Ο Άγιος Χαράλαμπος

agiosXaralampos1

Απολυτίκιον. Ήχος δ’.
Ταχύ   προκατάλαβε.

Ως στύλος ακλόνητος της Εκκλησίας Χριστού και λύχνος αείφωτος της οικουμένης σοφέ, εδείχθης Χαράλαμπες. Έλαμψας εν τω κόσμω, δια του Μαρτυρίου, έλυσας των ειδώλων την σκοτόμαιναν, μάκαρ. Διό εν παρρησία Χριστώ, πρέσβευε σωθήναι ημάς.

Κοντάκιον. Ήχος δ’.

Επεφάνης σήμερον

Ως φωστήρ ανέτειλας, εκ της εώας, και πιστούς εφώτισας, ταις των θαυμάτων σου βολαίς, Ιερομάρτυς Χαράλαμπες. Όθεν τιμώμεν, την Θείαν σου άθλησιν.

 

Ο Άγιος Χαράλαμπος

Ο ιερεύς της Μαγνησίας

Ο Άγιος Χαράλαμπος ο Ιερομάρτυς και θαυματουργός, γεννήθηκε στην Μαγνησία το 90 μ.Χ. περίπου και μαρτύρησε στα χρόνια των μεγάλων διωγμών της Χριστιανοσύνης. Η Μαγνησία αυτή κατά πάσαν πιθανότητα ήτανε στη Θεσσαλία. Τα ερείπιά της σώζονται ακόμη κοντά στο χωριό που λέγεται «Μηλιές». Είχε το ευτύχημα να γεννηθή από γονείς ευσεβείς χριστιανούς που κρατούσανε την πίστι τους στο Χριστό με κίνδυνο της ζωής τους στους δύσκολους, αλλά ηρωικούς εκείνους χρόνους των διωγμών.

Στην Μαγνησία έζησε όλη του την ζωή ο Άγιος Χαράλαμπος. Εκεί σαν νέος, ήτανε φωτεινό παράδειγμα συνετής ζωής. Αργότερα η πίστις του στο Χριστό έγινε πιο φλογερή και η επιθυμία του να βοηθήση τους Χριστιανούς και τους ειδωλολάτρες, να σωθούνε, πιο μεγάλη. Δεν μπορούσε να ησυχάση, όταν σκεπτότανε, ότι υπάρχουν άνθρωποι μακρυά από το Χριστό, που δεν ξέρουν ποιος είναι ο προορισμός τους και γιατί ζουν εδώ στη γη.

Είναι κρίμα, έλεγε, είναι τρομερό, είναι αδιανόητο να ζούνε οι άνθρωποι στην πλάνη της ειδωλολατρείας και να πάνε κατόπιν στην Κόλασι.

Αφιερώθηκε, λοιπόν, εις την υπηρεσία του Χριστού. Έγινε ιερέας το 130 μ.Χ. Από την θέσι του τώρα αυτή, από το θείο αυτό αξίωμα της Ιερωσύνης, ανέλαβε τον μεγάλον αγώνα, αφ’ ενός ν’ ανοί­ξη τα μάτια του κόσμου και να δουν τον κίνδυνον από την ειδωλολατρικήν πλάνην και αφ’ ετέρου ν’ αγιάζη με τα μυστήρια τους πιστούς και να τους οδηγή στην τελειότητα. Μπροστά σε Χριστιανούς και ειδωλολάτρες, άρχισε τα φλογερά χριστιανικά κηρύγματά του. Καίτοι σ’ όλη του τη μακρά ζωή — έζησε 113 χρόνια — έγιναν πολλοί διωγμοί των Χριστιανών και αυτός ποθούσε το μαρτύριο, και δεν ελάμβανε κανένα μέτρο, εν τούτοις επέζησε, διότι ο Θεός τον εφύλαττε γι’ αργότερα. Εμαρτύρησε το 202 μ.Χ.

 

Γαλήνιος   μπροστά  στον οργισμένο  άρχοντα.

Τότε αυτοκράτορας στη Ρώμη ήτανε ένας ασεβής και χριστιανομάχος, ο Σεβήρος (193-211 μ.Χ.). Ο αυτοκράτορας αυτός και τα γράμματα αγαπούσε και τις τέχνες υποστήριζε και λαμπρές υπηρεσίες στη νομοθεσία προσέφερε. Μένει όμως εις αίσχος και εντροπήν του το ότι, όχι μόνο τον Χριστιανισμό δεν μπόρεσε να εννοήση, αλλά και τους Χριστιανούς σκληρά τους κατεδίωξε. Είχε κηρύξει φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Σε όλες τις μεγάλες πόλεις είχε διορίσει ηγεμόνες ειδωλολάτρες και είχε δώσει αυστηρές διαταγές. Όποιος ήτανε Χριστιανός, όποιος καταφρονούσε τα είδωλα, όποιος δεν ακολουθούσε τις διαταγές του, τον περίμεναν σκληρά βασανιστήρια και φρικτός θάνατος.

Ηγεμόνας στην περιοχή εκείνη της Μαγνησίας, που ζούσε ο Άγιος Χαράλαμπος, ήτανε τότε ένας κακόψυχος και θηριόψυχος, Λουκιανός ονομαζόμενος. Αυτός σκόρπιζε γύρω του την απειλή και την φοβέρα. Μόλις μάθαινε, ότι σε κάποια πόλι ή επαρχία υπήρχαν Χριστιανοί και ότι καταφρονούσαν τα είδωλα, έτρεχε εκεί μανιασμένος. Μάζευε τους Χριστιανούς και τους φυλάκιζε. Έπειτα άρχιζαν τα βασανιστήρια. Πλημμύριζαν με το αγνό τους αίμα οι πλατείες, οι χώροι συγκεντρώσεων, τα στάδια και οι δρόμοι.

Όταν έμαθε ο ηγεμόνας Λουκιανός την χριστιανική δραστηριότητα του Ιερέως Χαραλάμπους, ωργίσθηκε πολύ. Έξαλλος από το κακό του, έστειλε στρατιώτες στην Μαγνησία να τον συλλάβουν και να τον φέρουνε μπροστά του. Πράγματι οι απεσταλμένοι του Λουκιανού φέρανε σιδηροδέσμιο τον γέροντα κληρικό μπροστά στον ηγεμόνα. Ήτανε τότε υπέργηρος. Εκατόν δέκα τριών (113) ετών.

Ο ηγεμόνας τον κοίταξε με βλοσυρό και άγριο βλέμμα, και τον ρώτησε απειλητικά:

—  Γιατί, Γέροντα, καταφρονείς και παραβαίνεις τις βασιλικές διαταγές; Και γιατί μιλάς εναντίον των θεών μας;

—  Εγώ, του απήντησε ο Άγιος, υπακούω και υποτάσσομαι στον Βασιλέα των Ουρανών, τον Χριστόν μου. Γονατίζω ευλαβικά στα δικά Του προστάγματα, γιατί ξέρω πως είναι ποτισμένα με δικαιοσύνη, με αγάπη και σωτηρία της ψυχής. Ο δικός σας βασιλεύς διατάζει παράλογα πράγματα. Σας προστάζει να προσκυνάτε Θεούς αναίσθητους, νεκρά στοιχεία, είδωλα άψυχα. Σας νεκρώνει την ζωή και σας σκοτώνει την ψυχή. Ο ιδικός μου Βασιλεύς, ο Χριστός, μας οδηγεί στην λύτρωσι, στην αιωνία ζωή. Όποιος ζητήση με θερμή προσευχή και πίστι την δύναμίν Του, γίνεται και αυτός ισχυρός. Με την δύναμί Του γίνεται δυνατός. Με την δύναμί Του, εξαφανίζονται οι αρρώστειες και συντρίβονται οι δαίμονες…

—  Φθάνει, Γέροντα… αρκετά! Δεν έχω όρεξι ν’ ακούω τις ανοησίες σου. Το κήρυγμά σου, κράτησέ το για άλλους. Εγώ ένα έχω να σου πω. Κι’ αυτό είναι το συμφέρον σου. Προσκύνα τα είδωλα, γιατί έτσι μονάχα θα μπορέσης να γλυτώσης τα βασανιστήρια, που σε περιμένουν… Τ’ ακούς, ξεροκέφαλε;

Ο Άγιος χαμογέλασε και του είπε:

— Κακώς νόμισες, ότι έναν ιερέα του Χριστού θα τον τρομάξουνε οι φοβέρες για βάσανα και θάνατο. Εγώ έπρεπε να είχα κοιμηθή προ πολλού. Και εάν με θανατώσης, θα μου δώσης εκείνο, που περιμένω. Άλλωστε ημείς οι Χριστιανοί τα βάσανα και το θάνατο δεν τα αποφεύγομε, αλλά τα θέλουμε και τα ποθούμε. Γιατί ημείς είμεθα εξοικειωμένοι με τους αγώνες και τους πολέμους και όπως οι γενναίοι στρατιώτες, δεν επιθυμούμε τον ήσυχο θάνατο της κλίνης, αλλά τον δοξασμένο της μάχης.

— Είσαι γέροντας και λυπούμαι τα γεράματά σου, να σε βάλω σε βασανιστήρια, είπε ο Λουκιανός.

— Ας είμαι γέροντας. Μη με λυπάσαι καθόλου. Αλλά να μάθης, ότι στους ιδικούς μας αγώνας το παν είναι η ψυχή. Αυτή δεν γηράσκει με την ηλικία. Αμφιβάλλεις, Έπαρχε, γι’ αυτό; Δοκίμασε. Και θα δης, ότι οι δήμιοί σου θα κουρασθούνε και ο ιερεύς Χαράλαμπος, με την χάριν του Χριστού, δεν θα τους πη να τον λυπηθούνε. Άλλωστε, χωρίς στερήσεις, χωρίς υπομονή και χωρίς βάσανα, πως θα κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών; Αυτά, άρχοντά μου, τα βάσανα, μας ανοίγουν τις πόρτες της αιωνίου ευτυχίας. Υπάρχει καλλίτερο από τα βάσανα; Αυτά μας φέρνουνε κοντά στον Χριστό μας. Γιατί, λοιπόν, να τ’ αποφεύγουμε; Έπειτα όλα αυτά περνούν τόσο γρήγορα!

 

Τον γδέρνουν!

Έπειτα από την σταθερή αυτή απάντησι το συμβούλιο των αρχόντων τα έχασε. Του φέρανε όμως μπροστά του όλα τα σύνεργα των βασανιστηρίων, για να τον φοβίσουν και για να τον κλονίσουν. Του τα δείξανε ένα προς ένα. Του είπανε, πώς σχίζονται με αυτά οι σάρκες, πώς τσακίζονται τα κόκκαλα και πώς βγαίνουν τα νύχια. Ο Άγιος τα κοίταζε με αδιαφορία και απάθεια.

— Ξεροκέφαλε, του λέγει ο Έπαρχος, μη σκέ­φτεσαι καθόλου. Θυσίασε στους μεγάλους θεούς μας. Το καταλαβαίνεις;

— Αυτό, τους αποκρίθηκε, δεν θα γίνη ποτέ. Δεν είμαι ανόητος να ζητώ την καταστροφή μου. Δεν πουλάω την ψυχή μου στον Σατανά. Μια ζωή ολόκληρη προσφέρω θυσία στο Χριστό και τώρα να την προσφέρω στο Σατανά; Θεός φυλάξοι!

Από τα λόγια του αυτά οι άρχοντες των ειδωλολατρών αγριέψανε και γίνανε θηρία. Οργή και μίσος απάνθρωπον και κακία απερίγραπτος φούντωσε στις καρδιές τους. Διέταξαν αμέσως να γδάρουν τον υπέργηρον Ιερέα του Υψίστου ζωντανόν! Δεν λυπηθήκανε οι αλητήριοι τα βαθειά γηράματά του. Δεν σεβαστήκανε τα 113 του χρόνια!

Τον γύμνωσαν αμέσως, του πετάξανε καταγής την ιερή στολή του και αρχίσανε το απάνθρωπο γδάρσιμο. Αρχίσανε από την κεφαλήν και κόβανε και χωρίζανε το δέρμα από τις σάρκες. Ο πόνος ήτανε φοβερός, τρομερός, αβάστακτος. Ο Άγιος όμως σφίγγει τα δόντια του. Κρατάει γερά. Προσεύχεται και λέγει:

— Θεέ μου, Σε ευχαριστώ, διότι μου έκανες την μεγάλην τιμήν και μου έδωσες την περιπόθητη ευκαιρία να καταταγώ μεταξύ των Μαρτύρων. Θεέ μου βοήθησέ με. Δος μου υπομονή να μείνω πιστός. Σας ευχαριστώ και σας, παιδιά μου, που μου βασανίζετε το σώμα. Μ’ αυτό, που κάνετε, μου χαρίζετε την ευτυχία της ψυχής και την ατελείωτη χαρά της Βασιλείας του Θεού.

Ενώ όμως έλεγε αυτά ο Άγιος, όλοι όσοι τον βλέπανε (οι στρατιώτες, οι δούλοι, οι βασανισταί και οι άρχοντες), μένανε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσανε να καταλάβουνε ποιο ήτανε εκείνο που μέσα σ’ αυτόν τον μεγάλο πόνο, έδιδε στον Μάρτυρα τόση δύναμι και τόση ευτυχία. Δύο μάλιστα δήμιοι, που τον γδέρνανε, ο Πορφύριος και ο Βάπτος, όταν είδανε την υπομονήν του Μάρτυρος, για να κερδίση την Βασιλεία του Θεού, πιστέψανε. Πετά­ξανε τα μαχαίρια και φωνάξανε:

— Είμαστε και ημείς Χριστιανοί! Φιλούσανε έπειτα τον Άγιο και του ζητούσανε να τους συγχω­ρέση.

Ο Έπαρχος τότε διέταξε και τους απεκεφάλισαν. Με χαρά το δέχτηκαν. Τότε και τρεις γυναίκες είπανε δυνατά:

— Και εμείς πιστεύουμε στο Χριστό !

Χαρούμενες  και αυτές   μαρτυρήσανε για το Χριστό. Η Εκκλησία τους γιορτάζει και τους 5 την 10ην Φεβρουαρίου μαζί με τον Άγιον Χαράλαμπον.

 

Στομώνουν οι χειράγρες

Του είχανε γδάρει το κεφάλι οι δυο δήμιοι, που μαρτυρήσανε. Οι άλλοι, που τους διεδέχθησαν, αρπάξανε τις χειράγρες. Αυτές ήσανε κάτι σαν σιδερένια χέρια με μυτερά νύχια. Αρχίσανε λοιπόν μ’ αυτές, απάνθρωπα να τους ξεσχίζουν τις σάρκες. Τρομερό το μαρτύριο. Ο Άγιος παρέμεινε προσευχόμενος.

Ξαφνικά όμως, συνέβη κάτι το περίεργο και θαυμαστό: Οι χειράγρες, τα σατανικά δηλ. όργανά τους, με τα οποία τραβούσανε λωρίδες από το κορμί του Αγίου, στομώσανε! Δεν μπορούσανε να σχίσουν το δέρμα και τις σάρκες του Αγίου! Τότε οι βασανισταί λέγανε κατάπληκτοι:

— Τί συμβαίνει; Μήπως αυτός εδώ είναι ο ίδιος ο Χριστός και ήλθε να μας τιμωρήση; Μήπως ο Θεός, που πιστεύει ο Χαράλαμπος, είναι αληθινός και γι’ αυτό στομώνει τις χειράγρες;

Τότε ένας δούκας, που άκουσε αυτές τις συζητήσεις, θύμωσε πολύ. Σηκώθηκε και βρίζοντας στρατιώτες, δούλους και βασανιστάς, τους είπε:

— Είστε χαμένοι, είστε παράλυτοι, είστε ανίκανοι, τρέμουνε τα χέρια σας… Τώρα θα του δείξω εγώ… Αρπάζει αμέσως, αυτός μόνος του, τις χειράγρες και μανιασμένος θέλησε να τις μπήξη στο γέρικο υπεραιωνόβιο και ασκητικό κορμί του Ιερομάρτυρα. Ο Θεός όμως, για να ενισχύση την πίστι του Αγίου και για να του δείξη, ότι βρίσκεται κοντά του και παρακολουθεί τους πόνους του, έκαμε το θαύμα Του. Κόπηκαν αμέσως τα χέρια του δούκα από τους αγκώνας και κάτω και μείνανε κολλημένα με τις χειράγρες στο σώμα του Αγίου! Τρομαγμένος τότε ο δούκας, πονώντας και αυτός αφόρητα, έπεσε χάμω, φωνάζοντας, κλαίγοντας και λέγοντας:

— Βοηθήστε με. Αυτός εδώ είναι επικίνδυνος. Μου έκοψε τα χέρια. Σώστε με… Σώστε με. Βοηθήστε με… Είναι μάγος…

Τότε ο ηγεμόνας πλησίασε και σαν είδε τα χέρια του δούκα κρεμασμένα από το σώμα του Μάρτυρα, από το κακό του έγινε έξω φρενών και έφτυσε τον Άγιο στο πρόσωπο. Ο Θεός όμως του το έδωσε και αυτού αμέσως το θαύμα. Στράβωσε αμέσως ο λαιμός του και κύτταζε τώρα το πρόσωπό του προς την πλάτη του! Ήτανε ο δυστυχής ένα ελεεινό και αξιολύπητο θέαμα.

Ο λαός της Μαγνησίας, που έβλεπε αυτές τις τιμωρίες του Θεού φοβήθηκε και παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:

— Σταμάτα, σε παρακαλούμεν, Άγιε, την οργήν του Κυρίου. Μην ανταποδίδης κακόν αντί κακού. Αλλά όπως λέγει ο Χριστός, ευεργέτησε εκείνους, που σε μισούν.

— Ζη Κύριος ο Θεός μου, αποκρίθηκε ο Άγιος. Σας βεβαιώ, δεν το κάνω εγώ από κακία, αλλά τους τιμωρεί ο Κύριος, διότι είναι κακοί και ασεβείς. Το κάνει ο Κύριος ακόμη και διότι θέλει να τα βλέπετε σεις και να γίνουν παράδειγμα, για σας. Θέλει να Τον πιστέψετε, να Τον ακολουθήσε­τε και να σας δώση την αιώνια ζωή και Βασιλεία.

Το πλήθος τότε φώναξε συγκινημένο προς τον Κύριο, λέγοντας:

— Μην κάνης να χαθούμε, Δέσποτα. Αλλά συγχώρησέ μας σε ό,τι Σου φταίξαμε. Τότε πολλοί από αυτούς, που είδανε με τα μάτια τους τη Δύναμι του Θεού και τα θαύματα, πιστέψανε. Αλλά και ο δούκας τώρα παρακαλούσε τον Άγιο, λέγοντας:

— Άγγελε του Θεού και ουράνιε άνθρωπε, βοήθησέ με τον ταλαίπωρον. Εγώ υποφέρω από πόνους τρομερούς, αλλά και συ έχεις επάνω σου το βάρος των κομμένων χεριών μου. Γιάτρεψέ με σε παρακαλώ, για να απαλλαγώ εγώ από τους πόνους και συ από το βάρος. Σου υπόσχομαι, ότι αν γιατρευθώ, θα πιστέψω στον δικό σου τον Θεό. Ο Άγιος τον λυπήθηκε και προσευχήθηκε στον Κύριο ως εξής:

— Σε ευχαριστούμεν, Δέσποτα, διότι πάντοτε μας προστατεύεις. Ίδε τώρα την ταπείνωσιν των πεπεδημένων δούλων Σου και λύσε τους από τα αόρατα αυτά δεσμά, εις δόξαν του Αγίου Ονόματός Σου.

Μόλις είπεν τα λόγια αυτά, ακούστηκε από τον Ουρανό φωνή, που του έλεγε:

—Χαίρε, αθλητά Χαράλαμπε, συνόμιλε των Αγγέλων και ομότροπε των Αποστόλων. Ήκουσα την δέησίν σου και δίδω την ίασιν εις τους ασεβείς.

Αυτοστιγμεί τότε γιατρεύτηκαν όλοι, όσοι τιμωρήθηκαν! Ο δούκας που του αποκαταστάθηκαν τα χέρια του σαν πρώτα, πίστεψε στον Χριστό και βαφτίστηκε. Και ο ηγεμόνας που επανήλθε το πρόσωπό του στη θέσι του, σταμάτησε τον διωγμό κατά των Χριστιανών μέχρις ότου αναφέρει τα γενόμενα στον βασιλέα.

Ο Άγιος μεταφέρθηκε εν συνεχεία στο σπιτάκι του. Αυτό το σπίτι του έγινε προσκύνημα. Πηγαίνανε οι κάτοικοι της Μαγνησίας και των περιχώρων και τον βλέπανε. Κατάκοιτος και εξαντλημένος από όσα έπαθε, από το κρεββάτι του, τους δίδασκε τι πρέπει να κάνουν, για να σωθούνε. Εξωμολογούντο τις αμαρτίες τους. Αλλά και πολλοί ειδωλολάτρες πιστεύανε και εβαπτίζοντο.

Τότε, μετά το μαρτύριό του, ο Άγιος έκανε πολλά θαύματα και πολλές θεραπείες ασθενών. Τυφλοί αναβλέπανε, κουτσοί περιπατούσανε, δαιμονιζόμενοι απαλλάσονταν από τα δαιμόνια και βρί­σκανε γαλήνη. Και πολλές άλλες αρρώστειες με την ευχή του Αγίου εξαφανιζόντανε. Ακόμη και αναστάσεις νεκρών έγιναν με την προσευχή του Αγίου.

 

Καρφιά στη ράχη του

Ο ηγεμόνας όμως βλέποντας αυτά τα θαυμάσια, σηκώθηκε και πήγε μόνος του στο βασιληά. Του ανέφερε καταλεπτώς δια τον Άγιο όλα όσα συνέβησαν. Ο ασεβής Σεβήρος, αντί να πιστέψη, μόλις τ’ άκουσε, άναψε από τον θυμό του και έλεγε:

— Γιατί αμελείτε θεοί αιώνιοι, και δεν εξολοθρεύετε από προσώπου της γης αυτούς τους ασεβείς, που σας υβρίζουνε, και σας εμπαίζουνε;

Αμέσως κατόπιν έστειλε αρκετούς στρατιώτες με την διαταγή να καρφώσουν σ’ όλη τη ράχη του Μάρτυρος καρφιά κατόπιν να τον σύρουν από την Μαγνησία σε κάποια άλλη πόλι, Αντιόχεια ονομαζομένη. Δεν φαίνεται να ήταν η μεγάλη Αντιόχεια της Συρίας, διότι ήτανε πολύ μακρυά. Κατά δε την αρχαιότητα υπήρχαν και άλλες είκοσι οκτώ πόλεις, που έφεραν το όνομα Αντιόχεια.

Πράγματι! Πήγανε οι στρατιώτες και μπήξανε τα καρφιά με πολλή σκληρότητα και ασπλαχνία στο σώμα του Μάρτυρος. Κατόπιν τον δέσανε από την μεγάλην γενειάδα του και τον τραβούσανε αλύπητα οι απάνθρωποι, χωρίς καθόλου να σκεφθούν τα βαθειά γεράματά του.

 

Στην φωτιά να τον κάψουν

Έπειτα από αυτό οι στρατιώτες φοβηθήκανε και πήγανε τον Άγιο με άνεσιν στην Αντιόχεια. Δεν θελήσανε όμως και να παραβούν το πρόσταγμα του άρχοντός των.

Αλλά ο διάβολος μετασχηματίστηκε σαν γέροντας και φάνηκε στον Σεβήρο λέγοντας:

— Αλλοίμονό σου, βασιλεύ. Εγώ είμαι ο βασιλεύς των Σκυθών και ήλθε στην πατρίδα μου ένας μάγος, που τον λένε Χαραλάμπη, αυτός μου πήρε όλους τους στρατιώτες και ήλθα να σου το πω για να φυλαχθής να μη πάθης και συ το ίδιο.

Αυτό τον εξαγρίωσε τον Σεβήρο εναντίον του Αγίου. Γι’ αυτό όταν φέρανε μπροστά του τον Άγιο διέταξε να του καρφώσουν στο στήθος μια μεγάλη σούβλα. Κατόπιν να φέρουν ξύλα, ν’ ανάψουν φωτιά και να καίνε τον Άγιο, ώσπου να ξεψυχήση.

Περάσανε λοιπόν τη σούβλα στον Άγιο και επί πολλή ώρα τον καίγανε, αλλά δεν έπαθε τίποτε ο Άγιος, διότι η φωτιά έσβυσε. Ο Άγιος λες και ξανάνοιωσε. Στεκότανε ευθυτενής και ροδοκόκκινος.

Τότε ο βασιλεύς είπε να τον λύσουν και να τον πάνε κοντά του. Πράγματι τον λύσανε. Και ο βασιλεύς, δια να δικαιολογηθή του είπε:

— Σου τα έκαμα αυτά τα μαρτύρια από φόβο διότι μου είπε ο βασιλεύς των Σκυθών ότι είσαι μεγάλος μάγος… Σε παρακαλώ να μην μνησικακήσης εναντίον μου και σε ό,τι σε ερωτήσω να μου απηντήσης. Πες μου πρώτα πόσων χρονών είσαι.

— Εκατόν δέκα τριών χρονών, του απάντησε ο Άγιος.

— Αφού λοιπόν τόσα χρόνια έζησες, πώς δεν έχεις λίγο μυαλό να γνωρίσης τους αθανάτους θεούς, παρά κάθεσαι και προσκυνάς τον Χριστόν, σαν να είσαι ανόητος;

— Επειδή, του αποκρίθηκε ο Άγιος, τόσα πολλά χρόνια έζησα, εγνώρισα την Αλήθεια και προσκυνώ τον Αληθινό Θεό, τον Παντοδύναμο και Πα­νοικτίρμονα!

 

Τα δύο θαύματα

— Άκουσα, λέγει ο βασιλεύς, ότι μπορείς και νεκρούς ν’ αναστήσης.

— Αυτό, του απήντησε, μόνον ο Δεσπότης — Χριστός μπορεί να το κάμη, όχι άνθρωπος. Τότε ο Σεβήρος διέταξε και φέρανε εκεί ένα δαιμονισμένο, που βασανιζότανε ο δυστυχής από τον σατανά 36 χρόνια. Όταν αυτός έφθασε κοντά στον Άγιο, λες και καιγότανε από φωτιά, πονούσε τρομερά, γι’ αυτό φώναζε ο δαίμονας:

— Σε παρακαλώ, δούλε του Χριστού, μη με βασανίσης, αλλά ειπέ ένα λόγο και βγαίνω. Και αν θέλης να διατάξης, θα σου πω, διατί μπήκα σε αυτόν τον άνθρωπον.

— Λέγε, ακάθαρτο πνεύμα, του είπε ο Άγιος.

— Αυτός, είπε το πονηρόν πνεύμα, έκλεψε τα πράγματα του γείτονά του και κατόπιν εσκότωσε τον κληρονόμον του. Και αφού τον βρήκα σε τέτοια αμαρτία, μπήκα μέσα του και τον βασανίζω τώρα 36 χρόνια.

Τότε ο Άγιος επετίμησε τον δαίμονα και εξήλθε.

—Πραγματικά, Μέγας είναι ο Θεός των Χριστιανών, είπε θαυμάζοντας ο βασιλεύς. Έπειτα από τρεις ημέρες, απέθανε κάποιος νέος. Και ο βασιλεύς λέγει στον Άγιο:

—Ανάστησέ τον αυτόν τον νεκρόν αν μπορής.

Ο Άγιος για να δοξασθή το όνομα του Θεού, έκαμε πολλή προσευχή και αναστήθηκε ο νεκρός. Αυτό έκαμε μεγάλη κατάπληξιν σε όλους και πολλοί από τον όχλον πιστέψανε στον Χριστό. Ο πορωμένος όμως έπαρχος Κρίσπος είπε στον βασιλέα:

—Θανάτωσέ τον επί τέλους αυτόν τον άνθρω­πον, γιατί με τις μαγείες του κάνει αυτά τα τερατουργήματα.

Αμέσως τότε ο Σεβήρος άλλαξε γνώμην και λέγει προς τον Μάρτυρα.

— Θυσίασε, Χαράλαμπε, στους θεούς για ν’ απαλλαγής από τα βασανιστήρια.

— Όσο περισσότερο με βασανίσης, του είπε ο Άγιος, τόσο περισσότερο ευφραίνεται η ψυχή μου.

Τότε εξεμάνη ο βασιλεύς και διέταξε να του συντρίψουν με πέτρες τις σιαγόνες, και να κάψουν με λαμπάδες την γενειάδα και το πρόσωπόν του. Το πυρ όμως λες και είχε λογική, πήδησε και έκαψε όσους στεκόντουσαν κοντά.

Θαυμάζοντας με αυτά, που έβλεπε, ρωτούσε τους γύρω του άρχοντας ο βασιλεύς ποιος είναι ο Χριστός, που κάμνει τέτοια τερατουργήματα. Ο Κρίσπος, που ήταν έπαρχος είπε περιφρονητικά:

—Γεννήθηκε από μια γυναίκα, που την λέγανε Μαρία, ανύπαντρη και αμαρτωλή…

—Μη βλασφημάς έπαρχε, του είπε ο Αρίσταρχος, διότι εσύ δεν ξεύρεις από τέτοια μυστήρια.

 

Οι τύραννοι αιωρούνται

Τότε ο βασιλεύς μανιασμένος, γιατί δεν μπορούσε να κάμη τίποτε στον Άγιο γύρισε προς τον ουρανό και έρριχνε βέλη επάνω στον αέρα λέγοντας.

— Κατέβα, Χριστέ, αν είσαι Θεός στη γη να πολεμήσουμε. Τότε όμως έγινε μεγάλος σεισμός. Φόβος και τρόμος κατέλαβε όλους. Από το σεισμό φαινότανε ο ουρανός ότι εσεί­ετο σαν ένα δένδρο. Αστραπές και βροντές μεγάλες ηκούοντο και αίφνης ο βασιλεύς Σεβήρος και ο έπαρχος Κρίσπος κρεμαστήκανε ψηλά στον αέρα. Φώναζε δε τότε ο βασιλεύς προς τον Άγιον λέγοντας:

— Κύριε μου Χαράλαμπε, δίκαια τα παθαίνω. Παρακάλεσε όμως τον Κύριο και Θεό σου να με γλυτώση από την τιμωρία αυτή και εγώ υπόσχομαι να γράψω σε όλες τις πόλεις να δοξάζηται το Όνομά Του.

Τότε ήλθε εκεί και η κόρη του βασιλέως, που την λέγανε Γαλήνη και του λέγει:

—Πίστεψε στον Κύριο για να σε γλυτώση και να σε λύση απ’ αυτά τα δεσμά, γιατί είναι Οικτίρμων και Πανάγαθος. Πίστεψε, γιατί αυτός ο Χριστός είναι Αληθινός, Θεός Αθάνατος. Όταν τα είπε αυτά προσκύνησε τον Άγιο και του είπε:

—Παρακάλεσε τον Κύριο ν’ απαλλάξη τον πατέρα μου από αυτούς τους πόνους και εάν μεν πιστέψη θα γίνη μεγάλο καλό, εάν όχι θα έχης τουλάχιστον εσύ τον μισθόν σου μετά θάνατον.

Τότε προσευχήθηκε ο Άγιος και σταμάτησε η οργή του Θεού. Κατέβηκαν στη γη ο βασιλεύς και ο έπαρχος και επήγανε στο παλάτι. Μείνανε τρεις ημέρες έχοντας στο νου τους διαρκώς τον φόβον του Θεού και την οργήν Του.

 

Η Αγία Γαλήνη

Η κόρη του βασιλέως Γαλήνη είδε εν τω μεταξύ ένα όραμα και το ανέφερε στον Άγιο.

—Μου φάνηκε, του είπε, πως βρέθηκα σε ένα περιβόλι ωραιότατο, που είχε δένδρα ευωδέστατα και κρυστάλλινη πηγή. Εκεί κοντά ήτανε ο πατέρας μου και ο έπαρχος, αλλά ο φύλαξ του κήπου τους έδιωξε με μια πύρινη ράβδο, εμένα όμως με εσήκωσε και με έβαλε μέσα με τιμή και μου είπε:

— Σε σένα δόθηκε η κατοικία αυτή και σε όσους σου ομοιάζουν για να ευφραίνεσθε μαζί πάντοτε. Αυτά είδα και σε παρακαλώ, διδάσκαλε, να μου τα εξηγήσης.

— Ο κήπος, της αποκρίθηκε ο Άγιος, που είδες είναι ο Παράδεισος των δικαίων και εναρέτων εις τον οποίον σε έβαλε ο Δεσπότης – Χριστός. Και τούτο γιατί Τον πίστεψες. Τον πατέρα σου όμως και τον έπαρχο τους έδιωξε γιατί δυστυχώς θα αποστατήσουν πάλιν από Αυτόν και θα μας κακοποιήσουν οι δυστυχείς και αχάριστοι.

Έπειτα από τριάντα ημέρες ο Σεβήρος άλλαξε γνώμη. Κάλεσε τον Άγιον και του είπε:

— Θυσίασε στους θεούς. Μ’ αυτό θα υπακούσης στην εντολήν μου και θα τιμήσης τον εαυτόν σου.

— Τα λόγια σου, βασιλεύ, είναι πικρά και ασύνετα. Δεν πρέπει να συμμορφωθώ σ’ αυτά, εγώ είμαι δούλος του Θεού και σ’ Αυτόν υπακούω.

Του κακοφάνηκε του βασιληά, που του αντιμίλησε. Γι’ αυτό διέταξε να βάλουν στον στόμα του ένα χαλινάρι, σαν να ήταν άλογο, και να τον σύρουν σ’ όλη την πόλι για να τον ρεζιλέψουν. Το είπαν και το κάμανε. Ο Άγιος όμως στο διάστημα αυτό προσευχότανε λέγοντας:

— Δέσποτα Κύριε Ιησού Χριστέ, Συ έπλασες τον άνθρωπον και τον τίμησες με την θείαν Σου Εικόνα. Επίβλεψε και ίδε την μανίαν του εκτελεστού τυράννου διότι τα παθαίνω αυτά για το Όνομά Σου το Άγιον.

 

Στο σπίτι της ακόλαστης χήρας

Τότε θύμωσε ο τύραννος κι’ έστρεψε την οργή του στον Άγιο, που δίδαξε την Γαλήνη. Και για να τον εξευτελίση διέταξε να τον παραδώσουν σε μια χήρα και ακόλαστη γυναίκα για να τον φυλά­ξη στο σπίτι της. Αλλά ο Θεός τον εφύλαξε από τον εξευτελισμόν ως εξής:

Μόλις πήγε ο Άγιος στο σπίτι της ακούμπησε σε ένα ξηρόν ξύλινο στύλο. Και ω! του θαύματος αμέσως ο ξηρός στύλος εβλάστησε κι’ έκανε τόσα κλωνάρια ώστε εγέμισε όλο το σπίτι. Η χήρα εκείνη μόλις είδε τέτοιο παράδοξο θαύμα προσκύνησε τον Άγιο και του είπε;

— Πήγαινε από το σπίτι μου κύριε, γιατί δεν είμαι αξία για να είσαι κοντά μου.

— Μη φοβάσαι παιδί μου, της είπε ο Άγιος, πίστεψε μονάχα στον Κύριο, που είναι Θεός σπλαχνικός.

Την άλλην ημέρα, που είδαν οι γείτονες της χήρας τέτοιο μεγάλο δένδρο με άνθη και καρπούς μέσα στο δωμάτιό της, εθαύμασαν και μπήκανε μέσα στο σπίτι. Βρήκανε εκεί τον Άγιο, που δίδασκε και τον ερώτησαν:

— Πες μας, συ είσαι ο Χριστός, που λένε;

—Όχι, τους απάντησε. Εγώ είμαι δούλος του Δεσπότου — Χριστού του Αληθινού Θεού και με την Χάριν Του και την δύναμίν Του κάμνω τα θαύματα.

Τότε η γυναίκα εκείνη τους είπε την υπόθεσιν και εγκωμίαζε τον Άγιον. Όλοι τους δετον προσκύνησαν, πιστέψανε στον Χριστό και βαπτιστήκανε. Την άλλην ημέραανήγγειλαν στο βασιληά το θαυμαστό αυτό γεγονός. Και ενώ όλοι εθαυμάζανε, ο πορωμένος έπαρχος είπε:

—Πρόσταξε βασιλεύ ν’ αποκεφαλίσουν αυτόν τον πλάνον, για να μην μείνη και κάνη και άλλα τέρατα και σημεία και πιστέψουν στον Χριστό περισσότεροι.

 

Τέλος ειρηνικόν

Πράγματι ο βασιλεύς εξέδωκε εναντίον του Αγίου την καταδικαστικήν απόφασιν. Οι δήμιοι επήραν την απόφασιν, πήρανε και τον Άγιο και τον φέρανε στον τόπο της θανατικής εκτελέσεως.

 

Ο Άγιος Χαράλαμπος καιόμενος επί της πυράς

Ο Άγιος όμως στο δρόμο, καθώς έσερνε τα κουρασμένα και πληγωμένα και γέρικα πόδια του, προσευχότανε με ψαλμούς προς τον Κύριον, που τους ήξερε απ’ έξω. Έλεγε μεταξύ των άλλων και τον εκατοστό ψαλμό:

«Έλεος και κρίσιν άσομαί Σοι Κύριε…».

Όταν ο Άγιος έφτασε εκεί σήκωσε τα χέρια του και τα μάτια του στον ουρανό και προσευχήθηκε:

— Σ’ ευχαριστώ, Κύριε, είπε, γιατί είσαι ελεήμων και φιλάνθρωπος. Συ Παντοδύναμε εκτύπησες τον εχθρόν μας διάβολον. Συ εκτύπησες και τον Άδην με το να απαλλάξης από τον θάνατο το ανθρώπινο γένος. Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη Βασιλεία Σου.

Τότε συνέβη και το εξής θαυμαστόν. Ανοίξα­νε για μια στιγμή οι Ουρανοί, φάνηκε ο Χριστός με πλήθος Αγγέλων. Κατέβηκε κοντά του και του λέγει:

—  Έλα, προσφιλέστατε και αγαπημένε μου Χαράλαμπε, που τόσο πολύ κακοπάθησες, για τ’ Όνομά Μου. Ζήτησέ Μου ποίαν χάριν θέλεις και θ’ ακούσω την δέησίν σου.

—  Και το ότι αξιώθηκα, αποκρίθηκε ο Μάρτυρας, να ιδώ την φοβεράν δόξαν της παρουσίας Σου, αυτό είναι μεγάλο χάρισμα σ’ εμένα τον ελάχιστο. Αλλά επειδή η αγαθότης Σου, Κύριε, με προστάζει να Σου ζητήσω χάρι, παρακαλώ να μου κάνης την εξής:

Σε όποιο τόπο βρεθή τεμάχιο από το λείψανόν μου και σ’ όποια χώρα γιορτάζουν το μαρτύριό μου, να μην γίνη εκεί ποτέ πείνα, ούτε πανώλης που θαθανατώνη τους ανθρώπους πρόωρα. Ούτε πονηρός άνθρωπος που να βλάπτη τους καρπούς, αλλά να είναι σ’ αυτόν τον τόπον ειρήνη σταθερή, ψυχών σωτηρία και σωμάτων θεραπεία. Να είναι αφθονία σίτου, οίνου, ελαίου, τετραπόδων και άλλων χρησίμων πραγμάτων.

Τύλαγε δε γερά τα βόδια και όλα τα τετράποδα ζώα των ανθρώπων για να γεωργούν τη γη και να δοξάζηται το Όνομά Σου. Συγχώρεσε, Κύριε, σε παρακαλώ και τιςαμαρτίες των, ως Αγαθός και Φιλάνθρωπος.

—Να γίνη πιστέ Μου δούλε, το θέλημά σου! Είπε ο Κύριος και αμέσως εξηφανίσθη.

Μετά ταύτα, ο Άγιος παρέδωσε αμέσως την αγιασμένη του ψυχή στο Χριστό ειρηνικά, πριν προλάβη ο δήμιος να του κόψη την κεφαλήν! Ο Θεός δεν θέλησε να ταλαιπωρηθή περισσότερο. Αρκετά βασανίστηκε.

 

Τα άγια λείψανά του θαυματουργούν

Το Άγιό του λείψανο το παρέλαβε κατόπιν η μακαρία Γαλήνη και το ενεταφίασε μέσα σε χρυσή θήκη, αφού του έβαλε πολύτιμα μύρα και αρώματα. Κατόπιν το Άγιο και πανσεβάσμιο λείψανο του ενδόξου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, μοιράστηκε χάριν ευλαβείας στους απανταχού Ορθοδόξους Χριστιανούς. Διώχνει δε το Άγιο λείψανο τα βάσανα και κάθε ασθένεια, από όσους τον παρακα­λούνε.

Υπάρχουν και σήμερα σε πολλούς Ναούς και Μοναστήρια τεμάχια λειψάνων του Αγίου Χαραλάμπους. Η Αγία και πάντιμος Κάρα του βρίσκεται επάνω στα Μετέωρα της Θεσσαλίας, εις το Μοναστήρι του Αγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου. Κάμνει δε συχνά παράδοξα κι’ εκπληκτικά θαύματα. Υπάρχει εκεί και φυλλάδα, που περιέχει τα θαύματα του Αγίου.

Ιδίως φυλάττει τους ανθρώπους από την φοβερή νόσο της πανώλους. Γι’ αυτό όσες φορές ενέσκηπτε η φοβερή αυτή αρρώστεια, κατεβάζανε οι Πατέρες την Αγία Κάρα του κάτω στις πόλεις και το κακό σταματούσε αμέσως. Το 1812 η τρομερή αρρώστεια της πανώλους εθέριζε όλη την Ήπειρο. Τότε κάποιος, Μολοσσός ονόματι, πατέρας του Ζώτου Μολοσσού, που έγραψε το λεξικό των Αγίων Πάντων, επήγε στα Μετέωρα κι’ έφερε στην Ήπειρο την Τιμία Κάρα του Αγίου Χαραλάμπους και σταμάτησε το θανατικό.

Επίσης πολλοί πιστοί την καλούνε στα σπίτια τους, την κατασπάζονται μ’ ευλάβεια και κάνουν Αγιασμό. Και έτσι απαλλάσσονται από κάθε κακό.

Το 1897   έγινε ο Ελληνοτουρκικός  πόλεμος. Τότε οι Τούρκοι πήρανε την Αγία Κάρα και την εκτύπησαν με χίλιους δυο τρόπους για να ανοίξη και να πάρουν μόνον το αργυρό κουτί της. Δεν μπο­ρέσανε όμως να το ανοίξουνε. Ο Θεός τους έδωσε την τιμωρίαν, γιατί κάνανε οι Τούρκοι και άλλες ιεροσυλίες. Αρρωστήσανε δε όλοι τους βαριά. Πεθάνανε τότε 35.000 Τούρκοι στην Θεσσαλία από τύφο δια θαύματος του Αγίου.

Όταν έμαθε ο Σουλτάνος, ότι χάθηκε τόσος πολύς στρατός στην Θεσσαλία, έγραψε στον Διοικητή του τουρκικού στρατού, Εδέμ, επίσημο γράμμα και τον ρωτούσε:

—Πώς χάθηκε αυτός ο στρατός, αφού δεν έγινε καμμιά μάχη με τους Έλληνας; Και ο Εδέμ απήντησε τότε ως εξής!

—Όσοι Τούρκοι χάλασαν Εκκλησίες και Μοναστήρια πεθάνανε από τύφο. Εγώ το χέρι του Θεού δεν μπόρεσα να Το εμποδίσω. Όλοι οι κακοί Τούρκοι κακώς απέθαναν!

 

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

Πολύ τιμάται σήμερα ο Άγιος Χαράλαμπος εις όλην την Ελλάδα. Εις τας Αθήνας υπάρχουν δύο Ναοί που γιορτάζουνε μεγαλοπρεπώς στις 10 Φεβρουαρίου. Ο Ένας είναι στα Ιλίσσια και ο άλλος στο πεδίον του Άρεως. Ιδιαιτέρως όμως τιμάται και μεγαλοπρεπώς εορτάζεται εις τα Φιλιατρά της Πελοποννήσου.

Το σπουδαίον είναι εις τον Άγιον αυτόν, ότι η μνήμη του διατηρείται μέχρι σήμερον τόσον ζωηρή, καίτοι πέρασαν αιώνες, και μολονότι δεν είχε συγγράμματα που να διαβάζονταν και να τον φέρνουν στο μυαλό μας. Πού οφείλεται αυτό; Ασφαλώς οφείλεται στην μεγάλην αγιότητά του, στα σκληρά μαρτύριά του και στα πολλά θαύματά του, που έχει κάμει μέχρι σήμερα και κάμει συνεχώς. Είναι δε τόσα πολλά τα θαύματά του, που για να γραφούν δεν έφθανε όχι μόνον το βιβλιαράκι αυτό, αλλά και πολύτομα και πολυσέλιδα βιβλία.

Αναφέρομεν ενδεικτικώς μόνον δύο θαύματά του σύγχρονα.

 

Πως έσωσε την πόλιν των Φιλιατρών

Το ένα έγινε στα Φιλιατρά το 1943, στο καιρό της μαύρης Κατοχής της Ελλάδος από τους Γερμανούς. Το θαύμα αυτό συνεκίνησε και συγκινεί μέχρι σήμερα, όχι μόνον τους Φιλιατρινούς, αλλά και όλους τους Έλληνας.

Το Γερμανικό Στρατηγείο από την Τρίπολι διέταξε τον Γερμανό Διοικητή των Φιλιατρών, Κοντάου ονόματι, για κάποιο σαμποτάζ που είχαν κάνει οι αντάρτες, να κάψουν την πόλιν των Φιλιατρών, να σκοτώσουνε ένα αριθμόν προκρίτων Φιλιατρινών και να συλλάβουνε 1.500 άλλους Φιλιατρινούς και να τους στείλουν στη Γερμανία, από όπου φυσικά δεν επρόκειτο να γυρίση κανένας πίσω.

Ο αξιωματικός Κοντάου έδωσε με την σειρά του διαταγή στους στρατιώτες του να προχωρήσουν την άλλη ημέρα στις έξη το πρωί με τα σύνεργα της καταστροφής, χωρίς οίκτο στην εκτέλεσι της διαταγής.

Αυτό, το έμαθε στην Τρίπολι ο ιεροκήρυξ Αρχιμανδρίτης Θεόδωρος Κωτσάκης, που κατήγετο από τα Φιλιατρά, θλίψις και στενοχώρια κατέλαβε όλους, δεν ξέρανε τι να κάνουνε για να γλυτώσουν τα Φιλιατρά και τους Φιλιατρινούς. Επήρε κάποιον που εγνώριζε τα γερμανικά και πήγε στο σπίτι του Γερμανού στρατηγού στη Τρίπολι. Σταθήκανε στο διάδρομο. Αλλά ακούσανε μέσα στο γραφείο του στρατηγού φωνές, κακό, βρισιές, αναστάτωση μεγάλη. Κάποια Ελληνίδα τον τράβηξε από το ράσο να φύγη, για να μην τους εκτελέσουν επί τόπου και αυτούς.

Βγαίνοντας τότε ο ιεροκήρυξ, ειδοποίησε όλα τα σπίτια των Φιλιατρινών στην Τρίπολι να προσευχηθούν τη νύκτα στον Άγιο Χαράλαμπο, τον πολιούχο των Φιλιατρών για να βάλη το χέρι του. Αυτός δε κλείστηκε στο δωμάτιό του και προσευχότανε με πόνο. Το ίδιο κάνανε στα Φιλιατρά οι κάτοικοι, που κάτι μυριστήκανε και αυτοί.

Ο Άγιος άκουσε την προσευχή τους και έκανε το θαύμα. Ο Άγιος παρουσιάζεται την νύκτα στον Κοντάου που κοιμότανε. Παρουσιάστηκε σαν γέροντας σοβαρός, μεγαλοπρεπής, ιεροπρεπής, ιεροφορεμένος και με κατάλευκη γενειάδα. Ήτανε μια φυσιογνωμία, που δεν την είχε δη ποτέ στη ζωή του ο προτεστάντης ή μάλλον άπιστος Γερμανός. Ο σεβάσμιος γέροντας του είπε με γλυκύτητα:

—Άκουσε, παιδί μου, τη διαταγή που έλαβες να μην την εκτελέσης.

Το όνειρο ήταν ζωηρό και του έκανε εντύπωσι. Ξύπνησε και ξανακοιμήθηκε, αλλά με την απόφασι να εκτελέση την διαταγήν. Ξανά παρουσιάζεται ο Άγιος στον ύπνο του και του λέγει:

—Αυτό που σου είπα να κάμης. Την διαταγή να μη την εκτελέσης. Μη φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω να μην τιιμωρηθής.

Ξαναξύπνησε και στο μυαλό του στριφογύριζαν τα λόγια που του είπε. Αλλά ήταν αδύνατο να μην εκτελέση την διαταγή, διότι θα εκτελούσαν αυτόν οι Γερμανοί. Ξανακοιμήθηκε. Ξαναπαρουσιάζεται και εκ τρίτου ο σεβάσμιος γέροντας και του λέγει:

—Σου είπα να μην φοβηθής. Εγώ θα φροντίσω και δεν θα τιμωρηθής. Θα σε φυλάξω δε εσένα και όλους τους άνδρας σου και θα γυρίσετε πίσω στα σπίτια σας, χωρίς να πάθη κανένας τίποτε.

Στην αρχή θέλησε να αρνηθή την εντολή του Αγίου Χαραλάμπους, και να παραστήση τον γίγαντα. Αλλά παρ’ όλη την αθεΐα του, λύγισε, διότι εν συνεχεία τη νύχτα εκείνη, ο Γερμανός αξιωματικός, όπως έλεγε ο ίδιος, άκουσε στον ύπνο του φωνές και κλάμματα, σαν προέρχωνται από τυραννισμένους ανθρώπους κάπου εκεί δίπλα στην αυλή του. Ύστερα πλησίαζαν ζωντανές μορφές, που έμοιαζαν σαν γυναίκες, γυναίκες πολλές, που κτυπούσαν κεφάλια και στήθια από αφόρητη δυστυχία και πόνο. Θρηνούσαν, αγανακτούσαν και καταριόντουσαν από πόνο για την σφαγή των παιδιών τους και των εγγονών τους, που επρόκειτο να γίνη. Όλες αυτές οι φωνές γίνανε υστέρα σύννεφο και ανέβαιναν προς τα ύψη του Ουρανού, χωρίς να πέφτη τίποτε στη γη.

Και ακόμη έβλεπε στον ύπνο του ο Γερμανός αξιωματικός κάτι σκοτεινόμακρα σύννεφα, που έβγαιναν από το δωμάτιό του και ανέβαιναν και σκίαζαν τον ήλιον, ο οποίος κρυβότανε από τα σύννεφα αυτά σαν να ήτανε άνθρωπος και σκοτείνιαζε τα πρόσωπα των στρατιωτών του. Άλλοι από τους Γερμανούς τρόμαζαν και άλλοι ζητούσαν βοήθειαν, κάμνοντας τον Σταυρό τους. Και όλοι τους τρέχανε να κρυφτούνε πίσω από τους κορμούς των ελαιών.

Από τον τρόμο του ξύπνησε. Πήγε να μιλήση, αλλά δεν μπορούσε, παρά κρατούσε ανοιχτό το στόμα του και κοίταζε την εικόνα του ονείρου του. Κοίταζε το γέρο εκείνο, που τον είδε μέσα στο όνειρό του τρεις φορές και ο οποίος είχε μορφή Αγίου της Ορθοδοξίας. Όταν συνήλθε από τους εφιάλτες, άρχισε να σκέφτεται το κακό, που επρόκειτο να γίνη: Να σκοτώνωνται άνθρωποι και σαν τα σκυλιά να μένουν άθαφτοι. Να καίγωνται σπίτια σε ένα λεπτό, που απαιτούσαν αιώνες για να κτισθούν!

Οι σκέψεις αυτές τον αναστάτωσαν. Αλλά πάλιν έλεγε:

—Εγώ είπα να κάψω την πόλιν. Και θα την κάψω.

Τότε έκλεισε τα μάτια του. Και ο γέρος, ο Άγιος Χαράλαμπος, εμφανίσθηκε ξανά μπροστά του απειλητικός και επίμονος. Με φωνή δε δυνατή και επιτακτική του είπε:

—Πρόσεξε! Η πόλις δεν θα καή και οι κάτοικοι δεν θα συλληφθούν. Είναι αθώοι. Το ακούς;

Σηκώθηκε τότε ο Γερμανός, στερέωσε τα γόνατά του, που τρέμανε και πήρε το τηλέφωνο. Με τρεμάμενη φωνή τηλεφωνούσε στη Τρίπολι, στο Γερμανό Διοικητή της Πελοποννήσου. Και ο Διοικητής εκείνος άνοιγε το στόμα του, για να δώση συμβουλές αλλά πάλιν κόμπιαζε. Πήγαινε να αγριέψη, για να εκτελεστή η διαταγή του, αλλά δεν μπορούσε. Τί είχε συμβή; Και ο ίδιος αυτός το ίδιο βράδυ είχε δη στο όνειρό του τον Άγιο Χαράλαμπο όπως τον είδε και τον περιέγραψε στο τηλέφωνο και ο αξιωματικός του από τα Φιλιατρά. Τελικά αποφάσισε και είπε στον αξιωματικό των Φιλιατρών:

—«Γράψατε. Αναστέλλω την καταστροφήν της πόλεως. Έλθετε αμέσως ενώπιόν μου αύριον μεσημβρία».

Όταν ξημέρωσε ανακοινώθηκε η ανάκλησις της αποφάσεως των Γερμανών. «Το εσπέρας αυλισθήσεται κλαυθμός και εις το πρωί αγαλλίασις». Ξεχύθηκαν στο άκουσμα χαρούμενοι οι άνθρωποι στα καφενεία, στη πλατεία, στους δρόμους…

Μια ομάδα, τότε από Γερμανούς στρατιώτες και υπαξιωματικούς, έχοντες στη μέση τον αξιωματικό τους Κοντάου και δυο Ορθοδόξους ιερείς, περνούσαν από τους δρόμους και πηγαίνανε από τη μια Εκκλησία στην άλλη. Αρχίσανε από τον Άη Γιάννη, από τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Αθανάσιο και τελικά κατευθυνόνταν προς την Παναγιά.

Ο αξιωματικός έψαχνε να βρη την Εικόνα του Αγίου, που είδε στον ύπνο του. Όταν του ανοίξα­νε την πόρτα του Ναού της Παναγίας, ανεγνώρισε μέσα στις εικόνες τον Άγιο Χαράλαμπο, που είδε στον ύπνο του και τον πρόσταζε. Η φωνή του κόπηκε. Ντράπηκε για τον εγωισμό του. Σκέπασε με τα χέρια του το πρόσωπό του. Σε λίγο τα κατέβασε. Έκαμε, αυτός ο Προτεστάντης και άθεος, τον Σταυρό του. Είπε μερικές προσευχές στη γλώσσα του, τις οποίες οι ιερείς δεν μπορέσανε να τις ερμηνεύσουν.

Ρώτησε εν συνεχεία τους Ιερείς να του πούνε ποιος ήτανε ο γέροντας της εικόνος. Του διηγηθήκανε, ότι αυτός είναι ο Άγιος Χαράλαμπος που υπέστη πολλά μαρτύρια για το Χριστό. Του είπα­νε έπειτα για τα θαύματα που έκανε, και κάμνει και άλλα πολλά.

Η χαρά των Φιλιατρινών και η ευγνωμοσύνη τους στον Άγιο δεν περιγραφότανε. Δοξάζανε το Θεό και ευχαριστούσανε τον Άγιο Χαράλαμπο για το θαύμα του.

Όπως δε του είπε του Φρουράρχου, ο Άγιος, αυτός και όλοι οι άνδρες της φρουράς εκείνης επέστρεψαν, όταν τελείωσε ο πόλεμος, στη Γερμανία και στα σπίτια τους, χωρίς να πάθη κανείς τους τίποτε.

Διετήρησε δε ο Γερμανός ζωηροτάτην την μνήμην του θαύματος κι’ ευγνωμονούσε τον Άγιο. Ήθελε να επιστρέψη από την Γερμανία για να τον προσκυνήση. Πράγματι, έπειτα από δύο χρόνια, ξεκίνησε με την γυναίκα του και ήλθανε από την Γερμανία στα Φιλιατρά. Δεν πρόλαβε όμως την γιορτή του Αγίου, διότι έφτασε μια μέρα αργότερα, στις 11 Φεβρουαρίου.

Όταν όμως τον είδανε οι Φιλιατρινοί, χαρήκανε χαρά μεγάλη και ξαναγιορτάσανε. Ψάλλα­νε δοξολογία και του κάνανε υποδοχές, γιορτές, τραπέζια και χαρές. Μέχρι σήμερα πολλές φορές ο Γερμανός αυτός με την γυναίκα του, τα παιδιά του και με άλλους πατριώτες του πήγαινε στις 10 Φεβρουαρίου στα Φιλιατρά και προσευχηθήκανε με πίστι στον Άγιο. Στην καρδιά του άνθισε η Ορθοδοξία.

 

Στην Πολυκλινική των Αθηνών

Το άλλο θαύμα έγινε εις τον Κων/τίνον Λιβαδάν, υπάλληλον του Ελεγκτικού Συνεδρίου, όταν ήτανε νέος. Ιδού πώς το περιγράφει:

«Τον Ιανουάριο του 1931 ενοσηλευόμην στην Πολυκλινικήν Αθηνών με απόστημα εις το ήπαρ. Επί τεσσάρας εβδομάδας με εβασάνιζε ο πυρετός. Είχαν νυχθημερόν 38-40 βαθμούς και πόνους φοβερούς. Απεφασίσθη να γίνη εγχείρισις.

Ήταν παραμονή του Αγίου Χαραλάμπους 9 Φεβρουαρίου του 1931. Το εσπέρας και ενώ ευρισκόμην ένεκα του μεγάλου πυρετού εις λήθαργον και εξαντλητικήν κατάστασιν, βλέπω να εισέρχεται ένας ιερωμένος μεγαλοπρεπής με μακρυά γενειάδα. Επλησίασε εμένα και όχι τον απέναντί μου ασθενή, που χαροπάλευε από περιτονίτιδα. Μου εθώπευσε το κεφάλι και μου είπε: «Μη φο­βάσαι… Αύριο θα είσαι τελείως καλά. Είσαι καλό παιδί».

Ερώτησα, όταν έφυγε, την ευρισκομένην κοντά μου και τελούσαν χρέη νοσοκόμου Μοναχήν Ευανθίαν, ποιος ήτο ο Κληρικός, που ήλθε;

—Δεν είδα κανένα Κληρικό, είπε εκείνη.

Της εξιστόρησα κατόπιν το συμβάν. Σταυροκοπήθηκε και μου είπε:

—Αύριον είναι του Αγίου Χαραλάμπους, θα είσαι καλά.

Έπεσα κατόπιν εις βαθύτατον ύπνον. Ο πυρετός από την ώραν εκείνην άρχισε να κατεβαίνη. Το πρωί ήμην απύρετος, τελείως καλά και χωρίς πόνους στο ήπαρ. Το πρωί με εξήτασαν ο χειρούργος καθηγητής Ν. Αλιβιζάτος και ο αδελφός του Ανδρέας, παθολόγος, να κανονίσουν τα της εγχειρίσεώς μου. Ερευνούσαν και αναζητούσαν δια της ψηλαφίσεως το απόστημα, αλλά δεν το εύρισκον, ούτε την σκλήρυνσιν και την διόγκωσιν (οκτώ δακτύλων) του ήπατος. Το ήπαρ ήτο φυσιολογικόν!

Η Μοναχή εξιστόρησε εις τους Καθηγητάς το νυκτερινό συμβάν. Μου δείξανε και την Εικόνα του Αγίου Χαραλάμπους, την οποίαν ανεγνώρισα. Ήταν ο ίδιος που είχα ιδή. Οι καθηγηταί κατάπληκτοι ανεφώνησαν:

—Ψηλά τα χέρια. Κάτω τα μαχαίρια. Απόψε έγινε θαύμα του Αγίου Χαραλάμπους στην Πολυκλινική!

Αργότερα και μετά παρέλευσιν ετών έμαθα, ότι ο Άγιος Χαράλαμπος είναι ιατρός των λοιμωδών νόσων, όπως ήταν και η ιδική μου».

Κ. ΛΕΙΒΑΔΑΣ

 

Ο Άγιος Χαράλαμπος στη ζωή του λαού

Ο Άγιος Χαράλαμπος σε πολλά μέρη της Ελλάδος τιμάται, διότι είναι προστάτης από τας λοιμώδους νόσους και ιδίως από την πανούκλα. Γι’ αυτό και ο Άγιος απεικονίζεται πατώντας την πανώλη, η οποία παρουσιάζεται, σαν ένα τερατόμορφο γύναιο που ξερνάει καπνούς από το στόμα. Γι’ αυτό του έδωσε ο Θεός την χάριν αυτήν.

Ήτανε μεγάλη η υπηρεσία, που προσέφερε ο Άγιος στους γεωργούς τότε που δεν υπήρχαν κτηνίατροι, τα δε βόδια ήτανε αναγκαιότατα στην οικογένεια.

Παλαιότερα οι ζευγολάτες, την παραμονή της γιορτής του Αγίου ανάβανε στα σπίτια τους κοντά στο τζάκι μια μεγάλη λαμπάδα από καθαρό κηρί εις μνήμην του Αγίου και καιγότανε όλη την νύχτα. Το δε πρωί πηγαίνανε πρόσφορο στην Εκκλησία για να λειτουργηθή. Και όλα αυτά για να φυ­λάξη ο Άγιος Χαράλαμπος τα βόδια του γερά καθ’ όλη τη χρονιά.

Είναι προστάτης και όλων των ζώων. Γι’ αυτό στη Κρήτη οι τσοπάνηδες, όταν τα ζωντανά τους δεν πάνε καλά, τον παρακαλούνε να τα θεραπεύση.

Στην Πρέβεζα ο Άγιος Χαράλαμπος είναι πολιούχος. Στην Εικόνα του κρεμάνε πλήθος αφιερωμάτων. Από τα αφιερώματα χαρακτηριστικό είναι ένα πουκαμισάκι που κατασκευάζεται από πανί. Αυτό γίνεται σε μια μέρα!. Γι’ αυτό λέγεται και μονομερίτικο…

Αυτό συμβαίνει ως εξής: Κάποια νύχτα συγκεντρώνονται σ’ ένα σπίτι μερικές γυναίκες, όπου γνέθουν και υφαίνουν βαμβάκι. Μ’ αυτό το ύφασμα, που γίνεται σε μια μέρα φτιάχνουν το πουκαμισάκι.

Το αφιέρωμα αυτό ξεκινάει από ένα γεγονός που αναφέρεται στην θαυματουργή δράσι του Αγίου. Κάποτε τον Άγιο Χαράλαμπο τον επεσκέφθησαν χωρικοί που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι’ έτρεξαν κοντά του γιατί η πανώλης τους θέριζε καθημερινώς. Από ευγνωμοσύνη δε διότι ο Άγιος στάθηκε προστάτης τους, του έκαναν δώρο ένα πουκάμισο που γνέθηκε και πλέχθηκε από βαμβάκι και ράφτηκε μέσα σε μια μέρα…

 

 

“ΒΙΟΙ ΑΓΙΩΝ”
Ο ΑΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
Αρχιμ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Δ. ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΤΥΠΟΥ

 




Ρίξε το βλέμμα σου προς τον ουρανό κι αναλογίσου με Ποιόν συνομιλείς….

image

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Επειδή, λοιπόν, είναι μεγαλύτερο το κέρδος και μεγαλύτερη η ευκολία σ’ εκείνους που πλησιάζουν τον Θεό, ας μην περιφρονούμε την προσευχή.

Γιατί τότε θα συμφιλιωθείς και θα συνομιλήσεις καλύτερα μ’ Αυτόν, τότε σου δίνει ευκολότερα εκείνο που ζητάς, όταν εσύ ο ίδιος τον παρακαλείς, όταν η καρδιά σου είναι καθαρή, όταν οι λογισμοί σου συνοδεύονται από σωφροσύνη, όταν δεν Τον παρακαλείς με αδιαφορία…
πράγμα που κάνουν πολλοί, και η μεν γλώσσα τους λέει τα λόγια της προσευχής, ενώ η ψυχή περιφέρεται σε πολλά μέρη του σπιτιού, της αγοράς, των δρόμων!

Αυτή είναι η όλη δολιότητα που επινόησε ο διάβολος. Επειδή δηλαδή γνωρίζει ότι κατά την ώρα εκείνη της προσευχής μπορούμε να επιτύχουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, θέλοντας να μας φράξει το λιμάνι της προσευχής, εξεγείρεται κατά την ώρα εκείνη, απομακρύνει τη σκέψη μας απ’ τα λόγια της προσευχής, ώστε να φύγουμε ζημιωμένοι μάλλον, παρά κερδισμένοι».

Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, όταν προσέρχεσαι στο Θεό, σκέψου σε ποιόν προσέρχεσαι, και σου είναι αρκετό για σωφροσύνη το αξιόπιστο Εκείνου που πρόκειται να σου δώσει τη χάρη.

Ρίξε το βλέμμα σου προς τον ουρανό κι αναλογίσου με ποιόν συνομιλείς. Γιατί, εάν κάποιος συνομιλώντας με κάποιον άνθρωπο που έχει ανεβεί λίγο τις ανθρώπινες τιμές, κι αν ακόμη είναι ο πιο αδιάφορος απ’ όλους, οπωσδήποτε τότε συγκεντρώνει τον εαυτό του και κάνει πιο προσεκτική την ψυχή του, πολύ περισσότερο αν σκεφθούμε εμείς, ότι συνομιλούμε με τον Κύριο των αγγέλων, θα μας γίνει αυτό σπουδαία αφορμή για να γίνουμε προσεκτικοί.

Αν όμως χρειάζεται ν’ αναφέρω και κάποια άλλη μέθοδο, με την οποία θα μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε την αδιαφορία αυτή, θα μπορούσα να πω, ότι, πολλές φορές, αφού κάναμε την προσευχή μας, φύγαμε χωρίς ν’ ακούσουμε τίποτε από εκείνα που είπαμε! Αν λοιπόν σκεφτούμε αυτό, αμέσως θ’ αποκτήσουμε και πάλι την προθυμία γι’ αυτήν. Και αν πάλι πάθουμε το ίδιο, ας επαναλάβουμε αυτή για τρίτη και τέταρτη φορά, και να μη σταματήσουμε προηγουμένως την προσευχή μας, μέχρι που να την πούμε ολόκληρη με σκέψη και καρδιά γεμάτη από σωφροσύνη.

Αν αντιληφθεί ο διάβολος, ότι δεν απομακρυνόμαστε από την προσευχή μας, μέχρι που να την πούμε με προθυμία και με καρδιά και σκέψη γεμάτη από σωφροσύνη, θ’ απομακρυνθεί ο πανούργος, γνωρίζοντας ότι δεν θα κερδίσει τίποτα απ’ την επιβουλή του αυτή, παρά το να μας αναγκάζει να επαναλαμβάνουμε την ίδια προσευχή.

Πολλά τραύματα, αγαπητοί, καθημερινά δεχόμαστε απ’ τούς δικούς μας και τους ξένους στην αγορά, στο σπίτι, από τα δημόσια πράγματα, από τα ιδιωτικά, απ’ τους γείτονες, από τους φίλους. Σ’ όλα εκείνα τα τραύματα ας βάλουμε φάρμακα κατά την ώρα της προσευχής. Γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη, εάν προσέλθουμε σ’ Αυτόν με σκέψη γεμάτη από σωφροσύνη, με ψυχή κυριευμένη απ’ τη φλόγα του πόθου μας γι’ Αυτόν, και με θερμή συνείδηση και Του ζητήσουμε συγγνώμη, να μας δώσει τη συγχώρηση για όλα τα αμαρτήματά μας …».

Πηγή κειμένου : Αγια Μετέωρα




Ο γάμος είναι δώρο του Θεού

γάμος4

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Γιατί περιεργάζεσαι ξένα κάλλη; Γιατί περιεργάζεσαι ερωτικά πρόσωπο που δεν είναι δικό σου; Γιατί οδηγείσαι προς το γκρεμό; Γιατί βάζεις τον εαυτό σου μέσα σε δίχτυα αιχμαλωσίας;

Απόλαυσε τ’ αγαθά του γάμου και ότι σου προσφέρει η νόμιμη και ευλογημένη σχέση, και ασφαλίσου από την αμαρτία της ξένης απόλαυσης.

Όπου υπάρχει συζυγική αγάπη, υπάρχει ένα από τα’ αξιομακάριστα πράγματα στη ζωή του ανθρώπου. Όταν υπάρχει αυτή η αγάπη, συνυπάρχει κάθε πλούτος, κάθε ευτυχία. Όπως επίσης, όταν αυτή δεν υπάρχει, τίποτε δεν ωφελούν όλα τα άλλα, αλλά όλα ανατρέπονται και είναι γεμάτα από αηδία και σύγχυση.

Όταν κανείς πληγωθεί από τον πόθο της αγάπης δε βλέπει καμιά από τις δυσκολίες, αλλά εκείνα που είναι γεμάτα κινδύνους και πολλές ταλαιπωρίες, όλα τα υποφέρει εύκολα επειδή αποβλέπει μόνο σε ένα, δηλαδή να ικανοποιήσει τον πόθο του.

Η μεν γυναίκες να δείχνουν τόση φιλοστοργία και αγάπη προς τον άντρα τους, ώστε να μην προτιμούν τίποτε άλλο περισσότερο από αυτόν, εκτός από τη σωτηρία του.

Οι δε άντρες να έχουν τόσο μεγάλη αγάπη προς τη γυναίκα τους, ώστε να κάνουν τα πάντα σαν να έχουν οι δυο τους μία ψυχή και να είναι ένα σώμα.

Δόθηκε βέβαια και με σκοπό την τεκνοποιία ο γάμος, πολύ περισσότερο όμως δόθηκε για να σβήσει τη φλόγα της ερωτικής επιθυμίας, που είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση. Και μάρτυρας είναι ο απόστολος Παύλος που λέγει: «για τις σαρκικές σας ανάγκες ας έχει ο καθένας τη γυναίκα του», ενώ δεν είπε ας έχει τη γυναίκα του για την τεκνοποιία! Και συνεχίζει να παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος: «Και πάλι να έχετε συζυγικές σχέσεις», όχι για να αποκτήσετε πολλά παιδιά, αλλά γιατί; « Για να μη σας πειράζει και σας παρακινεί σε εξωσυζυγικές σχέσεις ο σατανάς».

Στην αρχή λοιπόν , όπως είπα, είχε αυτούς του δύο σκοπούς ο γάμος, την τεκνοποιία και την ικανοποίηση της σαρκικής επιθυμίας, ύστερα όμως , όταν γέμισε από ανθρώπους και η γη και η θάλασσα και ολόκληρη η οικουμένη, απομένει ένας μόνο σκοπός, η εξουδετέρωση της ακολασίας και της ασελγείας, μέσα σ’ ένα χώρο όπου υπάρχει αγιότητα και σεμνότητα.

Πολλοί είναι αυτοί που επιβουλεύονται τον αληθινά τίμιο γάμο, και ο απόστολος Παύλος τους αποστρέφεται, επειδή αντιμάχονται την υγιαίνουσα διδασκαλία της Εκκλησίας για το γάμο, όπου κατοικεί ο Νυμφίος Χριστός.

Έχεις γυναίκα, έχεις παιδιά, έχεις οικογένεια, μπορεί άλλη ηδονή να εξισωθεί με αυτή; Γιατί πες μου, υπάρχει τίποτε γλυκύτερο από τα παιδιά; Υπάρχει τίποτε γλυκύτερο από τη γυναίκα , για εκείνον που θέλει να ζει μέσα στην αγάπη;

Δεν υπάρχει τίποτε, τίποτε πολυτιμότερο από το ν’ αγαπιέται πολύ ο άντρας από τη γυναίκα του και η γυναίκα από τον άντρα της.

Μην κατηγορείς το γάμο, ούτε να νομίζεις ότι είναι εμπόδιο στο δρόμο που οδηγεί στην αρετή, το να έχεις γυναίκα, να ανατρέφεις παιδιά, να διευθύνεις οικογένεια και να ασκείς επάγγελμα.

Αν μερικοί εμποδίστηκαν από το γάμο και δεν τηρούν το νόμο του Θεού, ας προσέξουν και θα δουν ότι δεν είναι εμπόδιο ο γάμος, αλλά η προαίρεσή τους, που μεταχειρίστηκαν κακώς το γάμο. Γιατί ούτε το κρασί προκαλεί τη μέθη, αλλά η κακή προαίρεση και η χρήση του πέρα από το μέτρο.

Χρησιμοποίησε το γάμο σύμφωνα με το μέτρο και θα είσαι πρώτος στη Βασιλεία των Ουρανών.

Δεν είναι η περιουσία που φέρνει τον πλούτο στους συζύγους, αλλά η μεταξύ τους αγάπη.

Ο γάμος είναι δώρο του Θεού στον άνθρωπο, η ρίζα της υπάρξεώς μας.

Δεν εμποδίζω το γάμο ούτε εμποδίζω να διασκεδάζετε, αλλά θέλω αυτά να γίνονται με σεμνότητα και να μη συνοδεύονται από αμαρτωλές και βρώμικες πράξεις.

Αυτό είναι πραγματική οικογενειακή ζωή, αυτό είναι ο αληθινός πλούτος, αυτή η μεγαλύτερη περιουσία, όταν δηλαδή, ο άντρας δεν συγκρούεται με τη γυναίκα του, αλλά είναι ενωμένοι σαν ένα σώμα.

 

Πηγή: imverias.blogspot.gr




ΚΑΤΑΝΥΚΤΙΚΟΝ ΤΡΙΩΔΙΟΝ

cf84cf81ceb9cf8eceb4ceb9cebf-1

http://www.agiazoni.gr/audio/PentikostariaidiomelaTriodiouFortomas.mp3

Πεντηκοστάρια Ιδιόμελα Τριωδίου

Δόξα… Ἦχος πλ. δ\’

Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοὶ πύλας Ζωοδότα, ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεύμά μου, πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου, ναὸν φέρον τοῦ σώματος, ὅλον ἐσπιλωμένον, ἀλλ\’ ὡς οἰκτίρμων κάθαρον, εὐσπλάγχνω σου ἐλέει.

Καὶ νύν… Θεοτοκίοv. Ἦχος ὁ αὐτὸς

Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοὶ τρίβους, Θεοτόκε, αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα, τὴν ψυχὴν ἁμαρτίαις, ὡς ῥαθύμως τὸν βίον μου, ὅλον ἐκδαπανήσας, ταὶς σαὶς πρεσβείαις ῥύσαί με, πάσης ἀκαθαρσίας.

Στίχ. Ἐλέησόν με ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἐλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου, ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημα μου.

Ἦχος πλ. β\’

Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοὶ δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας, τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς κρίσεως, ἀλλὰ θαρρῶν εἰς τὸ ἔλεος τῆς εὐσπλαγχνίας σου, ὡς ὁ Δαυὶδ βοῶ σοί. Ἐλέησόν με ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα σου ἔλεος.

Μητροπολίτου Μεσογαίας & Λαυρεωτικῆς Νικολάου

Κυριακὴ Τελώνου καὶ Φαρισαίου. Ἡ πρώτη Κυριακὴ ποὺ προσδιορίζει τὴν ἔναρξη τῆς κατ᾿ ἐξοχὴν κατανυκτικῆς καὶ ἰδιαίτερα εὐλογημένης αὐτῆς περιόδου τοῦ ἔτους, τοῦ Τριωδίου. Ἡ περίοδος αὐτή ἔχει γιὰ ἐντελῶς τεχνικοὺς λόγους πάρει τὸ ὄνομα Τριώδιο, διότι οἱ κανόνες ποὺ διαβάζονται στὴν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου, ἔχουν τρεῖς ὠδές. Ἔχει ὅμως καὶ ἄλλα ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, μορφολογικά καὶ κυρίως πνευματικά, ἕνα ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι τὰ τρία κατανυκτικὰ τροπάρια, τὰ ὁποῖα ψάλουμε ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ὄρθρου.

Τὸ πρῶτο ἀρχίζει ὡς ἐξῆς: «Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας, Ζωοδότα»• τὸ δεύτερο: «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε» καὶ τὸ τρίτο: «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν, ἐννοῶν ὁ τάλας». Τὰ τρία αὐτὰ κατανυκτικὰ τροπάρια δανείζονται εἰκόνες, λέξεις, ἐκφράσεις καὶ θεματολογία ἀπὸ τὶς τρεῖς εὐαγγελικὲς περικοπὲς τῶν πρώτων Κυριακῶν τοῦ Τριωδίου ἀντιστοίχως, γιὰ νὰ μᾶς περιγράψουν τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς προσωπικῆς μετανοίας μας.

Τὸ πρῶτο ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καὶ Φαρισαίου, στὸ ὁποῖο ἀναφέρεται ὅτι «ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι», ὁ ἕνας φαρισαῖος καὶ ὁ ἄλλος τελώνης (Λουκ. ιη΄ 10). Αὐτὴ ἡ πορεία πρὸς τὸν ναὸ διαφαίνεται μέσα ἀπὸ τὶς λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ ὁ ὑμνογράφος: «ὀρθρίζει γὰρ τὸ πνεῦμά μου πρὸς ναὸν τὸν ἅγιόν σου».

Τὸ δεύτερο τροπάριο βασίζεται στὸ ιε΄ κεφάλαιο τοῦ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγελίου τὸ ὁποῖο περιγράφει τὴν παραστατικότατη καὶ πνευματικότατη παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, καθὼς λέγει: «Τῆς σωτηρίας εὔθυνόν μοι τρίβους, Θεοτόκε, αἰσχραῖς γὰρ κατερρύπωσα τὴν ζωὴν ἁμαρτίαις ὡς ραθύμως τὸν βίον μου ὅλον ἐκδαπανήσας».

Καὶ τέλος, τὸ τρίτο τροπάριο ἐμπνέεται κι αὐτὸ ἀπὸ τὴν τρίτη κατὰ σειρὰν Κυριακή, τὴν Κυριακὴ τῆς Κρίσεως: «Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν ἐννοῶν ὁ τάλας τρέμω τὴν φοβερὰν ἡμέραν τῆς Κρίσεως».

Αὐτὲς οἱ τρεῖς Κυριακές δανείζουν τὴ θεματολογία τους στὸν ὑμνογράφο γιὰ νὰ προξενήσει μέσα στὴν ψυχὴ τοῦ καθενός μας αὐτὸ τὸ ἅγιο φιλότιμο τῆς μετανοίας, δηλαδὴ τῆς ἀναγνώρισης τῆς ἁμαρτίας μέσα μας καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀλλάξει ἡ ζωή μας καὶ νὰ μεταμορφωθεῖ. Αὐτὴ ἡ ἀλλαγὴ ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ τὴν μετοχή μας στὸ αἰώνιο Πάσχα.

«Τῆς μετανοίας ἄνοιξόν μοι πύλας», ἄνοιξέ μου τὶς πύλες τῆς μετανοίας. Εἶναι πολλὲς οἱ πύλες, πολλὲς οἱ πόρτες ποὺ περνάει κανεὶς μέσα στὸ στάδιο τῆς μετανοίας. Τί μεγάλη σημασία ποὺ δὲν ἔχει αὐτό! Τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν δὲν ἔχει μόνο μία πύλη, ἀλλὰ πολλές. Τέτοιες θύρες, περάσματα, εἶναι οἱ ἀφορμὲς ποὺ μᾶς δίνει ὁ Θεὸς στὴ ζωή μας γιὰ νὰ ἔλθουμε «εἰς ἑαυτόν», νὰ συνέλθουμε, νὰ ἀντικρύσουμε τὴν ἀλήθεια μας, νὰ περάσουμε στὴν κατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς αὐτογνωσίας καὶ κατανύξεως, στὴν κατάσταση τῆς μετανοίας. Μπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα χαρούμενο γεγονὸς ποὺ νὰ μᾶς συγκλονίσει τόσο ποὺ νὰ μὴν τὸ ἀντέξουμε καὶ νὰ προχωρήσουμε στὴ μετάνοια. Μπορεῖ ἀσφαλῶς νὰ εἶναι ἕνα τραυματικό, λυπηρὸ γεγονὸς ποὺ νὰ ἀναδιατάξει τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο καὶ νὰ φωτίσει τὸ προσωπικὸ σκοτάδι μας. Μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ γνωριμία μὲ κάποιον ἄνθρωπο, ἢ καὶ μιὰ ἀπρόσμενη ἐντελῶς ξαφνικὴ σκέψη. Ξέρει ὁ Θεὸς νὰ δίνει ἀφορμές, καὶ γι᾿ αὐτὸ πολλὲς εἶναι αὐτὲς οἱ πύλες ἀπὸ τὶς ὁποῖες κανεὶς περνᾶ διὰ τῆς μετανοίας στὸν χῶρο τοῦ Θεοῦ.

«Τῆς σωτηρίας εὔθυνον μοι τρίβους», νὰ μοῦ εὐθύνεις, νὰ μοῦ κάνεις εὔκολους, εὐθεῖς, σαφεῖς καὶ ξεκάθαρους τοὺς δρόμους τῆς σωτηρίας. Ὑπάρχουν ἐπίσης πολλοὶ καὶ ποικίλοι δρόμοι ποὺ ὁδηγοῦν στὴ σωτηρία. Τί μεγάλη εὐλογία νὰ μὴν εἶναι ἕνας ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας! Νὰ μὴν εἴμαστε ὑποχρεωμένοι ὅλοι νὰ στραγγαλίσουμε τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν προσωπικὴ ίδιομορφία μας καὶ νὰ τὰ προσαρμόσουμε ὑποχρεωτικὰ καὶ καταναγκαστικὰ σὲ ἕνα συγκεκριμένο καλούπι σωτηρίας. Ἀλλὰ εἶναι πολλοὶ οἱ δρόμοι καὶ αὐτὸ ἔχει μεγάλη σημασία. Αὐτοὶ οἱ πληθυντικοί, «πύλας», «τρίβους», δηλώνουν τὴν πολλαπλότητα καὶ τὴν ποικιλότητα τῶν ἐπιλογῶν, οἱ ὁποῖες εἶναι καὶ ἀνάλογες στὰ μέτρα τοῦ καθενός. Συχνὰ νομίζουμε ὅτι ὁ δρόμος τῆς σωτηρίας πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἐντελῶς ἀταίριαστος μὲ τὴ δική μας προσωπικὴ ζωή. Μπορεῖ ὁ δικός μας δρόμος νὰ μὴν ταιριάζει πρὸς τοὺς δρόμους ποὺ χαράσσει ἡ κοινωνία, ἀλλὰ ὅμως εἶναι ὁ κατ᾿ ἐξοχὴν πιὸ ταιριαστὸς ὡς πρὸς τὶς ἀνάγκες τῆς ψυχῆς μας.  Ἐκεῖ καταξιώνεται ἡ ψυχή• ὅταν βρεῖ τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας της.

«Τὰ πλήθη τῶν πεπραγμένων μοι δεινῶν ἐννοῶν ὁ τάλας». Αὐτὸ εἶναι τὸ τρίτο τροπάριο. Ὅλοι εἴμαστε τελῶνες, ὅλοι ζοῦμε μὲ τὸ βάρος τῆς ἐσπιλωμένης ψυχῆς καὶ τοῦ ρυπωμένου βίου, τῆς λερωμένης καὶ λεκιασμένης ζωῆς μας ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, τὶς ἀδυναμίες, τὰ πάθη, τὶς κακότητες τῆς φύσεώς μας. Αὐτὸ ποὺ ἔχουμε ἀνάγκη ὅλοι μας, – καὶ οἱ μικροὶ καὶ οἱ μεγάλοι, καὶ αὐτοὶ ποὺ νομίζουν πὼς ἔχουν μετανοήσει, καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὸ κλῖμα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ζοῦν ἴσως βυθισμένοι στὴν ἁμαρτία- εἶναι τὸ νὰ ἔλθουμε «εἰς ἑαυτὸν» (Λουκ ιε΄ 17). Νὰ παύσουμε νὰ περιφερόμαστε στὶς δικαιολογίες τῶν γεγονότων, νὰ ψάχνουμε ἄλλους ἐνόχους στὴ ζωή μας, ὅτι κάποιοι ἄλλοι δῆθεν φταῖνε, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτό, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουμε, νὰ ἐπαναλαμβάνουμε τὸ φοβερὸ ἁμάρτημα τῆς Εὔας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πόρτα μας• τὸ νὰ μπορέσουμε νὰ βγάλουμε ἀπὸ τὸν ὁρίζοντα τῆς ὑπευθυνότητος τῆς καταστάσεώς μας τὰ γεγονότα, τὶς συγκυρίες, τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ νὰ στραφοῦμε μὲ συντριβὴ καὶ ταπείνωση στὸν ἑαυτό μας, νὰ ἀναλάβουμε ἐν μετανοίᾳ τὴν εὐθύνη τῆς ἁμαρτίας μας.

Αὐτὸ ποὺ στὴν Ἐκκλησία προσδοκοῦμε εἶναι τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μετανοίας, γιὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸν δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ νὰ φθάσουμε στὸν οἶκο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ καθένας μας μπορεῖ νὰ ἔχει τὸν δικό του τρόπο, τὴ δική του ἀφορμή, τὸ δικό του γεγονός, τὴ δική του σύνθεση τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ περιβάλλοντος, γιὰ νὰ περάσει μέσα ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μετανοίας, δηλαδὴ τῆς ἐπιστροφῆς στὸν ἑαυτό του, καὶ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας ποὺ καταλήγει στὴ μεγάλη εὐλογία τῆς συναντήσεως μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου.

Νὰ δώσει ὁ Θεός, καθὼς εἰσερχόμαστε σ᾿ αὐτὴν τὴν εὐλογημένη περίοδο τοῦ Τριωδίου, ὁ καθένας μας μὲ τελωνικὸ φρόνημα, ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο μποροῦμε, νὰ καλλιεργήσουμε κάτι ἀπὸ τὴν ἐσωτερικὴ κίνηση τῆς ψυχῆς μας. Δὲν ἀρκοῦν μόνο τὰ ἐξωτερικά, ἀλλὰ ἂς βυθιστοῦμε μέσα στὴν καρδιά μας καὶ τότε θὰ ἀντικρύσουμε ἕναν ἄλλον κόσμο, τὸν κόσμο ποὺ χρειάζεται μετάνοια γιὰ νὰ τὸν ζήσουμε. Κι ἂν ζήσουμε τὴν μετάνοια μέσα στὴν καρδιά μας, θὰ κατοπτριστεῖ, ὄχι τὸ εἴδωλο τὸ δικό μας, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ἀλήθεια καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Τότε θὰ μπορέσουμε κι ἐμεῖς στὸ τέλος τοῦ Τριωδίου, ὕστερα ἀπὸ δέκα ἑβδομάδες, καθὼς ἡ Ἐκκλησία μας θὰ γιορτάζει καὶ θὰ τιμᾶ τὸ μεγάλο γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὄχι μόνον νὰ ψάλλουμε τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη» μὲ τὰ χείλη μας πανηγυρικά, ἀλλὰ νὰ ἀπαγγέλλουμε καὶ τὸ «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», μὲ τὴν καρδιά μας ἐμπειρικά. Ἀμήν.

Πηγή κειμένου : Ιερά Μητρόπολις Μεσογαίας και Λαυρεωτικής




Οι τρεις Ιεράρχες και η Ελληνική φιλοσοφία

3-Ιεράρχες

(π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου Αθηνών

[…] Είναι, βέβαια, αδύνατο να κατανοηθεί με πληρότητα και ακρίβεια η στάση αυτή των Τριών Ιεραρχών απέναντι στην αρχαία σοφία, αν δεν ληφθεί υπόψη η ουσία του Χριστιανισμού στην αυθεντική του έκφραση και βίωση, ως ποιμαντικής θεραπευτικής της ανθρώπινης ύπαρξης, με μοναδικό στόχο την θέωση του ανθρώπου και τον αγιασμό του κόσμου και των ανθρωπίνων. Μέσα στην σωτηριολογική προοπτική του ο Χριστιανισμός των Αγίων (αυτή είναι η Ορθοδοξία) είναι πολύ διαφορετικός από τον θρησκειοποιημένο Χριστιανισμό του ευσεβιστικού ηθικισμού, αλλά και τον -κατά κανόνα- εκκοσμικευμένο Χριστιανισμό της διανόησης, ακόμη και της χριστιανικής.

Οι Τρεις Ιεράρχες είναι άγιοι, θεούμενοι, και ως άγιοι σκέπτονται και ενεργούν. Αυθεντική φιλοσοφία γι’ αυτούς είναι εκείνη που οδηγεί στην «ζήτηση της αληθείας», όπως συνόψισε άλλωστε την ουσία της ελληνικής φιλοσοφίας, στην θετική του αξιολόγηση γι’ αυτήν, Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (ί215). Η ελληνική φιλοσοφία, ως όλο, αναπτύσσει αυτή τη στάση, αλλά το περιεχόμενό της, πάλιν ως ολότητα, δεν είναι δυνατόν να βρει αστασίαστα χριστιανική κατάφαση, ως καρπός του πτωτικού ανθρώπου, έστω και αν είναι γέννημα της λυτρωτικής του αγωνίας για εύρεση της οντολογικής αλήθειας. Η σύγχυση των ερευνητών στο σημείο αυτό έγκειται στο γεγονός ότι δεν κατανοείται σαφώς η διάκριση των Τριών Ιεραρχών και των Αγίων της πίστεως μας μεταξύ ελληνικότητας, που γίνεται δεκτή ως παιδευτικό αγαθό -και αυτό εκλεκτικά- και ελληνικής μεταφυσικής σκέψης, που απορρίπτεται, διότι βρίσκεται σε σαφή αντίθεση προς την χριστιανική Θεολογία και την ποιμαντική τους.

Οι Τρεις Ιεράρχες, όπως όλοι οι Πατέρες και Διδάσκαλοι του εκκλησιαστικού σώματος, συγκλίνουν σε μιαν ενιαία στάση απέναντι στην αρχαία σοφία. Την αποτιμούν θετικά ως ένα σημείο, όταν την προσεγγίζουν «αυτοτελώς», ως ιστορικό μέγεθος, που ενσαρκώνει τη λυτρωτική αναζήτηση του ελληνικού πνεύματος. Πουθενά όμως δεν φθάνουν σε σημείο οι Πατέρες μας να αποδώσουν σωτηριολογικό χαρακτήρα στην θύραθεν σοφία. Αντίθετα είναι απέναντι της απορριπτικοί, όταν οι δύο σοφίες προσεγγίζονται συγκριτικά. Στην περίπτωση αυτή η θύραθεν σοφία κρίνεται ως αδύναμη να συμβάλει στην χαρισματική μεταμόρφωση και πνευματική αλλοίωση του εν Χριστώ ανθρώπου. Άλλωστε το ανθρωπολογικό πρότυπο της πατερικής χριστιανικότητας δεν είναι ο «καλός καγαθός» άν­θρωπος, αλλά ο κατά χάρη θεός, ο Άγιος. Εξάλλου, από το έργο τους προκύπτει ότι και η χρήση τη φιλοσοφικής μεθόδου στη θεολόγηση συνιστά ουσιαστικό κίνδυνο, εφόσον η Θεολογία των Αγίων (ως περιεχόμενο και όχι ως διατύπωση) δεν είναι υπόθεση διανοητική, αλλά φωτισμού του Αγίου Πνεύματος. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι κοσμολογικές αρχές των Ελλήνων φιλοσόφων (αιωνιότητα και ανακύκληση του κόσμου, δημιουργία εξ αναγκαιότητος κ.λπ.), ως και οι ανθρωπολογικές (στα θέματα λ.χ. της ελευθερίας και αθανασίας του ανθρώπου και κυρίως στην έννοια του προσώπου) έμειναν τελείως ξένες σ’ αυτό που ονομάζεται χριστιανική Ορθοδοξία. Στην θεολόγησή τους οι Άγιοι δεν είναι ούτε πλατωνικοί, ούτε αριστοτελικοί, ούτε νεο­πλατωνικοί, αλλά συνεχίζουν την προφητική και καινοδιαθηκική παράδοση. Γι’ αυτό ταυτίζονται με τον Απόστολο Παύλο και την στάση του απέναντι στην «σοφίαν του κόσμου τούτου».

Ο Θεός των φιλοσόφων και της φιλοσοφίας ουδεμία έχει σχέση με τον Θεό των Αγίων μας. Στην διαδικασία της πνευματικής προόδου, που οδηγεί στην «θέα του Θεού», η σοφία του κόσμου τούτου αποδεικνύεται περιττή. Άλλωστε, χριστιανικά η σωτηρία δεν είναι υπόθεση μόνο των σοφών και εγγραμμάτων, αλλά κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα από την παιδεία και τις γνώσεις του. Δεν είναι, συνεπώς, περίεργο, ότι στην πίστη μας Μέγας ονομάζεται ο πανεπιστήμονας Βασίλειος, αλλά και ο τελείως απαίδευτος, κατά κόσμο, Αντώνιος, κάτοχος όμως εξίσου με τον Μέγα Βασίλειο της θείας σοφίας.

Οι Πατέρες, που απέκτησαν σχολική παιδεία, γνωρίζουν την ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά δεν θέλουν να είναι φιλόσοφοι, ούτε υποδουλώνονται στην φιλοσοφία, όπως οι αιρετικοί, συμφύροντας την Θεολογία τους με τις διάφορες φιλοσοφικές θεωρίες. Οι Πατέρες, ως Άγιοι, εντάσσονται ολόκληροι στο σώμα του Χριστού, «βαπτίζοντας» σ’ αυτό όλη την ύπαρξή τους, επιτυγχάνοντας δηλαδή, τον θάνατο και την εν Χριστώ ανάστασή τους. Οι Πατέρες μένουν ανεπηρέαστοι από τη φιλοσοφία, ακόμη και όταν, λόγω της παιδείας τους, χρησιμοποιούν γλώσσα φιλοσοφική στην θεολογία τους, που και αυτή «βαπτίζεται» στην θεία αποκάλυψη και ανανοηματοδοτείται. Αυτό αποσαφηνίζει ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, συνεχιστής της ταυτότητας και παράδοσης των Τριών Ιεραρχών. «Καν τις των Πατέρων τα αυτά τοις έξω φθέγγηται, αλλά έπη των ρημάτων μόνον, επί δε των νοημάτων πολύ το μεταξύ. Νουν γαρ ούτοι, κατά Παύλον, έχουσι Χριστού, εκείνοι δε, ει μη τι και χείρον, εξ ανθρωπίνης διανοίας φθέγγονται».

Η στάση, λοιπόν, των Τριών Ιεραρχών έναντι της φιλοσοφίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί εχθρική ή πολύ περισσότερο ανθελληνική. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, σε στιγμές συναισθηματικής έξαρσης θα ομολογήσει, τί τον συνδέει, ως Χριστιανό Έλληνα, με την ‘Ελλάδα:

«Ελλάς εμή, νεότης φίλη, και όσσα πέπασμαι,

και δέμας, ως Χριστώ είξατε προφρονέως»!

Δηλαδή, «Ελλάδα μου και νιότη αγαπητή, κι όλα όσα απέκτησα και σώμα. Πόσο πρόθυμα δοθήκατε στον Χριστό! Η “Ελλάδα, που δέχεται και τιμά ο Γρηγόριος,  είναι η Ελλάδα, που μαζί με όλα τα συστατικά της υπάρξεώς του, αυτοπροσφέρθηκαν στον Χριστό, ως ενσαρκη Πα­ναλήθεια. Αυτό ισχύει και για τους άλλους Πατέρες.

Στη σύζευξη Ελληνισμού και Χριστιανισμού οι άγιοι Πατέρες δίνουν την προτεραιότητα στην Ορθοδοξία με όλο το λυτρωτικό περιεχόμενό της, ώστε να αποφεύγεται κάθε νόθη συζυγία, όπως είναι η αίρεση. Η Ορθοδοξία διά των αγίων Πατέρων προσέλαβε τον Ελληνισμό χωρίς να υποδουλωθεί στο πρόσλημμα, αφελληνίζοντας μόνο τα στοιχεία εκείνα, που ήταν ανάγκη να αφελληνισθούν και να απομυθευθούν, ως μη προσλήψιμα. Έξω από την Ορθοδοξία έμεινε ο παγανιστικός (νόθος) ελληνισμός, ως πτώση-αμαρτία. Ο ελληνισμός, ως παιδεία, δεν απορρίπτεται. Αποκρούεται μόνον η εκφιλοσόφηση της πίστεως και απολυτοποίηση της ανθρώπινης γνώσεως, διακηρύσσεται δε, η αδυναμία της ανθρώπινης γνώσεως να οδηγήσει στην θεογνωσία, ως σωτηρία.

Ο Χριστιανισμός των Πατέρων έδωσε οριστική απάντηση στη λυτρωτική ζήτηση του Ελληνισμού, ανανοηματοδοτώντας την ιστορική πορεία του και καταξιώνοντάς τον σε ιστορική του σάρκα. Κατά τον πατερικότατο π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ, «ο Ελληνισμός… διαμελίσθηκε από την μάχαιρα του Πνεύματος, πολώθηκε και διαιρέθηκε κι ένας “χριστιανικός ελληνισμός” δημιουργήθηκε». Ο ελληνισμός «ολοκληρώθηκε μέσα στην Εκκλησία» και με τη νέα ταυτότητά του ως Ελληνορθοδοξία -ή καλύτερα Ορθοδοξία- δοξάσθηκε και μεγαλούργησε στην κατοπινή του πορεία, ως αιώνια κατηγορία της χριστιανικής υπάρξεως.[…]

(Πηγή: π. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού, «Στα μονοπάτια της Ρωμηοσύνης», εκδ. Αρμός (απόσπασμα από το άρθρο: Η εορτή των τριών Ιεραρχών και η “σύνθεση” Ορθοδοξίας και Ελληνικότητας, σ. 315-321.)

 




Ποιός είναι ανώτερος από τους Τρείς Ιεράρχες;

Η αιτία για την οποία έγινε ή εορτή αυτή των Τριών Ιεραρχών, είναι η έξης: Κατά τους χρόνους της βασιλείας του Αλεξίου του Κομνηνού, ο οποίος έγινε βασιλιάς μετά τον Βοτανειάτη, γύρω στο 1100 από την Γέννηση του Χριστού, τον καιρό, λέω, εκείνο, προέκυψε στην Κωνσταντινούπολη διαφορά και φιλονικία ανάμεσα στους λόγιους και ενάρετους άνδρες.

Δηλαδή, άλλοι από αυτούς έλεγαν ανώτερο τον Μέγα Βασίλειο, επειδή με τους λόγους του ερεύνησε την φύση των όντων, με τις αρετές του όμως έμοιαζε και συναγωνιζόταν τους Αγγέλους. Διότι δεν συγχωρούσε εύκολα, όσους αμαρτάνουν, αλλά ήταν σοβαρός στο ήθος και δεν είχε μέσα του κανένα γήινο. Κατώτερο όμως από τον Βασίλειο έλεγαν τον θείο Χρυσόστομο. Επειδή εκείνος, κατά κάποιον τρόπο, ήταν αντίθετος με τον Βασίλειο και εύκολα συγχωρούσε τους αμαρτάνοντες, και το ήθος του ήταν ελκυστικό στην μετάνοια. Άλλοι πάλι αντίθετα ύψωναν τον θείο Χρυσόστομο και τον έλεγαν ανώτερο από τον Βασίλειο και τον Γρηγόριο, διότι χρησιμοποιεί διδασκαλίες συγκαταβατικότερες και οδηγεί όλους με το σαφές και εύκολο της φράσεώς του, και ελκύει τους αμαρτωλούς σε μετάνοια. Και επειδή υπερβαίνει τους προηγούμενους δύο Πατέρες με το πολύ πλήθος των μελιρρύτων του συγγραμμάτων και με το ύψος και πλάτος των νοημάτων. Άλλοι πάλι, προσκείμενοι στα συγγράμματα του Θεολόγου Γρηγορίου, τον θεωρούσαν ανώτερο από τον Βασίλειο και τον Χρυσόστομο, διότι αυτός με το κομψό και χαριτωμένο της φράσεώς του και με το υψηλό και δυσνόητο των λόγων του και με το ανθηρό των λέξεων ξεπέρασε όλους τους σοφούς, τόσο τους παλαιούς και περιβόητους στην εξωτερική και ελληνική σοφία, όσο και τους νεώτερους και δικούς μας εκκλησιαστικούς. Έτσι από την παρόμοια διαφορά και φιλονικία διαιρέθηκαν σε τρία μέρη τα πλήθη των Χριστιανών και άλλοι λέγονταν Ιωαννίτες, άλλοι Βασιλείτες και άλλοι Γρηγορίτες.

Επειδή λοιπόν έτσι ήταν διαιρεμένοι οι Χριστιανοί και έτσι φιλονικούσαν οι λόγιοι άνδρες, για τον λόγο αυτόν εμφανίσθηκαν σε όνειρο οι τρεις αυτοί Ιεράρχες και Διδάσκαλοι, πρώτα ο καθ’ ένας χωριστά και έπειτα και οι τρεις ενωμένοι μαζί, στον τότε Ιωάννη, τον Επίσκοπο της πόλεως Ευχαΐτων, (η οποία και Ευτικατία λέγεται και απλά Εφλεέμ, η οποία βρίσκεται στην Γαλατία, και υπάγεται στον Μητροπολίτη Γαγγρών). Ήταν λοιπόν ο Ιωάννης αυτός άνδρας λόγιος και έμπειρος της ελληνικής παιδείας, όπως το μαρτυρούν τα συγγράμματα, που έχει εκπονήσει, και επί πλέον ήταν και άνθρωπος που είχε φθάσει στην κορυφή της αρετής Σ’ αυτόν, λέω, εμφανίσθηκαν και με ένα στόμα του λένε και οι τρεις

«Εμείς ένα είμαστε κοντά στον Θεό, καθώς βλέπεις, και καμμία αντίθεση ή διαμάχη δεν έχουμε, αλλά στους διαφόρους καιρούς, που ζήσαμε, έτσι ο καθ’ ένας από εμάς από την χάρη του θείου κινούμενος Πνεύματος, διαφορετικές διδασκαλίες συνέγραψε. Και εκείνα που διδαχθήκαμε από το Άγιο Πνεύμα, αυτά και εκδώσαμε για την σωτηρία των ανθρώπων. Και πρώτος ανάμεσα σε εμάς δεν υπάρχει, ούτε δεύτερος, αλλά εάν πεις τον ένα, αμέσως και οι άλλοι δύο ακολουθούν. Γι’ αυτό να διατάξεις αυτούς που φιλονικούν, να μη χωρίζονται εξ αιτίας μας. Διότι εμείς, όσο μπορούσαμε φροντίζαμε, τόσο όταν ήμασταν ζωντανοί, όσο και τώρα που βρισκόμαστε στους ουρανούς το να ειρηνεύουμε και να οδηγούμε τον κόσμο στη γνώση και στην ομόνοια και όχι να τον χωρίζουμε. Αλλά και σε μία ημέρα ένωσε και τους τρεις εμάς και να συνθέσεις και τα τροπάρια και τα άσματα της εορτής μας, όπως αρμόζει στη δική σου σύνεση, και κατόπιν να αναφέρεις στους Χριστιανούς, ότι ένα είμαστε κοντά στον Θεό. Βέβαια και εμείς μαζί θα συνεργήσουμε για τη σωτηρία εκείνων, που εκτελούν την κοινή μνήμη μας Επειδή και εμείς φαινόμαστε, ότι έχουμε κάποια παρρησία και δύναμη κοντά στον Θεό».

Αφού είπαν αυτά οι Άγιοι, φάνηκαν ότι ανέβηκαν πάλι στους ουρανούς λάμποντας από φως υπέροχο και ονομάζοντας ο ένας τον άλλον με το όνομά του.

Αφού λοιπόν σηκώθηκε από τον ύπνο ο ιερός Ιωάννης έκανε όπως τον διέταξαν οι θείοι Ιεράρχες. Και το μεν πλήθος του λαού το καθησύχασε και εκείνους που φιλονικούσαν τους ειρήνευσε (διότι ήταν περιβόητος στην αρετή ο άνθρωπος, γι’ αυτό και ο λόγος του είχε δύναμη και πειθώ). Και παρέδωσε στην Εκκλησία του Θεού να επιτελεί αυτή την εορτή.

Και βλέπε, ω αναγνώστα, τη σύνεση και διάκριση αυτού του αγίου ανθρώπου. Επειδή βρήκε αυτόν τον Ιανουάριο μήνα, που είχε και τους τρεις αυτούς Ιεράρχες να εορτάζονται, τον Μέγα Βασίλειο κατά την πρώτη, τον Θεολόγο Γρηγορώ κατά την εικοστή πέμπτη και τον θείο Χρυσόστομο, κατά την εικοστή εβδόμη, για τον λόγο αυτόν τους ένωσε πάλι κατά την τριακοστή του ιδίου μηνός. Και τόσο στόλισε την Ακολουθία τους με κανόνες και τροπάρια και με λόγο εγκωμιαστικό, όπως έπρεπε σε τέτοιους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, ο χαριτώνυμος αυτός Ιωάννης ώστε φαίνονται, ότι αυτά συντέθηκαν τα άσματα της ακολουθίας αυτής κατά την νεύση και τον φωτισμό, όπως νομίζω, των τριών Αγίων Ιεραρχών. Διότι δεν έχουν απολύτως καμμία έλλειψη από τα επιχειρήματα εκείνα, που αποβλέπουν στον έπαινο των Αγίων. Έτσι τα τροπάρια αυτά είναι ανώτερα από όσα άλλα τροπάρια έγιναν μέχρι τώρα και από όσα στο μέλλον πρόκειται να γίνουν.

Ήταν δε κατά την στάση του σώματος και την μορφή του προσώπου ως εξής οι τρεις Ιεράρχες, μολονότι αναφερθήκαμε γι’ αυτό και στην ξεχωριστή εορτή του καθενός. Ο θειος Χρυσόστομος, ήταν κοντός στο ανάστημα του σώματος, είχε μεγάλη κεφαλή, ήταν αδύνατος και πολύ λεπτόσαρκος, ήταν μακρομύτης και είχε πλατιά τα ρουθούνια, ήταν κίτρινος μαζί και άσπρος, είχε βαθουλωτούς τους οφθαλμούς και μεγάλους τους βολβούς Από αυτό συνέβαινε να λάμπει με πιο χαρούμενα βλέμματα, μολονότι ως προς τα άλλα μέλη του σώματος έδειχνε, ότι ήταν λυπηρός Είχε μεγάλο το μέτωπο και χωρίς τρίχες χαραγμένο με πολλές ρυτίδες Είχε αυτιά μεγάλα και το γένειο μικρό και ωραιότατο, στολισμένο με λίγες άσπρες τρίχες Από δε την νηστεία είχε τα σαγόνια στην άκρη βαθουλωμένα.

ag-ioannis-o-hrysostomos-37

Τόσο όμως είναι απαραίτητο να πούμε γι’ αυτόν τον Άγιο, ότι με τους λόγους και τη ρητορική του ευφράδεια φάνηκε ανώτερος από όλους τους σοφούς και ρήτορες των Ελλήνων. Ιδιαίτερα και κατ’ εξαίρεση με το πλάτος των νοημάτων και με το καθαρό και ζωντανό του λόγου. Μάλιστα τόσο πολύ σαφήνισε και εξήγησε την θεία Γραφή, όπως κανένας άλλος και με τις διδασκαλίες του αυτές τόσο πολύ βοήθησε και αύξησε το κήρυγμα του Ευαγγελίου, ώστε, αν ο Άγιος αυτός δεν υπήρχε, (μολονότι και είναι τολμηρό να το πει κανείς) έπρεπε πάλι να γίνει μία δευτέρα παρουσία του Χριστού στη γη. Τόσο μεγάλος έγινε ο χρυσορρήμων αυτός στην πρακτική και θεωρητική φιλοσοφία, σε σημείο που υπερέβαλε όλους μαζί τους ενάρετους, γενόμενος πηγή της αγάπης και ελεημοσύνης και όλος όντας πάραυτα φιλαδελφία και διδασκαλία. Αυτός λοιπόν, αφού έζησε χρόνους εξήντα τρείς και αφού ποίμανε την Εκκλησία του Χριστού, προς αυτόν εξεδήμησε.

timiaKaraAgiouIoannou

Ο Ιερός Χρυστόστομος συνέγραψε και ερμηνείες στις επιστολές του αποστόλου Παύλου, όπου ο ίδιος ο απόστολος Παύλος του υπαγόρευε στο αυτί τι να γράψει. Σε ένδειξη σημείου και θαύματος αυτού του γεγονότος, το αυτί του αγίου είναι μέχρι σήμερα άφθαρτο και βρίσκεται στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους.

deksiaAgiouIoannou

Το δεξί χέρι του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου με το οποίο τελούσε τη Θεία Λειτουργία και συνέγραφε τους θεόπνευστους λόγους του, παραμένει και εκείνο άφθορο σε σχήμα ευλογίας στη Ιερά Μονή Φιλόθεου Αγίου Ορους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ag_basileios_megas-cebc

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ως προς την στάση και το ανάστημα του σώματος πολύ υψηλός. Ήταν αδύνατος και ολιγόσαρκος, μαύρος μαζί και κίτρινος στο χρώμα, ήταν μακρομύτης, είχε τα φρύδια στρογγυλά, ενώ το δέρμα, που είναι επάνω από τα φρύδια, το είχε συμμαζεμένο, φαινόταν όμοιος με έναν που συλλογίζεται και προσέχει στον εαυτό του. Είχε το πρόσωπο ζαρωμένο με λίγες ζαρωματιές, είχε τα μάγουλα μακριά και τους μήνιγγες δασείς από τρίχες συνεστραμμένες και κυκλοειδείς. Εξωτερικά φαινόταν, ότι είχε λίγο κομμένες τις τρίχες. Το γένειο ήταν αρκετά μακρύ και οι τρίχες ήταν ανακατεμένες, δηλαδή μαύρες μαζί με άσπρες.

Αυτός ο Άγιος ξεπέρασε στην παιδεία των λόγων όχι μόνο τους σοφούς και λόγιους, που ήταν στην εποχή του, αλλά και αυτούς ακόμη τους παλαιούς. Διότι, αφού έφθασε σε κάθε είδος παιδείας, σε κάθε μία από αυτές το κράτος και την νίκη απόκτησε. Και όχι μόνο αυτά, αλλά άσκησε και την έμπρακτη φιλοσοφία και με την πράξη ανέβηκε στη θεωρία των όντων. Εξ αιτίας αυτών ανέβηκε και στον θρόνο της αρχιεροσύνης, όταν έγινε σαράντα ετών και, αφού ποίμανε τήν Εκκλησί¬α πέντε χρόνια, εξεδήμησε προς Κύριον.

 

AgiosGrigoriosTheologos02

Ο Θεολόγος πάλι Γρηγόριος ήταν μέτριος ως προς τη θέση και το ανάστημα του σώματος λίγο κίτρινος μαζί και χαρούμενος. Είχε μικρή και πλατειά τη μύτη, είχε τα φρύδια ίσια, έβλεπε ήμερα και καταδεκτικά, είχε το δεξιό μάτι μικρότερο από το αριστερό και φαινόταν ένα σημάδι πληγής στην άλλη άκρη του οφθαλμού του. Είχε το γένειο αρκετά πυκνό, όχι όμως και μακρύ. Ήταν φαλακρός και άσπρος στην κεφαλή, έδειχνε ότι τα άκρα του γενείου του ήταν σαν καπνισμένα. Αξίζει να πούμε για τον Θεολόγο αυτόν, ότι, αν κάποιος έπρεπε να γίνει ένας στύλος έμψυχος και ζωντανός, αποτελούμενος από όλες τις αρετές, αυτός ήταν ο Μέγας αυτός Γρηγόριος. Διότι, αφού νίκησε με τη λαμπρότητα της ζωής του, εκείνους που διακρίνονταν κατά την πράξη, σε τέτοια κορυφή της θεωρίας ανέβηκε, ώστε όλοι νικιόνταν από τη σοφία που είχε, τόσο στους λόγους, όσο και στα δόγματα. Γι’ αυτό απόκτησε κατ’ εξαίρετο τρόπο και το να επονομάζεται Θεολόγος.

Ποίμανε και την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δώδεκα χρόνους, ζώντας επάνω στη γη γενικά ογδόντα χρόνια.

(Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Συναξαριστής, τ. Γ, έκδ. Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ι. Καλύβη «Άγιος Σπυρίδων Α΄» Νέα Σκήτη Άγιον Όρος σ. 200-205).




Η πορεία της Θείας Χάριτος στη ζωή του Χριστιανού.

50

Ομιλία π. Στέφανου Αναγνωστόπουλου στην Κυριακή ΙΖ΄ Ματθαίου

Αποστολικό Ανάγνωσμα
«καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός» από το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Στο σημερινό ανάγνωσμα αδελφοί μου συνιστά ο Απόστολος Παύλος να μην έχουν οι χριστιανοί της Κορίνθου καμιά σχέση με τους απίστους και τους ειδωλολάτρες της εποχής των. Και η εντολή δίδεται με τις φράσεις: «Μὴ γίνεσθε ἑτεροζυγοῦντες ἀπίστοις», δηλαδή μη μπαίνετε στο ζυγό, κάτω από το ζυγό των απίστων. Διότι αυτός ο ζυγός είναι ζυγός αμαρτίας.
Υπάρχει όμως κι άλλος ζυγός – είναι ο ζυγός του Χριστού, του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Υπάρχει λοιπόν ο ζυγός της αμαρτίας, ο ζυγός της κακίας, της πονηρίας και γενικά των ακαθάρτων παθών που μας προσφέρει η απιστία, η αθεΐα, ο υλισμός και αυτός ο πόλεμος εναντίον της Εκκλησίας. Αλλά ο Κύριος διακηρύσσει όμως ότι «ὁ γὰρ ζυγός μου χρηστὸς καὶ τὸ φορτίον μου ἐλαφρόν ἐστιν». Ο ίδιος το βεβαιώνει. Ενώ ο ζυγός της αμαρτίας, σε άλλη περίπτωση μας λέγει ότι είναι κόλασις και θάνατος.
Συγκρίνοντας λοιπόν τους δύο αυτούς ζυγούς – αν προσέξατε το αποστολικόν ανάγνωσμα που δεν χρειάζεται την ερμηνεία του έτσι όπως την απαγγέλουν σήμερα, αφού εμείς ως ιεροκήρυκες του λόγου του Θεού ασχολούμεθα μ’ αυτή, σας λέμε λοιπόν ότι ρωτάει ο Απόστολος Παύλος: «Ποιά συνάφεια και σχέση αδελφική μπορεί να έχει η δικαιοσύνη με την παρανομία»; Καμιά.
Ποιά επικοινωνία και συνύπαρξις μπορεί να υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους;. Ανάμεσα δηλαδή στο φως και στο σκοτάδι; Ή με το μέρος της δικαιοσύνης θα’σαι ή με το μέρος της παρανομίας. Μέσος δρόμος δεν υπάρχει.
Ή μέσα στο φως βαδίζεις ή μέσα στο σκοτάδι. Ή λοιπόν θα ζεις στο φως και θα το απολαμβάνεις ή θα ζεις μέσα στο σκοτάδι με τα μάτια της ψυχής σου τυφλά, με το νου σου σκοτισμένον και με μαυρισμένους λογισμούς και σκέψεις. «Μπορεί ν’ αγαπήσει ο διάβολος τον Θεόν»;, συνεχίζει τις ερωτήσεις του ο Απόστολος Παύλος, «μπορεί να συνεννοηθεί μαζί Του»;. Ασφαλώς όχι.
Τι σχέση μπορεί να υπάρχει μεταξύ Θεού και διαβόλου;
Γι’ αυτό τι κοινό μπορεί να έχει ο πιστός αγωνιζόμενος σημερινός χριστιανός μ’ έναν βλάσφημο και μ’ έναν άπιστο; Τι κοινό μπορεί να έχει ο αγνός, ο καθαρός, ο αμόλυντος με τον ακάθαρτο και τον βρωμιάρη; Τι κοινό μπορεί να έχει ο φιλαλήθης με τον ψεύτη; Και ο τίμιος με τον συκοφάντη και τον κλέφτη;
Τους χωρίζει λοιπόν τους μεν από τους δε, γέφυρα αγεφύρωτος, εκτός αν υπάρξει μετάνοια και βάπτισμα. Γι’ αυτό λοιπόν τονίζει η Εκκλησία μας και ο λόγος του Θεού, ότι η μόνη γέφυρα είναι η πίστις στο Χριστό μέσα από τα τέσσερα σωστικά μυστήρια της Εκκλησίας: Βάπτισμα, Χρίσμα, Θεία Κοινωνία και Ιερά Εξομολόγηση, με την παράλληλη τήρηση των ευαγγελικών εντολών και την αντίστοιχη καλλιέργεια των Θείων αρετών.
Γι’ αυτό και καταλήγει και πάλι ο Απόστολος Παύλος ρωτώντας: «Μπορεί να συνυπάρξει ναός του Θεού με ναόν των ειδώλων, με ναόν του διαβόλου;» Ασφαλώς όχι. Άλλο λατρεία του Θεού, άλλο ουράνια νοερά προσευχή, άλλο άκτιστο και ειρηνόδωρο Τριαδικό φως που είναι εντελώς αντίθετο από το δαιμονικό σκοτάδι του διαβόλου, που είναι αντίθετο με τη σατανολατρεία, τη μαγεία και το νεοπαγανισμό των ημερών μας.
Σεις οι χριστιανοί, λέγει ο Απόστολος Παύλος, είστε ναός του ζώντος Θεού, του αληθινού Τριαδικού  Θεού. Δεν είστε ναός αμαρτωλών, ειδωλολατρικών θεών. Δεν είστε ναός γεμάτος πάθη, δεν είστε ναός των πονηρών δαιμόνων. Δεν είστε ναός πάσης ακαθαρσίας, αλλά είστε ναός του ζώντος και μόνου αληθινού Θεού. Και για όλους τους χριστιανούς που πιστεύουν στον Τριαδικό Θεό, στην Εκκλησία, στα μυστήρια, αλλά και που βιώνουν την ύπαρξή τους ως ναόν του ενός Τριαδικού Θεού, βεβαιώνει ο Χριστός, ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Κύριος λέγοντας ότι «Εγώ και ο Πατήρ και το Άγιον Πνεύμα προς αυτούς ελευσόμεθα και μονήν (δηλαδή κατοικία) παρ’αυτοίς ποιήσομεν».
Όταν ο κάθε χριστιανός από μας – κι ο λαϊκός κι ο κληρικός – και σεις και εγώ (δεν εξαιρώ τον εαυτό μου) καθαριστεί από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος (όπως τελείωσε το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα) και από κάθε πάθος ψεκτόν και από κάθε ακαθαρσία πνευματική, αναγεννάται, φωτίζεται, αγιάζεται. Δικαιώνεται δια της μετανοίας και της λυτρωτικής σταυρικής θυσίας του Κυρίου πάνω στον Γολγοθά.
Επανακτά την υιοθεσία, και τότε έρχεται το βίωμα της ενοικήσεως της Αγίας Τριάδος μέσα στην καρδιά του ήδη κεκαθαρισμένου, φωτισμένου, τεταπεινωμένου χριστιανού. Κι ο ίδιος ο Κύριος ενπεριπατεί – τι θα πει ενπεριπατεί;
Περπατά την Θεία Χάρη μέσα του που τον πλουτίζει με τους ανασασμούς του Αγίου Πνεύματος, που τον χαριτώνει με θεϊκές εμπνεύσεις, που τον λαμπρύνει με φως άκτιστον και εράσμιον και ειρηνόδωρον, που τον εισάγει νοερά στη χώρα των αγγέλων, στη χώρα του Παραδείσου, στη χώρα της Βασιλείας των Ουρανών, που του αποκαλύπτει τα κεκρυμμένα τα μυστήρια της Αγίας Γραφής και του λόγου του Θεού (που δεν μελετάμε δυστυχώς) και του χαρίζει δόξα και τιμή. Αυτή είναι η αποκαλυπτική ερμηνεία των λόγων του σημερινού αποστολικού αναγνώσματος «ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός».
Αισθάνεσαι και ζεις μέσα σου την παρουσία του Αγίου Θεού για ν’αποκτήσει η καρδιά σου παρρησία στο Θρόνο Του. Μην παρασύρεστε λοιπόν από τα απατηλά και ψευδώς λεγόμενα των τηλεοράσεων των ημερών μας, συμπαρασύροντας την αδυναμία των χριστιανών. Και προπαντός μην  κατακρίνετε και μην ιεροκατηγορείτε. Μεγάλο το κρίμα στο λαιμό κάθε χριστιανού που ιεροκατηγορεί.
Η αλήθεια βρίσκεται εδώ, εδώ στην Εκκλησία, στην Εκκλησία του Χριστού, η αλήθεια βρίσκεται στη Θεία Λατρεία, στο Σώμα και στο Αίμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού που δίδεται εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον κι όχι στο διάβολο, κι όχι στα σκάνδαλα. Ο αληθινός χριστιανός δεν σκανδαλίζεται ποτέ!
Αν σκανδαλίζεται, τότε είναι νερόβραστος και χλιαρός. Δεν έχει μέσα του τίποτα. Σεις κι εγώ τον Χριστό ν’ αγκαλιάζουμε, στα πόδια Του να μαθητεύσουμε, στην Αγία Του Εκκλησία με τα μυστήριά της, να φωτισθούμε, να λυτρωθούμε, να θεωθούμε, αν θέλετε. Τις Άγιες Γραφές και τους Πατέρες της Εκκλησίας να μελετάμε κάθε μέρα. Να προσευχόμεθα ανελλιπώς, να πολεμούμε τα πάθη μας, τις αδυναμίες μας και προπαντός τις ιδιοτροπίες μας.
Να τηρούμε τις εντολές κάνοντας απόλυτη υπακοή στο θέλημα του Αγίου Θεού, αφού ο ίδιος το ζητάει μέσα από το λόγο Του όταν μας λέγει ότι πρέπει να υπακούουμε σε παν νόημα εις Αυτόν. Κάθε νόημα και κάθε λογισμός μέσα στις σκέψεις μας να ταυτίζεται με το θέλημα του Αγίου Θεού.
Να καλλιεργούμε την αγάπη κατόπιν, την αγάπη τη διπλή προς τον Θεόν και τον πλησίον, την μετάνοια, την ταπείνωση, την υπομονή (που δεν την έχουμε), και να δηλώνουμε με ζωντανή την πίστη, την πίστη μας προς τον Χριστόν μέχρι θανάτου.
Αν όλα αυτά γίνουν πράξις και βίωμα τότε αδελφοί μου θα δούμε και το φως του Θεού μέσα στις καρδιές μας. Τότε ο Θεός θα εμπεριπατήσει τη χάρη Του μέσα μας. Και για το χατήρι μας θα φυλάξει όχι μόνον την οικογένειά μας, όχι μόνον τα παιδιά μας, τα αδέλφια, τους γονείς και τους οικείους ακόμα και τους εχθρούς, αλλά θα φυλάξει και αυτό το έθνος μας που τόσο πολύ ταλαιπωρείται.
Χριστιανοί μου όλα όσα σας είπα, είναι αλήθεια, πέρα για πέρα αλήθεια, η μόνη αλήθεια – η αλήθεια που σώζει. Η αλήθεια που χαρίζει την αιώνια ζωή. Αυτήν την αλήθεια, σας την εύχομαι εις όλους σας και σεις να την εύχεσθε σε μας τους κληρικούς.
Αμήν.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/02/blog-post_9136.html#ixzz4X6mQD5c7




Λόγος εις την Χαναναία

Xananaia

Λόγος του Οσίου Πατρός ημών Βασιλείου Επισκόπου Σελευκείας, εις την Χαναναίαν

Ιδού ότι υπήρξε και συμφορά η οποία έγινε αφορμή μεγάλης ευφροσύνης, και πένθος που προξένησε ευθυμία, και λύπη που έφερε υπερβολικήν χαρά. Επειδή όπου παρευρίσκεται ο Ιησούς, και ο θρήνος μεταβάλλεται σε ηδονήν, και ο κλαυθμός και οδυρμός μεταλλάσσεται σε ευφροσύνην. Το μαρτυρεί αυτό με τα λόγια της κραυγάζοντας η Χαναναία, την ιστορία της οποίας με θαυμασμόν η βίβλος των Ευαγγελίων την επιδεικνύει μέχρι τώρα, και διατηρεί την κραυγή της γραμμένη σαν σε στήλη, ώστε ο επίβουλος χρόνος να μην παρασύρη την μνήμη” Επειδή ο καρπός της πίστεως είναι πιο δυνατός. «Και εξελθών εκείθεν ο Ιησούς», λέγει, «ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Ο Θεός παρευρίσκεται παντού, και κανένας τόπος δεν ετόλμησε να τον περιορίση. Και επειδή είναι κατά φύσιν αόρατος, επιβεβαιώνει την παρουσία του σ’ εκείνους που τον έβλεπαν, προβάλλοντας τον ναό που ενεδύθη προς χάριν μας. Ήλθε στα μέρη της Τύρου και της Σιδώνος, στα παλαιά καταγώγια των δαιμόνων, στις περιοχές των ειδώλων, στις χώρες της ειδωλολατρίας, στο αντικείμενο της κατηγορίας των Προφητών.

Πρόσεξε παρακαλώ τον Ευαγγελιστήν πώς κομπάζει με την διήγηση, και αποκαλύπτει το νόημα της μεταβάσεως του Κυρίου: «Και εξελθών εκείθεν, ήλθεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Από πού εκείθεν; Από εκεί όπου θαυματουργώντας εδέχετο συκοφαντίες, θεραπεύοντας ήκουεν ύβρεις, και ευεργετώντας αντιμετώπιζε την απιστία. «Και ιδού γυνή εκ των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγαζε  λέγουσα: Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με». Χαναναία το γυναικάριον, αλλά με την προαίρεσιν ηρνήθη το γένος της. Η πίστις ενίκησε την φύση. Κανείς, λέγει, πλέον ας μην κατηγορή τους Χαναναίους. Η γυναίκα αυτή έλυσε τα εγκλήματα των πατέρων της, γίνεται αρχή ευσεβείας, κραυγάζοντας στους ευσεβείς: «Υιέ Δαυίδ, ελέησον με». Πόσες μυριάδες Ιουδαίων εθεράπευσε ο Χριστός και αντί ευχαριστίας ήκουσε: «Ούτος πόθεν εστίν ουκ οίδαμεν». Ενώ μία άσημος γυναίκα Χαναναία και πριν την θεραπεία, με αναπτερωμένην πίστη έφθασε σε ύψος ευαγγελιστού. «Κύριε, υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται». Πένθος ελεεινόν και θέαμα για την μητέρα πιο πικρόν και από τον θάνατο. Δαιμόνιον πολεμοχαρές παλεύει με την κόρη, και ο εχθρός παραμένοντας αόρατος, παρατάσσεται κατά του παιδιού.

– Πώς να αναγγείλω το δεινόν, πώς να κηρύξω το πάθος; Δεν υποφέρω να την βλέπω.

Πηδά έξω από το σπίτι, περιφέρεται στην πόλιν εκτείνοντας τα χέρια στον αέρα, με βλέμμα απλανές και ακάλυπτα τα μαλλιά.

– Φωνάζει: Για καταγώγιον του δαίμονος το εγέννησα το παιδί μου;

Παραβλέπει την αισχύνην η συμφορά, και το πάθος αιχμαλώτισε την φυσικήν εντροπήν. Αφήνει κραυγές που προκαλούν τον φόβο. Τρέχει στον δρόμο, ελεεινώς σιωπά και ακόμη χειρότερα ομιλεί. Δεν έχει προθεσμίαν η τιμωρία, καταναλώνονται οι νύκτες στην αγρυπνία. Ευρίσκοντας δε τις ημέρες φοβερότερες από τις νύκτες, πηδά από την κλίνη και αρχίζει να διαλαλή την συμφορά:

– Ελέησον με, που μαστιγώνομαι από την θυγατέρα μου. Εκείνης το πάθημα, ιδικός μου ο πόνος, εκείνην διαπομπεύει το δαιμόνιον, η φύσις όμως δια μέσου εκείνης γίνεται όπλον εναντίον μου. Ο δαίμων εισήλθε στην θυγατέρα πολεμώντας την μητέρα, σ’ εμένα ρίπτει τα βέλη δια μέσου αυτής. Είθε να μη μου γεννούσε αυτήν την κυοφορίαν η φύσις! Να ετελείωνε η ζωή μου με τον τοκετό. Θα ήταν παρηγορία για τον θάνατον ο νόμος της φύσεως. Ελέησόν μας.

«Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Ω φιλάνθρωπος σιωπή με σχήμα απάνθρωπον! Ω σιωπή μεγαλόφωνος, που είναι κατήγορος των Ιουδαίων! Με αυτήν έλεγε ο Σωτήρ στους Ιουδαίους: Βλέπεις, Ιουδαίε, Χαναναίας ευγένεια; Βλέπεις από ρίζα διαβεβλημένην καρπόν επαινετόν; Δεν εδέχθη τον Μωυσή για νομοθέτη και ανεγνώρισε του Μωυσέως τον Δεσπότην. Δεν γνωρίζει Προφήτες και πιστεύει σ’ αυτόν που επροφητεύθη. Και σημεία δεν είδε, και τον απόγονο του Δαυίδ ομολόγησε. Τον Θεόν τον ηρνήθης έπειτα από τόσα θαύματα, και αυτή πριν ιδεί θαύμα τον επίστευσε. Αλλά κοίτα που κλαίει και εγώ την παραβλέπω προς χάριν σου. Αν και λυπούμαι το πένθος, όμως κρύβω το έλεος. Φωνάζει σαν εθνική, την στέλλω σ’ εσέ παίρνοντάς σου από πριν την πρόφαση της απιστίας. Δεν την απαλλάσσω από το πάθος, για να μη σου προκαλέσω φθόνο. Συγκρατώ την θεραπεία, για να μη σου δώσω λαβήν απιστίας, για να μη λέγω, κατηγορώντας σαν άπιστος: την Χαναναίαν ελεούσες; Γιατί εθεράπευες τους εχθρούς του Μωυσέως; Κοίτα που την αφήνω να κλαίη, και για να τιμήσω εσέ παραβλέπω μητέρα που τιμωρείται με τα παθήματα της κόρης!

«Υιέ Δαυίδ, ελέησόν με. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον». Η αναβολή της θεραπείας, δοκιμασία της πίστεως, χωνευτήριο της προαιρέσεως της γυναικός. Μάλλον η σιωπή του Κυρίου γίνεται έπαινος στην Χαναναία. Μέχρι την στιγμή που ο χορός των Αποστόλων, μη γνωρίζοντας την σοφία της Δεσποτικής σιωπής, και αδυνατώντας να υποφέρη την φωνή της πονεμένης μητέρας, γίνεται μεσίτης προς τον Σωτήρα, και πρεσβεύουν για την γυναίκα οι μαθηταί του Χριστού. Δέχονται αυτοί τις ικεσίες της, και παρακαλούν τον Κύριον: «Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών». Τι απαντά η ανέκφραστος φιλανθρωπία, η απόρρητος σοφία;». «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».

Βαρυτέρα από την σιωπήν η απόκρισις. Ανάλογος όμως με την πίστιν της Χαναναίας. Διότι αν δεν ήταν η πίστις της μεγάλη, θα κατηγορούσε τον Σωτήρα για απανθρωπίαν ή για αδυναμίαν, θα απεμακρύνετο και θα έλεγε: τι φοβερά απανθρωπία! Δεν με ελυπήθη που κλαίω, δεν ελέησε μητέρα που πληγώνεται με τα παθήματα της κόρης, δεν ελέησε το δράμα της φύσεως. Ικέτευα και με απεστρέφετο, εφώναζα και με απέφευγε. Και πρώτα μεν απέκρουσε τις φωνές μου με την σιωπήν. Ούτε όταν εφώναζα την ώρα που σιωπούσε τον συνεκίνησα, τότε που είχα καλές ελπίδες για την θεραπείαν, όταν το πάθημά μου ευρήκε συνηγόρους, όταν προσδοκούσα φιλάνθρωπο λόγον, όταν ονειροπολούσα πως μόλις ομιλήσει θα απαλλαγή η θυγατέρα μου. Με ανοικτό το στόμα ανέμενα φωνήν που θα φέρη την άνεση. Και τότε ομίλησε και διέλυσε τις ελπίδες μου. Φορτωμένη με λύπη φεύγω. Μου πρόσθεσε συμφορές με τις ύβρεις του. Κυνάριο με είπε μέσα σε τόσον κόσμο. Φαίνεται κι αυτός δικαιώνει τον δαίμονα. Φαίνεται της κόρης μου η συμφορά ενίκησε κι αυτού την δύναμη. Ίσως με τις ύβρεις έκρυψε την ομολογία της ήττας του. Ένα μόνον εκέρδισα από την ικεσία μου. Ηύξησα του δημίου της κόρης μου την αγανάκτησιν, άναψα τον θυμόν του με τα λόγια εκείνου, έκαμα αγριότερον τoν εχθρόν του παιδιού μου.

Αλλά δεν ολίσθησε σε παρομοίους λόγους, ούτε με τις ύβρεις η πίστις ατόνησε. Μεγάλη η πίστις της γυναικός, γι’ αυτό και εθησαυρίσθη στα Ευαγγέλια. «Ουκ έξεστιν βαλείν τoν άρτον των τέκνων τοις κυναρίοις». Αυτή δε προσπαθώντας να μεταπείση τoν Δεσπότην έλεγε: Ναι Κύριε, παίρνω την ύβρη σαν υπόσχεση θεραπείας. «Και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών». Μου εγγυάται την σωτηρίαν η προσφώνησις του ζώου αυτού. Ας γίνη το μέγεθος της ύβρεως μέτρον γι’ αυτό που θα μου δώσης. Κυνάριο με ονόμασες. Σαν κατοικίδιο θα απολαύσω την τράπεζα του Κυρίου μου. Έχει μερίδιον από τα ψίχουλα των τέκνων και το κυνάριο. Δεν αρπάζω τον άρτο, τα ψίχουλα ζητώ. Δεν πηδώ επάνω στην τράπεζα, αυτά μου φθάνουν. Δεν ομιλώ για απόλαυσιν. Ας απολαύση ο κληρονόμος σου εκείνο το τραπέζι, ας πέση όμως από το χέρι σου κάποιο ψίχουλο και για εμάς.

Ω πίστις! Ω σύνεσις! Ω ευλάβεια Χαναναίας! Τι κάνει λοιπόν ο Σωτήρ; Αποκαλύπτει τι έκρυβε η σιωπή: «Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»! Γι’ αυτό ανέβαλα την χάρη, για να δείξω την πίστη σου. Δεν σιωπούσα ως απάνθρωπος, αλλά ησύχαζα ως προγνώστης. Περίμενα να φανεί όλη σου η πίστις. Ήθελα να διδαχθούν οι παρόντες τι μαργαρίτης εκρύπτετο σε γυναίκα Χαναναία. Σου ανοίγω όλο το τραπέζι της θεραπείας, και σου χαρίζω όχι σαν σε κυνάριο τα ψίχουλα, αλλά ως θυγατέρα τον άρτον. Εσύ μεν ενίκησες με την πίστη τους Ιουδαίους, εγώ δε με την δωρεά το αίτημά σου. «Γενηθήτω σοι ως θέλεις». Γίνε συ ιατρός της κόρης σου, μέσα σου έχεις της θεραπείας το φάρμακο. Βάδιζε νικήτρια κατά των Ιουδαίων και του δαίμονος. Λάβε έπαθλο της πίστεως, την θεραπεία της φύσεως.

Ας αναζητήσωμε την πίστη, τον στέφανον της Εκκλησίας. Ας αγαπήσωμε την πίστη, την αστραπή της οποίας δεν υποφέρουν οι δαίμονες. Την πίστη, το κεφάλαιον των μαθητών του Χριστού. Ας ακούσωμε τον Παύλο που φωνάζει: «Στήκετε εν τη πίστει». «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε», ώστε να ακόυσωμε και εμείς τον Δεσπότη να μας λέγη: «Γεννηθήτω υμίν ως θέλετε». Αυτώ η δόξα και το κράτος εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.

(5ος αιών – Migne, P.G. τ. 85, στ. 245. Από το βιβλίο “Πατερικόν Κυριακοδρόμιον”, σελίς 295 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/02/blog-post_2434.html#ixzz4X6jb3Pir




H ευχαριστία στον Θεό κατά την προσευχή

proseuxiEuxaristia

Αγ.Γρηγορίου Νύσσης

Η Θεία χάρη μας εφοδίασε με άφθονα, κάθε είδους αγαθά, και για ν’ ανταποδώσουμε όλα όσα λάβαμε έχουμε αυτό μόνο, να προσπαθούμε να ξεπληρώσουμε τον Ευεργέτη μας με την προσευχή και την ευχαριστία.

Στοχάζομαι, λοιπόν, ότι κι αν ακόμα συμπαρατείνουμε σε όλο το μάκρος της ζωής μας τη συνομιλία μας με το Θεό με ευχαριστία και προσευχή, μας απομένει τόσο ακόμα για να εξοφλήσουμε τον Ευεργέτη, όσο εάν ούτε καν είχαμε προθυμοποιηθεί να κάνουμε αρχή της αντιπροσφοράς σ’ Αυτόν!

Το διάστημα του χρόνου το διαιρούμε σε τρία μέρη: Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Η ευεργεσία του Θεού γίνεται αντιληπτή στα τρία αυτά στάδια.

Αν αναλογιστείς το παρόν, σ’ αυτό είναι που ζεις. Αν αναλογιστείς το μέλλον, Εκείνος είναι η ελπίδα των προσδοκιών σου. Αν αναλογιστείς  το παρελθόν, δεν θα υπήρχε βέβαια αν δεν είχες δημιουργηθεί από Εκείνον

Ευεργετήθηκες παίρνοντας την ίδια σου την ύπαρξη από Εκείνον κι αφού έγινες ευεργετήθηκες πάλι, αφού ζεις και κινείσαι μέσα σ’ Αυτόν, όπως λέγει ο Απόστολος (Πράξ. 17, 28). Από την ίδια ενέργεια εξαρτώνται κι οι ελπίδες για τα μελλοντικά. Εσύ είσαι μόνο του παρόντος κύριος.

Ώστε, κι αν ακόμα δε σταματήσεις ποτέ να ευχαριστείς το Θεό, μόλις θα ξεπληρώσεις τη χάρη για το παρόν και δεν μπορείς να επινοήσεις ένα τρόπο ν’ ανταποδώσεις το χρέος σου ούτε για το μέλλον ούτε για το παρελθόν.

Κι ενώ είμαστε σε τόση αδυναμία να ευχαριστούμε, δε δείχνουμε την ευγνωμοσύνη μας ούτε όσο μπορούμε. Δε λέω όλη την ημέρα, αλλά ούτε πολλοστημόριο της μέρας μας δεν αφιερώνουμε στην απασχόληση μας με το Θεό.

Ποιος έστρωσε τη γη κάτω απ’ τα πόδια μου;

Ποιος με την επινοητικότητά μας, μας έκανε να διαπλέουμε την υγρή φύση;

Ποιος στερέωσε για χάρη μου το θόλο του ουρανού;

Ποιος μου ανάβει τη λαμπάδα του ήλιου;

Ποιος στέλνει στα φαράγγια τις πηγές;

Ποιος άνοιξε τα περάσματα των ποταμών;

Ποιος έβαλε στο ζυγό να με υπηρετούν τα άλογα ζώα;

Ποιος έμενα την αναίσθητη σκόνη μ’ έκανε να πλημμυρίσω από ζωή και σκέψη;

Ποιος διαμόρφωσε αυτόν εδώ τον πηλό σύμφωνα με την εικόνα της Θείας σφραγίδας;

Ποιος επανέφερε στην πρωταρχική χάρη τη Θεία εικόνα που είχε θαμπώσει απ’ την αμαρτία;

Κι ενώ είχα δεχθεί έξωση απ’ τον Παράδεισο κι είχα απομακρυνθεί απ’ το δέντρο της ζωής κι είχα κατασκεπαστεί στο βάραθρο της υλικής ζωής, ποιος με έλκει στην αρχική μακαριότητα; «Δεν υπάρχει ο συνετός», λέγει ή Γραφή (Ρωμ. 3, II).

Γιατί ασφαλώς αν σκεπτόμασταν όλ’ αυτά θα συνεχίζαμε ακατάπαυστη και ασταμάτητη την ευχαριστία μας σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Ενώ τώρα όλοι σχεδόν οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι μόνο για ό,τι υλικό. Γι’ αυτό δείχνουν ενδιαφέρον και προθυμία, μ’ αυτά καταγίνεται και η μνήμη και η ελπίδα. Ούτε νυστάζει, ούτε κοιμάται ο άνθρωπος επιθυμώντας σε κάθε πράγμα το περισσότερο, όπου μπορεί ν’ αποκτήσει το περισσότερο.

Είτε στην τιμή και τη δόξα είτε στα χρήματα και την περιουσία είτε στη νόσο του θυμού, σ’ αυτά όλα η ανθρώπινη φύση αποβλέπει στο περισσότερο. Για τα αληθινά αγαθά του Θεού λόγος κανένας, ούτε γι’ αυτά που βλέπουμε ούτε γι’ αυτά που μας έχει υποσχεθεί».

(«Εις την Προσευχήν», Λόγος Α’)

Πηγή κειμένου : https://fdathanasiou.wordpress.com




Παραινέσεις με ακροστιχίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

grigoriostheolog

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ P.G. 37,908-910

 

Αρχή πάντων και τέλος ποιού Θεόν.

Βίου το κέρδος, εκβιούν καθ΄ ημέραν.

Γίνωσκε πάντα των καλών τα δράματα.

Δεινόν πένεσθαι, χείρον δ΄ ευπορείν κακώς.

Ευεργετών νόμιζε μιμείσθαι Θεόν.

Ζήτει Θεού σοι χρηστότητα χρηστός ών.

Η σάρξ κρατείσθω και δαμάσθω καλώς.

Θυμόν χαλινού, μη φρενών έξω πέσεις.

΄Ιστη μεν όμμα, γλώσσα δε στάθμην έχοι.

Κλείς ωσί κείσθω, μηδέ πορνεύοι γέλως.

Λύχνος βίου σοι παντός ηγείσθω λόγος.

Μη σοι το είναι τω δοκείν υπορρέοι.

Νόει τα πάντα, πράσσε δ΄ ά πράσσειν θέμις.

Ξένον σεαυτόν ίσθι, και τίμα ξένους.

΄Οτ΄ ευπλοείς, μάλιστα μέμνησο ζάλης.

Πάντ΄ ευχαρίστως δεί δέχεσθαι τα εκ Θεού.

΄Ράβδος δικαίου πλείον, ή τιμή κακού.

Σοφών θύρας έκτριβε, πλουσίων δε μη.

Το μικρόν ου μικρόν, όταν εκφρέρη μέγα.

΄Υβριν χαλινού, και μέγας έση σοφός.

Φύλασσε σαυτόν, πτώμα δ΄ άλλου μη γέλα.

Χάρις φθονείσθαι, το φθονείν δ΄  αίσχος μέγα.

Ψυχή θύοιτο μάλλον ή το πάν Θεώ.

΄Ω τις φυλάξει ταύτα, και σωθήσεται;

 

(Και η μετάφραση των στίχων)

Αρχή και τέλος  όλων όσων συμβαίνουν στη  ζωή σου να έχεις τον Θεό.

Βίου (της ζωής σου) το κέρδος είναι κάθε μέρα σου να ζης καλά (κατά Θεόν).

Γνώριζε όλες τις καλές πράξεις των αγιασμένων ανθρώπων.

Δεινόν είναι να πεινάει κάποιος, αλλά φοβερότερο είναι ο πλούτος ο παράνομος.

Ευεργετείς; Μάθε ότι μιμείσαι τον Θεό.

Ζήτα από τον Θεό να είναι οικτίρμων σε σένα, αφού πρώτα όμως εσύ έχεις σπλάχνα οικτιρμών.

Η ανθρώπινη σάρκα να συγκρατείται και να δαμάζεται.

Θυμό χαλίνωνε για να μη πέσεις έξω από τη λογική.

΄Ισια και ψηλά το βλέμμα σου να έχεις και στη γλώσσα σου μέτρο.

Κλειδωμένα να έχεις τα αυτιά σου και το γέλιο σου να είναι σεμνό.

Λυχνάρι της ζωής σου να είναι η λογική και να προπορεύται σε κάθε έργο σου.

Μη σου γλυστρά κάτω ότι φαίνεται και εκείνο που υπάρχει.

Να ερευνάς με τον νού σου τα πάντα και να πράττεις όμως όσα επιτρέπονται.

Ξένος πως είσαι να το μάθεις καλά και γι΄ αυτό να τιμάς τους ξένους.

Όταν με γαλήνη ταξιδεύεις τότε να θυμάσαι τη φουρτούνα.

Πάντα να δέχεσαι ευχάριστα όσα προέρχονται από τον Θεό.

Ραβδί του δικαίου να σε κτυπά καλύτερα, παρά να σε τιμά ο κακός.

Στις θύρες των σοφών να πηγαινοέρχεσαι ενώ από τις θύρες των πλουσίων να είσαι μακρυά.

Το μικρό δεν είναι μικρό όταν οδηγεί σε κάτι μεγάλο.

΄Υβριν (στην έπαρση) να βάζεις  χαλινάρι για να γίνεις μεγάλος σοφός.

Φύλαξε τον εαυτό σου από την πτώση και αν κάποιος άλλος πέσει να μη γελάς (να μη χαίρεσαι).

Χάρισμα είναι το να σε φθονούν ενώ το να φθονείς εσύ είναι μεγάλη ντροπή.

Ψυχή που προσφέρεται στον Θεό είναι η καλύτερη θυσία.

΄Ω!!! αλήθεια όποιος θα τα φυλάξει όλα αυτά αυτός και θα σωθεί.

πηγή κειμένου : Πατήρ Στέφανος Αναγνωστόπουλος