῖος ἦλθε γι’ αὐτόν, γιὰ τὸ ὅτι σκότωνε τοὺς προφῆτες ποὺ ἔστελνε σ’ αὐτὸν καὶ γιὰ τὸ ὅτι πέντε μέρες μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποδοχὴ ὡς Βασιλιά, θὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Πιλάτο νὰ Τὸν σταυρώσει! γιὰ τὸ ὅτι γιά ὅλα αὐτά, θὰ βροῦν τὸν λαὸ αὐτὸ πολλὰ δεινά.

Ἄραγε ὁ Θεός, ποὺ εἶναι Βασιλιὰς ὅλου τοῦ κόσμου, διεκδικοῦσε τὴν ἐξουσία καὶ προσδοκοῦσε νὰ γίνει βασιλιὰς τοῦ μικροῦ αὐτοῦ καὶ σκληροτράχηλου λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος δὲν γνώρισε καὶ δὲν δέχθηκε τὸν Μεσσία του καὶ τώρα ἑτοιμαζόταν νὰ Τὸν παραδώσει στὸ φρικτὸ καὶ βασανιστικότατο σταυρικὸ θάνατο; Ὅλες οἱ ἅγιες ἐπουράνιες ἀσώματες δυνάμεις θὰ θρηνοῦσαν κατὰ τὴν πανηγυρική Του εἴσοδο στὴν Ἱερουσαλήμ, ἂν ἤξεραν γιὰ τὸν φρικτὸ σταυρὸ ποὺ Τοῦ ἑτοιμαζόταν στὸν Γολγοθά.

Μόνο γιὰ τοὺς σύγχρονούς Του Ἑβραίους ἔκλαιγε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός; Ἀσφαλῶς ὄχι! Αὐτὸς ὁ Παντογνώστης ἤξερε ἀκόμα καὶ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε ἐμεῖς στὶς ἡμέρες μας. Ἤξερε ὅτι μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων τὸ ἀνθρώπινο γένος ὅλο καὶ περισσότερο θὰ Τὸν ξεχνοῦσε, ὅτι θὰ Τὸν βλασφημοῦσε καὶ θὰ ἔβριζε τὸ ἅγιο ὄνομά Του. Τὸ ἤξερε, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν θὰ ἔλθει γιὰ δεύτερη φορά, πιθανῶς, δὲν θὰ βρεῖ τὴν πίστη πάνω στὴ γῆ.

Πρέπει νὰ κλαῖμε καὶ ἐμεῖς ποὺ τόσο συχνὰ ξεχνᾶμε τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἰδιαίτερα αὐτοὶ γιὰ τοὺς ὁποίους λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας!» (Ἑβρ. ι´ 29). Καὶ τόσο πολλοί, καὶ σὲ ποιὸ τρομερὸ βαθμό, ὑπάρχουν μεταξὺ μας τέτοιοι κακότυχοι ἀδελφοί μας!

Σῶσε τους, Κύριε!

Σῶσε τους, Κύριε!

Σῶσε τους, Κύριε! Ἀμήν.

Από το βιβλίο ”Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας,

Λόγοι καὶ ὁμιλίες» τ. Α´ Εκδ.”Ορθόδοξος κυψέλη”

Πηγή κειμένου : imaik.gr




Περί Της Αναστάσεως Του Λαζάρου

Μακαρίου Γέροντα Ιωσήφ Βατοπαιδινού

Θά σας ενθυμίσω ένα ώραίο ρητό του μεγάλου μας πατρός Επιφανίου Επισκόπου Κύπρου, το οποίον εξεφώνησε κάποτε στην αρχή ενός λόγου του. «Προ εξ ημερών του Πάσχα, διά των πέντε αισθήσεων, τον τετραήμερον ο τριήμερος, ταις δυσί τον έναν χαρίζεται».

Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος αποτε­λείωσε την αποστολή Του και θεράπευσε το πανανθρώ­πινο τραύμα και σε έξι ημέρες θα παρεδίδετο στα πανάχραντα Του πάθη, όπου θα εσφράγιζε την επιτυχία της σωτηρίας μας, έδειξε, σαν προοίμιο σε μας τους μαθητές Του και γενικά σε όλον τον κόσμο, ότι υπάρχει ανάσταση νεκρών και ότι Αυτός είναι όντως «η Ανάστασις και η Ζωή». Ακριβώς πριν από τα συνταρακτικά τούτα γεγονότα, της αναστάσεως δηλαδή του Κυρίου, προηγήθηκεν κατά έξι μέρες η ανάσταση του Λαζάρου, ο οποίος, όπως ξέρετε, ήταν φίλος του Χριστού. Και ο Σίμων ο λεπρός, ο Φαρισαίος, ο πατέρας του Λαζάρου, επειδή ήταν πιστός, αρεσκόταν ο Κύριος να συχνάζη στην οικία του και να έχη φιλικές σχέσεις με αυτήν την οικογένεια.

Ανέστησε φυσικά τον Λάζαρο, όχι τόσο για να δείξη την δύναμη της θεοπρεπούς Του μεγαλωσύνης, άλλωστε το είχε κάνει και ενωρίτερα αυτό σε άλλες περιπτώσεις, αλλά για να δείξη ότι πλησιάζει το προοίμιο της συντριβής του θανάτου και της γενικής αναστάσεως της ανθρωπινής φύσεως και της αποκαταστάσεως συμπάσης της κτίσεως «της υποταγείσης εις την φθοράν» εξ αιτίας της πτώσεως του ανθρώπου.

Το ιστορικό γεγονός της αναστάσεως του Λαζάρου το φέρομε στην αναγωγή, καθώς πολλές φορές κάνουν οι Πατέρες μας ερμηνεύοντας την Γραφή, για να ορθάσωμεν έτσι σ΄ ένα πόρισμα πνευματικό, το οποίο πολύ θα μας ώφελήση. Κάθε τί το οποίο περιέχεται στην Γραφή, έχει πολλαπλές ερμηνείες. Η ανάσταση του ιστορικού Λαζάρου έγινε τότε, αλλά αυτό, μεταφερό­μενο στην αλληγορία, ενεργείται κάθε μέρα στις ψυχές των ανθρώπων. Η αναγωγή λοιπόν είναι η εξής. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο οποίος είναι πάντοτε μαζί μας, όπως ο Ίδιος ομολογεί, «ιδού εγώ μεθ΄ υμών είμι πάσας τάς ημέρας, εώς της συντέλειας του αιώνος», περιστρέφεται και ανασκοπεί του καθενός την κατά­σταση και μυστικώς εκφράζει στις ουράνιες Του δυνάμεις και στους σεσωσμένους· «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Κάθε ένας από μας είναι νεκρός Λάζαρος και φίλος του Ιησού μας, χάριν του ότι για μας εθυσιάσθη, για όλους ενδιαφέρεται. Ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο παντογνώστης Θεός, ο πανάγαθος Δεσπότης και ο αληθινός μας πατέρας, βλέποντας την νέκρωσή μας, συνεχώς φωνάζει προς τις ουράνιες δυνάμεις Του. «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται». Τώρα ποιος από μας τους κεκοιμημένους θα είναι ικανός να προκαλέση την συμπάθειά Του, ούτως ώστε να επέμβη και να τον αναστήση; Γιατί αυτός μόνος Του ομολόγησε ότι, «εγώ είμι η ανάστασις και η ζωή». Όπως αναφέρεται, όταν η αδελφή του Λαζάρου η μεγαλύτερη, η Μάρθα, αν και πίστευε στον Ιησού Χριστό, εν τούτοις, από το βόγγο του πόνου πού έχασε τον μονάκριβο της αδελφό, ξεχνώντας την δύναμη της αναστάσεως πού βρισκόταν σ΄ Αυτόν, άρχισε να του λέη με παράπονο: «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν απέθανε μου ο αδελφός». Και ο Ιησούς απαντά: «Αναστήσεται ο αδελφός σου». Πάλιν αυτή δεν καταλαβαίνει το νόημα και επιμένει: «Ναι, Κύριε, ξέρω ότι στην έσχατη ήμερα της παλιγγενεσίας και αυτός θα αναστηθή». Τότε ο Ιησούς διακηρύττει: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή.

Λοιπόν αυτός είναι ο Ιησούς μας ο οποίος μένει μαζί μας σαν η αιωνία και μόνιμος ανάσταση και προσδοκά του καθενός μας την ανάσταση. Πότε θα στραφούμε προς Αυτόν να έκφράσωμε τον πόνο της νεκρώσεως μας, για να φωνάξη και σε ΄μάς: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Για να γίνη αυτό χρειαζόμαστε συμπαρα­στάτες, όπως είχε και ο Λάζαρος τις δύο αδελφές, την Μάρθα και την Μαρία. Η μέν Μάρθα συμβολίζει κατά τους Πατέρες την πρακτική εργασία, την πρακτική μετάνοια και τα σωματικά έργα. Η δε Μαρία συμβολίζει την θεωρία, την πνευματική εσωστρέφεια μέσω της οποίας επικοινωνεί κάθε λογική ψυχή με τον Θεό. Η πρακτική μετάνοια συνίσταται στον πόνο, στο πένθος και στο κλάμα «υπέρ των προτέρων αμαρτημάτων» και στο πένθος υπέρ της ανακτήσεως των αρετών και των χαρισμάτων, τα όποια κληρονομικά μας παρέδωσε ο Ιησούς μας και ανήκουν στον καθένα από ‘μάς. Όύπω γάρ έφανερώθη -λέγει ο Άγιος Ιωάννης- τί έσόμεθα, οίδαμεν δε, όταν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα». Δηλαδή θα δούμε τον Κύριο μας στην ήμερα εκείνη της παλιγγενεσίας και θα είμεθα όμοιοι με αυτόν. «Ο Θεός εν μέσω Θεών» εκμαγεία του αρχετύπου.

Για να φθάσωμε σ΄ αυτήν την αξία, πρέπει, όπως είπα, να αποκτήσωμε πρωτίστως την συνεχή ειλικρινή πρακτική μετάνοια, πού αυτή θα μας οδηγήση στην θεωρία. Επειδή πρακτικά αμαρτήσαμε, πρακτικά αρ­νηθήκαμε τον Ιησού μας, πρακτικά τον προσβάλαμε και τον προδώσαμε, πρακτικά τώρα να επιστρέψωμε πίσω και ν΄αποδείξωμεν ότι πλέον δεν θα ξανακάμψω­με τα γόνατα μας μπροστά σε κάθε είδωλο της αμαρτίας.

Είμεθα υπόχρεοι τώρα, ο καθ’ ένας από ‘μάς, ν’ αποκτήσωμε τις δύο αδελφές, την πραγματική πράξη της μετανοίας πού μας οδηγεί μακριά από κάθε παράβαση της εντολής. Άρνηση στον Θεό δεν υπάρχει από κανένα λογικό όν, και από αυτούς ακόμα τους άθεους, τους ύλιστές, τους αναρχικούς. Ας κομπάζουν με τα χείλη. Δεν μπορούν ν΄ αρνηθούν τον Θεό, διότι, για να μπορέσωμε να αρνηθούμε ένα πράγμα, πρέπει να είμαστε δυνατοί να το καταργήσωμε. Τότε θα καυχη­θούμε πάνω στην απιστία μας ότι όντως αυτό δεν υπάρχει, το καταστρέψαμε. Αν εμείς αρνηθούμε Αυτόν, λέει ο Παύλος, αυτός πιστός μένει. Ποία λοιπόν είναι η άρνηση αφού τα πράγματα είναι έτσι; Η άρνηση είναι στην παράβαση της εντολής. Αυτό μας διδάσκει η πα­γκόσμια ιστορία. Και τα δύο στοιχεία, το ανθρώπινο και το αγγελικό, τα όποια κατέβησαν και συνετρίβησαν, δεν άρνήθησαν τον Θεό, αλλά την εντολή. Και ακριβώς η παράβαση της εντολής, πού θεωρείται άρνηση, προκά­λεσε την πτώση, την συντριβή και τον θάνατο. Τώρα και σε μας ο τρόπος της επιστροφής είναι η πρακτική ομολογία. Από εκεί πού πλανηθήκαμε και παρασυρ­θήκαμε και αρχίσαμε να παραβαίνουμε τις εντολές του Χριστού μας και καταρρακώσαμε την προσωπικότητα μας, από την Ίδια θύρα θα επιστρέψωμε. Να παύσωμε να άμαρτάνωμε, να τον άρνούμεθα και να τον προδί­δουμε. Αφού φθάσωμε σ’ αυτήν την κατάσταση διά της Χάριτος Του, τότε βαθύτερα μέσα στο είναι μας θα ριζώση η αίσθηση αυτή της μετανοίας πού θα μας προκαλέση το πένθος και τον πόνο και το δάκρυ. Τότε ο νους ελεύθερος από την επίδραση και την αιχμαλωσία των εξωτερικών σφαλμάτων, της εξωτερικής χρεωκοπίας, γυρίζει προς τον Θεό και συνεχώς πενθών ζητεί το έλεος Του· και αυτή είναι η θέση της Μαρίας. Όταν οι δύο αδελφές αποκτηθούν, να είστε βέβαιοι ότι τότε ο Λάζαρος νους, το ψυχικό μας είναι, θα αναστηθή, όπως τότε στον ιστορικό Λάζαρο. Και τότε, όπως αναφέρει το ευαγγέλιο, επισκέφθηκε ο Ιησούς μας την οικία του Λαζάρου και του παρέθεσαν εκεί τράπεζα και ο Λάζαρος «ην εις των συνανακειμένων». Έτσι και ο Λάζαρος νους θα ευρίσκεται μαζί με τον Ιησού μας στην πνευματική ευφροσύνη, εκεί όπου μας διαβεβαιώνει ότι «ετοιμάσω ημίν τόπον». Εκεί στην ουράνια πανευφροσύνη, ως κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Ιησού μας, θα ευρισκόμαστε και ΄μείς, όπως τότε ο Λάζαρος, στην ιδία τράπεζα «συνευοχούμενοι» και όχι πενθούντες για τον θάνατο, αλλά χαίροντες για την δική μας ανάσταση.

Ο καθένας από μας λοιπόν ας επίσπευση να απόκτηση χωρίς χρόνοτροβή τις αρετές πού αντιπρο­σωπεύουν οι δύο αδελφές, Μάρθα και Μαρία, πού είναι ικανές να πείσουν τον Ιησού μας να παρουσίαση το πτώμα του νεκρού νου και να διάταξη ως Πανσθενουργός Λόγος το «Λάζαρε, δεύρο έξω» από τον τάφο της αναισθησίας και «είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου». Αμήν.

Γέροντος Ιωσήφ (Βατοπαιδινού), § Περί Της Αναστάσεως Του Λαζάρου Αθωνικά Μηνύματα, Σελ. 139-145, Έκδοσις Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1995

Πηγή κειμένου : diakonima.gr




Η κλειστή πόρτα τῆς ψυχῆς μας

Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

Ι. Καθώς ἡ πορεία μας στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό δόξης εἰς δόξαν, γιά νά φθάσουμε βῆμα βῆμα νά ἀντικρύσουμε τήν ὑπέρτατη δόξα τῆς ᾿Εσταυρωμένης Θείας ᾿Αγάπης, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τιμοῦμε σήμερα τή μνήμη τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

῾Η ῾Οσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν μία ἁμαρτωλή, μία γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ ἁμαρτωλότητα ἦταν γνωστή σέ ὅλους καί ὄχι μόνο στόν Θεό· ἴσως τή μικρότερη ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλότητας νά τήν εἶχε ἡ ἴδια, καθώς ἡ ἁμαρτία ἦταν ἡ ζωή της. Καί ὅμως, θέλησε κάποια μέρα νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σέ μία ἐκκλησία.

Τό ὑπέρτατο κάλλος τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στήν καρδιά της καί τήν ἄγγιξε. ῞Οταν ὅμως ἔφθασε στήν πύλη τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης, μιά δύναμη τήν ἐμπόδιζε νά διαβεῖ τό κατώφλι. ῾Ο Τελώνης δέν εἶχε ἐμποδιστεῖ νά σταθεῖ ἐκεῖ, ἐπειδή ἡ καρδιά του ἦταν συντετριμμένη· ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία δέν εἶχε συντετριμμένη καρδιά καί ἡ εἴσοδος στόν Ναό ἦταν ἀπαγορευμένη γι’ αὐτήν.

Στεκόταν λοιπόν ἐκεῖ καί ἔνιωθε ὅτι ἡ κατάστασή της ἦταν ἀσύμβατη μέ τήν ἁγιότητα τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι ὅ,τι ἱερότερο ὑπάρχει στή γῆ καί στόν οὐρανό. ῾Η ἐμπειρία αὐτή τή συγκλόνισε τόσο βαθιά, ὥστε ἐγκατέλειψε ὅλα αὐτά πού ἦταν ταυτισμένα μέ τήν ὕπαρξή της, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί μέ μία ἄσκηση πού τά λειτουργικά μας βιβλία χαρακτηρίζουν ὡς «ἀκραία» ἀγωνίστηκε νά νικήσει τή σάρκα της, τήν ψυχή της, τίς ἀναμνήσεις της· ὅ,τι ἦταν ἁμαρτία, ἀλλά καί καθετί πού θά μποροῦσε νά τήν ὁδηγήσει μακριά ἀπό τόν Θεό. Καί ξέρουμε τώρα πόσο ἔνδοξη ὑπῆρξε ἡ ζωή της, τί ἄνθρωπος ἔγινε.

Τί μάθημα δίνει σ’ ἐμᾶς; Πόσες φορές ἔχει συμβεῖ νά χτυπήσουμε καί ἐμεῖς τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἐπιχείρησε καί ἡ Μαρία νά μπεῖ στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του; Πόσες φορές προσπαθήσαμε νά προσευχηθοῦμε, νά Τόν πλησιάσουμε ἐν σιωπῇ; Πόσες φορές λαχταρήσαμε τόν Θεό καί πόσες φορές νιώσαμε ὅτι ἀνάμεσα στήν προσευχή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή σιωπή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή λαχτάρα μας καί σ’ Αὐτόν ὑπῆρχε ἕνα ἐμπόδιο πού δέν μπορούσαμε νά ὑπερπηδήσουμε; Φωνάξαμε, προσευχηθήκαμε σ’ ἕναν ἄδειο οὐρανό, στραφήκαμε πρός τίς εἰκόνες, κι αὐτές ἔμειναν σιωπηλές. Τό μόνο πού συναντούσαμε ἦταν ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μιά ἀπουσία τόσο τρομακτική, ὄχι μόνον ἐπειδή δέν μπορούσαμε νά Τόν πλησιάσουμε, ἀλλά γιατί συνειδητοποιούσαμε ὅτι ἄν δέν Τόν πλησιάσουμε, ἡ ψυχή μας κείτεται ἄχρηστη, μέσα μας βασιλεύει τό κενό, ἕνα κενό πού ἄν συνεχιστεῖ, ἄν γίνει ἡ μόνιμη κατάστασή μας, θά σημάνει κάτι παραπάνω ἀπ’ τόν θάνατο· θά σημάνει τόν ἀπόλυτο χωρισμό. ᾿Αλλά καί πόσες φορές ἔχει χτυπήσει ὁ Θεός τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας!

Θυμᾶστε τή φράση ἀπό τήν ᾿Αποκάλυψη· «᾿Ιδού ἵσταμαι ἐπί τήν θύραν καί κρούω…». Πόσες φορές -μέ τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, μέ τά γεγονότα τῆς ζωῆς μας, μέ τίς ἀδύναμες νεύσεις τῆς ψυχῆς μας, μ’ ἕναν ψίθυρο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, μέ ὅλους τούς τρόπους πού ὁ Θεός μεταχειρίζεται γιά νά μᾶς πλησιάσει- πόσες ἄραγε φορές δέν ἔχει χτυπήσει αὐτή τή θύρα καί πόσες φορές ἐμεῖς δέν ἐξασφαλίσαμε ὅτι θά παραμείνει κλειστή! ῎Η ἁπλῶς δέν φροντίσαμε νά ἀνοίξει, διότι ἤμασταν ἀπασχολημένοι ἐκείνη τή στιγμή μέ πράγματα σημαντικότερα γιά μᾶς ἀπό τή δική Του παρουσία πού ἐρχόταν νά μᾶς διακόψει καί νά μᾶς ἐνοχλήσει!

Καί πόσες φορές ἀρνηθήκαμε νά ἀνοίξουμε αὐτή τήν πόρτα, ἐπειδή ὁ ἐρχομός τοῦ Κυρίου θά σήμαινε τό τέλος κάποιων πραγμάτων πού ἦταν πολύτιμα καί μετροῦσαν γιά μᾶς… Καί ᾿Εκεῖνος στεκόταν χτυπώντας καί ἡ πόρτα μας ἦταν κλειστή στό πρόσωπό Του· ἀκριβῶς μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ὅλες οἱ πόρτες ἦταν κλειστές στό πρόσωπο τῆς Μητέρας Του καί τοῦ ᾿Ιωσήφ τή νύχτα τῆς Γεννήσεως…

Πιθανόν νά μήν τό βιώνουμε μέ τήν ἔνταση πού θά ἔπρεπε· καί ὅμως, γιά τόν καθένα μας, ἡ ἀπόδειξη εἶναι ἁπλῶς καί μόνο ὅτι βρισκόμαστε ἐδῶ, καί μαζί μέ ἑκατομμύρια ἄλλων ἀνθρώπων ἀντιληφθήκαμε κάποια στιγμή τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ, ἀκούσαμε τόν χτύπο Του στή θύρα τῆς καρδιᾶς μας· πιθανόν νά ἀνοίξαμε μία χαραμάδα, νά ἀκούσαμε τί μᾶς ἔλεγε, νά εἴχαμε μία στιγμή ἐνθουσιασμοῦ, νά ζήσαμε ἔξαφνα γιά μία στιγμή, καί μετά νά κλείσαμε καί πάλι τήν πόρτα. ᾿

Επιλέξαμε τή μοναξιά μας, ἐπιλέξαμε νά εἴμαστε χωρίς Αὐτόν, νομίζοντας ὅτι ἔτσι θά εἴμαστε «ἐλεύθεροι» ἀπ’ Αὐτόν· ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι· ὄχι γιατί μᾶς σκλαβώνει, ὄχι γιατί μᾶς καταδιώκει. Ποτέ δέν εἴμαστε ἐλεύθεροι, ἐπειδή Αὐτός εἶναι τελικά ἡ ὑπέρτατη ἀναζήτηση ὅλης τῆς ὕπαρξής μας, γιατί Αὐτός εἶναι τό πλήρωμα τῆς ζωῆς, ἡ εὐφροσύνη τήν ὁποία νοσταλγοῦμε καί πού ματαίως τήν ζητοῦμε δεξιά κι ἀριστερά.

῾Η Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἀντιμέτωπη μέ τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μέ τήν ἄρνησή Του νά τῆς ἐπιτρέψει νά εἰσέλθει στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του, ἀντιμέτωπη μέ μία κλειστή πόρτα μέσα της, ἔνιωσε ὅτι, ἄν δέν ἄνοιγε ἡ πόρτα αὐτή, ὅλα ἦταν μάταια. Καί ἀποστράφηκε καθετί πού στεκόταν ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στόν Θεό, ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί στή ζωή, στήν πληρότητα, στήν εὐφροσύνη. Μήπως δέν εἶναι αὐτό ἕνα παράδειγμα, μιά κλήση, μιά εἰκόνα τοῦ τί θά μποροῦσε νά εἶναι ἡ ζωή τοῦ καθενός μας;

Μά ἴσως ποῦμε· «Ναί, αὐτό ἴσχυε γιά ἐκείνην, ἦταν μία μέλλουσα ἁγία…». Καθένας ἀπό μᾶς ἔχει προσκληθεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ τόν Θεό μέ τέτοιο τρόπο, ὥστε ὁ Θεός καί ἐμεῖς νά μποροῦμε νά γινόμαστε ἕνα, νά γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως, ζωντανά μέλη, ἀδελφοί, ἀδελφές, μέλη Χριστοῦ, νά γινόμαστε ναοί τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, υἱοί καί θυγατέρες τοῦ Ζῶντος Θεοῦ! Αὐτή εἶναι ἡ κλήση μας· μπορεῖ αὐτό νά ἐπιτευχθεῖ μέ μόνες τίς δικές μας δυνάμεις; ῎Οχι, δέν μπορεῖ. ᾿Αλλά μπορεῖ νά τό κατορθώσει ὁ Θεός μέσα μας μόνον ἄν στραφοῦμε σ’ Αὐτόν μέ ὅλη μας τή διάνοια, ὅλη τήν καρδιά καί ὅλη τήν προσδοκία μας, ἀποφασιστικά.

Ναί, χρειάζεται ἀποφασιστικότητα, καί λαχτάρα, παθιασμένη, ἀπελπισμένη λαχτάρα… Καί τότε… τότε ὅλα γίνονται δυνατά. ῎Εχω συχνά θυμίσει ὅτι ὅταν ὁ ἀπόστολος Παῦλος ζήτησε ἀπό τόν Θεό δύναμη γιά νά ἐκπληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Κύριος τοῦ εἶπε, «᾿Αρκεῖ σοί ἡ χάρις μου, ἡ γάρ δύναμίς μου ἐν ἀσθενείᾳ τελειοῦται…» (Β´ Κορ. 12, 9). Καί στό τέλος τῆς ζωῆς του, ἔχοντας ὁλοκληρώσει τήν ἀποστολή του, ὁ Παῦλος, ἐν ἐπιγνώσει τῆς σημασίας τῶν λόγων του, εἶπε· «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντι με Χριστῷ»…

῞Ολα λοιπόν εἶναι δυνατά, ἐπειδή ὁ Θεός δέν μᾶς καλεῖ γιά περισσότερα ἀπ’ ὅσα μπορεῖ νά ἐπιτύχει μέ μᾶς καί μέσα σ’ ἐμᾶς. Εἴμαστε τόσο ἀδύναμοι! ᾿Αλλά καί πόση ἐλπίδα καί ἔμπνευση μποροῦμε νά ἀντλήσουμε ἀπό κάθε ῞Αγιο, στό πρόσωπο τοῦ ὁποίου ξεδιπλώθηκαν καί τελειώθηκαν ἡ δόξα, ἡ δύναμη, ἡ νίκη, ἡ ἴδια ἡ ζωή! ῎Ας ἐμπνευσθοῦμε λοιπόν γιά ἄλλη μιά φορά ἀπό αὐτά πού ἀκοῦμε, ἀπό αὐτά πού ἀντλοῦμε ἀπό τό Εὐαγγέλιο, τή Θεία Κοινωνία, τήν προσευχή, τή σιωπή καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ. Καί ἄς κάνουμε ἕνα ἀκόμη βῆμα μπροστά πρός τή θέα τῆς ἀγάπης Του πού θά φανερωθεῖ κατά τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, στά τελευταῖα βήματα πρός τόν Γολγοθά, μέ τήν τελική νίκη τῆς Σταυρωμένης ᾿Αγάπης καί τῆς ᾿Αναστάσεως. ᾿Αμήν.

*

ΙΙ. Τήν πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θυμόμαστε τήν ῾Οσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί εἶναι πολλά αὐτά πού μᾶς διδάσκει καί πού τά ἔχουμε ἀνάγκη. ῏Ηταν ἁμαρτωλή, δημόσια γνωστή, πειρασμός καί σκάνδαλο γιά τούς ἄνδρες. Πῶς ἔφθασε σ’ αὐτό τό σημεῖο, δέν τό ξέρουμε. Ποτέ δέν θά μάθουμε πῶς ἔγινε πόρνη, ἄν τό κακό ἦταν μέσα της, ἄν τήν ἀποπλάνησαν ἤ τή βίασαν… Αὐτό πού σίγουρα γνωρίζουμε εἶναι ὅτι μία μέρα ἦρθε σ’ ἕνα ναό τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ -ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τήν ἀπόλυτη ἀκεραιότητα- καί ξαφνικά ἔνιωσε ὅτι δέν μποροῦσε νά προχωρήσει μέσα. ῎

Ας μή φανταστοῦμε κάποια θαυμαστή ἐξωτερική δύναμη νά τήν ἐμποδίζει νά διαβεῖ τό κατώφλι· τό πιθανότερο -τό βέβαιο- εἶναι ὅτι ἡ δύναμη ἐρχόταν ἀπό μέσα της. ῎Ενιωθε τόν χῶρο τόσο ἱερό, καί τό πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεότοκου τόσο ἅγιο ὥστε, πῶς νά τολμήσει νά εἰσέλθει στόν τόπο τῆς παρουσίας Της καί νά σταθεῖ στά κράσπεδα τοῦ ναοῦ;

Αὐτό τῆς ἦταν ἀρκετό γιά νά συνειδητοποιήσει τό σκοτεινό της παρελθόν ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι μόνος ἕνας τρόπος ὑπῆρχε γιά νά βγεῖ ἀπό αὐτό· νά ἀποτινάξει τό κακό καί νά ἀρχίσει μία νέα ζωή. Δέν πῆγε νά ζητήσει συμβουλές, δέν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ· ἀναχώρησε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στήν ἐρημιά, στήν καψαλισμένη ἔρημο ὅπου δέν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο παρά ἄμμος καί καύσωνας καί πείνα καί ἀπελπιστική μοναξιά.

Αὐτό μᾶς διδάσκει κάτι πολύ μεγάλο. ῞Οπως πολύ συχνά ἔλεγε ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ στούς ἐπισκέπτες του, ἡ διαφορά ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού εἶναι χαμένος καί σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού βρίσκει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας ἔγκειται μόνο στήν ἀπόφαση. ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ἐκεῖ, λείπει ὅμως ἡ δική μας ἀνταπόκριση.

῾Η Μαρία ἀνταποκρίθηκε! Συνειδητοποίησε μέ φρίκη τήν κατάστασή της, εἶπε τό δικό της ναί στήν ἁγιότητα, στή χάρη, στήν πληρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε, μά τίποτε, δέν ἦταν ἱκανό πιά νά ἀντισταθεῖ στήν ἀπόφασή της νά ἀλλάξει ζωή. Χρόνο μέ τόν χρόνο, μέ νηστεία καί προσευχή, μέσα στήν ἀνυπόφορη ζέστη, στήν καταθλιπτική μοναξιά τῆς ἐρήμου πολέμησε ὅλο τό κακό πού εἶχε σωρεύσει στήν ψυχή της· ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετό νά συνειδητοποιήσουμε τό κακό, δέν ἀρκεῖ οὔτε καί ἡ ἀπόρριψή του μέ μιά ἁπλή πράξη θέλησης.

Τό κακό εἶναι παρόν στίς ἀναμνήσεις μας, στίς ἐπιθυμίες μας, στήν ἀδυναμία μας, στή σήψη πού φέρνει μαζί του. ῎Επρεπε νά μάχεται μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά στό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶχε νικήσει. Εἶχε ὄντως ἀγωνιστεῖ τόν καλόν ἀγώνα, εἶχε ἐξαλείψει κάθε κηλίδα, μποροῦσε νά εἰσέλθει στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ· ὄχι σέ μιά ἐκκλησία, ὄχι σ’ ἕνα τόπο, ἀλλά στήν αἰωνιότητα.

Πολλά μπορεῖ νά μᾶς διδάξει· Οἱ χῶροι στούς ὁποίους τόσο ἐλεύθερα κινούμαστε (ἡ ἐκκλησία, ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πού παρέμεινε καθαρή ἀπό τό κακό παρά τήν ἐξαιτίας μας ὑποδούλωση καί ὑποταγή της σ’ αὐτό) εἶναι τόσο ἅγιοι, πού ἐμεῖς δέν ἔχουμε θέση ἐκεῖ μέσα. Μόνο ἄν κάποια μέρα τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε ἴσως νά θελήσουμε, ἀνταποκρινόμενοι μέ συναίσθηση, νά ἀποστραφοῦμε μέ φρίκη τόν ἑαυτό μας, καί μέ αὐστηρή ἀποφασιστικότητα νά στραφοῦμε ἐναντίον του. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά ποῦμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά της.

Τό παράδειγμα τῆς ῾Οσίας μᾶς προσφέρεται ὡς ἐπιστέγασμα αὐτῆς τῆς ἄνοιξης τῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό μιά ἑβδομάδα ἀκούσαμε τή διδασκαλία καί τήν πρόσκληση τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος, ὁ ὁποῖος ἔστησε γιά χατήρι μας μιά ὁλόκληρη σκάλα τελειότητας γιά νά ὑπερβοῦμε τό κακό καί νά πλησιάσουμε τό ἀγαθό.

Καί σήμερα βλέπουμε κάποιαν πού ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ ἀνέβηκε στά ὕψη τῆς ἁγιότητας, καί ὅπως ψάλλουμε καί στόν Κανόνα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, «μάθε, ψυχή, πῶς δύναται Θεός, λεπρωθέντα βίον λευκᾶναι καί καθᾶραι· καί μή ἀπογνῷς σεαυτήν, κἄν ἐλεπρώθης». ῎Ας πάρουμε λοιπόν ἀπό τήν ῾Οσία καινούριο θάρρος, καινούρια ἐλπίδα, ὄντως καινούρια χαρά, ἀλλά καί ἄς δοῦμε τήν πρόκληση, τήν κλήση, διότι ματαίως ψάλλουμε τά ἐγκώμια τῶν ἁγίων ἄν δέν μαθαίνουμε ἀπό αὐτούς καί δέν ἁμιλλώμαστε μέ αὐτούς.

Ἀπό τό βιβλίο:

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΚΡίΣΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, πορεία ἀπό τό τριώδιο στήν ἀνάσταση

 Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»




Κύριε των Δυνάμεων…

«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού». Πώς ο Κύριος θα είναι μαζί μας. Ο Χριστός είναι δύναμη.
«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού…». Άραγε τί θέλουν να πουν αυτά τα λόγια; Κάτι καλό όμως θα είναι και ευχάριστο, για να το παρουσιάσουν οι άγιοι Πατέρες να λέγεται τώρα, αυτές τις ημέρες της άγιας Τεσσαρακοστής. Ποιός βασιλιάς, ποιός εξουσιαστής, ποιός άρχοντας, ποιός ηγεμόνας είναι σε αυτόν τον κόσμο, που δεν έχει εξουσία; Τόση δύναμη έχει ο λόγος του, ώστε εκείνο που θα προστάξει να γίνει αμέσως. Όμως δύναμη πνευματική δεν μπορεί να τους δώσει.
«Κύριε των δυνάμεων μεθ’ ημών γενού». Παρακαλούμε τον βασιλέα των ουρανών να μας δώσει κάποια δύναμη πνευματική. Τώρα, αυτές τις ημέρες πολύ σωστά όρισαν οι άγιοι Πατέρες να το λέμε αυτό και να τον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Έλα εσύ, που είσαι ο εξουσιαστής όλων των δυνάμεων, εσύ που είσαι Κύριος των πάντων, έλα μαζί μας. Τί να κάνεις; να γίνεις παρήγορός μας, έλα να γίνεις συνήγορός μας, δάσκαλος και ιατρός μας• εσύ που εξουσιάζεις τα πάντα «μεθ’ ημών γενού». Τον παρακαλούμε να μας δώσει κάποια δύναμη.


Αυτή όμως η δύναμη απλώς και ως έτυχε δεν έρχεται. Δεν είναι κανένα ρούχο να το φορέσουμε, δεν είναι κανένα πράγμα υλικό, για να το πάρουμε· είναι μία δύναμη πνευματική. Είναι ο ίδιος ο Θεός, τον οποίον παρακαλούμε να έλθει μαζί μας. Είναι πανέτοιμος για να έλθει· είναι πολύ πρόθυμος και έτοιμος κάθε στιγμή με ευχαρίστηση, με χαρά, με καλή διάθεση, να έλθει να επισκιάσει και να βοηθήσει τον άνθρωπο, αλλά πρέπει να του ετοιμάσουμε τόπο.
Ποιός είναι αυτός, που έχει τόσες δυνάμεις; είναι αυτός ο Χριστός, που ήλθε και έχυσε το πανάγιό Του αίμα, για να μας εξαγοράσει και να μας δώσει δύναμη, ώστε να πατούμε επάνω «όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Αλλά δεν έρχεται έτσι· πρέπει πρώτα – πρώτα να καταδαμάσουμε τα πάθη μας. Για τούτο οι άγιοι Πατέρες όρισαν να το λέμε τώρα, αυτές τις ημέρες, που είναι η νηστεία· διότι η νηστεία καταδαμάζει τα πάθη. Εάν δεν καταδαμαστούν αυτά, δεν έρχεται ο Θεός.
Ποιό όμως να είναι το μέσον, με το οποίο θα μπορέσουμε να φέρουμε τον Θεό μαζί μας; Πιστεύω ότι το ξέρετε. Το μέσον αυτό, με το οποίο θα φέρουμε τον Θεό μαζί μας, είναι αυτή η συντριβή της καρδίας. Να συντρίψουμε την καρδία μας και να φέρουμε στον εαυτό μας την αγάπη, την ταπείνωση, την υπομονή και επιμονή στο αγαθό, για να μείνει ο Θεός μαζί μας. Δύσκολο όμως είναι. Διότι τα πάθη μας δεν τα δαμάζουμε εύκολα.
Επικαλούμεθα τον Θεόν στο κελλί μας, μέσα στην εκκλησία, κλαίμε, συντρίβουμε τον εαυτό μας, άλλα διάφορα κάνουμε, βγαίνουμε όμως κατόπιν έξω και εκείνα, τα οποία κερδίσαμε, τα δαπανάμε. Πώς; Με το μίσος, την κακία, την πονηρία, με την κρίση, με την κατάκριση και με τα άλλα πάθη, τα οποία πολεμούν καθημερινά τον άνθρωπον. Φωνάζουμε: Κύριε των δυνάμεων έλα μαζί μας… αλλά αυτά απομακρύνουν τη χάρη του Θεού, και δεν έρχεται. Δεν φοβούμεθα το Θεό, αλλά και δεν τον αγαπούμε· ναι έλεγε ο μέγας Αντώνιος, ότι εγώ δεν φοβούμαι τον Θεό, αλλά τον αγαπώ ολοψύχως, διότι η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβο.
Πώς δείχνουμε ότι δεν τον αγαπούμε εμείς; διότι όταν μας τύχει μια προσβολή, δεν υπομένουμε, όταν μας τύχει κάτι που μας παροξύνει, δεν υποκύπτουμε, όταν μας έρχεται να κάνουμε κάτι, το οποίο είναι μισητό ενώπιον του Θεού, δεν το αποφεύγουμε. Ποιόν βλάπτουμε; τη ψυχή μας. Εκεί που θα βλαφτείς, εκεί πηγαίνεις· εκεί που θα σκοτισθεί το μυαλό σου, εκεί τρέχεις. Τί θα κερδίσεις; αντί χαρά, λύπη· αντί ανάπαυση, ταραχή και ανησυχία. Πώς θα έλθει μαζί σου ο Θεός;
Πολλές ημέρες τώρα παρατηρώ έξω που πηγαίνω, ότι έρχονται δύο πέρδικες και καθίζουν εκεί στο παγκάκι• πότε πιό πάνω, πότε πιό κάτω, όλο τις βλέπω να τριγυρίζουν εκεί. Γιατί δεν έρχονταν και άλλοτε; γιατί δεν έρχονταν και τα περασμένα χρόνια, μόνο τώρα κάθε μέρα έρχονται; Διότι βλέπουν ότι δεν υπάρχει κίνδυνος. Εμείς, αδελφές, δεν βλέπουμε τον κίνδυνο που έρχεται εναντίον της ψυχής μας; Δεν βλέπουμε ότι ο διάβολος γίνεται όργανο, για να απορροφήσει την πνευματική μας δύναμη. Ποιός το σοφίζει αυτό το πουλί; ποιός του έλεγε τόσα χρόνια να μην έρχεται και τώρα δεν φεύγει από εκεί; Κανείς• με τη γνώση του• καταλαβαίνει ότι σ’ αυτό το μέρος θα βρει τη γαλήνη, θα βρει ¬την ησυχία. Εμείς είμαστε λογικοί άνθρωποι, αφιερωμένοι στον Θεό. Γιατί να τρέχουμε εκεί που είναι ο κίνδυνος; Γιατί να μην ασπαζόμαστε τη σιωπή; Γιατί να μην κυνηγούμε την υπακοή; Γιατί να μην έχουμε την αγάπη, την υπομονή, την ομόνοια, με τα οποία θα αποφύγουμε τους κινδύνους και θα φέρουμε τη θεϊκή δύναμη μέσα μας;


Έμενα, μου κάνει εντύπωση αυτό το πράγμα· έκπληκτος γίνομαι· ένα πουλί να καταλαβαίνει τον κίνδυνο! του δίνει σοφία ο Θεός· του δίνει στόχαση, ότι σ’ αυτό το μέρος δεν έχει φόβο να βλαφτεί.
Δεν μας φθάνει, αδελφές, να πούμε ότι ήλθαμε στο στάδιο της αγίας Τεσσαρακοστής και εξασφαλιστήκαμε με τη νηστεία που κάνουμε διότι η νηστεία αυτή δεν είναι άλλο παρά μια αλλαγή φαγητών. Άλλη νηστεία να κάνουμε· διότι λέει και το στιχηρό, «νηστεία δεν είναι μόνον η αποχή των βρωμάτων, αλλά εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, καταλαλιάς, ψεύδους…» αυτά να αποφύγουμε, αδελφές. Διότι δεν θα μπορέσουμε να δικαιολογηθούμε τότε ενώπιον του πανδήμου δικαστηρίου και να πούμε ότι δεν τα ξέραμε. Όταν τηρείς λοιπόν αυτά, ευθύς ως θα ειπείς: «Κύριε των δυνάμεων, έλα μαζί μου…» αμέσως ένας άγγελος έρχεται πλησίον σου. Έρχεται και ο διάβολος από πίσω, αλλά ο άγγελος είναι ισχυρότερος. Και να μην πεις ποτέ, ο διάβολος με παρακίνησε και έκανα εκείνο το κακό, ή είδα τον άλλο και παρακινήθηκα και εγώ. Διότι δεν γελιέται ο Θεός· τον άγγελο που σου έδωσε φύλακα και σε φυλάει νύκτα – μέρα, γιατί δεν τον ακούς, αλλά μόνον ακούς τον Σατανά; Δωρεάν μας φυλάει ο άγγελος μέρα και νύκτα. Όμως επειδή αδυνατούμε να κάνουμε το αγαθό, αδυνατεί και ο άγγελος και φεύγει μακριά μας. Αλλά ο διάβολος που μένει πλησίον σου καλό θα σου κάνει; Προσέχετε! διότι η ζημιά είναι μεγάλη και όταν σεις ζημιώνεσθε, η λύπη μου είναι άπειρη. Διότι δεν θέλω να χαθεί καμία σας. Αν χαθώ εγώ, δεν με νοιάζει• αν χαθεί όμως μια από σας, η λύπη μου θα είναι πολύ μεγάλη…
Να προσέχετε! Όπου είναι η δύναμη, εκεί να τρέχετε• να φεύγει κάθε είδος κακίας, το οποίο θα σας φέρει σκότος και ταραχή. Ποιά είναι η δύναμη; ο Χριστός! εκεί να τρέξεις. Σου έτυχε κάτι; τρέξε στη προσευχή, τρέξε στο Χριστό. Και πώς δεν πας στο Χριστό; πώς δεν τρέχεις στη προσευχή; η προσευχή, είναι το πάν, εκεί είναι η δύναμη, εκεί είναι η βοήθεια. Τρέξε λοιπόν στον βοηθό, τρέξε εκεί που υπάρχει δύναμη.
Η προσευχή είναι σαν μία θωράκιση, είναι σαν ένα ισχυρό όπλο και ενίσχυση, για να αποφεύγουμε τον Σατανά και να μη γινόμαστε παιχνιδάκι του. Από πού έρχεται η δύναμη; από το Χριστό! Ο Χριστός μου είναι δύναμη… τρέξε λοιπόν φώναζε το Χριστό να σε βοηθήσει. Προσπαθήσετε να αγιασθείτε, να φωτιστείτε,… επικαλείσθε τον Χριστό να σας γίνεται βοηθός σε όλα και συνήγορος. Εμείς έχουμε αγγέλους και μας φυλάγουν ο βασιλέας μας, μας έδωσε από έναν άγγελο φύλακα. Λοιπόν αποφεύγετε τον Σατανά• τρέχετε στον Χριστό. Οτιδήποτε σας συμβεί, η παρηγοριά σας να είναι ο Χριστός· εκεί είναι η δύναμη. Θέλω να γίνετε τέκνα του επουρανίου βασιλέως• θέλω να σας δω όλους στη βασιλεία των ουρανών.

(Αγίου Ανθίμου του Χίου, Πνευματικές διδασκαλίες).




Ἐξήγηση τῆς Ζ΄ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Ἀνδρέα Θεοδώρου

«Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν Κτίσαντα· ἀλλὰ πυρὸς ἀπειλὴν ἀνδρείως πατήσαντες, χαίροντες ἔψαλλον· Ὑπερύμνητε, ὁ τῶν Πατέρων Κύριος καὶ Θεός, εὐλογητὸς εἶ».

Οἱ θεόφρονες (Τρεῖς Παῖδες) δὲν θέλησαν νὰ λατρεύσουν τὰ κτίσματα ἀντὶ τοῦ Κτίσαντος· ἀλλὰ ἀψηφίσαντες μὲ ἀνδρεία τὴν ἀπειλὴ τοῦ τυράννου, μὲ χαρὰ ἔψαλλαν· Ὑπερύμνητε Πατέρα, Κύριε καὶ Θεέ, εἶσαι εὐλογημένος.

Ὁ ποιητὴς ἀνατρέχει στὴν Π. Διαθήκη γιὰ νὰ συναντήσει ἐκεῖ τούς ἁγίους Τρεῖς Παῖδες καὶ νὰ δείξει τὴ δύναμη τῆς πίστεως στὸν ἀληθινὸ Θεό, ποὺ κατακόβει καὶ συντρίβει τὴν εἰδωλικὴ μανία ἐκείνων ποὺ εἰδωλοποιοῦν τὸν ἑαυτό τους, καταφρονώντας καὶ βρίζοντας τὸν ἅγιο Θεό. Οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι Ἰσραηλίτες νέοι, ὁ Σεδράχ, ὁ Μισὰχ καὶ ὁ Ἀβδεναγώ (Ἀνανίας, Μισαὴλ καὶ Ἀζαρίας), ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ δὲν γονάτισαν σὲ μία δεδομένη στιγμὴ νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα τὴ χρυσή τοῦ Ναβουχοδονόσορα. Εἶχαν παραβεῖ τὸ πρόσταγμα τοῦ τυράννου, πιστεύοντας καὶ λατρεύοντας τὸν μόνον ἀληθινὸ Θεὸ τῶν Πατέρων τους. Ὁ ὑπερφίαλος βασιλιᾶς γέμισε ἀπὸ θυμὸ γιὰ τὴν αὐθάδεια τῶν Νέων. Καὶ θέλησε νὰ ἐφαρμόσει τὸ νόμο ποὺ ὁ ἴδιος ἔφτιαξε, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον κάθε ἕνας ποὺ θὰ παρέβαινε τὴν προσταγή του νὰ τὸν λατρεύσει ὡς Θεό, ἀρνούμενος νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα του, νὰ ρίχνεται σὲ πυρωμένο καμίνι ζωντανός. Οἱ Παῖδες ρίχτηκαν «στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς τὴν καιομένη». Ὁ ἀνόητος βασιλιᾶς εἶχε τὴ δύναμη νὰ τὸ κάνει. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ πετύχει ἦταν νὰ βλάψει τὴ ζωὴ τῶν εὐσεβῶν Νέων. Ἡ φωτιὰ ἄναβε, ἀνέβαινε πέρα ἀπὸ τὸ στόμιο τῆς καμίνου· τὰ παιδιὰ ὅμως μέσα δὲν κατακαίονταν. Ἡ φωτιὰ δὲν τὰ ἔβλαπτε. Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε στὸ καμίνι καὶ μετέτρεπε τὴ φλόγα του σὲ πνεῦμα δροσιᾶς, σὲ δροσερὴ αὔρα, ἡ ὁποία δρόσιζε τοὺς γενναίους ἀθλητές, ποὺ πλημμυρισμένοι ἀπὸ χαρὰ ἔψαλλαν καὶ δοξολογοῦσαν τὸν ὑπερύμνητο καὶ εὐλογημένο Θεὸ τῶν Πατέρων τους. Τὸ θαῦμα ἦταν συντριπτικὸ γιὰ τὸν ἀνόητο ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τελικὰ ἀναγνώρισε τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ.

Τὸ γεγονὸς φυσικὰ δὲν ἦταν ἄσχετο μὲ τὸ θεομητορικὸ θαῦμα τῆς Παρθένου. Ὅπως εἴδαμε καὶ στὴν καιόμενη ἀλλὰ μὴ κατακαιόμενη βάτο, ὅπου τὸ γεγονὸς προτύπωνε τὸν ἄφθορο Τόκο τῆς Παρθένου, ἔτσι κι’ ἐδῶ ἡ φωτιὰ ποὺ ἔζωνε τοὺς Τρεῖς Παῖδες χωρὶς νὰ τοὺς κατακαίει, προτύπωνε τὴν ἄφθορη γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία δὲν κατέστρεφε τὴν παρθενία τῆς ὑπεραγίας Μητέρας του, δηλώνοντας παράλληλα τὴ συντριπτικὴ δύναμη τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἀπέναντι στὶς εἰδωλικὲς δυνάμεις τῶν ἀνθρώπων τῆς πλάνης καὶ τῆς ἀνομίας.

*

«Ἀνυμνοῦμεν σε, βοῶντες· Χαῖρε ὄχημα, Ἡλίου τοῦ νοητοῦ· ἄμπελος ἀληθινή, τὸν βότρυν τὸν πέπειρον, ἡ γεωργήσασα, οἶνον στάζοντα, τὸν τὰς ψυχάς εὐφραίνοντα, τῶν πιστῶς σὲ δοξαζόντων».

Σὲ ἀνυμνοῦμε καὶ σοῦ φωνάζουμε δυνατά. Χαῖρε ὄχημα Ἡλίου τοῦ νοητοῦ· ἀληθινὴ ἄμπελος, ἡ ὁποία καρποφόρησε τὸ ὥριμο σταφύλι ποὺ ἀποστάζει ζωὴ καὶ γλυκαίνει τὶς ψυχὲς ἐκείνων ποὺ μὲ πίστη σὲ δοξάζουν.

Καὶ ἡ ἀνύμνηση συνεχίζεται. Ἡ Παναγία χαιρετίζεται ὡς «ὄχημα Ἡλίου τοῦ νοητοῦ»· ὄχημα ποὺ χρησιμοποίησε ὁ «ἐπὶ πτερύγων ἀνέμων φερόμενος», γιὰ νὰ κατέβει στὴ γῆ καὶ νὰ συναντήσει τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο· ὄχημα θεῖο καὶ ἀστραφτερὸ ποὺ καθοδηγοῦσε τὸ ἅγιο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

Στὴ συνέχεια χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τὸν ποιητὴ μία ἄλλη ἀναλογία πολὺ ἐκφραστική του θείου μυστηρίου. Ἡ Παναγία παρομοιάζεται μὲ ἄμπελο ἀληθινή, ἀπὸ τὴν ὁποία βλάστησε τὸ σταφύλι τὸ ὥριμο, τὸ τσαμπί, ποὺ καλλιέργησε ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς στὸν ἀγρὸ τῆς χάριτος τῆς Ὑπερευλογημένης. Τὸ σταφύλι ἀπὸ τὸ ὁποῖο βγαίνει τὸ κρασί, τὸ ὁποῖο γλυκαίνει αὐτὸν ποὺ τὸ πίνει, εὐφραίνει τὴν ψυχή του καὶ τὸν ὁδηγεῖ σὲ θείους καὶ ἄρρητους ἐκστασιασμούς, στὴ μέθη τοῦ πνεύματος ποὺ ἁρπάζει τὸ νοῦ στὴν ἄρρητη χαρά, στὸ συνεπαρμὸ τῶν μυστηρίων τῆς θείας βασιλείας. Καὶ τὸ σταφύλι αὐτὸ ποὺ φύτρωσε στὴ μυστικὴ ἄμπελο τῆς Παρθένου εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος της δόξας, πού πῆρε τὰ ἁγνὰ αἵματα τῆς Παρθένου γιὰ νὰ στήσει τὴ δική του ἀνθρώπινη σκηνή, τὸ δικό του ἀμπέλι καὶ νὰ μαζέψει σ’ αὐτὴν τὰ λογικὰ κλήματα, τοὺς πιστούς, νὰ τὰ περιποιηθεῖ καὶ νὰ τὰ συνάψει στὸ μυστικὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας του. Νὰ τοὺς δώσει νὰ πιοῦν τὸ αἷμα, τὸ ποτὸ τῆς ἀθανασίας καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς, ποὺ μεθάει τὸν ἄνθρωπο στὴν παράδοξη ἐκείνη ἐκστατικὴ νηφαλιότητα, στὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος γλυκαίνεται, βγαίνοντας ἔξω ἀπὸ τὶς αἰσθήσεις του, συγκινεῖται καὶ χάνεται στὴν ἀπειρία τοῦ Θεοῦ, γίνεται κι’ αὐτὸς Θεός, πετυχαίνοντας τὸ θεοδύναμο στόχο τῆς ὑπάρξεώς του. Τὸ κρασὶ τοῦ Χριστοῦ εἶναι τὸ θεμέλιο, ἡ ζωὴ καὶ ἡ χαρὰ τοῦ σύμπαντος, γιατί σ’ αὐτὸ συμπυκνώνεται ὁλόκληρη ἡ λυτρωτικὴ οἰκονομία τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ.

*

“Ἰατήρα, τῶν ἁπάντων ἡ κυήσασα, χαῖρε θεόνυμφε· ἡ ράβδος ἡ μυστική, ἄνθος τὸ ἀμάραντον, ἡ ἑξανθήσασα· χαῖρε Δέσποινα, δι’ ἧς χαρᾶς πληρούμεθα, καὶ ζωὴν κληρονομοῦμεν”.

Χαῖρε, Θεόνυμφε, σὺ ποὺ γέννησες τὸν ἰατρὸ τῶν ἀνθρώπων· σὺ ποὺ εἶσαι ἡ μυστικὴ ράβδος, ἀπὸ τὴν ὁποία βλάστησε τὸ ἀμάραντο ἄνθος· χαῖρε, Δέσποινα, διὰ τῆς ὁποίας γεμίζουμε ἀπὸ χαρὰ καὶ κληρονομοῦμε τὴν αἰώνια ζωή.

Ὁ φωτεινὸς χῶρος τῆς Ὑπεραγίας εἶναι τὸ παγκόσμιο ἰατρεῖο, στὸ ὅποιον ἡ ἀσθενήσασα πρὸς θάνατο φύση τῶν ἀνθρώπων βρίσκει τὴν ἴαση καὶ τὴ θεραπεία της. Νόσος εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἡ ὁποία προκαλεῖ κακοπάθεια καὶ θάνατο. Τὸ δηλητήριο τῆς παρακοῆς εἶναι δραστικότατο καὶ σὲ περίπτωση ποὺ δὲν ἀφαιρεθεῖ, θὰ ὁδηγήσει τὴν ὕπαρξη στὴν καταστροφὴ καὶ τὸ θάνατο. Εἶναι ἡ φθορὰ ποὺ σιγὰ-σιγὰ κατατρώγει τὴ φύση καὶ τὴν ὁδηγεῖ σὲ ἀποδιοργάνωση καὶ ἐξόντωση. Τὸ ζήτημα εἶναι φοβερὸ καὶ τεράστιο. Ἡ ἁμαρτία εἶναι αὐτὸ ποὺ χαλάει ὅ,τι ἔπλασε ὁ Θεός, αὐτὸ ποὺ ἐναντιώνεται στὴν ἀπειρόσοφή του ἐνέργεια καὶ ἀφανίζει τὴ δημιουργία. Καὶ ὅπως, γιὰ νὰ ζήσει ὁ σωματικὸς ὀργανισμὸς πρέπει ν’ ἀφαιρεθεῖ ἀπ’ αὐτὸν ἡ ἀρρώστια ποὺ τὸν ταλαιπωρεῖ καὶ τὸν βασανίζει, Ἔτσι γιὰ νὰ ζήσει καὶ ἡ ψυχὴ πρέπει ἀπαραιτήτως νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὸ ξένο καὶ φθοροποιὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ κόλλησε στὴν πλάση ἀπὸ τότε ποὺ ἔγινε ἡ ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἰατρὸς δὲ τῆς φύσεως εἶναι ὁ Χριστός, πού, γιὰ νὰ γιατρέψει τὸ πλάσμα του ἀπὸ τὴ νόσο τῆς ἁμαρτίας, ἄφησε τὸν οὐρανὸ καὶ ἔστησε τὸ ἰατρεῖο του στὴ γῆ στὰ φωτεινὰ διαμερίσματα τῆς Παρθένου. Ἐκεῖ μάζεψε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἦταν πληγωμένος καὶ ἑτοιμοθάνατος, καθάρισε τὶς πληγές του μὲ τὴ δραστικὴ δύναμη τῆς χάριτός του καὶ ἐνεφύσησε στὸ σχεδὸν νεκρωμένο σῶμα του καὶ πάλι ζωή, πολὺ ἀνώτερη καὶ ὀμορφότερη ἀπὸ τὴν πρώτη ποὺ εἶχε στὸν ἐπίγειο Παράδεισο καὶ ἔχασε στὴ συνέχεια μὲ τὴν τραγικὴ περιπέτεια τῆς ἀποστασίας του. Ἰατρός, ἰατρεῖο καὶ φάρμακα συνιστοῦν τὸ ἐσώτερο βάθος τοῦ θεομητορικοῦ θαύματος.

Στὴ συνέχεια ἡ Παρθένος παρομοιάζεται μὲ «ράβδον μυστικήν, ἑξανθήσασαν ρόδον τὸ ἀμάραντον». Ἡ παρομοίωση εἶναι παρμένη ἀπὸ τὴν Π. Διαθήκη καὶ ἀναφέρεται στὴ ράβδο τοῦ Ἀαρών, τὴν ὁποίαν κατ’ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ ἔθεσαν μαζὶ μὲ ἕνδεκα ἄλλες στὴ Σκηνὴ τοῦ Μαρτυρίου, καὶ ἡ ὁποία ἂν καὶ ξηρή, ἔβγαλε ἄνθος, σημεῖο ὅτι ἀπὸ τὸν οἶκο Λευὶ ἤθελε ὁ Θεὸς νὰ λαμβάνεται τὸ ἱερατεῖο τοῦ Ἰσραήλ. Καὶ ἡ Παρθένος Μαρία χρημάτισε ράβδος νοητή, ἡ ὁποία, ἂν καὶ ἀκατέργαστη ἀπὸ ἀνθρώπινη δύναμη, ἔβγαλε τὸν ἀνθὸ τῆς ζωῆς, τὸ λουλούδι τὸ ἀμάραντο, τοῦ ὁποίου ἡ χάρη καὶ ἡ ὀμορφιὰ ἀνέδειξε τὸν Μέγαν Ἀρχιερέα τῆς φύσεως, τὸν ἀρχηγὸ τῆς πίστεως Ἰησοῦ, τὸν διφυῆ Υἱὸ τῆς Παρθένου καὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος γεμίζει τὴ ζωή μας ἀπὸ χαρὰ καὶ μᾶς κάνει κληρονόμους τῆς αἰώνιας ζωῆς.

*

“Ρητορεύουσα, οὐ σθένει γλώσσα, Δέσποινα, ὑμνολογῆσαί σε· ὑπὲρ γὰρ τὰ Σεραφείμ, ὑψώθης κυήσασα, τὸν Βασιλέα Χριστόν· ὅν ἱκέτευε, πάσης νῦν βλάβης ρύσασθαι, τοὺς πιστῶς σὲ προσκυνοῦντας”.

Γλώσσα ἀνθρώπινη, Δέσποινα, καὶ στὸ πιὸ μεγάλο ρητορικό της φτερούγισμα δὲν μπορεῖ ἐπάξια νὰ σὲ ὑμνολογήσει· διότι, μὲ τὸ νὰ γεννήσεις τὸν Βασιλέα Χριστόν, ὑψώθηκες πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ Σεραφείμ. Αὐτὸν ἱκέτευε νὰ σώσει τώρα ἀπὸ κάθε βλάβη αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη σὲ προσκυνοῦν.

Τὸ μυστήριο τῆς Παρθένου εἶναι μέγα καὶ ὑψηλό. Ὑπερβαίνει κάθε κτιστὴ δυνατότητα, γιατί εἶναι μυστήριο τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δὲ ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄπειρη, ἀπερίληπτη καὶ ἀπερινόητη, ἔτσι καὶ τὸ μυστήριό του εἶναι σὲ ἴσο μέτρο ἀκατάληπτο καὶ ἀκατανόητο. Ὁ ποιητὴς τὸ ὁμολογεῖ ἀπερίφραστα. Καμιὰ γλώσσα ἀνθρώπινη, καμιὰ λέξη καὶ κανένα ρητορικὸ σχῆμα, δὲν μποροῦν νὰ σὲ ὑμνολογήσουν ἐπάξια. Δέσποινα, ἀνακράζει, διότι, μὲ τὸ νὰ γεννήσεις τὸν Χριστόν, ὑψώθηκες πιὸ πάνω καὶ ἀπὸ τὰ Σεραφείμ, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν ἄϋλο θρόνο του στὸν οὐρανό. Καὶ τὰ μὲν Σεραφεὶμ φέρουν στὰ φτερὰ τους τὴν ἄϋλη δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀνυμνώντας τὸ μεγαλεῖο του καὶ θαυμάζοντας τὴ μεγαλοπρέπειά του. Ἡ Παρθένος ὅμως δὲν φέρει ἁπλά μέσα της τὴ θεία ἐνέργεια, ἀλλὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὴν ἄπειρη οὐσία καὶ ὑπόστασή του καὶ τὸ πλήρωμα τῆς θείας του ἐνέργειας, σωματικῶς, δηλαδὴ ἑνωμένες ἀδιάστατα καὶ ἀδιάσπαστα στὴ μήτρα της μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ τῆς χάρισε τὸ ἄπειρο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Ἡ διαφορὰ εἶναι πραγματικὰ μεγάλη, γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Παναγία τιμᾶται ὑπὲρ τὰ Χερουβὶμ καὶ τὰ Σεραφείμ, ὡς βασίλισσα τῶν ἀγγέλων.

Ὁ ποιητὴς καταθέτει ταπεινὰ τὰ ὅπλα. Δηλώνει ὅτι, ὄχι μονάχα αὐτός, ἀλλ’ οὔτε καὶ καμιὰ ἄλλη ἀνθρώπινη γλώσσα, καὶ ἡ πλέον προικισμένη μὲ δύναμη ρητορική, δὲν μπορεῖ νὰ τῆς προσφέρει ὕμνο ἀντάξιο τοῦ μεγαλείου της. Αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ τῆς προσφέρει εἶναι λίγα λόγια ταπεινὰ καὶ φτωχικά, τὰ ὁποῖα ἐκφράζει ἡ γλώσσα ἀπὸ μία καρδιὰ φλεγόμενη ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὴν ἁγνὴ Θεομήτορα. Καὶ τὰ ὁποῖα μὲ τὴ σειρὰ τους στρέφονται σὲ προσευχὴ πρὸς τὴν Παναγία νὰ ἱκετεύσει τὸν Υἱό της νὰ σώζει ἀπὸ κάθε βλάβη, σωματικὴ καὶ ψυχική, ὅλα τὰ παιδιά της ποὺ τῆς ἀπονέμουν τιμητικὴ προσκύνηση καὶ τὴν ὑμνολογοῦν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδίας τους.

*

“Ἰκετεύομεν, οἱ δοῦλοι σου καὶ κλίνομεν, γόνυ καρδίας ἡμῶν· κλῖνον τὸ οὖς σου, Ἁγνή, καὶ σῶσον τοὺς θλίψεσι, βυθίζομενονς ἡμᾶς· καὶ συντήρησον, πάσης ἐχθρῶν ἁλώσεως, τὴν σὴν Πόλιν, Θεοτόκε”.

Σὲ ἱκετεύουμε οἱ δοῦλοι σου καὶ κλίνομε μπροστά σου τὸ γόνυ τῆς καρδιᾶς μας. Ἄνοιξε τὸ οὖς σου, Ἁγνή, καὶ σῶσε ὅλους ἐμᾶς ποὺ βυθιζόμαστε στὶς θλίψεις. Καὶ προφύλαξε ἀπὸ κάθε ἅλωση ἐχθρική, τὴ δική σου πόλη, Θεοτόκε.

Καὶ στὸ τροπάριο αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται ἡ ἴδια ἱκεσία πρὸς τὴ Θεοτόκο, νὰ σώζει τὰ παιδιά της ἀπὸ τὶς θλίψεις τῆς ζωῆς, στὶς ὁποῖες καθημερινὰ βυθίζονται. Ἐπίσης γίνεται δέηση νὰ σώζει ἡ Παναγία τὴν Πόλη της, δηλαδὴ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ κάθε ἐχθρικὴ ἅλωση. Ὁ Βυζαντινὸς Ἑλληνισμὸς εἶχε ζήσει πολὺ ἔντονα τὸν κίνδυνο ποικίλων ἐχθρικῶν ἐπιθέσεων κατὰ τῆς Πρωτεύουσας τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν περικύκλωναν γιὰ νὰ τὴν κυριεύσουν. Σ’ ἕνα τόσο μεγάλο κίνδυνο ἡ βυζαντινὴ ψυχὴ στρεφόταν πάντοτε μὲ εὐλάβεια πρὸς τὴν ὑπέρμαχο Στρατηγὸ καὶ τῆς ζητοῦσε βοήθεια στὶς κρίσιμες ἐθνικὲς ὧρες του. Σὲ μία τέτοια κρίσιμη ὥρα ποὺ ἡ Πόλη διαφυλάχτηκε ἀπὸ τὴν ἐπιβουλὴ τῶν Ἀβάρων καὶ Περσῶν, οἱ Ἕλληνες τῆς Πόλεως ἀπέδωσαν τὴ σωτηρία της καὶ ἔψαλλαν τὰ νικητήρια στὴν ὑπέρμαχο Στρατηγό, τὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Ἀπό τό βιβλίο:

«Χαῖρε Νύμφη, Ἀνύμφευτε», ἔκδ. Ἀποστ. Διακονίας

Πηγή κειμένου : imaik.gr




Τοῦτο τό γένος ἐν οὐδενί δύναται ἐξελθεῖν εἰ μή ἐν προσευχῆ καί νηστεία

Ομιλία εις την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς)
Εχει θέμα το ευαγγέλιο που αναγινώσκεται κατ’ αυτήν όπου γίνεται λόγος και για την επιμέλεια των εσωτερικών λογισμών Περίληψη ομιλίας εις την Τετάρτην Κυριακήν των Νηστειών: Περι­γράφει την παιδαγωγικήν μέθοδον του Χριστού προς τον σκοπόν να φέρη εις την πίστιν τον πατέρα του δαιμοναζομένου νέου, του κωφαλάλου. Η θεραπεία έπρεπε να εξασφαλισθή δια της πίστεως. Το δαιμόνιον τούτο είναι το της ακολασίας και προς εκδίωξίν του απαιτείται προσευχή και νηστεία· με την νηστείαν χαλινώνεται το σώμα, με την προσευχήν κατευνάζον­ται οι λογισμοί της ψυχής, οι εξερεθίζοντες προς το πάθος. Τα πάθη δε είναι τα δαιμόνια, τα οποία πρέπει να εκβάλωμεν.
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
1. Πολλές φορές ωμίλησα προς την αγάπη σας περί νηστείας και προσευχής, ιδιαιτέρως μάλιστα αυτές τις ιερές ημέρες· εναπέθεσα ακόμη στις φιλόθεες ακοές και ψυχές σας ποια δώρα προσφέρουν στους εραστάς των και πόσων αγαθών πρόξενοι γίνονται σ’ αυτούς που τις ασκούν, πράγμα που επιβεβαιώνεται γι’ αυτές κυρίως από την φωνή του Κυρίου που αναγινώσκεται σήμερα στο ευαγγέλιο.
Ποια δε είναι αυτά; Είναι μεγάλα, τα μεγαλύτερα όλων θα ελέγαμε· διότι εκτός από τα άλλα μπορούν να παράσχουν και εξουσία κατά πονηρών πνευμάτων, ώστε να τα εκβάλλσυν και να τα απελαύνουν, και τους δαιμονισμένους να τους ελευθερώνουν από την επήρειά τους. Όταν πραγματικά οι μαθηταί είπαν προς τον Κύριο περί του αλάλου και κωφού δαιμονίου, ότι «εμείς δεν μπορέσαμε να το εκβάλωμε», είπε προς αυτούς ο Κύριος· «τούτο το γένος δεν εκδιώκεται, παρά με προσευχή και νηστεία».
2. Ίσως γι’ αυτό, μετά την προσευχή επάνω στο όρος και την κατ’ αυτήν εμφάνισι της θεϊκής αυγής, κατέβηκε αμέσως και ήλθε στον τόπο, όπου ευρισκόταν ο κατεχόμενος από τον δαίμονα εκείνον. Λέγει δηλαδή ότι, αφού παρέλαβε τους εγκρίτους μαθητάς, ανέβηκε στο όρος να προσευχηθή και έλαμψε σαν ο ήλιος, και ιδού εφάνηκαν να συνομιλούν με αυτόν ο Μωυσής και ο Ηλίας, οι άνδρες που περισσότερο από κάθε άλλον άσκησαν την προσευχή και τη νηστεία, δεικνύοντας και δια της παρουσίας των στην προσευχή την συμφωνία και εναρμόνισι μεταξύ προσευχής και νηστείας, ώστε κατά κάποιον τρόπο η νηστεία να συνομιλή με την προσευχή ομιλώντας προς τον Κύριο. Εάν η φωνή αίματος του φονευθέντος Άβελ βοά προς τον Κύριο, καθώς λέγει αυτός προς τον Κάιν, όπως εμάθαμε από τα λόγια του Μωυσέως, πάντως και όλα τα μέρη και μέλη του σώματος, κακοπαθούντα με την νηστεία, θα βοήσουν προς τον Κύριο και, συνομιλώντας με την προσευχή του νηστεύοντος και περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θα την καταστήσουν ευπροσδεκτικώτερη και θα δικαιώσουν αυτόν που υφίσταται εκουσίως τον κόπο της νηστείας. Μετά λοιπόν την προσευχή και την κατά θείο τρόπο λάμψι, αφού ο Κύριος κατέβηκε από το όρος, έρχεται προς τον όχλο και τους μαθητάς, στους οποίους ωδηγήθηκε εκείνος ο κατειλημμένος από το δαιμόνιο, ώστε, όπως έδειξε επάνω στο όρος ότι εκείνο ήταν βραβείο νηστείας και προσευχής, όχι μόνο μεγάλο αλλά και επάνω από το μεγάλο (πραγματικά έδειξε ότι η θεία λαμπρότης υπήρξε άθλον αυτών), έτσι, αφού κατεβή, θα επιδείξη ότι έπαθλο τούτων είναι και η ισχύς κατά των δαιμόνων.
3. Αλλά, επειδή κατά την παρούσα Κυριακή των ιερών νηστειών είναι συνήθεια ν’ αναγινώσκεται στην εκκλησία η διήγησις περί του θαύματος τούτου, ας εξετάσωμε από την αρχή όλη την ευαγγελική περικοπή που το περιγράφει. Μόλις λοιπόν ήλθε ο Ιησούς προς τους μαθητάς και τους παρευρισκομένους με αυτούς κι’ ερώτησε, τι συζητείτε, κάποιος από το πλήθος είπε· «διδάσκαλε, έφερα σε σένα τον υιό μου που έχει πνεύμα άλαλο και όπου τον καταλάβη, τον συγκλονίζει και αυτός αφρίζει και τρίζει τα δόντια του και ξηραίνεται».
4. Πώς λοιπόν άφριζε αυτός κι’ έτριζε τα δόντια κι’ εξηραινόταν; Του δαιμονισμένου πάσχει πρώτο και περισσότερο από όλα τα μόρια του σώματος ο εγκέφαλος· διότι ο δαίμων χρησιμοποιεί ως όχημα το ψυχικό πνεύμα που ευρίσκεται σ’ αυτόν και από αυτό σαν ακρόπολι καταδυναστεύει όλο το σώμα. Όταν δε πάσχη ο εγκέφαλος, αφήνεται από εκεί μια ροή προς τα νευρα και τους μυς του σώματος αφρώδης και φλεγματώδης, που φράσσει τις διεξόδους του ψυχικού πνεύματος· και από αυτό προκαλείται κλονισμός και ρήξις και ακουσία κίνησις σε όλα τα αυτόβουλα μόρια, μάλιστα δε στις γνάθους, που πλησιάζουν περισσότερο στο μόριο που έπαθε πρώτο. Καθώς το υγρό ρέει περισσότερο προς το στόμα λόγω της χωρητικότητος των πόρων και της εγγύτητος προς τον εγκέφαλο, επειδή εξ αιτίας της άτακτης κινήσεως των οργάνων η αναπνοή δεν μπορεί να εκπνευσθή αθρόα, αλλά και ανακατεύεται με το πλήθος του υγρού, δημιουργείται στους πάσχοντας αφρός. Έτσι ο δαίμων εκείνος άφριζε και έτριζε τα δόντια, που προσέκρουαν μεταξύ τους φοβερά κι έσφιγγαν με μανία. Εξηραινόταν δε έπειτα από την σφοδροτέρα επήρεια του δαιμονίου. Όπως οι ατμοί που κινούνται από την θέρμη της ηλιακής ακτίνος, αν αυτή είναι σφοδροτέρα, πάλι αφανίζονται από αυτήν διασκορπιζόμενοι τελείως, έτσι και η υγρότης που προέρχεται από τα σπλάγχνα με την επήρεια του δαίμονος, αν αυτή είναι σφοδρότερα, σε λίγο δαπανάται και η έμφυτη υγρασία της σάρκας κι εκείνος ο δαιμονισμένος καταξηραίνεται.
5. Ο πατέρας του δαιμονισμένου προσέθεσε προς τον Κύριο, ότι είπε στους μαθητάς να το εκβάλουν και δεν κατώρθωσαν· ο δε Κύριος, αποτεινόμενος όχι προς αυτόν αλλά και προς όλους, λέγει, «ω γενεά άπιστη, έως πότε θα είμαι με σας, έως πότε θα σας ανεχθώ;». Μου φαίνεται ότι οι παρόντες τότε Ιουδαίοι, λαμβάνοντας αφορμή από το ότι δεν μπόρεσαν να εκβάλουν τον δαίμονα οι μαθηταί, θα εβλασφήμησαν κάπως. Τι δεν θα έλεγαν, αφού ευρήκαν αφορμή, αυτοί που, και όταν ετελούνταν θαύματα, δεν άφηναν τις βλασφημίες; Γνωρίζοντας λοιπόν ο Κύριος τους γογγυσμούς και τους ονειδισμούς τούτων, τους εξελέγχει και τους καταισχύνει, όχι μόνο με λόγους επιτιμητικούς, αλλά και με πράξεις και λόγια γεμάτα φιλανθρωπία.
Πραγματικά προστάσσει, φέρετέ τον εδώ σ’ εμένα, και τον έφεραν, και μόλις το δαιμόνιο είδε τον Κύριο εσπάραξε τον άνθρωπο που έπεσε κι εκυλιόταν αφρίζοντας· διότι του επιτρεπόταν να καταστήση φανερά την κακία του.
6. Ο δε Κύριος ερώτησε τον πατέρα του παιδιού, «από πόσον χρόνο του συνέβηκε τούτο;». Αυτήν την ερώτησι την κάμει ο Κύριος, για να τον οδηγήση προς την πίστι και την με πίστι παράκλησι. Τόσο απείχε από την πίστι ο άνθρωπος αυτός, ώστε να μη παρακαλή ούτε υπέρ της σωτηρίας του παιδιού. Γι’ αυτό δεν παρακάλεσε καθόλου ούτε τους μαθητάς· «τους είπα», λέγει, «να τον εκβάλουν»· δεν εγονάτισε, δεν ικέτευσε, δεν παρακάλεσε. Αλλά δεν φαίνεται ούτε τον Κύριο να παρακάλεσε ακόμη. Γι’ αυτό ο Κύριος, αφήνοντας το παιδί που ήταν ελεεινώς ξαπλωμένο εμπρός στα μάτια του, συζητεί μ’ εκείνον, ερωτώντας τον χρόνο του πάθους και προκαλώντας τον προς την παράκλησι. Αυτός δε αποκρίνεται ότι του συμβαίνει από την παιδική ηλικία και ότι πολλές φορές τον έβαλε στη φωτιά και στα ύδατα, για να τον αφανίση, και προσθέτει· «αλλ’ αν μπο-ρής, λυπήσου μας και βοήθησέ μας».
7. Βλέπετε, πόση είναι η απιστία του ανθρώπου; Διότι αυτός που λέγει, ‘αν μπορής’, φυσικά φανερώνει ότι δεν πιστεύει ότι μπορεί ο άλλος. Ο δε Κύριος είπε, «αν μπορής να πιστεύσης, όλα είναι δυνατά στον πιστεύοντα»· το λέγει δε τούτο όχι αγνοώντας την απιστία εκείνου, αλλά προβιβάζοντάς τον βαθμιαίως στην πίστι και συγχρόνως δεικνύοντας ότι αιτία που δεν έβγαλαν οι μαθηταί τον δαίμονα είναι η απιστία του. Πρόσεξε δε τον ευαγγελιστή· δεν λέγει ότι ο Κύριος είπε προς τον πατέρα του παιδιού «αν μπορής να πιστεύσης», διότι πάντοτε ο Κύριος απαιτεί την πίστι από τους ζητούντας τις θεραπείες· αφού ήταν δεσπότης και κηδεμών και των ψυχών, εφρόντιζε να θεραπευθούν κι’ αυτές διά της πίστεως· αλλ’ εκείνος ο πατέρας του παιδιού, μόλις άκουσε ότι στην πίστι του ακολουθεί η ίασις, έλεγε με δάκρυα· «πιστεύω, Κύριε, βοήθησε την απιστία μου». Βλέπετε αρίστη προκοπή ηθών; Διότι όχι μόνο επίστευσε περί της θεραπείας του παιδιού, αλλ’ ότι ο Κύριος μπορεί να κατανικήση και την απιστία του, αν θελήση. Ενώ δε ο όχλος επάνω σ’ αυτά τα λόγια συνέρρεε, επετίμησε, λέγει, ο Κύριος το ακάθαρτο πνεύμα, λέγοντάς του· «το άλαλο και κωφό πνεύμα, εγώ σε διατάσσω, έξελθε από αυτόν και να μη εισέλθης ποτέ πάλι σ’ αυτόν».
8. Το δαιμόνιο τούτο φαίνεται ότι είναι φοβερώτατο και θρασύτατο· την δε θρασύτητά του αποδεικνύει η σφοδρότης της επιτιμήσεως και η παραγγελία να μη εισέλθη άλλη φορά πλέον διότι, όπως φαίνεται, χωρίς την παραγγελία αυτή μπορούσε να επιστρέψη πάλι μετά την εκβολή. Εξ άλλου είχε κατεξουσιάσει σε μεγάλη έκτασι τον άνθρωπο, ήταν δυσκολοαπόσπαστο, έμενε κωφό και άλαλο, ώστε να μη επαρκή η φύσις να εξυπηρετή την υπερβολική του μανία, γι’ αυτό και είχε καταντήσει τελείως αναίσθητη, διότι λέγει, «αφού έκραξε και τον εσπάραξε δυνατά, εξήλθε· ο δε άνθρωπος έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί να λέγουν ότι απέθανε». Η δε κραυγή δεν αντίκειται προς το γεγονός ότι το δαιμόνιο ήταν άλαλο· διότι η μεν λαλιά είναι φωνή σημαντική κάποιας εννοίας, η δε κραυγή είναι άσημη φωνή. Αφήνεται δε το δαιμόνιο να σπαράξη τον άνθρωπο τόσο πολύ και να τον καταστήση σαν νεκρό, για να φανερωθή όλη η κακία του. Ο Κύριος λοιπόν, πιάνοντας το χέρι του ανθρώπου, τον ανήγειρε, ώστε εσηκώθηκε, δεικνύοντας έτσι ότι έχει πολλή ενέργεια· το ότι τον έπιασε από το χέρι ήταν εκδήλωσις της κτιστής ιδικής μας ενεργείας, το δε ότι τον ανέστησε απηλλαγμένο από πάθη ήταν εκδήλωσις της άκτιστης και θείας και ζωαρχικής ενεργείας.
9. Όταν δε έπειτα οι μαθηταί ερώτησαν ιδιαιτέρως, «γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλωμε;», είπε προς αυτούς ότι τούτο το δαιμόνιο «δεν μπορεί να εξέλθη με τίποτε άλλο, πλην της προσευχής και της νηστείας». Λέγουν λοιπόν μερικοί ότι αυτή η προσευχή και η νηστεία πρέπει να γίνονται από τον πάσχοντα· δεν είναι όμως σωστό αυτό, διότι ο ενεργούμενος από πονηρό πνεύμα, και μάλιστα τόσο φοβερό, αφού είναι όργανο εκείνου και καταδυναστεύεται από εκείνο, πώς θα μπορούσε να προσευχηθή ή νηστεύση επωφελώς για τον εαυτό του;
10. Φαίνεται ότι το δεινότατο τούτο δαιμόνιο είναι της ακολασίας, αφού άλλοτε μεν ρίπτει τον κατειλημμένο στη φωτιά (διότι τέτοιοι είναι οι αλλόκοτοι και αναίσθητοι έρωτες), άλλοτε δε τον βυθίζει στα ύδατα διά της αδηφαγίας και των αμέτρων και αφθόνων πότων και συμποσίων. Είναι δε και σ’ αυτούς κωφό και άλαλο το δαιμόνιο τούτο, διότι αυτός που πείθεται στις υποβολές τοιούτου δαιμονίου δεν υποφέρει εύκολα ν’ ακούη και να λαλή τα θεία. Αλλ’ όμως όταν κανείς δεν έχη ενοικισμένο το πονηρό αυτό πνεύμα, αλλά φέρεται από τις υποβολές εκείνου, όταν ανασηκωθή προς επιστροφή (διότι έχει το αυτεξούσιο), χρειάζεται προσευχή και νηστεία, ώστε με την νηστεία μεν να χαλινώση το σώμα και καταστείλη τις επαναστάσεις του, δια της προσευχής δε να αδρανοποιήση και κατευνάση τις προλήψεις της ψυχής και τους λογισμούς που ερεθίζουν προς το πάθος· κι έτσι, απελαύνοντας με προσευχή και νηστεία την σατανική προσβολή και επήρεια, να κυριαρχήση το πάθος. Όταν όμως δεν ενεργήται απλώς από την υποβολή του δαίμονος, αλλ’ έχει ένοικο τον ίδιον τον δαίμονα, ούτε κατά τα ανθρώπινα πλέον πάσχει ούτε ο ίδιος μπορεί να πράξη κάτι προς θεραπεία του, αλλ’ ό,τι θα έπραττε εκείνος, αν είχε ελεύθερο νου, τούτο, πραττόμενο υπέρ αυτού από τους ελευθέρους, και μάλιστα κατόχους θείου Πνεύματος, θα συντέλεση μεγάλως προς την εκβολή του δαίμονος.
11. Αλλά βέβαια δεν μας ζητείται ν’ απελαύνωμε δαίμονας, και αν μπορέσωμε ν’ απελάσουμε, κανένα όφελος δεν θα προέλθη για μας, αν έχωμε ακατάστατο βίο. Διότι, λέγει, «πολλοί θα μου ειπούν εκείνη την ημέρα· Κύριε, δεν επροφητεύσαμε στο όνομά σου και δεν εκβάλαμε δαιμόνια στ’ όνομά σου; Και θα τους απαντήσω· δεν σας γνωρίζω, απομακρυνθήτε από κοντά μου όσοι εργάζεσθε την ανομία». Επομένως πολύ επωφελέστερο είναι να σπεύσωμε ν’ απελάσωμε το πάθος της πορνείας και της οργής, του μίσους και της υπερηφανείας, από το να εκβάλλωμε δαιμόνια. Πραγματικά, δεν αρκεί μόνο ν’ απαλλαγούμε από τη σωματική αμαρτία, αλλά πρέπει να καθάρωμε και την ενέργεια που οικουρεί μέσα στην ψυχή. Διότι οι κακοί διαλογισμοί εκπορεύονται από την καρδιά μας, μοιχείες, πορνείες, φόνοι, κλοπές, πλεονεξίες και τα παρόμοια (αυτά δε είναι που κινούν τον άνθρωπο), και «αυτός που κυττάζει γυναίκα με πόθο, ήδη την εμοίχευσε στην καρδιά του». Όταν άπρακτη το σώμα είναι δυνατό να ενεργήται η αμαρτία νοερώς· όταν δε η ψυχή αποκρούη εσωτερικώς την προσβολή του πονηρού δια προσευχής και προσοχής και μνήμης θανάτου, διά της κατά τον Θεό λύπης και του πένθους, τότε της αγιωσύνης συμμετέχει και το σώμα, αποκτώντας την απραξία στα κακά. Κι αυτό είναι εκείνο που λέγει ο Κύριος ότι αυτός που εκαθάρισε το απ’ έξω του ποτηριού, δεν εκαθάρισε και το εσωτερικό, αλλά καθαρίσατε το εσωτερικό του ποτηριού, κι έτσι θα είναι καθαρό ολόκληρο.
Πραγματικά καταβάλλοντας κάθε φροντίδα ώστε να είναι κατά το θέλημα του Θεού η εσωτερική σου εργασία, θα νικήσης τα εξωτερικά πάθη· διότι εάν η ρίζα είναι αγία και οι κλάδοι θα είναι άγιοι, εάν είναι η ζύμη, θα είναι και το φύραμα. «Να περιπατήτε κατά το πνεύμα», λέγει ο Παύλος, «και να μη εκτελήτε επιθυμία σαρκός».
12. Γι’ αυτό και ο Χριστός δεν κατήργησε την Ιουδαϊκή περιτομή, αλλά την ετελείωσε· διότι αυτός είναι που λέγει, «δεν ήλθα να καταλύσω τον νόμο, αλλά να τον συμπληρώσω». Πώς λοιπόν τον συμπλήρωσε; Ο νόμος εκείνος ήταν σφραγίς και υπόδειγμα και συμβολική διδαχή περί της περιτομής των πονηρών λογισμών στην καρδιά. Οι Ιουδαίοι που δεν εφρόντιζαν γι’ αυτήν ωνειδίζονταν από τους προφήτες ως απερίτμητοι στην καρδιά, εμισούνταν από τον βλέποντα στην καρδιά και στο τέλος έγιναν απόβλητοι· διότι ο άνθρωπος βλέπει στο πρόσωπο, ο Θεός στην καρδιά, κι εάν αυτή είναι γεμάτη ρυπαρούς ή πονηρούς λογισμούς, ο άνθρωπος εκείνος γίνεται άξιος θείας αποστροφής. Γι’ αυτό πάλι ο απόστολος παραινεί να κάμωμε τις ευχές χωρίς οργή και διαλογισμούς.
13. Όταν δε ο Κύριος μας διδάσκη να φροντίσωμε για την πνευματική περιτομή της καρδιάς, μακαρίζει τους καθαρούς στην καρδιά και τους πτωχούς στο πνεύμα και της μεν καθαρότητος αυτής τονίζει ότι έπαθλο είναι η θεοπτία, στους πτωχούς δε υπόσχεται τη βασιλεία των ουρανών· πτωχούς δε λέγει αυτούς που ζουν σε ένδεια και ευτέλεια. Δεν μακαρίζει δε απλώς τους τοιούτους ανθρώπους, αλλά τους κατά το φρόνημα τοιούτους, δηλαδή αυτούς που, εξ αιτίας της εσωτερικής στην καρδιά ταπεινώσεως και αγαθής προαιρέσεως, διαθέτουν αναλόγως και τα εξωτερικά. Απαγορεύει δε όχι μόνο τον φόνο, αλλά και την οργή, και προτάσσει να συγχωρούμε από καρδιά αυτούς που μας πταίουν και δεν δέχεται το προσφερόμενο από μας δώρο, αν δεν συνδιαλλαγούμε προηγουμένως κι αφήσωμε την οργή.
14. Το ίδιο διδάσκει και για τα πορνικά πάθη· διότι και αυτήν την από περιέργεια θέα και την από αυτήν επιθυμία εδίδαξε ότι είναι μοιχεία στην καρδιά· και εξετάζοντας αυτά τα θέματα γενικώτερα λέγει, εάν το φώς που έχης μέσα σου, δηλαδή ο νους και η διάνοια, είναι σκότος, γεμάτα από τις αφώτιστες προσβολές των αρχόντων του σκότους, πόσο μάλλον το σκότος, δηλαδή το σώμα και η αίσθησις, τα οποία δεν έχουν δικό τους νοερό φέγγος, γεννητικό αληθείας και απαθείας; Εάν δε το μέσα σου φώς είναι καθαρό, σε περίπτωσι που δεν σκοτίζουν τα σαρκικά φρονήματα, θα είσαι τελείως φωτεινός κατά την ψυχή, όπως όταν σε φωτίζη το λυχνάρι με την λάμψι του. Τέτοια είναι η περιτομή της καρδίας κατά το πνεύμα, διά της οποίας ο Κύριος συμπλήρωσε την κατά τον νόμο περιτομή στην σάρκα, που εδόθηκε στους Ιουδαίους, για να υποσημαίνη εκείνην και να οδηγή προς εκείνην. Επειδή δε αυτοί δεν εφρόντισαν να την αποκτήσουν, η περιτομή τους, όπως λέγει ο Παύλος, έγινε ακροβυστία και αποξενώθηκαν από τον Θεό που δεν βλέπει στο πρόσωπο, δηλαδή στα φανερά δικαιώματα της σαρκός, αλλά στην καρδιά, δηλαδή στα αφανή και μέσα μας κινήματα των λογισμών.
15. Ας προσέχωμε λοιπόν κι εμείς, αδελφοί, παρακαλώ, κι ας καθαρίσωμε τις καρδιές μας από κάθε μολυσμό, για να μη συμπαρασυρθούμε μ’ εκείνους που κατακρίθηκαν. Αν ο νόμος που εκτέθηκε διά του Μωυσέως «επιβεβαιώθηκε και κάθε παράβασις και παρακοή έλαβε δικαία ανταπόδοσι, πώς θα ξεφύγωμε εμείς που αμελήσαμε για την σωτηρία μας, η οποία αρχίζοντας να διακηρύσσεται από τον Κύριο διαβιβάσθηκε προς εμάς εγκύρως από εκείνους που άκουσαν, ενώ ο Θεός συνεπεκύρωνε με σημεία και τέρατα και ποικίλες δυνάμεις και με διαμερισμό του αγίου Πνεύματος;». Ας φοβηθούμε λοιπόν τον διερευνώντα καρδιά και νεφρούς· ας εξιλεώσωμε τον Κύριο των εκδικήσεων· ας βάλωμε μέσα μας ένοικο την ειρήνη, τον αγιασμό, την προσευχή με κατάνυξι, χωρίς τα οποία κανείς δεν θα ιδή τον Κύριο· ας ποθήσωμε γεμάτοι πίστι την υπεσχημένη εκείνη στους καθαρούς στην καρδιά θέα, και ας πράξωμε τα πάντα, για να επιτύχωμε αυτήν, με την οποία μαζί είναι η αιωνία ζωή, το άφθαρτο κάλλος, ο αδαπάνητος πλούτος, η αναλλοίωτη και απέραντη τρυφή και δόξα και βασιλεία.
16. Αυτά είθε να επιτύχωμε όλοι εμείς σ’ αυτόν τον βασιλέα των αιώνων Χριστό· στον οποίο μόνο πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνησις, μαζί με τον άναρχο Πατέρα του και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό πνεύμα, στους απεράντους αιώνες. Γένοιτο.
(Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ, τόμος 9, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»)

 




ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας, ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου.

Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία. Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία.

Μήν ἀπατᾶσαι, μή νομίζῃς πώς κάποια μικρή καί ἀσθενής δύναμις σοῦ ἐπιτίθεται. Ὄχι! Αὐτός σοῦ ἐπιτίθεται! Ἀκόμη κι’ ἄν εἶναι ἕνας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ὅτι αὐτός ὁρμᾶ κατεπάνω σου. Λογισμός ὑπερηφανείας, κακῆς ἐπιθυμίας, φιλαργυρίας,… ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος λογισμῶν ἔρχεται κατεπάνω σου ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Καί σύ, τί εἶσαι ἐσύ; Ὤ, Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Πῶς, πάτερ Ἰωάννη, μπόρεσες νά στήσῃς αὐτή τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό;

Δέν τήν ἔσχισαν οἱ δαίμονες, δέν τήν ἔκοψαν, δέν τήν ἔσπασαν; Ὄχι!… Ἡ νηστεία του ἦταν μιά φλόγα, μιά φωτιά, μιά πυρκαϊά. Ποιός διάβολος θά τήν ἄντεχε; Ὅλοι ἔφυγαν πανικοβλημένοι, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν κινηγημένοι ἀπό τήν ἔνδοξη καί θεία του προσευχή, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν τρομοκρατημένοι ἀπό τήν νηστεία του, ὅλοι οἱ δαίμονες ἐξαφανίσθηκαν ἀπό τήν πύρινη, τήν φλογερή, προσευχή του. Ἡ Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Τί εἶναι αὐτή; Εἶναι οἱ ἅγιες ἀρετές, οἱ ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές: ἡ ταπείνωσις, ἡ πίστις, ἡ νηστεία, ἡ πραότης, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθότης, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ φιλαλήθεια, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τά παθήματα χάριν τοῦ Χριστοῦ.

Αὐτές καί ἄλλες πολλές ἅγιες καινοδιαθηκικές ἀρετές. Κάθε ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, ἀδελφοί μου· αὐτό εἶναι ἀρετή. Τήν τηρεῖς; Τήν ἐφαρμόζεις; Π.χ. τήν ἐντολή του περί νηστείας τήν τηρεῖς, τήν ἐφαρμόζεις; Ἡ νηστεία εἶναι ἁγία ἀρετή, εἶναι σκαλοπάτι τῆς κλίμακος ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό. Ἡ νηστεία, ἡ εὐλογημένη νηστεία, ὅπως καί ὅλη ἡ κλίμακα ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό.

Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνας μικρός παράδεισος. Κάθε ἀρετή τρέφει τήν ψυχή σου, τήν κάνει μακαρία, κατεβάζει στήν ψυχή σου θεία, οὐράνια ἀνάπαυσι. Κάθε ἀρετή εἶναι ἕνα χρυσό καί διαμαντένιο σκαλοπάτι στήν κλίμακα τῆς σωτηρίας σου, στήν κλίμακα πού ἑνώνει τήν γῆ μέ τόν Οὐρανό, πού ἐκτείνεται ἀπό τήν δική σου κόλασι μέχρι τόν δικό σου παράδεισο. Γι’ αὐτό καμμία ἀπό αὐτές δέν εἶναι ποτέ μόνη της.

Ἡ πίστις στόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό δέν εἶναι ποτέ μόνη της. Ἐκδηλώνεται μέ τήν προσευχή, μέ τήν νηστεία, μέ τήν ἐλεημοσύνη, μέ τήν ταπείνωσι, μέ τά παθήματα χάριν τοῦ πλησίον. Ὅχι μόνο ἐκδηλώνεται ἀλλά καί ζῆ κάθε ἀρετή, ἐπειδή ὑπάρχει ἡ ἄλλη ἀρετή. Ἡ πίστις ζῆ μέ τήν προσευχή, ἡ προσευχή ζῆ μέ τήν νηστεία, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν προσευχή, ἡ νηστεία τρέφεται μέ τήν ἀγάπη, ἡ ἀγάπη τρέφεται μέ τήν εὐσπλαχνία.

Ἔτσι κάθε ἀρετή ζῆ διά τῆς ἄλλης. Καί ὅταν μία ἀρετή κατοικήσῃ στήν ψυχή σου, ὅλες οἱ ἄλλες θά ἀκολουθήσουν, ὅλες σιγά-σιγά ἀπό αὐτήν θά προέλθουν καί θά ἀναπτυχθοῦν δι’ αὐτῆς καί μαζί μέ αὐτήν. Ναί, ἡ κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἐξαρτᾶται ἀπό σένα. Πές ὅτι νηστεύω μέ φόβο Θεοῦ, μέ εὐλάβεια, μέ πένθος, μέ δάκρυα. Μετά ὅμως τά παρατάω. Νά, ἄρχισα νά κτίζω τήν κλίμακα καί ἐγώ ὁ ἴδιος τήν γκρέμισα, τήν ἔσπασα.

Ἐσύ πάλι, ἐσύ, νηστεύεις συχνά, ἐγκρατεύεσαι ἀπό κάθε σωματική τροφή. Ἀλλά νά, τόν καιρό τῆς νηστείας ἀφήνεις νά κατοικήσῃ στήν ψυχή σου ἡ ἁμαρτία, νά σπείρωνται στήν ψυχή σου διάφοροι ἀκάθαρτοι λογισμοί, ἐπιθυμίες. Σέ σένα ἀνήκει νά τούς διώχνῃς ἀμέσως μακρυά σου μέ τήν προσευχή, τό πένθος, τήν ἀνάγνωσι ἤ μέ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἄσκησι. Ἀλλά, ἄν ἐσύ, ἐνῶ νηστεύῃς σωματικῶς, τρέφῃς τήν ψυχή σου μέ κάποια ἁμαρτία ἤ μέ κάποιο κρυφό πάθος, νά! ἐσύ, ἐνῶ ἀρχίζῃς νά χτίζῃς ἕνα-ἕνα τά σκαλοπάτια τῆς νηστείας ἀπό τήν γῆ πρός τόν Οὐρανό, ἐσύ ὁ ἴδιος πάλι τά γκρεμίζεις, τά καταστρέφεις.

Ἡ νηστεία ἀπαιτεῖ εὐσπλαχνία, ταπείνωσι, πραότητα. Ὅλα αὐτά πᾶνε μαζί. Εἶναι σάν ἕνα συνεργεῖο οἰκοδόμων, τῶν ὁποίων ἀρχηγός εἶναι ἡ προσευχή. Αὐτή εἶναι ὁ ἀρχιμάστορας, ὁ ἀρχιτέκτονας, ὁ ἀρχιμηχανικός τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς, τῶν πνευματικῶν μας ἐφέσεων, τῆς κλίμακος πού θά στήσουμε μεταξύ γῆς καί Οὐρανοῦ.

Ἡ προσευχή κατέχει τήν πρώτη θέσι. Ὅταν ἡ προσευχή ἐγκατασταθῇ στήν καρδιά σου καί αὐτή φλέγεται ἀπό ἀδιάλειπτη δίψα γιά τόν Κύριο, ὅταν Αὐτόν συνέχεια βλέπει, Αὐτόν συνέχεια αἰσθάνεται, τότε μέ τήν προσευχή εἰσάγεις στήν ψυχή σου ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές. Τότε ὁ μηχανικός (ἡ προσευχή) ἔχει ἄριστους τεχνίτες, κτίζει γρήγορα-γρήγορα θαυμάσιες κλίμακες ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τίς κλίμακες τῶν σταδιακῶν σου ἀναβάσεων πρός τόν Θεό, πρός τήν τελειότητά Του. Ὅταν ἔχῃς δύναμι, δυνατή προσευχή, τότε καμμία νηστεία δέν θά σοῦ εἶναι δύσκολη, τότε καμμία ἀγάπη δέν θά σοῦ εἶναι ἀδύνατη.

Ἁγία εὐαγγελική ἀγάπη! Ἡ προσευχή ἁγιάζει τά πάντα μέσα σου, τήν κάθε ἄσκησί σου, τόν κάθε λογισμό σου, τήν κάθε αἴσθησί σου, τήν κάθε διάθεσί σου. Προσευχή! Δύναμις θεϊκή, τήν ὁποία μᾶς ἔδωσε ὁ Κύριος γιά νά ἁγιάζουμε ὁ,τιδήποτε ἐναγές μέσα μας, στήν ψυχή μας. Ἡ προσευχή σέ ἑνώνει μέ τόν Πανεύσπλαχνο Κύριο, καί Αὐτός ἐκχέει μέσα στήν καρδιά σου τήν συμπάθεια γιά κάθε ἄνθρωπο, γιά τόν ἁμαρτωλό, γιά τόν ἀδελφό πού εἶναι ἀδύναμος ὅπως καί σύ, πού πέφτει ὅπως καί σύ, ἀλλά καί πού μπορεῖ νά σηκωθῇ ὅπως καί σύ· πού τοῦ χρειάζεται ὅμως ἡ δική σου βοήθεια, ἡ ἀδελφική σου βοήθεια, ἡ προσευχητική σου βοήθεια, ἡ ἐκκλησιαστική σου βοήθεια.

Τότε, ὅταν δώσῃς βοήθεια, χωρίς ἀμφιβολία θά κτίσῃς τήν δική σου κλίμακα, τήν κλίμακα πού ὁδηγεῖ ἀπό τήν κόλασί σου στόν παράδεισό σου· τότε, μέ βεβαιότητα στήν καρδιά θά ἀνεβαίνῃς ἀπό σκαλοπάτι σέ σκαλοπάτι, ἀπό ἀρετή σέ ἀρετή, καί θά φθάσῃς ἔτσι στήν κορυφή τῆς κλίμακος, στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν Οὐρανό, θά ἀποβιβασθῇς στόν οὐράνιο Παράδεισο.

Ὅλα τά ἔχουμε, καί σύ καί ἐγώ: ἐννέα Μακαρισμοί, ἐννέα ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Αὐτό εἶναι τό εὐαγγέλιο τῆς νηστείας, τό εὐαγγέλιο τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τῆς Κλίμακος. Ἀρετές, ἀδελφοί, μεγάλες ἀρετές. Τίς δύσκολες ἀσκήσεις τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς ταπεινώσεως, ὁ Κύριος τίς παρουσίασε ὡς Μακαρισμούς. Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (Ματθ. ε΄ 3)…

Ἡ ταπείνωσις! Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς πίστεώς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀρετῆς μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς ἀναβάσεώς μας πρός τόν Οὐρανό, αὐτή εἶναι τό θεμέλιο τῆς κλίμακός μας. Κύριε, ἐγώ εἶμαι ἕνα τίποτα, Ἐσύ εἶσαι τό πᾶν! Ἐγώ τίποτα, Ἐσύ τό πᾶν! Ὁ νοῦς μου εἶναι τίποτα μπροστά στόν δικό Σου Νοῦ, τό πνεῦμα μου εἶναι τίποτα μπροστά στό Πνεῦμα Σου, ἡ καρδιά μου, ἡ γνῶσις μου… ὤ! τίποτα, τίποτα, μπροστά στήν γνῶσι Σου Κύριε! Ἐγώ, ἐγώ, μηδέν, μηδέν… καί πίσω ἀπό αὐτό ἀναρίθμητα ἄλλα μηδενικά. Αὐτό εἶμαι ἐγώ μπροστά Σου, Κύριε. Ἡ ταπείνωσις!

Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἁγία ἀρετή, ἡ πρώτη χριστιανική ἀρετή. Ὅλα ἀρχίζουν ἀπό αὐτήν… Ἀλλά οἱ Χριστιανοί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, πού οἰκοδομοῦμε τήν κλίμακα τῆς σωτηρίας μας, πάντοτε κινδυνεύουμε ἀπό τίς ἀκάθαρτες δυνάμεις. Ποιές εἶναι αὐτές; Οἱ ἁμαρτίες, οἱ ἁμαρτίες μας, τά πάθη μας. Καί πίσω ἀπό αὐτές ὁ διάβολος, … Ὅπως οἱ ἅγιες ἀρετές οἰκοδομοῦν τήν οὐράνια κλίμακα μεταξύ Οὐρανοῦ καί γῆς, ἔτσι καί οἱ ἁμαρτίες μας φτιάχνουν μία σκάλα γιά τήν κόλασι. Κάθε ἁμαρτία.

Ἄν ὑπάρχουν ἁμαρτίες στήν ψυχή σου, πρόσεχε! Ἄν κρατᾶς μῖσος στήν ψυχή σου μιά, δυό, τρεῖς, πενήντα μέρες, πρόσεξε νά δῇς σέ τί κόλασι ἔχει μεταβληθῆ ἡ ψυχή σου. Τό ἴδιο κι ἄν κρατᾶς θυμό, φιλαργυρία, αἰσχρή ἐπιθυμία… Καί σύ, τί κάνεις; Πραγματικά, μόνος σου φτιάχνεις μιά σκάλα γιά τήν κόλασι. Ἀλλά ὁ Ἀγαθός Κύριος μᾶς δίνει θαυμαστό παράδειγμα.

Νά, στό μέσον τῆς νηστείας, προβάλλει τόν μεγαλώνυμο, τόν θαυμάσιο, τόν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος. Ὅλος λάμπει ἀπό τίς ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές. Τόν βλέπουμε πῶς ἀνεβαίνει γρήγορα καί σοφά τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου, τήν ὁποία ἔστησε ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό. Ὡς διδάσκαλος, ὡς ἅγιος ὁδηγός, μᾶς δίνει τήν Κλίμακά του σέ μᾶς τούς Χριστιανούς ὡς πρότυπο γιά νά ἀνεβοῦμε ἀπό τήν κόλασι στόν Παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν γῆ στόν Οὐρανό…

Εὔχομαι ὁ ἐλεήμων καί μέγας ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἰωάννης τῆς Κλίμακος… νά μᾶς χειραγωγῇ στούς ἀγῶνες μας ἐναντίον ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν μας μέ στόχο τίς ἅγιες ἀρετές· νά οἰκοδομήσουμε καί ἐμεῖς μέ τήν βοήθειά του τήν δική μας κλίμακα καί ἀκολουθώντας τον νά φθάσωμε στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, στόν Παράδεισο, ὅπου ὑπάρχουν ὅλες οἱ οὐράνιες ἀναπαύσεις, ὅλες οἱ αἰώνιες χαρές, ὅπου μαζί του ἐκεῖ θά δοξάζουμε τόν Βασιλέα ὅλων ἐκείνων τῶν ἀγαθῶν, τόν Αἰώνιο Βασιλέα τῆς Οὐρανίου Βασιλείας, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ᾯ ἡ δόξα καί ἡ τιμή νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή κειμένου : imaik.gr