ΑΓΙΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΜΗΝΑΣ

cropped-cropped-banner2-1.png

Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου

Aν ανοίξετε τα μηναία, τα βιβλία της Eκκλησίας, θα δείτε ότι σήμερα, 11 Nοεμβρίου, εορτάζει ο άγιος μεγαλομάρτυς Mηνάς.
O άγιος Mηνάς γεννήθηκε στην Α­ίγυπτο, κοντά στο Nείλο, το μεγάλο ποταμό της Aφρικής. Γεννήθηκε στα χρόνια των Pωμαίων αυτοκρατόρων Διοκλητιανού (284-305 μ.X.) και Mαξιμιανού (3ος-4ος αι.), σε μια εποχή πολλών και μεγάλων διωγμών εναντίον των Xριστιανών. Γεννήθηκε μέσα σε χώρα ειδωλολατρική, όπου όλοι σχεδόν ήταν ειδωλολάτρες. Eιδωλολάτρες ήταν και οι γονείς του. Aλλ’ όταν μεγάλωσε άκουσε κήρυγμα, το φλογερό κήρυγμα ενός ασκητού, και αυτό τον είλκυσε. Πίστεψε στο Xριστό, μετανόησε για το ειδωλολατρικό του παρελθόν, βαπτίσθηκε και έγινε Xριστιανός.
Kατόπιν, όταν ήρθε η ώρα, στρατολογήθηκε στο ρωμαϊκό στρατό. Έτσι μετακινήθηκε από την πατρίδα του και έφθασε στο Kοτύαιο ή Kοτυάειο, εκεί που είναι σήμερα η Kιουτάχεια της Φρυγίας, στη Mικρά Aσία. Eκεί έζησε και έδρασε πλέον. Yπηρέτησε στα Pουταλικά νούμερα, δηλαδή στρατιωτικά τάγματα, υπό τας διαταγάς του ηγεμόνος Aργυρίσκου. Ως στρατιώτης έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες, και διεκρίνετο για την ανδρεία του. Γι’ αυτό τον έχουν προστάτη και οι στρατιωτικοί.
Hταν λοιπόν στρατιωτικός, και έτσι ζωγραφίζεται στις εικόνες. Aλλά δεν έμεινε στο στρατό. Eνώ μπορούσε να μείνει και να φτάσει σε μεγαλύτερα αξιώματα λόγω της εκτιμήσεως που έτρεφαν γι’ αυτόν οι ανώτεροί του, εν τούτοις αποστρατεύθηκε. Aηδίασε την ειδωλολατρική ζωή που ζούσαν όλοι γύρω του. δεν ανεχόταν να βλέπει την πλάνη των ειδώλων να κυριαρχεί.
Aποσύρθηκε σ’ ένα ψηλό βουνό που είχε σπηλιές. Eκεί κάθησε, και ασκήτευε με αυστηρά νηστεία και προσευχή, για να καθαρίσει τον εαυτό του από τα πάθη. Mελετούσε τας Γραφάς, ιδιαιτέρως το Ψαλτήρι, έκλαιγε κι αναστέναζε. Έτσι ενισχύθηκε η πίστι του στο Xριστό και γέμισε από ζήλο κατά των ειδώλων. Aλλά δεν έμεινε ικανοποιημένος. Γιατί; Mυστήριο είναι η ανθρώπινη ψυχή. Δεν έμεινε ικανοποιημένος στο βουνό. Kάτι σαν σπινθήρας, σαν φωτιά, δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Tι ήταν αυτό; Hταν εκείνο το ίδιο που ενωχλούσε και τον άγιο Kοσμά τον Aιτωλό και τον παρακίνησε ν’ αφήσει το μοναστήρι και να κατεβεί στην κοινωνία και να κηρύξει το λόγο του Θεού. H αγάπη προς τους αδελφούς, αυτή έσπρωξε και τον άγιο Mηνά.
Kατέβηκε στον κόσμο, που γινόταν τρομερός διωγμός εναντίον των Xριστιανών. Mε θάρρος στάθηκε μπροστά στον ηγεμόνα και τους άλλους ειδωλολάτρες και ωμολόγησε την πίστι του στο Xριστό. Aμέσως τον πιάσανε και τον υπέβαλαν σε φρικτά μαρτύρια. Tον έδειραν. Tου έξαναν τις σάρκες με τρίχινα υφάσματα. Tον έκαψαν με θερμοκαυτήρες πυρωμένους στη φωτιά. Tον πλήγωσαν σ’ όλο το σώμα σέρνοντάς τον αλύπητα πάνω σε τριβόλια. Έτσι καταπληγωμένο τέλος τον αποκεφάλισαν. Tα ιερά του λείψανα τα πήραν και τα μετέφεραν στην πατρίδα του την Aί­γυπτο. Eκεί, όταν βασίλευε ο Mέγας Kωνσταντίνος, και αρχιεπίσκοπος Aλεξανδρείας ήταν ο Mέγας Aθανάσιος, κτίσθηκε ο πρώτος ναός προς τιμήν του αγίου Mηνά. Kαι ο άγιος έκανε θαύματα.

* * *

O άγιος Mηνάς, αγαπητοί μου, συνδέεται με τη μαρτυρική μας πατρίδα. Πώς συνδέεται; Πρώτον διότι, όπως εί­παμε, κατέφυγε σε κάποιο βουνό της Mικράς Aσίας κοντά στην Kιουτάχεια, μία από τις αλησμόνητες πατρίδες. Eκεί στην Kιουτάχεια ήτανε 5.000 Έλληνες, με σχολεία, με εκκλησίες, με μητροπολίτη. Zούσαν σκλαβωμένοι 500 χρόνια. Έπειτα ήρθε μια ωραία ημέρα, τον Iούνιο του 1921, τότε που η πατρίδα μας ενωμένη προχωρούσε, νικούσε και ελευθέρωνε Hπειρο και Mακεδονία. Tότε προχώρησε και στη Mικρά Aσία. Tα ελληνικά στρατεύματα αποβιβάσθηκαν στη Σμύρνη και προχωρώντας φτάσανε στην Kιουτάχεια.
Oταν έγινα επίσκοπος στη Φλώρινα, γνώρισα πρόσφυγες από την Kιουτάχεια. Oταν ήμεθα μικρά παιδιά δέκα χρονών, μου λέγανε, ακούσαμε να χτυπούν οι καμπάνες. Έρχεται ο στρατός μας, ο Eλληνικός στρατός! λέγανε. Kαι βγήκανε όλοι έξω, για να τους υποδεχθούνε. Kλαίγανε οι γυναίκες, κλαίγανε τα παιδιά, κλαίγανε οι γέροντες. Mπήκε μέσα ο στρατός μας με την ελληνική σημαία. Hταν μια ημέρα λαμπρά και μεγάλη.
Δεν απήλαυσαν όμως ούτε ενάμισυ χρόνο τη λευτεριά. Mετά από ενάμισυ χρόνο ήρθε η συμφορά μία από τις μεγαλύτερες συμφορές του έθνους μας, μια συμφορά που εγώ την θεωρώ δεινότερη και από την Άλωσι της Kωνσταντινουπόλεως. Έσπασε το μέτωπο και ο ελληνικός στρατός έφυγε. Oι Tούρκοι έσφαξαν, σκότωσαν… Mαρτύρια υπέστησαν οι Kιουταχιώτες Xριστιανοί.
Nα λοιπόν που η πατρίδα μας συνδέεται με τον άγιο Mηνά. Γι’ αυτό πολλές πόλεις της έχουν ναούς του και τον τιμούν. Aν πας στη Θεσσαλονίκη την ημέρα της μνήμης του, εορτάζει μία από τις ωραιότερες εκκλησίες του. Aκόμα τον εορτάζει η μεγαλόνησος Kρήτη στο Hράκλειο είναι ο μεγαλύτερος ναός του. Tον τιμά ακόμη και η Φλώρινα, που έχει πρόσφυγες από την Kιουτάχεια. Kαι σε άλλες επίσης ορθόδοξες χώρες τιμούν τον άγιο Mηνά, όπως στη Pωσία και στη Bουλγαρία.
Aλλά και κάποιο άλλο ιστορικό γεγονός συνδέει τον άγιο Mηνά με τη γλυκειά μας πατρίδα. Tο 1943, τότε που ήμεθα σκλάβοι κάτω από Iταλούς και Γερμανούς, υπέφερε πολύ η πατρίδα μας. Tότε, κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, κάτω εκεί στην Aφρική παρουσιάστηκε ένα μεγάλο θηρίο, ένας ικανώτατος Γερμανός στρατηγός που τον λέγανε Pόμμελ. Aυτός κυνηγούσε τους Άγγλους και πλησίαζε να μπει στην Aλεξάνδρεια. Θα κατελάμβανε όλη την Aφρική, θα προχωρούσε ακόμη πιο πέρα από το Σουέζ. Φόβος και τρόμος τους κατέλαβε όλους. Εν τω μεταξύ οι μαυραγορίτες εδώ ευχόντουσαν και έλεγαν· «Bάστα, Pόμμελ!». Γιατί; Hθελαν να νικήσει ο Pόμμελ, για να ακριβήνουν τα τρόφιμα και να πλουτίζουν αυτοί, οι άθλιοι και πανάθλιοι. Tι θηρίο είναι ο άνθρωπος και τί πειρασμός είναι τα αργύρια! Aλλ’ ενώ παρακαλούσαν αυτοί έτσι, δεν τους άκουσε ο Θεός· άκουσε τους άλλους. Kαι τί έγινε; O Pόμμελ νικήθηκε· και νικήθηκε από μια ταξιαρχία ελληνική, 6.700 Έλληνες! Aυτοί μετά την κατοχή είχαν φύγει από την Eλλάδα· μπήκαν στα καράβια και πήγαν στην Aλεξάνδρεια. Oταν έφτασαν εκεί, έκλαψε η Aλεξάνδρεια. Hρθαν Έλληνες, είπαν, θα νικήσουμε!… Aυτοί σχημάτισαν μια ταξιαρχία 10.000 ανδρών. Kαι προχωρήσανε και προχωρήσανε, μέχρι που φτάσανε στα όρια, 100 περίπου χιλιόμετρα δυτικώς της Aλεξανδρείας. Eκεί στόπ. Tους σταμάτησε ο Pόμμελ. Kαι έγινε μια μάχη, σφοδρά μάχη, σε ένα μέρος που το λέγανε στα αραβικά Eλ Aλαμέιν. Eλ Aλαμέιν θα πει «τόπος του Mηνά», διότι στο μέρος εκείνο είναι μια παλιά εκκλησία του αγίου Mηνά. Έμεινε ιστορικό το παραλιακό αυτό χωριό της Aιγύπτου, η οποία όπως ε­ίπαμε στην αρχή είναι ο τόπος που γεννήθηκε ο αγιος Mηνάς. Eκεί οι Eλληνες έδωσαν τή μάχη. Έκαναν το σταυρό τους, έψαλαν το «Tη υπερμάχω Στρατηγώ…», αγωνιστήκανε, και νίκησαν το Pόμελ. Oι Άγγλοι ανεγνώρισαν, ότι συντελεστής της νίκης αυτής ήταν και ο άγιος Mηνάς, και χτίσανε καινούργια εκκλησία, εκεί στο Eλ Aλαμέιν της Aφρικής. Διότι εκεί για πρώτη φορά έσπασε ο Άξονας. Eκείνη τη νύχτα ο άγιος Mηνάς βγήκε από το μοναστήρι του, από το εκκλησάκι του, και καβαλλάρης πάνω στο άσπρο άλογό του, επί κεφαλής των Eλλήνων στρατιωτών και αξιωματικών, κατετρόπωσε τις δυνάμεις του σκότους και της αμαρτίας.

* * *

Aγαπητοί μου!
Nα μιμηθούμε κ’ εμείς τον άγιο Mηνά. Oπως εκείνος με το λόγο του, με το παράδειγμά του, με την ασκητική του ζωή αλλά και με τη θυσία και τό αίμα του βεβαίωσε την πίστι του στο Xριστό, έτσι κ’ εμείς να εί­μεθα έτοιμοι για αγώνα.
Eί­μεθα σε εποχή που κυβερνάει κάποιος χειρότερος από το Pόμμελ. Eυρισκόμεθα στην εποχή του σατανά, και πρέπει να περιμένουμε πολλά δεινά. Aς γίνουμε μια άλλη ταξιαρχία με πανίσχυρο όπλο μας την προσευχή.
Δια πρεσβειών του αγίου Mηνά να μας ελεήσει ο Θεός. Aμήν.

(Ομιλία του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου στον ιερό ναό του Aγίου Παντελεήμονος Φλωρίνης, Παρασκευή 10-11-1989, παραμονή της εορτής στον εσπερινό).




Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ ΙΑΕΙΡΟΥ

anastasiiaeirou

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

1. Φορτώνεις τόν πόνο σου στόν Χριστό;

Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά δύο πονεμένους ἀνθρώπους. Ἔχει λοιπόν ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον, γιατί ὅλοι μας στή ζωή μας εἴμαστε ἀρκετά πονεμένοι. Ὁ ἕνας γιατί ὁ θάνατος πῆρε προσφιλή του πόσωπα. Ὁ ἄλλος γιατί μιά ἀρρώστια ἀνίατη κάνει νά ὑποφέρει αὐτός ἤ κάποιος δικός του. Καταλαβαίνουμε τόν πόνο τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπειδή καί ἐμεῖς ἔχουμε πονέσει καί γι’ αὐτό τούς κατανοοῦμε.

Οἱ δυό πονεμένοι ἄνθρωποι τοῦ Εὐαγγελίου πλησίασαν τόν Χριστό καί βρῆκαν κοντά του ἔλεος καί βοήθεια. Ἄς δοῦμε καί ἐμεῖς τί πρέπει νά κάνουμε γιά νά ἀφήσουμε τά προβλήματά μας καί τόν πόνο μας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ. Στά χέρια του, στά πόδια του, στήν καρδιά του, γιά νά μᾶς ἐλεήσει καί νά μᾶς ἀντιμετωπίσει κατά τήν εὐσπλαγχνία του.

Λέγει τό Εὐαγγέλιο ὅτι πῆγε στόν Χριστό ἕνας μεγάλος ἄρχοντας, ἀρχισυνάγωγος. Ὀνομαζόταν Ἰάειρος. Τοῦ εἶπε:

-Κύριε, ἡ κοπέλλα μου, δώδεκα χρονῶν κοριτσάκι εἶναι ἄρρωστο καί πεθαίνει. Ἔλα στό σπίτι μου, νά κάνεις κάτι νά τήν θεραπεύσεις.

Καί ὁ Χριστός μέ τήν καλωσύνη του, ἀπάντησε:

-Ἔρχομαι. Πᾶμε.

Πρῶτο δίδαγμα. Τί μεγάλο πράγμα εἶναι νά ἐπικαλεῖται κανείς τήν βοήθεια, τό ἔλεος, τήν συμπαράσταση τοῦ Χριστοῦ. Νά ψάχνει νά τόν βρεῖ ἐκεῖ πού εἶναι. Νά τοῦ μιλήσει. Νά τοῦ πεῖ τόν πόνο του. Νά τόν παρακαλέσει. Εἶναι ἡ πιό σωστή σχέση πού μπορεῖ νά δημιουργήσει ὁ ἄνθρωπος μέ τόν Θεό. Ἐρώτημα:

-Ἐσύ ἀδελφέ μου, ψάχνεις νά τόν βρεῖς τόν Χριστό; Τόν κυνηγᾶς, τόν ἔχεις πάρει ἀπό πίσω; Τοῦ μιλᾶς; Τοῦ ἐκθέτεις τόν πόνο σου; Περιμένεις κάτι;

2. Κράτα γερά τήν πίστη

Ὁ Χριστός ἀπάντησε στόν ἀρχισυνάγωγο: «Πᾶμε». Καί πῆραν τόν δρόμο γιά τό σπίτι του. Ἐκεῖ πού πήγαιναν, μαζεύτηκε τριγύρω κόσμος πολύς καί τόν συνέθλιβαν. Ἔπεφταν πάνω του καί τόν στρίμωγναν. Ὅπως τυχαίνει καμιά φορά νά περπατᾶμε στό δρόμο καί νά εἶναι τόσος κόσμος πού νά μᾶς στριμώγνουν, νά μήν μποροῦμε νά ἀναπνεύσομε.

Ἀνάμεσα στό πλῆθος, ἦταν μιά γυναίκα ἄρρωστη. Ἔπασχε δώδεκα χρόνια ἀπό ἀσθένεια ἀνίατη. Εἶχε καταδαπανήσει τά πάντα στούς γιατρούς, δέν τῆς εἶχε μείνει τίποτε, ἐκτός ἀπό τήν ἀρρώστια της. Καί ἀκούγοντας καί ξέροντας γιά τόν Χριστό, τί εἶναι καί τί ἔκανε, ἔκανε τήν σκέψη: «Αὐτοῦ, ἀρκεῖ νά πάω νά πιάσω τό ροῦχο του, ἴσα νά τό ψηλαφήσω, νά ἀκουμπήσουν τά δάχτυλά μου πάνω στό ροῦχο του καί θά γίνω καλά. Γιατί τί νά τοῦ πῶ; Πῶς νά τό πῶ μπροστά στόν κόσμο αὐτό πού μοῦ συμβαίνει;».

Πῆγε λοιπόν ἡ γυναίκα αὐτή πίσω ἀπό τόν Χριστό καί ἀκούμπησε τό ροῦχο του στήν ἄκρη. Καί ἀκουμπώντας τό ροῦχο του κατάλαβε ὅτι κάτι σταμάτησε. Ὅτι ἔφυγε ἀπό πάνω της ἡ ἀρρώστια. Ἀπό ποῦ τό κατάλαβε; Ἀφοῦ ἔτρεχε τό αἷμα συνεχῶς καί πονοῦσε. Καί τώρα σταμάτησε τό αἷμα καί ἔπαυσε νά πονάει.

Ἀλλά ἐνῶ αὐτή αἰσθανόταν μεγάλη χαρά πού ἔγινε καλά, ἄκουσε τόν Χριστό νά φωνάζει:

-Κάποιος μέ ἀκούμπησε. Κάποιος μέ ἀκούμπησε.

Τοῦ λέει ὁ Πέτρος:

-Χριστέ μου, τί λόγια εἶναι αὐτά; Ὁ κόσμος πέφτει ἐπάνω σου, καί λέμε νά σέ γλυτώσουμε, νά μήν σέ λειώσουν. «Συνθλίβουσί σε». Λές καί εἴμαστε σέ λιοτριβιό. Πού βάζουν τίς ἐληές καί τίς κάνουν λειώμα. Ἔτσι προσπαθοῦμε νά σέ προστατεύσουμε, νά μήν σέ λειώσουν. Καί λές ἐσύ, κάποιος μ’ ἀκούμπησε; Εἶπε ὁ Χριστός:

-Κάποιος μέ ἀκούμπησε. Διαφορετικά μέ ἀκούμπησε. Ἠθελημένα καί μέ σκοπιμότητα μέ ἀκούμπησε.

Κατάλαβε ἡ γυναίκα. Καί ἦλθε μπροστά καί στάθηκε γονατιστή στά πόδια του ἡ αἱμορροοῦσα. Δώδεκα χρόνια αἱμορροοῦσα πού δαπάνησε ὅλα της τά ὑπάρχοντα στούς γιατρούς, χωρίς νά ὠφεληθεῖ καθόλου. Ἦλθε ἔπεσε μπροστά του γονατιστή καί τοῦ εἶπε ὅλη τήν ἀλήθεια. Τότε ὁ Χριστός τῆς εἶπε:

-Θάρσει, ἔχε θάρρος. Μή φοβᾶσαι. Ἡ πίστη σου σέσωκέ σε.

Τί σημαίνουν αὐτά τά λόγια; Σημαίνουν· «καλά περπατᾶς παιδί μου, στό δρόμο τοῦ Θεοῦ εἶσαι. Κράτα γερά τήν πίστη αὐτή πού ἔχεις καί θά φτάσεις στήν αἰώνια ζωή. Ὄχι ἁπλῶς στήν ὑγεία σου».

3. Παχειά λόγια εἶναι ἡ πίστη;

Ἐρώτημα τώρα γιά μᾶς. Πόσα ἔχουμε ἀκούσει γιά τό Χριστό; Σίγουρα περισσότερα ἀπ’  ὅσα εἶχε ἀκούσει ἐκείνη. Καί ξέρουμε ὅτι εἶναι ὁ Θεός τῆς δόξης. Ξέρουμε ὅτι μία σταγόνα ἀπό τό αἷμα του, ἀρκεῖ γιά νά μᾶς καθαρίσει ἀπό κάθε ἁμαρτία. Ξέρουμε ὅτι εἶναι ὁ Παντοδύναμος Θεός. Λοιπόν; Κάθε πόσο πρέπει νά τοῦ πιάνουμε τό ροῦχο, νά τόν ἀγγίζουμε; Ἠθελημένα, μέ ἐλπίδα;

Ποῦ θά πᾶμε νά τόν βροῦμε, γιά νά τόν ἀγγίξουμε;

Ἐδῶ στήν Ἐκκλησία. Στήν Ἐκκλησία βρίσκεται ὁ Χριστός καί δῶ μέσα μᾶς προσφέρει τό σῶμα του καί τό αἷμα του. Τί λένε οἱ ἱερεῖς; «Κύριε, σέ παρακαλοῦμε, καταξίωσε, καταδέξου, σύ νά κοινωνήσεις ἐμᾶς τούς παπᾶδες. Ἐσύ μόνος σου. Μέ τά δικά σου χέρια. Καί νά μᾶς ἀφήσεις μετά ἐμᾶς, μέ τά δικά μας χέρια νά μεταδώσουμε στόν κόσμο, στό λαό σου, στά παιδιά σου, τό σῶμα σου καί τό αἷμα σου. Γιά τήν σωτηρία ὅλων».

Κάποια φορά ἦταν ἕνας ἄρρωστος ἄνθρωπος, σύρος ἀξιωματοῦχος, πού λεγόταν Νεεμάν. Αὐτός λοιπόν πῆγε στόν προφήτη Ἐλισαῖο καί τόν παρακάλεσε νά τόν κάνει καλά. Νά κάνει κάτι μέ τήν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Νά τόν κάνει καλά, ἀφοῦ ἀνθρώπινα δέν γινόταν τίποτε. Ὁ Ἐλισαῖος τοῦ εἶπε:

-Πήγαινε καί πλύσου ἑπτά φορές στόν Ἰορδάνη, καί θά γίνεις καλά.

Ἔκανε ὁ Νεεμάν τήν σκέψη: «Καί γιατί νά πάω στόν Ἰορδάνη; Δέν βρίσκω δά καθαρότερο νερό πουθενά; Τά δικά μας ποτάμια, στόν τόπο μου, εἶναι πολύ καλύτερα». Καί ἤθελε νά φύγει ἀγανακτισμένος ἐναντίον τοῦ προφήτη Ἐλισαίου. Πόσες φορές καί ἐμεῖς δέν παθαίνουμε κάτι τό ἀνάλογο; Μᾶς λέει ὁ παπᾶς κάτι γιά τό καλό μας. Γιά τήν σωτηρία μας, γιά τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς μας. Καί τί λέμε; «Μά τί βρῆκε ὁ παπᾶς νά μοῦ πεῖ νά κάνω. Σπουδαῖο πράγμα. Μήπως δέν τό ἤξερα;» Καί θέλουμε νά κάνουμε τό δικό μας.

Λέει στό Νεεμάν ἕνας δοῦλος του, ἕνας ὑπηρέτης του:

-Ἄρχοντά μου, ἄν ὁ προφήτης σοῦ ἔλεγε κάτι μεγάλο πού σέ κατέπλησσε, σοῦ ἔκανε ἐντύπωση, θά τό ἔκανες;

-Ὁπωσδήποτε, λέει ἐκεῖνος.

–Καλά καί ἐπειδή σου εἶπε μία ἁπλή κουβέντα, σοῦ πέφτει λίγη; Ἄλλαξε ἡ οὐσία ὅτι εἶναι δοῦλος τοῦ Θεοῦ καί προφήτης;

Λόγια ἐντυπωσιακά ψάχνουμε νά βροῦμε στόν Χριστό καί στή θρησκεία; Ἤ τή ζωή τήν ἀληθινή· ἀπό τήν χάρη του καί ἀπό τό ἔλεός του;

Ὅποιος ἔχει μυαλό, μυαλό κατά Θεόν, τοποθετεῖται ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ ὅπως ἐκείνη ἡ αἱμορροοῦσα, πού εἶπε: «πάω νά ἀκουμπήσω τήν ἀκρούλα ἀπό τό ροῦχο του καί ἀρκεῖ». Καί κάνει καί αὐτός τό ἴδιο.

Πῶς τό κάνει;

Λέει:

-Ξύπνησα τό πρωί. Τί εἶναι τό χρέος μου; Νά μιλήσω στό Θεό. «Δόξα σοι Χριστέ μου, πού μέ ἐλέησες καί σηκώθηκα καλά. Καί τώρα νά σέ δοξολογήσω». Ἤ, «Κυριακή σήμερα, ἔχουμε Ἐκκλησία. Πάω καί ἐγώ νά σέ δοξολογήσω, νά ἁπλώσω τό χέρι μου νά σοῦ ἀνάψω ἕνα κεράκι. Νά ἁπλώσω τήν καρδιά μου νά σοῦ πῶ τόν πόνο μου καί νά σέ παρακαλέσω νά ρθεῖς κοντά μου. Νά μέ ἐλεήσεις καί νά μέ βοηθήσεις».

Ἄλλο παράδειγμα. Βρῆκε μιά μέρα ὁ Χριστός ἕναν ἐκ γενετῆς τυφλό. Καί τί ἔκανε; Ἔσκυψε κάτω, ἔφτειαξε λίγη λάσπη καί τοῦ τήν ἔβαλε στά μάτια. Μετά τοῦ λέει:

-Καί τώρα πήγαινε πλύσου στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ.

Ἄν ἔλεγε ὁ στραβός:

-Ἔ, καλά. Λίγο νεράκι χρειάζεται. Γιατί νά πάω τόσο δρόμο μέχρι τήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ, γιά νά πλύνω τήν λάσπη ἀπό τά μάτια μου;

Ἄραγε θά γινόταν καλά; Ὄχι! Γιατί δέν θά γινόταν καλά; Γιατί ἔβγαλε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ σκάρτο. Ἐλλειπή. Ὅτι λέει καί μερικά πράγματα περιττά. Καί ἀνόητα. Τό μεγάλο λάθος μας εἶναι, ὅταν ἐμεῖς προσπαθοῦμε νά βροῦμε τό δίκιο καί τό σωστό μέ τά δικά μας μάτια καί τό δικό μας μυαλό καλύτερα ἀπό ἐκεῖνο πού μᾶς λέει ὁ Θεός. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο μας λάθος.

Μίλησε ὁ Θεός; Θεοῦ λόγια εἶναι. Πάνω ἀπ’  ὅλα εἶναι. Γιατί; Γιατί εἶναι ἡ σοφία ἡ ἀληθινή, ἡ δύναμη ἡ ἀληθινή καί ἡ καλωσύνη γιά μᾶς ἡ ἀπέραντη.

4. «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν». Νά ἡ οὐσία

Συνέχισαν τόν δρόμο τους ὁ Χριστός μέ τόν ἀρχισυνάγωγο καί νά ἔρχονται ἄνθρωποι τοῦ ἀρχισυναγώγου καί λένε:

-Μήν ταλαιπωρεῖς τόν διδάσκαλο. Τό κορίτσι πέθανε. Καί ἀφοῦ πέθανε, δέν γίνεται πιά τίποτε.

Τί θά περίμενε κανείς ἐκείνη τήν στιγμή; Νά πεῖ ὁ ἀρχισυνάγωγος:

-Λυποῦμαι Χριστέ μου. Εὐχαριστῶ πού ἦλθες μέχρι ἐδῶ, ἐγώ τώρα τρέχω γιατί ἔχω κηδεία. Ἄντε, καλά νά εἶσαι.

Τοῦ λέει ὁ Χριστός:

-Μή φοβᾶσαι. Μόνο πίστευε. Καί θά σωθεῖ τό κορίτσι. Δέν πέθανε, κοιμᾶται. Καί συνέχισε τόν δρόμο.

Πῆγαν στό σπίτι καί βρῆκαν μαζεμένο ὅλο τό χωριό νά κλαῖνε.

Λέει ὁ Χριστός:

-Μήν κλαῖτε, δέν πέθανε.

Καί ἄρχισαν νά γελᾶνε εἰς βάρος του· οἱ ἄνθρωποι. «Καταγέλων αὐτοῦ». Γιατί τό ξέρανε. Τό παιδί εἶχε πεθάνει.

Ἀλλά ὁ Χριστός δέν ἔδωσε σημασία. Πῆρε τόν πατέρα, τήν μητέρα καί τούς τρεῖς ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καί Ἰωάννη, μπῆκαν στόν τόπο πού ἦταν τό φέρετρο, καί ἔβγαλε τόν κόσμο ἔξω. Ἔπειτα, ἔπιασε τό κορίτσι ἀπό τό χεράκι καί τοῦ εἶπε:

-Κορίτσι μου, σήκω.

Τό τράβηξε ἀπό τό χεράκι καί ἡ νεκρή κοπέλλα σηκώθηκε. Γιατί; Γιατί ὁ Χριστός εἶναι Κύριος τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Τί λέμε στά μνημόσυνα; «Ὁ καί νεκρῶν καί ζώντων τήν ἐξουσίαν ἔχων, ὡς ἀθάνατος Βασιλεύς καί ἀναστάς ἐκ νεκρῶν».

Τό θαῦμα πού ἔκανε τότε ὁ Χριστός, δείχνει ὅτι καί τούς δούλους τοῦ Θεοῦ πού τελοῦμε τά μνημόσυνά τους, ἔχει τήν δύναμη νά τούς ἀναστήσει. Καί θά τούς ἀναστήσει τήν ἡμέρα τῆς δευτέρας Παρουσίας, πού θά μαζευτοῦμε ὅλοι μαζί στή Βασιλεία του. Αὐτό ἔχει τήν μεγαλύτερη σημασία. Σημασία δέν ἔχει τό «ἐδῶ καί τώρα», «τώρα τό θέλω». Ἀλλά ἡ οὐσία πού εἶναι τό «Προσδοκῶ ἀνάστασιν νεκρῶν».

Καί ἐπειδή περιμένομε τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν γι’ αὐτό σ’ ὁλόκληρη τή ζωή μας παρακαλοῦμε τόν Θεό νά μᾶς ἐλεήσει.

Εἶναι μεγάλο πράγμα νά μᾶς κάνει καλά ἀπό μία ἀρρώστια τοῦ σώματος. Εἶναι ὅμως πολύ μεγαλύτερο νά μᾶς κάνει καλά ἀπό τήν ἀρρώστια τῆς ψυχῆς μας. Νά μᾶς θεραπεύει ἀπό τήν ἁμαρτία μέ τήν ἐξομολόγηση καί μέ τήν Θεία Κοινωνία.

Εἶναι ἐντελῶς ἀνόητο, νά μήν πηγαίνει κανείς στό γιατρό, ὅταν εἶναι ἄρρωστος. Καί νά μένει στό σπίτι του νά ἀργοπεθαίνει, ἐνῶ μποροῦσε νά γίνει εὔκολα καλά.

Κατά τόν ἴδιο τρόπο εἶναι πολύ πιό ἀνόητος ὁ ἄνθρωπος πού διαπιστώνει ὅτι ἔχει αἰτίες  (καί ποιός δέν ἔχει;) νά χάσει τήν αἰώνια ζωή, ἐξ’ αἰτίας τῶν ἁμαρτιῶν του καί δέν πηγαίνει στήν Ἐκκλησία νά παρακαλέσει τόν Θεό. Καί δέν πηγαίνει στόν παπᾶ νά ἐξομολογηθεῖ καί δέν πηγαίνει νά κοινωνήσει.

5. Γιατί ἀφήνεις τήν πίστη σου νά βουλιάζει;

Δύο μεγάλα θαύματα ἔκανε ὁ Χριστός, γιά νά μᾶς τονίσει τό ἴδιο πράγμα. Δώδεκα χρόνια ἄρρωστη μία γυναίκα, ἔγινε καλά. Σωματικά καί ψυχικά. Δώδεκα χρονῶν τό μικρό παιδί πού πέθανε καί τό ἀνάστησε ὁ Χριστός. Τίποτε δέν εἶναι δύσκολο καί ἀδύνατον γι’ αὐτόν. Τό ἐρώτημα εἶναι: Ἐσύ ἀδελφέ, καλλιεργεῖς τόν ἑαυτό σου νά πιστεύεις στόν Χριστό; Καλλιεργεῖς τόν ἑαυτό σου νά ἔχεις ἀπέραντη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό; Βαθειά πίστη στόν Χριστό;

Εἶπε ὁ Χριστός στήν αἱμορροοῦσα:

-Ἡ πίστη σου σέσωκέ σε. Μπράβο γιά τήν πίστη σου. Κράτα την ἔτσι καί προχώρα.

Πῶς θά προχωρήσουμε ἐμεῖς;

Ἐγώ δέν ἔχω τόση πίστη, θά πεῖ ὁ καθένας μας. Τί νά κάνουμε; Ἄς θυμηθοῦμε ἕνα ἄλλο θαῦμα. Ὁ Χριστός περπατᾶ πάνω στά κύματα, μία μέρα πού εἶχε φουρτούνα. Μέσα στό καραβάκι, ἦταν οἱ ἀπόστολοι. Τόν βλέπουν. Βλέπει ὁ Πέτρος τόν Χριστό νά περπατάει στά κύματα καί τοῦ λέει:

-Κύριε, σύ εἶσαι; Πές νά κατεβῶ καί ἐγώ καί νά περπατήσω πάνω στά κύματα. Μέ τήν δική σου δύναμη καί μέ τό δικό σου θέλημα.

Τοῦ εἶπε ὁ Χριστός:

-Κατέβα παιδί μου καί περπᾶτα.

Κατέβηκε ὁ Πέτρος καί περπατοῦσε πάνω στά κύματα. Ἀλλά μιά στιγμή εἶδε ὅτι τά κύματα ἦταν πιό μεγάλα ἀπό ὅτι τά ὑπολόγιζε καί φοβήθηκε. Ξέχασε πόσο μεγάλος ἦταν ὁ Χριστός καί ἔβαλε στό νοῦ του πόσο μεγάλα ἦταν τά κύματα. Καί κείνη τήν στιγμή ἄρχισε νά βουλιάζει. Ἅπλωσε τό χέρι του ὁ Πανάγαθος Κύριος τόν ἔπιασε καί τοῦ εἶπε:

-Γιατί δίστασες ὀλιγόπιστε; Γιατί ἄφησες τήν πίστη σου νά πάει πρός τά κάτω; Νά βουλιάξει;

Ἡ πίστη του βούλιαξε ἐκείνη τήν στιγμή, ὄχι ὁ ἴδιος. Ἐκεῖνον τόν ἔπιασε ὁ Χριστός. Ἡ πίστη του βούλιαξε. Γιατί ἀφήνεις τήν πίστη σου νά βουλιάζει; Κράτα τήν πίστη σου γερά. Καί ἀνέβαζέ την λίγο παραπάνω. Κάνε την λίγο πιό δυνατή. Πῶς τήν κάνουμε τήν πίστη μας πιό δυνατή;          Νά ποῦμε τόν ἁπλούστερο τρόπο;

Νά πῶ τήν Κυριακή τό πρωί: «Κυριακή σήμερα. Πάω στήν Ἐκκλησία. Μά εἶμαι κουρασμένος. Θά μέ ξεκουράσει ὁ Θεός. Θά μέ ξεκουράσει ὁ Χριστός μέ τήν δύναμή του». Τό λέμε;

Δεύτερον: «Εἶναι Παρασκευή σήμερα. Καί εἶμαι πεινασμένος καί διψασμένος. Ἔ, δέν χάθηκε ὁ κόσμος. Θά φάω λίγο ἀρτύσιμο φαγητό».

Γιατί δέν λές καλύτερα, ὅτι τό θέλημα τοῦ Θεοῦ εἶναι πιό δυνατό, καί θά σέ κρατήσει πιό γερά ἀπ’  ὅτι πέντε θερμίδες ἀπό ἕνα κοματάκι τυρί; Καί ἀπό κανά μεζεδάκι καί ἀπό λίγο λαδάκι καί ἀπό ὁτιδήποτε ἄλλο; Κάνε μιά τέτοια κουβέντα στόν ἑαυτό σου.

Τρίτον: Ἦλθε ἡ ὥρα γιά προσευχή καί σύ λές: «Νά ἀρχίσω τώρα προσευχή; Κουρασμένος εἶμαι. Ἄς κάνω στά γρήγορα ἕνα Σταυρό καί ξέμπλεξα».

Ψιλικατζῆς ἔγινες! Τόσο δειλός εἶσαι καί φοβᾶσαι; Κάνε ἕνα προσκύνημα στό Θεό τῆς δόξης. Βάλε τό κεφάλι σου λιγάκι κάτω στή γῆ καί παρακάλεσέ τον: «Ἔλα Χριστέ μου, ἀδύναμος εἶμαι, ταπεινός εἶμαι, μικρός εἶμαι. Τό ξέρω ἐγώ πόσο μικρός εἶμαι. Προσπαθῶ νά καταλάβω πόσο μεγάλος εἶσαι σύ. Βοήθα με. Κράτα με. Φώτισέ με. Δυνάμωσέ με Θεέ μου».

Πῶς θά τόν παρακαλέσεις ἄν δέν κουραστεῖς λίγο; Καί πῶς θά ρθεῖ κοντά σου, ἄν δέν τόν παρακαλέσεις, μέ θέρμη, μέ καρδιά, δείχνοντάς του ὅτι τόν ἔχεις Πατέρα, θησαυρό.

Ἄς παρακολουθήσουμε αὐτά τά μηνύματα καί τά νοήματα πού μέσα ἀπό τό ἅγιο Εὐαγγέλιό του, μᾶς δίδει ὁ Κύριος γιά τήν σωτηρία μας. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,
διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στό Μεγαδένδρο τίς 9/11/2003

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/10/blog-post_7294.html#ixzz4P51vFa8e




Τους πονείς τους φτωχούς ;

lazaros4
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος
Ἀργά τά ἄνοιξε τά μάτια του ὁ πλούσιος! Τότε πού εἶδε στήν ἀγκαλιά τοῦ Ἀβραάμ τόν Λάζαρο! Τόν ἄνθρωπο, πού καταδεχόταν οὔτε νά τοῦ ρίξει μιά ματιά, ὅταν τόν εὕρισκε νά περιμένει ἔξω ἀπό τήν πόρτα του!
Καί τότε τό κατάλαβε καλά, τί σημαίνει ἐκεῖνο, πού λίγο πρίν ποτέ δέν θέλησε νά τό καταλάβει.
Στήν κόλαση βρέθηκε ὑποχρεωμένος, θέλοντας καί μή, νά κάμει ἕναν ἀπολογισμό. Ἐκεῖ, ἀναγκάσθηκε νά ψάξει νά ἰδεῖ, τί τοῦ εἶχε γίνει ἀφορμή νά χάσει, ἡ κακή του ἐκείνη διάθεση, πού δέν τόν ἄφηνε νά ἰδεῖ στό πρόσωπο τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου τόν «πλησίον» του: δηλ. ἕναν συνάνθρωπο, πού ἔπρεπε νά τόν περιμένει ὅτι μποροῦσε κάποτε νά βρεθῆ καί ὁ ἴδιος στήν θέση του· καί εἶχε γι᾿ αὐτό χρέος νά τόν συμπονάει.
Ἄς ρίξωμε μιά ματιά στήν ἄθλια κατάσταση, πού εἶχε βρεθῆ τότε ὁ πλούσιος. Τώρα εἶχε φθάσει στό ἄκρο ἀντίθετο! Τότε εἶχε μεγάλη ἀφθονία. Τότε γλεντοῦσε, ὅσο πιό καλά μποροῦσε. Τώρα τά εἶχε χάσει ὅλα. Καί ὅσο πιό πολύ σκεπτόταν τήν μεγάλη ἀντίθεση, τόσο πιό πολύ τόν ἔτσουζε. Καί γι᾿ αὐτό εἶπε: «Πατέρα, Ἀβραάμ, λυπήσου με. Καί στεῖλε τόν Λάζαρο, νά “βουτήξει” ἔστω καί ἕνα δάχτυλό του σέ νερό, νά μοῦ δροσίσει λίγο τήν γλώσσα· γιατί ὑποφέρω πολύ μέσα σέ αὐτές τίς φλόγες» (Λουκ. 16,24).
Ἀπό τά λόγια αὐτά, ἀσφαλῶς δέν πρέπει νά βγάλωμε τό συμπέρασμα, ὅτι ἀρκεῖ ἐκεῖ μιά σταγόνα νερό, γιά νά ἀνακουφίσει καί νά δροσίσει. Τά λόγια αὐτά μᾶς λένε μόνο, ὅτι ἐκεῖνοι πού ἔχουν πολλές ἁμαρτίες, ἐκεῖ θά ὑποφέρουν πολύ, ἐκεῖ θά ταλαιπωρηθοῦν πολύ· ἀπό τήν φοβερή ἐκείνη φωτιά· ἀπο τήν αἴσθηση τοῦ βάρους τῆς ἁμαρτίας τους.
Ἀπό τά λόγια αὐτά τοῦ πλουσίου, μαθαίνουμε μόνο ὅτι:
Στήν τελική κρίση τοῦ Κυρίου ἡ ποινή θά εἶναι κάτι τό ἀνάλογο μέ τήν ἐσωτερική μας ἀθλιότητα.
Ὁ πλούσιος, σπρωγμένος ἀπό τήν ἄθλια κατάσταση στήν ὁποία βρισκόταν, ἀναγκάστηκε νά ζητήσει μιά σταγόνα νερό!
Ἐδῶ στήν γῆ, σπρωγμένος ἀπο τήν φιλαργυρία καί ἀσπλαγχνία του, εἶχε καταντήσει νά μή δίνει οὔτε μιά σταγόνα νερό!
Ἄραγε μποροῦσε ποτέ, νά βρεθεῖ γι᾿ αὐτόν κατάσταση πιό δίκαιη, μέχρι τίς τελευταῖες της λεπτομέρειες καί ταυτόχρονα πιό ὁδυνηρή;
Ζητάει μιά σταγόνα νερό!
Ποῖος;
Ἐκεῖνος, πού στόν φτωχό δέν ἔδινε οὔτε ψίχουλο ψωμί.
Τόν ἔκαμε ὁ Θεός, νά ποθήσει σταγόνα νερό! Γιά νά τόν κάμει νά καταλάβει, τί φοβερό πρᾶγμα εἶναι ἡ φτώχεια. Καί ποσο χρειάζεται νά εἴμαστε πονετικοί στήν φτώχεια.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2012/11/blog-post_3179.html#ixzz4OKkIXGKZ




Ο πλούσιος και ο φτωχός Λάζαρος

lazaros2

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ (ΜΙGΝΕ  Ρ. G. τ. 48, στ. 970-982).

 

Ηταν κάποτε ἕνας ἄνθρωπος πλούσιος· φοροῦσε πορφύρα καί μεταξωτά ἐνδύματα κι ἔκανε γλέντια λαμπρά. Ἦταν κι ἕνας φτωχός πού τόν ἔλεγαν Λάζαρο. Αὐτός καθόταν στήν πόρτα τοῦ πλουσίου γεμᾶτος πληγές κι ἤθελε νά χορτάση ἀπό τά ψίχουλα, πού ἔπεφταν ἀπό τό τραπέζι του. Τά σκυλιά ἔρχονταν κι ἔγλυφαν τίς πληγές του». Γιά ποιό λόγο μιλοῦσε ὁ Κύριος μέ παραβολές καί γιατί ἄλλες παραβολές τίς ἐξηγοῦσε κι ἄλλες ὄχι καί τί εἶναι ἡ παραβολή καί τά παρόμοια, θά τά ἐξετάσουμε σέ ἄλλη περίσταση,
γιά νά μήν ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό ὅ,τι μᾶς ἀπασχολεῖ τώρα. Αὐτό μόνο θά σᾶς πῶ· ποιός ἀπό τούς Εὐαγγελιστές μᾶς λέει ὅτι ὁ Χριστός διηγήθηκε αὐτή τήν παραβολή. Εἶναι λοιπόν ὁ Λουκᾶς μόνο. Εἶναι ἀνάγκη νά τό γνωρίζουμε κι αὐτό· ἀπό ὅσα εἶπε ὁ Χριστός ἄλλα τά διηγήθηκαν κι οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστές καί καθένας χωριστά διηγήθηκε ὅ,τι ἄκουσε ἰδιαιτέρως. Γιά ποιό λόγο; Γιά νά γίνη ἀπαραίτητη ἡ ἀγνάγνωση καί τῶν ἄλλων Εὐαγγελιστῶν καί νά παρουσιαστῆ ἡ ἐξαίρετη συμφωνία μεταξύ τους. Ἄν μᾶς τά εἶχαν ἐξηγήσει ὅλοι τους ὅλα, δέ θά προσέχαμε σ᾿ ὅλους μέ τήν ἴδια προθυμία· θά ἔφτανε ὁ ἕνας νά μᾶς τά διδάξη ὅλα. Ἄν πάλι τά ἔλεγε ὁ καθένας διαφορετικά, δέ θά παρουσιαζόταν ἡ ἐξαίρετη συμφωνία. Γι᾿ αὐτό καί πολλά τά ἔγραψαν ὅλοι οἱ εὐαγγελιστές καί πάλι ὁ καθένας χωριστά ἔγραψε κι ἄλλα.
Ὁ Χριστός, λοιπόν, μέ τήν παραβολή αὐτή μᾶς λέει τό ἑξῆς· Ἦταν κάποιος πλούσιος καί ζοῦσε μέσα σέ πολλή κακία. Δέ δοκίμαζε καμιά συμφορά καί τ᾿ ἀγαθά του κυλοῦσαν σάν ἀπό πηγές. Τό ὅτι δέν τοῦ συνέβαινε τίποτε δυσάρεστο, οὔτε καμμιά λύπη, οὔτε καμιά δυσκολία, τό ἐξυπονοεῖ ἡ φράση «διασκέδαζε καθημερινά». Τό ὅτι ζοῦσε μέσα σέ κακία φαίνεται ἀπό τό τέλος πού τοῦ ἔτυχε καί πρίν ἀπό τό τέλος, ἀπό τήν περιφρόνηση πού ἔδειχνε στό φτωχό. Ὅτι δέν ἐλεοῦσε ὄχι ἐκεῖνον μονάχα πού βρισκόταν κάθε μέρα στήν πόρτα του, ἀλλά οὔτε ἄλλον κανένα, τό ἔδειξε αὐτός ὁ ἴδιος. Γιατί δέν ἦταν ὁ φτωχός πεσμένος σέ κάποιο σταυροδρόμι οὔτε σ᾿ ἀπόκρυφο τόπο, ἀλλά σέ μέρος τέτοιο, πού ἀδιάκοπα περνοῦσε ὁ πλούσιος κι ἦταν ὑποχρεωμένος νά τόν βλέπη. Ἄν λοιπόν δέν ἐλέησε αὐτόν πού ἦταν ριγμένος ἀδιάκοπα στίς πόρτες του καί μπροστά στά μάτια του πεσμένος, πού καθημερινά μιά καί δυό καί περισσότερες φορές ἦταν ἀναγκασμένος, μπαίνοντας καί βγαίνοντας, νά τόν βλέπη, ἄν δέν ἐλέησε αὐτόν πού ἦταν σέ τέτοια θλιβερή κατάσταση καί μέ σύντροφο μιά τόση φτώχεια καί πού βασανιζόταν ἀπό τήν φοβερή ἀρρώστια μιά ὁλόκληρη ζωή, ποιός ἀπό ὅσους ἄλλους τόν παρακαλοῦσαν θά μποροῦσε ποτέ νά τοῦ λυγίση τήν καρδιά; Γιατί ἄν τόν προσπέρασε τήν πρώτη μέρα, τή δεύτερη ἦταν φυσικό κάτι ν᾿ ἀντιληφθῆ. Κι ἄν δέν τόν πρόσεξε καί τότε, τήν τρίτη τοὐλάχιστο ἤ τήν τέταρτη ἤ τήν παράλλη, ἔπρεπε νά λυγίση ἐπί τέλους, ἀκόμα κι ἄν ἦταν ἀγριώτερος ἀπό τά θηρία…
Πρώτη λοιπόν κακία εἶναι αὐτή ἡ σκληρότητα καί ἡ ἄφθαστη ἀπανθρωπιά του. Δέν εἶναι τό ἴδιο νά εἶσαι φτωχός καί νά μή βοηθᾶς ὅσους βρίσκονται σέ ἀνάγκη μέ τό νά ἀδιαφορῆς γι᾿ αὐτούς πού λιώνουν ἀπό τήν πεῖνα, ἐνῶ σύ ἀπολαμβάνεις τέτοια καλοπέραση. Καί πάλι, δέν εἶναι τό ἴδιο νά δῆς μιά καί δυό φορές ἕνα φτωχό καί νά προσπεράσης μέ τό νά τόν βλέπης καθημερινά καί νά μή συγκινηθῆ ἡ ψυχή σου ἀπό εὐσπλαχνία καί φιλανθρωπία, παρ᾿ ὅλο πού ἀδιάκοπα εἶναι μπροστά σου. Ἀκόμα δέν εἶναι ἴδιο νά βρίσκεσαι σέ συμφορές καί λύπες καί στενοχώριες καί νά μήν βοηθᾶς τό διπλανό σου μέ τό νά ἀδιαφορῆς γιά τούς ἄλλους πού λιώνουν ἀπ’ τήν πεῖνα, ἐνῶ ἐσύ ζῆς σέ εὐφροσύνη καί διαρκῆ εὐτυχία, καί νά κλείνης τήν καρδιά σου χωρίς ἡ χαρά σου νά σέ κάνη πιό φιλάνθρωπο. Τό γνωρίζετε ὅλοι αὐτό· κι ἄν ἀκόμα εἴμαστε ἀπ᾿ ὅλους ἀγριώτεροι, εἶναι στή φύση μας νά μᾶς κάνη ἡ εὐτυχία πιό ἤμερους καί πιό καλούς. Αὐτόν ὅμως οὔτε ἡ εὐτυχία του δέν τόν ἔκανε καλύτερο· ἔμεινε ἀποθηριωμένος καί μέ τήν συμπεριφορά του ἔδειξε ὅτι ἔκρυβε μέσα του σκληρότητα καί ἀπανθρωπιά περισσότερο ἀπό κάθε θηρίο. Κι ὅμως, αὐτός πού ζοῦσε μέσα στήν κακία καί στήν ἀπανθρωπιά δοκίμαζε κάθε εὐτυχία, ἐνῶ ὁ δίκαιος, ὁ κυνηγός τῆς ἀρετῆς, ζοῦσε στό βυθό τῆς δυστυχίας. Ὅτι ὁ Λάζαρος ἦταν δίκαιος τό φανέρωσε τό τέλος του καί πρίν ἀπό τό τέλος ἡ ὑπομονή μέσα στή φτώχεια του. Δέ σᾶς φαίνεται ἄραγε πώς βλέπετε μπροστά σας αὐτά τά πράγματα; Κατάμεστο τό πλοῖο τοῦ πλουσίου ἀπό ἐμπορεύματα καί ταξίδευε μέ οὔριο ἄνεμο. Μή θαυμάσετε· τραβοῦσε ὁλοταχῶς γιά τό ναυάγιο, ἐπειδή δέ θέλησε νά διαθέση τό ἐμπόρευμά του μέ φόβο Θεοῦ. Νά σᾶς ἀναφέρω καί δεύτερη κακία; Ἡ καθημερινή ξένοιαστη ἀπόλαυση. Κι αὐτή εἶναι ἄκρα κακία. ῎Οχι τώρα πού ἐπιδιώκουμε τόση πνευματικότητα, ἀλλά καί παλιότερα, στήν Παλαιά Διαθήκη, τότε πού οἱ ἀπαιτήσεις ἦταν μικρότερες… Ὁ πλούσιος, λοιπόν, ζοῦσε μέσα σέ τόση κακία, μέσα σέ καθημερινή τρυφή καί ντυνόταν μέ πολυτέλεια ἀνάβοντας περισσότερο τήν κόλαση γιά τόν ἑαυτό του, ἀνάβοντας περισσότερο τή φωτιά, κάνοντας τήν καταδίκη του ἀπαρηγόρητη καί τήν τιμωρία του ἀσυγχώρητη. Κι ὁ φτωχός; Ριγμένος στήν ἐξώπορτα τοῦ πλουσίου οὔτε ἀπελπίστηκε, οὔτε βλαστήμησε, οὔτε ἀγανάκτησε. …Ἀπό ποῦ εἶναι αὐτό φανερό; Ἀπό τό ὅτι τόν πῆραν οἱ ἄγγελοι καί τόν ἀποκατάστησαν στόν κόλπο τοῦ Ἀβραάμ. Δέ θά τοῦ γινόταν τέτοια τιμή, ἄν ἦταν βλάσφημος…
Ἄς ἐπιδιώξουμε τήν ἀρετή καί τή χαρά πού δίνουν τά πνευματικά κατορθώματα, ζηλεύοντας τό Λάζαρο, πλούσιοι καί φτωχοί. Αὐτός δέν κατώρθωσε μόνο ἕναν καί δυό καί τρεῖς ἄθλους τῆς ἀρετῆς, ἀλλά πολύ περισσότερους, τή φτώχεια, τήν ἀρρώστεια, τήν ἀπουσία προστάτη, ὅτι ὑπέφερε σέ σπίτι πού μποροῦσε νά τοῦ σβήση ὅλα ἐκεῖνα τά δεινά του κι ὅμως δέν ἀξιώθηκε οὔτε ἕνα λόγο παρηγοριᾶς, ὅτι ἔβλεπε νά δοκιμάζη τόση ἀπόλαυση αὐτός πού τόν περιφρονοῦσε κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά νά ζῆ μέσα στήν κακία καί κανένα κακό νά μήν παθαίνη. Δέν εἶχε κι ἄλλο Λάζαρο νά δῆ (σάν τόν ἑαυτό του), δέν μποροῦσε νά ὑψωθῆ σέ σκέψεις γιά τήν ἀνάσταση, εἶχε τήν κακή ὑπόληψη πού ἀπό τίς συμφορές του σχημάτιζαν γι᾿ αὐτόν οἱ πολλοί, σά νά μήν τόν ἔφταναν τά πάθη του, ἀκόμα δέν ἔβλεπε τόν ἑαυτό του δύο καί τρεῖς μέρες, ἀλλά ὁλόκληρη τή ζωή του σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση καί τόν πλούσιο στήν ἀντίθετη. Τί, λοιπόν, θά ἀπολογηθοῦμε ἐμεῖς, ὅταν ἐκεῖνος βαστοῦσε μέ τόση γενναιότητα ὅλα μαζί τά δεινά κι ἐμεῖς δέν ἀντέχουμε οὔτε τά μισά; Δέν μπορεῖτε, δέν μπορεῖτε νά παρουσιάσετε οὔτε ν᾿ ἀναφέρετε κάποιον ἄλλον μέ τόσες καί τέτοιες συμφορές. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς τόν παρουσίασε μπροστά μας ὁ Χριστός· σέ ὅσο βάθος συμφορᾶς κι ἄν πέσουμε, βλέποντας σ᾿ αὐτόν (τό Λάζαρο) τό ἀμέτρητο πλῆθος τῶν θλίψεων, ν᾿ ἀντλήσουμε παρηγοριά καί στήριγμα ἀπό τή σοφία ἐκείνου καί τήν ὑπομονή. Εἶναι κοινός δάσκαλος τῆς οἰκουμένης γιά ὅσους ὑποφέρουν ὁποιοδήποτε κακό, δίνει σ᾿ ὅλους τήν εὐκαιρία νά τόν βλέπουν καί ὑπερβάλλει ὅλους μέ τό πλῆθος τῶν δεινῶν του.

Πηγή: http://kirigmata.blogspot.com/2013/10/blog-post_3605.html#ixzz4OKjwT3Yx




Κυριακή Γ΄Λουκά. Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμά

nain2
Κυριακή Γ΄ Λουκᾶ (Λουκ. ζ΄11-16)
Εἰς τὸ τῆς τρίτης Κυριακῆς τοῦ Λουκᾶ Εὐαγγέλιον ὑπόθεσιν
ἔχον τὸν ὑπὸ τοῦ Κυρίου ἐγερθέντα τῆς χήρας παῖδα. Ὁμιλία μβ΄.
Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς
Παρουσιάζοντας ὁ μέγας Παῦλος τὴ θεϊκότητα καὶ τὴν ὠφελιμότητα τῆς πίστεως καὶ ἀναφέροντας τὰ ἔργα της καὶ τοὺς ἄθλους καὶ τοὺς καρποὺς καὶ τὴ δύναμή της, ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρχὴ τῶν αἰώνων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τίποτα δὲν ὑπάρχει ἀρχαιότερο.  Μὲ τὴν πίστη, λέει, κατανοοῦμε ὅτι ἀποτελέστηκαν οἱ αἰῶνες μὲ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ δημιουργηθοῦν τὰ ὁρατὰ ἀπὸ ἀόρατα καὶ τελειώνει στὴ μελλοντική, παναθρώπινη ἀνάσταση καὶ τὴν τελείωση τῶν ἁγίων, ποὺ θὰ συμβῆ τότε, ἀπὸ τὴν ὁποία τίποτα δὲν εἶναι τελειότερο. Κι ἐνῶ κάμει τὸν κατάλογο ἐκείνων ποὺ θαυμάστηκαν γιὰ τὴν πίστη τους καὶ μὲ τὸ παράδειγμά τους δίνουν μαρτυρία γι’ αὐτὴν, προσθέτει καὶ τοῦτο·  Ἐξ αἰτίας τῆς πίστης τους ξαναπῆραν γυναῖκες μὲ ἀνάσταση τοὺς νεκρούς τους.

Καὶ αὐτὲς εἶναι ἡ Σαμαφθία καὶ ἡ Σουμανίτιδα. Ἀπ’ αὐτὲς ἡ πρώτη πῆρε ζωντανὸ τὸ νεκρὸ γιό της μὲ θαῦμα τοῦ προφήτη Ἠλία, καὶ ἡ Σουμανίτιδα μὲ θαῦμα τοῦ Ἐλισσαίου τὸ δικό της. Ἡ κάθε μία ἀπ’ αὐτὲς ἔδειξε μὲ τὰ ἔργα της μεγάλη πίστη.  Ἡ Σαραφθία εἶδε  τὴν  αὔξηση τῶν τροφίμων, ποὺ εἶχε ὑποσχεθῆ ὁ προφήτης καὶ πρὶν ἀπὸ τὰ παιδιά της  ἔθρεψε τὸν προφήτη ἀπὸ τὴ φούχτα τὸ ἀλεύρι καὶ τὸ λίγο λάδι, ποὺ μόνο εἶχε νὰ φάη μαζὶ μὲ τὰ παιδιά της καὶ νὰ πεθάνη. Ἀλλὰ  καὶ ὅταν μετὰ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Ἠλία ἀρρώστησε καὶ πέθανε ὁ γιός της -ἦταν μεγάλη ἡ  ἀρρώστια του, ὥσπου δὲν τοῦ ἀπόμεινε πιὰ πνοὴ  ζωῆς- αὐτὴ δὲν ἔδιωξε τὸν προφήτη, οὔτε τὸν κατηγόρησε, οὔτε ξέφυγε ἀπὸ τὴ θεοσέβεια ποὺ εἶχε ἀπ’ αὐτὸν διδαχθῆ, ἀλλὰ κατηγόρησε τὸν ἑαυτό της  καὶ νόμισε  ὅτι  οἱ ἁμαρτίες της ἦταν αἰτία τῆς δυστυχίας της. Ἔλεγε μέσα στὴ συμφορά της τὸν  Ἠλία «ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ» κι ἔριχνε τὶς αἰτίες στὸν ἑαυτό της. Τοῦ ἔλεγε σοβαρὰ καὶ  καθόλου εἰρωνικά, τί θέλεις ἀπὸ μένα ἄνθρωπε  τοῦ Θεοῦ; Μπῆκες στὸ σπίτι μου γιὰ  νὰ μοῦ θυμίσης τὶς ἁμαρτιές  μου καὶ νὰ  θανατώσης τὸ γιό μου; Εἶσαι φῶς, λέει, κατὰ συμμετοχή, ἐπειδὴ εἶσαι ὑπηρέτης τοῦ φωτὸς τῆς δικαιοσύνης καὶ μὲ τὸν  ἐρχομό σου  ἔκαμες φανερὰ τὰ ἀθώρητα ἀμαρτήματά μου. Αὐτὸ σκότωσε τὸ γιό μου. Βλέπετε πίστη γυναίκας ἀλλόφυλης, βλέπετε ταπείνωση;  Γι’ αὐτὸ καὶ πρώτη ἔλαβε τὴν ἐκλογὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ ἀξιώθηκε νὰ γίνη τὸ πρότυπο τῆς  κλήσης  καὶ τῆς πίστεως τῶν ἐθνῶν. Ἔπειτα ἔλαβε ζωντανὸ καὶ τὸ γιό της. Ἡ Σουμανίτιδα πάλι καὶ ἀπὸ ὅσα εἶπε στὸν ἄνδρα της γιὰ τὸν Ἐλισσαῖο κι’ ἀπὸ τὴν ἑτοιμασία της νὰ τὸν ὑποδεχθῆ καὶ ἀπὸ τὴν μετριοπάθεια ποὺ ἔδειξε, ὅταν πέθανε τὸ παιδί της, φανέρωσε τὴν πίστη της. Ἀφοῦ ἔκρυψε σιωπηλὰ τὸ δυστύχημά της ἔτρεξε στὸν προφήτη, τὸν τράβηξε  στὸ σπίτι της λέγοντας·  «Ζῆ ὁ Κύριος  καὶ ζῆ ἡ ψυχή του, ἄν σ’  ἐγκαταλείψω».  Μὲ τὴν πίστη της αὐτὴ ἔλαβε ἀναστημένο ἀπὸ τὸν προφήτη τὸ γιό της. Ὥστε δ ὲν εἶναι κατόρθωμα τῶν προφητῶν ἐκείνων τὸ ἐξαιρετικὸ αὐτὸ θαῦμα, οὔτε τῆς πίστης μόνο τῶν μητέρων ἐκείνων, ποὺ δέχτηκαν τοὺς ἀναστημένους. Αὐτὸ κι ὁ Παῦλος ἀφήνει νὰ ἐννοηθῆ, λέγοντας·  Ἐξ αἰτίας τῆς πίστης τους ἔλαβαν γυναῖκες μὲ ἀνάσταση τοὺς νεκρούς τους.

Ἀλλὰ μόλο ποὺ οἱ προφῆτες εἶχαν συνεργό τους τὴν πίστη τῶν μητέρων καὶ εὐαρέσκεια πρὸς τὸ Θεό, βρῆκαν δυσκολία. Ὁ Ἠλίας, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα, φώναζε μὲ θρῆνο πρὸς τὸ Θεό· ἀλλοίμονο, Κύριε, σὺ ποὺ προστατεύεις τὴ χήρα, ποὺ στὸ σπίτι της ἔχω κατοικία, σὺ ὡδήγησες στὸ θάνατο τὸ γιό της. Ἔπειτα τὸν ἐπικαλέστηκε καὶ εἶπε, Κύριε ὁ Θεός μου, ἄς ἐπιστρέψη  στὸ παιδάριο ἡ ψυχή του.  Κι ἔγινε ἔτσι. Ὁ Ἐλισσαῖος πάλι ὄχι μόνο στάθηκε κοντὰ στὸ παιδὶ γυρίζοντας γύρω του ἑφτὰ φορὲς ἀλλὰ καὶ προσευχήθηκε στὸν Κύριο, ὅπως εἶναι γραμμένο καὶ ἔτσι ξαναζωντάνεψε τὸ γιὸ τῆς Σουμανίτιδος. Ὁ Κύριος μας ὅμως Ἰησοῦς Χριστός, κατὰ τὸ σημερινὸ ἀνάγνωμσα τοῦ Εὐαγγελίου, σπλαχνίστηκε τὴ χήρα, ποὺ ἔπαιραν τὸ γιό της νεκρό. Δὲν καθυστέρησε καθόλου, δὲν ἐκοπίσασε, δὲν προσευχήθηκε· ἔδωσε πίσω ζωντανὸ  ἀπὸ νεκρὸ τὸ γιό της στὴ  λυπημένη  μάνα  καὶ  ἔδειξε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνο Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου –Πήγαινε ἔπειτα ὁ Ἰησοῦς  γράφει  ὁ Εὐαγγελιστής, σὲ  μιὰ  πόλη ποὺ  τὴ λένε Ναΐν.  Ἀκάλεστος ἔρχεται ὁ Κύριος γι’ αὐτὸ τὸ μεγάλο  θαῦμα τῆς ἀναστάσεως, γιὰ νὰ δείξη ὅτι δὲν ἔχει μόνο τὴ δύναμη τῆς ζωῆς  ἀλλὰ  καὶ τὴν ἀσύγκριτη καλωσύνη καὶ τὴν συμπάθεια.  Τὸν Ἠλία σὰ νὰ τὸν εἰρωνεύτηκε ἡ Σαραφθία, παρακινῶντας τον στὸ ξαναζωντάνεμα τοῦ παιδιοῦ της. Τὸν Ἐλισσαῖο πάλι ἡ Σουμανῖτις, ἀφοῦ τὸν ἐπληροφόρησε γιὰ τὸ πάθημά της  ποὺ δὲν  τὸ γνώριζε, ἔπειτα τὸν  ὑποχρέωσε λέγοντας. «Ζῆ ὁ Κύριος καὶ ζῆ ἡ ψυχή του, ἄν σ’  ἐγκαταλείψω». Ὁ Κύριος καὶ γνωρίζει  ἀπὸ μόνος του πιὸ μπροστὰ καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ τὸν παρακαλῆ πηγαίνει στὴν πόλη, ὅπου γινόταν ἡ κηδεία τοῦ νεκροῦ παιδιού. Πορεύεται  ἔπειτα, λέει. Κι αὐτὸ  πάνσοφα τὸ ὑποδήλωσε ὁ Εὐαγγελιστής. Ἡ ἀνάσταση τοῦ παιδιοῦ τῆς χήρας ὑποδηλώνει  τὴν ἀνακαίνιση τῆς  ψυχῆς μας. Χήρα ἦταν καὶ ἡ  δική μας  ψυχή, ποὺ ἔχασε γιὰ τὶς ἁμαρτίες τὸν οὐράνιο νυμφίο, κι  ἔχει σὰ μονογενῆ της τὸ νοῦ ποὺ τῆς ταιριάζει, ποὺ ἦταν νεκρὸς κι εἶχε χάσει τὴν  ἀληθινή ζωή  ἀπὸ τὸ κεντρί τῆς ἁμαρτίας. Ἐκηδευόταν  κι αὐτός, ἀφοῦ τὰ πάθη ποὺ  τὸν κυβερνοῦσαν τὸν  ἀπομάκρυναν ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τὸν ὡδήγησαν στοὺς βυθοὺς τοῦ Ἄδη καὶ τῆς ἀπώλειας.  Ἔτρεξε  ὅμως σ’ ἐμᾶς  ὁ Κύριος  κι ἀφοῦ στάθηκε ἀνάμεσά μας μὲ τὴ σαρκικὴ παρουσία του , μᾶς ἀνανέωσε καὶ μᾶς ὤρθωσε. Αὐτὸ δὲν εἶχε γίνει ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀλλὰ ἀργότερα στοὺς τελευταίους αἰῶνες.  Γι’ αὐτὸ μήτε τοῦτο δὲν τὸ παρέλειψε ὁ Εὐαγγελιστὴς λέγοντας·  Πήγαινε ἔπειτα ὁ Ἰησοῦς γιὰ ν’ ἀναστήση τὸ νεκρὸ γιὸ τῆς χήρας καὶ νὰ μεταβάλη τὸ πένθος  της σὲ χαρά.  Προσέχετε,  παρακαλῶ, ἀδελφοί μου, στὰ λεγόμενα.  Καὶ σὲ καθένα ἀπὸ σᾶς, ἄν αἰσθανθῆ τὸ νεκρὸ ποὺ ἔχει μέσα του καὶ μέσα σὲ πένθος θρηνήση τὶς ἁμαρτίες του καὶ λυπηθῆ   μετανοῶντας  γι’ αὐτές, θὰ βαδίση καὶ πρὸς αὐτὸν ὁ παράκλητος δίνοντάς του  ζωὴ καὶ παρηγορία αἰώνια.  Γιατί λέει·  Μακάριοι ὅσοι πενθοῦν, γιατὶ θὰ παρηγορηθοῦν.
Πορευόταν ἔπειτα λέει ὁ Εὐαγγελιστής, ὁ Ἰησοῦς καὶ συμπορεύονταν μαζί του οἱ μαθηταί, ποὺ δὲν ἦσαν λίγοι καὶ κόσμος πολύς. Ὁ Ἠλίας ἀπομονώνεται, ὅταν εἶναι ν’ ἀναστήση τὸ γιὸ τῆς Σαραφθίας. Κι ὁ Ἐλισσαῖος ἀνέβηκε στὸ ὑπερῶο, ὅπου βρισκόταν ὁ νεκρὸς κι ἔκλεισε, ὅπως περιλαμβάνει ἡ διήγηση τὴ θύρα καὶ γιὰ τῆς δύο, τὴ Σουμανίτιδα καὶ τὸ μαθητή του Γιεζῆ. Ἐπειδὴ εἶχαν ἀνάγκη νὰ προσευχηθοῦν πολλὴ ὥρα στὸ Θεό, κι ἐπειδὴ ἀπὸ τὴ φύση τους οἱ ἄνθρωποι ἀπασχολοῦν τελειότερα τὸ νοῦ τους καὶ τὸν στρέφουν ὁλόκληρο πρὸς τὸ Θεό, ὅταν ἀπομονωθοῦν, γι’ αὐτὸ κι ἀποχωρίστηκαν ἀπὸ τοὺς πιὸ δικούς τους. Ὁ Κύριος ὅμως ἐπειδὴ ἀληθινὰ ἔχει τὴν ἐξουσία τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου καὶ δὲ χρειάζεται καθόλου νὰ προσευχηθῆ γιὰ νὰ ζωοποιήση τὸ παιδί, δὲν εἶχε μονάχα τοὺς δικούς του μαθητάς μαζί του ἀλλὰ καὶ κόσμο πολύ, ποὺ τὸν βρῆκε γύρω ἀπὸ τὸ νεκρό· κι ἐνῶ ὅλοι ἔβλεπαν κι ἄκουγαν, μὲ πρόσταγμα μόνο ἐζωοποίησε τὸ νεκρό. Καὶ τὄκαμε αὐτὸ μπροστὰ σ’ ὅλους ἀπὸ φιλανθρωπία, γιὰ νὰ προσελκύση ὅλους στὴ σωτήρια πίστη πρὸς αὐτόν.  Μόλις πλησίασε στὴν πύλη τῆς πόλης, γράφει, ἔβγαζαν κάποιο νεκρό.  Γνωρίζοντας ἀπὸ πρὶν ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα τῆς ἐκφορᾶς φτάνει ὅταν πρέπη. Ἐκήδευαν κἄποιο νεκρό, μονογενῆ τῆς μετέρας του, ποὺ ἦταν χήρα. Εἶχε ὁδηγήσει τὴ λύπη τῆς χήρας στὸ πολλαπλάσιο ἀλλὰ προξένησε καὶ λύση θαυμαστή. Βλέπει ὁ Κύριος μιὰ μητέρα, καὶ μάλιστα χήρα. Γύρω σ’ ἕνα παιδὶ νὰ περιπλέκη τὶς ἐλπίδες της καὶ ἐνῶ τῆς τὄπαιρνε τώρα ἕνας πρόωρος θάντατος, αὐτὴ ἀκολουθοῦσε τὴ σορὸ του θρηνῶντας σπαραχτικά.  Τὴ σπλαχνίζεται ἀμέσως –Πῶς ἀλλιῶς θὰ ἔκανε ὁ πατέρας τῶν ὀρφανῶν καὶ προστάτης τῶν χηρῶν; Τὴ σπλαχνίστηκε καὶ τῆς εἶπε θέλοντας νὰ τὴν παρηγορήση, καθὼς πρόβλεπε τὸ μέλλον· Μὴ κλαῖς. Ἤξαιρε ἐκεῖνος τὶ θὰ ἔκανε, ἡ γυναίκα ὅμως, οὔτε αὐτὸν ἤξερε οὔτε, πολὺ περισσότερο, τὸ μέλλον.  Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν εἶχε πίστη, οὔτε γύρευε τίποτα ἀπ’  αὐτήν. Ἀλλὰ καθὼς ἦταν παντοδύναμος καὶ δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθεια ἐκείνων ποὺ πίστευαν, πλησίασε καὶ ἄγγιξε τὴ σορό, γιὰ νὰ δείξη ὅτι καὶ τὸ δικό του σῶμα, σὰν ὁμόθεο, εἶχε δύναμη ζωοποιό, τοῦ εἶπε· παλληκάρι, σοῦ λέγω σηκώσου. Ὁ νεκρὸς ἀνακάθεται. Ἄκουσε ἡ κουφὴ ὕλη αὐτὸν ποὺ καλοῦσε τὰ ἀνύπαρκτα σὰν ὑπαρκτά· ἄκουσε αὐτὸν ποὺ κυβερνᾶ τὰ πάντα μὲ τὸ λόγο τῆς δυνάμεώς του, ἄκουσε τὴ φωνὴ ὄχι ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ἔχει μέσα τοῦ τὸ Θεό, ἀλλὰ τὸ Θεό ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος κι ὄχι μονάχα ἀνακάθεται ὁ νεκρὸς μὰ κι ἀρχίζει νὰ μιλᾶ.  Κι ὁ γιὸς ἐπίσης τῆς χήρας Σαραφθίας, ὅταν γύρισε σ’ αὐτὸν ἡ ψυχή του, φώναξε κατὰ τὴ διήγηση. Αὐτὸ εἶναι ἀπόδειξη ὅτι ἡ ἀνάσταση δὲν ἦταν φανταστική. Ὁ Ἠλίας λοιπὸν ἀνάστησε ἕνα νεκρό, μὲ τὴν προσευχή κι ἄλλον ἕνα ὁ Ἐλισσαῖος, ὅταν ἀκόμα ζοῦσε. Βεβαίωναν ἔτσι καὶ ἀποδείκνυαν ἀπὸ πρωτύτερα τὴ θεία μαζὶ κι ἀνθρώπινη ζωοποιὸ ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος ἀνάστησε πρὶν ἀπὸ τὸ σταυρό τρεῖς μὲ πρόσταγμά του, αὐτὸν ἐδῶ τὸ γιὸ τῆς χήρας, τὴν κόρη τοῦ ἀρχισυναγώγου καὶ τὸν τετραήμερον Λάζαρο. Πάνω στὸ σταυρὸ ἀνάστησε πολλούς, ποὺ σὲ πολλοὺς παρουσιάστηκαν. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτοὺς μετὰ τὸ θάνατό του γιὰ μᾶς ἐπάνω στὸ σαυρὸ ἀνάστησε τὸν ἑαυτὸ του ἤ καλύτερα τὸν ἐσήκωσε ὕστερα ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν ταφὴ κι ἔγινε ἔτσι ὁ ἀρχηγὸς  τῆς αἰωνίας ζωῆς. Γιατὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι , ἄν κι ἀναστήθηκαν, ὅμως πάλι κοινώνησαν τὴν ἴδια μ’ ἐμᾶς θνητὴ ζωή- Τὸ Χριστὸ ὅμως ὅταν ἀναστήθηκε δὲν τὸν κυριεύει πιὰ θάνατος. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Κύριος μόνος ἔγινε ἀρχηγὸς τῶν νεκρῶν, δηλαδὴ τῶν πιστῶν κι ἐκείνων ποὺ ἀποδήμησαν ἀπὸ δῶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς ἀναστάσεως καὶ τῆς αἰωνίας ζωῆς. Ἔγινε ἀρχηγὸς τῶν νεκρῶν καὶ πρωτότοκος ἀνάμεσα ἀπὸ τοὺς νεκροὺς κι ἔδωσε σ’ ἐμᾶς διαβεβαίωση καὶ ὑπόσχεση ὄχι γι’ αὐτὴ τὴ δική μας ζωή, τὴ θνητὴ καὶ σημαδεμένη μὲ τὴ φθορά, ἀφοῦ τὴν κυριαρχεῖ ἡ ἀνθρώπινη μοῖρα ἀλλὰ γιὰ τὴ ζωὴ τῶν ἐλπίδων μας, τὴν ἔνθεη καὶ ἀθάνατη καὶ αἰώνια. Αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι τὸ δικό του δῶρ, ὁλότελα ταιριαστὸ στὸ Θεό. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν παρέχει ἐδῶ σ’  αὐτοὺς ποὺ ἀνάστησε τὴν ζωὴν αὐτὴ ἀλλὰ τὴ ζωή, ποὺ τὴν κόβει ὁ θάνατος, δὲν τὴ χαρίζει σ’ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους ἀλλὰ  τὸ  κάμει γιὰ χάρη ἄλλων, θέλοντας νὰ τοὺς ὁδηγήση  στὴν πίστη, ποὺ αὐτὴ χαρίζει τὴν αἰώνια ζωή.  Κι  ἐδῶ δὲν ἀνασταίνει τὸ νέο γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ γιὰ τὴ μητέρα του, νιώθοντας εὐσπλαχνία γι’ αὐτήν, ὅπως διηγεῖται μὲ σαφήνεια ὁ Εὐαγγελιστής. Γι’ αὐτὸ κι ἀφοῦ τὸν ἀνάστησε τὸν παρέδωσε στὴ μητέρα του.
Βλέπετε πῶς ὁ Κύριος δείχνοντας εὐσπλαχνία στὴ χήρα ποὺ πενθοῦσε τὸ γιό της, δὲν τῆς ἀπηύθυνε μόνο παρηγορητικὰ λόγια ἀλλὰ τὴν ἀνακούφισε μὲ ἔργα. Ἔτσι ἄς κάνωμε κι ἐμεῖς ἀνάλογα μὲ τὴ δύναμή μας κι ἄς μὴ δείχνωμε μὲ λόγο μόνο συμπάθεια σ’ ὅσους ὑποφέρουν ἀλλὰ καὶ μὲ τὶς πράξεις μας.  Γιατὶ ἄν ἐμεῖς κάνωμε καλὰ ἔργα μὲ ὅλη τὴ δύναμή μας, θὰ μᾶς εὐεργετήση κι ἐμᾶς ὁ Θεὸς ἀνταμείβοντάς   μας μ’ ὅλη του τὴ δύναμη. Συγκρίνετε τώρα καὶ διαπιστώσετε πόσο μεγάλη εἶναι ἡ ὑπεροχὴ καὶ πόσο ὑπερβολικὸ τὸ μέγεθος τῆς ἀμοιβῆς. Ὅσο ξεπερνᾶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπο, τόσο καὶ ἡ θεϊκὴ δύναμη τὴν ἀνθρώπινη καὶ τὸ εὐεργετικὸ ἀποτέλεσμα ἐκείνης τὸ ἀντίστοιχο τῆς δικῆς μας. Ἄν ζητοῦσε κάποιος κάλπικες δεκάρες κι ἔδινε πίσω στατῆρες χρυσοῦς, ποιόν δὲ θὰ εὐχαριστοῦσε ἡ ἀνταλλαγή; Τώρα ὅμως δὲν ἔχομε ν’ ἀλλάζωμε χάλκινα μὲ χρυσὰ νομίσματα –εἶναι μέταλλα καὶ τὰ δύο μὲ τὴν ἴδια σχεδὸν φυσικὴ ἀξία- ἀλλὰ νὰ κάνωμε προσφορὲς ἀνθρώπινες  καὶ νὰ δεχτοῦμε θεϊκές·  καὶ οἱ ἀνθρώπινες προσφορὲς μας γίνονται σ’ ἀνθρώπους, ποὺ εἶναι ἐπὶ τέλους χρέος φυσικό. Γιατὶ ἀπὸ τὴ φύση μας χρεωστοῦμε τὴ συμπάθεια καὶ τὴ συμπόνια ὁ ἕνας στὸν ἄλλο. Ἄς ἀποβλέψωμε ὅμως στὴν πολύτροπη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, γιὰ τὴν ὁποία κανένα ἀντάλαγμα δὲ μᾶς ζητεῖ, παρὰ μόνο τὴ μεταξύ μας συγχωρητικὴ διάθεση καὶ τὰ αἰσθήματα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας μὲ τοὺς λόγους.  Συγχωρήσετε καὶ θὰ συγχωρηθῆτε, δώσετε καὶ θὰ σᾶς δοθῆ.  Πῶς δὲ θὰ παραχωρήσωμε ὅσο μποροῦμε, ἔμπρακτα στοὺς ἀδελφούς μας ποὺ ἔχουν ἀνάγκη τὴ συγχώρηση καὶ τὴν εὐσπλαχνία σὰν ἀπαραίτητη ὀφειλή; Ἀλλὰ δὲ μᾶς ἔδειξ μόνο τὸ ἔλεός του ὁ Θεὸς καὶ δὲ μᾶς ἔκαμε μόνο τόσες εὐεργεσίες, ποὺ μήτε νὰ τὶς ἀριθμήσωμε δὲν εἶναι δυνατό.  Δεχτήκαμε ἀκόμα καὶ τὶς ἐγγυήσεις του ὅτι θὰ λάβωμε τὸ ἀντίδωρο γιὰ τὶς καλές μας πράξεις πρὸς τοὺς ἀδελφούς μας μὲ σωστὸ καὶ πατημένο μέτρο.  Γιατὶ τότε δὲ σπεύδομε σ’ αὐτό, μὲ ὅση δύναμη ἔχομε, γιατὶ δὲν καταθέτομε, μιμηταὶ τοῦ Κυρίου μας, καὶ τὴν ἴδια τὴ ζωή μας, ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο, ἄν χρειασθῆ, γιὰ ν’ ἀντιδωρηθοῦμε ἀπ’ αὐτὸν μὲ τὴν αἰώνια ζωή; Εἶναι ὅμως τοῦτο καὶ χρέος μας, ἄν ὄχι πρὸς τοὺς ἄλλους τοὐλάχιστον σ’ ἐκεῖνον, ποὺ παρέδωκε τὸν ἑαυτό του στὸ θάνατο γιὰ χάρη μας.  Γιατὶ δὲν παραδόθηκε μόνο γιὰ νὰ μᾶς λυτρώση ἀλλὰ καὶ νὰ μᾶς παραδειγματίση   καὶ νὰ μᾶς διδάξη ἔμπρακτα ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ λόγο καὶ σκέψη ἀσύγκριτα πιὸ ὑψηλά.  Γι’ αὐτό, λέει, ἔπαθεν ὁ Χριστὸς γιὰ χάρη μας ἀφήνοντας παράδειγμα σ’ ἐμᾶς, γιὰ νὰ ἀκολουθήσωμε τὰ ἴχνη του καὶ νὰ εἴμαστε   ἕτοιμοι, ἄν χρειαστῆ, νὰ δώσωμε καὶ τὴ ζωή μας, γιὰ νὰ ἐκπληρωθοῦν οἱ ἐντολές του. Ἔτσι θὰ λάβωμε μέρος στὴ δική του ζωὴ καὶ βασιλεία, ποὺ καλύπτει τοὺς αἰῶνες, θὰ ζοῦμε μαζί του καὶ θὰ δοξαζόμαστε μαζὶ του παντοτινά.
Ἰδέστε τὸ Μυροβλήτη, ποὺ ἀρχίσαμε σήμερα τὰ προεόρτια τῆς μνήμης τοῦ ἱεροῦ μαρτυρίου του· ἔχυσε θεληματικὰ τὸ αἷμα του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὸ ἔκαμε ἀέναη καὶ ἀστείρευτη πηγὴ λογῆς θαυμάτων, πηγὴ ἁγιασμοῦ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος, μύρου πανίερου, εὐφραντικοῦ. Ἡ ψυχὴ βέβαια τοῦ Μεγαλομάρτυρα δίκαια χαίρεται στὸν οὐρανὸ τὴν αἰώνια καὶ καθαρὴ δόξα τῶν ἀγγέλων· τὸ σῶμα του ὅμως ἐδοξάσθηκε μαζὶ μ’ ἐκείνη ἀλλὰ μοιάζει ἡ τωρινὴ τιμὴ σὰν προδιαγραφὴ καὶ προτύπωση καὶ συμβολισμὸς σὲ σχέση μὲ τὴν θεϊκώτατη καὶ οὐράνια δόξα, ποὺ θὰ ἀπολαύση μελλοντικά. Κι ἄν εἶναι τέτοιας λογῆς ἡ προδιαγραφὴ κι ἡ προτύπωση, τί λογῆς θὰ εἶναι ἡ μελλοντικὴ ἐκείνη κατακλεῖδα; Ἀνέκφραστη, ὅπως καὶ νἆναι, καὶ ἀσύλληπτη. Μακάρι κι ἐμεῖς μὲ τὶς πρεσβεῖες τοῦ Μυροβλήτη, καθὼς ἐδῶ κοινωνοῦμε τὸ θεῖο μύρο, ποὺ ξεχύνεται ἀπὸ τὸν τάφο του, ἔτσι καὶ τότε νὰ γίνωμε θεωροὶ καὶ μέτοχοι τῆς δόξας ἐκείνης μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ δοξάζεται μὲ τὰ ἔργα τῶν μαρτύρων του, τοῦ Θεοῦ τῶν ὅλων. Σ’ αὐτὸν ταιριάζει κάθε δόξα στοὺς ἀπέραντους αἰῶνες. Ἀμήν.
Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου
Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον
Τόμος Δεύτερος
Ἀθῆναι 1969
σελ.20-27



Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ

 

image

Ομιλία στο ευαγγέλιο της Β΄ Κυριακής του Λουκά, του μακαριστού Μητροπολίτου Νικοπόλεως π. Μελετίου Καλαμαρά
Η ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ
(Λουκ. 6, 31- 36)
Τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν

Σήμερα τό Εὐαγγέλιο μᾶς μίλησε γιά ἕνα μόνο θέμα. Γιά τήν ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ χριστιανισμοῦ καί τῶν χριστιανῶν. Τοῦ χριστιανισμοῦ εἶναι σίγουρα. Τῶν χριστιανῶν, τοῦ καθενός μας, πρέπει νά γίνει. Γιατί δέν εἶναι δυνατόν νά εἶναι κανείς τοῦ Χριστοῦ, μέλος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, πού κύριο χαρακτηριστικό της ἔχει τήν ἀγάπη, καί ὁ ἴδιος νά μήν φροντίζει νά ἔχει ἀγάπη.

Ἅμα θέλαμε νά κάνομε μία παρομοίωση καί νά ποῦμε τί πάνω-κάτω εἶναι τό μήνυμα τῆς ἀγάπης θά λέγαμε: Ὅπως στούς δρόμους, ὑπάρχουν οἱ πινακίδες πού λένε, ἀπό δῶ πάει γιά Ἀθήνα, ἀπό κεῖ πάει γιά Θεσσαλονίκη κ.ο.κ. ἔτσι ὑπάρχει μέσα στό εὐαγγέλιο ἕνας ὁδοδείκτης, ἕνα σῆμα, πού λέει:

«Ἀπ’ ἐδῶ πηγαίνουν πρός τά ἄνω. Ἔτσι πᾶνε πρός τόν Χριστό. Ἔτσι πηγαίνουν σέ μία ἀνώτερη πνευματική ζωή, πού ἔχει ἰδιαίτερη ἀξία».

Ἐάν δέν ὑπῆρχε Θεός, ὁ καθένας θά μποροῦσε νά κάνει ὅ,τι θέλει.

Δέν θά ἔδινε σημασία καί ἀναφορά σέ κανένα. Καί γιά τίποτε. Ἀπό τήν στιγμή ὅμως πού ὁ Θεός ὑπάρχει καί κυβερνάει τόν κόσμο, καί εἴμαστε εἴτε τό θέλομε εἴτε δέν τό θέλομε ὅλοι δικοί του, δέν εἴμαστε ἀνεξέλεγκτοι. Εἴτε τόν ἀναγνωρίζομε τόν Θεό καί τοῦ τό λέμε στίς προσευχές μας, εἴτε τόν ἀρνούμαστε καί τόν ξεγράφομε, αὐτός ὑπάρχει.

Δέν σημαίνει ὅτι ἐπειδή σύ τόν ξέγραψες, ξεγράφτηκε ὁ Θεός.

Ὅποιος λοιπόν θέλει νά εἶναι λογικός, σωστός, ἀπέναντι τοῦ ἑαυτοῦ του πρῶτα καί μετά σωστά τοποθετημένος μέσα σέ αὐτό τό ὄμορφο σύμπαν πού λέγεται «ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ», ἔχει τήν ὑποχρέωση νά φροντίζει, τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, νά τόν ἀκούει καί νά τόν τηρεῖ.

«Ἀγάπη λοιπόν», μᾶς λέγει σήμερα ὁ Χριστός στό εὐαγγέλιο. «Μή ξεχνᾶτε ὅτι τό χαρακτηριστικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ἀγάπη».

Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, δέν ξέρανε τί σημαίνει ἀγάπη.

Οἱ εἰδωλολάτρες ὅλου τοῦ κόσμου, δέν ξέρανε τί σημαίνει ἀγάπη.

Καί κάθε ἄνθρωπος πού φεύγει ἀπό τόν Χριστό, δέν ξέρει τί εἶναι ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη χωρίς Χριστό, εἶναι ἕνα πράγμα ἐντελῶς ἀνθρώπινο.

Γιά νά μᾶς τό περιγράψει ὁ Χριστός, ἀνέφερε τρεῖς κατηγορίες ἀνθρώπων πού λένε ὅτι ἔχουν ἀγάπη, ἀλλά δέν ἔχουν. Εἶναι αὐταπάτη ἀγάπης. Γιατί ἡ ἀγάπη αὐτή τήν ὁποία κηρύττουν εἶναι ἁπλῶς ἕνας συναισθηματισμός δικός τους. Τοῦ καθενός.

Τί σημαίνει συναισθηματισμός; Βλέπω ἕναν πεινασμένο καί λέω: «Ἄ, τόν κακομοίρη. Δῶστε του ἕνα κομματάκι ψωμί νά φάει». Βλέπω ἕνα πού ξεπαγιάζει στό κρύο, μέ πιάνει ὁ συναισθηματισμός καί λέω: «Δῶστε του ἕνα ρουχαλάκι νά φορέσει, ἄνθρωπος εἶναι».

Καί ἄν πεῖς γιά τό παιδί σου… «Ὅλα θυσία γιά τό παιδί μου».

Ἀπό συναισθηματισμό.

Βλέπει ἕνα κορίτσι τόν ἀγαπημένο της, ὅλα θυσία. Καί τόν ἑαυτό της ἀκόμη.

Βλέπει ἕνα ἀγόρι τήν κοπέλλα πού ἀγαπάει, τήν μάνα του ξεχνάει. Θυμᾶστε τό παραμύθι τί λέει;

Μιά φορά ἀγάπησε ἕνας νεαρός μιά κοπέλλα,πού ἦταν μάγισσα. Ἡ μάγισσα, τοῦ εἶπε:

-Σφᾶξε τήν μάνα σου, φέρε μου τήν καρδιά της καί μετά θά δεχθῶ, νά μέ πάρεις.

Μπορεῖ μιά μάνα νά σκοτώνεται γιά τό παιδί της, καί τόν γείτονά της νά μήν τόν θέλει οὔτε νά τόν δεῖ, οὔτε νά τόν ἀκούσει.

Ἔχει ἀγάπη Χριστοῦ; Ὄχι! Φυσική ἀγάπη ἔχει, μόνο.

Ἀγάπη τῆς γῆς. Ἀγάπη τοῦ οὐρανοῦ

Λέει λοιπόν ὁ Χριστός. Προσέχετε. Μήν κάνετε λάθος καί νομίζετε ἀγάπη ἐκεῖνο πού δέν εἶναι. Καί νομίζετε ἔτσι ὅτι εἴσαστε ἐντάξει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καί τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀπέναντι τοῦ χρέους τό ὁποῖο ἔχετε, ἐνῶ ἀκόμη δέν ἔχετε ξεχρεώσει τίποτε.

«Ἐάν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαπώντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί;»

Ἄν ἀγαπᾶτε μόνο ἐκείνους πού σᾶς ἀγαπᾶνε, τί καλό κάνετε; Ὑπάρχει ἄνθρωπος πού δέν ἀγαπᾶ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν;

Καί ἐκεῖνοι πού εἶναι στόν ὑπόκοσμο· καί οἱ ἐγκληματίες· καί ὅλοι οἱ συμφεροντολόγοι πού πίνουν τό αἷμα τῶν ἄλλων, ἐκείνους πού τούς ἀγαπᾶνε, τούς ἀγαποῦν.

Ἄς προσθέταμε ἀκόμη: Καί οἱ σατανιστές, πού λατρεύουν τόν διάβολο, ἐκείνους πού τούς ἀγαπᾶνε, τούς ἀγαποῦν. Ἔτσι εἶναι ὁ ἄνθρωπος.

Δεύτερο περίπτωση. «Καί ἄν ἀγαπᾶτε τούς ἀγαθοποιούντας ὑμᾶς», ἄν ἀγαπᾶτε ἐκείνους πού σᾶς κάνουν καλό, «ποία χάρις ὑμῖν ἐστι»;

Οἱ ἁμαρτωλοί ὅλου τοῦ κόσμου, ὁ ὑπόκοσμος ὅλου τοῦ κόσμου, οἱ συμφεροντολόγοι ὅλου τοῦ κόσμου, ἐκείνους πού τούς ἀγαποῦν καί τούς κάνουν καλό, τούς ἀγαπᾶνε. Ἀπό τί κινοῦνται;

Ἀπό τά συναισθήματά τους μόνο.

Μήπως κινοῦνται ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ; Ὄχι!

Ἀπό τό συμφέρον τους, ἀπό τά συναισθήματά τους κινοῦνται. Καταστάσεις ἐντελῶς ἀνθρώπινες.

Τρίτη περίπτωση: Καί ἄν ἀγαπᾶτε ἐκείνους πού σᾶς δανείζουν, σᾶς βοηθοῦν, σᾶς δίνουν γιά προσωρινή χρήση μέ προθυμία καί μέ καλωσύνη ἐκεῖνο πού τούς ζητᾶτε, «ποία ὑμῖν χάρις ἐστι»; Τί σπουδαῖο κάνατε; Τί καλό κάνατε; Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλου τοῦ κόσμου καί οἱ δαιμονολάτρες ἀκόμη τό κάνουν.

Θέλετε νά εἴσαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ; Θέλετε νά ἔχετε ἀγάπη; Θέλετε νά εἴσαστε τοῦ Χριστοῦ;

Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας. Τί σημαίνει ἐχθρός;

Κάποιος πού ὅταν τόν κοιτάζω, νευριάζω. Ὅταν τόν σκέπτομαι, ἀγανακτῶ. Ὅταν θυμᾶμαι τί μοῦ ἔκανε, τρέμω ἀπό ὀργή καί θά ἤθελα ἁρπάξω μαχαῖρι. Νά ὁρμήσω νά τόν σφάξω.

Λέει ὁ Χριστός: Ἄν θέλετε νά εἴσαστε τοῦ Θεοῦ, νά ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας.

Ἐπιτρέπεται χριστιανός νά ἔχει ἐχθρό; Ἐπιτρέπεται χριστιανός νά μισεῖ κανένα; Ὄχι! Γιατί δέν ἐπιτρέπεται;

Ποιούς ἀγάπησε; Γιά ποιούς θυσιάστηκε;

Γιατί εἶπε ὁ Χριστός, ὅτι Ἐκεῖνος πού εἶναι στόν οὐρανό, μᾶς βλέπει καί μᾶς παρακολουθεῖ ὅλους. Τό μάτι του, δέν εἶναι σάν τό δικό μας πού βλέπει πέντε μέτρα μπροστά καί πίσω τίποτε. Τά βλέπει ὅλα ἐκεῖνος, τά παρακολουθεῖ ὅλα, τά καταλαβαίνει ὅλα, τά ξέρει ὅλα. Ἀκόμη καί ἐκεῖνα πού βρίσκονται στήν καρδιά.

Αὐτός λοιπόν ἀπό κεῖ πάνω, «βρέχει ἐπί πονηρούς καί ἀγαθούς. Καί ἀνατέλλει τόν ἥλιο γιά δίκαιους καί ἄδικους». Δέν ξεχωρίζει κανένα.

Θέλετε νά εἴσαστε παιδιά του; Μήν ξεχωρίζετε ποτέ καί σεῖς κανένα. Νά ποῦμε καί κάτι σοβαρότερο; Ὁ Θεός, ὁ Πατέρας μας ὁ ἐπουράνιος, γιά τό δικό μας καλό, γιά τή σωτηρία μας, ἔστειλε στόν κόσμο τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, γιά νά μᾶς σώσει. Ἀπό τί νά μᾶς σώσει; Ἀπό μιά βέβαιη καταστροφή. Ἀπό ἕνα λάκκο πού τόν εἴχαμε μόνοι  μας ἀνοίξει. Καί περιμέναμε νά πέσουμε μέσα. Καί δέν ἦταν ἁπλῶς ἕνας λάκκος πού θά μᾶς σκέπαζε, καί θά πηγαίναμε στό μηδέν, ὅπως ξεκινήσαμε ἀπό τό μηδέν. Ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ἀνυπαρξία. Ἀλλά θά ἦταν ἕνας λάκκος, πού συνεχίζεται κάτω ἀπό τόν τάφο, μέ ἕνα παράξενο ὄνομα, πού μόλις τό ἀκούομε μᾶς πιάνει κρύος ἱδρώτας. Καί λέγεται αἰώνια κόλαση.

Γιά νά μᾶς σώσει ὁ Χριστός ἀπό τήν αἰώνια κόλαση, ἀπό τά νύχια τοῦ διαβόλου, ἀπό τά λάθη μας, ἀπό τό κακό πού μᾶς περίμενε, κατέβηκε καί ἦλθε στόν κόσμο. Τί εἴμαστε τότε, γιά τόν Χριστό ἐμεῖς; Τότε πού κατέβηκε στή γῆ, τί εἴμαστε;

Δίνει τήν ἀπάντηση ὁ ἀπόστολος Παῦλος:

Εἴμαστε ἁμαρτωλοί. Τί σημαίνει ἁμαρτωλοί; Καταφρονητές τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. Ποῦ τό γράφεις τό θέλημα τοῦ Θεοῦ; Στά παλιά μου τά παπούτσια. Καί τί κάνεις; Ὅτι μοῦ καπνίσει κάνω.

Ὅταν σοῦ ποῦν ὅτι ἕνας ἄνθρωπος σέ γράφει στά παλιά του τά παπούτσια, πῶς τόν αἰσθάνεσαι;

Ἅμα ἀφήσω τά συναισθήματά μου ὁδηγό, πῶς νά τόν αἰσθανθῶ;

Οὔτε νά τόν δῶ δέν θέλω, οὔτε νά τόν ἀκούσω, οὔτε νά τόν συναντήσω. Γιά καλό δικό του βέβαια…

Ἔτσι εἴμαστε γιά τόν Χριστό. Καί ὅταν λοιπόν εἴμαστε ἔτσι, ἁμαρτωλοί καί βλάσφημοι, ὁ Χριστός κατέβηκε στόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος γιά μᾶς. Ὄχι ἁπλῶς ἔγινε καί μᾶς εἶπε πέντε συμβουλές, ὅπως τό κάνομε καί πρέπει νά τό κάνομε καί ἐμεῖς μερικές φορές, γιά τό καλό αὐτῶν πού μᾶς ἀκοῦνε καί τό δικό μας. Γιατί ὅποτε λέμε τά λόγια τοῦ Θεοῦ καί ὅσο περισσότερο βγάζομε ἀπό τά χείλη μας μέ εὐλάβεια τό ἅγιο ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τόσο πιό πολύ ἁγιάζεται ὁ νοῦς καί ἡ καρδιά μας. Γιά ὅλους ἰσχύει αὐτό.

Ὅσο περισσότερο βγάζει κανείς ἀπό τό στόμα του καί ἀπό τήν καρδιά του τό ὄνομα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, γιά νά τόν τιμήσει, νά τόν δοξάσει καί νά διδάξει, τόσο πιό πολύ ἁγιάζεται ὁ ἄνθρωπος αὐτός. Ἰσχύει γιά ὅλους.

Κατέβηκε λοιπόν ὁ Χριστός ἀπό τόν οὐρανό γιά μᾶς, ἐνῶ μέ τήν δική μας λογική ἔπρεπε νά τοῦ εἴμαστε μισητοί. Καί ὄχι μόνο μᾶς δίδαξε, μᾶς εἶπε συμβουλές, ἀλλά σταυρώθηκε καί ἀπέθανε γιά μᾶς. Καί ἀναστήθηκε γιά μᾶς. Γιά νά μᾶς δείξει ὅτι πρέπει καί ἐμεῖς νά ξέρομε νά πεθαίνομε γιά τόν κόσμο αὐτό καί γιά τόν ἑαυτό μας, προκειμένου νά πάρομε τόν σωστό δρόμο πρός τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Τί σημαίνει πεθαίνω γιά τόν ἑαυτό μου;

Σημαίνει, ὅτι δέν ἔχω κριτήριο στή ζωή μου καί στίς ἐνέργειές μου, τό τί μοῦ λέει ἡ ὀρεξούλα μου ἡ σωματική. Νά φάω, νά κοιμηθῶ, νά διασκεδάσω. «Ἄστα στήν ἄκρη αὐτά» λέω. Δέν ἐπιτρέπεται αὐτή ἡ φίλαυτη φύση μας καί τά συναισθήματά μας νά εἶναι ὁδηγός. Ποιός εἶναι ὁδηγός; Τό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ ὁδηγός.

Γι’ αὐτό λέγει τό Εὐαγγέλιο: «Ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς σας». Ἄν θέλετε νά ἔχετε τόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὁδηγό. Πού μᾶς ἔχει ὅλους ἴσα. Καί εἶναι κοινός Πατέρας, γιά ὅλους μας.

Τά τρία σκαλάκια

Τί σημαίνει ἀγαπῶ τόν ἐχθρό μου;

Σημαίνει τρία πράγματα.

• Πρῶτο καί βασικό, ξεπερνῶ τά συναισθήματά μου. Τά πατάω. Τά πετάω στό σκουπιδοντενεκέ. Ὅσο ἄγρια καί ἄν ἔχουν γίνει, τόσο πιό πολύ πρέπει νά τά πολεμήσομε. Μετά κάνω τρεῖς ἐνέργειες πού εἶναι ὁ δείκτης ὅτι ἀρχίζω καί συγχωρῶ τόν ἐχθρό μου.

Πρῶτον: Δέν τόν βρίζω. Τό πιό εὔκολο στό στόμα ἑνός ἀνθρώπου πού ἔχει μίσος, ἔχει ἐχθρό, εἶναι ἡ κακολογία γι’ αὐτόν. Θέλεις νά εἶσαι τοῦ Χριστοῦ; Μή βρίζεις. Μή κακολογεῖς. Μήν καταριέσαι. Μήν ὀργίζεσαι. Ἀλλά λέγε ὅσο τό δυνατόν πιό καλά λόγια. Τά καλύτερα πού μπορεῖς νά βγάλεις ἀπό τήν καρδιά σου. Μά βγαίνουν εὔκολα; Μέ τό τσιγκέλι δέν βγαίνουν; Ναί, ἔτσι εἶναι. Ἀλλά γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ καί γιά τήν αἰώνια ζωή πρέπει νά τά βγάλομε τά καλά λόγια καί νά μήν βγάζομε βρισιές καί κατάρες.

• Δεύτερο σημεῖο. Νά συγχωροῦμε. Τί σημαίνει νά συγχωροῦμε; Σβύστο ὅ,τι σου ἔκανε. Ξέγραψέ το. Τί μπορεῖ νά σοῦ ἔκανε; Μέ ἔκλεψε. Μέ ἔβρισε. Μέ κακοποίησε. Συγχώρεσέ τον!

Ἀπό σένα, νά ἔχει συγχώρηση γιά κεῖνο πού ἔκανε. Ἡ αἰώνια ζωή γιά ὅλους μας, εἶναι πολυτιμότερη ἀπό αὐτή.

• Καί τό τελευταῖο ποιό εἶναι; Νά τόν εὐεργετεῖς. Μά τόν ἐχθρό μου θά εὐεργετῶ; Ναί, γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Αὐτός σταυρώθηκε γιά μᾶς. Δέν ἀξίζει νά κάνομε κάτι γιά χάρη του;

Ὅλα πρέπει νά προσπαθοῦμε νά τά κάνομε γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ. Γιά τήν αἰώνια ζωή.

Νά ἀνταποκριθοῦμε λοιπόν στό θέλημά του καί στήν εὐεργεσία πού μᾶς ἔκανε. Αὐτός μᾶς δημιούργησε καί κατέβηκε στόν κόσμο καί σταυρώθηκε γιά μᾶς.

Ἡ ἀπάντησή μας στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι νά τόν εὐεργετοῦμε τόν ἐχθρό μας. Ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία;

-Νά τοῦ δώσεις λίγα χρήματα, καλή πράξη εἶναι;

Καλή εἶναι. Εὐεργεσία εἶναι.

-Νά τοῦ δώσεις λίγο φαΐ, καλό εἶναι!

-Νά τόν μπάσεις στό σπίτι σου; Καί αὐτό καλό.

Γιατί πατᾶς τά δαιμονικά συναισθήματα τοῦ μίσους καί γίνεσαι νικητής.

Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού εἶναι ἀκόμη πιό μεγάλο.

Ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία

Μεγαλύτερη εὐεργεσία εἶναι νά προσεύχομαι, καί λέω:

«Κύριε, συγχώρησέ τον. Βᾶλε τον στή Βασιλεία σου. Δῶσε του στή ζωή αὐτή, ὅτι ἀγαθά θέλεις, περισσότερα ἀπό ἐμένα. Εὐεργέτησέ τον, φώτισέ τον, ὁδήγησέ τον στό θέλημά σου τό ἅγιο. Φώτισε καί ἐμένα νά καταλαβαίνω τά λάθη μου καί νά θέλω νά ἀκολουθῶ τόν δρόμο σου».

Αὐτή ἡ προσευχή εἶναι ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία. Ἄν βέβαια πιστεύομε ὅτι τόν κόσμο δέν τόν κυβερνᾶμε ἐμεῖς, ἀλλά ὁ Θεός.

Ἄν αὐτά τά κάνομε, λέει ὁ Χριστός, τότε γινόμαστε παιδιά τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου.

Δηλαδή; Μιμούμαστε τόν Πατέρα μας. Ἀκολουθοῦμε τόν Πατέρα μας. Τί πιό φυσικό ἀπό τό ἀκολουθεῖ κάποιος τόν πατέρα του καί νά τόν μιμεῖται;

Καί ἅμα γίνομε παιδιά τοῦ Ὑψίστου, τοῦ Πατέρα μας καί τοῦ μοιάζομε, τί φυσικότερο, ἀπό τό νά μᾶς θέλει δεξιά του, κοντά του, στήν ἀγκαλιά του;

Καί τί μεγαλύτερη εὐτυχία, τί μεγαλύτερο κέρδος στή ζωή ἀπό τό νά ἔχομε τήν αἴσθηση ὅτι ὁ Θεός θέλει νά μᾶς ἔχει παιδιά του, νά θέλει νά μᾶς κρατάει στήν ἀγκαλιά του καί νά μᾶς πάρει γιά πάντα κοντά του;

Μερικούς αἰῶνες παλαιότερα ἔγινε στήν Ἀγγλία μία μεγάλη ἀνατροπή. Μία ἐπανάσταση. Καί βρέθηκαν οἱ Ἄγγλοι δυό κόμματα, πού ἀλληλοτρώγωνταν σάν τά σκυλιά. Τό ἕνα κόμμα νίκησε καί οἱ νικητές ἔπιασαν ἀνάμεσα στούς ἄλλους καί ἕναν ἐξαιρετικό ἄνθρωπο, πού λεγόταν Τόμας Μόρ. Αὐτός ἦταν καλός χριστιανός. Ἀλλά καταδικάστηκε μαζί μέ τούς ἄλλους σέ θάνατο. Λίγο πρίν τόν ἐκτελέσουν, τοῦ λένε:

-Θέλεις νά πεῖς καμιά τελευταία σου ἐπιθυμία;

Ἐκεῖνος ἀπάντησε:

-Ἡ μεγάλη μου ἐπιθυμία εἶναι νά μᾶς συγχωρήσει ὁ Θεός ὅλους. Παρακαλῶ τόν Θεό νά συγχωρήσει καί ἐμένα γιά τίς ἁμαρτίες μου καί ἐσᾶς γιά τίς δικές σας ἁμαρτίες. Στόν κόσμο αὐτό βρεθήκαμε ἐχθροί. Βρεθήκαμε σέ σύγκρουση. Ἐγώ δέν ἔχω κανένα ἐχθρό στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ πάνω δέν ὑπάρχουν ἐχθροί. Ἐσεῖς θά μέ σκοτώσετε τώρα σάν ἐχθρό σας. Λάθος κάνετε. Ἐγώ πηγαίνοντας κεῖ πάνω, εὔχομαι καί ἐγώ νά πάω -ἐπειδή τό θέλω σάν χριστιανός- καί ἐσεῖς νά ρθεῖτε. Ἐκεῖ πάνω θά εἴμαστε ὅλοι μαζί. Ἀγαπημένοι. Γιατί ἐκεῖ, στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν ὑπάρχουν μίση, δέν ὑπάρχουν πάθη, δέν ὑπάρχουν κακίες ἀλλά βασιλεύει ὁ Θεός καί ἡ ἀγάπη του.

Ἔτσι πρέπει νά κάνομε τά αἰσθήματά μας, ἄν θέλομε νά βλέπομε πού μᾶς ὁδηγεῖ ὁ Χριστός καί τί πρέπει νά κάνομε γιά νά γίνομε λίγο καλύτεροι. Καί νά μήν εἴμαστε χριστιανοί στό ὄνομα. Γιατί χριστιανός χωρίς ἀγάπη καί χωρίς τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ εἶναι χριστιανός στό ὄνομα. Νά μᾶς λυπηθεῖ ὁ Θεός. Νά μᾶς φωτίζει, νά μᾶς κατευθύνει καί νά μᾶς δυναμώνει στό ἔργο αὐτό. Ἀμήν.-

Τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Νικοπόλεως κυροῦ Μελετίου,

διασκευασμένη ὁμιλία πού ἔγινε στήν Λυγιά τήν 1/10/2006.

 




H μεγάλη ψαριά

oiPretoiMathitesjpg

Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς

«Όπως μη καυχήσηται πάσα σαρξ ενώπιον του Θεού» (Α’ Κορ. α’ 29). Η σάρκα είναι όπως το χορτάρι, που περιμένει να ολοκληρωθούν οι μέρες του κι έπειτα να ξεραθεί, να γίνει στάχτη. Είθε ο παντοδύναμος Κύριος να μας φυλάξει όλους από τη σκέψη πως είναι δυνατό να κάνουμε κάτι καλό χωρίς τη βοήθεια και την ευλογία Του.
Είθε η σημερινή περικοπή του ευαγγελίου να λειτουργήσει σαν μια προειδοποίηση πως τέτοιες μάταιες σκέψεις δεν πρέπει ποτέ να γεννηθούν μέσα μας. Το σημερινό ευαγγέλιο μας διδάσκει πως οι προσπάθειες των ανθρώπων είναι μάταιες, αν ο Θεός δεν βοηθήσει. Οι απόστολοι του Χριστού ψάρευαν, μα δεν έπιαναν τίποτα. Όταν ο Χριστός όμως τους είπε να ξαναρίξουν τα δίχτυα στη θάλασσα, έπιαναν τόσα ψάρια, ώστε τα δίχτυα δεν άντεχαν το βάρος τους και σκίζονταν. Ας παρακολουθήσουμε τη διήγηση:«Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ. και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην οι δε αλιείς αποβάντες απ’ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα, εμβάς δε εις εν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον· και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους» (Λουκ. ε’ 1-3). Αυτό ήταν ένα από τα περιστατικά που γίνονταν όταν συνάζονταν μεγάλα πλήθη για ν’ ακούσουν το λόγο του Θεού από τα χείλη του Χριστού. Για να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, δε θα μπορούσε να διαλέξει καλλίτερο τόπο από μια βάρκα. Στην παραλία υπήρχαν δύο πλοιάρια κι οι ψαράδες ασχολούνταν με το πλύσιμο των διχτυών. Τα πλοιάρια αυτά ήταν κλασσικά μικρά ψαροκάικα, σαν κι αυτά που χρησιμοποιούνται και σήμερα στη λίμνη Γεννησαρέτ. Το πλοιάριο όπου μπήκε ο Κύριος ανήκε στο Σίμωνα, τον μετέπειτα απόστολο Πέτρο. Ο Κύριος ζήτησε από το Σίμωνα ν’ απομακρύνει λίγο το πλοιάριο από την αμμουδιά κι έπειτα κάθισε εκεί κι άρχισε να διδάσκει τα πλήθη.Η ευαγγελική αυτή περικοπή είναι γεμάτη από διδαχές για μας, για τη γενιά μας, όπως και τα δίχτυα των ψαράδων ήταν γεμάτα από τα ευλογημένα ψάρια. Ας μπορούσαν οι σύγχρονοι άνθρωποι να πάρουν από το σημερινό ευαγγέλιο τουλάχιστο το μάθημα της υπακοής στο Θεό! Όλες οι άλλες διδαχές τότε θα ήταν ακόλουθές της κι όλα τα καλά που επιθυμεί η καρδιά του ανθρώπου θ’ αλιεύονταν στα χρυσά δίχτυα της ευαγγελικής υπακοής.Έχουμε μπροστά μας δύο παραδείγματα υπακοής: την υπακοή των ψαριών και την υπακοή των αποστόλων. Ποιά από τις δύο είναι πιο σπουδαία; Αυτό είναι αυταπόδεικτο. Τα ψάρια υπακούνε στην εντολή του Κυρίου και θυσιάζουν τη ζωή τους στα πόδια Του. Ο Κύριος τα δημιούργησε για την εξυπηρέτηση των αναγκών του ανθρώπου.Προσέξτε όμως πώς τα ψάρια λειτουργούν και για την πνευματική του ανάγκη. Σ’ εκείνους που έχουν απομακρυνθεί από το Θεό, στους επαναστατημένους κι ανυπάκουους ανθρώπους, λειτουργούν ως παράδειγμα υπακοής στο Δημιουργό τους. Τα ψάρια αυτά δε θα μπορούσαν να γίνουν περισσότερο γνωστά αν είχαν αφεθεί να ζήσουν και να κολυμπούν στη Λίμνη της Γεννησαρέτ. Εξαγόρασαν τη ζωή τους με τη μεγάλη τιμή να υπηρετήσουν το σχέδιο του Κυρίου, του Λυτρωτή, σαν παράδειγμα και επίπληξη στον ανυπάκουο άνθρωπο. Τ’ ανεξιχνίαστο έλεος του Κυρίου είναι φανερό εδώ: ο Κύριος χρησιμοποιεί όλα τα πλάσματά Του για να επαναφέρει τον άνθρωπο στο δρόμο που έχασε, να τον αφυπνίσει, να τον διεγείρει και να τον υψώσει πάλι στην προτέρα του αξία και δόξα.«Ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σί­μωνα· επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν» (Λουκ. ε’ 4). Την ώρα που έμπαινε στο πλοιάριο ο Κύριος στόχευε σε πολλούς στόχους. Πρώτο, του ήταν πιο εύκολο να διδάσκει τους ανθρώπους από το πλοιάριο, να τους βοηθήσει και να θρέψει τις ψυχές τους με τη γλυκιά διδαχή Του. Δεύτερο, ήξερε πως οι ψαράδες ήταν στενοχωρημένοι κι απογοητευμένοι επειδή όλη τη νύχτα είχαν κοπιάσει και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Έτσι ήθελε να τους παρηγορήσει με μια καλή ψαριά, να ικανοποιήσει τις σωματικές κι άλλες ανάγκες τους, γιατί ο Θεός φροντίζει και για το σώμα μας, όπως και για την ψυχή μας, είναι «ο διδούς τροφήν πάση σαρκί» (Ψαλμ. ρλε’ 25). Τρίτο, ο Κύριος ήθελε να ικανοποιήσει τις ψυχές των εκλεκτών Του, ενισχύοντας την πίστη τους σ’ Εκείνον, στην παντοδυναμία Του και στην απεριόριστη ευσπλαχνία Του. Τελευταίο, μα σπουδαιότερο, ο Κύριος ήθελε να κάνει ξεκάθαρο στους μαθητές Του, και μέσω αυτών σ’ όλους εμάς, πως μαζί μ’ Εκείνον και μέσω Εκείνου, όλα είναι δυνατά· πως όλοι οι κόποι των ανθρώπων χωρίς τη βοήθειά Του είναι τόσο μάταιοι, όσο άδεια ήταν και τα δίχτυα των ψαράδων που κόπιασαν όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Ο Κύριος πέτυχε το πρώτο στόχο Του και τώρα προχωρούσε στο δεύτερο. Είπε λοιπόν στο Σίμωνα να πάει στα βαθιά και να ξαναρίξει τα δίχτυα.Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:Αν οι άνθρωποι ζούσαν με την αγνότητα και την αναμαρτησία του παραδείσου, δε θα περίμεναν από το Θεό ν’ αναστήσει νεκρούς, να πολλαπλασιάσει τους άρτους ή να γεμίσει τα δίχτυα με ψάρια, για να πουν ύστερα: «Κοιτάξτε το θαύμα!» Θα το έλεγαν αυτό για κάθε πλάσμα του Θεού, κάθε στιγμή και με κάθε ανάσα της ζωής τους. Καθώς όμως οι άνθρωποι συνήθισαν στην αμαρτία, κάθε θαύμα από τ’ αναρίθμητα που κάνει ο Θεός στον κόσμο, έχει γίνει για τους ανθρώπους συνηθισμένο θέμα. Για να μη μείνουν τα θέματα αυτά όμως τελείως απαρατήρητα, για να μην υποβιβαστούν εντελώς, ο Θεός με την ευσπλαχνία Του προς τον άρρωστο άνθρωπο του δίνει ένα ακόμα θαύμα από τ’ αμέτρητα που του έχει δωρίσει, για να τον ξυπνήσει από τη σκοτεινή και ψυχοφθόρα συνή­θεια να μη βλέπει κάτι υπερφυσικό στα θαύματα.

Με κάθε θαύμα Του ο Θεός θέλει να θυμίσει στους ανθρώπους πρώτο, πως παρακολουθεί τον κόσμο, τον κυβερνά με την παντοδύναμη θέλησή Του και τη σοφία Του· δεύτερο, πως οι άνθρωποι δεν μπορούν χωρίς Εκείνον να κάνουν τίποτα. Καμιά προσπάθεια δεν μπορεί να ευοδοθεί χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Καμιά συγκομιδή που έγινε χωρίς την ευλογία του Θεού δε φέρνει αποτέλεσμα. Κάθε ανθρώπινη σοφία που στρέφεται ενάντια στο Νόμο του Θεού, είναι αδύνατη να κάνει καλό από μόνη της ή να προσφέρει έστω κι ένα κόκκο σινάπεως. Ακόμα κι αν φαίνεται πως κάνει καλό για κάποιο διάστημα, δεν είναι η ανθρώπινη σοφία που το πραγματοποιεί, αλλά το έλεος του Θεού που, έστω για μια φορά, δεν εγκαταλείπει ακόμα και τον σκληρότερο από τους εχθρούς Του.

Ο Θεός αγαπά τους ανθρώπους, δεν εκδικείται. Υπομένει τους ανθρώπους, περιμένει τη μετάνοιά τους. Θέλει «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. β’ 4).

Υποταγμένος από συνήθεια σ’ αυτόν τον κόσμο, ο άνθρωπος πιστεύει μερικές φορές πως μπορεί να κάνει σπουδαία πράγματα χωρίς τη βοήθεια του Θεού, ακόμα κι αντίθετα στον ίδιο και στο Νόμο Του. Νομίζει ο υποταγμένος άνθρωπος πως μπορεί να γίνει καλός ή πλούσιος ή σοφός ή διάσημος μόνο με τις δικές του προσπάθειες. Αυτή η υποταγή του όμως πολύ σύντομα είτε τον οδηγεί στην απόγνωση, δίνοντάς του έτσι τη σοφία για να επιστρέψει με επίγνωση στο Θεό, είτε τον απομακρύνει, κυριευμένο από την αφόρητη αγωνία του κόσμου, ωσότου χάσει εντελώς την ανθρώπινη αξία του ή παραδοθεί κυριολεκτικά σα σκιά στα χέρια των αόρατων πονηρών δυνάμεων.

Εκείνος, αντίθετα, που πιστεύει πως ο κόσμος αυτός είναι ένα από τα θαύματα του Θεού, όπως κι ο ίδιος, ερευνά πάντα τους τρόπους της θείας πρόνοιας, παρατηρώντας με δέος την άπειρη σειρά των θαυμάτων. Τέτοιος άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όπως ο απόστολος Παύλος: «Εγώ εφύτευσα, Απολλώ επότισεν, αλλ’ ο Θεός ηύξανεν· ώστε ούτε ο φυτεύων εστί τι ούτε ο ποτίζων, αλλ’ ο αυξάνων Θεός» (Α’ Κορ. γ’ 6-7). Κάποια ανάλογη σκέψη εκφράζεται με μια παροιμία που υπάρχει σε πολλούς λαούς: «Ο άνθρωπος προτείνει, μα ο Θεός ρυθμίζει».

Ο άνθρωπος προτείνει σχέδια, ο Θεός τ’ αποδέχεται ή τ’ απορρίπτει. Ο άνθρωπος κάνει σκέψεις, λέει λόγια και πράττει έργα· ο Θεός είτε τα υιοθετεί είτε όχι. Τί υιοθετεί ο Θεός; Αυτά που είναι δικά Του, που προέρχονται από Εκείνον. Ό,τι δεν είναι δικό Του, δεν προέρχεται από Εκείνον, το απορρίπτει. «Εάν μη Κύριος οικοδομήση οίκον, εις μάτην εκοπίασαν οι οικοδομούντες» (Ψαλμ. ρκστ’ 1). Όταν οι «οικοδομούντες» οικοδομούν στο όνομα του Θεού, θα φτιάξουν παλάτι, ακόμα κι αν τα χέρια τους είναι αδύνατα και τα υλικά τους φτωχά. Αν όμως οι οικοδομούντες χτίζουν στο δικό τους όνομα, αδιαφορώντας για το Θεό, το έργο των χεριών τους θα πέσει, όπως έγινε με τον πύργο της Βαβέλ.

Ο Πύργος της Βαβέλ δεν είναι το μοναδικό κτίσμα στην ιστορία που κατέπεσε. Υπήρχαν και πάρα πολλοί άλλοι πύργοι, που οικοδομήθηκαν από εγκόσμιους κυβερνήτες, στην επιθυμία τους να μαζέψουν όλα τα έθνη κάτω από μια οροφή – τη δική τους – και κάτω από ένα χέρι – το δικό τους. Πολλοί πύργοι πλούτου, δόξας και μεγαλείου που οικοδόμησαν ιδιώτες, με την επιθυμία να κυβερνήσουν τα πλάσματα του Θεού, το λαό του Θεού, να γίνουν δηλαδή μικροί θεοί, σκορπίστηκαν κι έγιναν καπνός. Οι πύργοι που έχτισαν όμως οι απόστολοι κι οι άγιοι, καθώς κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι, δεν σκορπίστηκαν. Πολλές βασιλείες που δημιούργησε η ματαιότητα των ανθρώπων, έπεσαν και διαλύθηκαν σαν σκιά. Η αποστολική Εκκλησία όμως ζει ως σήμερα και θα στέκεται όρθια πάνω στους τάφους πολλών από τις σημερινές βασιλείες. Τα παλάτια του Ρωμαίου Καίσαρα, που πολέμησε την Εκκλησία, έγιναν στάχτη. Τα χριστιανικά σπήλαια κι οι κατακόμβες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα. Εκατοντάδες βασιλιάδες κι αυτοκράτορες κυριάρχησαν στη Συρία, στην Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Τα μόνα που έχουν απομείνει από τα μαρμάρινα παλάτια τους είναι μερικές μαρμαρένιες πλάκες σε μουσεία. Τα μοναστήρια και τα ησυχαστήρια όμως που έχτισαν την ίδια εποχή άνθρωποι της προσευχής και ερημίτες μέσα σε χαράδρες και σε αμμουδερές ερήμους, στέκονται όρθια μέχρι σήμερα κι αναδίδουν την ευωδία των προσευχών και του θυμιάματος που ανεβαίνει στο Θεό εδώ και δεκαέξι ή δεκαεπτά αιώνες. Δεν υπάρχει δύναμη ικανή να κατεδαφίσει το έργο του Θεού. Τα ειδωλολατρικά παλάτια κι οι πόλεις καταστρέφονται, τα παραπήγματα του Θεού όμως παραμένουν όρθια. Αυτό που κρατά το δάχτυλο του Θεού στέκεται πιο σταθερά από εκείνο που κρατά ο Άτλας στους ώμους του.

***

«Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ· επιστάτα, δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν· επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ· διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς· και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά» (Λουκ. ε 5-7). Ο Σίμων δεν ήξερε ακόμα ποιός ήταν ο Χριστός. Τον ονόμασε «επιστάτη», δηλαδή «κύριο», του έδειξε σεβασμό δηλαδή, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι. Βρισκόταν μακριά όμως από του να πιστέψει το Χριστό ως Υιό του Θεού και Κύριο. Στην αρχή παραπονέθηκε πως είχαν κοπιάσει όλη νύχτα και δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι, επειδή σεβόταν το Χριστό όμως ως καλό και σοφό δάσκαλο, ήθελε να τον υπακούσει και να ξαναρίξει τα δίχτυα.

Ο Θεός δεν ανταμείβει ποτέ τους κόπους των ανθρώπων τόσο πολύ, όσο ανταμείβει μια υπάκουη καρδιά. Η ολοπρόθυμη υπακοή του Πέτρου αποδείχτηκε πολύ μεγάλη, από το γεγονός ότι έθεσε αμέσως σε εφαρμογή τα λόγια του Χριστού, μ’ όλο που πρέπει να ήταν κατάκοπος και άυπνος, μούσκεμα και απογοητευμένος, μετά από μια νύχτα άκαρπης προσπάθειας. Γι’ αυτό και η υπακοή του ανταμείφθηκε αμέσως από το έλεος του Χριστού και την υπακοή των ψαριών, αφού Εκείνος που δημιούργησε τα ψάρια, τους έδωσε εντολή με το πνεύμα Του να συγκεντρωθούν και να γεμίσουν τα δίχτυα. Τα ψάρια δεν έχουν φωνή. Ο Κύριος όμως τους έδωσε εντολή με τη δική Του φωνή να πάνε στα δίχτυα, όπως με τη φωνή Του έδωσε εντολή στους ανέμους να σταματήσουν και στην ταραγμένη θάλασσα να γαληνέψει.

Τα ψάρια δεν άκουσαν τη φωνή του Κυρίου για να συναχτούν μέσα στα δίχτυα. Τά ‘φερε εκεί η δύναμή Του. Με το να μαζευτούν στα δίχτυα τόσο πολλά ψάρια, ο Κύριος αντάμειψε πλούσια την ολονύκτια προσπάθεια των ψαράδων, εξανέμισε τις ανησυχίες τους και κάλυψε τις σωματικές ανάγκες τους. Έτσι την ίδια μέρα πέτυχε και το δεύτερο στόχο Του.

Σαν είδε τόσο μεγάλο πλήθος από ψάρια, που δεν είχε δει ποτέ ως τότε στη ζωή του ο Σίμων κι ένας άλλος που ήταν μαζί του στη βάρκα, έκανε σινιάλο στους συναδέλφους του να πλησιάσουν με τη δική τους βάρκα. Και δε γέμισε μόνο η βάρκα του Σίμωνα με ψάρια, μα κι η βάρκα του Ιακώβου και του Ιωάννη. Και γέμισαν τόσο πολύ, ώστε από το βάρος των ψαριών κινδύνευαν να βουλιάξουν. Κι ίσως να είχαν βουλιάξει, αν δεν ήταν κοντά τους ο Κύριος.

«Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων· έξελθε απ’ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε. θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επί τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον. ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι» (Λουκ. ε’ 8-10). Γεμάτος δέος από το αναπάντεχο θέαμα, ο Πέτρος έπεσε γονατιστός στα πόδια του Χριστού. Ούτε για μια στιγμή δεν αμφέβαλε πως τέτοια καλή ψαριά οφειλόταν στην παρουσία του Χριστού στο πλοιάριο κι όχι στις δικές του προσπάθειες. Το περιστατικό αυτό συγκλόνισε τον Σίμωνα ως τα τρίσβαθα της ψυχής του, γι’ αυτό και στη συνέχεια δεν ονόμασε πια τον Ιησού «επιστάτη», αλλά «Κύριο». Κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει «επιστάτης», «αφεντικό», μα μόνο ένας Κύριος υπάρχει. Όταν άκουγε το σοφό δάσκαλο να διδάσκει τα πλήθη από το πλοίο που βρισκόταν κοντά στην ακτή, ο Σίμων τον ονόμασε «Επιστάτη» ή «Διδάσκαλο». Τώρα όμως που είδε το θαυμαστό αυτό έργο Του, τον ομολόγησε «Κύριο».

Προσέξτε πόσο πιο δυνατά μιλάνε τα έργα από τα λόγια! Αν πούμε ακόμα και τα γλυκύτερα λόγια, οι άνθρωποι θα μας αποκαλέσουν διδάσκαλους των ανθρώπων. Αν όμως τα λόγια μας τα υποστηρίζουμε με τα έργα μας, τότε θα μας ονομάσουν ανθρώπους του Θεού. Ίσως την ώρα που άκουγε ο Σίμων τα λόγια του Χριστού, να σκεφτόταν μέσα του πόσο όμορφα και σοφά διδάσκει. Ο καρδιογνώστης που τα έβλεπε όλ’ αυτά, κάλεσε μετά το Σίμωνα στα βάθη, για να του αποδείξει πως πραγματοποιεί όσα λέει.

Ας δώσουμε προσοχή στον τρόπο που μίλησε ο Σίμων στον Κύριο. Αντί να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του και το θαυμασμό του για ένα τόσο μεγάλο θαύμα, εκείνος είπε: Έξελθε απ’ εμού. Το ίδιο δε ζήτησαν οι κάτοικοι των Γαδάρων από το Χριστό όταν θεράπευσε το δαιμονισμένο; Το ίδιο ζήτησαν κι εκείνοι, μα δεν είχαν το ίδιο κίνητρο με τον Πέτρο. Οι Γαδαρηνοί απομάκρυναν το Χριστό από τον τόπο τους από πλεονεξία, επειδή οι δαίμονες που έβγαλε ο Χριστός από το δαιμονισμένο οδήγησαν τους χοίρους στον πνιγμό. Ο Πέτρος όμως συνέχισε: ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι. Ο λόγος που ζήτησε ο Πέτρος από τον Κύριο να φύγει από κοντά του, ήταν η αίσθηση της αμαρτωλότητας και της αναξιότητάς του.

Η αίσθηση αυτή της αμαρτωλότητας ενώπιον του Θεού είναι μια πολύτιμη πέτρα για την ψυχή. Ο Κύριος την εκτιμά περισσότερο απ’ όλους τους τυπικούς ύμνους δοξολογίας κι ευχαριστίας. Όταν ο άνθρωπος ψάλλει πολλούς τέτοιους ύμνους στο Θεό χωρίς την αίσθηση της αμαρτωλότητάς του, δεν ωφελείται καθόλου. Η αίσθηση της αμαρτω­λότητας οδηγεί στη μετάνοια, η μετάνοια οδηγεί στο Χριστό κι ο Χριστός πραγματοποιεί την αναγέννηση. Η αίσθηση της αμαρτωλότητας είναι το ξεκίνημα στο δρόμο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος που έχει περιπλανηθεί πολύ σε παραπλανητικούς δρόμους, δεν έχει τίποτα καλ­λίτερο να κάνει από το να βρει το σωστό δρόμο. Κι όταν τον βρει, το μόνο που του απομένει είναι να τον ακολουθήσει, χωρίς να κοιτάξει προς τα δεξιά ή τ’ αριστερά του. Τί ωφέλησε τον Φαρι­σαίο η προσευχή που έκανε στην εκκλησία, όταν προσπαθώντας να εγκωμιάσει το Θεό, εγκωμίαζε τον εαυτό του; Δε δικαιώθηκε ενώπιον του Θεού, όπως έκανε ο τελώνης που χτυπούσε το στήθος του κι έκραζε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ!» (Λουκ. ιη’ 13).

Αυτό ήταν το ξεκίνημα της μύησης του Πέ­τρου στην πίστη του Χριστού. Η ολοκλήρωση έγινε αργότερα, όταν πολλοί από τους ακόλουθους του Χριστού άρχισαν ν’ απομακρύνονται από το Χριστό, ενώ ο Πέτρος του είπε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ιωάν. στ’ 68). Τώρα όμως, στο ξεκίνημα, κατάπληκτος από τη δύναμη του Χριστού, του λέει: Άπελθε απ’ εμού.

Ο Πέτρος δεν ήταν ο μοναδικός που καταλή­φθηκε από δέος. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, οι γιοί του Ζεβεδαίου, καθώς κι όλοι οι άλλοι που ήταν μαζί τους, βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση. Όλοι τους ξεκίνησαν με φόβο για τον Κύριο, και τέλειωσαν με αγάπη για Εκείνον. Όπως διαβάζουμε στις Παροιμίες, «αρχή σοφίας, φόβος Κυρίου» (Παρ. α’ 7).

Στο φόβο που ένιωθε ο Πέτρος, καθώς γονάτιζε μπροστά Του, ο εύσπλαχνος και πάνσοφος Κύριος απάντησε: «μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών» (Λουκ. ε’ 10). Ο κόσμος αυτός είναι μια θάλασσα γεμάτη πάθη, η Εκκλησία Μου είναι πλοίο και το Ευαγγέλιό μου δίχτυ, όπου θ’ αλιεύσεις ανθρώπους. Χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα. Μαζί μου όμως θα έχετε τόσο καλές ψαριές, που θα γεμίσουν τα δίχτυα σας. Φτάνει να είστε υπάκουοι σε Μένα, όπως κάνατε και σήμερα. Και τότε δε θα σας φοβίζει κανένα βάθος και ποτέ δε θα γυρίσετε με άδεια χέρια από το ψάρεμα.

«Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Λουκ. ε’ 11). Εγκατέλειψαν τα πλοιάρια. Ας τα πάρουν άλλοι κι ας τα κάνουν ό,τι θέλουν. Ο Πέτρος άφησε και το σπίτι του και τη γυναίκα του. Ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης άφησαν το σπίτι και τον πατέρα τους. Κι όλοι τους τον ακολούθησαν. Για ποιό λόγο να στενοχωρηθούν; Δεν είχαν αγωνιστεί όλη νύχτα άσκοπα; Εκείνος που μπορεί να κάνει τα πάντα, θα μπορούσε να θρέψει κι αυτούς και τις οικογένειές τους. Εκείνος που στολίζει τα κρίνα του αγρού και τα κάνει πιο θαυμαστά ακόμα κι από το βασιλιά Σολομώντα, ο ίδιος θα φροντίσει και για το δικό τους ντύσιμο. Η τροφή και το ντύσιμο είναι το ελάχιστο που έχουν να φροντίσουν. Εδώ ο Κύριος τους καλεί στο μέγιστο: στη βασιλεία του Θεού. Όταν μπορεί να τους δώσει το μέγιστο, είναι δυνατό να μην μπορέσει να τους δώσει το ελάχιστο; Ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος έγραψε αργότερα: «πάσαν την μέριμναν υμών επιρρίψαντες επ’ αυτόν, ότι αυτώ μέλλει περί υμών» (Α Πέτρ. ε’ 7). Τέλος, αν τον υπακούν ακόμα και τα κωφάλαλα ψάρια στο νερό, πως δε θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό οι άνθρωποι αυτοί, τα λογικά όντα;

Ολόκληρο το περιστατικό αυτό έχει κι ένα βαθύτερο νόημα. Το πλοίο σημαίνει το σώμα. Τα σχισμένα δίχτυα σημαίνουν το παλιό πνεύμα του ανθρώπου. Τα βάθη της θάλασσας σημαίνουν το βάθος της ψυχής του ανθρώπου. Όταν ο Κύριος κατοικεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο, τότε ο άνθρωπος αυτός απομακρύνεται από την ακτή του υλικού κόσμου και πηγαίνει από τις αισθητικές σκιές στα πνευματικά βάθη. Στα βάθη αυτά ο Κύριος του αποκαλύπτει τ’ αμέτρητα πλούτη των δωρεών Του, για τις οποίες αγωνιζόταν μάταια σ’ ολόκληρη τη ζωή του. Οι δωρεές αυτές είναι τόσο μεγάλες, ώστε το παλιό πνεύμα δεν μπορεί να τις αντέξει και σχίζεται. Γι’ αυτό είπε ο Κύριος πως δε βάζουν καινούργιο κρασί σε παλιά ασκιά.

Όταν ο υπάκουος άνθρωπος βλέπει τ’ αρίφνητα πλούτη των δωρεών Του, γεμίζει δέος και κατάπληξη τόσο για την παντοδυναμία του Θεού, όσο και για τις δικές του αμαρτίες. Θα ήθελε σ’ αυτήν την περίπτωση να κρυφτεί από το Θεό, να φύγει ο Θεός από κοντά του κι ο ίδιος να γυρίσει στο παλιό του πνεύμα και στην παλιά του ζωή. Μόλις όμως η λαμπρότητα του Θεού κι η ευσπλαχνία Του αποκαλυφθούν στον άνθρωπο, τότε του φανερώνεται ακαριαία η αμαρτωλότητα κι η αναξιότητά του, η αποξένωσή του απ’ Αυτόν.

Ο Θεός δε θα εγκαταλείψει τον άνθρωπο που έχει οδηγήσει στα βάθη. Δε θα λάβει σοβαρά την κραυγή του έξελθε απ’ εμού. Ξέρει ότι η κραυγή αυτή βγαίνει από έναν άρρωστο άνθρωπο, γι’ αυτό και του δίνει θάρρος και τον παρηγορεί με τα λόγια, «μη φοβού».

Όταν ο Θεός χορηγεί σ’ έναν υπάκουο άνθρωπο τα θεϊκά κι ανεκλάλητα χαρίσματά Του, δε θέλει τα χαρίσματα αυτά να σταματήσουν σ’ εκείνον, όπως το τάλαντο που έκρυψε ο πονηρός δούλος στη γη. Ο Θεός ζητάει από τον υπάκουο άνθρωπο να μοιραστεί τα χαρίσματά του με άλλους. Γι’ αυτό ο Πέτρος κάλεσε τους ανθρώπους του άλλου πλοιαρίου να κάνουν χώρο για να βάλουν κι εκεί ψάρια. Μοίρασαν τη σοδειά τους με τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη, καθώς και με τους συντρόφους τους. Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης κι οι σύντροφοί τους κουράστηκαν κι αυτοί για να σύρουν τα δίχτυα, ν’ αδειάσουν τα ψάρια και να κωπηλατήσουν ως την ακτή. Κάθε υπάκουος άνθρωπος που λαβαίνει το δώρο του από κάποιον άλλον, πρέπει να ξέρει πως το δώρο αυτό προέρχεται από το Θεό, όχι από άνθρωπο. Έτσι πρέπει αμέσως, χωρίς χρονοτριβή, ν’ αρχίσει να εργάζεται για τη διατήρηση, τον πολλαπλασιασμό και τη μετάδοση του δώρου.

Τί σημαίνει τώρα το γεγονός των υπάκουων ψαράδων που τράβηξαν τα πλοιάριά τους στην ακτή, τα εγκατέλειψαν, όπως κι οτιδήποτε άλλο κατείχαν κι ακολούθησαν το Χριστό; Πως ο άνθρωπος που είναι προικισμένος από το Θεό, όταν προχωρεί στα βαθιά, εγκαταλείπει το σώμα με τα πάθη του, καθώς και κάθε εφάμαρτο δεσμό με το οποίο ήταν δεμένος ως τότε, εγκαταλείπει δηλαδή τα πάντα. Εγκαταλείπει όχι μόνο το σώμα και τους δεσμούς του, αλλ’ ακόμα και το παλιό πνεύμα του με όλες τις ιδέες του. Και τότε ακολουθεί Εκείνον που ντύνει όσους καλεί με το νέο ένδυμα της σωτηρίας, που καλεί πάντα τους υπάκουους πιστούς στα πνευματικά βάθη.

Ο Κύριος είπε πως ο Πέτρος θα γίνει αλιέας ανθρώπων. Από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Αυτό σημαίνει πως οι απόστολοι, οι επίσκοποι, οι λοιποί κληρικοί, καθώς και όλοι οι χριστιανοί, που ο Θεός τους προίκισε με τα χαρίσματά Του, πρέπει να εργαστούν με αγάπη για να ψαρέψουν – δηλαδή να σώσουν – όσους περισσότερους ανθρώπους μπορούν, με τη βοήθεια των χαρισμάτων τους. Ο καθένας θ’ αγωνιστεί ανάλογα με το χάρισμά του: Εκείνος που έλαβε πολλά χαρίσματα θά ‘χει πλουσιότερη σοδειά, όποιος έλαβε λιγότερα θά ‘ναι λιγότερο υπεύθυνος, όπως φαίνεται κι από την παραβολή των ταλάντων. Ο δούλος που έλαβε πέντε τάλαντα έφερε δέκα, ο άλλος που έλαβε δύο τάλαντα, έφερε τέσσερα. Κανένας όμως δεν πρέπει να υπερηφανευτεί για τα χαρίσματα του Θεού σα νά ‘ταν δικά του, να τα κρύβει από τους ανθρώπους και να τα θάβει στον τάφο του σώ­ματός του. Τέτοιος άνθρωπος θα κατακριθεί από μόνος του στη γέεννα του πυρός, εκεί που είναι ο βρυγμός κι ο τρυγμός των οδόντων.

***

Το παράδειγμα της υπακοής των αποστόλων είναι επίσης συγκινητικό. Οι απλοί άνθρωποι συνήθως έχουν πιο στενούς δεσμούς με τα σπίτια και τις οικογένειές τους από τους κοσμικούς ανθρώπους. Οι κοσμικοί έχουν πολλούς και ποικίλους δεσμούς με τον κόσμο. Κι αν ακόμα χαλαρώσει ένας δεσμός τους, έχουν πολλούς άλλους. Κι όμως, οι απλοί ψαράδες τα εγκατέλειψαν όλα, έσπασαν τους λίγους αλλά πολύ δυνατούς δεσμούς τους με τον κόσμο, με τα σπίτια και τις οικογένειές τους και ακολούθησαν τον Κύριο στα μεγάλα και πλούσια πνευματικά βάθη χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους, παρά μόνο τον εαυτό τους. Ο χρόνος έδειξε πως ο Κύριος τους αντάμειψε πλούσια για την υπακοή τους. Αναδείχτηκαν στύλοι της Εκκλησίας του Θεού στη γη και μεγάλοι άγιοι στην ουράνια βασιλεία Του. Ας βιαστούμε λοιπόν κι εμείς ν’ ακολουθήσουμε το παράδειγμα της υπακοής τους. Η νύχτα της επίγειας διαδρομής μας τελειώνει. Όλοι οι κόποι της νύχτας είναι έτσι κι αλλιώς μάταιοι, τα δίχτυα μας είναι άδεια, οι καρδιές μας γεμάτες κακία, οι ψυχές κι ο νους μας λιμοκτονούν, αφού έχουν στερηθεί τη βοήθεια του Θεού.

Ο πράος Κύριος στέκεται δίπλα στο πλοίο του καθενός μας και μας καλεί. Εκείνος, ο παντογνώστης Δημιουργός, ζητάει από τον καθένα μας να τον αφήσουμε να μπει στο πλοίο και να ταξιδέψουμε μαζί Του μακριά από τις σκιές και τις φουρτούνες της ζωής, στα μεγάλα βάθη της πνευματικής θάλασσας. Εκεί θα γεμίσουμε το πλοίο μας με όλα τα αγαθά που επιθυμούμε. Ας τον υπακούσουμε τώρα, την ώρα που μας καλεί, γιατί όταν χαράξει η μέρα δε θα τον δούμε πια ως αιτούντα, αλλ’ ως Κριτή. Ας μην απορρίψουμε το αίτημά Του να μπει στην καρδιά και στην ψυχή μας, όπως δεν το απέρριψε ο Πέτρος. Δε μας το ζητάει για δική Του χάρη, αλλά για δική μας. Να ξέρεις πως δεν είναι εύκολο στον Πάναγνο να μπει κάτω από ακάθαρτη στέγη. Να ξέρεις πως αυτό που κάνει είναι θυσία, που την κάνει όμως από αγάπη για μας. Δε μας ζητάει να μπει μέσα για να πάρει, άλλα για να δώσει. Το μόνο που θέλει, είναι να δεχτούμε τη βοήθεια και τη θυσία Του. Αδελφοί μου, ας αφουγκραστούμε τη φωνή που μας καλεί, προτού φτάσει στ’ αυτιά μας η φωνή του Κριτή.

Δόξα και αίνος στον Κύριο και Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013




Η Σύλληψη του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου

Άγιος Σωφρόνιος πατριάρχης Ιεροσολύμων

Δος μας, Τίμιε Πρόδρομε, φωνή συ που υπήρξες η φωνή του Λόγου. Δος μας την αυγή εσύ που είσαι το λυχνάρι του θεϊκού φωτός. Βάλε σήμερα τα λόγια μας σε σωστό δρόμο, εσύ που υπήρξες ο Πρόδρομος του Θεού Λόγου. Δεν θέλουμε να σε εγκωμιάσουμε με τα δικά μας λόγια, επειδή τα λόγια μας δεν έχουν μεγαλοπρέπεια και τιμή. Όσοι θα θελήσουν να σε στεφανώσουν με τα εγκώμιά τους, ασφαλώς θα πετύχουν κάτι πολύ πιό μικρό από την αξία σου. Λοιπόν να σιγήσω και να μη προσπαθήσω να διακηρύξω την ευγνωμοσύνη μου και τον θαυμασμό μου, επειδή υπάρχει ο κίνδυνος να μη πετύχω ένα εγκώμιο, άξιο του προσώπου σου; Εκείνος όμως που θα σιωπήσει, πηγαίνει με τη μερίδα των αχαρίστων, γιατί δεν προσπαθεί με όλη του τη δύναμη να εγκωμιάσει τον ευεργέτη του.

Γι’ αυτό, όλο και πιό πολύ σου ζητάμε να συμμαχήσεις μαζί μας και σε παρακαλούμε να ελευθερώσεις τη γλώσσα μας από την αδυναμία, που την κρατάει δεμένη, όπως και τότε κατάργησες, με τη σύλληψη και γέννησή σου, τη σιωπή του πατέρα σου του Ζαχαρία.

Ας μιλήσουμε τώρα για τη θαυμαστή σύλληψη του Τιμίου Προδρόμου. Και πριν από τη σύλληψή του, αυτός φανερώθηκε πως θα γίνει μέγας και τρανός και πως θα υπηρετήσει την προσδοκία των ανθρώπων για πολύ πιό μεγάλες και σωτήριες υποθέσεις, εφόσον δεν θα έμενε άσχετος από τις συνέπειες που είχε για όλο το ανθρώπινο γένος η πτώση των πρωτοπλάστων και η αποστασία από το Θεό. Και ο νόμος της Παλαιάς Διαθήκης βρήκε το πλήρωμά του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Όλοι οι δίκαιοι άνδρες και προφήτες περίμεναν με ιερή λαχτάρα τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους και την ποθούσαν και το εύχονταν με ειδικές δεήσεις και το ζητούσαν από το Θεό. Όπως ο Αβραάμ, ο Δαυίδ και τόσοι άλλοι, μάλιστα δε και ο Συμεών που το πέτυχε να Τον δεχθεί στην αγκαλιά του.

Ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους διακρινόταν και ο πρεσβύτης και ιερέας Ζαχαρίας, που τα χρόνια του είχαν περάσει και μαζί με τη σωματική παρακμή είχαν φέρει και το θάνατο πιό κοντά του. Αυτός προσευχόταν στο Θεό συχνά και επίμονα – γιατί η γλώσσα του δεν είχε δεθεί – να μη στερηθεί ένα τέτοιο θέαμα, που όλοι το περίμεναν, ούτε να βρει το θάνατο, που ήταν τόσο κοντά στη πόρτα του, πριν να δει το Σωτήρα του Κόσμου.

Αυτή τη προσευχή πάντοτε την έκανε ο άγιος αυτός γέροντας στο Θεό, παρακαλώντας τον, τόσο να κάνει ώστε το φως της σωτηρίας να λάμψει γρήγορα, όσο και να του επιτρέψει του ίδιου να δει την ανατολή αυτού του φωτός. Και για να μη τον αρπάξει ο θάνατος αμέτοχο αυτής της θεωρίας, ακριβώς τη στιγμή που θα έφτανε το πλήρωμα του χρόνου γι’ αυτή τη προσευχή, αλλά περισσότερο τότε που ως ιερέας πρόσφερε στο Θεό τις λατρευτικές του υπηρεσίες, σύμφωνα με το Νόμο.

Τον παρακαλούσε λοιπόν η πραγματοποίηση αυτής της υποσχέσεως να γίνει γρήγορα, ώστε όσο το δυνατόν πιό πνευματικά και πιό τέλεια, να λυτρωθούν από το βάρος της αμαρτίας όλοι εκείνοι που μοιράζονταν μαζί του την ιερωσύνη. Αυτό το έκανε κάθε φορά που στο καιρό της εφημερίας του έμπαινε στα Άγια των Αγίων να προσφέρει θυμίαμα. Εκεί που μιά φορά το χρόνο έμπαινε μονάχα ο Αρχιερέας, έχοντας ραντισμένα τα χέρια του με αίμα και δηλώνοντας έτσι τόσο φανερά, με αυτή τη πράξη του, τη θυσία του Σωτήρα μας Χριστού, η οποία θα ήταν η μοναδική και πραγματική θυσία, που την πρόσφερε στο Θεό και πατέρα Του ο Ίδιος και σαν Αρχιερέας και σαν θύμα, σαν αμνός που θυσιάστηκε για τη σωτηρία όλων των ανθρώπων.

Μέσα στα Άγια των Αγίων λοιπόν είχε βρεθεί ο Ζαχαρίας, γιατί ήταν άξιος και είχε τον ιερατικό βαθμό για μια τέτοια υπηρεσία. Καθώς λοιπόν βρισκόταν στο θυσιαστήριο, δέχθηκε μέσα στην επίμονη προσευχή του, την επίσκεψη ουρανίου αγγέλου. Τον είδε να στέκεται δεξιά από το θυσιαστήριο που προσφερόταν το θυμίαμα και να του μιλάει για τον ερχομό του Λόγου του Θεού στη γη, χαρίζοντάς του έτσι την πιο ουράνια και πιο ευχάριστη αγγελία.

Ο Άγγελος που έφερε αυτά τα σπουδαία μηνύματα ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ. Αυτός και μόνο με το όνομά του φανερώνει τη σημασία που είχαν τα μηνύματα που έφερνε. Γιατί αυτός ήρθε στο θυσιαστήριο να αναγγείλει θαυμαστά γεγονότα, που θα γινόταν πριν από την ενανθρώπιση του Θεού, για την οποία και ο ιερέας Ζαχαρίας τόσο επίμονα παρακαλούσε. Αυτόν τον Ζαχαρία τον είδε ο άγγελος του Θεού να συγκλονίζεται από το όραμα της παρουσίας του και κατάλαβε ότι όσο πιο πολύ φοβόταν τόσο πιο πολύ κλονιζόταν. Ο τρόμος του Ζαχαρία (Λουκ.1,12) φανέρωνε ότι έφτανε ο χρόνος που θα σταματούσε η απόλυτη ισχύς του Νόμου της Παλαιάς Διαθήκης και ότι ήρθε ο καιρός που οι άνθρωποι θα ακολουθούσαν το δρόμο του Ευαγγελίου. Διώχνει λοιπόν το φόβο από το Ζαχαρία και στη συνέχεια του δίνει τα ευχάριστα μηνύματα. Τι φοβάσαι σεβάσμιε γέροντα, τώρα που παίρνεις αυτά που ζητάς; Τώρα που λυτρώνεσαι από το βάρος της νομικής λατρείας; Τώρα που βλέπεις το φως μετά από τη σκιά;

Αντίθετα πρέπει να χαρείς και να ευχαριστηθείς μαζί μου, γιατί αυτά από τη φύση τους είναι πρόξενα χαράς και ευφροσύνης. Η λύτρωση των ανθρώπων βρίσκεται πιο κοντά τους, έφτασε η ώρα να σηκωθούν οι πεσμένοι. Ο νόμος βρήκε το σκοπό του. Έχει πια ανατείλει ο καιρός της Θείας Χάριτος. Θα δεις το Θεό Λόγο να σαρκώνεται από τη Παρθένο, να γεννιέται όπως όλοι εμείς οι άνθρωποι και να σώζει όλο το ανθρώπινο γένος. Όχι μόνο να θαυμάσεις αυτά που τόσο πολύ επεθύμησες, αλλά και να τα υπηρετήσεις.

Για να πιστέψεις δε στα λόγια μου, του λέγει ο αρχάγγελος, προσθέτω – και σε παρακαλώ να πιστέψεις – ένα αξιοθαύμαστο γεγονός και σου αποκαλύπτω ότι θα γίνουν πραγματικότητα εκείνα για τα οποία είχες χάσει την ελπίδα σου. Ποιά είναι αυτά; <<Η γυναίκα σου η Ελισάβετ, θα σου γεννήσει γιό και θα τον ονομάσεις Ιωάννη. Και θα δοκιμάσεις χαρά και αγαλλίαση και πολλοί θα χαρούν για τη γέννησή του. Αυτός θα αναδειχθεί μεγάλος ενώπιον του Κυρίου και δεν θα πιεί κρασί και οινοπνευματώδη ποτά, και θα γεμίσει από Άγιο Πνεύμα, από το καιρό ακόμα που θα βρίσκεται στη κοιλιά της μάνας του. Και πολλούς απογόνους θα επαναφέρει με τη μετάνοια στο Κύριο και Θεό τους. Θα προπορευθεί πριν από Αυτόν, και θα ετοιμάσει όλους που θα έχουν καλή προαίρεση, ώστε να δεχθούν τον Κύριο.>> (Λουκ.1,13-18).

Και ο Σαμουήλ γεννήθηκε από στείρα γυναίκα, αλλά δεν ήταν γηρασμένη, και ο Ιακώβ και ο Ιωσήφ ήταν καρποί στείρων γυναικών, ο δε Ισαάκ γεννήθηκε μεν από γηρασμένους γονείς, αλλά κανείς δεν πληρώθηκε από Άγιο Πνεύμα όταν ακόμα ήταν στη κοιλιά της μάνας του, ούτε η γέννησή τους προξένησε τόση χαρά, όση αξιώθηκε ο Πρόδρομος της παγκόσμιας χαράς και κανείς δεν έγινε στρατάρχης τουν παρθενικού τάγματος όπως ο Ιωάννης. Πόσο δε μεγάλη απόσταση υπάρχει μεταξύ παρθενίας και ηθικής ακεραιότητας, το μαρτυρούν μόνες τους αυτές οι ίδιες αρετές.

Μπροστά στα υπέροχα και ανυπέρβλητα δώρα του Ιωάννη και ο ιερέας Ζαχαρίας, έμεινε κατάπληκτος και η πολλή του αμηχανία τον έκανε να δεχτεί με το νου του το κεντρί της δυσπιστίας. Και αποτόλμησε να εκφράσει προς τον άγγελο εκείνα τα φοβερά λόγια της δυσπιστίας: <<Τι είναι αυτό που θα με κάνει να πιστέψω αυτά που μου λες, αφου είμαστε γέροι;>> Αυτά βέβαια δεν τα είπε ως πατέρας του Ιωάννη, αλλά ως εκπρόσωπος του στενόφωνου και βραδύγλωσσου νόμου της Παλαιάς Διαθήκης. Γι’ αυτό το λόγο αμέσως σιώπησε, ως τιμωρία της δυσπιστίας του, για να προσημάνει ότι η ισχύς του Μωσαϊκού Νόμου θα σταματήσει, μόλις φανερωθεί πλέον ως άνθρωπος, ο Σαρκωμένος Λόγος, ο Μεγάλος Νομοθέτης της Χάριτος, Ιησούς Χριστός.

Έπρεπε να δεχτεί με απλή πίστη ότι ο Θεός μπορούσε να κάνει, αν ήθελε, οποιοδήποτε αξιοθαύμαστο και υπερφυσικό έργο. Τα πίστεψε όμως όλα αυτά ο Ζαχαρίας, όταν ο Γαβριήλ του επέβαλε τη σιωπή, μέχρι να γίνουν αυτά που του φανέρωσε.

Αυτό το σημείο θα έχεις να είσαι βουβός, επειδή δεν πίστεψες τα λόγια μου. (Λουκ. 1,19-20). Εφόσον λοιπόν δυσπίστησε για τη γέννηση της φωνής του Λόγου, ήταν δίκαιο να στερηθεί και τη δική του φωνή.

Ο Ιωάννης λοιπόν βλάστησε στην άγονη γη, δηλαδή στη στείρα μήτρα της μάνας του και κήρυξε στην έρημο την Ιουδαϊκή, δηλαδή στις ψυχές, που δεν είχαν καρπούς πίστεως.

Γιατί πως θα μπορούσε ποτέ να μη πειστεί στα χαρμόσυνα αυτά μηνύματα ο σεβάσμιος αυτός γέροντας και ιερέας, που όχι μόνο πίστευε στο Νόμο, αλλά δίδασκε και τους άλλους να περιμένουν το Μεσσία και προσευχόταν επίμονα γι’ αυτό. Προτύπωνε λοιπόν και συμβόλιζε ο ίδιος της δυσπιστία όλων εκείνων που θα έμεναν έξω από τη πίστη στο Χριστό.

Ο μεγάλος λοιπόν αυτός ιερέας δυσπίστησε μυστικά και πιο μυστικά χάνει τη φωνή του, για να φανερώσει με το τρόπο αυτό πόσο παράλογη θα είναι η δυσπιστία των Ιουδαίων για τον αναμενόμενο Μεσσία.

Ο Ζαχαρίας ετοιμάσθηκε από το Θεό και στάθηκε στα χέρια του Θεού ένα τέλειο και κατάλληλο όργανο. Το πνευματικό του ανάστημα φανερώνεται από αυτά που προφήτευσε για το παιδί του λέγοντας: <<Και συ παιδί μου, θα ονομαστείς προφήτης του Υψίστου, γιατί θα προηγηθείς πριν από το Κύριο, για να ετοιμάσεις στις καρδιές των ανθρώπων τους δρόμους Του.>> (Λουκ.1,76-78). Άρα όπως είναι γραμμένο, ο Ζαχαρίας πληρώθηκε από το Άγιο Πνεύμα και δεν θα γινόταν πατέρας του Ιωάννη, αν δεν ήταν άξιος για μια τέτοια τιμή.

Η ευαγγελική μαρτυρία που αναφέρεται στους γονείς του Ιωάννη, φανερώνει ότι ζούσαν πάνω στην ακρόπολη των αρετών, γι’ αυτό τους αποκάλεσε δίκαιους, ενώπιον του Κυρίου. Και συλλαμβάνεται στη κοιλιά της αγίας μάνας του, που ήταν κοσμημένη με προφητικό χάρισμα, από τον ιερέα και προφήτη πατέρα του. Ο Ιωάννης που μόνος από τους ανθρώπους αξιώθηκε να προφητεύσει, όντας ακόμα στη κοιλιά της μάνας του, όταν αξιώθηκε να αναγνωρίσει το Δεσπότη Χριστό, μέσα στη κοιλιά της Παρθένου. Έτσι και πριν από την ώρα του έγινε προάγγελος του ερχομού του Χριστού, γιατί δεν στάθηκε τίποτε ικανό να τον εμποδίσει, ούτε που δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα του, ως βρέφος με τα σκιρτήματά του φώναζε ότι τώρα βρίσκεται μπροστά του Αυτός που θα μας λυτρώσει. Και η μητέρα του θα πει τότε στη Μακαρία Παρθένο: <<Ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου.>> Αυτό είναι κήρυγμα του Ιωάννη, έστω και αν έχει διακηρυχθεί από το στόμα της Ελισάβετ.

Και βέβαια γνωρίζουμε ότι λύθηκε η αφωνία του Ζαχαρία όταν έδωσε το όνομα του Ιωάννη, που σημαίνει δώρο, Χάρη Θεού.

Εμείς που αξιωθήκαμε να γνωρίσουμε το τρόπο που ανέτειλε ο λύχνος, που χαρίζει σε μας την ανταύγεια του Αγίου Πνεύματος να προσπαθήσουμε να ζήσουμε και να μεταδώσουμε τα μυστικά αυτά νοήματα που κρύβονταν στη σύλληψη και το όνομα του Ιωάννη

 




Κυριακή μετά την ύψωση του Τιμίου Σταυρού

IMG_3410 Anthony Bloom

Στὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Τὴν ἡμέρα ποὺ θυμόμαστε τὸν Σταυρὸ τοῦ Κυρίου, πρέπει νὰ δίνουμε ἰδιαίτερη προσοχὴ σ’ ὅ,τι εἶναι ἡ Θεϊκὴ ἀγάπη. Τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο ποὺ θυσίασε τὸν Μονογενῆ του Υἱό, ὥστε κανεὶς ἄνθρωπος δὲν θὰ πρέπει νὰ λησμονηθεῖ καὶ ν’ ἀγνοηθεῖ.

Ἂν εἶναι ἀλήθεια αὐτό, πῶς θὰ πρέπει νὰ ἀντιμετωπίζουμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον; Ἂν ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς σημαίνει τόσα πολλὰ γιὰ τὸν Θεό, ἐὰν Ἐκεῖνος ἀγαπάει τὸν ἄνθρωπο σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ θυσιάσει τὴν ζωή Του, ὁ θάνατός Του εἶναι εὐπρόσδεκτος- πῶς θὰ πρέπει λοιπὸν νὰ φερόμαστε στὸν πλησίον μας;

Ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ ἀγαπᾶμε ἐκ φύσεως, ποὺ μὲ τόσους πολλοὺς τρόπους μοιάζουν μὲ μᾶς στὸ μυαλό, τὸ συναίσθημα – ἀλλὰ εἶναι αὐτὸ ἀγάπη; Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἀγαπᾶμε αὐτὸ τὸ πρόσωπο σὰν τὸ πιὸ πολύτιμο πρόσωπο στὰ μάτια τοῦ Θεοῦ καὶ τὰ δικά μου, ἐπειδὴ λαχταρῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεό, νὰ μοιράζομαι τὶς σκέψεις Του, τὴ στάση Του ἀπέναντι στὴ ζωή.

Καὶ πόσοι ἄνθρωποι ὑπάρχουν ποὺ τοὺς φερόμαστε μὲ ἀδιαφορία, δὲν εὐχόμαστε κάτι κακὸ γι’ αὐτοὺς – δὲν ὑπάρχουν γιὰ μᾶς! Ἂς ρίξουμε μιὰ ματιὰ γύρω μας σὲ τούτη τὴ συνάθροιση καὶ γιὰ μῆνες ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «τί σημαίνει αὐτὸ τὸ πρόσωπο γιὰ μένα;» – Τίποτα· ἁπλὰ κάποιος ποὺ παρευρίσκεται στὴν ἴδια ἐκκλησία, ποὺ πιστεύει στὸν ἴδιο Θεό, ποὺ λαμβάνει τὴν ἴδια κοινωνία- καὶ λησμονοῦμε ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ λαμβάνουν τὴν ἴδια κοινωνία, ἔχουν γίνει μέρος τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς ζεῖ μέσα τους, ὅτι θὰ πρέπει νὰ στραφοῦμε σ’ αὐτούς, νὰ τοὺς κοιτάξουμε, καὶ νὰ δοῦμε ὅτι ἀποτελοῦν ναὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μιὰ συνέχεια τῆς Ἐνσάρκωσης.

Ἂς θέσουμε στὸν ἑαυτὸ μας σοβαρὰ καὶ κρίσιμα ἐρωτήματα γιὰ τὸ πῶς φερόμαστε καὶ πῶς βλέπουμε τὸν διπλανό μας. Ἂς ἀφιερώσουμε ὅλη τὴν ἑβδομάδα γιὰ νὰ σκεφτοῦμε τὸ ἕνα πρόσωπο μετὰ τὸ ἄλλο καὶ ἂς ἀναρωτηθοῦμε: «ὑπάρχει ἀγάπη στὴν καρδιά μου; » Ὄχι μιὰ συναισθηματικὴ ἀγάπη, ἀλλὰ μιὰ ἀγάπη ποὺ μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ κάνει ἕναν ἄνθρωπο πολύτιμο, – πολύτιμο στὸ βαθμὸ ποὺ θὰ πρέπει νὰ εἶμαι προετοιμασμένος νὰ δώσω τὴν ζωή μου γι’αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Καὶ ὅταν τὴν ἑπόμενη ἑβδομάδα προσέλθουμε στὸ μυστήριο τῆς Ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀνάμεσα στὰ ἄλλα, ἂς φέρουμε, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ τὸ ἐρώτημα: «Ὑπάρχει γιὰ μένα ὁ πλησίον; Τί σημαίνει γιὰ μένα; » Γιὰ τὸν Θεὸ εἶναι τὰ πάντα· ἐὰν γιὰ μένα δὲν εἶναι τίποτα, ποιὰ εἶναι ἡ θέση μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Ἀμήν.




Χριστιανός καί Σταυρός

image

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου

Χριστιανός σημαίνει μικρός Χριστός κι ὁ Χριστός εἶναι ὁ Ἐσταυρωμένος, ἄρα χριστιανός εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ σταυροῦ.

Γι᾿ αὐτό εἶναι ἀνάρμοστο καί ξένο στόν χριστιανό νά ἀναζητᾶ τίς εὐκολίες καί τήν ἀνάπαυση.

Ὁ Κύριός σου καρφώθηκε στό σταυρό κι ἐσύ ἐπιζητᾶς τήν ἄνεση καί ζῆς μέ πολυτέλεια;

Ἄν ἀγαπᾶς τόν Κύριό σου, πέθανε ὅπως Ἐκεῖνος. Σταύρωνε τόν ἑαυτό σου, ἔστω κι ἄν δέν σέ σταυρώνει κανείς.

Καί σταυρός εἶναι ὁ ἀγώνας ἐναντίον τῆς κακίας καί τῆς ζήλειας σου.

Σταυρώνεις τό «ἐγώ» σου, ὅταν ἀρνεῖσαι νά ἱκανοποιήσεις τίς κακές ἐπιθυμίες σου.

Κρεμᾶς τόν ἑαυτό σου στό σταυρό, ὅταν ἀφήνεις τόν Θεό νά κατευθύνει τή ζωή σου χωρίς τίς δικές σου λογικές παρεμβάσεις.

Πεθαίνεις σάν τόν Κύριό σου, ὅταν ὑποτάσσεσαι στό θέλημά του χωρίς τά ἀτέλειωτα «γιατί».

Ὁ Κύριος ζήτησε καί ζητᾶ νά τόν ἀκολουθήσουν ὅσοι εἶναι ἀποφασισμένοι νά σηκώσουν τό σταυρό τους, ὅσοι εἶναι ἕτοιμοι νά πεθάνουν, νά ἀρνηθοῦν τίς ἀπολαύσεις καί τήν τρυφή.

Ὅποιος ἀγαπᾶ τήν ἀσφάλεια καί τίς ἡδονές τῆς παρούσης ζωῆς εἶναι ἐχθρός τοῦ σταυροῦ, αὐτοῦ τοῦ σταυροῦ πού ὁ χριστιανός ἀγαπᾶ καί σηκώνει μέ ὑπομονή, γιά χάρη τοῦ Ἐσταυρωμένου Κυρίου του! …

Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εἰς Φιλιππησίους 13· ΕΠΕ 22,8-10