Η Μεταμόρφωση του Κυρίου

images (1)Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ

ΤΟ ΘΑΒΩΡΙΟ ΦΩΣ

«Ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ’ 5, Μάρκ. θ’ 7, Λουκ. θ’ 35).

Σήμερα, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μεγάλης πανηγύρεως τῆς Ἐκκλησίας, πανηγύρεως ἡ ὁποία ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς προσέγγισής μας ὅσο πλησιάζουμε τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας ὄχι μόνο δὲν ἐλαττώνεται, ἀλλ’ ἀκατάπαυστα αὐξάνει σὲ δύναμη καὶ σπουδαιότητα μέσα μας, ξεχνώντας κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἀδυναμία μας, τολμοῦμε νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸ ἀπρόσιτο καὶ ἀνέσπερο Φῶς πού ἐξέλαμψε στὸ Θαβώρ.

Σᾶς παρακαλῶ, παραβλέψτε κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ τὴ μηδαμινότητά μου- κλεῖστε τὰ μάτια σας στὴν ἀμάθεια καὶ στὸ ἄκομψο τοῦ λόγου μου, μᾶλλον δέ, ἂν εἶναι δυνατόν, θεωρῆστε με σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς φύλακες τοῦ ὄρους Ἐφραίμ, πού ἀναβοοῦσαν: «Ἐγερθῆτε, καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὴν Σιών πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν».

Ὁ Θεός, «ὁ ποιήσας τὸν οὐραόν καὶ τὴν γῆν», εἶναι ὁ Θεός μας ἐκ κοιλίας τῆς μητρός μας. Μετὰ τὴν κατὰ σάρκα γέννηση, πρὶν ἀκόμη μάθουμε νὰ διακρίνουμε τὸ δεξὶ χέρι ἀπὸ τὸ ἀριστερό, λάβαμε ἤδη δεύτερη γέννηση, ἄνωθεν, στὴν κολυμβήθρα τοῦ Βαπτίσματος, καὶ ἐλέχθη σὲ μᾶς τὸ μέγα καὶ φοβερὸ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς ἐπουράνιες δυνάμεις Ὄνομα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στὴ συνέχεια, λάβαμε ἄλλη ἀνεκτίμητη δωρεά, γιὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχή μας δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει οὔτε νὰ ἀναλογισθεῖ χωρὶς τρόμο, δηλαδὴ τὸ χρίσμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴ σφραγίδα τοῦ ἁγιασμοῦ, ἡ ὁποία ἐτέθη σὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός μας μὲ τὰ λόγια τοῦ Μυστηρίου: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Καὶ ἔτσι γίναμε σκήνωμα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, καὶ τὰ σώματά μας ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία τρεφόμαστε στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ Θεῖο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε παιδιὰ Του- σάρκα ἀπὸ τὴ Σάρκα Του καὶ αἷμα ἀπὸ τὸ Αἷμα Του. Ἀπὸ τὴ νεότητά μας ζοῦμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Θείου Λόγου, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀποκαλύπτει τὶς ἀπέραντες διαστάσεις τῆς γνώσεως τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ, τοῦ Πατρός μας, πού μᾶς παρέχει ἤδη ἀπὸ ἐδῶ τὴν πρόγευση τῆς μακαριότητας τῆς αἰώνιας διαμονῆς μετ’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ. Στὴν Ἐκκλησία μας κάθε ἡμέρα ζοῦμε μέσα σὲ ἀπερίγραπτο ὑπερπλεονασμὸ κάθε πλούτου πνευματικοῦ, καὶ ἡ εὐγνώμων ψυχὴ ὁρμᾶ καὶ ἀναφωνεῖ: «Πράγματι εἶναι πλούσιος ὁ Θεός μας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν μᾶς ἀγκαλιάζει ἀκατάπαυστα, ὅλους καὶ τὸν καθένα ξεχωριστά».

Καὶ νά, παρ’ ὅλα αὐτά, εἴμαστε πτωχοὶ τῷ πνεύματι. Μέσα στὰ ὅρια τῆς γῆς ὑπάρχει ἀκόρεστη πείνα καὶ ἄσβεστη δίψα Θεογνωσίας, διότι ὁ ἀγώνας μας εἶναι νὰ φθάσουμε τὸν Ἄφθαστο, νὰ δοῦμε τὸν Ἀόρατο, νὰ γνωρίσουμε Αὐτὸν πού βρίσκεται πέρα ἀπὸ κάθε γνώση.

Ή ὁρμὴ αὐτὴ αὐξάνει ἀκατάπαυστα σὲ κάθε ἄνθρωπο, ὅταν τὸ Φῶς τῆς Θεότητας εὐδοκήσει νὰ τὸν καταυγάσει, ἔστω καὶ μὲ κάποια ἀμυδρὰ προσέγγισή Του, διότι τότε στοὺς νοεροὺς ὀφθαλμοὺς μας ἀποκαλύπτεται σὲ ποιὰ ἄβυσσο διαμένουμε. Ἡ ὅραση αὐτὴ καταπλήσσει ὅλο τὸν ἄνθρωπο, καὶ τότε ἡ ψυχή του δὲν γνωρίζει ἀνάπαυση καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὴ βρεῖ, μέχρις ὅτου ἐλευθερωθεῖ πλήρως ἀπὸ τὸ σκοτάδι πού τὴν διακατέχει, μέχρις ὅτου γεμίσει ἀπὸ τὴν Ἀκόρεστη Τροφή, μέχρις ὅτου τὸ Φῶς αὐτὸ αὐξηθεῖ στὴν ψυχὴ καὶ ἑνωθεῖ μαζί της τόσο, ὥστε Φῶς καὶ ψυχὴ νὰ γίνουν ἕνα, προκαταγγέλλοντας τὴ θέωσή μας στὴ Θεία δόξα.

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἀποτελεῖ στερεὸ θεμέλιο τῆς ἐλπίδας γιὰ τὴ μεταμόρφωση ὅλης τῆς ζωῆς μας —ἡ ὁποία τώρα εἶναι γεμάτη ἀπὸ κόπο, ἀσθένειες, φόβο— σὲ ζωὴ ἄφθαρτη καὶ θεοειδῆ. Ἐν τούτοις, ἡ ἀνάβαση αὐτὴ στὸ ὑψηλὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως συνδέεται μὲ μεγάλο ἀγώνα. Ὄχι σπάνια ἐμεῖς ἐξασθενοῦμε ἀπὸ τὴν ἀρχή αὐτοῦ τοῦ ἀγώνα καὶ ἀπελπισία φαίνεται νὰ κυριεύει τὴν ψυχή. Σὲ τέτοιες ὧρες μαρτυρικῆς παραμονῆς στὰ ὅρια μεταξύ τοῦ Ἀπροσίτου Φωτὸς τῆς Θεότητας πού ἕλκει πρὸς τὸν ἑαυτό Του καὶ τῆς ἀπειλητικῆς ἀβύσσου τοῦ σκότους, νὰ ἐνθυμούμαστε τὰ διδάγματα τῶν Πατέρων μας, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν τὴν ὁδὸ αὐτὴ ἀκολουθώντας τὸν Χριστό, καὶ «ἐζωσμένοι τὰς ὀσφύας ἡμῶν» νὰ παίρνουμε δύναμη μὲ τὴν κραταιὰ ἐλπίδα σὲ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος μὲ τὴν παλάμη Του βαστάζει ἀκόπως ὅλη τὴν κτίση. Νὰ θυμόμαστε ὅτι στὴ ζωὴ μας πρέπει νὰ ἐπαναληφθεῖ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ὅ,τι ἔγινε στὴ ζωὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, γιὰ νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ κάθε φόβο καὶ ὀλιγοψυχία. Ἡ ὁδὸς εἶναι κοινὴ σὲ ὅλους μας κατὰ τὸν λόγο Αὐτοῦ τοῦ Χριστοῦ: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός»· καὶ γι’ αὐτὸ εἶναι καὶ μοναδική, διότι «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα, εἰ μὴ δι’ Ἐμοῦ».

Ἂν ὁ Κύριος «ἐπειράσθη», καὶ ἐμεῖς πρέπει νὰ περάσουμε διὰ τοῦ πυρὸς τῶν πειρασμῶν. Ἂν ὁ Κύριος καταδιώχθηκε, καὶ ἐμεῖς ἐπίσης θὰ διωχθοῦμε ἀπὸ τὶς ἴδιες ἐκεῖνες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες δίωκαν τὸν Χριστό. Ἂν ὁ Κύριος ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, καὶ ἐμεῖς ἀναπόφευκτα ὀφείλουμε νὰ πάσχουμε καὶ νὰ σταυρωνόμαστε ἔστω, ἴσως, καὶ πάνω σὲ ἀόρατους σταυρούς, ἐφόσον πράγματι Τὸν ἀκολουθοῦμε στὶς ὁδοὺς τῆς καρδίας μας. Ἂν ὁ Κύριος μεταμορφώθηκε, καὶ ἐμεῖς θὰ μεταμορφωθοῦμε καὶ ἐνῶ ἀκόμη βρισκόμαστε πάνω στὴ γῆ, ἂν ὁμοιωθοῦμε πρὸς Αὐτὸν στὶς ἐσωτερικὲς ἐπιθυμίες μας. Ἂν ὁ Κύριος πέθανε καὶ ἀναστήθηκε, τότε καὶ ὅλοι ὅσοι πιστεύουν σὲ Αὐτὸν θὰ διέλθουν διὰ τοῦ θανάτου, θὰ τοποθετηθοῦν σὲ τάφους καὶ ἔπειτα θὰ ἀναστηθοῦν ὅμοια πρὸς Αὐτόν, ἐφόσον πέθαναν ὅμοια πρὸς Αὐτόν.

Θὰ ἀναστηθοῦν πρῶτα οἱ ψυχὲς τῶν πιστῶν, ἔπειτα δέ, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κοινῆς Ἀναστάσεως, καὶ τὰ σώματα. Ἂν ὁ Κύριος μετὰ τὴν ἀνάστασή Του μὲ δοξασμένη σάρκαἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ κάθισε στὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς μὲ δοξασμένα σώματα, διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θὰ ἀναληφθοῦμε στοὺς οὐρανοὺς καὶ θὰ γίνουμε «συγκληρονόμοι Χριστοῦ» καὶ «κοινωνοὶ τῆς Θεότητος» Α’ Πέτρ. δ’ 13, Β’ Πέτρ. α’ 4, Ρωμ. ζ’ 17, Β’ Τιμ. β’ 11-12 κ.α.).

Ὅλα, ὅσα ἀπαριθμήσαμε πιὸ πάνω, πραγματοποιήθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο ὄχι κατὰ τὴ Θεότητα, ἀλλά κατὰ τὴν ἀνθρωπότητά Του, δηλαδὴ σὲ ἐκεῖνο τὸ ἐπίπεδο, ὅπου ὁ Κύριος εἶναιὁμοούσιος μὲ ἐμᾶς «Υἱός Ἀνθρώπου». Ὁ Κύριος, ὁ Πατρὶ καὶ Πνεύματι συνάναρχος Λόγος, μὲ τὴ σάρκωσή Του προσέλαβε στὴ Θεία Του Ὑπόσταση τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ὄχι φαινομενικά, ἀλλά ἔγινε ἀληθινὰ ὅμοιος μὲ μᾶς ἄνθρωπος καὶ φανέρωσε στὴ σάρκα μας τὴ Θεία τελειότητα, «ὑπολιμπάνων Ἑαυτὸν ὑπογραμμὸν» γιά μᾶς, τὸν ὁποῖο πολλοὶ προφῆτες καὶ δίκαιοι «ἐπεθύμησαν ἰδεῖν» (Ματθ. ιγ’ 17). Καὶ αὐτὸ ὀφείλουμε τώρα ἐμεῖς νὰ πραγματοποιήσουμε, ὁ καθένας στὴ ζωή του, ὥστε μὲ τὴν ὁμοίωση πρὸς τὸν Χριστόν, κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἐπίγειας ζωῆς Του, νὰ γίνουμε ὅμοιοι μὲ Αὐτὸν καὶ κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς Θείας ὑπάρξεως.

Σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴν ὀλιγοψυχήσουμε ἀκούοντας τὰ λόγια τῆς διδασκαλίας αὐτῆς, ἀλλά νὰ λάβουμε θάρρος καὶ νὰ ἀνοίξουμε τὶς καρδιές μας γιὰ νὰ δεχθοῦμε μὲ ἁπλότητα τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Κύριος μὲ τὸ στόμα Του εἶπε: «Θαρσεῖτε, ἐγώ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. ις’ 33). Καὶ ἐμεῖς, μὲ τὴ δύναμη τοῦ Χριστοῦ, θὰ κατορθώσουμε ἀναμφίβολα τὴ νίκη αὐτὴ ἐπὶ τοῦ κόσμου, ὥστε μαζὶ μὲ Αὐτὸν νὰ μετάσχουμε στὴν αἰώνια Βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Γιὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς, «πορεύεσθε, καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ, ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ρήματα τῆς ζωῆς ταύτης» (Πράξ. ε’ 20), σᾶς λέω: Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι τῆς αἰώνιας ζωῆς, οἱ ὁποῖοι δόθηκαν ἀπὸ τὸν Κύριο «εἰς κληρονομίαν ἀναφαίρετον τοῖς πιστοῖς»· αὐτὸ σημαίνει «τῶν Ἀποστόλων τὸ κήρυγμα» καὶ τῶν «Πατέρων τὰ δόγματα»· αὐτὴ εἶναι ἡ ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἡ ἀσάλευτη ἐλπίδα, ἡ ὁποία δὲν θὰ διαψευσθεῖ, διότι θεμέλιό της εἶναι ἡ ἀψευδής μαρτυρία τοῦ Κυρίου. Καὶ ἂν «νόθα» ταπείνωση θελήσει νὰ τὸ ὀνομάσει αὐτὸ ὑπέρμετρη παρρησία ἡ ἀκόμη καὶ μωρία, τότε ἂς θυμηθοῦμε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὁ ὁποῖος ἀποκόπτοντας ἀφενὸς μὲν τὴν ὀλιγοψυχία, ἀφετέρου δὲ τὴν παράλογη ὑπερηφάνεια τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, λέει ὅτι «εὐδόκησεν ὁ Θεὸς διὰ τῆς μωρίας τοῦ κηρύγματος σῶσαι τοὺς πιστεύοντας», ἀπορρίπτοντας τὴ σύνεση τῶν συνετῶν, καὶ μεταβάλλοντας σὲ μωρία τὴ σοφία αὐτοῦ τοῦ κόσμου (βλ.Α’ Κόρ. α’ 18-21). Καθημερινὰ ἡ πείρα τῆς ἀνθρωπότητος μᾶς ἀποδεικνύει σταθερὰ ὅτι οἱ «σοφοὶ καὶ συνετοὶ» τοῦ αἰῶνος τούτου δὲν μποροῦν νὰ ἀκολουθήσουν τὸν Χριστὸ οὔτε στὸ Θαβώρ, οὔτε στὸν Γολγοθᾶ, οὔτε στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν.

Ἔτσι, ἀγαπητοί, προσέλθετε, καὶ μὲ τὴ δύναμη τῆς πίστεως ἂς ἀνεβοῦμε στὸ «ὅρος Κυρίου» (Ἡσ. β’ 3), ἂς σταθοῦμε ἀοράτως στὴν πόλη τοῦ Ζῶντος Θεοῦ, καὶ μετάρσιοι τῷ πνεύματι ἂς δοῦμε τὴν ἄυλη Θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Πνεύματος στὸν Μονογενῆ Υἱὸ ἀπαστράπτουσα.Ἂς ἀνέβουμε ὄχι μὲ ὑπερήφανη παρρησία, ἀλλά μὲ φόβο καὶ τρόμο, ὡς ἀνάξιοί της ἀναβάσεως καὶ ὁράσεως αὐτῆς, ἐντούτοις ὅμως, μὲ ἐλπίδα ὅτι καὶ σὲ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς, κατὰ τὴν ἄμετρη ἀγαθότητα τοῦ Οὐρανίου Πατρός, θὰ λάμψει «τὸ ἀΐδιο Φῶς» τῆς Θεότητος, ἡ ἄστεκτη λάμψη τοῦ ὁποίου ἒρριξε πρηνεῖς στὸ Θαβὼρ τοὺς ἐκλεκτοὺς Ἀποστόλους.

Ἀφοῦ ἀνυψώσαμε γιὰ λίγο τὸν νοῦ μας στὴ θεωρία τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τῆς πίστεώς μας, οἱ ὁποῖες πρέπει νὰ ἀποτελοῦν τὸ μόνιμο πολίτευμα τῆς ζωῆς τοῦ πνεύματός μας, ἂς ἐπιτρέψουμε στοὺς ἑαυτούς μας νὰ προχωρήσουμε στὸ θέμα πού ἐπιλέξαμε.

Ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου εἶναι ἕνα μεγάλο γεγονός, πού ἔχει σημασία αἰώνια ὄχι μόνο γιὰ τὸν καθένα ἀπό μᾶς, ἀλλά καὶ γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τοῦ κόσμου. Στὰ ἔργα τῶν Πατέρων μας θὰ βροῦμε προσεκτικὴ διερεύνηση αὐτοῦ ἀπὸ ὅλες τὶς πλευρές· ἐπιπλέον θὰ βροῦμε ὅ,τι προηγήθηκε αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ὡς προετοιμασία τῶν μαθητῶν ἀπὸ τὸν Κύριο· στὴ συνέχεια, ὅ,τι τὸ συνόδευσε καὶ ὅ,τι τελέσθηκε κατὰ τὴν ὥρα αὐτῆς τῆς ἴδιας τῆς Θαβωρίου Θεοφανείας· καὶ ἐπιπλέον, ὅ,τι τὸ ἀκολούθησε στὶς πράξεις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ στὴ συνείδηση τῶν Ἀποστόλων, τῶν μαρτύρων τῆς Μεταμορφώσεως. Ἡ γνώση γιὰ ὅλα αὐτὰ θὰ βοηθήσει καὶ ἐμᾶς τοὺς ἰδίους νὰ διέλθουμε συνετὰ τὴ δική μας πορεία ἀκολουθώντας «τοῖς ἴχνεσι τοῦ Χριστοῦ». Ἀλλά κατὰ τὴν παροῦσα στιγμὴ ἂς συγκεντρώσουμε τὴν προσοχὴ τοῦ πνεύματός μας σὲ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο, σύμφωνα μὲ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση, ἀποτελεῖ τὴν ἀποκλειστικὴ ἰδιομορφία τοῦ γεγονότος τῆς παρούσας ἡμέρας.

«Ἰδού νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδού φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα: Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱὸς Μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾯ εὐδόκησα· Αὐτοῦ ἀκούετε».

Σὲ τί ἔγκειται ἡ φωτεινὴ αὐτὴ νεφέλη, ἡ ὁποία περιὲλαμψε ἐκείνη τὴ νύκτα τὸ Ἅγιο Θαβώρ;

Πρὸ ἐτῶν, κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Μεταμορφώσεως, ρώτησα κάποιον ἀσκητὴ ὁ ὁποῖος, ὅπως ἀναμφίβολα πιστεύω, ἀξιώθηκε πολλὲς φορὲς νὰ δεῖ αὐτὸ τὸ Φῶς. Στὴν ἀδιάκριτη παράκλησή μου νὰ μοῦ πεῖ κάτι γιὰ τὸ μυστήριο τοῦ Θαβωρίου Φωτός, δηλαδὴ πῶς αὐτὸ ὁρᾶται καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσει κάποιος τὴ δωρεὰ αὐτή, αὐτὸς μὲ ἄκρα συγκατάβαση πρὸς τὴν ἀμάθειά μου, μὲ μεγάλη ὑπομονή, μοῦ διευκρίνισε τὸ θέμα αὐτό, ἐγώ δὲ σήμερα θὰ μεταδώσω σὲ σᾶς μόνο τὸ πιὸ οὐσιῶδες ἀπὸ αὐτὸ πού ἄκουσα ἀπὸ τὸ ἀψευδές στόμα του, καὶ ὅσο εἶναι δυνατὸν πιὸ σύντομα.

Μοῦ διηγήθηκε ὁ ἄνδρας αὐτὸς ὅτι κατ’ ἀρχάς, ὅταν ἦταν ἀκόμη νέος, τὸ φῶς αὐτὸ ἐμφανιζόταν σὲ αὐτὸν ἀσαφῶς, σὲ σύντομες στιγμές, ἄλλοτε σὰν ἀκατάληπτη πύρινη φλόγα, ἡ ὁποία ἔκαιγε τὴν καρδιὰ του διὰ τῆς ἀγάπης, ἄλλοτε σὰν κάποιο ἀπαύγασμα τὸ ὁποῖο διείσδυε μὲ τὴ λάμψη στὸν νοῦ του κατὰ τὸν καιρὸ τῆς προσευχῆς, κυρίως στὸν ναό. Ἀλλά κάποια ἡμέρα, μετὰ ἀπὸ ἐκτενῆ, κατὰ τὴ διάρκεια πολλῶν μηνῶν, διάπυρη προσευχὴ πού συνοδευόταν ἀπὸ βαθειὰ λύπη γιὰ τὴν ἀθλιότητά του, τὸ φῶς αὐτὸ κατέβηκε μὲ ἱλαρότητα πάνω του καὶ παρέμεινε μαζί του τρεῖς ἡμέρες. Κατὰ τὶς ἡμέρες αὐτὲς αἰσθανόταν τὸν ἑαυτὸ του ἐμφανῶς ἐκτός θανάτου. Ἡ χαρὰ τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως γέμιζε τότε τὴν ψυχή του. Ἐσωτερικὰ ὀνόμαζε τὸ φῶς ἐκεῖνο «πρωΐαν ἀναστάσεως», διότι αὐτὸ ἦταν ἱλαρό, σὰν «ἐαρινὴ πρωΐα». Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ βρισκόταν αὐτὸς μεταξὺ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ζοῦσαν τὴ συνηθισμένη σὲ ὅλους κοπιώδη ζωή. Μετὰ τὴν πάροδο ἐτῶν ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅταν αὐτὸς ἦταν ἤδη μοναχός, καὶ ἀργότερα λειτουργός, συνέβαινε πολλὲς φορὲς νὰ μεταβάλλεται ἡ προσευχή του σὲ θεωρία φωτός, ἔτσι ὥστε νὰ μὴν αἰσθάνεται τότε οὔτε τὸ σῶμα του, οὔτε τὸν ὑλικὸ κόσμο πού τὸν περιέβαλλε.

Τὸ φῶς αὐτὸ φανερώνεται ὡς καθαρὰ ἄνωθεν εὐδοκία. Ἔρχεται κατ’ ἀρχὰς ἀπροσδόκητα, δηλαδὴ ὅταν ἡ ψυχὴ δὲν σκέπτεται καθόλου γι’ αὐτὸ ὅτι θὰ ἔρθει, ἤ ἀκόμη ὅτι ὑπάρχει. Ἄγνωστο ὡς τότε, φέρει μὲ τὴν ἔλευσή του στὴν ψυχὴ γλυκειά ἀπορία, καὶ κατάπληκτη αὐτὴ ἀγνοεῖ ἀκόμη τὸ ποιὸς ἤ τί τῆς φανερώθηκε, ἀλλ’ αἰσθάνεται τὸν ἑαυτὸ της ἐκείνη τὴν ὥρα ὡς αἰχμάλωτο πού βγαίνει ἀπὸ τὸ ζοφερὸ σκοτάδι τῆς φυλακῆς πρὸς τὶς ἀπέραντες ἐκτάσεις, πού φωτίζονται ἀπὸ τὸν ἥλιο.

Ἔλεγε ἐπίσης ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος: «Παρὰ τὸ ὅτι τὸ Θεῖο Φῶς μένει πάντοτε κατὰ τὴ φύση του ἀναλλοίωτο, ὅμως οἱ ἐνέργειές του, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο γεννᾶ στὸν ἄνθρωπο, ποικίλλουν. Μερικὲς φορὲς προσλαμβάνεται ὡς αἴσθηση ἱλαρῆς ἀγάπης Χριστοῦ· ἄλλοτε ὡς συμπαράσταση Θείας Δυνάμεως· ἄλλοτε ὡς κάποια ἀνεκλάλητη κίνηση τῆς αἰώνιας ζωῆς μέσα στὸν ἄνθρωπο· καὶ ἄλλοτε πάλι ὡς φῶς συνέσεως ἡ ὑπερνοητὴ νοερὰ ὅραση τοῦ Θεοῦ. Ἄμετρη ὅμως εἶναι ἡ ἀγαθότητα τοῦ Κυρίου καὶ συμβαίνει ὥστε ἡ ἀγάπη Του νὰ ἐκχέεται ἀκόμη ἀφθονότερα. Τότε τὸ Θεῖο Φῶς γεμίζει ὅλο τὸν ἄνθρωπο, οὕτως ὥστε καὶ αὐτὸς γίνεται ὅμοιος πρὸς τὸ φῶς· καὶ τότε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο βλέπει, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀνομαστεῖ διαφορετικά, παρὰ μόνο φῶς —παρὰ τὸ ὅτι τὸ Φῶς αὐτὸ κατὰ τὴ φύση του εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ ὁρατοῦ ἡλίου».

Σὰν ἀπάντηση στὴν ἀρχική μου ἐρώτηση γιὰ τὴ Θαβώρια Θεοφάνεια, ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος παρέτεινε τὸν λόγο ἐπιδιώκοντας προφανῶς νὰ βρεῖ ἔννοιες προσιτὲς σὲ μένα, ἔστω καὶ σὲ κάποιο μικρὸ μέτρο.

Ἔλεγε: «Πρέπει πάντοτε νὰ ἔχουμε κατὰ νοῦν τὴν ἀνεπάρκειά μας· καὶ ἂν ἐπιτρέψω στὸν ἑαυτό μου νὰ θίξει τὸ μεγάλο αὐτὸ θέμα, θὰ τὸ κάνω ἀκροθιγῶς, γιὰ νὰ κατανοήσουμε κάτι λίγο ἀπὸ αὐτὸ χωρὶς τολμηρὲς ἀξιώσεις νὰ τὸ ἀποσαφηνίσουμε ἤ καὶ νὰ τὸ κατανοήσουμε πλήρως. Καὶ ἔτσι, ἂν βγοῦμε ἀπὸ τὶς ἐνέργειες τοῦ Θείου Φωτὸς πού ἤδη περιγράψαμε σὲ ἐκείνη τὴν ἁπλή, μέχρι φαινομενικῆς ἀφέλειας διήγηση τῶν Εὐαγγελιστῶν, μποροῦμε λίγο νὰ τὴ συμπληρώσουμε ὡς ἑξῆς:

Ἀμέσως μόλις ἄρχισαν οἱ Ἀπόστολοι νὰ κατανοοῦν τὴν ὑπεράνθρωπη τελειότητα τοῦ Διδασκάλου τους καὶ ὁμολόγησαν Αὐτὸν διὰ τοῦ στόματος τοῦ Πέτρου ὡς Χριστόν, Υἱόν τοῦ Θεοῦ τοῦ Ζῶντος, ὁ Κύριος ἐπόθησε περισσότερο νὰ τοὺς στερεώσει στὴ γνώση αὐτὴ διὰ τῆς μαρτυρίας τοῦ Πατρός. Αὐτὸ ἦταν τελείως ἀπαραίτητο, ἐφόσον Αὐτὸς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ«τὴν ἔξοδον, ἥν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ», δηλαδὴ γιὰ τὴν τέλεση τῆς θυσίας πάνω στὸν Γολγοθᾶ. Πίσω ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Πέτρου: “Σύ εἶ ὁ Χριστὸς” (Μάρκ. η’ 29), ἐκείνη τὴ στιγμὴ κρυβόταν ἡ ἀτελὴς γνώση γιὰ τὸ ποιὸς πράγματι ἦταν αὐτὸς ὁ Χριστός. Ἐντούτοις, παρὰ τὴν ἔλλειψη τελειότητας καὶ πληρότητας τῆς ὁμολογίας αὐτῆς, ἐκδηλώθηκε σὲ αὐτὴν ἤδη ἡ αὐξηθεῖσα ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση τῶν Ἀποστόλων, πού τοὺς κατέστησε ἱκανοὺς νὰ “χωρέσουν” μεγαλύτερο φῶς Θείας ἀποκαλύψεως, καὶ ὡς γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος εἶπε: “Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἐστηκότων, οἵτινες οὐ μὴ γεύσωνται θανάτου ἕως ἂν ἴδωσι τὸν Υἱόν τοῦ Ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν τῇ Βασιλείᾳ Αὐτοῦ” (Μάρκ. θ’ 1). Μετὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ Κύριος μὲ τοὺς μαθητὲς πραγματοποιεῖ σιωπηλὰ1 τὴν πορεία ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς Καισαρείας τῆς Φιλίππου μέχρι τὸ Ἱερὸ Θαβώρ. Ἐκεῖ λοιπὸν ἐξέλεξε τοὺς προκρίτους, Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη, καὶ τοὺς ὁδήγησε στὸ “ὄρος τὸ ὑψηλό” τῆς θεωρίας τῆς Θείας Αὐτοῦ· Δόξης, ἥν εἶχεν Αὐτὸς παρὰ τῷ Πατρὶ πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι”.

»Αὐτός ὁ Κύριος πάντοτε καὶ ἀναλλοίωτα ἔφερε ἐν Ἑαυτῷ τὸ Φῶς —ὄντας κατὰ τὴ Θεότητά Του ἄναρχο Φῶς—, ἀλλά διέμενε ἐν Αὐτῷ κατὰ τρόπο ἀόρατο σὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχθηκαν ἀκόμη μέσα τους τὸ Φῶς. Πάνω στὸ Θαβὼρ ὁ Κύριος προσευχόταν. Τίποτε δὲν μᾶς ἐμποδίζει νὰ ὑποθέσουμε ὅτι κατὰ τὸ περιεχόμενό της ἡ προσευχὴ αὐτὴ ἦταν ὅμοια μὲ ἐκείνη τῆς Γεθσημανῆ (βλ. Ἰωάν. ιζ’ κ. α.), διότι “ἐλήλυθεν Αὐτοῦ ἡ ὥρα”. Ἀγκαλιάζοντας στὴν προσευχὴ τὰ πάντα, “ἀπὸ καταβολῆς κόσμου” ὥς τὴ συντέλεια τοῦ αἰῶνος αὐτοῦ, ὁ Κύριος προσευχόταν καὶ γιὰ τοὺς Ἀποστόλους, ὥστε νὰ φανερωθεῖ σὲ αὐτοὺς τὸ Ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ ἡ ἀγάπη, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Πατέρας ἀγάπησε τὸν Υἱό, νὰ μένει σὲ αὐτοὺς (βλ. Ἰωάν. ιζ’ 26).

»Οἱ ἐκλεγέντες αὐτοὶ τρεῖς μάρτυρες καὶ συμμέτοχοι τῆς ὑπερφυοῦς αὐτῆς προσευχῆς τοῦ Χριστοῦ ἐξαντλήθησαν σὲ αὐτὴν (τὴν προσευχή). Πολεμώντας ἀσκητικὰ ἐνάντια στὴν ἀσθένεια τῆς σάρκας τους, βαρύνθηκαν γιὰ λίγο χρόνο ἀπὸ τὸν ὕπνο· ἐντούτοις, μὲ τὴ δύναμη τῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς πού ἐνεργοῦσε μέσα τους, ἐπανέρχονται ἐκ νέου σὲ νηφάλια κατάσταση, καὶ τότε οἱ σθεναροὶ τῷ πνεύματι αὐτοὶ νικητὲς τῆς ἀσθένειας τῆς σάρκας εἶδαν τὸν Χριστὸ ἐν τῷ φωτὶ καὶ αὐτοὺς πού συνομιλοῦσαν μαζί Του, τὸν Ἠλία καὶ τὸν Μωυσῆ. Καὶ μπόρεσαν νὰ δοῦν, ἐπειδὴ καὶ οἱ ἴδιοι γέμισαν ἐκείνη τὴν ὥρα ἀπὸ φῶς.

»Τὸ ἀσυνήθιστο καὶ μεγαλειῶδες τῆς ὁράσεως βύθισε τοὺς Ἀποστόλους σὲ ἀνέκφραστη ἔκπληξη καὶ μακάρια ἀπορία. Αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου γιὰ τὸν Πέτρο: “μὴ εἰδώς τί λαλήσῃ”, καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ ἰδίου τοῦ Πέτρου: “Ἐπιστάτα, καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι”.

»Ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἡ ὅραση τοῦ πνευματικοῦ κόσμου καὶ τοῦ Θείου Φωτὸς ἀπό τούς Ἀποστόλους συνδυαζόταν ἐπίσης καὶ μὲ τὶς παραστάσεις τοῦ αἰσθητοῦ κόσμου πού τοὺς περιέβαλλε. Ἀλλὰ στὴ συνέχεια τὸ φῶς πού αὐξήθηκε τοὺς ἀνύψωσε πέρα ἀπὸ κάθε ὁρατὸ καὶ πρόσκαιρο στὰ ἀόρατα καὶ αἰώνια (βλ. Β’ Κόρ. δ’ 18)…

Εἶναι ἁπλὲς μέχρι ἀκρότητος οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις: “Ἰδού, νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς…”. Ὅπως ὁ ἄνθρωπος πού ἀνεβαίνει σὲ κάποιο βουνό, ὅταν μπεῖ σὲ πυκνὸ σύνεφο, δὲν διακρίνει μὲ τὴν ὅραση τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, ἔτσι καὶ ἡ φωτεινὴ αὐτὴ νεφέλη, πού φανερώθηκε ὡς φῶς καὶ πνοὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο μὲ τὴν ἀφόρητη Θεία ἔλευσή Του εἰσήγαγε τοὺς Ἀποστόλους στὸν κόσμο τοῦ ἀκτίστου Φωτός, τοῦ ἄτρεπτου, τοῦ ἀνέσπερου, τοῦ ἀναλλοίωτου, τοῦ ἀπέραντου, τοῦ ὑπερουράνιου, τόσο ἐξαφάνισε τὶς παραστάσεις πού εἶχαν ἀπὸ τὶς παρερχόμενες μορφὲς τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ὥστε αὐτοὶ καὶ Αὐτὸν τὸν Χριστὸ δὲν Τὸν ἔβλεπαν πλέον κατὰ σάρκα (βλ. Β’ Κορ. ε’ 16). Ἀφοῦ εἰσῆλθαν διὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ θεωρία τῆς ἀπερίγραπτης Θεότητος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἄκουσαν ἐκείνη τὴν ὥρα τὴν ἄυλη καὶ ἀπρόσιτη φωνὴ τοῦ Πατρός: “Οὗτός ἐστιν ὁ Υἱός Μου ὁ ἀγαπητός”.

»Αὐτό ὑπῆρξε ἡ ὑπέρτατη στιγμὴ ὁλόκληρου τοῦ Θαβωρίου γεγονότος.

»Ἂν τώρα ἀναφερθοῦμε πάλι στὴν ἀσθένεια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως, φορεῖς τῆς ὁποίας ἦταν οἱ Ἀπόστολοι, συνέχισε ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος, τότε, μένοντας πιστοὶ στὴν Εὐαγγελικὴ διήγηση καὶ τὴν πείρα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μποροῦμε νὰ ποῦμε τὰ ἑξῆς:

»Μέγιστη καὶ ὕψιστη ὑπῆρξε ἡ ὅραση τῶν Ἀποστόλων στὸ ὄρος τῆς Μεταμορφώσεως, ἐντούτοις, δὲν ἦταν ἀκόμη τέλεια, διότι τότε δὲν ἦταν ἀκόμη ἱκανοὶ νὰ δεχθοῦν ὅλο τὸ πλήρωμα καὶ τὴν τελειότητα τοῦ Φωτὸς πού ἐμφανίσθηκε σὲ αὐτούς. Γι’ αὐτὸ ἡ Ἐκκλησία ψάλλει: “Δείξας τοῖς μαθηταῖς Σου τὴν δόξαν Σου, καθὼς ἠδύναντο”, ἤ σὲ ἄλλον ὕμνον  “καθὼς ἐχώρουν”.

»Μέγιστη καὶ ὕψιστη ὑπῆρξε ἡ ὅραση τῶν Ἀποστόλων, ἀλλά τότε ἀκόμη ἀτελῶς ἀφομοιώθηκε ἀπὸ αὐτούς, καὶ γι’ αὐτὸ παρέμειναν δυνατὲς ἐκεῖνες οἱ ταλαντεύσεις, τὶς ὁποῖες ὑπέστησαν αὐτοὶ κατὰ τὶς ἡμέρες τοῦ Πάθους· καὶ μόνο ἀργότερα ὁ Πέτρος ἀναφέρεται σὲ αὐτὴν καὶ τὴν ἐπικαλεῖται ὡς μαρτυρία τῆς ἀλήθειας (βλ. Β’ Πέτρ. α΄ 17-18).

»Ἀτελής ἦταν ἀκόμη ἡ ὅραση τῶν Ἀποστόλων πάνω στὸ Θαβώρ, καὶ ἐντούτοις ἦταν τόσο μεγάλη καὶ γνήσια ἡ θεωρία τῆς “ὑπερούσιου εὐπρεπείας” καὶ τοῦ “προαιώνιου κεκρυμμένου μυστηρίου”, ὥστε οὔτε ἡ ὅραση τοῦ Μωυσῆ στὸ Σινᾶ (βλ. Ἐξ. ιθ’-κ’ καὶ κγ’-λδ’), οὔτε ἡ ὅμοια πρὸς αὐτὴν τοῦ Ἠλία στὸ Χωρὴβ (βλ. Γ’ Βασ. ιθ’) ἔφθασαν τὸ ὕψος καὶ τὴν τελειότητά της, τὴν ὁποία παρατηροῦμε στοὺς λόγους τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ὠδῆς: “Καθωράθης τῷ Μωϋσῆ, ἐν γνόφῳ τὸ πάλαι, ἐν φωτὶ δέ, νῦν ἀπροσίτῳ τῆς Θεότητος” (α’ Ὠδή, β’ κανὼν- βλ. Ἑβρ. ιβ’ 18-24)».

Ἑλκύοντάς σας στὸ βάθος τῶν ἀφάτων μυστηρίων τῆς θεολογίας, δὲν θὰ κρύψω καθόλου ὅτι καὶ ἐγώ ὁ ἴδιος ἔρχομαι σὲ φόβο. Καὶ δοκιμάζω ὄχι μόνο φόβο, ἀλλά καὶ συστολὴ κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ: Ὁ Σοφὸς Παροιμιαστὴς εἶπε: «πῖνε ὕδατα ἀπὸ σῶν ἀγγείων καὶ ἀπὸ σῶν φρεάτων πηγῆς» (Παροιμ. ε’ 15), καὶ ἐγώ σᾶς προσφέρω αὐτὸ πού ἄντλησα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴν κληρονομιὰ ἄλλων. Βλέποντας ὅμως μὲ ποιὰ προθυμία προσέχετε στὸν λόγο, σὰν νὰ μὴν χορτάσατε ἀκόμη ἀπὸ αὐτόν, θὰ σᾶς μεταδώσω καὶ τὸν ἐπίλογο τῆς ἀλησμόνητης γιὰ μένα συνομιλίας μὲ τὸν σπουδαῖο ἐκεῖνον ἄνδρα. Συνεπαρμένος ἀπὸ τὸν ἐμπνευσμένο λόγο του, εὐγνωμονώντας τον γιὰ τὴ συγκατάβασή του πρὸς ἐμένα, γέμισα ἀπὸ θλίψη ἐκείνη τὴν ὥρα συνειδητοποιώντας τὸ δικό μου σκότος καὶ σιωποῦσα, διαλογιζόμενος μέσα μου: «Δὲν ἔχω αὐτὴ τὴν τύχη». Γιὰ νὰ μὲ παρηγορήσει ὁ συνομιλητής μου συνέχισε ὡς ἑξῆς:

«Ὅσο ἐμεῖς δὲν ἀξιωνόμαστε νὰ δοῦμε τὴ μεγαλοπρεπῆ δόξα τῆς Θεότητας, τόσο μὲ τὴν πιὸ πιστὴ ἐσωτερικὴ κίνηση τοῦ πνεύματός μας θὰ μᾶς ἐλέγχει ὁ ἑαυτός μας. Καὶ ἐὰν ἡ ψυχὴ μας εἶναι ἀνδρεία, τότε θὰ ποῦμε: Γιὰ τὶς ἀδικίες μου στερήθηκα αὐτὸ τὸ δῶρο, διότι ὁ πορευόμενος ἐν δικαιοσύνῃ καὶ λαλῶν εὐθείαν ὁδόν… οὗτος οἰκήσει ἐν ὑψηλῷ… καὶ τὸν Βασιλέα μετὰ δόξης ὄψεται” (Ἡσ. λγ’ 15-18). Παρ’ ὅλα αὐτὰ μὴ δώσετε τόπο στὴν ἀπόγνωση· ἀντίθετα, λάβετε θάρρος καὶ πενθήσετε ἐν μετανοίᾳ γιὰ τὸν ἑαυτό σας. Ἀπορρίψτε τὸν ἄδικο λογισμό, ὅτι αὐτὸ εἶναι κλῆρος μόνο τῶν ἐκλεκτῶν, λογισμὸ πού μπορεῖ νὰ φονεύσει μέσα μας τὴν ἅγια ἐλπίδα. Ἡ ἀλήθεια, στὴν ὁποία εἶναι ἀναγκαῖο νὰ στερεωθεῖ ἡ καρδιά μας, εἶναι ὅτι ὁ Κύριος κανέναν δὲν “ἐκβάλλει ἔξω” καὶ δὲν ἀπορρίπτει ἀπὸ ἐκείνους πού ἔρχονται πρὸς Αὐτὸν (πρβλ. Ἰωάν. ς’ 37). Ὅλοι ἐμεῖς, χωρὶς ἐξαίρεση, μεγάλοι καὶ μικροί, σημαντικοὶ καὶ ἀσήμαντοι, κληθήκαμε στὴν ἴδια τελειότητα, στὴν ὁποία κάλεσε ὁ Κύριος τούς Ἀποστόλους Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη πού τοὺς ὁδήγησε στὸ ὄρος τοῦ Θαβώρ, διότι καὶ ἐμεῖς, ὅπως καὶ αὐτοί, λάβαμε τὶς ἴδιες ἐντολὲς καὶ ὄχι ἄλλες, καί, ἑπομένως, τὴν ἴδια, ἴση πρὸς αὐτούς, τιμὴ κλήσεως καὶ ὄχι ἄλλη κατώτερη. Ἐρευνῆστε μὲ προσοχὴ ὅλη τὴν ἀκολουθία τῆς Ἑορτῆς καὶ θὰ δεῖτε μὲ ποιὰ δύναμη ἡ Ἐκκλησία προσκαλεῖ καὶ πείθει ὅλους γιὰ ἀνάβαση στὸ ἀψηλάφητο Ὄρος τῆς νοερᾶς Θεοπτίας, δείχνοντας ἔτσι σαφῶς ὅτι ὄχι μόνο κατὰ τὴν ἀρχαιότητα, ὄχι μόνο στοὺς Ἀποστόλους εὐδόκησε ὁ Κύριος νὰ φανερώσει τὴν “αὐγὴ” τῆς Θεότητάς Του, ἀλλά καὶ κατὰ τὴ διάρκεια ὅλων τῶν αἰώνων, καὶ ὡς τὶς ἡμέρες μας ἀκόμη, δὲν ἔπαυσε καὶ οὐδέποτε θὰ παύσει, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπαγγελία Του, νὰ ἐκχέει τὴν ἴδια ἐκείνη δωρεὰ σὲ ὅσους Τὸν ἀκολουθοῦν μὲ ὅλη τὴν καρδιά τους.

»Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ νόθα ταπείνωση —”αὐτὸ δὲν εἶναι γιὰ μένα”—, ἐκτός ἀπὸ τὴν ἀδικαιολόγητη ἀπόγνωση, ἡ ὁποία γεννιέται ἀπὸ τὴν ἀκηδία καὶ τὴν ἡδυπάθεια, φραγμὸς πρὸς τὴ θεωρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς ἀποβαίνει ἀκόμη καὶ ἡ τολμηρὴ ἔφεση “νὰ δοῦμε τὸν Θεό”, καὶ νὰ Τὸν ἀγκαλιάσουμε μὲ τὴ σκέψη μας, σὰν νὰ θέλουμε νὰ διεισδύσουμε μὲ δύναμη στὰ μυστήρια καὶ στὰ ἔγκατα τοῦ Θείου Εἶναι καὶ νὰ κυριαρχήσουμε σὲ Αὐτὸ μὲ τὸν νοῦ, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ ἀντικείμενο τῆς γνώσεώς μας. Εἶναι δύσκολο νὰ βροῦμε λέξεις γιὰ νὰ χαρακτηρίσουμε τὴν πνευματικὴ οὐσία αὐτῆς τῆς ὑπερήφανης ἀξιώσεως τοῦ νοῦ μας, ἀλλά εἶναι σπουδαῖο γιὰ μᾶς νὰ γνωρίσουμε ὅτι σὲ παρόμοιες περιπτώσεις συναντοῦμε ὄχι “φωτεινὴ νεφέλη”, ἀλλά γνόφο καὶ σκότος, πού κρύβουν τὸν Θεό.

»Ὅταν προσηλώσουμε τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ νοῦ μας ἀπ’ εὐθείας στὸν Ἥλιο τοῦ Προαιώνιου Εἶναι, γιὰ νὰ Τὸν δοῦμε καθώς ἐστι, τότε οἱ ὀφθαλμοὶ μας καταφλέγονται καὶ τυφλώνονται ἀπὸ τὸ ἀπρόσιτο καὶ ἐκτυφλωτικὸ Φῶς τῆς Θεότητας, ὅπως τυφλώνονται καὶ καταφλέγονται οἱ φυσικοί μας ὀφθαλμοί, ὅταν γυμνοί, χωρὶς κανένα προστατευτικὸ μέσο, στραφοῦν κατ’ εὐθείαν πρὸς τὸν ἥλιο. Στὴ Γραφὴ βρίσκουμε μιὰ θαυμαστὴ εἰκόνα, πού μᾶς διδάσκει τὴν ἐγκράτεια ἀπὸ τὴν παρρησία ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ: «Ἱστάμενα κύκλῳ τοῦ Θρόνου τοῦ Ὑψίστου τὰ ἑξαπτέρυγα Σεραφείμ, δυσὶ πτέρυξι κατακαλύπτοντα τὰ πρόσωπα αὐτῶν» (Ἡσ. ς’ 2).

»Ὁ Θεὸς καὶ γνωριζόμενος καὶ ὁρώμενος ἀναλλοίωτα διαμένει πάνω ἀπὸ κάθε γνώση καὶ ὅραση. Ἡ ἀπεριόριστη αὐτὴ ὑπερβατικότητα τοῦ Θεοῦ στὴ “μυστικὴ” γλώσσα τῆς θεολογίας ὀνομάζεται “γνόφος”. Ἡ Καινὴ Διαθήκη δὲν χρησιμοποιεῖ πουθενὰ γιὰ τὸν Θεὸ τὴ λέξη “γνόφος”. Μᾶς λέει ὅτι “Ὁ Θεὸς Φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν Αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία” (Α’ Ἰωάν. α’ 5). Γιὰ τὴν ὑπερβατικότητά Του, καὶ συνεπῶς τὴν τέλεια “ἀορασία”, τὴν τέλεια “ἀγνωσία” Του, ἡ Καινὴ Διαθήκη λέει τὰ ἑξῆς: “Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε” (Ἰωάν. α’ 18). Καὶ ἀλλοῦ: “Ὁ Θεός,… φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται” (Α’ Τιμ. ς’ 16). Ὅταν φάνηκαν οἱ φιλόσοφοι καὶ οἱ αἱρετικοί, πού ὑποστήριζαν τὴ δυνατότητα πλήρους γνώσεως τοῦ Θεοῦ, τότε οἱ Ἅγιοι Πατέρες, γιὰ νὰ ἐκριζώσουν τὴν ἀσύνετη αὐτὴ ἰδέα, ἐπέστρεψαν σὲ Παλαιοδιαθηκικὲς εἰκόνες καὶ γλώσσα: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς πρὸς Μωυσῆν “καταβὰς διαμάρτυραι τῷ λαῷ, μήποτε ἐγγίσωσι πρὸς τὸν Θεὸν κατανοῆσαι Αὐτόν… Εἱστήκει δὲ ὁ λαὸς μακρόθεν, Μωϋσῆς δὲ εἰσῆλθεν εἰς τὸν γνόφον, οὐ ἦν ὁ Θεὸς» (Ἐξ. ιθ’ 21, κ’ 21). Ἔτσι, γιὰ νὰ πλήξουν ἰσχυρότερα τὴ συνείδηση τῶν ἀσόφων σοφῶν, οἱ Πατέρες προσέφυγαν στὴν ἔννοια τοῦ “γνόφου”, μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σοφὸς Νομοθέτης Μωυσῆς συγκρατοῦσε τὸν λαό του, πού ἦταν ἀκόμη ἄπειρος τῆς Θεογνωσίας, ἀπὸ τὴν ἀσύνετη ἔξαρση τῆς ἰδέας τοῦ “κατανοῆσαι” τὸν Θεὸ· καὶ γιὰ νὰ μὴν παρεκκλίνουν ἀπὸ τὴν Καινοδιαθηκικὴ Ἀποκάλυψη, οἱ Πατέρες ὀνόμασαν τὸν γνόφο αὐτὸ “ὑπέρφωτον”.

»Ἡ ἀληθινὴ ὁδὸς γιὰ τὴ θεωρία τοῦ Θείου Φωτὸς διέρχεται διὰ μέσου τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Ὅλη ἡ σκέψη μας, ὅλη ἡ δύναμη τῆς ἐπιθυμίας μας, ὀφείλουν νὰ κατευθύνονται μόνον πρὸς τὸ “τηρῆσαι τὴν ἐντολήν τοῦ Θεοῦ ἄσπιλον καὶ ἀνεπίληπτον” (Α΄ Τίμ. ς’ 14). Τότε τὸ Θεῖο Φῶς, ὅπως ἔδειξε ἡ πείρα τῶν αἰώνων, “πολυμερῶς καὶ πολυτρόπως” ἐπισκέπτεται τὸν ἄνθρωπο. Καὶ κανένας δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ ποτὲ γιὰ τὰ ὅρια τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ πρὸς ἐμᾶς, διότι αὐτὴ βρίσκεται ἀληθινὰ πέρα ἀπὸ κάθε ὅριο. Ὅσο καὶ ἂν τείνει ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεόν, ὅσο καὶ ἂν φλέγεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν, καὶ πάλι οἱ ἐκχύσεις τοῦ Φωτὸς θὰ παραμείνουν πέρα ἀπὸ κάθε ὅριο καὶ ἀριθμό, διότι δὲν ὑπάρχει σὲ αὐτὲς τέλος, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ φῶς ὑπερβαίνει τὶς δυνάμεις τῆς φύσεώς μας νὰ ὑπομείνει τὴ λάμψη του. Καὶ ὁ μοναδικὸς δυνατὸς λόγος, ἡ μοναδικὴ ἐπικύρωση γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι ὅτι “ὁ Θεὸς Φῶς ἐστι, καὶ σκοτία ἐν Αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία”, καὶ ὅτι “Αὐτὸς οἰκεῖ ἐν ἀπροσίτῳ Φωτὶ” καὶ ἐμφανίζεται πάντοτε ἐν τῷ φωτὶ καὶ ὡς φῶς».

Ἀλλὰ καὶ παρὰ τὰ λόγια αὐτά, δὲν διαλύθηκε ἡ ἀπορία στὴ δειλή μου ψυχή. Δὲν ἔβλεπα τὴν ὁδὸ μπροστά μου· δὲν γνώριζα πῶς νὰ εἰσέλθω σὲ αὐτὴ τὴ ζωή, ἀπὸ πού νὰ ἀρχίσω· αἰσθανόμουν τὸν ἑαυτό μου μέσα σὲ γνόφο καὶ ρώτησα:

«Τίνα κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή»;

Καὶ μοῦ δόθηκε ἡ ἀπάντηση:

«Νὰ προσεύχεσαι, ὅπως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος γιὰ χρόνια ἔκραζε, “Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος”, καὶ εἰσακούσθηκε.

»Νὰ προσεύχεσαι μὲ τὰ λόγια τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ὠδῆς, “Λαμψάτω, ὦ Φωτοδότα, καὶ ἐμοί τῷ ἁμαρτωλῷ τὸ φῶς Σου τὸ ἀπρόσιτον”, καὶ νὰ ἐνδυναμώνεις στὴν πίστη, ἐνθυμούμενος ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν προσεύχεται γιὰ πράγματα πού δὲν μποροῦν νὰ γίνουν».

Στὴ συνέχεια ὁ ἄνδρας ἐκεῖνος, σὰν νὰ ἀπέκλειε τὴ δυνατότητα ὅτι μιὰ τέτοια προσευχὴ θὰ παραμείνει χωρὶς τὴν ἄνωθεν ἀπάντηση, κατέκλεισε τὸν λόγο του ὡς ἑξῆς:

«Ὅταν ἡ ψυχή σου γνωρίσει αὐτὸ τὸ φῶς, τότε, ὅταν συμβεῖ νὰ τὸ στερεῖται, θὰ φλέγεσαι γι’ αὐτὸ καὶ μιμούμενος τὸν ἅγιο Συμεὼν τὸν Νέο Θεολόγο θὰ τὸ ζητᾶς καὶ θὰ κράζεις πρὸς αὐτό:

Ἐλθέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν.

Ἐλθέ, ἡ Ζωὴ ἡ αἰώνιος.

Ἐλθέ, τῶν πεπτωκότων ἡ ἔγερσις.

Ἐλθέ, τῶν κειμένων ἡ ἀνόρθωσις,

Ἐλθέ, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάστασις.

Ἐλθέ, Πανάγιε Βασιλεῦ.

Ἐλθέ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν,

καὶ μεῖνον ἀδιαστάτως ἐν ἡμῖν,

καὶ ἀδιαιρέτως Σύ μόνος βασίλευε ἐν ἡμῖν

εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».

Σημείωσις:

1. Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς πορείας αὐτῆς οἱ Εὐαγγελιστὲς δὲν ἀναφέρουν οὔτε ἕνα γεγονὸς οὔτε μία ὁμιλία τοῦ Χριστοῦ.

 

 




Ερμηνεία εις τον πρώτον κανόνα της Μεταμορφώσεως

αρχείο λήψηςἉγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ὠδή α´

Σήμερον Χριστός ἐν Ὄρει Θαβώρ, λάμψας ἀμυδρῶς, θεϊκῆς αὐγῆς ὡς ὑπέσχετο, Μαθηταῖς παρεγύμνου χαρακτῆρας· σελασφόρου δέ πλησθέντες, θείας αἴγλης, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν ὅτι δεδόξασται.

Σήμερον, λέγει, ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδή ἔλαμψεν εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, παρεγύμνωσεν: ἤτοι ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του κάποιους ἀμυδρούς καί ὀλίγους τινάς χαρακτῆρας τῆς Θεϊκῆς του αὐγῆς, ἡ ὁποία ἦτον κεκρυμμένη μέσα εἰς τό πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἕως τότε δέν ἐβλέπετο ἀπό τούς Μαθητάς του· τοῦτο γάρ δηλοῖ τό Παρεγύμνου, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον λέγοντα «Ἐν τῷ Θαβώρ μεταμορφωθείς ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔδειξε τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν δόξαν καί οὐκ ἐπέδειξε, τουτέστι μικρόν παρήνοιξε τήν Θεότητα καί οὐχί τελείως». Ἀκολούθως δέ λέγει ὁ Χρυσορρήμων καί τήν αἰτίαν διά τήν ὁποίαν παρήνοιξε τήν Θεότητα, καί οὐχί τελείως τήν ἔδειξε· «Τό μέν, πληροφορῶν, τό δέ, φειδόμενος· πληροφορῶν μέν γάρ, ἔδειξεν αὐτοῖς τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν Θεϊκήν δόξαν, οὐχ ὅση τις ἦν, ἀλλ᾿ ὅσον ἠδύναντο φέρειν οἱ σωματικούς ὀφθαλμούς περιφέροντες· φειδόμενος δέ, καί οὐχί φθονῶν, οὐκ ἔδειξεν αὐτοῖς τήν πᾶσαν δόξαν, ἵνα μή σύν τῇ ὁράσει καί τήν ζωήν ἀπολέσωσιν».

Φέρει δέ καί ὁμοίωμα ὁ τῶν Κανόνων ἑρμηνεύς Θεόδωρος, ὅτι ὡς διά μέσου ὑαλίνων τινῶν λύχνων τάς ἀκτῖνας τοῦ θείου φωτός ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὁ Κύριος, καθώς ὑπεσχέθη. Ποῦ δέ ὑπεσχέθη νά δείξῃ ὁ Κύριος τό θεῖον του φῶς; Ἀποκρινόμεθα ὅτι ὑπεσχέθη τοῦτο ὀλίγον πρό τῆς Μεταμορφώσεώς του, ὅταν ἔλεγε εἰς τούς Ἀποστόλους «Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσονται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιστ´ 28).

Μέ τήν λέξιν δέ «Τινάς» ἐννοεῖ ἐδῶ τόν Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί μέ τήν «Βασιλείαν», τήν ἐν τῇ Μεταμορφώσει δόξαν· ὅθεν αὐτό τό ρητόν ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύων λέγει· «Ἐνταῦθα οὐ περί τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τῆς ἐνδόξου λέγει, ἀλλά περί τῆς ἐν τῷ ὄρει Μεταμορφώσεως». Καί ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος· «Πaνταχοῦ ἐστιν ὁ τοῦ Παντός Βασιλεύς, καί πανταχοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ· ὥστε τό ἔρχεσθαι τήν αὐτοῦ Βασιλείαν οὐ τό ἄλλοθεν ἀλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοῖ, ἀλλά τό φανεροῦσθαι ταύτην τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος· διά τοῦτο ἔλεγεν ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει· ἥτις δύναμις οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχοῦσιν ἐγγίνεται, ἀλλά τοῖς ἑστηκόσι μετά τοῦ Κυρίου, τουτέστι τοῖς ἐστηριγμένοις ἐν τῇ πίστει αὐτοῦ, καί τοῖς κατά Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί τούτοις ἀναφερομένοις ὑπό τοῦ λόγου πρότερον εἰς ὄρος ὑψηλόν, δηλονότι τῆς φυσικῆς ἡμῶν ταπεινότητος ὑπεραναβιβαζομένοις» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Ὁ μέν οὖν Σωτήρ οὕτω κατά τήν ὑπόσχεσίν του ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὀλίγον τι τό φῶς τῆς ἰδίας Θεότητος· οἱ δέ Μαθηταί, γεμώσαντες ἀπό τήν ὀλίγην λαμπρότητα ἐκείνου τοῦ φωτός καί τῆς θείας αἴγλης, ἔμελπον ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς καί καρδίας· «Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται»

Τροπάριον.

Κατεμήνυον τήν ἔξοδον, τήν ἐν Σταυρῷ σου ἐν Θαβώρ παρόντες, ὁ ἐν πυρί σε καί βάτῳ πάλαι, προκατιδών Μωσῆς, καί ὁ μετάρσιος δίφρῳ, ἐν πυρίνῳ Ἠλίας Χριστέ.

Ἑρμηνεία.

Ἀφ᾿ οὗ εἰς τό ἀνωτέρω Τροπάριον εἶπεν ὁ Μελωδός ὅτι συνελάλουν μέ τόν Χριστόν ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας, τώρα εἰς τό Τροπάριον τοῦτο ἀναφέρει καί διά ἐκεῖνα ὅπου συνελάλουν. Ἐρανίζεται δέ ταῦτα ἀπό τόν Εὐαγγελιστήν Λουκᾶν λέγοντα· «Καί ἰδού ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωσῆς καί Ἠλίας, οἵ ὀφθέντες ἐν δόξῃ ἔλεγον τήν ἔξοδον αὐτοῦ, ἥν ἔμελλε πληροῦν ἐν Ἱερουσαλήμ» (Λουκ. θ´ 30-31)· ὅθεν ἐπιστρέφων πρός τόν Κύριον λέγει· Ὦ Θεάνθρωπε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Μωϋσῆς, ὁ ὁποῖος Σέ εἶδε τό παλαιόν εἰς τό Σίναιον Ὄρος μέ τό καῖον πῦρ τῆς βάτου καί μή κατακαῖον αὐτήν, ὁμοίως καί ὁ Ἠλίας, ὁ ὁποῖος ἀνελήφθη μέ πυρίνην ἅμαξαν ὡς εἰς τόν Οὐρανόν, αὐτοί οἱ ἴδιοι παρόντες τώρα εἰς τό Θαβώριον Ὄρος, κατεμήνυον καί ἐφανέρωναν τήν ἔξοδον: ἤτοι τόν διά Σταυροῦ θάνατον ὅπου ἔμελλες νά τελειώσῃς εἰς τήν Ἱερουσαλήμ. Ἔξοδος δέ ὁ θάνατος ὀνομάζεται, διότι ἐξάγει ἐκ τῆς ζωῆς ταύτης τόν ἄνθρωπον· ὅθεν καί ἐξόδιον αὐτόν κοινῶς οἱ ἄνθρωποι ὀνομάζουσι· καί ὅρα εἰς τό Τροπάριον τοῦ μεγάλου Σαββάτου τό λέγον «Κύριε Θεέ μου, ἐξόδιον ὕμνον καί ἐπιτάφιον».

Διά πέντε δέ αἰτίας ἐφάνησαν εἰς τήν Μεταμόρφωσιν ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας, κατά τόν Ἱερόν Θεοφύλακτον λέγοντα· «Πρῶτον, ἵνα δειχθῇ ὅτι καί Νόμου καί Προφητῶν αὐτός ἐστί Κύριος· δεύτερον, ὅτι ζώντων καί νεκρῶν κυριεύει· Ἠλίας μέν γάρ καί Προφήτης ἐστί καί ζῇ ἔτι· Μωσῆς δέ νομοθέτης ἐστί καί τέθνηκε· τρίτον, ἵνα φανῇ ὅτι οὐκ ἐναντίος ἐστί τῷ Νόμῳ, οὐδέ ἀντίθεος· οὐκ ἄν γάρ ὁ Μωϋσῆς συνελάλει τῷ ἐναντιουμένῳ τοῖς Νόμοις αὐτοῦ, οὐδ᾿ ἄν Ἠλίας ὁ ζηλωτής ἠνείχετο αὐτοῦ ἀντιθέου ὄντος· τέταρτον, ἵνα λύσῃ τήν ὑπόνοιαν τῶν λεγόντων αὐτόν Ἠλίαν, ἤ ἕνα τῶν Προφητῶν· καί πέμπτον, ἵνα διδάξῃ τούς μαθητάς τούτους μιμεῖσθαι, καί κατά Μωσῆν μέν πράους εἶναι καί δημαγωγικούς, κατά δέ Ἠλίαν ζηλωτάς εἶναι καί ἀκαμπεῖς, ὅτε δέ καιρός, καί κινδυνευτικούς εἶναι ὑπέρ τῆς ἀληθείας, ὥσπερ καί οὗτος». Τάς αὐτάς αἰτίας λέγει καί ὁ Ζυγαδηνός Εὐθύμιος εἰς τόν δεύτερον τόμον τῆς ἑρμηνείας τοῦ κατά Ματθαῖον.

Πόθεν δέ ἐγνώρισαν οἱ Ἀπόστολοι ὅτι οἱ φαινόμενοι Προφῆται ἦτον ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας; Ὁ μέν Ἱερός Θεοφύλακτος λέγει ὅτι ἀπό τά λόγιά των ἐγνώρισαν αὐτούς· «Τυχόν γάρ ὁ μέν Μωϋσῆς ἔλεγε, Σύ εἶ, οὗ προετύπωσα τό πάθος ἐγώ, σφάξας τόν ἀμνόν καί τό πάσχα τελέσας· ὁ δέ Ἠλίας ἔλεγε, Σύ εἶ, οὗ τήν ἀνάστασιν προετύπωσα ἐν τῷ τῆς χήρας Υἱῷ». Ὁ δέ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος διαβατικώτερον τοῦτο ἑρμηνεύων, λέγει ὅτι ἐγνώρισαν αὐτούς οἱ Ἀπόστολοι μέ τήν ἀποκαλυπτικήν δύναμιν τοῦ φωτός ἐκείνου τῆς Θεότητος, ἀπό τό ὁποῖον κανένα πρᾶγμα δέν εἶναι κεκαλυμμένον, ἀλλά πάντα εἶναι γυμνά καί φανερά· «Πῶς δέ καί ἐπέγνωσαν, οὕς οὔπω πρότερον εἶδον οἱ Ἀπόστολοι, εἰ μή τῇ ἀποκαλυπτικῆ δυνάμει τοῦ φωτός ἐκείνου; » (Λόγῳ οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Καί ἄν τό φῶς ἐκεῖνο ἀποκαλύπτῃ τά μέλλοντα, πόσῳ μᾶλλον ἀποκαλύπτει τά ἐνεστῶτα καί παρόντα, καθώς τόν Μωϋσῆν καί Ἠλίαν; ὁ μέν γάρ Ἠλίας παρών ἦτον ἐν τῷ Θαβώρ μετά σώματος, ὁ δέ Μωϋσῆς μέ ψυχήν γυμνήν καί χωρισμένην σώματος. Συμφωνεῖ δέ τῷ θείῳ Γρηγορίῳ καί ὁ Σιναΐτης Ἀναστάσιος λέγων· «Ἐπέγνωσαν δέ τούς Προφήτας οἱ Μαθηταί· οἱ γάρ πρός τοσοῦτον ὕψος χωρήσαντες, ὥς τε θέας ἀξιωθῆναι τοιαύτης, ἥν Βασιλείαν Οὐρανῶν ὠνόμασεν ὁ ἀποκαλύψας αὐτοῖς ἑαυτόν, πῶς τούς συμμύστας εἶχον ἀγνοῆσαι, καί μάλιστα παρόντος Ἰησοῦ καί φωτίζοντος τό ἡγεμονικόν, καί μορφοῦντος τόν νοῦν πρός τήν ἑαυτοῦ θείαν μορφήν;» (Λόγος εἰς τήν Μεταμόρφωσιν).

Τροπάριον.

Σέ τό ἀΐδιον φέγγος, ἐν πατρώᾳ τῇ δόξῃ, οἱ μαθηταί, ὡς εἶδον ἐκλάμψαν Χριστέ, σοί ἀνεβόων· Ἐν τῷ φωτί σου, τάς ὁδούς ἡμῶν εὔθυνον.

Ἑρμηνεία.

Βλέπων ὁ Ἱερός Μελωδός τήν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως φωτεινοτάτην ὅλην καί ἐξαστράπτουσαν μέν ἀπό τάς ἀκτῖνας τοῦ ἡλιομόρφου προσώπου τοῦ Κυρίου, αὐγάζουσαν δέ ἀπό τό φῶς τῶν ἱματίων αὐτοῦ, διά τοῦτο ἐγέμωσεν ὅλας τάς Ὠδάς τοῦ παρόντος Κανόνος ἀπό ὀνόματα φωτεινά, φεγγοβόλα καί λαμπροφανῆ· ἐξαιρέτως δέ τήν πέμπτην ταύτην Ὠδήν ὅλην καταφωτίζει μέ φωτισμούς πολλούς, καί μέ διάφορα φῶτα ποιεῖται τόν δρόμον αὐτῆς· καί ἡ αἰτία δέν εἶναι ἀνεύλογος· ἐπειδή γάρ ἡ ἑορτή, ὡς εἶπον, εἶναι καθ᾿ ἑαυτήν φωτεινή καί γεμάτη ἀπό θεῖα φῶτα, προσθέτει δέ καί ὁ ποιητής τῆς πέμπτης Ὠδῆς Ἡσαΐας ἄλλα φῶτα ξεχωριστά, λέγων «Ἐκ νυκτός ὀρθρίζει τό πνεῦμά μου πρός Σέ, ὁ Θεός, διότι φῶς τά προστάγματά Σου ἐπί τῆς γῆς» (Ἡσ. κστ´ 9)· διά τοῦτο πλεονάζει καί ὁ Μελωδός ἐν τῇ φωτεινῇ Ὠδῇ ταύτῃ κατά τάς φωτονυμίας, καί ταύτην ἐξαιρέτως μέ φωτισμούς διαφόρους φωτολογεῖ.

Ὅθεν ἐπιστρέφων πρός τόν φωτοδότην Χριστόν, λέγει· Ὦ φωτεινότατε καί ὡραιότατε καί ἡλιοστάλακτε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ φῶς ἐκ φωτός ἐκ τοῦ Πατρός γεννηθείς, ὅταν οἱ μαθηταί καί Ἀπόστολοί Σου εἶδον Σέ τό ἀΐδιον καί ἄχρονον καί ἄκτιστον φῶς ὅτι ἔλαμψας εἰς τό Θαβώριον Ὄρος ἐν τῇ δόξῃ τοῦ Πατρός, τῆς ὁποίας ὑπάρχεις ἀπαύγασμα κατά τόν Παῦλον τό σκεῦος τῆς ἐκλογῆς Σου, λέγοντα περί σοῦ «Ὅς ὤν ἀπαύγασμα τῆς δόξης καί χαρακτήρ τῆς ὑποστάσεως αὐτοῦ» (τοῦ Πατρός δηλ.) (Ἑβρ. α´ 3), τότε τόσον κατεπλάγησαν καί ἔκθαμβοι ἔγιναν διά τό ὑπερβάλλον τῆς λαμπρότητός Σου, ὥστε ἄλλο τι δέν ἔλεγον πρός Σέ, εἰ μή ταύτην τήν σύντομον ἱκεσίαν καί δέησιν· Ἴσασον, Κύριε, καί εὐόδωσον τάς ὁδούς τῆς ζωῆς μας μέ τό φῶς τῶν θείων ἐντολῶν Σου. Ἐρανίσθη δέ τοῦτο ὁ Μελωδός ἀπό τόν Δαβίδ τόν πεφωτισμένον ὄντα ἀπό τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅστις εἶπε· «Κατεύθυνον ἐνώπιον Σου τήν ὁδόν μου» (Ψαλ. ι´ 9)· διότι τό ἴδιον εἶναι νά εἰπῇ τινάς φῶς, καί λόγιον Θεοῦ· καθότι τά λόγια τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἄλλο, εἰ μή φῶς· «Λύχνος, φησίν ὁ αὐτός Προφητάναξ, τοῖς ποσί μου ὁ Νόμος Σου καί φῶς ταῖς τρίβοις μου» (Ψαλ. ριη´ 105).

Σημείωσαι δέ, ὅτι οἱ Μαθηταί εἶδον εἰς τό Ὄρος τό ἄκτιστον φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Θεότητος ὄχι μόνον μέ τόν νοῦν, ὅστις εἶναι ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς, ἀλλά καί μέ τούς αἰσθητούς ὀφθαλμούς τοῦ σώματος. Ἀλλά πῶς εἶδον αὐτό; μένοντας ἐν τῇ φυσικῇ δυνάμει αὐτῶν; ὄχι, ἀλλά ἀλλοιωθέντες εἰς τό κρεῖττον καί θειότερον, καί δυναμωθέντες ὑπό τῆς δυνάμεως τοῦ φωτός ἐκείνου· ἐπειδή κτιστοί καί αἰσθητοί τό ἄκτιστον καί ὑπέρ αἴσθησιν καί νοῦν φῶς χωρῆσαι οὐ δύνανται. Ὑπό τοῦ φωτός ἐκείνου λοιπόν ἐνισχυθέντες καί δυναμωθέντες οἱ τῶν Ἀποστόλων αἰσθητοί ὀφθαλμοί, καί ὑπέρ τούς ὅρους τῆς ἑαυτῶν φύσεως γεγονότες, εἶδον τό ὑπερφυές ἐκεῖνο καί ἄκτιστον καί τῆς θείας οὐσίας ἀχώριστον φῶς, κατά τήν κοινήν δόξαν τῶν Ἱερῶν Θεολόγων· ὅθεν εἶπεν ὁ Ἱερός Μάρκος ὁ Ἐφέσου ἐν μβ´ κεφαλαίῳ τῶν περί θείου φωτός· «Εἰ τήν ἐναντίαν δύναμιν (ἤτοι τῶν Δαιμόνων) οἴδαμεν ἐνεργεῖν τι περί τάς ἀνθρωπίνας ὄψεις, μεταποιεῖν τε αὐτάς καί διατιθέναι παρά φύσιν πρός τό μή ὄν, δηλοῦσι δέ οἱ θαυματοποιοί καί τά πάλαι ἀδόμενα μαγγανεύματα, πῶς οὐ τῇ θείᾳ δυνάμει δώσομεν ἀλλοιοῦν τε καί μεταποιεῖν τούς ὀφθαλμούς ὑπέρ φύσιν δύνασθαι, καί ταῦτα δή πρός τό ὄν, ἤτοι τό θεῖον φῶς; »

Διά τοῦτο καί ὁ ἐκ Δαμασκοῦ Ἰωάννης λέγει πανηγυρίζων εἰς τήν Μεταμόρφωσιν ὅτι οἱ αἰσθητοί ὀφθαλμοί τῶν Ἀποστόλων πρός ἐκεῖνο τό ἄκτιστον φῶς τῆς Θεότητος ἦτον τυφλοί· «Μεταμορφοῦται τοίνυν Χριστός, οὐχ ὅ οὐκ ἦν προσλαβόμενος, οὐδέ εἰς ὅπερ οὐκ ἦν μεταβαλλόμενος, ἀλλ᾿ ὅπερ ἦν τοῖς οἰκείοις μαθηταῖς ἐκφαινόμενος, καί διανοίγων τούτων τά ὄμματα καί ἐκ τυφλῶν ἐργαζόμενος βλέποντας»· πρός τά ὁποῖα λόγια ἐπιφέρει ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος ταῦτα· «Ὁρᾶς ὅτι πρός τό φῶς ἐκεῖνο τυφλοί εἰσίν οἱ κατά φύσιν ὁρῶντες ὀφθαλμοί; οὐκοῦν οὐδέ τό φῶς ἐκεῖνο αἰσθητόν, οὐδέ οἱ ὁρῶντες αἰσθητικοῖς ἁπλῶς ἑώρων ὀφθαλμοῖς, ἀλλά μετασκευασθεῖσι τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος. Ἐνηλλάγησαν οὖν, καί οὕτω τήν ἐναλλαγήν εἶδον, οὐχ ἥν ἀρτίως, ἀλλ᾿ ἥν ἐξ αὐτῆς τῆς προσλήψεως ἔλαβε τό ἡμέτερον φύραμα, θεωθέν τῇ ἑνώσει τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ» (Λόγῳ, οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»)· καί πάλιν· «Οὐ γίνεται τοιγαροῦν καί ἀπογίνεται, οὐδέ περιγράφεται, οὐδέ αἰσθητικῇ δυνάμει ὑποπίπτει τό φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως, εἰ καί δι᾿ ὀφθαλμῶν σωματικῶν ἑώραται, καί πρός ὀλίγον χρόνον, καί ἐν βραχείᾳ τοῦ Ὄρους κορυφῇ» (Αὐτόθι). Ἔφη δέ καί ὁ Θεοφόρος Μάξιμος ἐν ταῖς εἰς τήν Μεταμόρφωσιν θεωρίαις του· «Ἀπό τῆς σαρκός ἐπί τό Πνεῦμα μετέβησαν οἱ Ἀπόστολοι πρίν τήν διά σαρκός ἀποθέσθαι ζωήν τῇ ἐναλλαγῇ τῶν κατ᾿ αἴσθησιν ἐνεργειῶν, ἥν αὐτοῖς τό Πνεῦμα ἐνήργησε, περιελόν τῆς ἐν αὐτοῖς νοερᾶς δυνάμεως τῶν παθῶν τά καλύμματα· δι᾿ οὗ καθαρθέντες τά τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος αἰσθητήρια, τῶν παραδειχθέντων αὐτοῖς μυστηρίων τούς πνευματικούς ἐκπαιδεύονται λόγους».

Ὁ δέ Χρυσορρήμων ἀποδεικνύει ὅτι οὐδέ τά Σεραφίμ δύνανται νά ἰδοῦν ἄκρατον τό φῶς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά κατά συγκατάβασιν τοῦτο βλέπουσι· καί ἄκουσον αὐτοῦ λέγοντος «Σεραφίμ εἱστήκεισαν κύκλῳ αὐτοῦ, ἕξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καί ἕξ πτέρυγες τῷ ἑνί, καί ταῖς μέν δυσί κατεκάλυπτον τά πρόσωπα αὑτῶν, ταῖς δέ δυσί, τούς πόδας. Τίνος ἕνεκεν, εἰπέ μοι, καλύπτουσι τά πρόσωπα, καί προβάλλονται τάς πτέρυγας; τίνος δέ ἕνεκεν ἑτέρου, ἀλλ᾿ ἤ διά τό μή φέρειν τήν ἐκ τοῦ θρόνου λάμπουσαν ἀστραπήν καί τάς μαρμαρυγάς ἐκείνας; καίτοιγε οὐκ αὐτό ἄκρατον ἑώρων τό φῶς, οὐδέ αὐτήν ἀκραιφνῆ τήν οὐσίαν (τοῦ φωτός), ἀλλά συγκατάβασις ἦν τά ὁρώμενα. Τί δέ ἐστί συγκατάβασις; Ὅταν μή ὡς ἔστιν ὁ Θεός φαίνηται , ἀλλ᾿ ὡς ὁ δυνάμενος αὐτόν θεωρεῖν οἷός τε ἐστίν οὕτως ἑαυτόν δεικνύη, ἐπιμετρῶν τῇ τῶν ὁρώντων ἀσθενείᾳ τῆς ὄψεως τήν ἐπίδειξιν. Καί ὅτι συγκατάβασις ἦν, ἐξ αὐτῶν τῶν ρημάτων δῆλον· εἶδον γάρ, φησί, τόν Κύριον καθήμενον· Θεός δέ οὐ κάθηται· σωμάτων γάρ ὁ σχηματισμός οὗτος» (Λόγος Γ´ περί ἀκαταλήπτου). Ἐκ τῶν λόγων δέ τούτων τοῦ Χρυσοστόμου συμπεραίνομεν ὅτι ἄν τά Σεραφίμ κατά συγκατάβασιν βλέπουσι τό θεῖον Φῶς, βέβαια καί οἱ Ἀπόστολοι, μ᾿ ὅλον ὅτι ἐδυναμώθησαν οἱ ὀφθαλμοί των, κατά συγκατάβασιν εἶδον τό φῶς τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως, ὄχι καθώς αὐτό ἦτον, ἀλλά καθώς αὐτό ἐδύνοντο νά βλέπουν ἐκεῖνοι.

Ὠδή θ´

Τροπάριον.

Ἵνα σου δείξης ἐμφανῶς, τήν ἀπόρρητον δευτέραν κατάβασιν, ὅπως ὁ Ὕψιστος, Θεός ὀφθήσῃ ἑστώς ἐν μέσῳ θεῶν, τοῖς Ἀποστόλοις ἐν Θαβώρ, Μωσεῖ σύν Ἠλίᾳ τε, ἀρρήτως ἔλαμψας· διό πάντες σε Χριστέ μεγαλύνομεν.

Ἑρμηνεία.

Εἰς διάφορα νοήματα ἐξέλαβε τήν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως ὁ Ἱερός Μελωδός ἐν τοῖς προτέροις Τροπαρίοις· τώρα δέ ἐν τῷ παρόντι καλύτερα ἐκλαμβάνει τήν περί αὐτῆς ὑπόθεσιν· ἀκούσας γάρ αὐτός τόν Προφητάνακτα Δαβίδ νά ψαλμωδῇ «Ὁ Θεός ἔστη ἐν συναγωγῇ Θεῶν, ἐν μέσῳ δέ Θεούς διακρινεῖ» (Ψαλ. πα´ 1) ἐνόησεν ὅτι ἡ προφητεία αὕτη τοῦ Δαβίδ προεικόνιζε τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεως· διότι ἐπειδή ἔβλεπε μέν ἐν τῷ Ὄρει Θαβώρ τόν Μωϋσῆν καί τόν Ἠλίαν παρισταμένους ἀπό τά δεξιά καί ἀριστερά μέρη τοῦ μεταμορφουμένου Χριστοῦ, ἔβλεπε δέ καί τούς τρεῖς Ἱερούς Ἀποστόλους συντροφεύοντας αὐτούς, ὅλοι δέ αὐτοί καί οἱ πέντε ἔγιναν Θεοί κατά χάριν διά τῆς ἀκτινοβολίας τοῦ ἡλιομόρφου Χριστοῦ, ἐστοχάσθη δέ καί τήν μέλλουσαν παρουσίαν τοῦ Κυρίου καί κρίσιν, ταῦτα λέγει πρός τόν μεταμορφούμενον.

Ὦ ἡλιοστάλακτε Ἰησοῦ, Σύ δέν ἐνήργησας τό θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεώς Σου ματαίως καί χωρίς καμμίαν εὔλογον ἀφορμήν, οὐδέ ἀπλῶς καί ὡς ἔτυχεν ἐπαράστησας κύκλῳ Σου εἰς τό Θαβώριον Ὄρος τόν Μωϋσῆν καί Ἠλίαν καί τούς τρεῖς ἐκλεκτούς Ἀποστόλους, ἀλλ’ ἵνα δείξῃς φανερά τήν Μεταμόρφωσίν Σου ἕνα προοίμιον τῆς μελλούσης καί ἐνδόξου παρουσίας Σου· καθώς γάρ ἐν τῇ Μεταμορφώσει ἤσουν Θεός κατά φύσιν ἐν μέσῳ τῶν κατά χάριν θεῶν, τῶν Προφητῶν δηλαδή καί Ἀποστόλων· οὕτω καί ἐν τῇ μελλούσῃ παρουσίᾳ καί δόξῃ Σου ἐν μέσῳ τῶν Ἀγγέλων καί τῶν ἀνθρώπων καθεζόμενος, θέλεις διακρίνει τούς κατά χάριν ὄντας Θεούς, καί διαμοιράσει εἰς αὐτούς τάς ἀξίας τῆς μακαριότητος, οὕτω γάρ ἑρμηνεύει ὁ Θεολόγος Γρηγόριος εἰς τόν περί Βαπτίσματος λόγον· «Φῶς ἡ ἐκεῖθεν λαμπρότης τοῖς ἐνταῦθα κακεθαρμένοις, ἡνίκα ἐκλάμψουσιν οἱ δίκαιοι ὡς ὁ ἥλιος, ὧν ἵσταται ὁ Θεός ἐν μέσῳ, Θεῶν ὄντων καί Βασιλέων, διαστέλλων καί διαιρῶν τάς ἀξίας τῆς ἐκεῖθεν μακαριότητος»· καί ἐν τῇ πρός Κληδόνιον πρώτῃ ἐπιστολῇ ὁ αὐτός οὕτω λέγει· «Ἥξει μετά σώματος, ὡς ὁ ἐμός λόγος, τοιοῦτος οἷος ὤφθη τοῖς μαθηταῖς ἐν τῷ ὄρει, ἤ παρεδείχθη, ὑπερνικώσης τό σαρκίον τῆς Θεότητος». Ὅρα δέ ὅτι ὁ Θεολόγος ἐπρόσθεσε τό «Ἤ παρεδείχθη», διά νά φανερώσῃ ὅτι δέν ἐφάνη ὅλον τό φῶς τοῦ Κυρίου εἰς τούς Ἀποστόλους, ἀλλά ὀλίγον τι, ὅσον ἠδύναντο νά ὑποφέρουν, ὡς εἶπεν ὁ Χρυσορρήμων. Ἀλλά καί ὁ Ἀρεοπαγίτης Διονύσιος τύπον καί προοίμιον τίθεται τήν Μεταμόρφωσιν τῆς μελλούσης μακαριότητας, λέγων· «Τότε δέ, ὅταν ἄφθαρτοι καί ἀθάνατοι γενώμεθα, καί τῆς χριστοειδοῦς καί μακαριωτάτης ἐφικώμεθα λήξεως, πάντοτε σύν Κυρίῳ κατά τό λόγιον ( τοῦ Παύλου δηλ.) ἐσόμεθα, τῆς μέν ὁρατῆς αὐτοῦ Θεοφανείας ἐν πανάγνοις θεωρίες ἀποπληρούμενοι, φανοτάταις ἡμᾶς μαρμαρυγαῖς περιαυγαζούσης, ὡς τούς Μαθητάς ἐν ἐκείνῃ τῇ θειοτάτῃ Μεταμορφώσει» (Κεφάλαιον α´ Περί Θείων Ὀνομάτων).

Ὅθεν ὁ Δαμασκηνός Ἰωάννης ἑρμηνεύων τόν λόγον διά τόν ὁποῖον μετά ὀκτώ ἡμέρας τῶν λόγων τοῦ Κυρίου ἡ Μεταμόρφωσις ἔγινεν, ὡς γράφει ὁ Ἱερός Λουκᾶς, οὕτω φησίν· «Ἑπτά αἰῶσιν ὁ παρών συμπεραίνεται βίος, ὀγδόη δέ ἡ μέλλουσα βιοτή ἀνηγόρευται, ὡς ὁ μέγας Θεολόγος Γρηγόριος ἔφησε, τό Σολομώντειον ρητόν ἐξηγούμενος, δοῦναι μερίδα τοῖς ἑπτά τῷ παρόντι βίῳ, φάσκων, καί γε τοῖς ὀκτώ τῷ μέλλοντι· ἔδει δέ ἐν τῇ ὀγδόῃ τά τῆς ὀγδόης ἀποκαλύπτεσθαι τοῖς τελείοις· ὡς γάρ ὁ θεῖος ὄντως καί θεηγόρος Διονύσιος ἔλεξεν· οὕτως ὁ Δεσπότης ὀφθήσεται τοῖς ἑαυτοῦ τελείοις θεράπουσιν, ὅν τρόπον ἐν ὄρει Θαβώρ τοῖς Ἀποστόλοις τεθέαται». Λέγει δέ καί ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς· Διατί γάρ ὁ μέν (ἤτοι ὁ Ματθαῖος) μετά ἕξ ἡμέρας εἶπεν, ὁ δέ (ἤτοι ὁ Λουκᾶς) ὑπερέβη καί τήν ἑβδόμην τῆς ὀγδόης μνησθείς; Διότι τό μέγα θέαμα τοῦ φωτός τῆς τοῦ Κυρίου Μεταμορφώσεως τῆς ὀγδόης (ἤτοι τοῦ μέλλοντος αἰῶνος) ἐστί μυστήριον· κατά τήν ὀγδόην γάρ δυνάμει κράτος ἐνεργείας ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἀναφαίνεται» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»).

Τροπάριον.

Ἔθελξας πόθῳ μέ Χριστέ, καί ἠλλοίωσας τῷ θείῳ Σου ἔρωτι· ἀλλά κατάφλεξον, πυρί ἀΰλῳ τάς ἁμαρτίας μου, καί ἐμπλησθῆναι τῆς ἐν σοί, τρυφῆς καταξίωσον, ἵνα τάς δύο σκιρτῶν, μεγαλύνω ἀγαθέ παρουσίας σου.

Ἑρμηνεία.

Ὁ Θεσπέσιος καί χαριτώνυμος Μελωδός Ἰωάννης, ἐνθουσιάσας τρόπον τινά ἀπό τήν ἀγάπην καί χαράν ὅπου εἶχε πρός τόν μεταμορφωθέντα Χριστόν, εὐχαριστήριον καί ἱκετικόν ποιεῖ τό Τροπάριον τοῦτο· διό λέγει· Ὦ ὡραιότατε καί κοσμοπόθητε καί παντοπόθητε καί μυριοπόθητε Χριστέ, Σύ κατέθελξας καί ἐτράβιξας τήν ψυχήν καί καρδίαν μου εἰς τήν ἔλευσίν Σου μέ τήν δραστικωτάτην μαγνήτιδα τοῦ ἁγνοῦ καί παντοκρατορικοῦ καί πρηστηρίου πόθου σου, καί ὅλον μέ ἠλλοίωσας καί ἄλλον ἐξ ἄλλου ἐποίησας μέ τόν ἔνθεον ἔρωτα τῆς Σῆς ὡραιοτάτης Μεταμορφώσεως.

Ὁ ἴδιος οὗτος Ἰωάννης πανηγυρίζων εἰς τήν ἑορτήν, εἰσάγει καί τόν Πέτρον ἐνθουσιῶντα καί λέγοντα· «Καλόν ἡμᾶς ὧδε εἶναι τῷ Κυρίῳ ἔφησε· τίς γάρ ζόφον φωτός ἀνταλλάσσεται; ὁρᾶτε τόν ἥλιον τοῦτον, ὡς καλός, ὡς ὡραῖος, ὡς ἡδύς, ὡς ποθεινός ἐξαστράπτων καί ἔκλαμπρος, καί τήν ζωήν, ὡς γλυκεῖά τε καί ἀπέραστος, ἧς πάντες ἀντέχονται, καί πάντα δρῶσιν, ὡς ἄν ταύτης μή ἀστοχήσαιεν; πόσῳ μᾶλλον δοκεῖτε τό αὐτοφῶς, ἐξ οὗ φῶς ἅπαν φωτίζεται, ποθεινότερον; καί πόσῳ γλυκυτέρα ἡ αὐτοζωή, ἐξ ἧ ἅπασα ζωή ζωοῦται καί μεταδίδοται, ἐν ἧ πάντες ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν; οὐχ ὅλος γλυκασμός (ὁ Χριστός); οὐχ ὅλος ἐπιθυμία; οὐκ ἔστι λόγος, οὐκ ἔννοια τῆς ὑπεροχῆς τό μέτρον εἰκάζουσα· τοῦτο τό φῶς κατά πάσης τῆς φύσεως ἔχει τά νικητήρια· αὕτη ἡ ζωή ἡ τόν Κόσμον νικήσασα».

Λέγει δέ καί Μακάριος ὁ Χρυσοκέφαλος τά ἐρωτοληπτικά ταῦτα ἐν τῷ εἰς τήν Μεταμόρφωσιν λόγῳ αὐτοῦ· «Τί ὡραιότερον τῆς Χριστοῦ συνουσίας; τί δέ ποθεινότερον τῆς θεϊκῆς αὐτοῦ δόξης; οὐδέν τοῦ φωτός ἐκείνου γλυκύτερον, ἐξ οὗ φωτίζεται φωτιστική πᾶσα Ἀγγέλων τε καί ἀνθρώπων ταξιαρχία· οὐδέν τῆς ζωῆς ἐκείνης ἐρασμιώτερον, ἐν ᾗ πάντες ζῶμεν καί κινούμεθα καί ἐσμέν· οὐδέν ἡδύτερον τῆς ἀειζώου καλλονῆς· οὐδέν τερπνότερον τῆς ἀλήκτου εὐφροσύνης· οὐδέν ποθεινότερον τῆς ἀϊδίου χαρᾶς, τῆς πανευπρεποῦς εὐπρεπείας, καί τῆς ἀπεράντου μακαριότητος». Ἕως μέν ἐδῶ εἶναι λόγια εὐχαριστιακά τοῦ Μελωδοῦ, τά δέ ἀκόλουθα λόγια εἶναι ἱκετικά καί παρακλητικά· λέγει γάρ ἑπομένως.

Ἀλλ᾿ ὅμως Σύ, κατάκαυσον τάς ἁμαρτίας μου μέ τό πῦρ τό ἄϋλον τῆς Θεότητός Σου καί χρηστότητος, καί ἀξίωσόν με νά χορτάσω ἀπό τήν ἀνεκλάλητον καί αἰώνιον τρυφήν, τήν Σοί καί τῇ Σῇ Βασιλείᾳ εὑρισκομένην, ἀφ᾿ οὗ ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν παροῦσαν ζωήν, ἵνα χορεύων καί ἀγαλλόμενος μεγαλύνω τάς ἐπί γῆς δύο παρουσίας Σου, ἤγουν τήν πρώτην, κατά τήν ὁποίαν διά σαρκός ἐπεδήμησας εἰς ἡμᾶς καί ἀναμαρτήτως συνανεστράφης, καί τήν δευτέραν, εἰς τήν ὁποίαν μέλλεις νά ἔλθῃς διά νά κρίνῃς ζῶντας καί νεκρούς, καί νά ἀποδώσῃς ἑκάστω κατά τά ἔργα αὐτοῦ· ἐν γάρ τῇ πρώτῃ Σου παρουσίᾳ ἐχάρισας εἰς ἡμᾶς ὡς ἀρραβῶνα καί προοίμιον τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος διά τοῦ θείου Βαπτίσματος· ἐν δέ τῇ δευτέρᾳ μέλλεις νά χαρίσῃς εἰς ἡμᾶς τό ὅλον τῆς χρηστότητός Σου καί χάριτος, τό ὁποῖον ἔχεις τώρα κεκρυμμένον, καθώς γέγραπται· «Ὡς πολύ τό πλῆθος τῆς χρηστότητός Σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις Σε» (Ψαλ. λ´ 20). Διατί δέ ὁ Ἱερός Μελωδός δέν κρύπτει τόν θεῖον ἔρωτα ὅπου εἶχεν εἰς τήν καρδίαν του, ἀλλά τόν φανερώνει; μήπως ἀπό κενοδοξίαν νικώμενος τοῦτο ποιεῖ; Ὄχι ἀποκρίνεται ὁ Χρυσορρήμων, ἀλλά ἀπό τήν θερμότητα τοῦ θείου πόθου· «Τοῦτο, λέγει, τῶν ἐρώντων ἐστί τό ἔθος, μή κατέχειν σιγῇ τόν ἔρωτα, ἀλλ᾿ εἰς τούς πλησίον ἐκφέρειν καί λέγειν ὅτι φιλοῦσι· θερμόν γάρ τι χρῆμα τῆς ἀγάπης ἡ φύσις καί σιγῇ στέγειν αὐτήν οὐκ ἀνέχεται ἡ ψυχή» (Ἑρμηνείᾳ εἰς τόν μα´ Ψαλ. προκειμένου ρητοῦ «Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος»).

Ἄμποτε δέ καί ἡμεῖς οἱ ψάλλοντες καί ἀναγινώσκοντες καί ἀκούοντες τόν παρόντα ἀσματικόν Κανόνα νά ἀναβῶμεν ἐπάνω εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, καί νά ἰδοῦμεν τήν δόξαν τῆς Θεότητος τοῦ φωτοδότου Χριστοῦ· ἐπειδή ὁ Κύριος, κατά τόν θεοφόρον Μάξιμον, δέν φαίνεται εἰς ὅλους μέ τόν ἴδιον τρόπον, ἀλλά εἰς μέν τούς ἀρχαρίους φαίνεται ἐν δούλου μορφῇ, εἰς ἐκείνους δέ ὅπου δύνανται νά ἀκολουθήσουν αὐτῷ ἐπάνω εἰς τό ὑψηλόν τῆς Μεταμορφώσεως Ὄρος ἐν μορφῇ Θεοῦ ἐπιφαίνεται, ἐν ἧ ὑπῆρχε πρό τοῦ τόν Κόσμον εἶναι (Κεφάλαιον ιγ´ τῆς β´ ἑκατοντάδος τῶν Θεολογικῶν). Ὅταν δέ περιφανής καί λαμπρός γένηται εἰς ἡμᾶς ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, καί τό πρόσωπον αὐτοῦ λάμψῃ ὡς ὁ ἥλιος, τότε καί τά ἱμάτια αὐτοῦ φαίνονται λευκά, κατά τόν αὐτόν θεῖον Μάξιμον (ἤτο τά ρήματα τῆς Γραφῆς καί τῶν Εὐαγγελίων γίνονται φανερά καί σαφῆ εἰς ἡμᾶς, χωρίς νά ἔχουν κανένα νόημα σκεπασμένον) τότε δέ καί ὁ Μωϋσῆς καί Ἠλίας (ἤτοι οἱ τοῦ Νόμου καί τῶν Προφητῶν πνευματικώτεροι λόγοι) φαίνονται μέ αὐτόν (Αὐτόθι Κεφ. Ιδ´).

Τότε θέλομεν γνωρίσει καί τί ἐδήλουν αἱ τρεῖς σκηναί· αὗται γάρ εἶναι αἱ τρεῖς ἕξεις τῆς σωτηρίας, κατά τόν αὐτόν Μάξιμον, ἡ τῆς Πράξεως, ἡ τῆς Θεωρίας, καί ἡ τῆς Θεολογίας, καί τῆς μέν Πράξεως τύπος ἦτον ὁ Ἠλίας ὡς ἀνδρεῖος καί σώφρων· τῆς δέ Θεωρίας τύπος ἦτον ὁ Μωϋσῆς, ὡς νομοθέτης καί δικαιοδότης· τῆς δέ Θεολογίας τύπος ἦτον ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς ἐν παντί τέλειος. Σκηναί δέ αὐταί ὠνομάσθησαν κατά σύγκρισιν πρός τάς μελούσας λήξεις καί οὐρανίους μονάς, αἵτινες ἀσυγκρίτως θέλουν εἶναι καλύτεραι καί περιφρανέστεραι (Κεφ. ιστ´ αὐτόθι), τάς ὁποίας ἄμποτε νά ἀπολαύσωμεν καί ἡμεῖς, χάριτι καί φιλανθρωπίᾳ τοῦ μεταμορφωθέντος Χριστοῦ· ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμή καί προσκύνησις σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί, καί τῷ ὁμοουσίῳ καί ζωοποιῷ αὐτοῦ Πνεύματι νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 




Περί της Θεομήτορος

panagia_rΆγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Όταν η ψυχή κατέχηται εκ της αγάπης του Θεού, ώ, πώς τότε τα πάντα είναι ευχάριστα, ηγαπημένα και ευφρόσυνα! Η αγάπη όμως αύτη συνεπάγεται οδύνην, και όσον βαθυτέρα είναι η αγάπη, τοσούτον μεγαλυτέρα είναι η οδύνη.

Η Θεομήτωρ ουδέποτε ημάρτησεν, ουδέ δια λογισμού, και ουδέποτε απώλεσε την χάριν, αλλά και Αυτή είχε μεγάλας θλίψεις. Ότε ίστατο παρά τον Σταυρόν, τότε ως ωκεανός απέραντος ήτο η θλίψις Αυτής, και οι πόνοι της ψυχής Αυτής ήσαν ασυγκρίτως μεγαλύτεροι του αδαμιαίου πόνου μετά την έξωσιν εκ του Παραδείσου, διότι και η αγάπη Αυτής ήτο ασυγκρίτως μεγαλυτέρα της αγάπης του Αδάμ εν τω Παραδείσω.

Και εάν επέζησεν, επέζησε μόνον θεία δυνάμει, δια της ενισχύσεως του Κυρίου, διότι η ευδοκία Αυτού ήτο όπως ίδη την Ανάστασιν, και ύστερον, μετά την Ανάληψιν Αυτού, παραμείνη ως παράκλησις και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.

Ημείς δεν φθάνομεν εις το πλήρωμα της αγάπης της Θεοτόκου, και δια τούτο δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν πλήρως το βάθος της θλίψεως Αυτής. Η Αγάπη Αυτής ήτο τελεία. Ηγάπα απείρως τον Θεόν και Υιόν Αυτής, αλλ’ ηγάπα και τον λαόν αγάπη μεγάλη. Και τί ησθάνετο άρα γε, ότε εκείνοι, τους οποίους Αύτη τοσούτον ηγάπα και των οποίων την σωτηρίαν επόθει έως τέλους, εσταύρουν τον ηγαπημένον Υιόν Αυτής;

Δεν δυνάμεθα αν συλλάβωμεν τούτο, διότι ολίγη είναι η αγάπη ημών δια τον Θεόν και τους ανθρώπους.

Καθώς άπειρος και ακατάληπτος υπήρξεν η αγάπη της Παναγίας, ούτως άπειρος ήτο και ο πόνος Αυτής, και ακατάληπτος μένει δι’ ημάς.

Ώ Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, ειπέ εις ημάς, τα τέκνα Σου, πώς, ότε έζης επί της γης, ηγάπας τον Υιόν Σου και Θεόν; Πώς ηγάλλετο το πνεύμα Σου επί τω Θεώ τω Σωτήρι Σου; Πώς προσέβλεπες εις το κάλλος του προσώπου Αυτού; Πώς εσκέπτεσο ότι Αυτός είναι Εκείνος, τον Οποίον διακονούν μετά φόβου και αγάπης πάσαι αι δυνάμεις των ουρανών;

Ειπέ εις ημάς τί ησθάνετο η ψυχή Σου, ότε εβάσταζες εις τας χείρας Σου το Θαυμαστόν Νήπιον; Πώς ανέτρεφες Αυτό; Πώς επόνει η ψυχή Σου, ότε μετά του Ιωσήφ επί τρεις ημέρας εζήτεις Αυτόν εν τη Ιερουσαλήμ; Οποίαν έζης αγωνίαν, ότε ο Κύριος παρεδόθη εις σταύρωσιν και απέθανεν επί του Σταυρού;

Ειπέ εις ημάς: Οποία χαρά εγένετο εις Σε δια την Ανάστασιν ή πώς επλήττετο η ψυχή Σου εκ του πόθου του Κυρίου μετά την Ανάληψιν;

Αι ψυχαί ημών έλκονται, ίνα γνωρίσουν περί της ζωής Σου μετά του Κυρίου επί της γης, Συ δε δεν ηυδόκησας να παραδώσης πάντα ταύτα τη Γραφή, αλλ’ εκάλυψας δια της σιγής το μυστήριον Σου.

Πολλά θαύματα και ελέη είδον από του Κυρίου και της Θεοτόκου, αλλά τελείως αδυνατώ να ανταποδώσω πως την αγάπην αυτήν.

Τί να ανταποδώσω εγώ εις την Υπεραγίαν Δέσποιναν, Ήτις δεν απεστράφη εμέ τον πεπτωκότα εν τη αμαρτία, αλλ’ εν ελέει επεσκέφθη εμέ και εσυνέτισεν; Εγώ δεν είδον Αυτήν, αλλά το Άγιον Πνεύμα έδωκεν εις εμέ να αναγνωρίσω Αυτήν εκ των πλήρους χάριτος λόγων Αυτής, και ευφραίνεται το πνεύμα μου, και η ψυχή μου ούτως έλκεται προς Αυτήν δια της αγάπης, ώστε και μόνον η επίκλησις του ονόματος Αυτής γλυκαίνει την καρδίαν μου.

Ότε ήμην νεαρός υποτακτικός, προσηυχόμην ποτέ ενώπιον της εικόνος της Θεομήτορος, και η προσευχή του Ιησού εισήλθεν εις την καρδίαν μου και ήρχισεν αφ’ εαυτής να προφέρηται εκεί. Άλλοτε εν τω ναώ ήκουον την ανάγνωσιν των προφητειών του Ησαΐου και εις τας λέξεις «Λούσασθε, και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α’ 16), εσκέφθην: «Μήπως η Παναγία ήμαρτε ποτε, έστω και δια του λογισμού»; Και ώ του θαύματος! Εντός της καρδίας μου φωνή τις, ηνωμένη μετά της προσευχής, προέφερε ρητώς: «Η Θεομήτωρ ουδέποτε ήμαρτεν, ουδέ δια σκέψεως». Ούτως το Άγιον Πνεύμα εμαρτύρει εν τη καρδία μου την αγνότητα Αυτής. Εν τούτοις, κατά τον επίγειον βίον Αυτής, δεν ευρίσκετο εισέτι εν τω πληρώματι της γνώσεως και υπέπεσεν εις αδιάβλητα τινα σφάλματα ατελείας. Τούτο είναι φανερόν εκ του Ευαγγελίου, ότε, επιστρέφουσα από της Ιερουσαλήμ, δεν εγνώριζε πού είναι ο Υιός Αυτής, και επί τρεις ημέρας μετά του Ιωσήφ εζήτει Αυτόν (Λουκ. β’ 44-46).

Η ψυχή μου συνέχεται υπό φόβου και τρόμου, όταν αναλογίζωμαι την δόξαν της Θεομήτορος.

Ενδεής είναι ο νους μου και πτωχή και αδύνατος η καρδία μου, αλλ’ η ψυχή μου χαίρει, και έλκομαι, ίνα γράφω έστω και ολίγους λόγους δι’ Αυτήν.

Η ψυχή μου φοβείται να τολμήση, αλλ’ η αγάπη με πιέζει να μη αποκρύψω τας ευεργεσίας της ευσπλαγχνίας Αυτής.

Η Θεοτόκος δεν παρέδωκε τη Γραφή ούτε τας σκέψεις, ούτε την αγάπην Αυτής προς τον Θεόν και Υιόν Αυτής, ούτε τας οδύνας της ψυχής Αυτής κατά τον καιρόν της σταυρώσεως, διότι και τότε πάλιν δεν θα ηδυνάμεθα να συλλάβωμεν ταύτα. Η αγάπη Αυτής προς τον Θεόν ήτο ισχυροτέρα και φλογερωτέρα της αγάπης των Σεραφίμ και των Χερουβίμ, και πάσαι αι δυνάμεις των αγγέλων και αρχαγγέλων εκπλήττονται δι’ Αυτήν.

Καίτοι η ζωή της Θεομήτορος καλύπτεται υπό αγίας σιγής, ο Κύριος έδωκεν εις την Ορθόδοξον ημών Εκκλησίαν ίνα γνωρίζη ότι δια της αγάπης Αυτής περιπτύσσεται τον κόσμον όλον και εν Πνεύματι Αγίω βλέπει πάντας τους λαούς της γης και, ως ο Υιός Αυτής, πάντας σπλαγχνίζεται και πάντας ελεεί.

Ώ, εάν εγνωρίζομεν ποτε πόσον αγαπά η Παναγία πάντας τους φυλάσσοντας τας εντολάς του Χριστού, και πόσον λυπείται και θλίβεται δια τους μη μετανοούντας! Εγνώρισα τούτο εκ πείρας. Δεν ψεύδομαι, λέγω την αλήθειαν ενώπιον του Θεού, ότι εν πνεύματι γνωρίζω την Άχραντον Παρθένον. Δεν είδον Αυτήν, αλλά το Πνεύμα το Άγιον έδωκεν εις εμέ να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπην Αυτής δι’ ημάς. Άνευ της ευσπλαγχνίας Αυτής η ψυχή μου θα απώλλυτο προ πολλού.

Εκείνη όμως ηυδόκησε να επισκεφθή και νουθετήση εμέ, όπως μη αμαρτάνω. Είπεν εις εμέ: «Δεν είναι αρεστόν εις εμέ να βλέπω τα έργα σου». Οι λόγοι Αυτής ήσαν ευχάριστοι, ήρεμοι, πράοι και συνεκίνησαν την ψυχήν. Παρήλθον υπέρ τα τεσσαράκοντα έτη, αλλ’ η ψυχή μου δεν δύναται να επιλησθή εκείνης της γλυκείας φωνής, και δεν γνωρίζω πώς να ευχαριστήσω την αγαθήν ελεούσαν Μητέρα του Θεού.

Εν αληθεία, Αυτή είναι η Αντίληψις ημών ενώπιον του Θεού, και μόνον το όνομα Αυτής χαροποιεί την ψυχήν. Αλλά και ο ουρανός όλος και όλη η γη χαίρουν δια την αγάπην Αυτής.

Αξιοθαύμαστον και ακατάληπτον πράγμα! Ζη εν τοις ουρανοίς και αδιαλείπτως θεωρεί την δόξαν του Θεού, αλλά δεν επιλανθάνεται και ημών των πενήτων, και δια της ευσπλαγχνίας Αυτής περιβάλλει όλην την γην και πάντας τους λαούς.

Και αυτήν την Άχραντον Μητέρα Αυτού ο Κύριος έδωκεν εις ημάς. Αύτη είναι η χαρά και η ελπίς ημών. Αύτη είναι η κατά πνεύμα Μήτηρ ημών, και είναι πλησίον εις ημάς κατά φύσιν ως άνθρωπος, και εκάστη χριστιανική ψυχή έλκεται προς Αυτήν εν αγάπη.

 

πηγή: αρχιμ. Σοφρωνίου (Σαχάρωφ), Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, εκδ. Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 1995.




Τι θα πει ότι η Παναγία είναι αειπάρθενος;

PanagiaPantanassa

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει για τη μητέρα του Μεσσία και λέγει ότι θα είναι Παρθένος: «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί…» (7, 14). Στον προφήτη Ιεζεκιήλ (44, 1-2) προφητεύεται η αειπαρθενία της Παναγίας με την εικόνα της «κεκλεισμένης πύλης», από την οποία διέρχεται μόνον ο Κύριος, χωρίς αυτή να ανοιχθεί.
Για το αειπάρθενο της Παναγίας στις αγιογραφίες της οι ζωγράφοι ζωγραφίζουν τρία αστέρια. Στο μέτωπο και στις δύο πλάτες. Τα τρία αστέρια συμβολίζουν την αειπαρθενία της Μαριάμ πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Χριστού.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία πιστεύει ότι η Παρθένος Μαριάμ είναι αειπάρθενος. Ήταν δηλαδή παρθένος πριν, κατά και μετά τη γέννηση του Μεσσία. Το Χριστό Τον γέννησε παρθένος γυναίκα, για να φανερωθεί ότι ο Χριστός δε θα είναι συνηθισμένος άνθρωπος, γεννημένος από ανθρώπινη θέληση, αλλά γεννημένος από το θέλημα του Θεού. Στη γέννησή Του ο Χριστός γεννήθηκε με υπερφυσικό τρόπο, γιατί η Μαριάμ δεν πόνεσε, όπως η κάθε γυναίκα. Ο πόνος του τοκετού δεν υπήρχε στην Παναγία, γιατί η γέννηση του Χριστού ήταν εκτός της τιμωρίας των Πρωτοπλάστων. Μετά τη γέννηση του Χριστού η Παναγία αφιερώθηκε στο έργο της περίθαλψης του Χριστού και της προσευχής. Όλο το είναι της το κατέλαβε η αγάπη στον Υιό και Θεό της.

Από το βιβλίο «Νεανικές Αναζητήσεις – Α’ Τόμος: Ζητήματα πίστεως» (σελ.92), Αρχ. Μαξίμου Παναγιώτου, Ιερά Μονή Παναγίας Παραμυθίας Ρόδου

 




Αγνή Παρθένε Δέσποινα, Θεοτοκάριον Αγίου Νεκταρίου

ΑΓΙΟΣ_ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ

Η ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο ύμνος «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα» είναι ένας μη λειτουργικός ύμνος, που συνέθεσε ο Άγιος Νεκτάριος Αιγίνης τον 19ο αιώνα μ.Χ., κατά τη διάρκεια της θητείας του ως διευθυντής της Θεολογική Σχολής στην Ριζάρειο της Αθήνας.

Η παράδοση θέλει την Παναγία να εμφανίζεται ενώπιον του Αγίου Νεκταρίου στο μοναστήρι της Αίγινας, και να του ζητάει να καταγράψει σε χαρτί έναν ιδιαίτερο ύμνο, όπου οι αγγελικές χορωδίες ήταν έτοιμες να το ψάλλουν. Αυτός ο Ύμνος ήταν ο «Ἁγνὴ Παρθένε Δέσποινα».

 

 

 

http://diakonima.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2009/05/agnh-parthene1.mp3

ΟΙ ΣΤΙΧΟΙ

(Από Ωδή β’)

Ήχος πλ.α΄

1. Αγνή Παρθένε Δέσποινα
Άχραντε Θεοτόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Παρθένε Μήτηρ Άνασσα
Πανένδροσε τε πόκε
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

2. Υψηλοτέρα ουρανών
ακτίνων λαμπροτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαρά Παρθενικών Χορών
αγγέλων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

3. Εκλαμπροτέρα ουρανών
φωτός καθαρωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
των ουρανίων στρατιών πασών αγιωτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

(από Ωδή ε΄)

4. Μαρία Αειπάρθενε
Κόσμου παντός Κυρία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Άχραντε Νύμφη πάναγνε
Δέσποινα Παναγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

5. Μαρία Νύμφη Άνασσα
χαράς ημών αιτία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Κόρη σεμνή Βασίλισσα
Μήτηρ υπεραγία
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

6. Τιμιώτερα Χερουβείμ
υπερενδοξοτέρα.
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
των ασωμάτων Σεραφείμ
των θρόνων υπερτέρα
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

(από Ωδή δ’)

7. Χαίρε το άσμα Χερουβείμ
χαίρε ύμνος Αγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε ωδή των Σεραφείμ
χαρά των Αρχαγγέλων
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

8. Χαίρε ειρήνη και χαρά
λιμήν της σωτηρίας
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Παστάς του Λόγου ιερά
άνθος της αφθαρσίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

9. Χαίρε Παράδεισε τρυφής
ζωής τε αιωνίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Χαίρε το ξύλον της ζωής
Πηγή αθανασίας
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

(Από Ωδή ε’)

10. Σε ικετεύω Δέσποινα
Σε νυν επικαλούμαι
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Σε δυσωπώ, Παντάνασσα
Σην χάριν εξαιτούμαι
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε

(Από Ωδή β΄)

11. Κόρη σεμνή και άσπιλε
Δέσποινα Παναγία
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε
Θερμώς επικαλούμαι Σε
Ναέ ηγιασμένε
Χαίρε Νυμφή Ανύμφευτε

(Από Ωδή ε΄)

12. Αντιλαβού μου, ρύσαι με
από τού πολεμίου
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε
Και κληρονόμον δείξον με
ζωής της αιωνίου
Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε




Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω

images (100)Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής

Η ψυχή του χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ’ άπειρο, μες στ’ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή.

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάς. Ν’ αγαπάς και να πονάς. Να πονάς γι’ αυτόν που αγαπάς. Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύχτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες, δε λογαριάζει τίποτα, ούτε απειλές, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς το Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο.

Και όταν λέμε αγάπη, δεν είναι οι αρετές που θ’ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδιά προς το Χριστό και τους άλλους. Το καθετί εκεί να το στρέφουμε. Βλέπουμε μια μητέρα να έχει το παιδάκι της στην αγκαλιά, να το φιλάει και να λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε να λάμπει το πρόσωπό της, που κρατάει το αγγελούδι της; Όλ’ αυτά ο άνθρωπος του Θεού τα βλέπει, του κάνουν εντύπωση και με δίψα λέει: “Να είχα κι εγώ αυτή τη λαχτάρα στο Θεό μου, στο Χριστό μου, στην Παναγίτσα μου, στους αγίους μας!”. Να, έτσι πρέπει ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό, τον Θεό. Το επιθυμείς, το θέλεις και το αποκτάς με την χάρι του Θεού.

Εμείς, όμως, έχουμε φλόγα για το Χριστό; Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι, να ξεκουρασθούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο ή το κάνουμε αγγάρια και λέμε: “Ω, τώρα έχω να κάνω προσευχή και κανόνα…”; Τι λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία να γίνεται μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό.

Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός “χοντρές” ψυχές δε θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει “έως εβδομηκοντάκις επτά”. Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λες, “πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος” κ.λπ., αλλά μπορείς να λες, “θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές, που δε ζούσα κοντά στο Θεό…”. Και στη δική μου τη ζωή κάπου θα υπάρχουν άδειες μέρες. Ήμουνα δώδεκα χρονών, που έφυγα για το Άγιον Όρος. Δεν ήταν αυτά χρόνια; Μπορεί βέβαια να ήμουν μικρό παιδί, αλλά έζησα δώδεκα χρόνια μακράν του Θεού. Τόσα πολλά χρόνια!…

Ακούστε τι λέει ο Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ στο βιβλίο του Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν :

“ Κάθε εργασία σωματική και πνευματική, η οποία δεν έχει πόνο ή κόπο, ουδέποτε καρποφορεί γι’ αυτό που την καταπιάνεται. Επειδή η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και “βιασταί αρπάζουσιν αυτήν”, και λέγοντας βία εννοεί τη συνεχή επίπονη άσκηση του σώματος”.

Όταν αγαπήσεις το Χριστό, κάνεις κόπο, αλλά ευλογημένο κόπο. Υποφέρεις, αλλά με χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αυτά είναι πόθος, θείος πόθος. Και πόνος και πόθος και έρωτας και λαχτάρα και αγαλλίαση και χαρά και αγάπη. Οι μετάνοιες, η αγρυπνία, η νηστεία είναι κόπος, που γίνεται για τον Αγαπημένο. Κόπος, για να ζεις τον Χριστό. Αλλ’ αυτός ο κόπος δε γίνεται αναγκαστικά, δεν αγανακτείς. Ό,τι κάνεις αγγάρια, δημιουργεί μεγάλο κακό και στο είναι σου και στην εργασία σου. Το σφίξιμο, το σπρώξιμο φέρνει αντίδραση. Ο κόπος για το Χριστό, ο πόθος ο αληθινός είναι Χριστού αγάπη, είναι θυσία, είναι ανάλυση. Αυτό ένιωθε και ο Δαβίδ: “Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου”. Ποθεί με λαχτάρα και λιώνει η ψυχή μου απ’ την αγάπη του Θεού. Αυτό του Δαβίδ ταιριάζει με το στίχο του Βερίτη που μ’ αρέσει:

“ Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω,/ως να φθάσει κι η στερνή στιγμή να ξεψυχήσω”.

Χρειάζεται προσοχή και προσπάθεια, για να κατανοεί κανείς αυτά που μελετάει και να τα ενστερνίζεται. Αυτός είναι ο κόπος που θα κάνει ο άνθρωπος. Στην κατάνυξη, στη ζέση, στα δάκρυα θα μπει μετά χωρίς να κοπιάσει. Αυτά ακολουθούν, είναι δώρα Θεού. Ο έρωτας θέλει προσπάθεια; Με την κατανόηση των τροπαρίων και κανόνων και των Γραφών έλκεσαι ευφραινόμενος, μπαίνεις μέσα στην αλήθεια ευφραινόμενος. “Έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου”, όπως λέει ο Δαβίδ. Έτσι αυθόρμητα μπαίνεις στην κατάνυξη, αναίμακτα. Καταλάβατε;

Εγώ ο καημένος επιθυμώ ν’ ακούω τα λόγια των Πατέρων, των ασκητών, τα λόγια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτά θέλω να εντρυφώ. Αυτά καλλιεργούν το θείο έρωτα. Τα επιθυμώ και προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ. Αρρώστησα και “το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής”. Δεν μπορώ να κάνω μετάνοιες. Τίποτα. Επιθυμώ, έχω ζήλο και έρωτα να είμαι στο Άγιον Όρος και να κάνω μετάνοιες, να προσεύχομαι, να λειτουργώ και να είμαι μ’ έναν ακόμη ασκητή. Είναι καλύτερο να είναι δύο. Το είπε ο ίδιος ο Χριστός: “Ού γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών”.

Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο “Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος και Λόγοι” της Ιεράς Μονής Χυσοπηγής Χανίων.

 

Συντροφία μέ τό Χριστό
λαχτάρησα νά ζήσω
ώσπου να φθάσει η στερνή
στιγμή να ξεψυχήσω.

Ναν αυτός για μένα πιά
και μάνα και πατέρας
ως να ηχήσει η αργή
κάμπανα της εσπέρας.

Συντροφία μέ τό Χριστό
λαχτάρησα νά ζήσω
τήν ἀγάπη Τοῦ θερμή
στά στήθια μου νά κλείσω

Ἅς χαροῦν ἀντάμα μου
καί στή γιορτή μου ἅς ψάλουν
πλάσματα καί πνεύματα
τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί τ’ ἄλλου.




Αύγουστος ! Ο μήνας της Κατασκήνωσης!!!

image

Και φέτος το καλοκαίρι η όμορφη κατασκήνωσή μας περιμένει τα παιδιά των Νεανικών Συνάξεων του Ναού μας. Στο γραφικό Βογατσικό του Νομού Καστοριάς μέσα στη φύση, κοντά στο Θεό και στους αδερφούς ανανεωνόμαστε σωματικά και πνευματικά. Στις δυο κατασκηνωτικές περιόδους για τα αγόρια και τα κορίτσια, οι γεμάτες μέρες μας περνούν ευχάριστα και δημιουργικά, από το πρώτο πρωινό ξύπνημα μέχρι τη βραδινή προσευχή και το σιωπητήριο. Μέσα από τα ομαδικά παιχνίδια, τα αθλήματα, τις πορείες, τα τραγούδια, τις γιορτές, τις ταινίες και τις συζητήσεις μαθαίνουμε, διασκεδάζουμε και ψυχαγωγούμαστε. Με αποκορύφωμα τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της Εξομολόγησης και της Θείας Κοινωνίας γευόμαστε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και πνευματικού ανεφοδιασμού. Η κατασκήνωση γίνεται σημείο αναφοράς στη ζωή μας, μιας και η επιστροφή, μας βρίσκει πάντοτε γεμάτους με νέες εμπειρίες, φιλίες και στόχους. Καλη κατασκήνωση και φέτος φίλοι μας.

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΓΟΡΙΩΝ 16 – 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ 23-30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017

                                       Για δηλώσεις συμμετοχής παρακαλούμε επικοινωνήστε                                             στον ιερό ναό και στον π. Κωνσταντίνο

 

 

 




Η δύναμις της πίστεως και της Προσευχής

imageΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ

Θα παρακαλούσα να μου δώσετε την ευχή σας, για να φωτίση ο Θεός το σκότος μου και να μπορέσω να σας μιλήσω δυο λόγια.

Θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή του Ευαγγελίου μας: «Τω καιρώ εκείνω εξήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Και ιδού γυνή Χαναναία από των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγασεν αυτώ λέγουσα. ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυίδ. η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον. Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών. Ο δε αποκριθείς είπεν. ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Η δε ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα. Κύριε, βοήθει μοι. Ο δε αποκριθείς είπεν. ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις. Η δε είπε. ναι, Κύριε. και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών. Τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή. ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις. Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Ματθ. ιε’, 21-28).

Εδώ βλέπουμε μία γυναίκα Χαναναία, εννοείται ειδωλολάτρισσα, η οποία είχε μία κόρη, που ήταν δαιμονισμένη. και πάρα πολύ φυσικό ήταν να υποφέ­ρη αυτή η μητέρα μαζί με την κόρη. Εκείνη σαν δαιμονισμένη βέβαια δεν καταλάβαινε, όταν το δαιμόνιο την τυραννούσε και την έθλιβε. αλλά η μητέρα βλέπουσα το παιδί της σ’ αυτήν την κατάστασι -άρρωστη για πολλά χρόνια- είχε πληγή μέσα της πολύ μεγάλη και φλεγόταν. Οπωσδήποτε θα την πήγε σε γιατρούς, θα έτρεξε εδώ κι εκεί. θεραπεία μηδεμία. Άκουσε ότι στο Ισραήλ υπάρχει ένας άνθρωπος, ένας προφήτης, ο οποίος κάνει θαύματα. Δαιμόνια βγάζει, ασθένειες θεραπεύει, αμαρτωλούς συγχωρεί, τους πάντας δέχεται, κανένα δεν διώχνει. Έτσι πήρε το θάρρος. Σκέφθηκε: «Αυτός θα είναι ο Σωτήρας μου, σ’ Αυτόν θα τρέξω. το βλέπω στην πράξι, ότι κάνει τόσες θεραπείες και τόσα καλά στους ανθρώπους».

Και ήρθε. ήρθε με πολλή πίστι και Τον προσκύνησε τον Χριστό μας και του είπε: «Κύριε, η θυγάτηρ μου κακώς, δηλαδή πολύ άσχημα, δαιμονίζεται και υποφέρει τρομερά και θεραπεία από πουθενά. Παρακαλώ, Σε ικετεύω, Σε προσκυνώ, Σε λατρεύω, κάνε τη θεραπεία, κάνε το θαύμα Σου και στο δικό μου κορίτσι». Φαίνεται ότι Τον πίεζε τον Χριστό με τις κραυγές και τις παρακλήσεις της ακολουθώντας από πίσω Του, Τον έθλιβε, Τον κούραζε. Αλλά ο Κύριος δεν κουράζεται. Οι μαθηταί βλέποντας τη Χαναναία να ακολου­θή με τόση επιμονή και νομίζοντας ότι τον Κύριο τον στενοχωρεί, Τον παρεκάλεσαν να την απολύση, να τη διώξη, να τελείωση το θέμα της. Αυτή όμως ήρθε με περισσότερη επιμονή και Τον παρακαλούσε, κι έπεφτε στα πόδια Του λέγοντας: «Κύριε, κάνε έλεος». Τότε ο Κύριος στράφηκε στους αποστόλους Του και είπε: «Δεν ήρθα εγώ εδώ κάτω στη γη να θεραπεύσω αλλοτρίους, παρά μόνον τα χαμένα, τα απολωλότα πρόβατα του Ισραήλ». Επειδή ο Ισραήλ ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι Ισραηλίται πίστευαν ότι αυτοί ήταν αποκλειστικά τα παιδιά του Θεού κι όλους τους άλλους ανθρώπους τους θεωρούσαν για τίποτα. Βέβαια ο Κύριος είχε το σκοπό Του, που το είπε αυτό. Το έκανε για να προκαλέση τη γυναίκα να πέση με περισσότερη θερμότητα, να αναπτύξη περισσότερο τη μεγάλη της πίστι, ώστε να θεατρίση τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους νομοδιδασκάλους, που ενομίζοντο ότι ήταν σπουδαίοι, ότι ήταν τα κατ’ εξοχήν παιδιά του Θεού, οι ευπειθείς και υπάκουοι στο νόμο του Θεού. Και στη συνέχεια είπε ο Κύριος: «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις», δηλαδή δεν είναι δυνατόν, δεν είναι καλό να στερήσω τη θεραπεία, την οποία έχω να δώσω στα παιδιά του Ισραήλ και να τη δώσω στα κυνάρια, στα σκυλάκια, όπως ελογίζοντο οι αλλότριοι, οι έξω από την πίστι στο Θεό, οι ειδωλολάτρες.

Όταν αυτή ήκουσε τον Κύριο να λέγη αυτό το πράγμα, φαίνεται ότι πόνεσε πολύ και με το φόβο μήπως αποτύχη αυτής της μεγάλης θεραπείας, αυτού του μεγάλου καλού, αυτής της λυτρώσεως, που προσδοκούσε από τον Κύριο, έπεσε κάτω στα πόδια Του και είπε: «Ναι, Κύριε, πράγματι εμείς είμαστε κυνάρια, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ είναι τα παιδιά του Θεού. Αλλά και τα κυνάρια πολλές φορές τρώγουν τα ψιχία, τα ψίχουλα, αυτά που πέφτουν από το τραπέζι των παιδιών!» Σαν να έλεγε: «Ψίχουλα δώσε και σε μένα, μια και λογίζομαι κυνάριο και όχι ένα από τα παιδιά του Ισραήλ τα διαλεχτά». Κι όταν είδε ο Κύριος την τόσο μεγάλη της πίστι, αμέσως της είπε: «Γυναίκα μεγάλη είναι η πίστις σου! Να γίνη ό,τι επιθυμείς!» Κι από την στιγμή εκείνη το κορίτσι της έγινε καλά. Εθριάμβευσε η πίστις!

Έχουμε επίσης και την αιμορροούσα γυνή. Κι αυτή όπως βλέπουμε στο Ιερό Ευαγγέλιο έπασχε επί δώδεκα έτη από χρόνια αιμορραγία. δεν έβρισκε πουθενά θεραπεία. Ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα σε γιατρούς και φάρμακα και θεραπεία μηδεμία. Με την πί­στι της στο Χριστό μας Τον πλησίασε. Πίστευε ακράδαντα ότι αν Τον ακουμπήση τον Ιησού, θα γίνη καλά. Και δεν απέτυχε του αιτήματος της καρδιάς της. Ο Χριστός για να δείξη τη μεγάλη της πίστι και τη θεραπεία συγχρόνως, είπε στους μαθητάς Του: «Κάποιος με ακούμπησε, ποιος είναι;» Απάντησαν οι απόστολοι: «Μα, Κύριε, τόσος κόσμος είναι εδώ και οι όχλοι Σε συνθλίβουν και λες τώρα, ποιος Σε ακούμπησε ιδιαίτερα;» «Ναι, κάποιος με ακούμπησε. Εγώ γνώρισα ότι από μένα βγήκε κάποια δύναμι. ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» Βλέποντας η γυναίκα ότι δεν λανθάνει του Χριστού αυτό που έκανε, Τον πλησίασε και τρέμοντας έπεσε στα πόδια Του κι ομολόγησε ενώπιον όλου του λαού το θαύμα, ότι δηλαδή από τη στιγμή εκείνη που Τον άγγιξε, σταμάτησε η αιμορραγία και εθεραπεύθη αμέσως. Τότε της είπε ο Ιησούς: «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έσωσε. Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’, 43-48).

Και σε μία άλλη παραβολή του Ευαγγελίου βλέπουμε κάποια χήρα να ενοχλή φορτικά, να «υποπιάζη» έναν κριτή, ο οποίος δεν είχε φόβο Θεού και εντροπή ανθρώπων, να την «εκδικήση», δηλαδή να την προστατεύση και να την απαλλάξη από κάτι, που ηδικείτο από κάποιον αντίδικο. Και είδατε τί έκανε ο κριτής της αδικίας; Μετά από την πολλή πίεσι και ενόχλησι, που του δημιούργησε αυτή η γυναίκα, για να την ξεφορτωθή, της έκανε το αίτημα (Λουκ. ιη’, 1-8). Εάν αυτός ο κριτής ο αθεόφοβος κατέληξε να κά­νη το αίτημα της χήρας, γιατί τον ενοχλούσε και τον πίεζε, πολλώ μάλλον ο Ουράνιος Πατέρας θα κάνη τα αιτήματα των τέκνων του! Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να αιτούμεθα, να παρακαλούμε, να κρούωμε την θύρα του ελέους του Κυρίου και θα τύχουμε απαντήσεως. Γι’ αυτό να πάρουμε το θάρρος, να εγκολπωθούμε την πίστι και να μη σταματήσουμε ποτέ να αιτούμεθα δια της προσευχής τα όσα μας απασχολούν, τόσο σαν αμαρτήματα, όσο και σαν πάθη ή και ακόμη σαν υποθέσεις ζωής. Έχουμε την προσευχή, η οποία τόσα πολλά καλά επιφέρει στον προσευχόμενο, όταν πιστεύη ακράδαντα ότι θα τύχη της απαντήσεως.

Όταν κατέβηκε ο Κύριος από το Όρος Θαβώρ μετά την Μεταμόρφωσι, ήρθε ένας πατέρας ο οποίος είχε κι αυτός παιδί σεληνιαζόμενο και προσέπεσε στα πόδια του Χριστού μας και του είπε: «Κύριε, δέομαί σου, Σε παρακαλώ, ελέησε το παιδί μου, γιατί σεληνιάζεται και κακώς πάσχει. Το ωδήγησα στους μαθητάς σου, αλλά δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Λυπήσου μας και όσο δύνασαι βοήθησέ μας». Και ο Κύριος του είπε: «Εάν μπορής να πιστεύσης ότι δύναμαι να κάνω καλά το παιδί σου, τα πάντα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Φοβούμενος δε ο φτωχός μήπως τυχόν δεν πιστεύει, όπως χρειάζεται και όσο χρειάζεται, για να θεραπευθή το παιδί του, λέγει με δάκρυα στον Κύριο: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ μου την απιστία, ενίσχυσέ μου την απιστία, για να γίνη η πίστις μου δυνατή, ώστε το παιδί μου να γίνη καλά». Και τότε ο Κύριος επετίμησε το ακάθαρτο πνεύμα κι αφού εσπάραξε πολύ το παιδί βγήκε από μέσα του, αφήνοντάς το κάτω στη γη σαν νεκρό. Τότε ο Χριστός μας το έπιασε από το χέρι, το σήκωσε και το παρέδωσε στον πατέρα του θεραπευμένο (Ματθ. ιζ’, 14-20, Μάρκ. θ’, 17-27, και Λουκ. θ’, 37-43).

Κι εμείς όταν έχουμε τα αιτήματά μας, όταν έχουμε τις ανάγκες μας, όταν μας προσβάλλη η αμαρτία, μας προσβάλλουν, μας στριμώχνουν, μας πρεσσάρουν τα πάθη, να γονατίζουμε με όλη μας την καρδιά και να φωνάζουμε -ει δυνατόν οι προσευχές μας να συνοδεύωνται από δάκρυα- και τα αιτήματά μας θα γίνουν εισακουστά από τον Θεό. Βλέπουμε και τον Δαυίδ στον ρμ’ (140) Ψαλμό του, στον Εσπερινό να λέγη: «Κύριε, εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου Κύριε». Κύριε κράζω προς Σε, φωνάζω σε Σένα με όλη την καρδιά μου, με όλη την ψυχή μου. ας εισακουσθούν τα λόγια της προσευχής μου, ας έρθουν στα αυτιά Σου και εκπλήρωσε τα αιτήματά μου. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου». Πράγματι μια τέτοια προσευχή είναι αδύνατον να μην εισακουσθή. Αλλά οι προσευχές μας και ιδιαίτερα οι δικές μου, είναι αυτές που δεν παίρνουν απάντησι. Γιατί; Γιατί όταν προσευχόμαστε ο νους μας δεν είναι εκεί.

Κάποιος ειδωλολάτρης ιερεύς είπε σε κάποιους μοναχούς:

– Όταν εσείς προσεύχεσθε στο Θεό σας, σας απαντά ο Θεός σας;

– Όχι, είπαν οι μοναχοί.

– Εμένα μου απαντά ο θεός μου. Για να μη σας απαντά, λέει, ο Θεός σας, σημαίνει ότι έχετε κακούς λογισμούς. Και είπαν οι πατέρες:

– Όντως έτσι έχει η αλήθεια.

Βέβαια σ’ αυτόν απαντούσε ο διάβολος, αλλά οι πατέρες είδαν ότι είπε την αλήθεια. Όταν προσευχώμεθα, ο νους μας, η διάνοιά μας σκορπάει εδώ κι εκεί και δεν ξέρουμε τι λέμε. Κι αφού εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, πώς θα καταλάβη ο Θεός την προσευχή μας; Γι’ αυτό χρειάζεται, όταν προσευχώμεθα, προηγουμένως να συλλάβουμε την αμαρτωλότητά μας, να την κάνουμε αίσθησι και να τοποθετούμεθα με ταπείνωσι και με συντριβή καρδίας. Και όταν γίνη αίσθησις η αμαρτωλότητα μέσα στην καρδιά μας, τότε γίνεται καταστολή του μετεωρισμού. Η δε καταστολή του μετεωρισμού θα δημιουργήση τη διάθεσι και το αμετεώριστο της προσευχής. Τότε τα λόγια μας θα έχουν απήχησι.

Όπως βλέπουμε τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. Ο Φαρισαίος έκανε προσευχή πολύ περισσότερη από τον τελώνη κι έλεγε: «Νηστεύω, αποδεκατώ… κ.λπ. και δεν είμαι σαν και τούτον εδώ τον τελώνη τον άδικο, ο οποίος κάνει καταχρήσεις και τόσα άλλα» (Λουκ. ιη’ 9-14). Ο μεν Φαρισαίος ήταν δίκαιος, διότι είχε τη δικαιοσύνη, έκανε πράξεις εξωτερικά βέβαια καλές, νήστευε, αγρυπνούσε, έκανε για το «θεαθήναι» ελεημοσύνη, έκανε προσευχές στα σταυροδρόμια όπου σήκωνε ψηλά τα χέρια του, ένιπτε τα χέρια του προτού να φάγη κι όλα τα άλλα τα τυπικά του Νόμου και ενόμιζε κατά τη συνείδησί του ότι ήταν πολύ εντάξει.

Ο τελώνης δεν έκανε πολλή προσευχή. Τί έλεγε; «Ιλάσθητί μοι, Κύριε, τω αμαρτωλώ». Δεν είπε πολλά πράγματα, αλλά τί είχε η προσευχή του; Είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ποιο ήταν αυτό; Η αναγνώρισις ότι πράγματι ήταν τελώνης. και οι τελώνες τότε εθεωρούντο άδικοι, είχαν εις βάρος τους την κατηγορία του αμαρτωλού, του τελευταίου ανθρώπου, γιατί έκλεβαν. Κι επομένως ο καημένος ο τελώνης αισθανόταν τις αδικίες του. Πώς θα μπορούσε να σηκώση ο φτωχός κεφάλι και να πη: «Αποδεκατώ όσα κτώμαι και νηστεύω δις του Σαββάτου, ότι κάνω καλές πράξεις και τόσα άλλα;» Αυτός βλέποντας τη μαυρίλα της αδικίας και της αμαρτίας του, έπεσε χάμω και δεν σήκωνε τα μάτια του να κοιτάξη ψηλά, διότι θεωρούσε τον εαυτό του σαν τον πιο τελευταίο άνθρωπο, τον πιο υπεύθυνο αμαρτωλό. Κι όμως αυτό το σκύψιμο, αυτό το ότι δεν τολμούσε να κοιτάξη ψηλά, όλα αυτά ήταν προσευχή, όλα αυτά συγκλόνιζαν τον θρόνο του θείου ελέους. Και κατέβηκε, λέει, ο τελώνης δεδικαιωμένος, ο δε Φαρισαίος καταδικασμένος. Η ταπείνωσις αυτή, το σκύψιμο κάτω με τα μάτια χαμηλά, η εντροπή που ένοιωθε, ο έλεγχος της συνειδήσεως που τον συνείχε, όλα αυτά συνετέλεσαν και κατέβηκε δεδικαιωμένος, δηλαδή συγχωρημένος από τον Θεό.

Το παράδειγμα ιδιαίτερα αυτού του τελώνου μας δίνει το δίδαγμα, μας φωτίζει το δρόμο, μας δίνει την ευκαιρία να σκεφθούμε, να δούμε πως ακούγεται η προσευχή του προσευχομένου. Ας ελέγξουμε λίγο τον εαυτό μας κι ας κάνουμε μία παρατήρησι, μία αυτοεξέτασι. Όταν προσευχηθήκαμε και το μυαλό μας, ο νους μας γύρισε όλο τον κόσμο και δεν καταλάβαμε καν τι είπαμε, νοιώσαμε καμμία αλλοίωσι μέσα μας; Νοιώσαμε ξηρασία σαν να μη κάναμε προσευχή. Αυτή είναι η απάντησις που πήραμε. Το γνωρίσαμε κι αυτό από την πράξι. Όταν όμως σαν τον τελώνη έτσι κι εμείς προσευχώμεθα, γονατισμένοι, με δάκρυα, με ταπείνωσι, με αυτογνωσία, να πιστεύουμε ότι οι προσευχές μας θα τύχουν απαντήσεως.

Η Άννα η Προφήτις, η μητέρα του Σαμουήλ του Προφήτου, ήταν στείρα, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή και δεν είχε παιδιά καθόλου. Η άλλη γυναίκα του ανδρός της είχε πολλά παιδιά. Σαν στείρα πονούσε κι επιθυμούσε κι αυτή να αποκτήση ένα παιδάκι. Ο πόνος αυτός της ψυχής την ωδήγησε στο ναό του Θεού να προσευχηθή. Γονατισμένη μέσα στο ναό γοερώς έκλαιγε και παρακαλούσε το Θεό. Από την πολλή της προσευχή κι από το πολύ δόσιμο στο Θεό, δεν καταλάβαινε τίποτα, τι γινόταν γύρω της, γιατί ήταν εξ ολοκλήρου δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο αίτημα. τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι, η καρδιά της φλεγόταν και η φωνή της ανέκραζε γοερώς. Ο Ηλί ο ιερεύς ήταν μέσα στο ιερό, στα Άγια των Αγίων, καθώς και ο υπηρέτης. Λέγει ο υπηρέτης στον ιερέα του Θεού:

– Τί γίνεται μ’ αυτή τη μεθυσμένη έξω; Να τη βγάλουμε απ’ το ναό.

– Όχι, δεν θα τη βγάλουμε, διότι η ψυχή της είναι κατώδυνος, πονάει πάρα πολύ. Άφησέ την εκεί να εκ­χύση τον πόνο της ενώπιον του Θεού. Και γνωρίζουμε ότι αυτή η προσευχή της έφερε τον καρπό τον άγιο μέσα στην κοιλία της και εγέννησε τον μεγάλο Προφήτη Σαμουήλ.

Βλέπετε, τί προσευχές χρειάζονται για να πάρουμε απάντησι στα αιτήματά μας από τον Θεό και ιδιαίτερα, όταν αυτά είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα; Πόσα προβλήματα μας απασχολούν, οικογενειακά, οικονομικά, προβλήματα σχετικά με τα παιδιά, για τα οποία όλοι οι γονείς έχουν τρομερή αγωνία σήμερα, εντός του δικαίου βέβαια. Διότι έξω από το σπίτι καιροφυλακτούν λύκοι και λέοντες να τα καταβροχθίσουν. Επομένως η αγωνία αυτών των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη, γιατί βλέπουμε πως ακριβώς ο σατανάς περιπλέκει τα παιδιά με το δίχτυ του, τα αγκιστρώνει και τα τραβάει έξω από τη θάλασσα και έτσι δημιουργείται όλη αυτή η σήψις και ο ψυχικός θάνατος των παιδιών. Όλα αυτά τα παιδιά θέλουν πολλή προσευχή.

Έχουμε βέβαια πολλά παραδείγματα μητέρων, που η προσευχή τους έσωσε τα παιδιά τους, όπως την Αγία Μόνικα. Όπως γνωρίζετε η Αγία Μόνικα ήταν η μητέρα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο Ιερός Αυγουστίνος πριν γίνη «Ιερός», ήταν ο άσωτος Αυγουστίνος, ένας από τους πολύ μεγάλους αμαρτωλούς. Αλλά η αγία αυτή μητέρα δεν γονάτισε προ του μεγίστου κινδύνου, προ της μεγάλης απώλειας του παιδιού της. Δεν δειλίασε, που το έβλεπε στην ασωτεία να καταρρέη συνέχεια, αλλά το θάρρος της ήταν μεγάλο και η πίστις της μεγάλη. Αγωνιζόταν στην προσευχή. ανάλογα και τα δάκρυά της. Και ο πόνος της τον έφερε εις μετάνοιαν. Μετανόησε ο Ιερός Αυγουστίνος. Αλλά και όταν αργότερα έπεσε σε αίρεσι, έκανε άλλον αγώνα μεγάλο η μητέρα, για να τον επαναφέρη στην Ορθόδοξη πίστι. Έφτασε στα Μεδιόλανα και συνάντησε τον Άγιο Αμβρόσιο και έκλαιγε και θρηνούσε μπροστά του εκθέτοντας τα όσα το παιδί της είχε κάνει στη ζωή του. Βλέποντας ο άγιος τα δάκρυα, βλέποντας τον πόνο και την πίστι της, της είπε:

– Γύναι, αυτά τα δάκρυα που χύνεις, δεν θα μείνουν έτσι, θα φέρουν καρπό. Πίστευε ότι το παιδί σου θα αλλάξη. Και άλλαξε και έγινε ο Ιερός Αυγουστίνος, που εορτάζεται μεταξύ των Αγίων από την Εκκλησία μας.

Βλέπετε των μεγάλων μητέρων τα κατορθώματα! Δεν εδειλίασαν, δεν απελπίστηκαν, όταν έβλεπαν τα παιδιά τους να καταστρέφωνται. Ποτέ απελπισία. Η απελπισία είναι πάρα πολύ μεγάλο κακό. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύουμε τα παιδιά, να τους σπέρνουμε τον σπόρο της ευσεβείας και να μη χάνουμε το θάρρος μας, διότι ό,τι σπέρνουμε, δεν χάνεται. Εισέρχεται ο σπόρος στην ψυχή τους κι ας φαίνεται ότι τώρα, που είναι στη νεανική τους ηλικία, δεν δέχονται τίποτα, αντιλογούν, βγαίνουν προς τα έξω, δεν έρχονται στην εκκλησία και κάνουν ωρισμένα λάθη. Στο βάθος έχουν πίστι, στο βάθος έχουν ένα πάρα πολύ όμορφο άνθρωπο. Να ξέρετε ότι ο σπόρος αυτός θα βλαστή­ση. Θα έρθη καιρός που ο Θεός θα δώση ούριο άνεμο, θα βρέξη, θα ανατείλη ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα παιδιά αυτά θα καρποφορήσουν καρπόν εκατονταπλασίονα. Αν ο Θεός το καλέση, όπως περιμένουμε να γίνη, και αξιωθούν του μαρτυρίου, τότε θα δήτε ότι τίποτα δεν χάθηκε. Διότι ο Χριστός μας σταυρώθηκε για όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα για τα παιδιά, τα οποία στη σημερινή εποχή κινδυνεύουν άμεσα.

Και οι γονείς και η εκκλησία ολόκληρη και ιδιαίτερα εμείς οι πνευματικοί που βλέπουμε τα βαθύτερα του κάθε παιδιού και γνωρίζουμε το τι συμβαίνει, πρέπει να προσευχώμεθα. Να παρακαλούμε νύχτα μέρα και ιδιαίτερα για εκείνα τα παιδιά, που είναι γεννημένα στις αιρέσεις και για εκείνα, που τα έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά και γυρίζουν έρημα μέσα στους δρόμους, χωρίς καμμία σχετική προστασία, χωρίς κανένας να λαβαίνη πρόνοια γι’ αυτά. Όλοι έχουν ανάγκη από μια ανακούφισι κι από τον πόνο κι από την ασθένεια κι από τα προβλήματα τα ψυχολογικά, τα οποία είναι μία μόνιμη κατάστασι πλέον στο νεανικό κόσμο.

Εμείς οι χριστιανοί οι οποίοι γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού, θα πρέπη να προσευχώμεθα για κάθε πλάσμα επάνω στη γη, για κάθε χαμένο, για κάθε πονεμένο άνθρωπο, για κάθε πονεμένη ψυχή, διότι τότε θα εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντι στον Θεό και τότε θα είμεθα πραγματικά παιδιά του Θεού. Και ο Θεός έτσι κάνει. Είναι απλωμένος σε όλον τον κόσμο, άσχετα αν οι άνθρωποι Τον βλασφημούν, αν ασεβούν, αν Τον έχουν ξεχάσει ή κι αν δεν Τον γνωρίζουν καθόλου. Η αγάπη μας πρέπει να απλωθή, να μην περιορίζεται μόνο στη δική μας οικογένεια ή στη διπλανή μας, αλλά σε όλον τον κόσμο. Οι άγιοι Πατέρες και για τα κτήνη ακόμη είχαν ευσπλαχνία και οικτιρμούς. Τα ελυπούντο και τα αγαπούσαν από την αγιότητα της ψυχής των.

Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος. Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια. Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας. Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε. Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.

Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθού­με, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος». Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα. Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση ό­λα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού. Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δε­χθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.

Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό. Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξί Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες. Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω. Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει: «Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, ….επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, …» (Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον. Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν.

Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδει­χθούν σήμερα οι Άγιοι; Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;

Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους. Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο. Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς, με τη Χάρι του Κυρίου, ότι θα αξιωθούμε αυτής της μεγάλης τιμής του μαρτυρίου στους εσχάτους χρόνους. Αμήν. Γένοιτο.

ΠΗΓΗ: “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ”
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

 

Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία στο παρακάτω σύνδεσμο




Ο άνθρωπος κοιτάζει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά

imageΑγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Και αφού μπήκε στο πλοίο πέρασε διά μέσου της λίμνης στο απέναντι μέρος και ήλθε στη δική του πόλη. Και να έφεραν σ’ αυτόν ένα παραλυτικό πάνω στο κρεβάτι. Και ο Ιησούς, όταν είδε την πίστη τους, είπε στον παραλυτικό· Έχε θάρρος, παιδί μου, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου»
Δική του πόλη ονομάζει εδώ την Καπερναούμ. Η Βηθλεέμ τον έφερε στη ζωή, η Ναζαρέτ τον μεγάλωσε, η Καπερναούμ τον είχε μόνιμο κάτοικό της.
Ο παραλυτικός εδώ είναι άλλος από εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Εκείνος ήταν κατάκοιτος στην κολυμβήθρα, αυτός ήταν στην Καπερναούμ. Εκείνος ήταν άρρωστος τριάντα οκτώ χρόνια· γι’ αυτόν εδώ δε λέγεται τίποτα τέτοιο. Εκείνος δεν είχε κανένα να τον προστατέψει, αυτός όμως είχε αυτούς που τον φρόντιζαν, που τον σήκωσαν κιόλας και τον έφεραν. Και σ’ αυτόν λέει, «παιδί μου, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» σ’ εκείνον, «θέλεις να βρεις την υγεία σου»; Κι εκείνον τον θεράπευσε το Σάββατο, αυτόν όμως όχι. Γιατί βέβαια θα τον κατηγορούσαν αν το έκανε· και γι’ αυτό οι Ιουδαίοι σ’ αυτόν  σιώπησαν, σ’ εκείνον όμως επιτέθηκαν και τον καταδίωκαν. Αυτά τα είπα όχι χωρίς λόγο αλλά για να μη νομίσει κανένας πως υπάρχει διαφωνία, επειδή σχημάτισε την υποψία πως ήταν ο ίδιος παραλυτικός.
Εμείς ας προσέξουμε τη μετριοφροσύνη και την καλωσύνη του Κυρίου. Γιατί και πριν απ’ αυτό απέφυγε τον κόσμο· κι όταν τον έδιωξαν οι Γαδαρηνοί, δεν αντιστάθηκε. Έφυγε και μόνο που δεν πήγε μακρυά. Και πέρασε αφού ξαναμπήκε στο πλοίο, ενώ μπορούσε να πάει περπατώντας. Δεν ήθελε να πραγματοποιεί πάντα θαύματα, ώστε να μην καταστρέψει το έργο της θείας οικονομίας.
Ο Ματθαίος λοιπόν γράφει ότι τον έφεραν κοντά στον Κύριο. Οι άλλοι ευαγγελιστές, ότι αφού άνοιξαν και τη σκεπή τον κατέβασαν. Κι έβαλαν μπροστά στο Χριστό τον άρρωστο χωρίς να του πουν τίποτα αλλά αφήνοντάς τα όλα στη διάθεσή του. Στην αρχή του έργου του ο Χριστός πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο, και δε ζητούσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ όσους τον πλησίαζαν. Εδώ και τον πλησίασαν και φανέρωσαν την πίστη τους. Όταν είδε, γράφει, την πίστη τους, δηλ. εκείνων που άνοιξαν τη σκεπή. Δεν γυρεύει παντού την πίστη από τους αρρώστους μονάχα, π.χ. όταν παραφέρονται ή τα έχουν χαμένα από την αρρώστια. Εδώ φαίνεται, πως η πίστη ήταν και του αρρώστου· δε θα δεχόταν να τον κατέβαζαν από τη σκεπή, αν δεν πίστευε.
Αφού αυτοί έδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αυτός τη δύναμή του, συγχωρώντας τις αμαρτίες με πλήρη εξουσία, και με όλη του τη συμπεριφορά δείχνοντας ότι είναι ισότιμος μ’ εκείνον που τον γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως το έδειξε αυτό με τη διδασκαλία του, όταν τους μιλούσε σαν εκείνον που έχει εξουσία· με τον λεπρό, όταν είπε θέλω, καθαρίσου· με τον εκατόνταρχο, που τον θαύμασε και τον ανέβασε ψηλότερα απ’ όλους· με τη θάλασσα, όταν την υπόταξε με το λόγο μόνο· με τους δαίμονες, όταν τον παραδέχονταν ως κριτή, και τους έδιωξε με πολλή εξουσία. Εδώ πάλι με άλλο ανώτερο τρόπο τους ίδιους τους εχθρούς αναγκάζει να παραδεχτούν την ισοτιμία και με το στόμα τους το κάνει φανερό. Ο ίδιος ο Κύριος φανερώνει ότι δεν αγαπούσε τις τιμές -ήταν πολλοί θεατές που έκλειναν την είσοδο, γι’ αυτό και τον κατέβασαν από ψηλά – δεν βιάστηκε να θεραπεύσει αμέσως το σώμα που είναι ορατό αλλά παίρνει την αφορμή απ’ αυτούς και θεραπεύει το αόρατο πρώτα, τη ψυχή, συγχωρώντας τις αμαρτίες. Τούτο τον άρρωστο τον έσωζε, στον ίδιο όμως δεν προξενούσε μεγάλη δόξα. Εκείνοι κινημένοι από πονηρία και θέλοντας να επιτεθούν έκαναν το θαύμα να λάμψει παρά τη θέλησή τους. Γιατί έτσι όπως ήταν εκείνος εφευρετικός, χρησιμοποίησε το φθόνο τους για την ανάδειξη του θαύματος. Επειδή λοιπόν έκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι έλεγαν «Αυτός βλασφημεί· ποιός μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός;». Ας δούμε τί λέει ο ίδιος. «Άραγε διέλυσε την υποψία;». Και βέβαια αν δεν ήταν ίσος με τον Πατέρα έπρεπε να πει· Γιατί μου αποδίδετε δύναμη που δεν μου ταιριάζει; Πολύ απέχω εγώ από τη δύναμη αυτή. Τώρα όμως δεν είπε κάτι τέτοιο. Ίσα -ίσα βεβαίωσε και επικύρωσε το αντίθετο και με το λόγο του και με το θαύμα. Επειδή η περιαυτολογία φαινόταν ότι στενοχωρούσε τους ακροατές, με το στόμα των άλλων βεβαιώνει ό,τι τον αφορά. Και θαυμαστό είναι ότι το κάνει όχι μόνο με το στόμα των φίλων αλλά και των εχθρών. Αυτό αποτελεί το πλήθος της σοφίας του.
Με το στόμα των φίλων του επιβεβαιώθηκε, όταν είπε «θέλω, καθαρίσου» και όταν  είπε «ούτε ανάμεσα στους Εβραίους δε βρήκα τόση πίστη». Με το στόμα των έχθρων του τώρα. Επειδή είπαν κανένας δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός, συμπλήρωσε: «Για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη ακούστε». Γυρίζει τότε και λέει στον παράλυτο. Σήκω πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου. Κι όχι εδώ μονάχα αλλά κι σε άλλη περίπτωση, όταν εκείνοι του έλεγαν ότι δε σε λιθοβολούμε για μια καλή σου πράξη, αλλά για τη βλασφημία σου κι ότι ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό, ούτε εκεί δεν ανέτρεψε τη γνώμη αυτή, αλλά την επικύρωσε λέγοντας· «Αν δεν κάνω τα έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως τα εκτελώ, κι αν δεν πιστεύετε σε μένα, πιστέψτε στα έργα.
Εδώ ωστόσο παρουσιάζει κι άλλο σημάδι της θεότητάς του -όχι μικρό – και της ισοτιμίας με τον Πατέρα. Εκείνοι έλεγαν ότι η συγχώρηση των αμαρτημάτων ανήκει μόνο στο Θεό. Αυτός όμως όχι μόνο τα αμαρτήματα συγχωρεί αλλά και πριν απ’ αυτό κάνει κάτι άλλο που είναι αποκλειστικό προνόμιο του Θεού· αποκαλύπτει τα μυστικά που είναι κρυμμένα στην καρδιά. Δεν είχαν εκφράσει αυτό που σκέφτηκαν. Μερικοί γραμματείς είπαν μέσα τους· Αυτός βλασφημεί. Και επειδή ο Χριστός ήξερε τις σκέψεις τους είπε· «Γιατί κάνετε με το νου σας πονηρές σκέψεις;». Ότι μόνο στο Θεό ανήκει να γνωρίζει τα μυστικά, άκουσε τί λέει ο προφήτης· «Συ μόνος απ’ όλους γνωρίζεις τις καρδιές»· και πάλι· «συ ο Θεός που εξετάζεις τον εσωτερικό μας κόσμο». Και ο Ιερεμίας λέει· «Βαθύτερη απ’ όλα είναι η καρδιά του ανθρώπου· και ποιός θα τον κατανοήσει;»
Και τούτο· «ο άνθρωπος κοιτάζει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά». Και από άλλα πολλά χωρία της Γραφής μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ανήκει στο Θεό να γνωρίζει τη ψυχή. Αποδεικνύοντας λοιπόν ότι είναι Θεός ίσος με τον Πατέρα του αποκαλύπτει και φανερώνει αυτά που συλλογίζονταν. Γιατί αυτοί επειδή φοβούνταν τον κόσμο, δεν τολμούσαν να διατυπώσουν μπροστά σ’ όλους τη γνώμη τους. Κι εδώ δείχνει πολλή πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στην καρδιά σας πονηρές σκέψεις; Και βέβαια, αν έπρεπε κάποιος ν’ αγανακτήσει, αυτός ήταν ο άρρωστος, επειδή είχε ξεγελαστεί. Μπορούσε να πει· «για άλλο ήρθα να με θεραπεύσεις κι άλλο συ διορθώνεις; Από πού είναι φανερό ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες μου;». Τώρα ωστόσο αυτός τίποτα τέτοιο δε λέει αλλά παραδίδει τον εαυτό του στη διάκριση εκείνου που τον θεραπεύει. Ενώ εκείνοι, υπερβολικοί και φθονεροί καθώς είναι, υπονομεύουν τη φιλάνθρωπη δράση των άλλων. Γι’ αυτό τους επιπλήττει βέβαια αλλά με όλη την επιείκεια. Αν δεν σας φαίνεται πιστευτό το πρώτο και νομίζετε είναι μεγάλα λόγια ό,τι είπα, ορίστε προσθέτω σ’ αυτό και κάτι ακόμα· θ’ αποκαλύψω τα μυστικά σας. Κι άλλο πάλι έπειτα απ’ αυτό. Το ότι θα σφίξω τις αρθρώσεις του παραλυτικού.
Κι όταν μίλησε στον παράλυτο δεν φανέρωσε καθαρά την εξουσία του με τους λόγους του. Δεν είπε «συγχωρώ τις αμαρτίες σου», αλλά «συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Κι όταν αυτοί τον ανάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα την εξουσία του, λέγοντας· «Και για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη». Βλέπετε πόσο ήθελε να θεωρείται ίσος με τον πατέρα; Ούτε είπε ότι έχει ανάγκη από κάποιον άλλο ο Υιός του ανθρώπου ή ότι του έδωσε εξουσία, αλλά ότι έχει εξουσία, και δεν το λέει αυτό για επίδειξη αλλά «για να σας πείσω», λέγει, «ότι δε βλασφημώ κάνοντας τον εαυτό μου ίσο με το Θεό». Παντού θέλει να δίνει αποδείξεις σαφείς, αναντίρρητες, όπως όταν λέει· «Πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα». Κι όταν δείχνει την πεθερά του Πέτρου να υπηρετεί. Κι όταν επιτρέπει να κατακρημνιστούν οι χοίροι. Έτσι λοιπόν κι εδώ.
Τη σύσφιξη των αρθρώσεων την κάνει απόδειξη της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων. Και το σήκωμα του κρεβατιού απόδειξη της σύσφιξης. Ώστε να μη νομισθεί ότι είναι φαντασία αυτό που είχε γίνει. Και δεν το έκανε αυτό παρά αφού τους ρώτησε· «Τί είναι πιο εύκολο να πεις συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να πεις σήκωσε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Αυτό που λέει είναι το εξής. «Τί σας φαίνεται ευκολότερο να σφίξετε χαλαρωμένες αρθρώσεις ή να συγχωρήσετε αμαρτίες; Φανερό ότι να σφίξετε τις αρθρώσεις». Όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα τόσο ανώτερη είναι η συγχώρηση των αμαρτιών. Επειδή όμως το ένα είναι αόρατο και το άλλο φανερό, γι’ αυτό προσθέτω και το κατώτερο αλλά φανερότερο. Έτσι το μεγαλύτερο κι αόρατο να λάβει μ’ αυτό την απόδειξη. Από αυτή την ώρα φανέρωνε προκαταβολικά με τα έργα του αυτό που ο Ιωάννης είχε πει, ότι αυτός σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου.
Αφού τον θεράπευσε, τον στέλνει στο σπίτι. Και πάλι εδώ δείχνει μετριοφροσύνη κι ότι δεν ήταν φαντασία ό,τι είχε γίνει. Τους μάρτυρες της αρρώστιας, τους κάνει και της υγείας μάρτυρες. Εγώ θα ήθελα, λέει, με τη δική σου ασθένεια, να θεραπεύ σω κι αυτούς που νομίζουν πως είναι υγιείς ενώ το πνεύμα τους νοσεί. Επειδή όμως δε θέλουν πήγαινε στο σπίτι, για να διορθώσεις τους δικούς σου. Βλέπετε πώς δείχνει ότι είναι δημιουργός και ψυχής και σωμάτων; Του καθενός απ’ αυτά θεραπεύει την παράλυση και κάνει φανερό το αόρατο από το ορατό. Σέρνονται όμως ακόμα στη γη. «Όταν είδε ο κόσμος θαύμασαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους». Τους εμπόδιζε η σάρκα.
Αυτός όμως δεν τους κατηγόρησε αλλά προχωρεί ανεβάζοντάς τους με τα έργα και κάνοντας ψηλό το φρόνημά τους. Επί τέλους δεν ήταν μικρό να θεωρείσαι πως είσαι μεγαλύτερος απ’ όλους τους ανθρώπους κι ότι έρχεσαι από το Θεό. Αν είχαν αποκτήσει γι’ αυτά σε σημαντικό βαθμό βεβαιότητα, προχωρώντας θα καταλάβαιναν, ότι ήταν και Υιός του Θεού. Δεν τα συνέλαβαν όμως αυτά καθαρά γι’ αυτό και δεν μπορούν να τον πλησιάσουν. Έλεγαν πάλι· αυτός ο άνθρωπος δεν έρχεται από το Θεό. Πώς είναι αυτός από το Θεό; Και συνεχώς έλεγαν τα ίδια, σαν προκαλύμματα των παθών τους. Το ίδιο κάνουν πολλοί και τώρα, παρόλο που νομίζουν ότι υπερασπίζουν το Θεό, ικανοποιούν δικά τους πάθη, ενώ πρέπει σ’ όλα να είμαστε μετριοπαθείς.
Πρέπει λοιπόν να θεραπεύουμε το πάθος με μετριοπάθεια. Γιατί αυτός που γίνεται καλύτερος από φόβο ανθρώπων, γρήγορα θα  γυρίσει πάλι στην κακία. Γι’ αυτό διέταξε να αφεθούν τα ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μια προθεσμία για μετάνοια. Πολλοί απ’ αυτούς λοιπόν μετάνιωσαν κι έγιναν σπουδαίοι από κακοί που ήσαν όπως ο Παύλος, ο τελώνης, ο ληστής. Αυτοί ήσαν ζιζάνια, έγιναν όμως σιτάρι μεστωμένο. Στους σπόρους φαίνεται τούτο δύσκολο· είναι όμως εύκολο και κατορθωτό σχετικά με τη θέληση· δεν έχει αυτή δεθεί με τους φυσικούς νόμους αλλά έχει τιμηθεί με ελευθερία.
Όταν συναντήσεις λοιπόν εχθρό της αλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερε τον στην αρετή δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ακατηγόρητο, γίνε προστάτης και κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο για διόρθωση όπως κάνουν οι άριστοι γιατροί. Ούτε αυτοί δεν θεραπεύουν με ένα τρόπο μόνο· όταν δουν ότι δεν υποχωρεί η πληγή με το πρώτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι έπειτα τρίτο. Κάνουν εγχειρήσεις, χρησιμοποιούν επιδέσμους. Και συ λοιπόν που είσαι γιατρός των ψυχών, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικό τρόπο κατά τους  νόμους του Χριστού, για να λάβεις μισθό και της δικής σου και της ωφέλειας των άλλων. Πράξε τα όλα για τη δόξα του Θεού κι έτσι θα δοξαστείς και σύ. «Θα δοξάσω», λέει, «όποιους με δοξάσουν. Κι όποιοι με περιφρονούν θα τους περιφρονήσω».
Ας τα πράττουμε λοιπόν όλα για τη δόξα του, για να επιτύχουμε αυτό το μακάριο τέλος. Αυτό μακάρι όλοι μας να το επιτύχουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Δική του η δόξα και η δύναμη στους αιώνες.
Αμήν.



Γιατί πιστεύω;

imageπ. Αλέξανδρος Σμέμαν

Γιατί πιστεύω; Κοιτάζω μέσα μου, μέσα στις εμπειρίες και στα αισθήματα μου και μολοταύτα δεν βρίσκω καμία απάντηση. Τι σημαίνει ο Θεός για μένα; Ένας τρόπος να ερμηνεύσω τον κόσμο και τη ζωή; ΟΧΙ!

Πρώτον μου είναι ξεκάθαρο πως αυτή η εξήγηση δεν είναι η πηγή της πίστεως μου σ’ αυτόν και δεύτερον πως η πίστη μου στον Θεό δεν «εξηγεί» ορθολογιστικά όλα τα μυστήρια και τα αινίγματα του κόσμου.

Όχι μια και δύο φορές στη ζωή μου έπρεπε να σταθώ στο πλευρό ενός ετοιμοθάνατου παιδιού που έπασχε φρικτά. Και λοιπόν τι; Θα μπορούσα να υπερασπιστώ ή να δικαιολογήσω αυτούς τους πόνους και τον ίδιο το θάνατο «θρησκευτικά» καθώς λένε; ΟΧΙ! Μπορούσα μονάχα να πώ: Ο Θεός είναι εδώ, ο Θεός υπάρχει. Μπορούσα μονάχα να ομολογήσω πόσο αδύνατον είναι να μετρήσουμε αυτή την παρουσία με τις γεμάτες θλίψη γήινες ερωτήσεις μας.

Όχι φυσικά η πίστη δεν είναι προϊόν της ανάγκης μου για εξηγήσεις. Τότε από πού προέρχεται; ή μήπως προέρχεται από τον φόβο μου για την τελική εκμηδένιση, από εκείνη την παράφορη και κατ’ ουσιαν εγωιστική εσωτερική επιθυμία να μην εκμηδενιστώ; Όχι αυτό δεν εξηγεί το γιατί πιστεύω γιατί φαίνεται πως οι υποθέσεις για την μετά θάνατο ζωή και την αθανασία – ακόμα και οι πιο ευφυείς φιλοσοφικές υποθέσεις – είναι παιδιάστικες φλυαρίες.

Δεν είναι ότι επιθυμώ την αιώνια ζωή μετά θάνατο ο λόγος που πιστεύω στον Θεό, το αντίθετο, πιστεύω στην αιώνια ζωή γιατί πιστεύω στον Θεό.