Kαιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ

image

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου

Ἡ περίοδος τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἀποτελεῖ τὴν περίοδο τῶν πνευματικῶν εὐκαιριῶν καὶ προσδοκιῶν ὅλης τῆς Ἐκκλησίας. Τὴν περιμένουμε ὅλο τὸν χρόνο καὶ ἡ Ἐκκλησία σιγά-σιγά μᾶς προετοιμάζει γι᾿ αὐτήν. Τρεῖς ἑβδομάδες τώρα, διαβάζουμε κάθε μέρα ἀνάλογα εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα, ψάλλουμε σχετικὰ τροπάρια, σταδιακὰ προχωροῦμε καὶ πρὸς τὴν νηστεία καὶ φτάνουμε σὲ αὐτὴν τὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ τῆς συγχωρήσεως ἡ ὁποία σημαδεύει καὶ τὴν ἔναρξη τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ ἀλλάζει ὁ διάκοσμος τῶν ναῶν μας. Ἀλλάζει ὁ φωτισμός, ἀλλάζουν τὰ χρώματα, ἀλλάζουν τὰ ἐξωτερικά, γιὰ νὰ γίνει μιὰ σχετικὴ ἀλλαγὴ ποὺ θὰ βοηθήσει τὴν ψυχή μας ὄχι δημιουργώντας κατάσταση ψεύτικης θλίψης, ἀλλὰ δημιουργώντας τὶς προϋποθέσεις γιὰ μιὰ ἐσωτερικὴ συνοχή, γιὰ μιὰ στροφὴ πρὸς τὰ μέσα μας, γιὰ αὐτὸ ποὺ χρειαζόμαστε ὅλοι μας, διότι τὴν ἐντελῶς διαφορετικὴ πορεία συνήθως ἀκολουθοῦμε.

Ἡ ζωή μας εἶναι γεμάτη μὲ περισπασμούς. Εἴμαστε πολὺ εὔκολοι νὰ περιπολεύουμε περὶ τὰ καθημερινά, νὰ μεριμνοῦμε γιὰ τὰ δευτερεύοντα, νὰ γλυστράει τὸ μυαλό μας, νὰ εἶναι πολυπόρευτος ὁ νοῦς καὶ ὀλισθηρὰ -κατὰ τὴν γλώσσα τῶν πατέρων- ἡ διάνοιά μας.

Λέει ἕνα πολὺ ὡραῖο πατερικὸ ρητὸ ὅτι «νοῦς μὴ σκεδαννύμενος ἐπὶ τὰ ἔξω ἐπάνεισι πρὸς ἑαυτὸν καὶ δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸς τὸν Θεόν». Ἕνας νοῦς, μιὰ καρδιά, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν σκορπίζει πρὸς τὰ ἔξω ἐπιστρέφει στὸν ἑαυτό του καὶ διὰ τοῦ ἑαυτοῦ του πρὸς τὸν Θεό. Ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη φυσικὴ παρατήρηση, ποὺ λέει ὅτι τὰ φωτεινὰ χρώματα εἶναι τὰ χρώματα τὰ ὁποῖα ἀκτινοβολοῦν πολύ, ἐνῶ τὰ σκοτεινὰ εἶναι αὐτὰ ποὺ ἀπορροφοῦν τὴν ἀκτινοβολία. Κάτι τέτοιο ἴσως γίνεται καὶ τέτοιες μέρες ποὺ μὲ τὸν χαμηλὸ φωτισμό, μὲ τὴν ἁπαλὴ φωνή τῶν ψαλτῶν, μὲ τὰ ροῦχα τὰ σχετικῶν χρωμάτων τῶν ἱερέων καὶ τὰ χρώματα τὰ σχετικά τῆς Ἁγίας Τραπέζης ἡ Ἐκκλησία μας μᾶς βοηθάει, ἀντὶ νὰ σκορπίσει τὸ μυαλό μας πρὸς τὰ ἔξω, νὰ μαζευτεῖ λίγο πρὸς τὰ μέσα, νὰ μπεῖ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός, νὰ ἐπιστρέψουμε δι᾿ ἑαυτοῦ πρὸ τὸν Θεὸ ὁ κάθε ἕνας μας.

Καὶ ἐρχόμαστε λοιπὸν ἔτσι στὴν Μεγάλη Σαρακοστή, σὲ αὐτὴ τὴν ὄμορφη περίοδο, μὲ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ δίψα, αὐτὰ τὰ ἀπροσδιόριστα πολλὲς φορὲς ὄνειρα, ποὺ ὅμως εἶναι τόσο βαθειά, γιατί ὑπόσχεται ὁ Θεὸς μεγάλα καὶ γιὰ αὐτὴν τὴν περίοδο ἀλλὰ καὶ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ζωή μας.

Ἂς ποῦμε λοιπόν δυὸ λόγια παρμένα μέσα ἀπὸ τοὺς ὕμνους, μέσα ἀπὸ τὶς ἀφορμὲς ποὺ δίνει ἡ Ἐκκλησία, μέσα ἀπὸ τὸν πατερικὸ λόγο καὶ τὸ φρόνημα ποὺ σίγουρα θὰ ἦταν πολύτιμα στὸ ξεκίνημά μας σὲ αὐτὴν τὴν πορεία. Τί χαρακτηριστικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἔχουμε ξεκινῶντας τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Πολλὰ ὑπάρχουν, λίγα ἐμεῖς θὰ ποῦμε.

Τὸ πρῶτο θὰ τὸ πάρω ἀπὸ τὴν λέξη «συγχώρηση». Αὐτὸ πού μᾶς ζητάει ὁ Θεός, αὐτὸ πού μᾶς προτείνει ἡ Ἐκκλησία εἶναι νὰ βγοῦμε ἀπὸ τὸν χῶρο μας, τὸν χῶρο τοῦ ἐγωισμοῦ μας, τὸν χῶρο τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ μας, τὸν χῶρο πού μᾶς κάνει νὰ εἴμαστε ἔνοχα δικοί μας καὶ νὰ μποῦμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ ποὺ μποροῦμε νὰ συναντήσουμε τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει τὸ δικό μου καὶ τὸ δικό σου. Ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔχουμε διαφορές. Ἐκεῖ ποὺ τῶν ἄλλων τὰ ἐλαττώματα εἶναι ἀφορμὲς γιὰ τὴν δική μας ἀγάπη. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἁμαρτίες τῶν ἄλλων εἶναι δικές μας καὶ οἱ δικές μας ἀρετὲς ἀνήκουν καὶ στοὺς ἄλλους. Ἐκεῖ ποὺ οἱ εὐλογίες τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλων μας. Ἐκεῖ ποὺ οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι ἄλλοι ἀλλὰ ἀποτελοῦν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, κομμάτια καὶ τοῦ δικοῦ μας ἑαυτοῦ. Ἐκεῖ ποὺ νοιώθουμε ὅλοι μαζὶ, καὶ ὅλοι καὶ μαζὶ, καὶ ἀλλήλων μέλη. Ἐκεῖ πλέον ποὺ δὲν ἔχουμε νὰ χωρίσουμε τίποτε, ἀλλὰ ἔχουμε τὸν κοινὸ στόχο πού μᾶς κάνει ὅλους νὰ ἀποτελοῦμε λατρευτικὴ σύναξη καὶ ἐκκλησία.

Τὸ πρῶτο λοιπὸν πράγμα εἶναι ἡ συγχώρηση. Εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης, ἡ αἴσθηση τῆς κοινωνίας, τὸ ὅτι εἴμαστε ὅλοι καὶ μαζὶ ὁμονοοῦντες καὶ ὁμοφρονοῦντες σὲ αὐτὴν τὴν πορεία, σὲ αὐτὴν τὴν ἐπιδίωξη, σὲ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, σὲ αὐτὴν τὴν προσδοκία τῶν εὐλογιῶν τοῦ Θεοῦ. Ἀφήνουμε τὸν δικό μας χῶρο καὶ μπαίνουμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ ὅπου χωροῦν ὅλοι καὶ ὅπου δέν μᾶς ξεχωρίζει τίποτε. Καὶ ἂς ἕχουμε τὰ στραβά μας, ἂς ἔχουμε τὰ ἐλαττώματά μας, ἂς ἔχουμε τὰ πάθη μας. Μπορεῖ νὰ τὰ ἔχουμε, μπορεῖ νὰ τὰ ἐκφράζουμε ἀλλὰ μποροῦμε ταυτόχρονα καὶ νὰ συγχωρούμεθα, νὰ μοιραζόμαστε τὸ γεγονός τῆς σωτηρίας καὶ τὴν προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ ὅλοι καὶ μαζί.

Τὸ δεύτερο πράγμα εἶναι ὅτι ὄχι μόνο νὰ μποῦμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ νὰ μποῦμε στὸν χρόνο τοῦ Θεοῦ, σὲ αὐτὸν τὸν καιρό ὅπου ὁ Θεὸς πλέον κυριαρχεῖ. Ἐκεῖ ποὺ δὲν παίζουν ρόλο τὰ κοσμικὰ γεγονότα. Ἐκεῖ ποὺ καὶ ἡ δική μας προσωπικὴ ἱστορία ἔχει τὴν σημασία της, ἀλλὰ ἐκφυλίζεται -ἂν μποροῦμε νὰ ποῦμε- μπροστὰ στὸ πῶς ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ.

Ὅταν ὁ ἰερὲας ἐτοιμάζεται νὰ λειτουργήσει λέει μιὰ εὐχὴ «καιρὸς τοῦ ποιῆσαι τῷ Κυρίῳ»• ἦρθε ὁ χρόνος, ὁ καιρός, ἡ ὥρα ποὺ μπορεῖ νὰ ἐνεργήσει ὁ Θεὸς πλέον στὴν ζωή μας. Ὁ Θεὸς πάντα ἐνεργεῖ στὴν ζωή μας. Ἐμεῖς καλούμεθα τέτοιες μέρες νὰ ἀφήσουμε ὅλους τοὺς περισπασμοὺς -ὅσους μποροῦμε- τὶς μέριμνες, τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα, τὰ προγράμματα, τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ γεγονότα. Θὰ βρεθοῦμε σὲ μεγάλους πειρασμοὺς αὐτὲς τὶς μέρες, διότι ἡ πρόκληση τῶν κοσμικῶν γεγονότων θὰ εἶναι μεγάλη. Παρὰ ταῦτα, ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ δώσουμε σ΄ ὅλα αὐτὰ τὴν βαρύτητα ποὺ τοὺς ἁρμόζει, γιὰ νὰ προχωρήσουμε πιὸ πολὺ στὰ γεγονότα τοῦ Θεοῦ, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Αὐτὸς ἐνεργεῖ στὴν ζωή μας, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Αὐτὸς εἰσέρχεται στὴν ἱστορία, στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο Αὐτὸς ἀσκεῖ τὴν Θεία Οἰκονομία.

Γιὰ νὰ γίνει αὐτό, χρειάζεται ἡ ψυχή μας λίγη ἡσυχία. Χρειάζεται λίγο νὰ φροντίσουμε τὶς ἐντάσεις καὶ νὰ τὶς περιορίσουμε. Νὰ ρυθμίσουμε τὸ πρόγραμμά μας ἔτσι ὥστε νὰ ἐκδηλώνεται στὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα αὐτοῦ τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἀφήσει λίγη ἰκμάδα πνευματική, λίγες δυνάμεις γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ δοῦμε αὐτὰ ποὺ ἐνεργοῦνται, νὰ ἀκούσουμε τὴν φωνή τοῦ Θεοῦ, νὰ διαπιστώσουμε κι ἐμεῖς, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, τὸ γεγονός τῆς ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, τῆς Θείας Οἰκονομίας στὴν ζωή μας.

Αὐτὸς εἶναι ὁ καιρός στὸν ὁποῖον ἀναφέρεται τὸ τρόπάριο «ἔφθασε καιρὸς ἡ τῶν πνευματικῶν ἀγώνων ἀρχή». Αὐτὸ τὸ τριήμερο θὰ ἀκοῦμε συνέχεια αὐτὴν τὴν λέξη, «καιρός». Δὲν θὰ ἀκοῦμε τὴν λέξη χρόνος, δὲν θὰ ἀκοῦμε τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν λέξη «καιρός». Αὐτὸς ὁ καιρός εἶναι ἡ μεταμόρφωση τοῦ χρόνου σὲ κάτι πνευματικό, μέσα στὸ ὁποῖο μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ μποῦμε καὶ νὰ ἀπολαύσουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀξιοποιήσουμε τὶς εὐκαιρίες ποὺ σὲ ὅλους μας δίνει.

Τὸ πρῶτο λοιπὸν εἶναι νὰ μποῦμε στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ, νὰ συγχωρηθοῦμε μὲ τὴν ἀγάπη. Τὸ δεὺτερο νὰ μποῦμε στὸν χρὸνο τοῦ Θεοῦ, νὰ συγχρονιστοῦμε μὲ τὸν Θεὸ μέσα ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυνατότητα τῆς ἡσυχίας στὸ μέτρο ποὺ ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ τὴν ἀσκήσει.

Ὑπάρχει ἕνα τρίτο πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο μᾶς μιλάει πολὺ ἡ Ἐκκλησία. Μᾶς λέει ὅτι καλούμαστε νὰ ἀσχοληθοῦμε λίγο μὲ τὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν. Οἰ εὐαγγελικὲς περικοπὲς αὐτες τὶς μέρες μιλοῦν γιὰ τὴν ἐλεημοσύνη, γιὰ τὴν νηστεία, γιὰ τὴν προσευχή, γιὰ τὴν ἀνεκτικότητα, τὴ συγχωρητικότητα καὶ γιὰ τὴν μετάθεση τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοός μας στὸν οὐρανὸ καὶ στὰ πνευματικά. «Ὅπου ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ἡμῶν ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ἡμῶν» (Ματθ. στ΄ 21), ὅπου ὑπάρχει δηλαδὴ ἡ τάση μας, ἡ ροπή μας, ἡ ἐπιλογή μας, ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ καρδιά μας. «Μὴ θησαυρίζετε ὑμῖν θησαυροὺς ἐπὶ τῆς γῆς…» (στ. 19), ὰλλὰ νὰ «θησαυρίζετε δὲ ὑμῖν θησαυροὺς ἐν οὐρανοῖς» (στ. 20) οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄφθαρτοι, οἱ ὁποῖοι δὲν χάνονται, οἱ ὁποῖοι εἶναι θησαυροὶ ποὺ δίνει ὁ Θεός. Αὐτὸ σημαίνει νὰ μεταθέσουμε τὸ φρόνημα καὶ τὴν καρδιά μας σὲ κάτι οὐράνιο, σὲ κάτι πνευματικό, σὲ κάτι ποὺ δὲν φθείρεται, σὲ κάτι ποὺ εἶναι τόσο ἀληθινό.

Μᾶς προτείνει λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία μιὰ ἁλυσίδα ἀρετῶν: τὴν κατὰ Θεὸν νηστεία ποὺ μπορεῖ καὶ νὰ μὴν εἶναι κατὰ Θεόν• τὴν κατὰ Θεὸν προσευχὴ ποὺ κι αὐτὴ μπορεῖ νὰ μὴν εἶναι κατὰ Θεὸν καὶ νὰ εἶναι ἀργολογία καὶ βατολογία καὶ ἐπίδειξη• τὴν κατὰ Θεὸν ἐλεημοσύνη, τὴν προσφορὰ ἐν τῷ κρυπτῷ, ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο. Μᾶς δίνει αὐτὴν τὴν δυνατότητα, διαβάζοντας σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν περίοδο τὸ βιβλίο τῆς Κλίμακας τῶν ἀρετῶν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, νὰ ἐργαστεῖ ὁ καθένας μας κάποιες ἀρετὲς μαζὶ μὲ τὴν βοήθεια τοῦ πνευματικοῦ του, μαζὶ μὲ τὴν συμπαράσταση τῶν ἀδελφῶν του ἐντός τῆς Ἐκκλησίας.

Οἱ ἀρετὲς εἶναι τὰ παράθυρα μέσα ἀπὸ τὰ ὁποῖα πέφτουν οἱ ἀκτίνες τῆς θεϊκῆς παρουσίας. Ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἀνοιχτὰ αὐτὰ τὰ παράθυρα, ποὺ ἀντὶ γιὰ ἀρετὲς κυριαρχεῖται ἀπὸ πάθη, δυσκολεύεται νὰ διαπιστώνει τὸν Θεὸ στὴν ζωή του. Ὁ Θεὸς τοῦ εἶναι ἀνύπαρκτος, τοῦ εἶναι δύσκολος, τοῦ εἶναι κάτι παράξενο, δέν τοῦ εἶναι εὔκολος.

Τὸ τρίτο λοιπὸν πράγμα εἶναι ἡ προθυμία στὴν ἐργασία τῶν ἀρετῶν, αὐτῶν τῶν ἀρετῶν ποὺ χρειάζεται στὴν παροῦσα κατάσταση ἡ δική μας ψυχή. Δὲν χρειάζεται νὰ συγκρινόμαστε μὲ τοὺς ἄλλους. Οἱ ἀρετὲς καὶ οἱ δικές τους καὶ οἱ δικές μας εἶναι κοινές, ὅπως καὶ τὰ πάθη καὶ οἱ ἀδυναμίες καὶ ἡ πτώση τους χρεώνουν κι ἐμᾶς. Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λὸγο, αὐτό τὸ ὁποῖο ζητάει ὁ Θεὸς εἶναι ὁ κάθε ἕνας νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν ἐργασία τῶν δικῶν του ἀρετῶν, αὐτῶν ποὺ θὰ τὸν ἀπελευθερώσουν, αὐτῶν ποὺ ἀποτελοῦν τὰ δικά του παράθυρα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ μποῦν οἱ ἀχτίδες τῆς θεϊκῆς παρουσίας.

Ὑπάρχει καὶ ἕνα τέταρτο. Εἶναι ἡ προσδοκία καὶ ἡ προετοιμασία γιὰ τοὺς πειρασμούς. Μιὰ ἀνάλογη περίοδος πρὸς τὴν δική μας περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἦταν ἡ περίοδος ποὺ ὁ Κύριος βρέθηκε στὴν ἔρημο ἀμέσως μετὰ τὸ βάπτισμα. Λέει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος «τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου» (δ΄1). Τὸ Ἂγιο Πνεῦμα πῆρε τὸν Κύριο καὶ Τὸν ἀνέβασε ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποὺ ἦταν χαμηλὰ στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ πειρασθεῖ ἀπὸ τὸν διάβολο. Βρέθηκε ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα πειρασμοῦ. Καὶ σχολιάζουν οἱ ἅγιοι πατέρες μας ὅτι αὐτὸ συμβαίνει κάθε φορὰ ὅπου ὑπάρχουν μεγάλες εὐλογίες• ὅπου ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ ἐκχύνεται ἐμφανῶς, παραχωρεῖ ὁ Θεὸς καὶ ὑπάρχει ἕνας πειρασμός, μὲ ὅλους μας. Τὸ ἴδιο συνέβη και στὸν Κύριο ὀλίγον πρὸ τοῦ πάθους, ὀλίγον πρὸ τῆς δόξης Του, στὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ.

Ἔτσι κι ἐμεῖς σὲ αὐτὴν τὴν περίοδο τῶν ὑψηλῶν στόχων, τῶν μεγάλων πόθων, τῶν σπανίων καὶ μοναδικῶν εὐλογιῶν δὲν θὰ ἦταν καθόλου παράξενο νὰ βρεθοῦμε μέσα σὲ πειρασμούς, ἀπροσδόκητους, ποὺ δὲν μπορούσαμε ἐκ τῶν προτέρων νὰ τοὺς φανταστοῦμε. Ὄχι πειρασμοὺς ποὺ τοὺς δημιουργεῖ ἡ δική μας ἐμπάθεια, ἀλλὰ πειρασμοὐς ποὺ εἶναι ἔξω ἀπὸ ἐμᾶς, γιὰ τοὺς ὁποίους ἡ λογική μας, ἡ αἴσθησή μας λέει πὼς δὲν φταῖμε, δὲν κάναμε κάτι ἐμεῖς. Ὑπάρχει πειρασμὸς καὶ ὑπάρχει προσωποποιημένο καὶ τὸ κακό. Αὐτὸ εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ὀποῖος θὰ μᾶς βάλει τέτοιες παγίδες, ὅπως ἔβαλε καὶ στὸν Κύριο, γιὰ νὰ αὐξήσει ὅμως τὴν δόξα Του. Καὶ σχολιάζοντας οἱ πατέρες λένε ὅτι ἦρθε ὁ πειρασμὸς ἀμέσως μετὰ τὴν φανέρωση τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ κατὰ τὴν βάπτιση. ῞Ολο αυτὸ τὸ γεγονός, ὅπως περιγράφεται στοὺς συνοπτικοὺς εὐαγγελιστές, ἔχει τρία πράγματα νὰ μᾶς πεῖ, τρεῖς ἀλήθειες νὰ μᾶς ἀποκαλύψει.

Πρῶτον, ὅτι ὁ πειρασμὸς εἶναι πραγματικός• δεύτερον, ὅτι νικήθηκε ἀπὸ τὸν Χριστό• καὶ τρίτον, ὅτι ἡ νίκη κατὰ τοῦ πειρασμοῦ εἶναι, γιὰ νὰ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ νικοῦμε στοὺς πειρασμούς. Ὅπως λέει στὴν πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ «οὐ γὰρ ἔχομεν ἀρχιερέα μὴ δυνάμενον συμπαθεῖσαι εἰς ταῖς ἀσθενείαις ἡμῶν» (Ἑβρ. δ΄ 15, ἀλλά, εἶναι «πεπειραμένος», ἔχει δεχθεῖ δηλαδὴ πειρασμὸν καθ᾿ ὅλα, σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ καθ᾿ ὁμοιότητα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡμεῖς, χωρὶς ὅμως ἁμαρτίες. «Καὶ ἐνῶ γὰρ πέπονθε αὐτὸς πειρασθεὶς δύναται τοῖς πειραζομένοις βοηθῆσαι» (Ἑβρ. β΄ 18). Καὶ ἐπειδὴ ὁ ἴδιος δέχθηκε τὴν ἐνέργεια τοῦ διαβόλου καὶ τὴν ἀπέκρουσε καὶ τὸν ἐνίκησε, δύναται νὰ καταλάβει καὶ ἐμᾶς καὶ νὰ συμπαθήσει στὴν δική μας ἀσθένεια καὶ νὰ παράσχει ἀποτελεσματικὰ τὴν βοήθειά Του. Τί μεγάλη παρακαταθήκη αὐτὴ ἡ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὴν πάλη κατὰ τοῦ διαβόλου, ὄχι μόνο κατὰ τῶν παθῶν, ποὺ ὁ κάθε ἕνας μας ἔχει νὰ διεξαγάγει!

Μπαίνουμε λοιπὸν στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ καὶ συγχωρούμεθα. Μπαίνουμε στὸν χρόνο τοῦ Θεοῦ καὶ ἡσυχάζουμε. Ἐργαζόμαστε τὶς ἀρετὲς μὲ προθυμία καὶ φιλότιμο καὶ ἑτοιμαζόμαστε γιὰ τοὺς πειρασμοὺς καὶ προσευχόμεθα καὶ ζοῦμε τὰ σημεῖα τῆς θεϊκῆς βοηθείας.

Θὰ κλείσω καὶ μὲ ἄλλα δυὸ στοιχεῖα. Αὐτὰ βγαίνουν ἀπὸ τὰ εὐαγγελικὰ ἀναγνώσματα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν. Τὸ ἕνα εἶναι ὅτι ἡ ἐργασία τῶν ἀρετῶν τῆς ἐλεημοσύνης καὶ τῆς προσευχῆς πρέπει νὰ γίνεται «ἐν τῷ κρυπτῷ». Εἶναι ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀγώνας, ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά, ὄχι μὲ τυμπανο-κρουσίες ἐξωτερικές, ὄχι μὲ ἐπίδειξη ψεύτικων ἀρετῶν. Αὐτὸ ἔκανε ὁ Φαρισαῖος. Ὁ ἀγώνας τῶν ἀρετῶν λοιπόν δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ θυμίζει τὸν Φαρισαῖο, οὔτε τὸ καλὸ παιδί τῆς Κυριακῆς τοῦ Ἀσώτου, ἀλλὰ εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται μέσα στὴν καρδιά τοῦ Τελώνη, ἡ μεταβολὴ ποὺ διενεργεῖται μέσα στὴν καρδιά τοῦ Ἀσώτου, αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ γίνει στὴν καρδιὰ τοῦ καθενός μας. Ὁ φανερὸς ἀγώνας, αὐτὸς ποὺ ἔχει ἐπίδειξη, εἰκόνα, ἐξωτερικὴ παράσταση εἶναι ἕνας ἀγώνας ποὺ γίνεται γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι μιὰ τροφοδοσία τοῦ ἐγωισμοῦ μας. Ὁ ἐν τῷ κρυπτῷ ἀγώνας εἶναι ὁ ἀγώνας γιὰ τὸν Θεό. Εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται μυστικῶς, μέσα στὴν καρδιά μας, μὲ ταπείνωση, εἶναι ὁ ἀγώνας ποὺ γίνεται γιὰ τὸν μὴ φαινόμενο ἀλλὰ ὑπάρχοντα Θεό.

Τὸ πέμπτο λοιπὸν στοιχεῖο πού μᾶς καλεῖ στὸ ξεκίνημα αὐτῆς τῆς πορείας ἡ Ἐκκλησία νὰ κάνουμε εἶναι νὰ ἀγωνισθοῦμε ἐν τῷ κρυπτῷ καὶ νὰ ἀνακαλύψουμε τὸν κρυπτό τῆς καρδίας ἄνθρωπο ὁ κάθε ἕνας μας μέσα του.

Καὶ θὰ ὁλοκληρώσω μὲ ἕνα τελευταῖο. Ἔλεγε τὸ Εὐαγγέλιο ὅτι ὅταν νηστεύεις μὴν κάθεσαι καὶ θλίβεσαι καὶ ἔχεις ἐξωτερικὴ εἰκόνα ταλαίπωρου ἀνθρώπου, ἀλλὰ «ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴ καὶ τὸ πρόσωπό σου νίψαι» (Ματθ. στ΄ 17), δεῖξε χαρά, βγάλε ἐξωτερικὴ εὐφροσύνη, χαμόγελο, ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε. «Τόν τῆς νηστείας καιρόν» ἔλεγε τὸ τροπάριο «φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα». Τὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας νὰ τὸν ἀρχίσουμε μὲ χαρά, «ἀνέτειλε τὸ ἔαρ τῆς νηστείας καὶ ἐξήνθισε τὸ ἄνθος τῆς μετανοίας». Ξεσπάει ἔτσι μὲ ἐνθουσιασμὸ ὁ διψασμένος γιὰ τὸν ἀγῶνα τῆς νηστείας ὑμνωδὸς καὶ μεταφέρει τα αἰσθήματα τὰ ἅγια στὶς καρδιὲς ὅλων μας. Ἀνέτειλε ἡ ἄνοιξη τῆς νηστείας, ὄχι ἡ θλίψη ἀλλὰ ἡ χαρὰ καὶ ἐξήνθισε τὸ λουλούδι τῆς μετανοίας.

Ἔρχονται οἱ εὐκαιρίες αὐτὲς ποὺ φαιδρῶς καὶ ἐμεῖς τὸν ἀγῶνα αὐτὸν τὸν πνευματικὸ θὰ ἀρχίσουμε. Ἀκόμη καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀπεργάζεται χαρά, εὐφροσύνη καὶ ἀγαλλίαση, ὅπως τὸ λένε οἱ εὐχὲς καὶ οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησία μας. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ καταστρέψει τὴν χαρά μας. Πολλοὶ ἔχουμε τὴν ἐντύπωση ὅτι Μεγάλη Σαρακοστὴ σημαίνει περίοδος τεχνητῶν, μηχανικῶν, ἐξωτερικῶν, ψεύτικων, ἀπατηλῶν θλίψεων. Ὄχι. Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἡ περίοδος τῆς χαρᾶς, ὅπου ἀρχίζει κανεὶς νὰ ἀνακαλύπτει τὶς ὑποψίες της, ὂχι βέβαια στὰ καρναβάλια, οὔτε στὶς ψεύτικες σχέσεις, οὔτε στὶς κοσμικὲς ἐπιτυχίες καὶ χαρὲς, ἀλλὰ νὰ τὶς ἀνακαλύπτει μέσα στὴν καρδιά του μὲ τὴν φανέρωση τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸν τὸν ἀγῶνα λοιπὸν καλούμεθα νὰ τὸν ἀρχίσουμε μὲ χαρὰ καὶ ἐνθουσιασμό.

Βλέπετε ὅλη αὐτὴ ἡ ἁλυσίδα τῶν ἕξι στοιχείων ποὺ ἀποτελοῦν βασικὲς προϋποθέσεις τῆς πορείας μας στὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ τί ὡραία λουλούδια δὲν ἀφήνουν στὴν ψυχή μας νὰ ἀνθίσουν• τὴν ἀγάπη, τὴν ἡσυχία, τὴν προθυμία καὶ τὸ φιλότιμo. Δίνουν τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό, τὴν ἀνακάλυψη καὶ τὴν ἀποκάλυψη του ἐν κρυπτῷ ἀνθρώπου, τὴν ταπείνωση, δηλαδή, καὶ τέλος αὐτὴν τὴν χαρὰ καὶ τὸν ἐνθουσιασμό. Ἡ πρώτη λέξη εἶναι ἡ λέξη ἀγάπη, τὸ τελευταῖο ποὺ εἴπαμε εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἀγαλλίαση. Θὰ διαλέξω τὴν λέξη ἀγαλλίαση, γιὰ νὰ πῶ ὅτι καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀγαλλίαση κρύβουν κάτι πολὺ κοινό. Ἄνοιξα κάποτε ἕνα λεξικὸ νὰ δῶ ἀπὸ ποὺ προέρχεται αὐτὴ ἡ σπάνια λέξη ποὺ λέγεται ἀγάπη. Δὲν θέλω νὰ κάνουμε φιλολογικὸ μάθημα, ἀλλὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ ἄγαν ποιῶ ἢ ἀπὸ τὸ ἄγαν πάομαι τὸ ὁποῖο σημαίνει πολλὰ κάνω καὶ πολλὰ λαμβάνω. Αὐτό τὸ ἄγαν, αὐτὴ ἡ ὑπερβολὴ εἶναι ποὺ δείχνει τὴν σχέση μας μεταξύ μας. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἀγάλλομαι θὰ πεῖ ὅτι κάτι ὑπερβολικό, ἄγαν ζῶ μέσα στὴν ψυχή μου.

Ἂς ξεκινήσουμε λοιπὸν τὴν Μεγάλη Σαρακοστὴ μὲ αὐτὰ τὰ ὑπέρμετρα ἐσωτερικὰ αἰσθήματα, αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ὑπερβολὴ καὶ στὴν ἀγάπη μας καὶ στὸν πόθο μας καὶ στὸ φιλότιμό μας καὶ στὴν προσδοκία τῆς ἐπισκέψεως τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ μπορέσουμε, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, ὅλοι μαζὶ στὸ τέλος αὐτῆς τῆς περιόδου νὰ ἀπολαύσουμε ὑπερβολικὰ καὶ τὰ δῶρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα δὲν φυλάσσονται γιὰ τοὺς ἀγγέλους, ἀλλὰ προσφέρονται μέσα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία στὸν κάθε πιστὸ καὶ συνεπῶς στὸν κάθε ἕναν ἀπὸ ἐμᾶς.

Εὔχομαι σὲ ὅλους νὰ δώσει ὁ Θεὸς καλὴ καὶ εὐλογημένη καὶ παραγωγικὴ καὶ καρποφόρα καὶ χαρούμενη καὶ μὲ πλούσια συγκομιδὴ Μεγάλη πραγματικὰ Τεσσαρακοστή! Ἀμήν!

Πηγή κειμένου : imml.gr




Τι ξέρεις εσύ για τις εικόνες ;

Arizona

Ποιά διαφορά ἔχει τό εἴδωλο ἀπό τήν εἰκόνα;

Ἡ βασική διαφορά τοῦ εἰδώλου ἀπό τήν εἰκόνα ἔγκειται σ᾿ αὐτό πού ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ὑπαρκτό, ἐνῶ τό εἴδωλο εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ἀνύπαρκτο. Ἑπομένως εἶναι πλάσμα, φαντασία, ἀπάτης ὁμοίωμα. «…ψεύδους καί ἀπάτης ὁμοίωμα…, ψευδές τό εἴδωλον ἀνειποῦσιν μίμημα· τήν δ᾿ αὖ εἰκόνα, τοῦ ἀληθοῦς ἀφομοίωμα». Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, τό ἀρχέτυπο τοῦ εἰδώλου εἶναι ἀνύπαρκτο, εἶναι φανταστικό εἴδωλο, δέν εἶναι πραγματικό πρόσωπο, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ἔχει συγκεκριμένο ὑπαρκτό ἀρχέτυπο, εἶναι ὁμοίωμα τοῦ ἀληθινοῦ καί ὑπάρχοντας Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει αὐτό πού ὑπάρχει πραγματικά, ἐνῶ τό εἴδωλο δέν ἔχει μιά τέτοια δυνατότητα, δηλαδή δέν ἀπεικονίζει μιά πραγματική Θεότητα. Ἐνῶ π.χ. ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπεικονίζει τό πρωτότυπο, τόν Σαρκωμένο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἄγαλμα τοῦ Δία τί ἀπεικονίζει; Ἕνα ξόανο πού λατρεύεται καθεαυτό.

Γι᾿ αὐτό τό λόγο τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη. Μετά τή Σάρκωση ὅμως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τή δυνατότητα τῆς περιγραφῆς Του. Ἡ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ἀποτελεῖ εἰδωλική κατασκευή, ἀλλά ἀπόδειξη καί ὁμολογία τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἄν ἐπιχειροῦσε νά περιγράψει κανείς σέ εἰκόνα τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πρίν ἀπό τή Σάρκωσή Του, κάτι τέτοιο θά ἀποδεικνυόταν, «ὄχι μόνον φαῦλον, ἀλλά καί ἔκτοπον, τόν μή Σαρκωθέντα Λόγον σάρκα τοπάζειν». Καί αὐτό διότι ἐφόσον δέν ὑπῆρχε πρωτότυπο, θά ἐλεγχόταν ἡ πράξη του αὐτή ἀπό τό Νόμο τοῦ Θεοῦ πού λέει: «Τίνι ὁμοιώματι, ὁμοιώσατέ με»; (Ἡσ. 40, 18). Ἀλλά οἱ εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων, ἀποτελοῦν ἀπεικονίσεις πραγματικῶν ἱστορικῶν προσώπων, τά ὁποῖα βρίσκονται σέ ἄμεση σχέση, προσωπική καί οὐσιαστική, σχέση κοινωνίας μέ τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό.

Εἴπατε ὅτι τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη.

Πῶς ὅμως ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή δυό γλυπτῶν ἀνθρωπόμορφων Χερουβίμ καί τήν τοποθέτησή τους στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου; Δέν ἦταν αὐτά εἴδωλα;

Τά ἀνθρωπόμορφα Χερουβίμ πού κατασκευάστηκαν καί τοποθετήθηκαν ἐπάνω στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου δέν ἦταν εἴδωλα, δηλαδή ἀπεικονίσεις φανταστικῶν ὁμοιωμάτων μέ ἀνύπαρκτο ἀρχέτυπο, ἀλλά ἀπεικονίσεις ἀσωμάτων Ἀγγέλων, ἔτσι ὅπως εἶχαν ἐμφανιστεῖ στούς πατριάρχες τοῦ Ἰσραήλ (Γεν. 3, 24. 16, 11. 19, 1. Ἑβρ. 1, 14). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τά ὁμοιώματα αὐτά «ἐκτυπώματα» καί «μορφώματα» καί τονίζουν ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή τῶν ἱερῶν αὐτῶν συμβόλων, δηλαδή τά ὁμοιώματα τῶν Χερουβίμ ἤ τήν Κιβωτό ἤ τή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου κ.λ.π. Διότι τά ἱερά αὐτά σύμβολα παιδαγωγοῦσαν τόν περιούσιο λαό τοῦ Ἰσραήλ ὥστε νά συνειδητοποιεῖ ἀφ᾿ ἑνός τή διαρκή παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του καί ἀφ᾿ ἑτέρου τό χρέος του στό νά ἀποδίδει λατρεία πρός τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀναφέρεται στά «ἐκτυπώματα» αὐτά καί λέει ὅτι γιά τόν παιδαγωγούμενο ἄνθρωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἱερά σύμβολα, τά ὁποῖα «ἤ εἰς τύπον Χριστοῦ αἰνιγματωδῶς παραλαμβάνεται» (χάλκινος ὄφις) ἤ γενικῶς ἀποτελοῦν «προχάραγμα ἐναργές… τῆς ἐν πνεύματι λατρείας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Δι᾿ ἐκτυπωμάτων καί μορφωμάτων τινων συμβολικῶς ἀνάγεσθαι τόν Ἰσραήλ, ἐπί τήν τοῦ Ἑνός Θεοῦ, ὡς ἐφικτόν θεωρίαν καί λατρείαν».

Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι ὁ Μωσαϊκός Νόμος ἦταν ἀποτρεπτικός κάθε ἀπόπειρας ἐξεικονίσεως τοῦ Θεοῦ ὅπως ὑποστήριζαν οἱ εἰκονομάχοι;

Ναί, βέβαια, ἦταν ἀποτρεπτικός. Ὑπῆρχε ἀπόλυτος περιορισμός γιά τήν κατασκευή οἱουδήποτε ὁμοιώματος καί οἱασδήποτε ἐξεικονίσεως. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδέ παντός ὁμοίωμα, ὅσα ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καί ὅσα ἐν τῇ γῇ κάτω καί ὅσα ἐν τοῖς ὕδασι, ὑποκάτω τῆς γῆς. Οὐ προσκυνήσεις αὐτοῖς οὐδέ μή λατρεύσεις αὐτοῖς» (Ἐξ. 20, 1-6. Λευιτ. 26, 1. Δευτ. 4, 16-19). Παρά ταῦτα οἱ Ἰσραηλίτες ἀθέτησαν ἐπανειλημμένα τίς ἀπαγορεύσεις αὐτές τοῦ Θεοῦ, πού τούς δόθηκαν μέσω τοῦ Μωυσῆ καί «ὠλίσθησαν», γλίστρησαν πρός τήν εἰδωλολατρεία.

Δηλαδή στήν Παλαιά Διαθήκη λείπει ἐντελῶς ὁ εἰκονισμός τοῦ Θείου;

Στήν Παλαιά Διαθήκη δέν ἔχουμε πλήρη ἀπουσία τοῦ εἰκονισμοῦ τοῦ Θεοῦ, παρόλο πού οἱ Μωσαϊκοί κώδικες εἶναι γεμάτοι ἀπαγορεύσεις γιά οἱανδήποτε ἐξεικόνισή του. Ἀντίθετα, ἄν μελετήσουμε βαθύτερα, θά δοῦμε ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι γεμάτη ἀπό εἰκονολογικά στοιχεῖα, εἶναι ἕνα βιβλίο κατεξοχήν εἰκονολογικό. Ἡ ἀπαγόρευση τῆς ἐξεικονίσεως, ὅπως ἀφήσαμε νά ἐννοηθεῖ καί στήν προηγούμενη ἀπόκριση, γινόταν γιά λόγους παιδαγωγικούς πρός ἕνα λαό ἀνώριμο πνευματικά πού εἶχε ροπή πρός τήν ἀποστασία ἀπό τό Νόμο τοῦ Θεοῦ, ἕνα λαό «εὐόλισθον» πρός τήν εἰδωλολατρεία. Γιά νά προφυλάξει λοιπόν ὁ Θεός τό λαό Του ἀπό τέτοια ἀποστασία, ἀπό τό μεγάλο πειρασμό τῆς εἰδωλολατρείας, δίνει τήν ἐντολή μέσω τοῦ Μωυσῆ νά μήν ἐξεικονίζει μέ ὁποιονδήποτε τρόπο τό πρόσωπό Του.

Ἔτσι ὁ παιδαγωγούμενος λαός συνειδητοποιοῦσε σιγά-σιγά τήν ἀπόλυτη ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ. Ἄλλωστε «Τόν Θεόν οὐδείς ἑώρακε πώποτε»! Πῶς ἦταν δυνατόν νά ἐξεικονισθεῖ; Ἀφοῦ εἰσῆλθε ὅμως ὁ Χριστός στόν κόσμο καί «ἑωράκαμεν Αὐτόν καί ἐψηλαφήσαμεν», ὁ Θεός πλέον «ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ», μποροῦσε νά ἐξεικονισθεῖ. Διότι ὁ Χριστός εἶναι «ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ, ἑώρακε καί τόν Πατέρα» (Ἰωάν. 14, 9), μᾶς λέει ὁ Ἴδιος ὁ Ἰησοῦς.

Τί σημαίνει αὐτό πού εἴπατε ὅτι ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι ἕνα βιβλίο κατεξοχήν εἰκονολογικό;

Ἡ Παλαιά Διαθήκη εἶναι κατάμεστη ἀπό εἰκονικές παρομοιώσεις καί προτυπώσεις, ἀλλά καί παραστατικές ἐξεικονίσεις γεγονότων τῆς θείας Οἰκονομίας, ἡ πραγματοποίηση τῶν ὁποίων ἔλαβε χώρα στήν Καινή Διαθήκη, στούς χρόνους τῆς ἐπίγειας Παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες προτυπώσεις εἶναι: «Ἡ φλεγομένη καί μή καιομένη βάτος», πού προεικονίζει τήν ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου. Ἡ τριήμερη παραμονή τοῦ Ἰωνᾶ στήν κοιλιά τοῦ κήτους, πού προεικονίζει τήν τριήμερη ταφή τοῦ Κυρίου. Ἡ κιβωτός τοῦ Νῶε ὡς προεικόνιση τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ Μωσαϊκός Νόμος ὡς προεικόνιση τοῦ Εὐαγγελίου κ.λ.π. Ὁ Νόμος τοῦ Μωυσῆ προεικονίζει τό Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστός εἶναι εἰκόνα τοῦ Πατέρα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἅγιοι εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ναός εἶναι εἰκόνα τοῦ οὐρανοῦ, ἡ Θ. Λειτουργία τῆς οὐράνιας Λειτουργίας. Τό καθετί δηλαδή εἶναι εἰκόνα κάποιου ἄλλου; Τότε ὁ ὄρος «εἰκόνα» ἀποκτᾶ μεγάλο εὖρος καί σημασία. Ὁ Ἰάκωβος Μάινας στό ἄρθρο του «Ἡ καινή γλώσσα τῶν εἰκόνων», μᾶς ἀναλύει καίρια αὐτό τό σημεῖο: «Ἡ εἰκόνα», λέει, «γιά τήν ὀρθοδοξία, εἶναι τρόπος καί στάση ζωῆς, ἦθος καί ὕφος καί οὐσιώδης διάσταση τῆς ἀλήθειάς της, σημεῖο ἀπό τά καίρια τῆς διδασκαλίας της καί τῆς θεολογίας της καί ἴσως συνιστᾶ τό ἐνδότερο σημεῖο τοῦ εἶναι της. Αὐτό ἀποκαλύπτουν τά θέματα καί τά στοιχεῖα τῆς ζωῆς της καί τῆς σκέψεώς της: Ἡ Ἀνάσταση, ἡ Μεταμόρφωση, ὁ Χριστός ὡς εἰκόνα καί ἀπαύγασμα τοῦ Πατέρα, ὁ ἄνθρωπος ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἅγιοι ὡς εἰκόνες τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ Λειτουργία, ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός μέ τή θεωρία τοῦ ἀκτίστου φωτός. Τό καθετί κρύβει τό θέμα τῆς εἰκόνας. Ὅλα ὑπάρχουν καί βιώνονται, ὄχι καθεαυτά, ἀλλά ὡς διάβαση, ἀναγωγή, πέρασμα, Πάσχα. Τό καθετί βρίσκει τόν ἑαυτό του μέσα στό ἄλλο, κατά τό λόγο τοῦ Κυρίου, ” ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε καί τόν Πατέρα” . Τό καθετί δέν ἀναπαύεται στόν ἑαυτό του, ἀλλά ὁδεύει, διαβαίνει πρός τό πρωτότυπο. Αὐτή ἡ διάβαση εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἀλήθειας τῆς εἰκόνας ἀλλά καί τῆς ὀρθοδοξίας».

Συμπέρασμα: Μέ τόν ὅρο «εἰκόνα» στήν ὀρθοδοξία δέν ἀναφερόμαστε σ᾿ ἕνα στατικό φαινόμενο, ἀλλά σέ μιά προσωπική κλήση καί ἐνέργεια, σέ μιά διάβαση γιά ὑπαρκτική καθολική θέαση τῆς ἀλήθειας στήν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ εἰκόνα. Στή Χριστοποίησή μας, στήν εἰκονοποίησή μας, στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας.

Τότε γιατί οἱ εἰκονομάχοι μάχονται τίς εἰκόνες καί χύθηκε τόσο αἷμα στήν Ἐκκλησία;

Ἡ εἰκονομαχία (726-843) εἶναι σύνθετο ἱστορικό γεγονός, μιά αἵρεση πού δέν ἔχει μελετηθεῖ ἀρκετά. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, εἶναι κυρίως ἐκεῖνοι πού ἀσχολήθηκαν μέ τά θεολογικά θέματα τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ ἀπαντήσεις πού ἔδωσαν στερέωσαν καί θεμελίωσαν μιά γιά πάντα τή θέση τῶν ἁγίων εἰκόνων στήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.

Οἱ εἰκονομάχοι ἀρχικά, ξεκινώντας ἀπό τήν ἀπαγόρευση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά κάθε εἴδους ἐξεικονισμό τοῦ Θείου, κατηγοροῦσαν τούς πιστούς ὀρθόδοξους ὡς εἰδωλολάτρες, διότι λάτρευαν, καθώς ἔλεγαν, σανίδες, πέτρες καί τοίχους. Αὐτό ὅμως ἦταν μόνο πρόφαση. Τό κύριο πρόβλημα τῶν εἰκονομάχων ἦταν ὅτι δέν μποροῦσαν νά κατανοήσουν καί νά περιλάβει ὁ νοῦς τους τό γεγονός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου. Τό ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος «ἵνα τόν ἄνθρωπον Θεόν ποιήσῃ». Τό σκάνδαλο τῆς Σαρκώσεως, αὐτό τό φοβερό γεγονός, ἦταν τό πρόβλημα τῶν εἰκονομάχων. Μή μπορώντας λοιπόν νά ἀποδεχτοῦν ὅτι ὁ Θεός ἦλθε στόν κόσμο «ἐν σαρκί», ἔφτασαν σ᾿ αὐτή τήν ἀκραία εἰκονοκλαστική τοποθέτησή τους. Διότι ἡ εἰκόνα εἶναι τεκμήριο, ἀπόδειξη, τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ. Ἀρνούμενοι λοιπόν τίς εἰκόνες, ἀρνοῦνται τή Σάρκωση τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος. Καί ἀρνούμενοι τή σάρκωση, ἀπέρριπταν καί τό ὅλο μυστήριο τῆς θείας Οἰκονομίας.

Γι᾿ αὐτό καί οἱ Πατέρες ἀντέταξαν σθεναρή ἀντίσταση, ἀναπτύσσοντας μιά βαθιά θεολογία καί ἀπολογητική πάνω στό θέμα τῶν ἱερῶν εἰκόνων πού καταδεικνύει ὅτι ἡ θέση καί ἡ τιμή πού ἀπονέμει ἡ ὀρθόδοξη Ἑκκλησία στήν εἰκόνα, δέν ἀποτελεῖ ὀπισθοδρόμηση στήν εἰδωλολατρεία, ἀλλά εἶναι ἀκριβῶς μιά ἔμπρακτη ὁμολογία τοῦ ὅτι «ὁ Λόγος ἐν σαρκί ἐγένετο», τοῦ ὅτι ὁ Θεός ἔγινε «τέλειος ἄνθρωπος ἐν ὅλῃ θεότητι καί τέλειος Θεός ἐν ὅλῃ ἀνθρωπότητι». «Προσέλαβε, ἐκάλλυνε καί ἔσωσε τήν ἀμαυρωθεῖσαν» στόν ἄνθρωπο «εἰκόνα τοῦ Θεοῦ» καί «τῷ θείῳ κάλλει συγκατέμιξε» (Συνοδικόν Ὀρθοδοξίας).

Μέ τό «συγκατέμιξε» ἐννοοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες τή θέωσή μας καί τή σωτηρία μας: «Ἀφ᾿ οὗ ἡ θεότης τῇ ἡμετέρᾳ φύσει συνεκράθη, οἷόν τι ζῳοποιόν καί σωτήριον φάρμακον, ἐδοξάσθη ἡ φύσις ἡμῶν καί πρός σωτηρίαν μετεστοιχειώθη. Δηλαδή, ἀφοῦ ἡ θεότητα ἔγινε ἕνα κράμα μέ τή δική μας ἀνθρώπινη φύση, σάν μέ κάποιο ζωοποιό καί σωτήριο φάρμακο, δοξάστηκε ἡ φύση μας καί μεταστοιχειώθηκε πρός ἀφθαρσία.

Ποιές εἶναι οἱ πηγές τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας;

Πηγές ἀνεξάντλητες γιά τή θεολογία τῆς εἰκόνας ἀποτελοῦν: 1) Ἡ Καινή Διαθήκη (Ἀπ. Παῦλος). 2) Οἱ Καππαδόκες Πατέρες (κυρίως ὁ Μ. Βασίλειος, στόν ὁποῖο στηρίζονται οἱ Πατέρες πού ἔζησαν τήν εἰκονομαχική περίοδο). 3) Ἡ Δ́ Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἀσχολήθηκε κυρίως μέ τό Χριστολογικό δόγμα. 4) Ὀ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. 5) Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης. 6) Ἡ Ζ ́́ Οἰκουμενική Σύνοδος πού ἔγινε τό 787 μ.Χ. στή Νίκαια.

Ποῦ γίνεται μνεία στήν Καινή Διαθήκη γιά τό θέμα τῶν εἰκόνων;

Δέν γίνεται ἄμεση μνεία γιά τό θέμα τῶν εἰκόνων στήν Καινή Διαθήκη. Ἄν γινόταν ἄμεση ἀναφορά, λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, οἱ ἄνθρωποι θά θεοποιοῦσαν τίς εἰκόνες. Δέν ἀναφέρεται λοιπόν ἄμεσα τό θέμα τῶν εἰκόνων στήν Καινή Διαθήκη, ἀλλά βρίσκουμε σαφῶς χωρία στά ὁποῖα ἀναφέρεται ἡ «εἰκονική» σχέση τοῦ Χριστοῦ Υἱοῦ πρός τόν Πατέρα: «Ὁ ἑωρακώς ἐμέ ἑώρακε καί τόν Πατέρα» (Ἰωάν. 14, 9). Ὁ δέ ἀπ. Παῦλος λέει: «Χριστός ἐστι εἰκών Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. 1, 15).

Ποιό ἦταν τό κύριο πρόβλημα τῶν εἰκονομάχων πού δέν τούς ἐπέτρεπε νά ἀποδεχτοῦν τίς εἰκόνες;

Ὁ ὅρος «εἰκόνα» εἶχε κατανοηθεῖ ἐντελῶς λανθασμένα ἀπό τούς εἰκονομάχους. Δηλαδή οἱ εἰκονομάχοι διατείνονταν ὅτι «μιά πραγματική εἰκόνα πρέπει νά εἶναι τῆς ἴδιας φύσης μέ τό ἀναπαριστώμενο, πρέπει νά εἶναι ὁμοούσια μέ αὐτό», διαφορετικά εἶναι εἴδωλο.

Γι᾿ αὐτό τό λόγο ὑποστήριζαν ὅτι ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι μόνο ἡ Θεία Εὐχαριστία. Γιά τούς Ὀρθόδοξους ὅμως «τά Τίμια Δῶρα δέν μποροῦν νά ἀναγνωρισθοῦν σάν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἀκριβῶς εἶναι ταυτόσημα μέ Αὐτόν πού εἶναι τό Πρωτότυπό τους. Ἡ μετουσίωση τῶν Τιμίων Δώρων δέν τά μεταβάλλει σέ εἰκόνα, ἀλλά σέ Τίμιον Σῶμα καί Τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ». Οἱ θέσεις αὐτές τῶν εἰκονομάχων ἦταν ἀκατανόητες καί ἀπαράδεκτες γιά τό πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας.

Γι᾿ αὐτό, μέ πρωτοπόρους τούς μαχητικούς Πατέρες, ἅγιο Ἰωάννη Δαμασκηνό καί Θεόδωρο Στουδίτη, ἀγωνίστηκε γιά τό ὀρθόδοξο δόγμα. Οἱ Πατέρες αὐτοί ἄνοιξαν βαθύτατο θεολογικό διάλογο μέ τούς αἱρετικούς καί μᾶς ἔδωσαν τίς ὀρθόδοξες θέσεις στίς ὁποῖες στηρίζεται σήμερα ἡ Ὀρθοδοξία ὅσον ἀφορᾶ τό θέμα τῶν εἰκόνων.

Ποιά εἶναι ἡ θέση τῶν ὀρθοδόξων γιά τή σχέση εἰκόνας καί πρωτοτύπου;

Γιά τούς ὀρθόδοξους ἡ εἰκόνα βέβαια δέν εἶναι ταυτόσημη μέ τό πρωτότυπό της, δέν εἶναι ὁμοούσια. Ἄλλωστε ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «εἰκών» αὐτό δείχνει. «Ἄλλο γάρ ἐστι εἰκών καί ἄλλο τό εἰκονιζόμενον», λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἐνῶ ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὀνομάζει τό πρωτότυπο «ἀρχέτυπον», «σφραγίδα» καί ἡ εἰκόνα ἑρμηνεύεται ὡς «παράγωγον», «ἐκτύπωμα», «ἀποσφράγισμα». Ὑποστηρίζει μάλιστα ὅτι τό πρωτότυπο καί ἡ εἰκόνα δέν εἶναι δυνατόν νά ταυτίζονται, διότι πρόκειται γιά δύο παράγοντες, ὅπου ὁ ἕνας -τό πρωτότυπο-ἐπέχει λόγο αἰτίου καί ὁ ἄλλος -ἡ εἰκόνα -ἐπέχει λόγο αἰτιατοῦ. Εἶναι δύο πραγματικότητες πού διακρίνονται μεταξύ τους, ἀλλά εἶναι συγχρόνως ἀδιάσπαστα ἑνωμένες.

Ἐπίσης ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος ἀναφέρει ὅτι ἡ φύση τῆς εἰκόνας εἶναι νά ὑπάρχει ὡς «μίμημα τοῦ πρωτοτύπου». Ἔτσι μποροῦμε πιό εὔκολα νά ἐννοήσουμε ὅτι ἡ «μίμηση» ὡς ἰδίωμα τῆς εἰκόνας, δηλώνει συγχρόνως τήν ὁμοιότητά της μέ τό πρωτότυπο ὡς πρός τή μορφή, ἀλλά καί τή διαφορά της ὡς πρός τή φύση, τήν οὐσία της, μέ τό πρωτότυπο. Ὁ δέ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέει: «Οὐκ ἄν μανείη ἄν τις τοσοῦτον, σκιάν τε καί ἀλήθειαν, ἀρχέτυπον καί παράγωγον, αἴτιόν τε καί αἰτιατόν, ταὐτόν ὑπολαμβάνειν κατ᾿ οὐσίαν». Δηλαδή, μέ ἁπλά λόγια, καί ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ὑποστηρίζει τήν ἴδια θέση καί λέει: Σίγουρα, θά ᾿ναι τρελλός ὅποιος ταυτίζει τή σκιά μέ τήν ἀλήθεια, τό ἀρχέτυπο μέ τό παράγωγο, τό αἴτιο μέ τό αἰτιατό.

Ἑπομένως ἄλλη εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πρωτοτύπου, «ἀρχετύπου» καί ἄλλη τοῦ ἐκτυπώματος, τῆς εἰκόνας. Μάλιστα, γιά νά μᾶς κάνει σαφέστερη τή διάκριση μεταξύ εἰκόνας καί πρωτοτύπου, μᾶς φέρνει τό παράδειγμα τοῦ καθρέφτη. Πάνω στόν καθρέφτη διαγράφεται τό ὁμοίωμα τοῦ προσώπου πού καθρεφτίζεται. Τό ὁμοίωμα αὐτό φυσικά ἔχει ἐντελῶς διαφορετική οὐσία ἀπό τό πρωτότυπο, τό πρόσωπο δηλαδή πού καθρεφτίζεται. Δέν ἔχει κοινή τήν ὕλη καί τήν οὐσία τό πρωτότυπο μέ τό ὁμοίωμα.

Ἀπ᾿ ὅλα αὐτά βγαίνει τό συμπέρασμα ὅτι κάθε ὀρθόδοξη εἰκόνα εἶναι ὅμοια μέ τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο ὡς πρός τά χαρακτηριστικά του ἰδιώματα, ὡς πρός τή μορφή, ἀλλά ὡς πρός τήν οὐσία, εἶναι ἀνόμοια. Δέν ἔχει ἡ εἰκόνα κοινή τήν οὐσία μέ τό ἀρχέτυπο. Γι᾿ αὐτό ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα ἔχει τή δυνατότητα νά λειτουργεῖ μέ δυό τρόπους: Συγχρόνως ἀποκρύπτει καί ἀποκαλύπτει τήν ἀλήθεια. Λειτουργεῖ, ὅπως λένε, καί «ὡς ἀπόκρυψη καί ὡς ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας».

Εἴπατε ὅτι «ὁ Χριστός ἐστιν εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου». Δέν ταυτίζεται σ᾿ αὐτή τήν περίπτωση «ἡ εἰκόνα», ὁ Χριστός, μέ τό πρωτότυπό της, τό ἀρχέτυπό της, τόν Θεό-Πατέρα;

Καί σ᾿ αὐτό τό θέμα ἔχουμε ἀπάντηση ἀπό τόν ἅγιο Πατέρα μας Θεόδωρο τό Στουδίτη. Ὁ ὅσιος Πατήρ κάνει ἕνα διαχωρισμό ἀνάμεσα στή «φυσική» εἰκόνα καί στήν «τεχνητή» εἰκόνα. Στή «φυσική» εἰκόνα, τό πρωτότυπο, καί ἡ εἰκόνα ταυτίζονται «οὐσιωδῶς», ὡς πρός τήν οὐσία, ἀλλά διαφέρουν ὡς πρός τήν ὑπόσταση, ἔχουν διαφορετικές ὑποστάσεις.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα «φυσικῆς» εἰκόνας προβάλλει ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης τή σχέση τοῦ Χριστοῦ πρός τόν Πατέρα Του κατά τή θεότητά Του καί τή σχέση Του πρός τή Μητέρα Του κατά τήν ἀνθρωπότητά Του. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Σαρκωμένος Θεός καί Λόγος, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἡ ἀπαράλλακτη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ-Πατέρα ὡς πρός τή θεότητα. Ἐνῶ κατά τήν ἀνθρωπότητα εἶναι φυσική εἰκόνα τῆς Μητέρας Του, τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Καί ὅσον ἀφορᾶ τή θεότητα, μέ βάση τήν τριαδικότητα, διαφέρει ὡς πρός τήν ὑπόσταση. Διότι ἄλλη εἶναι ἡ ὑπόσταση τοῦ Θεοῦ-Πατέρα καί ἄλλη τοῦ Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Κατά τόν ἴδιο τρόπο μπορεῖ ὁ Χριστός νά ταυτίζεται, ὡς πρός τήν ἀνθρώπινη φύση Του μέ τή Μητέρα Του, «τήν τεκοῦσαν Αὐτόν Θεοτόκον», ἀλλά νά διαφέρει ὅμως ὑποστατικῶς ἀπό αὐτήν, διότι ὁ Χριστός, ὡς ἄνθρωπος, εἶχε ὑποστατικά ἰδιώματα τά ὁποῖα διέφεραν ἀπό τῆς Μητέρας Του. Ἐνῶ ἡ «τεχνητή» εἰκόνα -τό εἰκόνισμα πού ἔχουμε στούς Ναούς καί στά σπίτια μας- ταυτίζεται μέ τό πρωτότυπό της «τῇ ὁμοιώσει», ὡς πρός τήν ὁμοιότητα τῆς μορφῆς, ἀλλά διακρίνεται ἀπό αὐτό «φυσικῶς», ὡς πρός τήν οὐσία.

Παράδειγμα: Ἡ «τεχνητή» εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ εἶναι διαφορετική ὡς πρός τήν οὐσία ἀπό τό πρωτότυπό της, τό Σαρκωμένο Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀλλά συνδέεται μέ αὐτό γιατί ἀναπαριστᾶ τό πρόσωπο τοῦ πρωτοτύπου, φέρει τό ὄνομα του καί ἔτσι ταυτίζεται ὑποστατικά μέ αὐτό (κατά τήν ὁμοίωση). «Τό πρωτότυπον καί ἡ εἰκών ἕν μέν ἐστι τῇ ὑποστατικῇ ὁμοιώσει, δύο δέ τῇ φύσει», λέει ὁ ἅγιος Νικηφόρος. Γι᾿ αὐτό ἡ «εἰκών τοῦ Χριστοῦ Χριστός», κατά τόν ἅγιο Ἰωάννη τό Δαμασκηνό.

Στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ποιά ἀπό τίς δύο φύσεις εἰκονίζεται;

Τό ἴδιο ἐρώτημα ἔθεταν καί οἱ εἰκονομάχοι. Γι᾿ αὐτό ἔλεγαν πρός τούς ὑπέρμαχους τῶν ἁγίων εἰκόνων: Τί ἀπεικονίζει ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ, τή θεία φύση ἤ τήν ἀνθρώπινη; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά περιγράφεται ὁ Θεός πού εἶναι «ἀσχημάτιστος», «ἀπερίγραπτος», καί «ἄποσος»; Ἄν πάλι, ἔλεγαν, εἰκονίζετε τήν ἀνθρώπινη φύση, πῶς εἶναι δυνατόν νά χωρίζεται ἡ θεία φύση ἀπό τήν ἀνθρώπινη στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ; Στά ἐρωτήματα αὐτά ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἔδωσε τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «Πάλαι μέν ὁ Θεός, ὁ ἀσώματος καί ἀσχημάτιστος οὐδαμῶς εἰκονίζετο. Νῦν δέ σαρκί ὀφθέντος Θεοῦ καί τοῖς ἀνθρώποις συναναστραφέντος, εἰκονίζω τοῦ Θεοῦ τό ὁρώμενον». Δηλαδή: Τούς χρόνους πρό τῆς ἐνανθρωπήσεως, ὁ Θεός, ὁ ἀσώματος, ὁ ἀσχημάτιστος δέν εἰκονιζόταν πουθενά. Τώρα ὅμως πού ἔλαβε σάρκα καί φανερώθηκε καί συναναστράφηκε μέ τούς ἀνθρώπους, εἰκονίζω τόν ὁρατό Θεό. Καί σέ ἄλλο σημεῖο πάλι λέει: «Διό θαρρῶν εἰκονίζω Θεόν τόν ἀόρατον, οὐχ ὡς ἀόρατον, ἀλλ᾿ ὡς ὁρατόν, δι᾿ ἡμᾶς γενόμενον μεθέξει σαρκός τε καί αἵματος. Οὐ τήν ἀόρατον εἰκονίζω θεότητα, ἀλλ᾿ εἰκονίζω τοῦ Θεοῦ τήν ὁραθεῖσαν σάρκα». Δηλαδή: Γι᾿ αὐτό παίρνω θάρρος καί εἰκονίζω Θεό τόν ἀόρατο, ὄχι ὡς ἀόρατο, ἀλλά μέ τή σωματική Του ὑπόσταση μέ τήν ὁποία ἔγινε σέ μᾶς ὁρατός, ἀφοῦ προσέλαβε γιά τή δική μας σωτηρία σάρκα καί αἷμα.

Ἡ σάρκωση τοῦ Θεοῦ, λένε οἱ ὀρθόδοξοι, μᾶς δίνει τό δικαίωμα νά Τόν ἀπεικονίζουμε, νά ζωγραφίζουμε τήν εἰκόνα Του, χωρίς αὐτό νά σημαίνει ὅτι χωρίζουμε τή σάρκα Του ἀπό τή θεότητά Του. Γιατί ἄν δέν ἀπεικονίσουμε τόν Κύριο, ἀρνούμαστε τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Θά εἴμαστε τότε ἤ Μονοφυσίτες-διότι αὐτοί παραδέχονται μόνο τή θεία φύση Του- ἤ Δοκητές -διότι αὐτοί πιστεύουν στή φαινομενική παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἐπί τῆς γῆς.

Ἀλλά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀντιμετώπισε τούς αἱρετικούς εἰκονομάχους μέ μιά πιό σαφή θεολογική τοποθέτηση καί ἔλυσε παντελῶς τό ἀκανθῶδες αὐτό πρόβλημα. Ἔκανε δηλαδή ἕνα σαφή διαχωρισμό, μιά εὔστοχη διάκριση ἀνάμεσα στή φύση καί στό πρόσωπο-ὑπόσταση. Καί μᾶς δίδαξε ὅτι ἡ εἰκόνα ἐξεικονίζει, ὄχι τή φύση, ἀλλά τήν ὑπόσταση τοῦ εἰκονιζόμενου. «Παντός», λέει «εἰκονιζομένου, οὐχ ἡ φύσις ἀλλ᾿ ἡ ὑπόστασις εἰκονίζεται». Ὁ δέ σύγχρονος εἰκονολόγος Michel Quenot λέει ὅτι «στήν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι οὔτε ἡ θεότητα οὔτε ἡ ἀνθρωπότητά Του (δέν πρόκειται γιά τίς φύσεις πού παριστάνονται), ἀλλά γιά τό μοναδικό πρόσωπο πού ἑνώνει τίς δύο φύσεις».

Τί ἐννοῦμε μέ τόν ὅρο «ὑπόσταση»;

Εἶναι εὔλογο τό ἐρώτημα καί οὐσιαστικό. Πρόκειται γιά ἕνα σημαντικό θεολογικό ὅρο πού σαφῶς ἔλειπε ἀπό τήν εἰκονομαχική σκέψη. Στήν προχαλκηδόνιο περίοδο, οἱ ὅροι «φύσις», «ὑπόστασις» καί «πρόσωπο» ταυτίζονταν, ἦταν συνώνυμοι. Ἡ ταύτιση ὅμως αὐτή δημιουργοῦσε σοβαρές δυσκολίες γιά τήν κατανόηση τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ ἀφ᾿ ἑνός, ἀλλά καί τῆς ἑνότητας Θεοῦ καί ἀνθρώπου ἐν τῷ προσώπω τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφ᾿ ἑτέρου. Τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνας ἔκανε αὐτή τή σαφή διάκριση ἀνάμεσα στή «φύση» καί στήν «ὑπόσταση», τό πρόσωπο.

Ἔτσι ἀποσαφηνίστηκε ὅτι ἡ «ὑπόστασις ταυτόν οὖσα πρός τό πρόσωπον», εἶναι κάτι περισσότερο ἀπό τή «φύση», διότι προϋποθέτει, περιλαμβάνει τή «φύση». Καί γιά νά τό καταλάβουμε καλύτερα, οἱ ὅροι «οὐσία» καί «φύσις» δηλώνουν ἁπλῶς τό «εἶναι», τό γενικό, τό καθολικό, τό εἶδος τό κοινό σέ ὅλους, π.χ. τή θεία φύση, τήν ἀγγελική ἤ τήν ἀνθρώπινη. Ἐνῶ ἡ «ὑπόσταση» ὑποδηλώνει τό καθεαυτό εἶναι, τό πρόσωπο, τόν ἰδιαίτερο, ἀτομικό καί προσωπικό τρόπο ὑπάρξεως. Ἡ «φύσις» εἶναι κοινή σέ ὅλους. Τό πρόσωπο προσθέτει σ᾿ αὐτή τό σύνολο τῶν ἀτομικῶν ἰδιωμάτων, τῶν ἰδιαίτερων χαρακτηριστικῶν Π.χ. ἡ ἀνθρώπινη φύση εἶναι κοινή σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Τά πρόσωπα ὅμως μπορεῖ νά εἶναι πολυάριθμα, ἀλλά τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά εἶναι μοναδικό, συγκεκριμένο καί ἀναντικατάστατο, ἔχει δέ τά δικά του, τά ἀτομικά του ἰδιώματα καί χαρακτηριστικά.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διευκρινίζει πλήρως τόν ὅρο ὑπόσταση καί λέει: «Ἐπειδή δέ πολλοί εἰσιν ἄνθρωποι, ὁ καθείς ἄνθρωπος ὑπόστασίς ἐστιν, οἷον ὁ Ἀδάμ, ὑπόστασις ἐστι, καί ἡ Εὔα ἄλλη ὑπόστασις, καί ὁ Σήθ ἑτέρα ὑπόστασις». Δηλαδή: Ὑπάρχουν πολλοί βέβαια ἄνθρωποι, ἀλλά ὁ καθένας εἶναι ξεχωριστή, ἰδιαίτερη ὑπόσταση, π.χ. ὁ Ἀδάμ εἶναι ὑπόσταση ξεχωριστή, ἡ Εὔα ἄλλη ὑπόσταση, ὁ Σήθ διαφορετική ὑπόσταση. Γιά νά καταδείξει δέ ὁ ἱερός Πατήρ τή διαφορά μεταξύ ὑποστάσεως καί οὐσίας, φύσεως ἤ εἴδους, ἀναφέρει τά παραδείγματα τῆς Ἁγίας Τριάδος, τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων. Λέει λοιπόν: «Ὅσον ἀφορᾶ τήν Ἁγία Τριάδα ἔχουμε τρεῖς ὑποστάσεις. Εἶναι ὁ Πατήρ, ὁ Υἱός καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Φύση καί οὐσία εἶναι μία, ἡ ὑπερούσια καί ἀκατάληπτη Θεότητα. Στούς Ἀγγέλους ὑποστάσεις εἶναι ὁ Μιχαήλ καί ὁ Γαβριήλ καί οἱ λοιποί κατά μέρος Ἄγγελοι, ἐνῶ ἡ οὐσία, τό περιεκτικό εἶδος, εἶναι ἡ ἀγγελική φύση. Τό ἴδιο μποροῦμε νά ποῦμε καί γιά τούς ἀνθρώπους. Ἔτσι ξεχωριστές ὑποστάσεις εἶναι ὁ Πέτρος, ὁ Παῦλος, ὁ Ἰωάννης καί οἱ λοιποί κατά μέρος ἄνθρωποι. Περιεκτικό δέ εἶδος αὐτῶν, ἡ οὐσία τους, εἶναι ἡ ἀνθρωπότης».

Καί οἱ λοιποί Πατέρες ἔλεγαν: Κοινή, μία ἡ φύση τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά μυριοϋπόστατη. Μονάς ὁ Θεός, ἀλλά Τρισυπόστατος. Τρία πρόσωπα, τρεῖς ὑποστάσεις πού τό καθένα ἔχει τά δικά του προσωπικά ἰδιώματα. Ἡ εἰκόνα ἀναπαριστᾶ λοιπόν τό πρόσωπο, τήν ὑπόσταση τοῦ πρωτοτύπου της καί φέρει τό ὄνομα του.

Ἔτσι ἀκριβῶς καθίσταται δυνατή ἡ γνώση αὐτοῦ τοῦ προσώπου. Χάρη σ᾿ αὐτό τό δεσμό «ἡ τῆς εἰκόνος τιμή ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει». Στό ἐρώτημα λοιπόν πού ἔθεταν οἱ εἰκονομάχοι -καί θέτουμε κι ἐμεῖς πολλές φορές- «ποιά φύση εἰκονίζεται, ἡ θεία φύση, ἤ εἰκονίζεται ὁ ἄνθρωπος Χριστός, ἡ ἀνθρώπινη φύση χωρισμένη ἀπό τή θεότητα;», ὁ ὀρθόδοξα σκεπτόμενος θά δώσει τήν ἀπάντηση πού ἔδωσε ὁ ὅσιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης: Οὔτε τή θεία φύση εἰκονίζουμε οὔτε τήν ἀνθρώπινη. Εἰκονίζουμε τήν ὑπόσταση, τό πρόσωπο. «Ὁ Χριστός εἶναι περιγραπτός καθ᾿ ὑπόστασιν, κἄν ἐν τῇ θεότητι ἀπερίγραπτος», μᾶς λέει σέ ἄλλο σημεῖο ὁ ἱερός Πατέρας.

Καί ὁ Λεωνίδας Οὐσπένσκυ, Ρῶσος θεολόγος τοῦ αἰώνα μας, θεολογεῖ μέ βάση τούς Πατέρες καί λέει: «Ἀναπαριστάνοντας τόν Κύριό μας, δέν ἀναπαριστάνουμε οὔτε τή θεία οὔτε τήν ἀνθρώπινη φύση Του, ἀλλά τήν ὑπόστασή Του, τό Πρόσωπό Του, τό ὁποῖο σύμφωνα μέ τό δόγμα τῆς Χαλκηδόνας ἑνώνει ἀσυγχύτως καί ἀδιαιρέτως τίς δύο φύσεις». Ὁ δέ VΙ. Lossky λέει τά ἑξῆς γιά τόν ὅρο ὑπόσταση: «Ἡ ὑπόστασις περιλαμβάνει ἀμφοτέρας τάς φύσεις. Ἐν Χριστῷ ὑπῆρχαν δύο διάφοροι φύσεις ἐν μιᾷ ὑποστάσει».

Ὑπῆρχαν πράγματι ἔκτροπα ἐκ μέρους τῶν εἰκονόφιλων, τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας;

Ἀναφέρεται ὅτι ὑπῆρχαν πλανεμένοι τρόποι προσκύνησης τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Προσκυνοῦσαν καί λάτρευαν κατά κάποιο τρόπο τό ξύλο τῆς εἰκόνας καί ὄχι τό εἰκονιζόμενο πρόσωπο. Εἶχαν δηλαδή ἐκπέσει οἱ εἰκονολάτρες σέ ἕνα εἶδος εἰδωλολατρείας, ἀπέδιδαν μαγικές ἰδιότητες στίς εἰκόνες καί ἔφταναν πολλές φορές σέ φοβερές ὑπερβολές. Ἱερεῖς ἔξυναν τά χρώματα τῶν εἰκόνων καί τά προσέθεταν στά Τίμια Δῶρα, γιά νά τά δώσουν στή συνέχεια στούς πιστούς νά κοινωνήσουν! Ἄλλοι ἱερεῖς πάλι τελοῦσαν τή Θεία Εὐχαριστία πάνω σέ μιά εἰκόνα ἀντί στήν ἁγία Τράπεζα.

Ἔπειτα οἱ ζωγράφοι ἱστοροῦσαν εἰκόνες πού σκανδάλιζαν μέ τόν ἐκλεπτυσμένο αἰσθησιασμό τους τούς πιστούς. Οἱ εἰκόνες αὐτές δέν ἦταν δυνατόν νά ἀντικατοπτρίσουν τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων καί νά εἰσαγάγουν τούς προσευχόμενους στόν πνευματικό κόσμο, στήν ὑπερβατική ἀτμόσφαιρα πού δημιουργεῖ ἡ Βυζαντινή εἰκόνα, ὅπως διαμορφώθηκε ἀργότερα μέ τά πάγια ἐκεῖνα ἀντινατουραλιστικά χαρακτηριστικά πού ἔχουμε ἤδη περιγράψει. Ἔτσι ἦταν σχεδόν βλασφημία καί ἡ παρουσία τέτοιων εἰκόνων μέσα στίς Ἐκκλησίες, ἦταν ἕνα εἶδος προσχώρησης στήν εἰδωλολατρεία.

Δηλαδή δέν δημιουργοῦσαν προβλήματα στήν Ἐκκλησία μόνο οἱ εἰκονομάχοι, ἦταν καί οἱ εἰκονολάτρες.

Δέν ἦταν μόνο οἱ εἰκονομάχοι καί οἱ εἰκονολάτρες, ἦταν καί οἱ Δυτικοί καί οἱ Μανιχαῖοι, οἱ Ἰουδαῖοι, οἱ Εἰδωλολάτρες, ἀλλά καί ὅσοι δέν εἶχαν ἐνημερωθεῖ καί δέν εἶχαν πλήρη γνώση, οἱ ὁποῖοι ἄγονταν καί φέρονταν καί παρασύρονταν ἀπό τούς φανατικούς. Διότι τότε δέν εἶχε διαμορφωθεῖ ἀκόμη ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας.

Οἱ Πατέρες ἔδωσαν τή μάχη γιά νά κρατήσουν τήν ὀρθόδοξη βίωση καί τό ὀρθόδοξο δόγμα. Διαγράφουν τήν ἀκαταστασία πού ἐπικρατοῦσε τήν περίοδο αὐτή ὅσα μᾶς λέει ὁ π. Βασίλειος Γοντικάκης στό βιβλίο του «Θεολογικό σχόλιο στίς τοιχογραφίες τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Σταυρονικήτα», τά ὁποῖα διατρανώνουν συγχρόνως καί τήν ὀρθόδοξη πατερική ἄποψη: «Οἱ εἰκονοκλάστες», μᾶς λέει, «σπάζουν τίς εἰκόνες καί ἀρνοῦνται ἔργῳ τή σάρκωση τοῦ Λόγου. Οἱ εἰκονολάτρες λατρεύουν τήν ὕλη τῆς εἰκόνας καί χάνουν τόν Θεό. Οἱ Δυτικοί τή θεωροῦν διακοσμητικό στοιχεῖο (ἀπόφαση τῆς Συνόδου τῆς Φραγκφούρτης 794).

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ὅμως μένει πιστή στόν Σαρκωθέντα Λόγο τοῦ Θεοῦ καί ἀρνεῖται ὅλες αὐτές τίς πεπλανημένες δοξασίες. Δέν ἀπορρίπτει τήν ὕλη Μανιχαϊκά, οὔτε τή λατρεύει παγανιστικά, οὔτε τή θεωρεῖ ἀδιάφορα θεολογικά, ἀλλά ὁμολογεῖ τήν πίστη της διά στόματος τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ: Λατρεύω τόν Θεό πού μέ ἔσωσε, πού ἔγινε ὕλη γιά μένα. Καί δέν θά πάψω νά σέβομαι τήν ὕλη διά τῆς ὁποίας σώθηκα καί ἡ ὁποία εἶναι ἔμπλεως τῆς θείας Χάριτος.

Γι᾿ αὐτό μέ σεβασμό κινοῦμαι μέσα στήν κτίση πού τή βλέπω νά ἀστράφτει ἀπό τό φῶς τοῦ Ἀναστάντος πού γέμισε τόν Οὐρανό, τή γῆ καί τά καταχθόνια. Προσκυνῶ πάντα Ναόν Θεοῦ ἅγιον καί πᾶν ἐφ᾿ ᾧ Θεός ὀνομάζεται, οὐ διά τήν αὐτῶν φύσιν, ἀλλ᾿ ὅτι θείας ἐνεργείας εἰσί δοχεῖα». Πού θά πεῖ: Προσκυνῶ κάθε ἅγιο Ναό τοῦ Θεοῦ καί καθετί τό ὁποῖο ἔχει ἐνεργήσει καί ἐπί τοῦ ὁποίου ἔχει φανερωθεῖ ὁ Θεός. Δέν τά προσκυνῶ ἐπειδή εἶναι θεῖα ἀπό τή φύση τους, ἀλλά ἐπειδή εἶναι δοχεῖα τῆς θείας καί ἄκτιστης ἐνέργειας.

Δηλαδή ἡ ὕλη τῆς εἰκόνας γίνεται ἔμπλεως τῆς θείας Χάριτος;

Βέβαια, ὅπως μᾶς ἀνέφερε ἤδη ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, γίνεται ἡ ὕλη τῆς εἰκόνας ἔμπλεως τῆς θείας Χάριτος διά τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν αὐτῆς τῆς θείας Χάριτος,«ὅτι θείας ἐνεργείας εἰσι δοχεῖα». Ἡ ἴδια ἡ Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀπό τήν ὁποία ἦταν πληρωμένοι οἱ Ἅγιοι κατά τήν ἐπίγεια ζωή τους διαπερνᾶ καί διαποτίζει καί τίς εἰκόνες τους. Ἡ θεία Χάρη εἶναι ἐκείνη πού ἑνώνει πρωτότυπο καί εἰκόνα (ὕλη).

Στίς εἰκόνες πρέπει νά ἀπονέμουμε προσκύνηση ἤ λατρεία; Τί εἶναι προσκύνηση καί τί λατρεία;

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρει ὅτι ἡ προσκύνηση εἶναι σημεῖο ὑποταγῆς, ὑποβιβασμοῦ καί ταπεινώσεως «σημεῖον ὑποπτώσεως, τουτέστιν ὑποβιβασμοῦ καί ταπεινώσεως».Στήν προσευχή πού κάνουμε ἐνώπιον τῶν εἰκόνων, σάν σέ μιά ἄλλη «ἱερά πρόθεση», καταθέτουμε καί ἐναποθέτουμε τά αἰτήματά μας, διότι ἡ εἰκόνα λειτουργεῖ «ὡς μεσίτρια» στήν ἀπόλυτα προσωπική μας προσευχή.

Ἔτσι δημιουργεῖται μιά γέφυρα, ἡ εἰκόνα γίνεται ἕνα πέρασμα, μιά διάβαση μέσω τῆς ὁποίας ὑπαρξιακά προσκυνοῦμε τόν εἰκονιζόμενο Ἅγιο καί κατ᾿ ἐπέκταση τόν ἀληθινό Θεό. «Διότι δέν ἀποδίδεται λατρεία στό “σημαῖνον”, δηλαδή στήν ὕλη, ἀλλά στό “σημαινόμενον” πρόσωπο πού παριστάνεται». «Ἡ τιμή τῆς εἰκόνος ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει».

Ἑπομένως ἡ θεολογία τῆς εἰκόνας καί τῆς προσκύνησης τῆς εἰκόνας γίνεται μιά θεολογία σχέσεως πρός τό εἰκονιζόμενο (εἴτε εἶναι ὁ Χριστός εἴτε ἡ Θεοτόκος εἴτε οἱ Ἅγιοι) καί σέ τελική ἀνάλυση ἡ προσκύνηση ἀπονέμεται πρός τόν Τριαδικό Θεό.

Στήν ὀρθόδοξη θεολογία ἔχει διατηρηθεῖ μέχρι σήμερα ἡ διάκριση ἀνάμεσα στή λατρεία τοῦ Θεοῦ (λατρευτική προσκύνηση) καί στήν τιμή (τιμητική προσκύνηση) τῶν εἰκόνων τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων. Ἡ τιμητική προσκύνηση τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων πηγάζει ἀπό τό γεγονός ὅτι τιμήθηκαν καί οἱ ἴδιοι ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό. Οἱ εἰκόνες μαρτυροῦν αὐτή τήν τιμή καί μᾶς παρακινοῦν καί μᾶς νά κάνουμε τήν ἴδια κίνηση. Οἱ Ἅγιοι ἄλλωστε εἶναι Χριστοποιημένες ὑπάρξεις καί χαρισματικές παρουσίες καί εἶναι παρόντες ἐκεῖ κατά χάριν. Μᾶς βλέπουν. Ἀκοῦνε τίς προσευχές μας καί μᾶς καλοῦν σέ ἀγαπητική κοινωνία καί σχέση. Καί ὅταν λέμε ὅτι οἱ Ἅγιοι εἶναι Χριστοποιημένες ὑπάρξεις, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχουν γίνει Χριστοί-Θεοί κατά χάριν. «Ὅπου εἶναι οἱ Ἅγιοι, ἐκεῖ εἶναι καί ὅλος ὁ Κύριος καί Θεός. Ὁ Θεός ἐν Ἁγίοις ἀναπαυόμενος. Κάθε Ἅγιος εἶναι Χριστός ἐπαναλαμβανόμενος», λέει ὁ π. Ἰουστῖνος ὁ Πόποβιτς. Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ πληρέστερες, οἱ ὀφθαλμοφανέστερες, οἱ τελειότερες καί γι᾿ αὐτό οἱ πειστικότερες Θεοφάνειες». Ὁ δέ ἅγιος Παχώμιος διατυπώνει τήν ἴδια ἔννοια ἀκόμη καί γιά τούς ζῶντες, στήν παροῦσα ζωή, Ἁγίους: «Ἐάν ἴδῃς», λέει, «ἄνθρωπον, ἁγνείᾳ συζῶντα καί ταπεινοφροσύνης ἐξηρτημένον, ἐλεήμονα, πρᾶον, χρηστόν, συμπαθῆ, φιλόθεον, φιλάδελφον, πάσαις ἁπλῶς κομῶντα ταῖς ἀρεταῖς, ὤ οἵου δράματος ἔτυχες! Αὐτόν γάρ τόν ἀόρατον Θεόν ἰδεῖν ἠξιώθης ἐν τῶ ὁρωμένῳ ἐκείνου ναῷ καί τῇ εἰκόνι αὐτοῦ».

Καί ἄν μιά τέτοια θέση διατυπώνεται γιά τούς ἐξαγιασμένους ἀνθρώπους, ὁ Θεάνθρωπος Χριστός ἀσφαλῶς εἶναι «ἡ παντελεία Θεοφάνεια ἐν μορφῇ ἀνθρώπου, ἡ ὁρατή εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου». Τιμώντας λοιπόν τούς Ἁγίους καί προσκυνώντας τίς ἅγιες εἰκόνες τους, τιμοῦμε καί προσκυνοῦμε τόν ἴδιο τόν ἀληθινό Θεό. Βέβαια δέν πρέπει νά γίνεται σύγχυση ἀνάμεσα στή λατρεία καί στήν τιμή.

Ἡ λατρεία, κατά τή Ζʹ Οἰκουμενική Σύνοδο, ἀπονέμεται μόνο στόν Τριαδικό Θεό, ἐνῶ ἡ τιμή στούς Ἁγίους. Ἡ Θεοτόκος «κατέχουσα τά δευτερεῖα τῆς Τριάδος» ἔχει καί τά πρωτεῖα στήν τιμητική προσκύνηση, εἶναι ἡ Δέσποινα τοῦ Κόσμου ἡ Βασίλισσα τῶν Ἀγγέλων. Γι᾿ αὐτό ὑπερβολικά τιμᾶται ἀπό τήν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ἔχει ξεχωριστή θέση στή λατρεία, χαιρετίζεται δέ ὡς «τιμιωτέρα τῶν Χερουβίμ καί ἐνδοξοτέρα ἀσυγκρίτως τῶν Σεραφίμ». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός διακρίνει διάφορους τρόπους προσκυνήσεως. Μᾶς ἀναφέρει πρῶτα-πρῶτα τό «δοξαστικό» τρόπο προσκυνήσεως πού ἀναφέρεται στόν Τριαδικό Θεό: «Δοξαστικά, εὐλογοῦμε τόν Θεό γιά τή φυσική του δόξα, διότι εἶναι ὁ μόνος δοξασμένος καί ὁ αἴτιος κάθε δόξας, κάθε ἀγαθοῦ, φῶς ἀκατάληπτο, γλυκασμός ἀσύλληπτος, κάλλος ἀπροσμέτρητο, ἄβυσσος ἀγαθότητας, σοφία ἀνεξιχνίαστη, δύναμη ἀπειροδύναμη, μόνος ἄξιος νά θαυμάζεται καί νά προσκυνεῖται καί νά δοξάζεται καί νά ποθεῖται».

Δεύτερος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι ὁ εὐχαριστιακός ὁ ὁποῖος ἐκφράζει τήν εὐγνωμοσύνη τῆς Ἐκκλησίας γιά τά ἐλέη τοῦ Θεοῦ καί τήν ἄπειρη ἀγάπη Του, «διά τοῦ Ὁποίου ὅλα συνίστανται καί συγκροτοῦνται» καί σέ ὅλα μεταδίδει ἄφθονα τίς Δωρεές Του. Τρίτος τρόπος προσκυνήσεως εἶναι τῶν παρακλήσεων καί τῶν δεήσεων καί τέταρτος τῆς μετανοίας καί τῆς ἐξομολογήσεως. Μέ αὐτούς τούς τρόπους καί τά ἀνάλογα βιώματα πού ἀναπτύσσονται καθαρίζουμε τούς ἑαυτούς μας, μετέχουμε στή θεία ζωή καί προσκυνοῦμε πλέον ὑπαρξιακά τόν Θεό.

Ὑπάρχουν θαυματουργές εἰκόνες;

Ἀποδίδονται πολλά θαύματα στίς εἰκόνες τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας ἀπό τούς παλαιούς χρόνους μέχρι σήμερα. Ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος, ἐπίσκοπος Καισαρείας († 339 μ.Χ.) ἀναφέρει ὅτι στήν Πανέα (Β. Γαλιλαία) ὑπῆρχε στήν ἐποχή του ἕνας ἀνδριάντας, τόν ὁποῖο εἶχε στήσει ἡ Χαναναία τοῦ Εὐαγγελίου καί ἀπεικόνιζε τό Πρόσωπο καί τή σωματική κατάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στή βάση αὐτοῦ τοῦ ἀνδριάντα φύτρωνε ἕνα βότανο πού θεράπευε πολλά ἀνίατα νοσήματα.

Ἐπίσης καί ὁ Εὐάγριος ὁ σχολαστικός μᾶς ἀναφέρει καί αὐτός στήν ἱστορία του γιά τά θαύματα τῆς ἀχειροποιήτου εἰκόνας τοῦ “ἁγίου Μανδηλίου”, γιά τή θεραπεία τοῦ βασιλιᾶ τῆς Μεσοποταμίας Ἀβγάρου, ὁ ὁποῖος ἔπασχε ἀπό ἀνίατη ἀρρώστια, καθώς καί γιά τή σωτηρία τῆς πόλεως Ἔδεσσας ἀπό τούς εἰσδρομεῖς Πέρσες, μετά τή λιτάνευση τοῦ “ἁγίου Μανδηλίου” (615 μ.Χ.).

Ἄλλο γνωστό μας θαῦμα εἶναι ἡ διάσωση τῆς βασιλίδας τῶν πόλεων τήν ἐποχή τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου, μέ θαῦμα τῆς εἰκόνας τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Οἱ Ἄβαροι εἶχαν ἀνεβεῖ ἤδη στά τείχη τῆς Πόλεως καί οἱ ἀμυντικές δυνάμεις ἦταν ἐλάχιστες, διότι ὁ Ἡράκλειος πολεμοῦσε μακριά ἀπό τήν Κωνσταντινούπολη μέ ἄλλους ἐχθρούς τῆς αὐτοκρατορίας. Τότε ὁ πατριάρχης Σέργιος πῆρε τήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἡ ὁποία μάλιστα ἀποδίδεται στόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ, τή λιτάνευσε γύρω ἀπό τά τείχη καί τότε, ὡς ἐκ θαύματος, ἄρχισαν νά ὑποχωροῦν οἱ ἐχθροί, ἡ δέ Πόλη διατηρήθηκε σώα καί ἀβλαβής. Μάλιστα σέ ἀνάμνηση αὐτοῦ τοῦ θαύματος συνετέθησαν, ὅπως ἀναφέρει ἡ Παράδοση, “ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος” καί τό Κοντάκιο “τῇ Ὑπερμάχῳ” πού ψάλλεται μέχρι σήμερα τήν κατανυκτική περίοδο τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς.

Ἀλλά καί πολλά ἁγιολογικά κείμενα, συναξάρια κ.λ.π. ἀναφέρουν πλεῖστα ὅσα θαύματα ἱερῶν εἰκόνων. Ἀναβλύσεις μύρου, δακρύων, αἵματος, εὐωδίας, τά ὁποῖα γίνονται θεραπευτικά μέσα γιά τούς πιστούς. Καί σήμερα ἔχουμε τέτοια θαύματα καί ἀπό εἰκόνες νεωτέρων Ἁγίων. Ἀκόμη καί τό λάδι ἀπό τά καντήλια πού καῖνε μπροστά σέ εἰκόνες Ἁγίων θαυματουργεῖ.

Πῶς ἐξηγεῖται τό φαινόμενο τοῦ θαύματος τῶν ἁγίων εἰκόνων;

Τό θαῦμα κυρίως εἶναι ἔργο τῆς πίστεως καί τῆς Χάρης τοῦ Θεοῦ. Τό θαῦμα προϋποθέτει μεγάλη καί ἀκράδαντη πίστη. Ὁ Μάρκος Σιώτης στό βιβλίο του «Ἱστορία καί θεολογία τῶν ἱερῶν εἰκόνων», λέει τά ἑξῆς: «Τό θαῦμα εἶναι μιά ἐμπειρία κατά τήν ὁποία ἡ ψυχή τοῦ προσευχομένου, ἐνώπιον μιᾶς οἱασδήποτε εἰκόνας, ἀποσπᾶ μέσω τῆς πίστεως φορτία θείας Χάριτος τόσο ἐνεργά ὥστε βιώνει τό θαῦμα τῆς δυναμικῆς καί σωστικῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ».

Φυσικά τήν ἐπενέργεια τοῦ θαύματος ἡ θεολογία τήν ἀποδίδει πάντοτε στίς ἀνεξερεύνητες βουλές τοῦ Θεοῦ. Διότι πολλοί ἀσθενεῖς καί πονεμένοι παρακαλοῦν, ἀλλά δέν τούς γίνεται τό θαῦμα ὅπως τό ζητοῦν. Στίς περισσότερες ἀπ᾽ αὐτές τίς περιπτώσεις ἐπέρχεται ἐσωτερική ἀλλοίωση, γίνεται θαῦμα ψυχικό, ὡρίμανση τῆς προσωπικότητας καί ἀποδοχή τῶν θλιβερῶν, πού θεωρεῖται καί αὐτό ἕνα ἐξίσου μεγάλο θαῦμα.

Εἶναι πολύ παράξενο! Ὑπάρχει πράγματι τέτοια θαυματουργική Χάρη καί στήν ὕλη τῶν ἱερῶν εἰκόνων;

«Χάρις δίδεται ταῖς θείαις ὕλαις διά ταῖς τῶν εἰκονιζομένων προσηγορίαις», μᾶς λέει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Δηλαδή: Παρέχεται Χάρη στίς θεῖες ὕλες (τῶν εἰκόνων), χάρη στίς πρεσβεῖες τῶν εἰκονιζομένων. Καί ἀλλοῦ: «Τά τῶν Ἁγίων εἰκονίσματα… Πνεύματος Ἁγίου εἰσί πεπληρωμένα».

Καί αὐτό δέν εἶναι παράδοξο, διότι οἱ εἰκονιζόμενοι Ἅγιοι εἶχαν καταστήσει τά σώματά τους στόν ἐπίγειο βίο τους «ναό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Καί ὅπως «”ἡ τιμή καί ἡ προσκύνησις τῆς εἰκόνος ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει», τό ἴδιο «καί ἡ θαυματουργική ἐνέργεια ἐκ τοῦ πρωτοτύπου ἐκπορεύεται». Ἐπίσης ὁ Π. Εὐδοκίμωφ μᾶς δίνει μιά ἄλλη μυστικιστική διάσταση στό θέμα τῆς ἱερότητας τῆς ὕλης τῆς εἰκόνας. Λέει λοιπόν: «Ἡ εἰκόνα δέν εἶναι διόλου σάρκωση, δέν εἶναι οὔτε τύπος, ἀλλά σημεῖο ὁρατό τῆς ἀκτινοβόλας Παρουσίας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Ἡ εἰκόνα εἶναι ἕνα ἀπό τά μυστηριακά μέσα τῆς Παρουσίας. Θεωρεῖται κανάλι τῆς Χάριτος μέ ἁγιαστική δύναμη, τόπος τῶν ἐπιφανειῶν».

Ἀπ᾽ ὅλα αὐτά μπορεῖ κανείς νά συμπεράνει ὅτι ἡ ὀρθόδοξη θεολογία τή χαρισματική παρουσία τῶν εἰκονιζομένων στίς εἰκόνες τους τήν ἑρμηνεύει ὡς παρουσία τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἀναπτύξαμε καί σέ προηγούμενη ἐρώτηση, οἱ ὁποῖες εἶναι μεθεκτές γιά τόν ἄνθρωπο. Ἔτσι ἐξηγεῖται καί ἡ τιμή καί ἡ προσκύνηση πού ἀπονέμει ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στίς εἰκόνες.

Πῶς ὁδηγούμαστε στήν εἰκονοποίησή μας καί στή Χριστοποίησή μας μέσω τῆς εἰκόνας;

Ἰδιαίτερα αὐτό τό βιώνουμε μέσα στήν Ἐκκλησία καί μάλιστα στή λειτουργική ζωή, στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, τό ὁποῖο «εἶναι εἰκόνα ὁλοκλήρου τοῦ μυστηρίου τῆς θείας οἰκονομίας, διότι εἰκονίζει καί ἀναπαριστᾶ ὅλα τά σωτήρια γεγονότα ἐν Χριστῷ». Μέσα στή θεία Λειτουργία ἔχουμε τή δυνατότητα νά γίνουμε οἱ ἴδιοι ζωντανές εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του.

Καί ὄχι μόνο νά γίνουμε ζωντανές εἰκόνες, ἀλλά νά μεταμορφωθοῦμε καί νά περάσουμε ἀπό τό εἰκονικό στό πραγματικό. Μέσα στή θεία Λειτουργία ὁδεύουμε πρός τό “καθ᾽ ὁμοίωσιν”. Ὁ Θεόδ. Νικολάου στό βιβλίο του:«Ἡ σημασία τῆς εἰκόνας στό μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας», ἀναπτύσσει τήν ἄποψη αὐτή καί λέει τά ἑξῆς: «Μέσα στή Θεία Λειτουργία οἱ πιστοί τά Χερουβίμ μυστικῶς εἰκονίζοντες, ἀποθέμενοι πᾶσα βιωτική μέριμνα, ψάλλουν τόν Τρισάγιο Ὕμνο στή ζωοποιό Τριάδα. Γίνονται οἱ ἴδιοι ζωντανές εἰκόνες τῆς μόνης πραγματικότητας τοῦ Θεοῦ καί τῶν Ἁγίων Του. Στή Θεία Λειτουργία ἐν Χριστῷ ἀρχίζει ἡ πραγμάτωση τοῦ “καθ᾽ ὁμοίωσιν”. Ὁ ἄνθρωπος μεταμορφώνεται καί περνάει ἀπό τό εἰκονικό στό πραγματικό. Περιλούζεται ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί γίνεται “θέσει θεός”. Ἡ δοξολογία του ἐνορχηστρώνεται μέ τή δοξολογία τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἐν πίστει τετελειωμένων.

Κάθε πιστός, βλέποντας τίς εἰκόνες τῶν πατριαρχῶν, τῶν Ἀποστόλων, τῶν Προφητῶν καί τῶν Ἁγίων, μέσα στή λειτουργική αὐτή συμφωνία, βιώνει σάν ἔμβρυο στήν κοιλιά τῆς Μητέρας του, ἤδη κατά τρόπο μοναδικό, τό γεγονός τῆς μέλλουσας πραγματικῆς ὑπάρξεως καί ζωῆς».

Ἀπό τό βιβλίο “ Τί ξέρεις ἐσύ γιά τίς εἰκόνες;”

 Ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ἱ.Μ. Τιμίου Προδρόμου Καρέας 2000




Μεγάλη Τεσσαρακοστή

310307_122621261257285_335662810_n

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ

Στὶς Σαρακοστὲς καλὸ εἶναι νὰ γνωρίζεις μόνο ἐκκλησία καὶ σπίτι, τίποτ’ ἄλλο.

Φτάνεις, λοιπόν, στὸ σπίτι. Τί θὰ κάνεις ἐκεῖ; Θὰ ἀγωνιστεῖς μ’ ὅλη σου τὴ δύναμη νὰ διατηρήσεις τὴν προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς στὸν Κύριο. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκκλησία, τρέξε στὸ δωμάτιό σου καὶ κάνε ἀρκετὲς μετάνοιες, ζητώντας εὐλαβικὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ βοηθήσει, ὥστε νὰ ἀξιοποιήσεις τὸ χρόνο τῆς παραμονῆς σου στὸ σπίτι μὲ τρόπο ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχή σου. Ὕστερα κάθησε καὶ ξεκουράσου γιὰ λίγο. Ἀλλὰ καὶ τότε μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμούς σου νὰ ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, ἐπαναλάμβανε νοερὰ τὴν εὐχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!”.

Ἀφοῦ ξεκουραστεῖς πρέπει ν’ ἀσχοληθεῖς μὲ κάτι, εἴτε προσευχὴ εἴτε ἐργόχειρο.

Τί ἐργόχειρο θὰ κάνεις δὲν ἔχει σημασία· ξέρεις ἤδη τί σοῦ ἀρέσει. Εἶναι, βλέπεις, ἀδύνατο νὰ ἀσχολεῖσαι ὅλη τὴν ὥρα μὲ πνευματικὰ πράγματα· χρειάζεται νὰ ἔχεις καὶ κάποιο εὐχάριστο ἐργόχειρο. Μ’ αὐτὸ θὰ καταπιάνεσαι, ὅταν ἡ ψυχή σου εἶναι κουρασμένη, ὅταν δὲν ἔχεις τὴ δύναμη νὰ διαβάσεις ἢ νὰ προσευχηθεῖς. Ἄν, βέβαια, οἱ πνευματικές σου ἐνασχολήσεις πηγαίνουν καλά, τὸ ἐργόχειρο δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ἐκπληρώνει μόνο τὴν ἀνάγκη ἀξιοποιήσεως τοῦ χρόνου, ποὺ ἀλλιῶς θὰ σπαταλιόταν σὲ ἀπραξία. Καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι πάντα ὀλέθρια, πολὺ περισσότερο ὅμως στὸν καιρὸ τῆς νηστείας.

Πῶς πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς στὸ σπίτι; Σωστὰ σκέφθηκες ὅτι τὴ Σαρακοστὴ ὀφείλουμε νὰ προσθέτουμε κάτι στὸν συνηθισμένο κανόνα προσευχῆς. Νομίζω, ὡστόσο, πὼς ἀντὶ νὰ διαβάζεις περισσότερες προσευχὲς ἀπὸ τὸ Προσευχητάρι, εἶναι καλύτερο ν’ αὐξήσεις τὴ διάρκεια τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας σου μὲ τὸν Κύριο. Κάθε μέρα, πρὶν ἀρχίσεις καὶ ἀφοῦ τελειώσεις τὴν ὀρθρινὴ καὶ βραδυνή ἀκολουθία, νὰ ἀπευθύνεσαι μὲ δικά σου λόγια στὸν Κύριο, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν φύλακα ἄγγελό σου, εὐχαριστώντας τους γιὰ τὴν προστασία τους καὶ παρακαλώντας τους γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πνευματικῶν σου ἀναγκῶν. Ζήτα τους νὰ σὲ βοηθήσουν, ὥστε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ γνωρίσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ἀποκτήσεις αὐτογνωσία καί, ὅταν τὴν ἀποκτήσεις, νὰ σοῦ χαρίσουν ζῆλο καὶ δύναμη, ὥστε νὰ θεραπεύσεις τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου. Ζήτα τους, ἀκόμα, νὰ γεμίσουν τὴν καρδιά σου μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συντριβῆς. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ εὐάρεστη στὸν Θεὸ θυσία.

Ἔτσι νὰ προσεύχεσαι. Μὴν ἐπιβάλεις, ὅμως, στὸν ἑαυτό σου ἕναν προσευχητικὸ κανόνα μακρὺ καὶ βαρύ, ἕναν κανόνα ποὺ θὰ ὑπερβαίνει τὰ μέτρα τῶν ψυχοσωματικῶν σου δυνάμεων καὶ θὰ σὲ καταβάλλει. Καλύτερα εἶναι νὰ προσεύχεσαι συχνότερα στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας καί, ὅταν ἀσχολεῖσαι μ’ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐργασία, νὰ ἔχεις τὸ νοῦ σου στὸ Θεό.

Μετὰ τὴν προσευχή, διάβαζε γιὰ λίγο μὲ αὐτοσυγκέντρωση. Ἡ μελέτη δὲν ἀποσκοπεῖ στὸ φόρτωμα τοῦ μυαλοῦ σου μὲ διάφορες πληροφορίες καὶ γνώσεις, ἀλλὰ στὴν ψυχική σου ὠφέλεια καὶ ἐποικοδομή. Γι’ αὐτὸ δὲν χρειάζεται νὰ διαβάζεις πολλά. Διάβαζε ὅμως μὲ προσοχὴ μεγάλη καὶ μὲ καρδιακὴ συμμετοχή.

“Τί νὰ διαβάζω;”, θὰ μὲ ρωτήσεις. Μόνο πνευματικὰ βιβλία, φυσικά. Ἡ προσεκτικὴ ἀνάγνωση τέτοιων βιβλίων ἐμπνέει τὴν ψυχὴ περισσότερο ἀπ’ ὁ,τιδήποτε ἄλλο. Ἂν πάντως, στὴ διάρκεια τῆς μελέτης γεννιέται ὁ πόθος τῆς προσευχῆς, ν’ ἀφήνεις τὸ βιβλίο καὶ νὰ προσεύχεσαι.

Θὰ διαβάζεις, λοιπόν, θὰ προσεύχεσαι, θὰ κάνεις μετάνοιες. Καὶ μ’ ὅλα αὐτά, ὡστόσο, δὲν θὰ μπορέσεις νὰ κρατήσεις τὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά σου σὲ κατάσταση συνεχοῦς καὶ ἔντονου ἀγώνα. Εἶναι ἀναπόφευκτο νὰ κουράζεσαι. Τότε, ὅπως σοῦ εἶπα, θὰ ἀσχολεῖσαι μὲ κάποια πρακτικὴ ἐργασία.

Σκέφτεσαι, καθώς μοῦ γράφεις, νὰ μειώσεις τὴν ποσότητα τοῦ καθημερινοῦ σου φαγητοῦ. Σωστὴ κι ὠφέλιμη ἡ σκέψη σου· σωστή, γιατί τὸ σῶμα, ποὺ μὲ τὶς παρεκτροπές του σὲ ἀναγκάζει νὰ μετανοεῖς, ὀφείλει νὰ καταβάλει στὴ διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς τοὺς μόχθους ποὺ τοῦ ἀναλογοῦν· καὶ ὠφέλιμη, γιατί μὲ τὴ νηστεία τὸ σῶμα δουλαγωγεῖται, ὁ νοῦς καθαρίζεται, ἡ καρδιὰ μαλακώνει, τὰ πάθη νεκρώνονται. Μόνο μὴν τὸ παρακάνεις. Ἤδη τρῶς τόσο λίγο.

Πρέπει νὰ ἔχεις δυνάμεις, γιὰ νὰ στέκεσαι στὴν ἐκκλησία καὶ γιὰ ν’ ἀγωνίζεσαι στὸ σπίτι. Κοίτα νὰ τρῶς τόσο, ὅσο χρειάζεται γιὰ νὰ μὴν ἐξασθενήσεις.

Καλὸ θὰ ἦταν ἐπίσης, νὰ μείωνες λίγο τὸ χρόνο τοῦ ὕπνου καὶ τῆς ἀναπαύσεώς σου. Εἶναι μία θυσία γιὰ σένα, ἀλλὰ κάθε λογῆς θυσία ταιριάζει σ’ αὐτὴ τὴν περίοδο.

Καὶ μὲ τὶς συζητήσεις τί θὰ γίνει; Τὴ Σαρακοστὴ τουλάχιστον, οἱ συζητήσεις μὲ τοὺς ἄλλους ἂς περιοριστοῦν σὲ πνευματικὰ θέματα.

Ἀκόμα καλύτερες εἶναι οἱ κοινὲς πνευματικὲς ἀναγνώσεις, ποὺ δίνουν ἀφορμὲς γιὰ τὴν ἀνταλλαγὴ ἐποικοδομητικῶν σκέψεων καὶ γιὰ τὴν ἐξαγωγὴ ὠφέλιμων συμπερασμάτων. Κατάλληλοι γι’ αὐτὸ τὸν σκοπὸ εἶναι οἱ Βίοι τῶν Ἁγίων.

Ἀρκετὰ ἔγραψα. Θὰ προσθέσω ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται ἀργότερα.

 

Ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ γράμματα σὲ μία ψυχὴ»

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000




Οι Χαιρετισμοί της Θεοτόκου με ερμηνευτική απόδοση και εικονογράφιση

Σε Κώδικες του Αγίου Όρους μαρτυρούνται πολυάριθμες εμφανίσεις της Υπεραγίας Θεοτόκου σε Αγιους Γεροντες , στους οποίους και δήλωσε «όστις Με χαιρετίζει μίαν φοράν την ημέραν με τους Χαιρετισμούς, τους οποίους πολύ αγαπώ, θα τον προστατεύω, θα τον διαφυλάττω από παν κακόν, θα τον επιβλέπω καθ’ όλην την ζωή του και εν εκείνη την ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας, θα τον υπερασπισθώ ενώπιον του Υιού μου».

 

ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ
 
Ἦχος πλ. δ´. Αὐτόμελον.
 
Τῇ ὑπερμάχῳ στρατηγῷ τὰ νικητήρια,
Ὡς λυτρωθεῖσα τῶν δεινῶν εὐχαριστήρια,
Ἀναγράφω σοι ἡ Πόλις σου Θεοτόκε.
Ἀλλ᾿ ὡς ἔχουσα τὸ κράτος ἀπροσμάχητον,
Ἐκ παντοίων με κινδύνων ἐλευθέρωσον,
Ἵνα κράζω σοι· Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
 
Σε εσένα, ω Θεοτόκε, την Υπέρμαχο Στρατηγό, αποδίδω με ευγνωμοσύνη  την ένδοξον νίκη, εγώ η πόλη σου, επειδή με την δική σου βοήθεια. απαλλάχτηκα από τις φοβερές συμφορές που ερχόντουσαν εναντίον μου. Συ δε, που η δύναμη σου είναι ακατανίκητη, ελευθέρωσε με από κάθε μορφής κινδύνους, ώστε να αναφωνώ προς Εσένα  Χαίρε , Νύμφη  ανύμφευτε.

 

aggelos protostatis

Α

 
γγελος πρωτοστάτης, οὐρανόθεν ἐπέμφθη, εἰπεῖν τῇ Θεοτόκῳ τό, Χαῖρε (ἐκ γ´)· καὶ σὺν τῇ ἀσωμάτῳ φωνῇ, σωματούμενόν σε θεωρῶν Κύριε, ἐξίστατο, καὶ ἵστατο κραυγάζων πρὸς αὐτὴν τοιαῦτα·
Άγγελος πρώτην θέσιν κατέχων μεταξύ των Αγγέλων (δηλαδή ο Αρχάγγελος Γαβριήλ) εστάλη (υπό του Θεού) από τον ουρανό (εις την γην) για να πει σε Εκείνη, η οποία έμελλε να γίνει η Μήτηρ του Θεού, το Χαίρε! Βλέποντας δε ο Άγγελος Σε, Κύριε, να αρχίζεις να λαμβάνεις υλική σάρκα ( μέσα εις την κοιλία της) την ιδία στιγμήν, κατά την οποίαν χαιρέτιζε με την άϋλη φωνή του την Παρθένο, καταλαμβανόμενος από μεγάλη έκπληξη και θαυμασμό και, στεκούμενος  ενώπιον της Παρθένου, έλεγε προς αυτήν τα εξής:

 

Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει.
Χαίρε, συ, μέσω της οποίας θα λάμψη εις τον κόσμο η χαρά (της λυτρώσεως)˙ χαίρε, συ, μέσω της οποίας θα εξαφανισθεί η κατάρα ( που εδόθη εις το ανθρώπινον γένος δια την παρακοή του).
Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδὰμ ἡ ἀνάκλησις· χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαίρε, συ, που γίνεσαι η αιτία να επανέλθει εις τον Παράδεισον ο εκπεσών Αδάμ˙ χαίρε, συ, που γίνεσαι η αιτία να απαλλαγή η Εύα από τις λύπες και τα δάκρυά της.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀνθρωπίνοις λογισμοῖς· χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον, καὶ Ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαίρε, συ, που είσαι ύψος, το οποίον δυσκόλως δύνανται να φθάσουν και να κατανοήσουν οι διάνοιες των ανθρώπων ˙ χαίρε, συ, που είσαι βάθος, το οποίον δυσκόλως δύνανται να δουν και αυτών των Αγγέλων οι οφθαλμοί.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα· χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα.
Χαίρε, διότι είσαι θρόνος του Βασιλέως Χριστού˙ χαίρε, διότι βαστάζεις εις την κοιλία σου Εκείνον, που βαστάζει ολόκληρον το σύμπαν.
Χαῖρε, ἀστήρ ἐμφαίνων τὸν Ἥλιον· χαῖρε, γαστὴρ ἐνθέου σαρκώσεως.
Χαίρε, συ, ο ( πρωϊνός ) αστέρας (αυγερινός), που προμηνύει την εμφάνιση του ηλίου (Χριστού)˙ χαίρε, συ, εις της οποίας την κοιλία λαμβάνει σάρκα ο Θεός.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς νεουργεῖται ἡ κτίσις· χαῖρε, δι᾿ ἧς βρεφουργεῖται ὁ Κτίστης.
Χαίρε, σύ, μέσω της οποίας ανακαινίζεται η (εκ της αμαρτίας διαφθαρείσα) Δημιουργία˙ χαίρε, συ, μέσω της οποίας ο Δημιουργός γίνεται βρέφος.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

 vlepousa-i-agia-eaftis-1
Β
Βλέπουσα ἡ Ἁγία, ἑαυτὴν ἐν ἁγνείᾳ, φησὶ τῷ Γαβριὴλ θαρσαλέως· Τὸ παράδοξόν σου τῆς φωνῆς, δυσπαράδεκτόν μου τῇ ψυχῇ φαίνεται· ἀσπόρου γὰρ συλλήψεως τὴν κύησιν πῶς λέγεις , κράζων
Ἀλληλούϊα.
Η Αγία Παρθένος, γνωρίζουσα ότι ήταν  απολύτως αγνή και αμόλυντος, λέγει με θάρρος εις τον Γαβριήλ: Οι λόγοι σου είναι παράδοξοι και δεν είναι εύκολον να τους παραδεχθεί  η ψυχή μου. Διότι συ μου λέγεις ότι θα γεννήσω, αφού συλλάβω άνευ ανδρικού σπέρματος! Πώς είναι τούτο δυνατόν; Και όμως συ αυτό λέγεις και κράζεις:
Αινείτε τον Θεό.
 xairetimsoi1
Γ

Γνῶσιν ἄγνωστον γνῶναι, ἡ Παρθένος ζητοῦσα, ἐβόησε πρὸς τὸν λειτουργοῦντα· Ἐκ λαγόνων ἁγνῶν Υἱόν, πῶς ἐστι τεχθῆναι δυνατόν; λέξον μοι. Πρὸς ἣν ἐκεῖνος ἔφησεν ἐν φόβῳ, πλὴν κραυγάζων οὕτω·
Η Παρθένος, επιζητούσα να αποκτήσει γνώσιν απόκρυφων και αγνώστων πραγμάτων (για τα οποία της ομιλεί ο Άγγελος), αναφώνησε προς το υπηρετικό όργανον του Θεού (δηλαδή τον Άγγελον): Από παρθενική κοιλία (όπως είναι η δική μου), πώς είναι δυνατόν να γεννηθεί υιός; Απάντησε μου! Τότε ο Άγγελος είπε εις αυτήν με φόβον,αλλά και με σταθερή  φωνή, τα εξής:

Χαῖρε, βουλῆς ἀποῤῥήτου μύστις· χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαίρε, διότι είσαι η μύστις της απόκρυφης  βουλής του Θεού . χαίρε, διότι είσαι η πίστις όλων εκείνων των θαυμαστών πραγμάτων, που (δεν επιδέχονται έρευνα, αλλά) γίνονται δεκτά με σιγή.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον· χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον
Χαίρε, διότι είσαι η απαρχή των θαυμάτων του Χριστού˙ χαίρε, διότι είσαι η βάσις των δογμάτων της Πίστεως Αυτού.

xaireGefira

Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι᾿ ἧς κατέβη ὁ Θεός· χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα τοὺς ἐκ γῆς πρὸς Οὐρανόν.
Χαίρε, διότι είσαι η επουράνιος κλίμακα ( η σκάλα )  δια της οποίας κατέβη ο Θεός (εις την γην) ˙ χαίρε, διότι είσαι η γέφυρα η μεταφέρουσα τους εκ γης πλασθέντας ανθρώπους εις τον ουρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα· χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα.
Χαίρε, συ, που είσαι μέγας θρύλος και αντικείμενον θαυμασμού δια τους Αγγέλους ˙Χαίρε, συ, που δια τους Δαίμονας είσαι το προκαλούν πολλούς θρήνους τραύμα.
Χαῖρε, τὸ Φῶς ἀῤῥήτως γεννήσασα· χαῖρε, τὸ πῶς, μηδένα διδάξασα.
Χαίρε, συ, που ανερμήνευτα  γέννησες το φώς˙ χαίρε, συ, που εις κανένα δεν φανέρωσες τον τρόπον της γεννήσεως αυτής.
Χαῖρε, σοφῶν ὑπερβαίνουσα γνῶσιν· χαῖρε, πιστῶν καταυγάζουσα φρένας.
Χαίρε, συ, που είσαι υπεράνω της γνώσεως και αυτών ακόμη των σοφών (διότι ούτε αυτοί δύνανται να κατανοήσουν πως εκ σου έλαβε σάρκα ο Θεός)˙ χαίρε, συ, που φωτίζεις με άπλετο φως τις διάνοιες  των πιστών.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

AXairetismoi_DynamisTouYpsistou1
Δ
Δύναμις τοῦ Ὑψίστου, ἐπεσκίασε τότε, πρὸς σύλληψιν τῇ Ἀπειρογάμῳ· καὶ τὴν εὔκαρπον ταύτης νηδύν, ὡς ἀγρὸν ὑπέδειξεν ἡδὺν ἅπασι, τοῖς θέλουσι θερίζειν σωτηρίαν, ἐν τῷ ψάλλειν οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
 
Αμέσως τότε (όταν δηλαδή η Παρθένος είπε το «Ιδού η δούλη Κυρίου˙ γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου»,) η δύναμις του Υψίστου Θεού επεσκίασε την μη έχουσα πείρα γάμου Κόρην, δια να συλλάβει (τον Υιόν του Θεού). Και τοιουτοτρόπως την καρποφόρο κοιλία της ανέδειξε αγρόν (φέροντα καρπό) γλυκύ για όλους εκείνους, που θέλουν να θερίζουν την σωτηρίαν των με το να ψάλλουν ούτως:
Αινείτε τον Θεό.
Ε

χουσα θεοδόχον, ἡ Παρθένος τὴν μήτραν, ἀνέδραμε πρὸς τὴν Ἐλισάβετ· τὸ δὲ βρέφος ἐκείνης εὐθύς, ἐπιγνὸν τὸν ταύτης ἀσπασμόν, ἔχαιρε! καὶ ἅλμασιν ὡς ᾄσμασιν, ἐβόα πρὸς τὴν Θεοτόκον·

Αφού πλέον είχε δεχθεί η Παρθένος εντός της κοιλίας της τον Θεό, μετέβη προς επίσκεψιν της (συγγενούς της ) Ελισάβετ. Το δε βρέφος ( που ήτο εις την κοιλία) της Ελισάβετ (ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος,) αντελήφθη αμέσως τον (προς την Ελισάβετ) χαιρετισμό της Παρθένου (εννόησε, δηλαδή, ότι ο χαιρετισμός αυτός προερχόταν  όχι από απλή γυναίκα, άλλα από την Μητέρα του Θεού) και γέμισε από χαράν. Χρησιμοποιώντας  δε ως άσματα σκιρτήματα, έλεγε προς την Θεοτόκο:

Χαῖρε, βλαστοῦ ἀμαράντου κλῆμα· χαῖρε, καρποῦ ἀκηράτου κτῆμα.
Χαίρε, κλήμα, που παρήγαγες τον αμάραντο βλαστό (τον Χριστόν) χαίρε, κλήμα που μας έδωσες τον άφθαρτο καρπό.
Χαῖρε, γεωργὸν γεωργοῦσα φιλάνθρωπον· χαῖρε, φυτουργὸν τῆς ζωῆς ἡμῶν φύουσα.

Χαίρε, συ, που κυοφορείς μέσα εις τα σπλάχνα σου τον φιλάνθρωπο Γεωργό.  χαίρε, συ, που γεννάς τον Δημιουργό της ζωής μας.

aroura
Χαῖρε, ἄρουρα βλαστάνουσα εὐφορίαν οἰκτιρμῶν· χαῖρε, τράπεζα βαστάζουσα εὐθηνίαν ἱλασμῶν.
Χαίρε, γη ευφορωτάτη, που βλαστάνεις αφθονία (όχι υλικών καρπών, αλλά θείας) ευσπλαχνίας χαίρε, τράπεζα, που βαστάζεις επάνω σου τον πλούτο του ελέους.
Χαῖρε, ὅτι λειμῶνα τῆς τρυφῆς ἀναθάλλεις· χαῖρε, ὅτι λιμένα τῶν ψυχῶν ἑτοιμάζεις.
Χαίρε, διότι κάνεις να ανθίζει λειβάδι (πνευματικής) απολαύσεως χαίρε, διότι ετοιμάζεις λιμένα για τις ψυχές μας.
Χαῖρε, δεκτόν πρεσβείας θυμίαμα· χαῖρε, παντὸς τοῦ κόσμου ἐξίλασμα.
Χαίρε, διότι είσαι το θυμίαμα πρεσβείας που το δέχεται ο Θεός χαίρε, συ, που εξιλεώνεις (με τις πρεσβείες σου) για όλο τον κόσμον τον Θεό.
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία· χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παῤῥησία.
Χαίρε, διότι μέσω σού ο Θεός έδειξε την εύνοια και αγαθότητα Του προς τους θνητούς ανθρώπους χαίρε, διότι μέσω σου οι άνθρωποι απέκτησαν θάρρος να πλησιάζουν τον Θεό.

Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε
zalin endothen
Ζ 
Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων, λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη, πρὸς τὴν ἄγαμόν σε θεωρῶν, καὶ κλεψίγαμον ὑπονοῶν Ἄμεμπτε· μαθὼν δέ σου τὴν σύλληψιν ἐκ Πνεύματος ἁγίου, ἔφη·                                        
Ἀλληλούϊα.

Ο (προστάτης σου) σώφρων Ιωσήφ, ώ άμεμπτε Παρθένε, έχοντας  εσωτερικώς λογισμούς αμφιβολίας, επειδή σε γνώριζεν άγαμο και (ως εκ τούτου) υποπτευόταν  ότι είχες άνομες σχέσεις (εις τις οποίες απέδιδε την εγκυμοσύνη σου), ταραχτηκε . Όταν όμως πληροφορήθηκε  (από τον Άγγελο ) ότι η σύλληψις βρέφους στην κοιλία σου ήταν  εκ Πνεύματος Αγίου, αναφώνησε:

Αινείτε τον Θεό

ikousan oi poimenes
Η
κουσαν οἱ Ποιμένες, τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων, τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν· καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα, θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον, ἐν τῇ γαστρὶ Μαρίας βοσκηθέντα, ἣν ὑμνοῦντες, εἶπον·
 
Οι βοσκοί (που ήταν κοντα στο σπήλαιο , όταν γεννήθηκε  ο Κύριος) άκουσαν τους Αγγέλους να υμνούν το γεγονός, ότι ο Χριστός παρουσιάστηκε (εις την γην) με ανθρώπινη σάρκα. Και ενώ έσπευσαν προς Αυτόν, με της σκέψη ότι θα Τον έβλεπαν ως Ποιμένα (ως Ηγέτη, δηλαδή, με όλη τη λαμπρότητα και μεγαλοπρέπεια Του), εν τούτοις βλέπουν Αυτόν ως άμωμον πρόβατο (κατάλληλο δια θυσία), το οποίον είχε τραφεί  μέσα εις την κοιλία της Μαρίας. Υμνώντας  δε αυτήν, της είπαν
Χαῖρε, ἀμνοῦ καὶ ποιμένος Μήτηρ· χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαίρε, συ, που είσαι Μήτηρ Εκείνου, ο Οποίος είναι και Αμνός (ως άνθρωπος) και Ποιμήν (ως Θεός) χαίρε, συ, που είσαι η μάνδρα των λογικών προβάτων (δηλαδή των πιστών).
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον· χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαίρε, συ, που είσαι το όπλον, δια του οποίου αμυνόμεθα κατά των αοράτων εχθρών (Δαιμόνων) χαίρε, συ, που είσαι το κλειδί, δια του οποίου ανοίγονται οι θύρες του Παραδείσου.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ· χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαίρε, διότι εξ αιτίας σου τα ουράνια αγάλλονται μαζί με την γην χαίρε, διότι εξ αιτίας σου τα επίγεια πανηγυρίζουν μαζί με τους ουρανούς.
Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα· χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος
Χαίρε, συ, που είσαι το αδιάκοπο κήρυγμα των αποστόλων (οι οποίοι συνεχώς ομιλούν  δια τον από Εσένα σαρκωθέντα Θεό) χαίρε, συ, που εμπνέεις εις τους μάρτυρες (της Πίστεως) ακατάβλητο  θάρρος.
Χαῖρε, στεῤῥὸν τῆς Πίστεως ἔρεισμα· χαῖρε, λαμπρὸν τῆς χάριτος γνώρισμα.
Χαίρε, συ, που είσαι το ασάλευτο βάθρον της Πίστεως χαίρε, συ, εις το πρόσωπον της οποίας γνωρίσαμεν την λαμπρότητα της χάριτος ( του Θεού).
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγυμνώθη ὁ ᾍδης· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
Χαίρε, συ, μέσω της οποίας εγυμνώθη ο άδης (από την εξουσία του) χαίρε, σύ, μέσω της οποίας εμείς περιβλήθηκαμε (ουράνιο) δόξαν.

 
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
theodromon astera
Θ
Θεοδρόμον Ἀστέρα, θεωρήσαντες Μάγοι, τῇ τούτου ἠκολούθησαν αἴγλῃ· καὶ ὡς λύχνον κρατοῦντες αὐτόν, δι᾿ αὐτοῦ ἠρεύνων κραταιὸν Ἄνακτα· καὶ φθάσαντες τὸν ἄφθαστον, ἐχάρησαν, αὐτῷ βοῶντες·
Ἀλληλούϊα.

Όταν οι μάγοι είδαν τον αστέρα, ο οποίος έδειχνε τον δρόμο που έφερε προς τον (γεννηθέντα) Θεό, ακολούθησαν την λάμψη του. Έχοντες δε αυτόν ως λύχνο (που τους έδειχνε τον δρόμο), ερευνούσαν με αυτόν να βρουν  τον (νεογέννητο)  ισχυρό Βασιλέα. Αφού δε έφθασαν τοπικώς πλησίον Εκείνου, που (ως Θεός) είναι άφθαστος και απλησίαστος, γέμισαν από χαράν και είπαν για Αυτόν:

 Αινείτε τον Θεό.
 paides-xaldaion
Ι
δον παῖδες Χαλδαίων, ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου, τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους· καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν, εἰ καὶ δούλου ἔλαβε μορφήν, ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι, καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ·
Είδαν (λοιπόν) οι μάγοι, οι απόγονοι των Χαλδαίων,στα χέρια της Παρθένου Εκείνον, που έπλασε με τας χείρας Του τους ανθρώπους. Και, αισθανόμενοι ότι το βρέφος αυτό ήταν ο Κύριος, έστω και αν είχε λάβει μορφήν δούλου (ανθρώπου δηλαδή), έσπευσαν να εκδηλώσουν την προς Αυτόν λατρεία τους με την προσφορά δώρων και να πουν εις την ευλογημένη Μητέρα Του:
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ· χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας.
Χαίρε, συ, που είσαι η Μήτηρ του αστέρος ο οποίος ουδέποτε δύει  χαίρε, συ, που είσαι η αυγή της μυστικής ημέρας (δηλαδή της αιωνίου Βασιλείας του Θεού).
apatis tin kaminon
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν κάμινον σβέσασα· χαῖρε, τῆς Τριάδος τοὺς μύστας φωτίζουσα.
Χαίρε, συ, που έσβησες την κάμινο της (ειδωλολατρικής) πλάνης χαίρε, συ, που φωτίζεις τους οπαδούς της Τριαδικής Θεότητας.
Χαῖρε, τύραννον ἀπάνθρωπον ἐκβαλοῦσα τῆς ἀρχῆς· χαῖρε, Κύριον φιλάνθρωπον ἐπιδείξασα Χριστόν.
Χαίρε, συ, που εξεθρόνισες τον απάνθρωπο τύραννο (τον διάβολο) από την εξουσία του χαίρε, συ, που παρουσίασες (εις τον κόσμον) του Χριστόν ως φιλάνθρωπο Κύριον.
Χαῖρε, ἡ τῆς βαρβάρου λυτρουμένη θρησκείας· χαῖρε, ἡ τοῦ βορβόρου ῥυομένη τῶν ἔργων.
Χαίρε, σύ, που μας απαλλάσσεις από την βάρβαρο θρησκεία (της πολυθεΐας) χαίρε, Εσύ, που μας ελευθερώνεις από τον βόρβορο των (αισχρών) έργων.
Χαῖρε, πυρὸς προσκύνησιν παύσασα· χαῖρε, φλογὸς παθῶν ἀπαλλάττουσα.
Χαίρε, σύ, που έπαυσες την λατρεία του πυρός ( το οποίον πίστευαν ως θεό) χαίρε, Εσύ, που μας σώζεις από τις φλόγες των (αμαρτωλών) παθών.
Χαῖρε, πιστῶν ὁδηγὲ σωφροσύνης· χαῖρε, πασῶν γενεῶν εὐφροσύνη.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι οδηγός σωφροσύνης διά τους πιστούς χαίρε, Εσύ, που είσαι χαρά και ευφροσύνη όλων των γενεών.

          Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
kirikes theoforoi
Κ

Κήρυκες θεοφόροι, γεγονότες οἱ Μάγοι, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Βαβυλῶνα· ἐκτελέσαντές σου τὸν χρησμόν, καὶ κηρύξαντές σε τὸν Χριστὸν ἅπασιν, ἀφέντες τὸν Ἡρώδην ὡς ληρώδη, μὴ εἰδότα ψάλλειν·

 Ἀλληλούϊα.

Οι μάγοι, αφού (μετά τα όσα είδαν εις την Βηθλεέμ) κατέστησαν κήρυκες του Θεού, επέστρεψαν (από άλλο δρόμο, όπως τους είπε ο Θεός,) εις την (πατρίδα των) Βαβυλώνα και αφού (με την προσφορά των δώρων των) εκπλήρωσαν τον χρησμό Σου, Σε κήρυξαν εις όλους ως τον από Θεό κεχρισμένο Μεσσία, άφησαν δε τον Ηρώδη, ο οποίος, ως μωρολόγος και ανόητος που ήταν, δεν γνώριζε να ψάλλει:

Αινείτε τον Θεό.
lampsas en ti aigipto
Λ

Λάμψας ἐν τῇ Αἰγύπτῳ, φωτισμὸν ἀληθείας, ἐδίωξας τοῦ ψεύδους τὸ σκότος· τὰ γὰρ εἴδωλα ταύτης Σωτήρ, μὴ ἐνέγκαντά σου τὴν ἰσχύν, πέπτωκεν· οἱ τούτων δὲ ῥυσθέντες, ἐβόων πρὸς τὴν Θεοτόκον·

 Αφού  έλαμψες και εις την Αίγυπτο (όπου διέφυγες δια να σωθείς  από την μανία του Ηρώδη ,) το φως της αληθινής θεογνωσίας, εξαφάνισες το σκότος της ψευδούς (ειδωλολατρικής) αρεσκείας. Διότι τα είδωλα της Αιγύπτου, Σωτήρ, κατέπεσαν , επειδή δεν υπέφεραν την ισχύ της παρουσίας Σου. Εκείνοι δε που απηλλάγησαν από την απαισία υποδούλωση εις την λατρεία των ειδώλων, κραύγαζαν προς την Θεοτόκο:
Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων· χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι η ανόρθωσις των ανθρώπων χαίρε, Εσύ, που είσαι η κατάπτωσις των Δαιμόνων.
Χαῖρε, τῆς ἀπάτης τὴν πλάνην πατήσασα· χαῖρε, τῶν εἰδώλων τὸν δόλον ἐλέγξασα.
Χαίρε, Εσύ, που καταπάτησες (και εξαφάνισες) την πλάνην της απάτης (του Διαβόλου) χαίρε, Εσύ, που φανέρωσες τον δόλο (του σατανά) που υποκρυπτόταν εις τα είδωλα.
θ
Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν· χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωήν.
Χαίρε, θάλασσα, που βύθισες τον νοητό Φαραώ (τον διάβολον) χαίρε, βράχε, που (ανέβλυσες ύδωρ και ) πότισες  όσους διψούσαν την ζωή.
tasnoe0011973
Χαῖρε, πύρινε στῦλε, ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει· χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου, πλατυτέρα νεφέλης.
Χαίρε, πύρινε στύλε, που φωτίζεις και (με ασφάλειαν) οδηγείς όσους πορεύονται εις το σκότος χαίρε, σκέπη του κόσμου, που είσαι πλατυτέρα της (παλαιάς εκείνης) νεφέλης
pirine stile
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάννα διάδοχε· χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι η τροφή μας, η οποία διαδέχθηκε το μάννα χαίρε, Εσύ, που είσαι η διάκονος αγίας (πνευματικής) απολαύσεως.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας· χαῖρε, ἐξ ἧς ῥέει μέλι καὶ γάλα.
Χαίρε, Εσύ, πού είσαι η Γη  της Επαγγελίας (εκείνη δηλαδή που είχε υποσχεθεί  ο Θεός) χαίρε, Εσύ, εκ της οποίας ρέει (πνευματικόν) μέλι και γάλα.

                                                                                     Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
molon tou simeonos
 Μ
Μέλλοντος Συμεῶνος, τοῦ παρόντος αἰῶνος, μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος, ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ, ἀλλ᾿ ἐγνώσθης τούτῳ καὶ Θεὸς τέλειος· διό περ ἐξεπλάγη, σοῦ τὴν ἄῤῥητον σοφίαν, κράζων·
Ἀλληλούϊα.
Όταν ο (πρεσβύτης) Συμεών έμελλε να φύγει από την παρούσα ζωήν, την μάταιη  και απατηλή, δόθηκες στα χέρια του ως βρέφος (κατά την ημέραν του «Σαραντισμού»), αλλά τον έκαμες να εννοήσει ότι είσαι (όχι μόνον τέλειος άνθρωπος, αλλά) και τέλειος Θεός. Δια τούτο στάθηκε  με έκπληξη και θαυμασμό εμπρός εις την απερίγραπτο σοφία Σου και αναφώνησε :

Αινείτε τον Θεό

Νέαν έδειξεν κτίσινΝ

Νέαν ἔδειξε κτίσιν, ἐμφανίσας ὁ Κτίστης, ἡμῖν τοῖς ὑπ᾿ αὐτοῦ γενομένοις· ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός, καὶ φυλάξας ταύτην, ὥσπερ ἦν, ἄφθορον· ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες, ὑμνήσωμεν αὐτήν, βοῶντες·
Νέα έκαμε Δημιουργία ο Δημιουργός και την φανέρωσε εις εμάς τα πλάσματα Του. Τούτο έπραξε με το να γεννηθεί από κοιλία , η οποία δεν γνώρισε ανδρικό σπέρμα, και με το να διατηρήσει αυτή  παρθενική και αδιάφθορη , όπως ήταν και προηγουμένως, έτσι ώστε εμείς, βλέποντας το θαύμα, να υμνήσουμε την Παρθένο, βοώντας προς αυτήν:

Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας· χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας.
Χαίρε που είσαι το άφθαρτο και αμάραντο άνθος χαίρε, Εσύ, που είσαι ο στέφανος της παρθενίας.
Χαῖρε, ἀναστάσεως τύπον ἐκλάμπουσα· χαῖρε, τῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐμφαίνουσα.
Χαίρε, Εσύ, που μας δίνεις μία λαμπρή εικόνα του πως θα ζούμε μετά την ανάσταση, χαίρε, Εσύ, που (με τον δικό σου άσπιλο βίο) μας φανερώνεις τον βίο των Αγγέλων.
Χαῖρε, δένδρον ἀγλαόκαρπον, ἐξ οὗ τρέφονται πιστοί· χαῖρε, ξύλον εὐσκιόφυλλον, ὑφ᾿ οὗ σκέπονται πολλοί.
Χαίρε, δένδρον, γεμάτο από λαμπρούς καρπούς, εκ των οποίων τρέφονται οι πιστοί χαίρε, δένδρον εύσκιο, κάτω από το οποίο ευρίσκουν πολλοί (αναπαυτική) σκιάν.
Χαῖρε, κυοφοροῦσα ὁδηγὸν πλανωμένοις· χαῖρε, ἀπογεννῶσα λυτρωτὴν αἰχμαλώτοις.
Χαίρε, Εσύ, διότι κυοφορείς οδηγό για τους πλανεμένους (στα σκοτάδια της πλάνης) χαίρε, Εσύ, διότι γεννάς απελευθερωτή για τους αιχμαλώτους (εις τον διάβολο).
Χαῖρε, Κριτοῦ δικαίου δυσώπησις· χαῖρε, πολλῶν πταιόντων συγχώρησις.
Χαίρε, Εσύ, που ικετεύεις (υπέρ ημών) τον Δίκαιον Κριτή χαίρε, Εσύ, που εξ αιτίας των ικεσιών σου δίνεται στους πολλούς, πού φταίνε, η συγχώρηση.
Χαῖρε, στολὴ τῶν γυμνῶν παῤῥησίας· χαῖρε, στοργὴ πάντα πόθον νικῶσα.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι στολή όσων στερούνται παρρησίας ενώπιον του Θεού (εξ αιτίας των αμαρτιών τους ) χαίρε, Εσύ, της οποίας τη στοργή ποθούμε περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

00.237

Ξ
Ξένον τόκον ἰδόντες, ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες· διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός, ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος, βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος, τοὺς αὐτῷ βοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

Επειδή είδαμε την ξένην και παράδοξο γέννηση του Κυρίου, ας αποξενωθούμε  από το κοσμικό φρόνημα και από τις υλικές μέριμνες, και ας μεταθέσουμε την σκέψη μας εις τον ουρανό. Διότι γι’ αυτό το λόγο ο υψηλός Θεός χαμήλωσε και παρουσιάστηκε στη γη  ως ταπεινός άνθρωπος, επειδή ακριβώς ήθελε να ελκύσει προς το ύψος του ουρανού εκείνους, οι οποίοι (Τον πιστεύουν και ) αναφωνούν γι Αυτόν:
 Αινείτε τον Θεό.
olos pasa fisis
  Ο
λος ἦν ἐν τοῖς κάτω, καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος· συγκατάβασις γὰρ θεϊκή, οὐ μετάβασις δὲ τοπικὴ γέγονε· καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου, ἀκουούσης ταῦτα·
 Ο (Υιός και) Λόγος ( του Θεού), τον Οποίο κανένας τόπος δεν μπορεί να χωρέσει , ήταν  ολόκληρος εδώ στη γή  (ενωμένος με την ανθρώπινη φύση που προσέλαβε) αλλά  ουδόλως απουσίαζε και από τον ουρανό. Αυτό συνέβαινε, διότι η ενανθρώπησις του Λόγου δεν αποτελούσε  μετάβαση του Θεού από τον ένα τόπον (τον ουρανό) εις τον άλλον (την γην), αλλά μίαν συγκατάβαση και ταπείνωση, την οποίαν μόνον ο Θεός μπορούσε να κάνει. Η συγκατάβαση δε αυτή πραγματοποιήθηκε με το γεγονός, ότι ο Κύριος (έγινε άνθρωπος και ) γεννήθηκε από μία Παρθένο αφοσιωμένη εξ ολοκλήρου εις τον Θεό, η οποία ακούει να της λέγουν (τώρα) αυτά τα (εγκωμιαστικά) λόγια:
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα· χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαίρε, Εσύ, που χώρεσες (εις την κοιλία σου) τον Θεό, τον Οποίον δεν χωρεί ουδείς τόπος χαίρε, Εσύ, που είσαι η θύρα (δηλαδή όργανον πραγματοποιήσεως) του σεπτού μυστηρίου (της ενσάρκωσης του Θεού).
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα· χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαίρε, Εσύ, την οποία οι άπιστοι ακούνε όλο αμφιβολία, επειδή δεν πιστεύουν ότι από Εσένα  γεννήθηκε ο Θεός) χαίρε, Εσύ, για την οποία οι πιστοί καυχώνται με πεποίθηση βαθειά.
Χαῖρε, ὄχημα πανάγιον τοῦ ἐπὶ τῶν Χερουβείμ· χαῖρε, οἴκημα πανάριστον τοῦ ἐπὶ τῶν Σεραφείμ.
Χαίρε, άρμα πανάγιο Εκείνου, ο Οποίος κάθεται επάνω εις τα Χερουβείμ  χαίρε, υπερτέλειε τόπε κατοικίας Εκείνου, ο Οποίος κάθεται επάνω εις τα Σεραφείμ.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα· χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαίρε, Εσύ, που ένωσες τα αντίθετα (την γη με τον ουρανό) χαίρε, Εσύ, που συνδυάζεις παρθενία και εγκυμοσύνη.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐλύθη παράβασις! χαῖρε δι᾿ ἧς ἠνοίχθη Παράδεισος.
Χαίρε, Εσύ, διά της οποίας συγχωρήθηκε  η παράβαση του (Αδάμ) χαίρε, Εσύ, δια της οποίας άνοιξε ο Παράδεισος (τον οποίο είχε κλείσει η αμαρτία των πρωτοπλάστων).
Χαῖρε, ἡ κλεὶς τῆς Χριστοῦ Βασιλείας· χαῖρε, ἐλπὶς ἀγαθῶν αἰωνίων.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι το κλειδί της Βασιλείας του Κυρίου, χαίρε Εσύ, που είσαι η ελπίδα  για όλους εμάς,  ότι θα απολαύσουμε τα αιώνια αγαθά.
Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
Π
Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων, κατεπλάγη τὸ μέγα, τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον· τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν, ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον· ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα, ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως·
Ἀλληλούϊα.
Όλα τα τάγματα των Αγγέλων, Κύριε, κατελήφθησαν από έκπληξη  και θαυμασμό εμπρός εις το μέγα γεγονός της ενανθρωπήσεως Σου (συνέβη δε αυτό,) διότι έβλεπαν  Εσένα , που είσαι απλησίαστος ως Θεός, να έχεις γίνει άνθρωπος ευκολοπλησίαστος από όλους τόσο, ώστε να ζεις μαζί με εμάς και να ακούς από όλους τούτο
Αινείτε τον Θεό.
ritoras polifthoggous
Ρ
ήτορας πολυφθόγγους, ὡς ἰχθύας ἀφώνους, ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε· ἀποροῦσι γὰρ λέγειν τό, πῶς καὶ Παρθένος μένεις, καὶ τεκεῖν ἴσχυσας· ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριον θαυμάζοντες, πιστῶς βοῶμεν·
Στη δική σου περίπτωση, ώ Θεοτόκε, βλέπουμε  τους ρήτορες, οι οποίοι σε άλλα θέματα ομιλούν χωρίς να τελειώνουν, να μένουν σαν ψάρια άφωνοι. Διότι τους είναι αδύνατο να εξηγήσουν πως και Παρθένος μένεις και να γεννήσεις μπόρεσες . Εμείς όμως (πιστεύοντας ακράδαντα και μη ζητώντας  δια της λογικής μας  να εξηγήσουμε  τα ακατάληπτα έργα του Θεού,) θαυμάζουμε  το μυστήριο και αναφωνούμε σε Εσένα  με πίστη:
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον· χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαίρε, Εσύ, που έγινες το σκεύος της σοφίας του Θεού (διότι εις σε τελέσθησαν τόσα απερινόητα μυστήρια) χαίρε, Εσύ, που έγινες το θησαυροφυλάκιον των προαιωνίων σχεδίων Αυτού.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα· χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαίρε, Εσύ, που αποδεικνύεις ανόητους τους φιλοσόφους χαίρε, Εσύ, που φανερώνεις ότι οι τεχνολόγοι  δεν έχουν λογικήν.
Χαῖρε, ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί· χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαίρε, διότι εξ αιτίας σου απεδείχθησαν μωροί οι φημισμένοι ως ακαταμάχητοι διαλεκτικοί.  χαίρε, διότι εξ αιτίας σου εξαφανίσθηκαν οι μυθολόγοι.
aliaion
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα· χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα.
Χαίρε, Εσύ που διαλύεις τα περίτεχνα λογικά κατασκευάσματα των Αθηναίων (δηλαδή των φιλοσόφων) χαίρε, Εσύ, που γεμίζεις τα (πνευματικά ) δίκτυα των ψαράδων (των μαθητών δηλαδή του Χριστού).
Χαῖρε, βυθοῦ ἀγνοίας ἐξέλκουσα· χαῖρε, πολλοὺς ἐν γνώσει φωτίζουσα.
Χαίρε, Εσύ, που μας ανασύρεις από τον βυθό της (περί του αληθινού Θεού) αγνοίας. χαίρε Εσύ, που φωτίζεις πολλούς με θεία γνώσιν.
Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι· χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι το (ασφαλές) πλοίον για όσους θέλουν να σωθούν χαίρε, Εσύ, που είσαι ο λιμήν αυτών που διαπλέουν το πέλαγος της ζωής.
 Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.
soson-teixos
Σ
Σῶσαι θέλων τὸν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων Κοσμήτωρ, πρὸς τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἦλθε· καὶ ποιμὴν ὑπάρχων ὡς Θεός, δι᾿ ἡμᾶς ἐφάνη καθ᾿ ἡμᾶς ἄνθρωπος· ὁμοίῳ γὰρ τὸ ὅμοιον καλέσας, ὡς Θεὸς ἀκούει·
Ἀλληλούϊα.

Επειδή Αυτός που (δημιούργησε και ) στόλισε τα πάντα θέλησε να σώσει τον κόσμο, ήλθε εις αυτό κινούμενος από την ιδίαν Του θέληση  και αγάπην και ενώ ως Θεός, ήταν Βασιλεύς και Κύριος, έγινε χάριν ημών όμοιος με ημάς, δηλαδή άνθρωπος. Ετσι  λοιπόν καλώντας σε σωτηρία τους ομοίους Του (εμάς δηλαδή τους ανθρώπους,) μέσω του ομοίου (της ανθρώπινης δηλαδή φύσης Του), ακούει (τώρα) από όλους, ως Θεός πού είναι, τούτον τον ύμνο:

Αινείτε τον Θεό.

Τ

Τεῖχος εἶ τῶν παρθένων, Θεοτόκε Παρθένε, καὶ πάντων τῶν εἰς σὲ προστρεχόντων· ὁ γὰρ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, κατεσκεύασέ σε Ποιητὴς Ἄχραντε, οἰκήσας ἐν τῇ μήτρᾳ σου, καὶ πάντας σοι προσφωνεῖν διδάξας
·Ώ Θεοτόκε Παρθένε, είσαι το (προστατευτικό) τείχος των παρθένων και όλων εκείνων που καταφεύγουν εις Εσένα. Είσαι δε, ω Αγνή Κόρη, τείχος (ισχυρό και απόρθητο), διότι ( όχι άνθρωπος, αλλα Αυτός ο Ίδιος ) ο Ποιητής του ουρανού και της γης σε κατέστησε με το να κατοικήσει στην  κοιλία σου (και να λάβει σάρκα εκ των αγνών αιμάτων σου). Έτσι δε δίδαξε όλους να λένε σε Εσένα :

Χαῖρε, ἡ στήλη τῆς παρθενίας· χαῖρε, ἡ πύλη τῆς σωτηρίας.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι η στήλη της παρθενίας χαίρε, Εσύ, που είσαι η πύλη δια της οποίας εισερχόμαστε  εις την σωτηρία.
Χαῖρε, ἀρχηγὲ νοητῆς ἀναπλάσεως· χαῖρε, χορηγὲ θεϊκῆς ἀγαθότητος.
Χαίρε, Εσύ, που αποτέλεσες την αρχή της πνευματικής νέας δημιουργίας χαίρε, Εσύ, που παρέχεις σε εμάς το θείο έλεος.
Χαῖρε, σὺ γὰρ ἀνεγέννησας τοὺς συλληφθέντας αἰσχρῶς· χαῖρε, σὺ γὰρ ἐνουθέτησας τοὺς συληθέντας τὸν νοῦν.
Χαίρε, διότι Εσύ γέννησες σε νέα (πνευματική) ζωήν όλους εμάς, που από την στιγμή της συλλήψεως (στην κοιλία της μητρός) μας είμαστε  αμαρτωλοί. χαίρε, διότι Εσυ έδωσες σύνεση σε εμάς , των οποίων τον νου είχε αφαιρέσει ο Σατανάς.
Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα· χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα.
Χαίρε, Εσύ, που καταργείς τον διάβολο, ο οποίος διαφθείρει την ορθοφροσύνη μας. χαίρε, Εσύ, που γέννησες τον σπορέα της αγνότητας.
Χαῖρε, παστὰς ἀσπόρου νυμφεύσεως· χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
Χαίρε, Εσύ, που έγινες νυμφικός θάλαμος ενός υπερφυσικού γάμου. χαίρε, Εσύ, που ενώνεις, ως νυμφαγωγός, τις ψυχές των πιστών με τον Κύριον.
Χαῖρε, καλὴ κουροτρόφε παρθένων· χαῖρε, ψυχῶν νυμφοστόλε Ἁγίων.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι η ιδεώδης τροφός και διδάσκαλος των παρθένων. χαίρε, Εσύ, που στολίζεις με νυμφικά ενδύματα τις άγιες ψυχές (και τις οδηγείς εις την Βασιλείαν του Θεού.
                                                                                            Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

articleimage56549

Υ

μνος ἅπας ἡττᾶται, συνεκτείνεσθαι σπεύδων, τῷ πλήθει τῶν πολλῶν οἰκτιρμῶν σου· ἰσαρίθμους γὰρ τῇ ψάμμῳ ᾠδάς, ἂν προσφέρωμέν σοι, Βασιλεῦ ἅγιε, οὐδὲν τελοῦμεν ἄξιον, ὧν δέδωκας ἡμῖν, τοῖς σοὶ βοῶσιν·

Ἀλληλούϊα.

Όλοι οι ύμνοι αποδεικνύονται μηδαμινοί, όσο και αν προσπαθούν να ανταποκριθούν προς το πλήθος της απείρου ευσπλαχνίας Σου. Διότι και αν ακόμη προσφέρουμε εις Σε, ώ Άγιε Βασιλέα , ψαλμωδίες τόσες σε αριθμό, όσος είναι ο αριθμός των κόκκων της άμμου, δεν πράττουμε τίποτε το αντάξιο των ευεργεσιών που έκαμες εις ημάς, οι οποίοι ανακράζουμε για Σενα :

Αινείτε τον Θεό.

Φ      

Φωτοδόχον λαμπάδα, τοῖς ἐν σκότει φανεῖσαν, ὁρῶμεν τὴν ἁγίαν Παρθένον· τὸ γὰρ ἄϋλον ἅπτουσα φῶς, ὁδηγεῖ πρὸς γνῶσιν θεϊκὴν ἅπαντας, αὐγῇ τὸν νοῦν φωτίζουσα, κραυγῇ δὲ τιμωμένη ταῦτα·
Βλέπουμε  την αγία Παρθένο ως φωτεινή λαμπάδα, η οποία δόθηκε  προς χάρη εκείνων που πορεύονται στο σκότος (της πλάνης και της αμαρτίας). Διότι αυτή, ανάβοντας  το άϋλον φως, (γεννώντας δηλαδή τον Χριστόν,) οδηγεί όλους προς την αληθινή θεογνωσία, φωτίζοντας με την λάμψιν Της τον νουν μας. Γι’ αυτό και τιμάται από ημάς, οι οποίοι κραυγάζουμε προς αυτήν τα εξής

Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ Ἡλίου· χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαίρε, ακτίνα του πνευματικού ηλίου (δηλαδή του Χριστού). χαίρε,λάμψη του άστρου που δεν δύει ποτέ.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα· χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαίρε, αστραπή που φωτίζεις και λαμπρύνεις τις  ψυχές χαίρε, Εσύ, που ως βροντή συνταράσσεις και τρομοκρατείς τους εχθρούς ( τους δαίμονες).
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν· χαῖρε, ὅτι τὸν πολύῤῥητον ἀναβλύζεις ποταμόν.
Χαίρε, διότι ανατέλλεις (διά της γεννήσεως) τον πολύφωτον φωτισμό (τον Χριστόν). χαίρε, διότι αναβλύζεις τον πολύρρητο ποταμό .
Χαῖρε, τῆς κολυμβήθρας ζωγραφοῦσα τὸν τύπον· χαῖρε, τῆς ἁμαρτίας ἀναιροῦσα τὸν ῥύπον.
Χαίρε, Εσύ, που παριστάνεις και συμβολίζεις  την κολυμβήθρα (δια της οποίας γεννιόμαστε στη νέα ζωή). χαίρε, Εσύ, που (δια της γεννήσεως του Λυτρωτή ) εξαφανίζεις τον μολυσμό της αμαρτίας.
Χαῖρε, λουτὴρ ἐκπλύνων συνείδησιν· χαῖρε, κρατὴρ κιρνῶν ἀγαλλίασιν.
Χαίρε, Εσύ, που ως (θείον) λουτρόν καθαρίζεις την συνείδηση μας. χαίρε, Εσύ, που είσαι το ποτήρι , το οποίον μας προσφέρει αγαλλίασιν.
Χαῖρε, ὀσμὴ τῆς Χριστοῦ εὐωδίας· χαῖρε, ζωὴ μυστικῆς εὐωχίας.
Χαίρε, Εσύ, που αναδίδεις την ευωδία του Χριστού χαίρε, Εσύ, που είσαι ζωή τροφοδοτουμένη από μυστικόν συμπόσιον

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε.

xarin doune

Χ

Χάριν δοῦναι θελήσας, ὀφλημάτων ἀρχαίων, ὁ πάντων χρεωλύτης ἀνθρώπων, ἐπεδήμησε δι᾿ ἑαυτοῦ, πρὸς τοὺς ἀποδήμους τῆς αὐτοῦ χάριτος· καὶ σχίσας τὸ χειρόγραφον, ἀκούει παρὰ πάντων οὕτως·

Ἀλληλούϊα.

Επειδή ο Κύριος, ο οποίος εξοφλεί τα χρέη όλων των ανθρώπων, θέλησε να δώσει χάρη στις παλιές μας οφειλές μας προς Αυτόν (να συγχωρέσει δηλαδή όλες τις αμαρτίες μας, από της εποχής του Αδάμ), ήλθε προς εμάς, οι οποίοι είχαμε  απομακρυνθεί  από την χάρη Του, ήλθε δε δια του Ιδίου του Εαυτού Του (δηλαδή με το να προσφέρει για το χατήρι τους τον ίδιο τον Εαυτόν Του ως θυσία). Επειδή δε (με την θυσία Του) έσχισε το γραμμάτιον του χρέους μας, ακούει (τώρα) από όλους την εξής (ευγνώμονα) αναφώνηση :

Αινείτε τον Θεό.

callontes

Ψ

Ψάλλοντές σου τὸν τόκον, ἀνυμνοῦμέν σε πάντες, ὡς ἔμψυχον ναὸν Θεοτόκε· ἐν τῇ σῇ γὰρ οἰκήσας γαστρί, ὁ συνέχων πάντα τῇ χειρὶ Κύριος, ἡγίασεν, ἐδόξασεν, ἐδίδαξε βοᾶν σοι πάντας·
Με το να δοξολογούμε τον Υιόν Σου, ώ Θεοτόκε, ανυμνούμε Σε όλοι ως έμψυχο Ναό (του Υιού Σου). Διότι ο Κύριος, που συγκρατεί το σύμπαν στα χέρια  Του, κατοικώντας στην κοιλία σου, σε αγίασε και σε δόξασε και δίδαξε όλους να αναφωνούν προς σε:

Χαῖρε, σκηνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ Λόγου· χαῖρε, Ἁγία Ἁγίων μείζων.
Χαίρε, Σκηνή (κατοικία δηλαδή) του Χριστού, που είναι Λόγος του Θεού και Θεός. χαίρε, Αγία, που είσαι υπερτέρα από τα Άγια των Αγίων .

lixnia kivote stamne

Χαῖρε, Κιβωτὲ χρυσωθεῖσα τῷ Πνεύματι· χαῖρε, θησαυρὲ τῆς ζωῆς ἀδαπάνητε.
Χαίρε, Κιβωτέ , που σε εχρύσωσε (όχι ανθρώπινο χέρι , όπως την Κιβωτό της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά) το Πνεύμα το Άγιο χαίρε, Εσύ, που είσαι ο ανεξάντλητος θησαυρός της ζωής.
Χαῖρε, τίμιον διάδημα βασιλέων εὐσεβῶν· χαῖρε, καύχημα σεβάσμιον ἱερέων εὐλαβῶν.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι πολύτιμο στέμμα βασιλέων ευσεβών . Χαίρε, Εσύ, που είσαι σεβάσμιο καύχημα ιερέων ευλαβών.
Χαῖρε, τῆς Ἐκκλησίας ὁ ἀσάλευτος πύργος· χαῖρε, τῆς βασιλείας τὸ ἀπόρθητον τεῖχος.
Χαίρε, Εσύ, που είσαι ο ακλόνητος πύργος της Εκκλησίας (αυτός που την προφυλάσσει από τις επιθέσεις των εχθρών) χαίρε, Εσύ, που είσαι της (χριστιανικής) πολιτείας το απόρθητο τείχος.
Χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐγείρονται τρόπαια· χαῖρε, δι᾿ ἧς ἐχθροὶ καταπίπτουσι.
Χαίρε , Εσύ , που με τη βοήθεια σου υψώνονται τρόπαια νίκης ( κατά των αντιπάλων μας ) ‘ χαίρε, Εσύ, που με την συμβολή σου εξολοθρεύονται οι εχθροί μας
Χαῖρε, χρωτὸς τοῦ ἐμοῦ θεραπεία· χαῖρε, ψυχῆς τῆς ἐμῆς σωτηρία.
Χαίρε, Εσύ που είσαι η θεραπεία (των ασθενειών) του σώματος μου. χαίρε, Εσύ, που είσαι η σωτηρία της ψυχής μου.

Χαῖρε, Νύμφη ἀνύμφευτε

panimnite mitir

Ω

πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων Ἁγίων ἁγιώτατον Λόγον (ἐκ γ´)· δεξαμένη τὴν νῦν προσφοράν, ἀπὸ πάσης ῥῦσαι συμφορᾶς ἅπαντας· καὶ τῆς μελλούσης λύτρωσαι κολάσεως, τοὺς σοι βοῶντας·

Ἀλληλούϊα.

Ώ Μητέρα του Θεού, που αξίζεις άπειρους ύμνους, Εσύ, η οποία γέννησες τον Λόγο του Θεού, τον υπερέχοντα εις αγιότητα από όλους τους αγίους! Δέξου  την παρούσα προσφορά των προς Εσενα ύμνων μας και απάλλαξε μας από οιανδήποτε συμφορά και σώσε από την μέλλουσα τιμωρία όλους ημάς που με μίαν φωνή ανακράζουμε :
 Αινείτε τον Θεό.



Η προσευχή της Μεγάλης Τεσσαροκοστής

christ 115

Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.

Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.

Ναί, Κύριε Βασιλεῦ,δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα,καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου,

ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Ἑρμηνευτική ἀπόδοση

“Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, μήν ἐπιτρέψεις νά μέ κυριεύσει τό πνεῦμα τῆς ἀργίας,

τῆς περιέργειας, τῆς φιλαρχίας, καί τῆς ἀργολογίας. Χάρισε Ἐσύ σέ μένα, τόν τιποτένιο δοῦλο Σου,

πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης.

Ναί, Κύριε, καί Βασιλιά μου,δός μου τό χάρισμα νά βλέπω μόνο τίς δικές μου ἁμαρτίες καί τά λάθη

καί νά μή κατακρίνω τόν ἀδελφό μου. Γιά Σένα πού εἶσαι ἄξιος κάθε τιμῆς καί δοξολογίας

στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.”

*

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

π. Alexander Schmemann

Ἀνάμεσα σ’ ὅλες τίς προσευχὲς καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μία σύντομη προσευχὴ μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἡ Παράδοση τὴν ἀποδίδει σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγάλους δασκάλους τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὸν ἅγιο Ἐφραὶμ τὸ Σύρο…

Τούτη ἡ προσευχὴ λέγεται δύο φορὲς στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπὸ τή Δευτέρα ὡς τὴν Παρασκευὴ (δέν τή λέμε τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ πιὸ κάτω, γιατὶ οἱ ἀκολουθίες αὐτές τίς δύο μέρες δέν ἔχουν τὸ τυπικὸ τῆς Σαρακοστῆς). Τὴν πρώτη φορὰ λέγοντας τὴν προσευχὴ κάνουμε μία μετάνοια σὲ κάθε αἴτηση. Ἔπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Ὁλόκληρη ἡ προσευχὴ ἐπαναλαμβάνεται μὲ μία τελικὴ μετάνοια στό τέλος τῆς προσευχῆς.

Γιατὶ αὐτὴ ἡ σύντομη καὶ ἁπλὴ προσευχὴ κατέχει μία τόσο σημαντικὴ θέση στήν ὅλη λατρεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς; Διότι ἀπαριθμεῖ, μ’ ἕνα μοναδικὸ τρόπο, ὅλα τὰ ἀρνητικὰ καὶ τὰ θετικὰ στοιχεῖα τῆς μετανοίας καὶ ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, ἕνα «κανόνα ἐλέγχου» τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγῶνα στήν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Αὐτὸς ὁ ἀγῶνας σκοπεύει πρῶτα ἀπ’ ὅλα στήν ἀπελευθερώσή μας ἀπὸ μερικὲς βασικὲς πνευματικὲς ἀσθένειες πού διαμορφώνουν τή ζωή μας καὶ μᾶς κάνουν πραγματικὰ ἀνίσχυρους ἀκόμα καὶ γιά νά κάνουμε ἀρχὴ στροφῆς στόν Θεό.

Ἡ βασικὴ ἀσθένεια εἶναι ἡ ἀργία. Εἶναι ἡ παράξενη ἐκείνη τεμπελιὰ καὶ ἡ παθητικότητα ὁλόκληρης τῆς ὕπαρξής μας ποὺ πάντα μᾶς σπρώχνει πρὸς τὰ «κάτω» μᾶλλον, παρὰ πρὸς τὰ «πάνω» καί πού διαρκῶς μᾶς πείθει ὅτι δέν εἶναι δυνατὸ ν’ ἀλλάξουμε καὶ ἑπομένως δὲν χρειάζεται νά ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀλλαγή. Εἶναι ἕνας βαθιὰ ῥιζωμένος κυνισμὸς πού σὲ κάθε πνευματικὴ πρόκληση ἀπαντάει μὲ τὸ «γιατί;» καὶ καταντάει τή ζωή μας μία ἀπέραντη πνευματική φθορά. Αὐτὴ εἶναι ἡ ῥίζα ὅλης τῆς ἁμαρτίας γιατὶ δηλητηριάζει κάθε πνευματικὴ ἐνεργητικότητα στήν πιὸ βαθιὰ της πηγή.

Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς «ἀργίας», εἶναι ἡ λιποψυχία. Εἶναι μία κατάσταση δειλίας πού ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας τή θεώρησαν ὡς τὸν μεγαλύτερο κίνδυνο τῆς ψυχῆς. Ἡ λιποψυχία, ἡ ἀποθάρρυνση, εἶναι ἡ ἀνικανότητα τοῦ ἀνθρώπου νά βλέπει καθετὶ καλὸ ἢ θετικό! Εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τῶν πάντων στόν ἀρνητισμὸ καὶ στήν ἀπαισιοδοξία. Εἶναι στ’ ἀλήθεια μία δαιμονικὴ δύναμη μέσα μας, γιατὶ ὁ Σατανᾶς εἶναι βασικὰ ἕνας ψεύτης. Ψιθυρίζει ψευτιὲς στόν ἀνθρωπο γιά τὸν Θεὸ καὶ γιά τὸν κόσμο· γεμίζει τή ζωή μὲ σκοτάδι καὶ ἀρνητισμό. Ἡ λιποψυχία εἶναι ἡ αὐτοκτονία τῆς ψυχῆς, γιατὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος κατέχεται ἀπ’ αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανος νά δεῖ τὸ φῶς καὶ νά τὰ ἐπιθυμήσει.

Πνεῦμα φιλαρχίας! φαίνεται παράξενο πώς ἡ ἀργία καὶ ἡ λιποψυχία εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνα πού γεμίζουν τή ζωή μας μὲ τὸν πόθο τῆς φιλαρχίας. Μολύνοντας ὅλη μας τὴν τοποθέτηση ἀπέναντι στή ζωή, κάνοντάς την ἄδεια καὶ χωρὶς νόημα, μᾶς σπρώχνουν ν’ ἀναζητήσουμε ἀντιστάθμισμα σὲ μία ῥιζικὰ λανθασμένη στάση ἀπέναντι στά ἄλλα πρόσωπα. Ἂν ἡ ζωή μου δέν εἶναι προσανατολισμένη πρὸς τὸν Θεό, ἂν δέν σκοπεύει σὲ αἰώνιες ἀξίες, ἀναπόφευκτα θὰ γίνει ἐγωιστικὴ καὶ ἐγωκεντρική, πρᾶγμα πού σημαίνει ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι γίνονται τὰ μέσα γιά τή δική μου αὐτοϊκανοποίηση. Ἂν ὁ Θεὸς δέν εἶναι ὁ «Κύριος καὶ Δεσπότης τῆς ζωῆς μου», τότε τὸ ἐγώ μου γίνεται ὁ κύριος καὶ δεσπότης μου, γίνεται τὸ ἀπόλυτο κέντρο τοῦ κόσμου μου καὶ ἀρχίζω νά ἐκτιμῶ καθετὶ μὲ βάση τὶς δικές μου ἀνάγκες, τὶς δικές μου ἰδέες, τὶς δικές μου ἐπιθυμίες καὶ τὶς δικές μου κρίσεις. Ἔτσι ἡ ἐπιθυμία τῆς φιλαρχίας γίνεται ἡ βασική μου ἁμαρτία στίς σχέσεις μὲ τίς ἄλλες ὑπάρξεις, γίνεται μία ἀναζήτηση ὑποταγῆς τους σὲ μένα. Δέν εἶναι πάντοτε ἀπαραίτητο νά ἐκφράζεται ἡ φιλαρχία μου σὰν ἔντονη ἀνάγκη νά διατάζω καὶ νά κηδεμονεύω τοὺς «ἄλλους». Μπορεῖ ἐπίσης νά ἐκφράζεται καὶ σὰν ἀδιαφορία, περιφρόνηση, ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, φροντίδας καὶ σεβασμοῦ. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς ἡ «ἀργία», μαζὶ μὲ τή «λιποψυχία» πού ἀπευθύνονται αὐτή τή φορά πρὸς τοὺς ἄλλους. Ἔτσι συμπληρώνεται ἡ πνευματικὴ αὐτοκτονία μὲ τὴν πνευματικὴ δολοφονία.

Τέλος εἶναι ἡ ἀργολογία. Ἀπ’ ὅλα γενικὰ τὰ δημιουργήματα μόνον ὁ ἄνθρωπος προικίστηκε μὲ τὸ χάρισμα τοῦ λόγου. Ὅλοι οἱ Πατέρες βλέπουν σ’ αὐτὸ τὸ χάρισμα τὴν ἀκριβῆ «σφραγῖδα» τῆς Θείας εἰκόνας στόν ἄνθρωπο, γιατὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἀποκαλύφτηκε σὰν Λόγος (Ἰωάν. 1,1). Ἀλλὰ ὄντας ὁ λόγος τὸ ὕψιστο δῶρο, εἶναι καὶ ὁ ἰσχυρότερος κίνδυνος. Ὅπως εἶναι ἡ κυρίαρχη ἔκφραση τοῦ ἀνθρώπου, τὸ μέσο γιά τὴν προσωπικὴ του πλήρωση, γιά τὸν ἴδιο λόγο, εἶναι καὶ τὸ μέσο γιά τὴν πτώση του, γιά τὴν αὐτοκαταστροφὴ του, γιά τὴν προδοσία καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὁ λόγος σώζει καὶ ὁ λόγος σκοτώνει, ὁ λόγος ἐμπνέει καὶ ὁ λόγος δηλητηριάζει. Ὁ λόγος εἶναι τὸ μέσο τῆς Ἀλήθειας ἀλλὰ εἶναι καὶ μέσο γιά τὸ δαιμονικὸ ψέμα. Ἔχοντας μία βασικὰ θετικὴ δύναμη ὁ λόγος, ἔχει ταυτόχρονα καὶ μία τρομακτικὰ ἀρνητική. Ὁ λόγος, δηλαδὴ, δημιουργεῖ θετικὰ ἢ ἀρνητικά. Ὅταν ἀποσπᾶται ἀπὸ τή Θεία καταγωγή καὶ τὸ Θεῖο σκοπὸ του γίνεται ἀργολογία. Ἐνισχύει τὴν ἀργία, τή λιποψυχία καὶ τή φιλαρχία καὶ μετατρέπει τή ζωή σὲ κόλαση. Γίνεται ἡ κυρίαρχη δύναμη τῆς ἁμαρτίας.

Αὐτὰ τὰ τέσσερα σημεῖα εἶναι οἱ ἀρνητικοὶ «στόχοι» τῆς μετανοίας. Εἶναι τὰ ἐμπόδια πού πρέπει νά μετακινηθοῦν. Ἀλλὰ μόνον ὁ Θεὸς μπορεῖ νά τὰ μετακινήσει. Ἀκριβῶς γι’ αὐτὸ καὶ τὸ πρῶτο μέρος τῆς προσευχῆς αὐτῆς εἶναι μία κραυγὴ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδίας τοῦ ἀβοήθητου ἀνθρώπου. Στή συνέχεια ἡ προσευχὴ κινεῖται στούς θετικοὺς σκοποὺς τῆς μετανοίας πού πάλι εἶναι τέσσερις.

Σωφροσύνη! Ἂν δέν περιορίσουμε – πρᾶγμα πού συχνὰ καὶ πολὺ λαθεμένα γίνεται – τὴν ἔννοια τῆς λέξης «σωφροσύνη» μόνο στή σαρκικὴ σημασία της, θὰ μποροῦσε νά γίνει κατανοητὴ σὰν τό θετικὸ ἀντίστοιχο τῆς λέξης «ἀργία». «Ἀργία» πρῶτα ἀπ’ ὅλα, εἶναι ἡ ἀδράνεια, τὸ σπάσιμο τῆς διορατικότητας καὶ τῆς ἐνεργητικότητάς μας, ἡ ἀνικανότητα νά βλέπουμε καθολικά, σφαιρικά. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ ὁλότητα εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὴν ἀδράνεια. Ἂν συνηθίζουμε μὲ τή λέξη σωφροσύνη νά ἐννοοῦμε τὴν ἀρετὴ τὴν ἀντίθετη ἀπὸ τή σαρκική διαφθορά εἶναι γιατὶ ὁ διχασμένος χαρακτῆρας μας, πουθενὰ ἀλλοῦ δέν φαίνεται καλύτερα παρὰ στή σαρκικὴ ἐπιθυμία, ποὺ εἶναι ἀλλοτρίωση τοῦ σώματος ἀπὸ τή ζωή καὶ τὸν ἔλεγχο τοῦ πνεύματος. Ὁ Χριστὸς ἐπαναφέρει τὴν «ὁλότητα» (τή σωφροσύνη) μέσα μας καὶ τὸ κάνει αὐτό ἀποκαθιστώντας τὴν ἀληθινὴ κλίμακα τῶν ἀξιῶν, μὲ τὸ νά μᾶς ὁδηγεῖ πίσω στόν Θεό.

Ὁ πρῶτος καὶ ὑπέροχος καρπὸς τῆς σωφροσύνης εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη. Ἤδη ἔχουμε μιλήσει γι’ αὐτή. Πάνω ἀπ’ ὅλα εἶναι ἡ νίκη τῆς ἀλήθειας μέσα μας, ἡ ἀπομάκρυνση τοῦ ψεύδους μέσα στό ὁποῖο συνήθως ζοῦμε. Μόνη ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἄξια τῆς ἀλήθειας! μόνο μ’ αὐτὴ, δηλαδὴ, μπορεῖ κανεὶς νά δεῖ καὶ νά δεχτεῖ τὰ πράγματα ὅπως εἶναι καὶ ἔτσι νά δεῖ τὸν Θεό, τὸ μεγαλεῖο Του, τὴν καλοσύνη Του καὶ τὴν ἀγάπη Του στό καθετί. Νά γιατί, ὅπως ξέρουμε, ὁ Θεὸς «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν».

Μετὰ τή σωφροσύνη καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη, κατὰ φυσικὸ τρόπο, ἀκολουθεῖ ἡ ὑπομονή. Ὁ «φυσικὸς» ἢ «πεπτωκὼς» ἄνθρωπος εἶναι ἀνυπόμονος, γιατὶ εἶναι τυφλὸς γιά τὸν ἑαυτὸ του, καὶ βιαστικὸς στό νά κρίνει καὶ νά καταδικάσει τοὺς ἄλλους. Μὲ διασπασμένη, ἀτελῆ καὶ διαστρεβλωμένη γνώση τῶν πραγμάτων πού ἔχει, μετράει τὰ πάντα μὲ βάση τὶς δικὲς του προτιμήσεις καὶ τὶς δικὲς του ἰδέες. Ἀδιαφορεῖ γιά τὸν καθένα γύρω του ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του, θέλει ἡ ζωὴ του νά εἶναι πετυχημένη τώρα, αὐτὴ τή στιγμή. Ὑπομονή, βέβαια, εἶναι μία ἀληθινὰ θεϊκὴ ἀρετή. Ὁ Θεὸς εἶναι ὑπομονετικὸς ὄχι γιατὶ εἶναι «συγκαταβατικὸς», ἀλλὰ γιατὶ βλέπει τὸ βάθος ὅλων τῶν πραγμάτων, γιατὶ ἡ ἐσωτερικὴ πραγματικότητά τους, τὴν ὁποία ἐμεῖς μὲ τὴν τυφλότητά μας δέν μποροῦμε νά δοῦμε, εἶναι ἀνοιχτὴ σ’ Αὐτόν. Ὄσο πιὸ κοντὰ ἐρχόμαστε στόν Θεὸ τόσο περισσότερο ὑπομονετικοὶ γινόμαστε καὶ τόσο πιὸ πολὺ ἀντανακλοῦμε αὐτὴ τὴν ἀπέραντη ἐκτίμηση γιά ὅλα τὰ ὄντα, πρᾶγμα πού εἶναι ἡ κύρια ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ.

Τέλος, τὸ ἀποκορύφωμα καὶ ὁ καρπὸς ὅλων τῶν ἀρετῶν, κάθε καλλιέργειας καὶ κάθε προσπάθειας, εἶναι ἡ ἀγάπη. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη πού, ὅπως ἔχουμε πεῖ, μπορεῖ νά δοθεῖ μόνο ἀπὸ τὸν Θεό, εἶναι τὸ δῶρο πού ἀποτελεῖ σκοπὸ γιά κάθε πνευματικὴ προετοιμασία καὶ ἄσκηση.

Ὅλα αὐτὰ συγκεφαλαιώνονται στήν τελικὴ αἴτηση τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ μὲ τὴν ὁποία ζητᾶμε: «…δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου…». Ἐδῶ τελικὰ δέν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἕνας κίνδυνος: ἡ ὑπερηφάνεια. Ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ πηγὴ τοῦ κακοῦ καὶ ὅλο τὸ κακὸ εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια. Παρ’ ὅλα αὐτὰ δέν εἶναι ἀρκετὸ γιά μένα νά βλέπω τὰ «ἐμά πταίσματα» γιατὶ ἀκόμα καὶ αὐτὴ ἡ φαινομενικὴ ἀρετὴ μπορεῖ νά μετατραπεῖ σὲ ὑπερηφάνεια. Τὰ πατερικὰ κείμενα εἶναι γεμάτα ἀπὸ προειδοποιήσεις γιά τὴν ὕπουλη μορφὴ ψευτοευσεβείας, ἡ ὁποία, στήν πραγματικότητα μὲ τὸ κάλυμμα τῆς ταπεινοφροσύνης καὶ τῆς αὐτομεμψίας, μπορεῖ νά ὁδηγήσει σὲ μία πραγματικὰ δαιμονικὴ ὑπερηφάνεια. Ἀλλὰ, ὅταν βλέπουμε τὰ δικὰ μας σφάλματα καὶ δέν κατακρίνουμε τοὺς ἀδελφοὺς μας, ὅταν μὲ ἄλλα λόγια, ἡ σωφροσύνη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀγάπη γίνονται ἕνα σὲ μᾶς, τότε καὶ μόνο τότε ὁ αἰώνιος ἐχθρὸς – ἡ ὑπερηφάνεια – θ’ ἀφανιστεῖ μέσα μας.

Μετὰ ἀπὸ κάθε αἴτηση στήν προσευχὴ τούτη κάνουμε μία μετάνοια (γονυκλισία). Οἱ μετάνοιες δέν περιορίζονται στήν προσευχὴ τοῦ Ἁγίου Ἐφραὶμ, ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἕνα ἀπὸ τὰ ξεχωριστὰ χαρακτηριστικὰ ὁλόκληρης τῆς λατρείας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἐδῶ, πάντως, τὸ νόημά τους ἀποκαλύπτεται περισσότερο ἀπ’ ὁπουδήποτε ἀλλοῦ.

Στή συνεχή καὶ δύσκολη προσπάθεια τῆς πνευματικῆς ἀνάρρωσης, ἡ Ἐκκλησία δέν ξεχωρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὁ ὅλος ἄνθρωπος ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ τὸν Θεό· ὁ ὅλος ἄνθρωπος πρέπει νά ἀνορθωθεῖ, ὁ ὅλος ἄνθρωπος πρέπει νά γυρίσει. Ἡ καταστροφὴ τῆς ἁμαρτίας ὑπάρχει ὅταν νικάει ἡ σάρκα – τὸ ζωῶδες, τὸ παράλογο, ἡ σαρκικὴ ἐπιθυμία μέσα μας – τό πνευματικὸ καὶ τὸ θεῖο. Ἀλλὰ τό σῶμα εἶναι δοξασμένο, τὸ σῶμα εἶναι ἅγιο, τόσο ἅγιο πού ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς «σὰρξ ἐγένετο». Ἡ σωτηρία καὶ ἡ μετάνοια, ἑπομένως, δέν εἶναι ἡ περιφρόνηση τοῦ σώματος οὔτε ἡ παραμέλησή του, ἀλλὰ εἶναι ἀποκατάσταση τοῦ σώματος στήν πραγματικὴ του λειτουργικότητα πού εἶναι ἡ ἔκφραση καὶ ἡ ζωὴ τοῦ πνεύματος, ὁ ναὸς τῆς ἀνεκτίμητης ἀνθρώπινης ψυχῆς. Ἡ χριστιανικὴ ἀσκητικὴ εἶναι ἀγῶνας ὄχι κατὰ, ἀλλὰ ὑπὲρ τοῦ σώματος. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο ὁ ὅλος ἄνθρωπος – ψυχὴ καὶ σῶμα – μετανοεῖ. Τὸ σῶμα παίρνει μέρος στήν προσευχὴ τῆς ψυχῆς καθὼς αὐτὴ προσεύχεται μέσα στό σῶμα καὶ διὰ τοῦ σώματος. Ἔτσι οἱ γονυκλισίες, τὰ «ψυχοσωματικὰ» δείγματα τῆς μετάνοιας, τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς λατρείας καὶ τῆς ὑπακοῆς, εἶναι μία ἱεροτελεστία κατ’ ἐξοχὴν τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.

 

ΜΕΓΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ, Πορεία πρὸς τὸ Πάσχα

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΚΡΙΤΑΣ




Η Αληθινή συγχώρησις

387068_10151026958018583_1836399989_n

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Τὰ ἑξῆς παραγγέλνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους: «κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἂς μὴ διατηρεῖ στὴν καρδιά του κακία γιὰ τὸν ἀδελφό του» (Ζαχ. ζ´ 10) καὶ «κανεὶς ἂς μὴν συλλογίζεται τὴν κακία τοῦ ἄλλου» (Ζαχ. η´ 17). Δὲν λέει μόνο, συγχώρεσε τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μὴν τὸ ἔχεις οὔτε στὴ σκέψη σου, μὴ τὸ συλλογίζεσαι, ἄφησε ὅλη τὴν ὀργή, ἐξαφάνισε τὴν πληγή.

Νομίζεις, βεβαίως, ὅτι μὲ τὴν ἐκδικητικότητα τιμωρεῖς ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἔβλαψε. Γιατὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος σὰν ἄλλο δήμιο ἐγκατέστησες μέσα σου τὸ θυμὸ καὶ καταξεσκίζεις τὰ ἴδια σου τὰ σπλάχνα.Ἔχεις ἀδικηθεῖ πολὺ καὶ στερήθηκες πολλὰ ἐξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες καὶ ζημιώθηκες σὲ πολὺ σοβαρὰ θέματά σου καὶ γι᾿ αὐτὸ θέλεις νὰ δεῖς νὰ τιμωρεῖται ὁ ἀδελφός σου; Καὶ ἐδῶ πάλι εἶναι χρήσιμο νὰ τὸν συγχωρήσεις. Γιατὶ, ἐὰν θελήσεις, ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐκδικηθεῖς καὶ νὰ ἐπιτεθεῖς ἐναντίον του εἴτε μὲ τὰ λόγια σου, εἴτε μὲ κάποια ἐνέργειά σου, ἢ μὲ τὴν κατάρα σου, ὁ Θεὸς ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπέμβει κατ᾿ αὐτοῦ -ἐφόσον ἐσὺ ἀνέλαβες τὴν τιμωρία του- ἀλλὰ ἐπιπλέον θὰ σὲ τιμωρήσει ὡς θεομάχο.

Ἄφησε τὰ πράγματα στὸν Θεό. Αὐτὸς θὰ τὰ τακτοποιήσει πολὺ καλύτερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἐσὺ θέλεις. Σὲ σένα ἔδωσε μόνο τὴν ἐντολὴ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λύπησε.

Ἐμάλωσες μὲ κάποιον καὶ κρατᾶς μέσα σου κακία; Μὴν προσέλθεις στὴ Θεία Κοινωνία! Θέλεις νὰ προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρῶτα καὶ τότε νὰ ἔλθεις νὰ ἐγγίσεις τὰ Ἄχραντα Μυστήρια! Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγώ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Αὐτὸς γιὰ νὰ σὲ συμφιλιώσει μὲ τὸν Πατέρα, δὲν ἀρνήθηκε οὔτε νὰ σφαγιασθεῖ, οὔτε τὸ αἷμα Του νὰ χύσει. Καὶ σύ, γιὰ νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν συνάνθρωπό σου, οὔτε μία λέξη δὲν καταδέχεσαι νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸ στόμα σου; Καὶ διστάζεις νὰ τρέξεις πρῶτος; Ἄκουσε τί λέει γιὰ ὅσους κρατοῦν τὴ στάση αὐτή: «Ἂν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου» (Ματθ. ε´ 23-24).

Ἂν ἔβλεπες ἕνα μέλος τοῦ σώματός σου ἀποκομμένο, δὲν θὰ ἔκανες τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸ ἑνώσεις μὰ τὸ σῶμα σου; Αὐτὸ κάνε καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφούς σου. Ὅταν τοὺς δεῖς νὰ ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη σου, τρέξε γρήγορα καὶ περιμάζεψέ τους· μὴν περιμένεις ἐκείνους νὰ ἔλθουν, σπεῦσε ἐσὺ πρῶτος, γιὰ νὰ λάβεις τὰ βραβεῖα! Ἕνα μόνο ἐχθρὸ διαταχθήκαμε νὰ ἔχουμε, τὸν διάβολο. Μὲ αὐτὸν νὰ μὴν συμφιλιωθεῖς ποτέ· πρὸς τὸν ἀδελφό σου ὅμως ποτὲ νὰ μὴν ἔχεις βαριὰ καρδιά.Κι ἂν ἀκόμη συμβεῖ κάποια μικροψυχία, ἂς εἶναι παροδική, ἂς μὴν ὑπερβαίνει τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας. «Ἡ δύση τοῦ ἡλίου νὰ μὴ σᾶς προφθάνει ὀργισμένους», λέει ὁ Ἀπόστολος (Ἐφεσ. δ´ 26). «…Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν…» (Ματθ. στ´ 12).

Βλέπεις; Ὁ Θεὸς ἐσένα τὸν ἴδιο ἔκανε κριτὴ τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων σου. Ἂν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θὰ σοῦ συγχωρεθοῦν. Ἂν συγχωρήσεις πολλά, θὰ σοῦ συγχωρηθοῦν πολλά. Ἂν τὰ συγχωρήσεις μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ συγχωρήσει καὶ τὰ δικά σου ὁ Θεός.Ἂν μετὰ τὴν συγχώρηση, κάνεις φίλο σου τὸν ἐχθρό σου, ἔτσι θὰ διάκειται καὶ ὁ Θεὸς ἀπέναντί σου.

Ποιᾶς, λοιπόν, τιμωρίας δὲν εἶναι ἄξιος ἐκεῖνος, ποὺ ἐνῷ πρόκειται νὰ κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, ἐὰν χάσει ἑκατὸ μόνο δηνάρια, οὔτε καὶ τὰ λίγα δὲν συγχωρεῖ, ἀλλὰ στρέφει ἐναντίον του τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς προσευχῆς; Γιατί ὅταν λὲς στὸν Θεὸ «συγχώρεσέ μας, ὅπως καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας» καὶ κατόπιν ἐσὺ δὲν συγχωρεῖς, γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν παρακαλεῖς τὸν Θεό, παρὰ νὰ σὲ στερήσει ἀπὸ κάθε ἀπολογία καὶ συγγνώμη…

Ἀπό τὴν ὁμιλία κ´ «Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας»




Ὁ θρήνος του Αδάμ

images-111

Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ Σαββάτου τῆς Τυρινῆς

Ἦχ. πλ. β’

«Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τόν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καί κλαπέντα καί δόξης μακρυθέντα! Οἴμοι, τόν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δέ ἠπορημένον! Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην· εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι ἐξ ἧς καί προσελήφθην. Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον, βοῶ Σοι· Ἐλέησόν με τόν παραπεσόντα.»

Ἑρμηνεία

Kάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν Παράδεισο καί θρηνώντας τή γύμνωσή του ἔκλαιγε καί ὠδυρόταν. Ἀλίμονο σε μένα πού μ᾽ ἔπεισε μέ ἀπάτη καί ὑπόσχεση ὁ πονηρός καί μέ ᾽κλεψε στερῶντας μου τή πρωτόπλαστη δόξα. Ἀλίμονο σέ μένα, γιατί ἐνῶ ἀπό τήν ἁπλότητα καί ἀκακία μου μποροῦσα νά ᾽μαι γυμνός, τώρα ἀπ᾽ ὅλα εἶμαι στερημένος. Παράδεισε, Παράδεισε, δέν θ᾽ ἀπολαύσω τώρα πλέον τήν τρυφή σου, δέν θά ξαναδῶ πιά τόν Πλάστη, τόν Κύριο καί Θεό μου. Τώρα θά ξαναγυρίσω στή γῆ, στό χῶμα ἀπ᾽ ὅπου εἶμαι πλασμένος. Ἐλεήμονα καί Οἰκτήρμονα Κύριε, σέ Σένα κραυγάζω: Ἐλέησέ με, τόν ταλαίπωρο καί πεσμένο.”

Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτη

Ὁ Ἀδάμ, ὁ πατέρας τῆς οἰκουμένης, ἐγνώριζε στόν Παράδεισο τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, μετά τήν ἔξωσή του ἀπό τόν Παράδεισο γιά τό ἁμάρτημά του, ἐγκαταλειμμένος ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θλιβόταν πικρά καί ὀδυρόταν μέ βαθεῖς στεναγμούς. Ὅλη ἡ ἔρημος ἀντηχοῦσε ἀπό τούς λυγμούς του. Ἡ ψυχή του βασανιζόταν μέ τή σκέψη: «Ἐλύπησα τόν ἀγαπημένο μου Θεό». Δέν μετάνοιωνε τόσο γιά τήν Ἐδέμ καί τό κάλλος της, ὅσο γιά τήν ἀπώλεια τῆς θείας ἀγάπης, πού τραβᾶ ἀχόρταγα τήν ψυχή στό Θεό.
Τό ἴδιο καί κάθε ψυχή πού γνώρισε μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τό Θεό κι ὕστερα ἔχασε τή χάρη, δοκιμάζει τό ἀδαμιαῖο πένθος. Θλίβεται ἡ ψυχή καί μεταμελεῖται σφοδρῶς, ὅταν προσβάλη τόν ἀγαπημένο Κύριο.
Βασανιζόταν κι ὀδυρόταν στή γῆ ὁ Ἀδάμ κι ἡ γῆ δέν τοῦ ἔδινε χαρά. Νοσταλγοῦσε τό Θεό κι ἐφώναζε:
Διψᾶ ἡ ψυχή μου τόν Κύριο καί Τόν ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μήν Τόν ζητῶ;
Ὅταν ἤμουν μαζί Του, ἀγαλλόταν εἰρηνικά ἡ ψυχή μου καί ἤμουν ἀπρόσιτος γιά τούς ἐχθρούς.
Τώρα ὅμως ἀπέκτησε ἐξουσία πάνω μου τό πονηρό πνεῦμα καί κλονίζει καί τυραννεῖ τήν ψυχή μου. Γι᾽ αὐτό λυώνει ἡ ψυχή μου γιά τόν Κύριο μέχρι θανάτου. Τό πνεῦμα μου ὁρμᾶ πρός τό Θεό καί τίποτε τό γήϊνο δέν μέ παρηγορεῖ· κι ἡ ψυχή μου δέν βρίσκει πουθενά παρηγοριά, ἀλλά ποθεῖ διψασμένα νά Τόν δῆ καί νά Τόν ἀπολαύση ὡσότου χορτάση. Δέν μπορῶ νά Τόν λησμονήσω οὔτε στιγμή κι ἀπό τόν πολύ μου πόνο στενάζω καί ὀδύρομαι: Ἐλέησόν με ὁ Θεός, τό παραπεσόν Σου πλάσμα».
Ἔτσι ὀδυρόταν ὁ Ἀδάμ κι ἔτρεχαν ποτάμι τά δάκρυα ἀπό τό πρόσωπό του κι ἔπεφταν στό στῆθος του καί στή γῆ.
Μέ δέος ἄκουγε ὅλη ἡ ἔρημος τούς στεναγμούς του.
Ζῶα καί πουλιά σιωποῦσαν ἀπό θλίψη.
Κι ὁ Ἀδάμ ὀδυρόταν, γιατί μέ τό ἁμάρτημά του στερήθηκαν ὅλοι τήν εἰρήνη καί τήν ἀγάπη.
Ἦταν μεγάλη ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἐξορία του ἀπό τόν Παράδεισο. Σάν εἶδε ὅμως τό γυιό του Ἄβελ σκοτωμένο ἀπό τόν Κάϊν, αὐξήθηκε ἀκόμα πιό πολύ ἡ θλίψη τοῦ Ἀδάμ· φοβερά στενοχωρημένος κοίταζε κι ἔκλαιγε:
«Ἐξ ἐμοῦ λαοί ἐξελεύσονται καί πληθυνθήσονται ἐπί τῆς γῆς· κι ὅλοι θά ὑποφέρουν, θά ζοῦν μέσα στήν ἔχθρα καί στόν ἀλληλοσκοτωμό».
Κι ἦταν ἡ θλίψη του μεγάλη σάν τόν ὠκεανό· καί τήν καταλαβαίνουν μόνον οἱ ψυχές πού γνώρισαν τόν Κύριο καί τήν ἀνείπωτη ἀγάπη Του.
Κι ἐγώ ἔχασα τή χάρη καί φωνάζω μαζί μέ τόν Ἀδάμ:
«Σπλαγχνίσου με Κύριε. Δῶσε μου πνεῦμα ταπεινώσεως καί ἀγάπης».
Ὤ ἀγάπη τοῦ Κυρίου! Ὅποιος σέ γνώρισε, σ᾽ ἀναζητεῖ ἀκούραστα καί φωνάζει μέρα καί νύχτα:
«Σέ ποθῶ, Κύριε, καί Σ᾽ ἀναζητῶ μέ δάκρυα. Πῶς νά μή Σέ ζητῶ; Ἐσύ μοῦ ἔδωσες νά Σέ γνωρίσω μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, κι αὐτή ἡ θεία γνώση τραβᾶ ἀδιάκοπα τήν ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεῖ ὁ Ἀδάμ:
«Δέν μέ τέρπει ἡ σιγή τῆς ἐρήμου.
Δέν μέ τραβοῦν τῶν βουνῶν τά ψηλώματα.
Δέν μ᾽ ἀναπαύει ἡ ὀμορφιά τῶν δασῶν καί τῶν λειβαδιῶν.
Δέν καταπραΰνει τόν πόνο μου τῶν πουλιῶν τό κελάδημα.
Τίποτε, τίποτε δέν μοῦ δίνει τώρα χαρά,
Ἡ ψυχή μου ράγισε ἀπό τήν πολύ στενοχώρια.
Τόν ἀγαπημένο Θεό μου ἐπρόσβαλα.
Κι ἄν μέ ξανάπαιρνε στόν παράδεισο ὁ Κύριος καί ἐκεῖ θά
θρηνοῦσα λυπητερά, πονεμένα
Γιατί πίκρανα τόν ἀγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος ἀπό τόν Παράδεισο ὁ Ἀδάμ ἀνάβλυζε πηγές ἀπό δάκρυα ἀπό τήν πληγωμένη του καρδιά. Τό ἴδιο κάθε ψυχή πού γνώρισε τόν Κύριο θρηνεῖ γι᾽ Αὐτόν καί λέει:
«Ποῦ εἶσαι, Κύριε;
Γιατί κρύβεις τό πρόσωπό Σου;
Πολύν καιρό τώρα δέν βλέπει τό Φῶς Σου ἡ ψυχή μου καί
Σ᾽ ἀποζητᾶ θλιμμένη.
Ποῦ εἶναι ὁ Κύριός μου;
Γιατί δέν Τόν βλέπω στήν ψυχή μου;
Τί Τόν ἐμποδίζει νά κατοικεῖ ἐντός μου;
Δέν ὑπάρχει μέσα μου, λοιπόν, ἡ ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ καί ἡ ἀγάπη γιά τούς ἐχθρούς.
Γιατί ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη, ἄπειρη καί ἀνερμήνευτη».
Πορευόταν πάνω στή γῆ ὁ Ἀδάμ καί δάκρυζε ἀπό τό σφίξιμο τῆς καρδιᾶς καί μέ τό νοῦ συλλογιζόταν ἀδιάκοπα τό Θεό. Κι ὅταν τό ταλαιπωρημένο του σῶμα δέν εἶχε πιά δάκρυα, τότε φλογιζόταν γιά τό Θεό τό πνεῦμα του, γιατί δέν μποροῦσε νά λησμονήση τόν Παράδεισο καί τήν ὡραιότητά του. Ἀγαποῦσε ὅμως ὅλο καί πιό πολύ τό Θεό ἡ ψυχή τοῦ Ἀδάμ καί συνεχῶς ὁρμοῦσε μέ τή δύναμη αὐτῆς τῆς ἀγάπης πρός Αὐτόν.
Ψάλλε μας, Ἀδάμ, τοῦ Κυρίου τό ἄσμα, γιά νά χαρῆ ἡ καρδιά μου γιά τόν Κύριο καί νά σηκωθῆ νά Τόν ὑμνήση καί νά Τόν δοξολογήση, ὅπως Τόν δοξάζουν στούς οὐρανούς τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλες οἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν.
Τραγούδησέ μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, τήν ὠδή τοῦ Κυρίου, γιά νά τήν ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ὑψώσουν ὅλα τά παιδιά σου τό νοῦ τους στό Θεό καί νά αἰσθανθοῦν τήν γλυκύτητα τοῦ οὐράνιου ὕμνου, ξεχνώντας τίς θλίψεις τῆς γῆς.
Πές μας, Ἀδάμ, πατέρα μας, μίλησε στά παιδιά σου γιά τόν Κύριο. Ἡ ψυχή σου ἐγνώριζε τόν Θεό, ἐγνώριζε καί τή γλυκύτητα καί τήν ἀγαλλίαση τῆς Ἐδέμ, καί τώρα κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τή δόξα τοῦ Κυρίου.
Πές μας, πῶς δοξάζεται ὁ Κύριός μας γιά τά πάθη Του καί πῶς ψάλλονται οἱ ὠδές στούς οὐρανούς καί πόσο γλυκειές εἶναι αὐτές οἱ ὠδές πού τραγουδιοῦνται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Μίλα μας γιά τή δόξα τοῦ Κυρίου καί πόσο σπλαγχνικός εἶναι.
Μίλησέ μας καί γιά τήν ἁγία Θεοτόκο. Πῶς μεγαλύνεται στούς οὐρανούς καί μέ ποιούς ὕμνους τήν μακαρίζουν.
Πές μας πῶς ἀγάλλονται ἐκεῖ οἱ Ἅγιοι καί πῶς τούς καταυγάζει ἡ χάρη· πῶς ἀγαποῦν τόν Κύριο καί μέ ποιάν ἅγια ταπείνωση παρουσιάζονται μπροστά στό θρόνο Του.
Παρηγόρησε, Ἀδάμ, καί χαροποίησε τίς θλιμμένες μας ψυχές.
Διηγήσου μας, τί βλέπεις στούς οὐρανούς;
Δέν ἀποκρίνεσαι; Γιατί αὐτή ἡ σιγή;
Νά, θλίβεται ὅλη ἡ γῆ.
Ἤ ἀπό τή Θεία ἀγάπη δέν μπορεῖς οὔτε κἄν νά μᾶς θυμηθῆς;
Ἤ βλέπεις τή Θεομήτορα στή δόξα της καί δέν μπορεῖς νά ἀποχωριστῆς ἀπ᾽ αὐτή τήν οὐράνια ὀπτασία; Καί γι᾽ αὐτό ἀφήνεις τά θλιμμένα παιδιά σου χωρίς λόγια στοργῆς, γιά νά ξεχάσωμε τά δεινά τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας;
Ἀδάμ, πατέρα μας, δέν ἀποκρίνεσαι;
Ἐσύ βλέπεις τή θλίψη τῶν γυιῶν σου στή γῆ.
Γιατί τάχα αὐτή ἡ σιωπή;
Ὁ Ἀδάμ λέγει:
«Ἀφῆστε με στήν εἰρήνη, ἀγαπητά μου παιδιά. Δέν μπορῶ ν᾽ ἀποχωριστῶ ἀπό τή θέα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ψυχή μου λαβώθηκε ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Κυρίου καί σκιρτᾶ μέ τήν ἀγαθότητά Του. Ὅσοι ζοῦν στό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Δεσπότη δέν μποροῦν νά θυμηθοῦν τά γήϊνα».
‒ Ἀδάμ, πατέρα μας, μᾶς ἐγκατέλειψες, τά ὀρφανά παιδιά σου, ἐνῶ βυθιζόμαστε στήν ἄβυσσο τῶν δεινῶν τῆς γῆς; Πές μας, τουλάχιστον, πῶς μποροῦμε νά εὐαρεστήσωμε στό Θεό;
Ἄκουσε τά παιδιά σου, πού εἶναι σκορπισμένα σ᾽ ὅλη τή γῆ. Ὁ νοῦς τους εἶναι συγχυσμένος καί δέν μπορεῖ νά συλλάβη τό Θεῖο, καί πολλοί ἀποστάτησαν ἀπό τό Θεό καί ζώντας στό σκοτάδι πορεύονται στίς ἀβύσσους τοῦ ἅδη.
‒ Μή διακόπτετε τήν ἔκστασή μου. Βλέπω τή Θεομήτορα δοξασμένη καί δέν μπορῶ ν᾽ ἀποσπάσω τό νοῦ μου ἀπό τή θεϊκή τούτη θεωρία καί νά σᾶς μιλήσω.
Βλέπω καί τούς ἅγιους Προφῆτες καί Ἀποστόλους κι ἐκπλήττομαι πῶς μοιάζουν ὅλοι τους μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
Περπατῶ στήν Ἐδέμ καί, νά, παντοῦ ἡ δόξα τοῦ Κυρίου, γιατί Αὐτός ζῆ μέσα μου καί μ᾽ ἔκανε ὅμοιο μέ τόν Ἑαυτό Του.
Ἔτσι δοξάζει ὁ Κύριος τόν ἄνθρωπο.
‒ Μίλησέ μας, Ἀδάμ· εἴμαστε παιδιά σου κι ὑποφέρουμε στή γῆ.
Πές μας, πῶς μποροῦμε νά κληρονομήσωμε τόν παράδεισο, γιά νά βλέπωμε κι ἐμεῖς, ὅπως καί σύ, τή δόξα τοῦ Κυρίου; Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν γιά τόν Κύριο, ἐνῶ σύ χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι στούς οὐρανούς μέ τή θεία δόξα.
Σέ ἱκετεύομε, παρηγόρησέ μας.
‒ Γιατί φωνάζετε πρός ἐμένα, παιδιά μου; Ὁ Κύριος σᾶς ἀγαπᾶ καί σᾶς ἔδωσε σωτήριες ἐντολές. Τηρήσατε τίς ἐντολές καί ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, κι ἔτσι θά βρῆτε τήν ἀνάπαυση κοντά στό Θεό.
Μετανοεῖτε κάθε ὥρα γιά τά παραπτώματά σας, γιά νά ἀξιωθῆτε νά συναντήσετε τό Χριστό. Ὁ Κύριος εἶπε:
«Ἀγαπῶ ὅσους μέ ἀγαποῦν καί θά δοξάσω ὅσους μέ δοξάζουν».
‒ Ὤ Ἀδάμ, πρέσβευε γιά μᾶς, τά παιδιά σου. Ἡ ψυχή μας εἶναι γεμάτη πόνο ἀπό τίς πολλές μας θλίψεις.
‒ Ἀδάμ, πατέρα μας, σύ κατοικεῖς στούς οὐρανούς καί βλέπεις τόν Κύριο νά κάθεται δοξασμένος στά δεξιά τοῦ Πατέρα. Ἐσύ βλέπεις τά Χερουβείμ καί τά Σεραφείμ κι ὅλους τούς Ἁγίους. Ἐσύ ἀκοῦς τά οὐράνια ἄσματα καί ἡ γλυκύτητά τους ἀπορροφᾶ τήν ψυχή σου. Ἐμεῖς ὅμως λαχταροῦμε γιά τό Θεό ἀκατάπαυστα, σκυθρωποί καί στερημένοι τή χάρη.
Τραγούδησέ μας κάτι ἀπό τίς ὠδές πού ἀκοῦς στούς οὐρανούς, γιά νά τ᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά ξυπνήσουν ὅλοι ἀπό τό θανατερό λήθαργο.
‒ «Μή μέ κουράζετε, παιδιά μου. Ὁ καιρός τῶν δικῶν μου θλίψεων πέρασε. Ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ἡ τρυφή τοῦ Παραδείσου μ᾽ ἐμποδίζουν νά γυρίσω τήν προσοχή μου στή γῆ. Ἀλλά καί πάλι θά σᾶς πῶ:
Σᾶς ἀγαπᾶ ὁ Κύριος καί ζήσετε κι ἐσεῖς μέ ἀγάπη. Νά πείθεσθε στούς προϊσταμένους σας, νά ταπεινώνετε τίς καρδιές σας, καί τότε θά κατοικήση μέσα σας Πνεῦμα Θεοῦ. Αὐτό ἔρχεται ἤρεμα καί δίνει εἰρήνη στήν ψυχή καί μαρτυρεῖ γιά τή σωτηρία της χωρίς λόγια.
Ψάλλετε ὕμνους στό Θεό μέ ἀγάπη καί πνευματική ταπείνωση, γιατί ὁ Κύριος χαίρετε μ᾽ αὐτό.
‒ Ὤ Ἀδάμ, ἐμεῖς ψάλλομε, ἀλλά δέν ἔχουμε μέσα μας οὔτε ἀγάπη οὔτε ταπείνωση.
‒ Μετανοεῖτε καί προσεύχεσθε. Κι ἐγώ μετανοοῦσα γιά πολύν καιρό καί στενοχωριόμουν, γιατί πρόσβαλα τό Θεό καί γιατί μέ τά δικά μου ἁμαρτήματα χάθηκε ἡ εἰρήνη καί ἡ ἀγάπη ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς. Τά δάκρυά μου χύνονταν στό πρόσωπό μου καί πότιζαν τό στῆθος μου κι ἔπεφταν στή γῆ· κι ὅλη ἡ ἔρημος ἄκουγε τούς στεναγμούς μου.
Ἐσεῖς δέν μπορεῖτε νά ἐννοήσετε τό βάθος τῆς θλίψεώς μου, οὔτε πῶς ὀδυρόμουν γιά τό Θεό καί τόν Παράδεισο. Στόν Παράδεισο ἤμουν καταχαρούμενος. Μέ εὔφραινε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ κι ἤμουν ἀπαλλαγμένος ἀπό παθήματα. Ὅταν ὅμως διώχτηκα ἀπό τόν Παράδεισο, τότε ζῶα καί πουλιά, πού μ᾽ ἀγαποῦσαν προηγουμένως, ἄρχισαν νά μέ φοβοῦνται καί νά μ᾽ ἀποφεύγουν· οἱ κακοί λογισμοί σπάραζαν τήν καρδιά μου· κρύο καί πείνα μέ βασάνιζαν· ὁ ἥλιος μ᾽ ἔκαιγε καί μ᾽ ἔδερναν οἱ ἄνεμοι· μέ κατάβρεχαν οἱ βροχές καί μέ καταπονοῦσαν οἱ ἀρρώστιες καί τά ὑπόλοιπα δεινά τῆς γῆς. Ἐγώ ὅμως τά ὑπέφερα ὅλα μέ ἀκλόνητη ἐλπίδα στό Θεό.
Καί ἐσεῖς, παιδιά μου, ὑπομείνετε τούς πόνους τῆς μετάνοιας· ἀγαπᾶτε τίς θλίψεις, ἀποξηραίνετε τά σώματά σας μέ ἄσκηση καί ἐγκράτεια, ταπεινῶστε τόν ἑαυτό σας κι ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς, γιά νά κατοικήση μέσα σας τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Τότε θά γνωρίσετε καί θά βρῆτε τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Μήν ταράζετε ὅμως τήν εἰρήνη μου. Ἀπό τή θεία ἀγάπη δέν μπορῶ τώρα νά στραφῶ πρός τή γῆ. Ξέχασα ὅλα τά ἐπίγεια. Ξέχασα ἀκόμα κι αὐτόν τόν Παράδεισο πού ἔχασα, γιατί βλέπω τήν αἰώνια δόξα τοῦ Κυρίου καί τή δόξα τῶν Ἁγίων, πού τό Φῶς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ τούς κάνει νά λάμπουν κι οἱ ἴδιοι σάν κι Αὐτόν.
‒ Ψάλλε, Ἀδάμ, ψάλλε μας τόν οὐράνιο ὕμνο, γιά ν᾽ ἀκούση ὅλη ἡ γῆ καί νά νοιώση τή γλυκύτητα τῆς θείας ἀγάπης. Ποθοῦμε πολύ ν᾽ ἀκούσωμε αὐτούς τούς γλυκούς ὕμνους, γιατί ψάλλονται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Ὁ Ἀδάμ ἔχασε τόν ἐπίγειο Παράδεισο καί τόν ἀναζητοῦσε μέ θρήνους:
«Παράδεισέ μου, Παράδεισε, θαυμαστέ μου Παράδεισε».
Κι ὁ Κύριος μέ τήν ἀγάπη Του στό σταυρό τοῦ χάρισε ἄλλο Παράδεισο, καλύτερον ἀπό ἐκεῖνον πού ἔχασε, στούς οὐρανούς, ὅπου εἶναι τό ἄκτιστο Φῶς τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ἀρχιμ. Σωφρονίου
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ

 




Λόγος στον Eσπερινὸ της συγχωρήσεως

images914SHTOW

Ἁγίου Λουκᾶ, ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Πρέπει, ἀδελφοὶ καὶ ἀδελφές μου, νὰ ἔχουμε χαραγμένο στὴν καρδιά μας καὶ νά θυμόμαστε πάντα τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «᾿Εὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος·  ἐὰν δὲ μὴ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα ὑμῶν. » (Μτ. 6, 14-15).
Εἶναι πολὺ φοβερὰ αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἂν δέν συγχωροῦμε τὰ παραπτώματα τοῦ πλησίον μας, τότε καὶ ὁ Χριστός, στή Φοβερὰ του Κρίση, θὰ μᾶς βάλει στά ἀριστερά του δέν θὰ μᾶς συγχωρέσει τὶς ἁμαρτίες μας· διότι καὶ ἐμεῖς δέν ἀφήναμε τὰ παραπτώματα τοῦ πλησίον μας. Βλέπετε, γιατί, πραγματικὰ, εἶναι φρικτὸ πράγμα νά μὴν συγχωροῦμε τοὺς ἀνθρώπους.
Στούς βίους τῶν Ἁγίων ὑπάρχουν ἀρκετὰ παραδείγματα ἀνθρώπων πού τιμωρήθηκαν ἐπειδὴ δέν ἤθελαν νά συγχωρήσουν. Ὁ ἱερομόναχος Τίτος τῆς Λαύρας τῶν Σπηλαίων τοῦ Κιέβου βρισκόταν στήν ἐπιθανάτια κλίνη. Μαζεύτηκε γύρω του ὅλη ἡ Ἀδελφότητα τῆς Μονῆς. Ὅλοι ἤξεραν ὅτι ὑπάρχει παλιὰ ἔχθρα μεταξὺ τοῦ Τίτου καὶ τοῦ ἱεροδιακόνου Εὐάγριου, γι’ αὐτὸ καὶ ἔφεραν τὸν Εὐάγριο νά συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν Τίτο πρὶν αὐτός ἀποθάνει.
Ὁ μακάριος αὐτὸς, ὁ Τίτος σηκώθηκε στό κρεβάτι του, ἔσκυψε μπροστὰ στόν Εὐάγριο τὸ κεφάλι του καὶ τοῦ ζήτησε συγγνώμη. Ἀλλὰ ὁ σκληρόκαρδος Εὐάγριος τοῦ ἀπάντησε μὲ ἕναν τρομερὸ λόγο: «Δέν θὰ σὲ συγχωρήσω οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ζωὴ οὔτε στή μέλλουσα». Μόλις τὸ εἶπε αὐτὸ ἔπεσε νεκρός, καὶ ὁ μακάριος Τίτος σηκώθηκε ὑγιὴς ἀπὸ τὸ κρεβάτι του. Διηγήθηκε, τότε, στούς ἀδελφοὺς ὅτι εἶδε τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς δαίμονες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν μαζευτεῖ γύρω ἀπὸ τὸ κρεβάτι του. Οἱ δαίμονες ἤθελαν νά πάρουν τὴν ψυχὴ του, διότι εἶχε ἔχθρα μὲ τὸν Εὐάγριο, ἐνῶ οἱ ἄγγελοι ἔκλαιγαν γι’ αὐτόν. Μόλις ὅμως ὁ Εὐάγριος εἶπε τὸν φοβερὸ ἐκεῖνο λόγο, ἕνας ἄγγελος μὲ τὸ φλογισμένο δόρυ του χτύπησε τὸν Εὐάγριο, ὁ ὁποῖος ἀμέσως ἔπεσε νεκρός. Ὁ ἴδιος ἄγγελος πῆρε τὸ χέρι τοῦ Τίτου, τὸν θεράπευσε καὶ τὸν σήκωσε ἀπὸ τὸ κρεβάτι του.
Γνωρίζουμε καὶ ἕνα ἄλλο παράδειγμα ἀπὸ τὸ βίο τοῦ μάρτυρα Νικηφόρου. Ὕπῆρχε ἔχθρα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ πρεσβυτέρου Σαπρικίου, μὲ τὸν ὁποῖον κάποτε ἦταν πολὺ καλοί φίλοι. Ὅμως, ὅπως συχνὰ συμβαίνει, ὁ διάβολος μὲ τίς πανουργίες του κατέστρεψε αὐτὴ τή φιλία. Ἦταν καιρὸς πού γινόταν σφοδρὸς διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ὁ πρεσβύτερος Σαπρίκιος συνελήφθη, τὸν βασάνισαν καὶ τελικὰ τὸν ὁδήγησαν σὲ μαρτύριο. Ὅταν πῆγαν νά τὸν ἐκτελέσουν ὁ Νικηφόρος τὸν ἀκολουθοῦσε, ἔπεφτε μπροστὰ του καὶ τὸν ἱκέτευε λέγοντας: «Μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, συγχώρησέ με». Ὁ Σαπρίκιος ὅμως δέν ἤθελε νά τὸν συγχωρήσει.
Ὅταν ἔφτασαν στόν τόπο τοῦ μαρτυρίου ὁ Σαπρίκιος ξαφνικὰ εἶπε: «Μὴν μὲ ἀποκεφαλίζετε. Ἀρνοῦμαι τὸν Χριστό». Ἔτσι ἀρνήθηκε τὸν Χριστὸ του καὶ χάθηκε ἡ ψυχὴ του. Τὴν θέση του πῆρε ὁ Νικηφόρος, ὁ ὁποῖος ἔσκυψε τὸ κεφάλι του κάτω ἀπὸ τὸ τσεκούρι τοῦ δημίου, μαρτύρησε καὶ δοξάστηκε στούς Οὐρανούς. Τρομερό, πραγματικὰ, τρομερὸ γεγονός. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νά ταράξει αὐτοὺς πού δέν θέλουν νά συγχωροῦν τὸν πλησίον τους.
Θυμηθεῖτε τὸν Κύριο πού συγχωροῦσε ὅλους: συγχώρησε τὸν ληστὴ πάνω στό Σταυρό, τὸν τελώνη, τὴν πόρνη, ποὺ ἔβρεξε μὲ τὰ δάκρυά της τὰ πόδια του καὶ τὰ σκούπισε μὲ τὰ μαλλιὰ της. Ἂς θυμηθοῦν αὐτοί πού δέν θέλουν νά συγχωροῦν τὴν παραβολὴ τοῦ κακοῦ δούλου πού ὁ βασιλιὰς τοῦ χάρισε τὸ πολὺ μεγάλο χρέος του. Ἐκεῖνος, ὅμως, μόλις βγῆκε ἀπὸ τὸν βασιλιά, βρῆκε ἕναν ἀπὸ τοὺς συνδούλους του πού τοῦ ὄφειλε ἕνα μικρὸ ποσό. Τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἔσφιγγε νά τὸν πνίξει, λέγοντάς του: «Ξόφλησέ μου τὸ χρέος».
Ὅταν τὸ εῖδαν αὐτὸ οἱ σύνδουλοί του, λυπήθηκαν παρὰ πολύ. Πῆγαν καὶ τὸ διηγήθηκαν στόν κύριό τους. Τότε ὁ βασιλιὰς τὸν κάλεσε καὶ τοῦ εἶπε: «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ.» (Μτ. 18, 32-34).
Φοβερὸς εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος. Μᾶς παροτρύνει νά εἴμαστε ἐλεήμονες, σπλαχνικοὶ καὶ νά συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους. Ἐμεῖς ὅμως, πολὺ συχνὰ, γινόμαστε ἄσπλαχνοι, ἐπιμένουμε στά δικὰ μας καὶ δέν συγχωροῦμε τὸν πλησίον.
Ἔτσι πρέπει νά ἐνεργοῦμε; Νά ἐχθρευόμαστε αὐτοὺς πού μᾶς ἀδικοῦν; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἂν βλέπουμε τὸν πλησίον μας νά μᾶς κάνει κακὸ ἢ νά μᾶς προσβάλλει, δέν πρέπει νά τὸν μισοῦμε. Ἀντίθετα, πρέπει νά τὸν σπλαχνιζόμαστε, διότι εἶναι ἀσθενής. Ἀσθενεῖ ἡ ψυχὴ του καὶ ὑποφέρει ἀπὸ μῖσος. Γι’ αὐτὸ πρέπει νά τὸν σπλαχνιζόμαστε. Δέν πρέπει αὐτὸν νά μισοῦμε, ἀλλὰ τὸν διαβολο καὶ τοὺς δαίμονες, πού φαρμάκωσαν μὲ τὴν κακία τους τὴν καρδιά του καὶ τὸν ἔκαναν ἄσπλαχνο καὶ σκληρό.
Ἂν τυχὸν θὰ ἀπαντήσουμε καὶ ἐμεὶς μὲ προσβολὴ στήν προσβολὴ καὶ θ’ ἀνάψει στήν καρδιά μας ἡ φλόγα τοῦ μίσους, τότε ἂς σταματήσουμε καὶ ἂς σκεφτοῦμε λιγάκι καί νά ποῦμε: Καὶ ποιός εἶμαι ἐγὼ πού τὸν μισῶ, εἶμαι μήπως καλύτερος ἀπ’ αὐτόν; Δέν εἶμαι καὶ ἐγὼ γεμᾶτος ἁμαρτία; Τότε γιατὶ τὸν μισῶ;
Καὶ ἀμέσως θὰ ἠρεμήσει ἡ καρδιά μας. Ὁ καλὸς λόγος θὰ σβήσει τὸ μίσος.
Ἔτσι πρέπει νά ἐνεργοῦμε. Νά εἴμαστε ἐπιεικεῖς ἀπέναντι στούς ἀδελφούς μας πού πάσχουν ἀπὸ κακία καὶ ἀσθενοῦν, τρέφοντας μίσος ἐναντίον μας. Μὲ τὸ ἔλαιο τῆς Ἀγάπης νά μαλακώνουμε τὴν καρδιά τους πού αἰχμαλωτίστηκε ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ δουλεύει σ’ αὐτούς.
Ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ὁ Κύριος ζητᾶ νά συγχωρήσουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Καὶ πρῶτος ἐγὼ πρέπει νά σᾶς ζητήσω συγγνώμη. «Συγχωρῆστε, πατέρες καὶ ἀδελφοί, τὶς ἁμαρτίες πού ἔκανα σ’ αὐτὴ τὴν ἡμέρα καὶ σ’ ὅλες τίς ἡμέρες τῆς ζωῆς μου».

Ἀπό τό βιβλίο:«Λόγοι καὶ ὁμιλίες»,τ. α’
Ἐκδόσεις  “Ὀρθόδοξος Κυψέλη”




Τῆς Μελλούσης Κρίσεως

Xristos
Metropolitan Anthony Bloom
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Σήμερα, στὴν διαδικασία τῆς προετοιμασίας γιὰ τὴν Σαρακοστή, φθάσαμε στὸ τελευταῖο στάδιο: ἐρχόμαστε ἀντιμέτωποι μὲ τὴν κρίση. Ἂν δώσουμε προσοχὴ σ’ αὐτό, προετοιμαζόμαστε πνευματικὰ γιὰ τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα (ἡ πνευματική μας κατεύθυνση θάναι στὸ χέρι μας), γιατί τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Συγχώρησης.
Ἡ σύνδεση μεταξὺ τῶν δύο ἡμερῶν εἶναι προφανής. Καὶ μόνο ἂν μποροῦμε νὰ ἔχουμε τὴν συναίσθηση ὅ,τι ὅλοι μας κι ὁ καθένας χωριστὰ θὰ βρεθοῦμε μπροστὰ στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν κρίση τοῦ ἀνθρώπου, ἂν μποροῦμε νὰ θυμηθοῦμε καὶ νὰ συνειδητοποιήσουμε σ’ ὅλο του τὸ βάθος, μ’ ἀνοιχτὴ τὴν καρδιά, στὰ σοβαρά, πόσο εἴμαστε, ὅλοι μας, ὑπόχρεοι ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ἔχουμε ὅλοι εὐθύνη ἀπέναντι στὸν ἄλλο γιὰ κάποιο πόνο καὶ βάρος τῆς ζωῆς, τότε θὰ μᾶς φανεῖ εὔκολο, ὅταν μᾶς ζητιέται νὰ συγχωρήσουμε, ὄχι μόνο νὰ συγχωρήσουμε, ἀλλὰ σὰν ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ αἴτημα, νὰ ζητήσουμε νὰ συγχωρηθοῦμε.
Δὲν εἶναι μόνο γιὰ ὅ,τι ἔχουμε κάνει, ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅσα δὲν κάναμε, ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἔλλειψη εὐαισθησίας τῆς ὑπευθυνότητάς μας, ἀπ ὅλα ὅσα θὰ μπορούσαμε νὰ εἴμαστε γιὰ τοὺς ἄλλους, νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς ἄλλους, γιατί δὲν ἐκπληρώνουμε τὴν ἀνθρώπινη κλίση μας. Μποροῦμε καὶ πρέπει σ’ ὅλα τὰ ἐπίπεδα καὶ γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους κι ἀκόμα παραπέρα γιὰ ὅλο τὸν κόσμο ποὺ εἶναι δικός μας, νὰ εἴμαστε μία εὐλογία καὶ μία ἀποκάλυψη γιὰ τὰ μεγάλα, γιὰ πράγματα τόσο μεγάλα καὶ τόσο βαθιά, ποὺ οἱ ἄνθρωποι, ἐμεῖς πρῶτ’ ἀπ ὅλα, νὰ μποροῦμε νὰ συνειδητοποιοῦμε ὅτι εἴμαστε στὴν κλίμακα τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ κλίση μας εἶναι ὄχι μόνο ἠθική, ἀλλὰ τόσο μεγάλη ὅσο κι ὁ Θεός. Ἕνας μυστικιστὴς Γερμανὸς λέει σ’ ἕνα ἀπ’ τὰ ποήματά του «εἶμαι τόσο μεγάλος ὅπως ὁ Θεός, ὁ Θεὸς εἶναι τόσο μικρὸς ὅσο ἐγώ.»
Ἂν μποροῦμε νὰ θυμόμαστε μόνο αὐτὸ, κι αὐτὸ εἶναι ὅτι ἡ κρίση δὲν εἶναι μία στιγμὴ μόνο, τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ ἔρθουμε ἀπέναντι στὸν φόβο τῆς καταδίκης· αὐτὸ εἶναι κατὰ τὴν ἀπόλυτη ἔννοια τῆς κρίσης κάτι μεγάλο καὶ ἐμπνευσμένο. Δὲν θὰ κριθοῦμε μὲ βάση τὰ ἀνθρώπινα πρότυπα συμπεριφορᾶς καὶ κοσμιότητα. Θὰ κριθοῦμε σύμφωνα μὲ δεδομένα πέραν τῆς συνηθισμένης ἀνθρώπινης ζωῆς. Θὰ κριθοῦμε στὴν ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ, κι ἡ ζυγαριὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη, ὄχι ἡ ἀγάπη ποὺ νιώσαμε, ἡ συναισθηματική, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ζήσαμε καὶ ἐκπληρώσαμε. Τὸ γεγονὸς ὅτι θὰ κριθοῦμε, ὅτι πράγματι κρινόμαστε συνέχεια, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους, πέρα ἀπ’ τὰ μικρότερα πρέπει μας, θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ ἐν δυνάμει μεγαλεῖο μας. Κι ἡ παραβολὴ ποὺ διαβάζουμε σήμερα, μπορεῖ νὰ εἰδωθεῖ ἀπὸ τόσες σκοπιές: οἱ ἄνθρωποι κρίνονται ἀπὸ τὸν Χριστό, στὴν παραβολή Του, μὲ βάση τὴν ἀνθρωπιά τους. Ὑπῆρξαν αὐτοὶ ἄνθρωποι ἢ ὄχι; Ἤξεραν πῶς ν’ ἀγαποῦν, πρῶτα μὲς τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ μὲ πράξεις, στὸ βάθος τῶν πράξεων, γιατί ὅπως ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τὸ θέτει, ὅποιος λέει, ὅτι ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ δὲν ἀγαπᾶ τὸν διπλανό του ἐνεργά, δημιουργικά, εἶναι ἕνας ψεύτης. Καὶ δὲν εἶναι ἀγάπη Θεοῦ, ἂν δὲν ἐκφράζεται σὲ κάθε λεπτομέρεια τῆς σχέσης μὲ τοὺς ἀνθρώπους συνολικὰ, ἀλλὰ καὶ μὲ κάθε πρόσωπο ξεχωριστά.
Κι ἐπίσης, ἂς προετοιμαστοῦμε αὐτὴ τὴν ἑβδομάδα γιὰ τὸ τελευταῖο στάδιο τῆς πορείας ρωτώντας τοὺς ἑαυτούς μας ἐμπρὸς σ’ αὐτὴ τὴν θεία κρίση «εἶμαι ἄνθρωπος; Εἶμαι ἄνθρωπος μέσα μου, στὴν συμπεριφορά μου- ὄχι γενικὰ στὴν στάση μου, ἀλλὰ στοὺς τρόπους μου: εἶναι ἀνθρώπινοι οἱ τρόποι μου; Εἶναι ἡ ζωή μου μία ἔκφραση λεπτῆς, στοχαστικῆς, μὲ ὀξυδέρκεια καὶ δημιουργικότητα, καὶ κάποιες φορὲς γενναιόδωρης καὶ θυσιαστικῆς ἀγάπης; Σὰν ἀντικείμενο ἀγάπης στὸ τέστ αὐτῆς τῆς ἀγάπης, πρέπει νὰ ’ναι ὁ διπλανός μου· τὸ ν΄ ἀγαπᾶς τὸν Θεὸ ποὺ δὲν ζητᾶ τίποτα εἶναι τόσο εὔκολο.»
Κι ἂν στὴν διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας βροῦμε ποῦ ἀνήκουμε, θὰ ἔχουμε βρεῖ καὶ τὶς ἀδυναμίες καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς κλίσης μας· ἀφοῦ εἰρηνεύσουμε μ’ ἐκείνους στοὺς ὁποίους ὀφείλουμε, ἔπειτα, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα τῆς συγχώρεσης, κι ὅταν κάποιος ἄλλος ἔχει ἀνακαλύψει τὸ δικό του χρέος πρὸς ἐμᾶς, θὰ μποροῦμε μὲ χαρὰ νὰ δώσουμε συγχώρεση κι εἰρήνη, μὲ αἴσθηση ὑπευθυνότητας καὶ μὲ μιὰ χαρὰ ποὺ χαρίζει ἡ μετάνοια.
Ἀμήν.



Αγάπη: όχι ευκαιρία για καλή πράξη, αλλά…

ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ_13
π. Αλέξανδρου Σμέμαν
Η επόμενη Κυριακή ονομάζεται Κυριακή της Απόκρεω γιατί στη διάρκεια της εβδομάδας που ακολουθεί αρχίζει μια περιορισμένη νηστεία – αποχή κρέατος» – όπως παραγγέλλουν τα λειτουργικά βιβλία. Αυτή η παραγγελία γίνεται κατανοητή μόνο μέσα στο φως όσων είπαμε παραπάνω για τα νόημα της προετοιμασίας. Η Εκκλησία αρχίζει να μας «προσαρμόζει» στη μεγάλη προσπάθεια που θα απαιτήσει άπα μας επτά μέρες αργότερα. Σταδιακά μας βάζει στο μεγάλο αγώνα, γιατί γνωρίζει την ευπάθεια μας και προβλέπει την πνευματική μας αδυναμία.
Την παραμονή της Κυριακής της Απόκρεω, η Εκκλησία μας καλεί σε μια παγκόσμια ανάμνηση όλων «των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς, έπʹ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου». Αυτή πραγματικά είναι η μεγάλη μέρα της Εκκλησίας κατά την οποία προσευχόμαστε για τα κοιμηθέντα μέλη της. Για  να καταλάβουμε το νόημα που υπάρχει στη σχέση της Μεγάλης Σαρακοστής και της προσευχής για τους κοιμηθέντες θα πρέπει να θυμηθούμε ότι ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της αγάπης. Ο Χριστός δεν άφησε στους μαθητές Του μια διδασκαλία ατομικής σωτηρίας, αλλά την «καινή εντολή» του «αγαπάτε αλλήλους» και πρόσθεσε: «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί έστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (ωαν. 13,35). Η αγάπη επομένως είναι το θεμέλιο και η ουσία της ζωής της Εκκλησίας η Οποία, κατά τον  άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, είναι «ενότητα πίστεως και αγάπης». Αμαρτία είναι πάντοτε η απουσία της αγάπης, και επομένως είναι ο χωρισμός, η απομόνωση, ο πόλεμος όλων εναντίον όλων. Η νέα ζωή που μας έδωσε ο Χριστός και που μεταβιβάζεται σε μας δια της Εκκλησίας είναι πάνω απ’ όλα μια ζωή συνδιαλλαγής, «συναγωγής εις ενότητα όλων των διεσκορπισμένων», η αποκατάσταση της θραυσμένης από την αμαρτία αγάπης.
Αλλά πως είναι δυνατό νʹ αρχίσουμε ποτέ την επιστροφή μας στα Θεό και τη συμφιλίωση μας μʹ Αυτόν, αν από μέσα μας δεν ξαναγυρίσουμε στη μοναδική καινή εντολή της αγάπης; Η προσευχή για τους «κεκοιμημένους» είναι μια βασική έκφραση της Εκκλησίας σαν αγάπης. Ζητάμε από το Θεό να θυμηθεί αυτούς που και ‘μείς θυμόμαστε και τους θυμόμαστε ακριβώς γιατί τους αγαπάμε. Προσευχόμενοι γιʹ αυτούς τους συναντάμε «εν Χριστώ, ο οποίος αγάπη εστίν» και που – ακριβώς επειδή είναι Αγάπη – ξεπερνάει τα θάνατο που είναι η τελική νίκη του χωρισμού και της έλλειψης της αγάπης. Μέσα στο Χριστό δεν υπάρχουν ζωντανοί και πεθαμένοι γιατί όλοι είναι «ζώντες εν Αυτώ». Αυτός είναι η Ζωή και αυτή η Ζωή είναι το φως του ανθρώπου. Αγαπώντας το Χριστό αγαπάμε όλους εκείνους που βρίσκονται εν Αυτώ. Αγαπώντας αυτούς που είναι εν Αυτώ, αγαπάμε το Χριστό. Αυτός είναι ο Κανόνας της Εκκλησίας, που φανερώνεται με τις προσευχές που κάνει για  τους κοιμηθέντες. Πραγματικά η «εν Χριστώ» αγάπη μας είναι εκείνη που τους διατηρεί πάντα ζωντανούς γιατί τους διατηρεί «εν Χριστώ» Πόσο αλήθεια, λανθασμένοι – απελπιστικά λανθασμένοι – είναι όσοι από τους δυτικούς χριστιανούς η έχουν περιορίσει τις προσευχές τους για τους κοιμηθέντες σε ένα νομικό δόγμα «περί αμοιβών» και «ικανοποιήσεως», η τις αρνούνται σαν άχρηστες. Η μεγάλη αγρυπνία «υπέρ των Κεκοιμημένων» το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω είναι ένας τύπος ακολουθίας για την ανάμνηση των «προαπελθόντων» που επαναλαμβάνεται το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο Σάββατο της Μεγάλης Σαρακοστής.
Είναι η αγάπη και πάλι που αποτελεί το θέμα της Κυριακής της Απόκρεω. Ευαγγελικό ανάγνωσμα της μέρας είναι η παραβολή του Χριστού για την Τελευταία Κρίση (Ματθ, 25, 31‐46). Όταν ο Χριστός θα έρθει να μας κρίνει ποιο θα είναι το κριτήριο Του; Η παραβολή μας δίνει την απάντηση∙ η αγάπη – όχι ένα απλό ανθρωπιστικό ενδιαφέρον για μια αφηρημένη δικαιοσύνη και για κάποιους, ανώνυμους «φτωχούς», αλλά η συγκεκριμένη και προσωπική αγάπη για τον άνθρωπο, για κάθε ανθρώπινο πρόσωπο με το οποίο ο Θεός με φέρνει σε επαφή στη ζωή μου. Αυτη η διάκριση είναι πολύ σημαντική γιατί σήμερα όλο και περισσότεροι χριστιανοί έχουν την τάση να ταυτίζουν τη χριστιανική αγάπη με τις πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές φροντίδες. Με άλλα λόγια, έχουν την τάση να μετατοπίζουν το ενδιαφέρον από το μοναδικό πρόσωπο και το μοναδικά προσωπικό προορισμό του στις ανώνυμες οντότητες όπως είναι οι «τάξεις» οι «φυλές» κ.λ.π. Όχι ότι αυτές οι φροντίδες είναι λανθασμένες. Είναι φανερό ότι οι χριστιανοί μέσα στην πορεία της ζωής τους, μέσα στις ευθύνες τους σαν πολίτες, σαν επαγγελματίες κ.λ.π., καλούνται να φροντίζουν, όσο οι δυνατότητες και η κατανόηση τους επιτρέπουν περισσότερο, για μια δίκαιη, σταθερή και γενικά πιο ανθρώπινη κοινωνία. Όλα αυτά, σίγουρα, προέρχονται από τη χριστιανική αγάπη. Αλλά η χριστιανική αγάπη, αυτή καθαυτή είναι κάτι διαφορετικά και αυτή η διαφορά θα γίνει κατανοητή και θα διαφυλαχθεί αν η Εκκλησία διατηρήσει τη μοναδική αποστολή της και δε γίνει μια συνηθισμένη «κοινωνική υπηρεσία» που ασφαλώς δεν είναι στη φύση της.
Η χριστιανική αγάπη είναι η «δυνατή αδυνατότητα» να βλέπω το Χριστό στο πρόσωπο κάθε ανθρώπου, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, και τον οποίο ο Θεός, μέσα στο αιώνιο και μυστηριώδες σχέδιό Του, έχει αποφασίσει να φέρει μέσα στη ζωή μου έστω και για λίγες στιγμές να τον φέρει κοντά μου, όχι σαν μια ευκαιρία για «καλή πράξη» η για εξάσκηση της φιλανθρωπίας μου, αλλά σαν αρχή μιας αδιάκοπης συντροφιάς μέσα στον ίδιο το Θεό.
Αληθινά τι άλλο είναι αγάπη παρά αύτη η μυστηριώδης δύναμη που ξεπερνάει τα τυχαίο και το εξωτερικό στον «άλλο» – ξεπερνάει δηλαδή την εξωτερική του εμφάνιση, την κοινωνική του θέση, την εθνική του καταγωγή, τη διανοητική του ικανότητα – και φτάνει στην ψυχή του, τη μοναδική και μοναδικά προσωπική «ρίζα» της ανθρώπινης ύπαρξης, το αληθινό κομμάτι του Θεού μέσα του; Αν ο Θεός αγαπάει κάθε άνθρωπο είναι ακριβώς γιατί Αυτός μόνο γνωρίζει τον ατίμητο και απόλυτα μοναδικό θησαυρό, την «ψυχή» η το «πρόσωπο», που έδωσε στον κάθε άνθρωπο. Η χριστιανική αγάπη λοιπόν είναι η συμμετοχή σʹ αυτή τη θεϊκή γνώση, είναι το δώρο αυτής της θεϊκής αγάπης. Δεν υπάρχει «απρόσωπη» αγάπη γιατί αγάπη είναι η υπέροχη ανακάλυψη του «προσώπου» στον «άνθρωπο», η ανακάλυψη του συγκεκριμένου και μοναδικού προσώπου μέσα στο σύνολο γενικά. Είναι η ανακάλυψη σε κάθε άνθρωπο αυτού που τον κάνει «αξιαγάπητο» και που είναι δοσμένο από το Θεό.
Από αυτή την άποψη η χριστιανική αγάπη είναι μερικές φορές τα αντίθετο από την «κοινωνική δραστηριότητα» με την οποία συχνά σήμερα ταυτίζεται ο Χριστιανισμός. Για έναν άνθρωπο με κοινωνική δραστηριότητα το αντικείμενο της αγάπης δεν είναι το «πρόσωπο» αλλά ο «άνθρωπος, μια δηλαδή αφηρημένη μονάδα μιας, όχι λιγότερο, αφηρημένης Ανθρωπότητας». Αλλά για το Χριστιανισμό, ο άνθρωπος είναι «αξιαγάπητος» ακριβώς γιατί είναι πρόσωπο. Εκεί το πρόσωπο χάνεται μέσα στον άνθρωπο εδώ ως άνθρωπος θεωρείται μανό το πρόσωπο. Ο «κοινωνικός εργάτης» δεν ενδιαφέρεται για τα συγκεκριμένα πρόσωπα και άνετα τα θυσιάζει για το «γενικό συμφέρον». Ο Χριστιανισμός μπορεί να φαίνεται ότι είναι – και σε μερικές περιπτώσεις πραγματικά είναι – μάλλον διστακτικός γιʹ αύτη την αόριστη Ανθρωπότητα, αλλά διαπράττει θανάσιμη αμαρτία εναντίον του εαυτού του κάθε φορά που αδιαφορεί και δεν αγαπάει το συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η κοινωνική δραστηριότητα είναι πάντοτε «φουτουριστική» στην προσέγγιση της. Ενεργεί πάντα στο όνομα της δικαιοσύνης, του νόμου, της ευτυχίας που πρόκειται να έρθει, να κερδιθεί. Ο Χριστιανισμός ελάχιστα ενδιαφέρεται γιʹ αυτό το προβληματικό μέλλον αλλά βάζει όλη την έμφαση στο τώρα, που είναι ο μόνος αποφασιστικός χρόνος για αγάπη. Οι δυο αυτές στάσεις δεν αποκλείουν η μια την άλλη αλλά δεν πρέπει να συγχέονται. Οι χριστιανοί βεβαιότατα, έχουν ευθύνες απέναντι «στον κόσμο τούτο» και πρέπει να τις εκπληρώσουν. Ακριβώς αυτή είναι η περιοχή της «κοινωνικής δραστηριότητας που ανήκει εντελώς στον «κόσμο τούτο». Οπωσδήποτε όμως η χριστιανική αγάπη σκοπεύει πέρα από τον «κόσμο τούτο». Είναι αυτή η ίδια μια ακτίνα, μια εκδήλωση της Βασιλείας του Θεού υπερβαίνει και συντρίβει όλους τους περιορισμούς, όλες τις «συνθήκες» του κόσμου τούτου διότι το κίνητρο της, ο σκοπός της καθώς και η ολοκλήρωση της είναι στο Θεό. Και ξέρουμε ότι ακόμα, και σʹ αυτόν τον κόσμο που «εν τω πονηρώ κείται» η μόνη νίκη που διαρκεί και μεταμορφώνει είναι η νίκη της αγάπης. Η πραγματική αποστολή της Εκκλησίας είναι να υπενθυμίζει στον άνθρωπο την προσωπική του αγάπη και την κλήση του, που είναι να πλημμυρίσει τον αμαρτωλό κόσμο μʹ αυτή την αγάπη.
Η παραβολή για την Τελευταία Κρίση αναφέρεται στη χριστιανική αγάπη. Δεν είμαστε όλοι καλεσμένοι να δουλέψουμε για την Ανθρωπότητα», όμως ο καθένας μας έχει λάβει το δώρο και τη χάρη της αγάπης του Χριστού. Ξέρουμε ότι όλοι οι άνθρωποι τελικά έχουν ανάγκη απʹ αύτη την προσωπική αγάπη, έχουν ανάγκη να τους αναγνωρίζεται δηλαδή η μοναδικότητα της ψυχής τους στην οποία αντανακλάται όλη η ομορφιά της δημιουργίας μʹ ένα ξεχωριστό τρόπο.
Ξέρουμε ακόμα ότι οι άνθρωποι βρίσκονται «εν φυλακή», είναι «πεινώντες και διψώντες» ακριβώς γιατί τους λείπει αυτή η προσωπική αγάπη. Τέλος ξέρουμε ότι όσο στενά και περιορισμένα και αν είναι τα πλαίσια της προσωπικής μας ύπαρξης ο καθένας από μας δημιουργήθηκε υπεύθυνος για μια μικρή θέση στη Βασιλεία του Θεού, και έγινε υπεύθυνος εξαιτίας αυτού του δώρου της αγάπης του Χριστού. Έτσι είτε έχουμε είτε δεν έχουμε αποδεχτεί αυτή την ευθύνη, είτε αγαπήσαμε είτε αρνηθήκαμε την αγάπη, πρόκειται να κριθούμε Γιατί εφʹ όσον εποιήσατε ένί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε» (Ματθ. 25,40).
(Από το βιβλίο του π. Αλέξανδρου Σμέμαν «Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα», εκδόσεις «Ακρίτας»)