Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω

images (100)Οσίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής

Η ψυχή του χριστιανού πρέπει να είναι λεπτή, να είναι ευαίσθητη, να είναι αισθηματική, να πετάει, όλο να πετάει, να ζει μες στα όνειρα. Να πετάει μες στ’ άπειρο, μες στ’ άστρα, μες στα μεγαλεία του Θεού, μες στη σιωπή.

Όποιος θέλει να γίνει χριστιανός, πρέπει πρώτα να γίνει ποιητής. Αυτό είναι! Πρέπει να πονάς. Ν’ αγαπάς και να πονάς. Να πονάς γι’ αυτόν που αγαπάς. Η αγάπη κάνει κόπο για τον αγαπημένο. Όλη νύχτα τρέχει, αγρυπνεί, ματώνει τα πόδια, για να συναντηθεί με τον αγαπημένο. Κάνει θυσίες, δε λογαριάζει τίποτα, ούτε απειλές, ούτε δυσκολίες, εξαιτίας της αγάπης. Η αγάπη προς το Χριστό είναι άλλο πράγμα, απείρως ανώτερο.

Και όταν λέμε αγάπη, δεν είναι οι αρετές που θ’ αποκτήσουμε αλλά η αγαπώσα καρδιά προς το Χριστό και τους άλλους. Το καθετί εκεί να το στρέφουμε. Βλέπουμε μια μητέρα να έχει το παιδάκι της στην αγκαλιά, να το φιλάει και να λαχταράει η ψυχούλα της; Βλέπουμε να λάμπει το πρόσωπό της, που κρατάει το αγγελούδι της; Όλ’ αυτά ο άνθρωπος του Θεού τα βλέπει, του κάνουν εντύπωση και με δίψα λέει: “Να είχα κι εγώ αυτή τη λαχτάρα στο Θεό μου, στο Χριστό μου, στην Παναγίτσα μου, στους αγίους μας!”. Να, έτσι πρέπει ν’ αγαπήσουμε τον Χριστό, τον Θεό. Το επιθυμείς, το θέλεις και το αποκτάς με την χάρι του Θεού.

Εμείς, όμως, έχουμε φλόγα για το Χριστό; Τρέχουμε, όταν είμαστε κατάκοποι, να ξεκουρασθούμε στην προσευχή, στον Αγαπημένο ή το κάνουμε αγγάρια και λέμε: “Ω, τώρα έχω να κάνω προσευχή και κανόνα…”; Τι λείπει και νιώθουμε έτσι; Λείπει ο θείος έρως. Δεν έχει αξία να γίνεται μια τέτοια προσευχή. Ίσως μάλιστα κάνει και κακό.

Αν στραπατσαρισθεί η ψυχή και γίνει ανάξια της αγάπης του Χριστού, διακόπτει ο Χριστός τις σχέσεις, διότι ο Χριστός “χοντρές” ψυχές δε θέλει κοντά Του. Η ψυχή πρέπει να συνέλθει πάλι, για να γίνει άξια του Χριστού, να μετανοήσει “έως εβδομηκοντάκις επτά”. Η μετάνοια η αληθινή θα φέρει τον αγιασμό. Όχι να λες, “πάνε τα χρόνια μου χαμένα, δεν είμαι άξιος” κ.λπ., αλλά μπορείς να λες, “θυμάμαι κι εγώ τις μέρες τις αργές, που δε ζούσα κοντά στο Θεό…”. Και στη δική μου τη ζωή κάπου θα υπάρχουν άδειες μέρες. Ήμουνα δώδεκα χρονών, που έφυγα για το Άγιον Όρος. Δεν ήταν αυτά χρόνια; Μπορεί βέβαια να ήμουν μικρό παιδί, αλλά έζησα δώδεκα χρόνια μακράν του Θεού. Τόσα πολλά χρόνια!…

Ακούστε τι λέει ο Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ στο βιβλίο του Υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν :

“ Κάθε εργασία σωματική και πνευματική, η οποία δεν έχει πόνο ή κόπο, ουδέποτε καρποφορεί γι’ αυτό που την καταπιάνεται. Επειδή η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και “βιασταί αρπάζουσιν αυτήν”, και λέγοντας βία εννοεί τη συνεχή επίπονη άσκηση του σώματος”.

Όταν αγαπήσεις το Χριστό, κάνεις κόπο, αλλά ευλογημένο κόπο. Υποφέρεις, αλλά με χαρά. Κάνεις μετάνοιες, προσεύχεσαι, διότι αυτά είναι πόθος, θείος πόθος. Και πόνος και πόθος και έρωτας και λαχτάρα και αγαλλίαση και χαρά και αγάπη. Οι μετάνοιες, η αγρυπνία, η νηστεία είναι κόπος, που γίνεται για τον Αγαπημένο. Κόπος, για να ζεις τον Χριστό. Αλλ’ αυτός ο κόπος δε γίνεται αναγκαστικά, δεν αγανακτείς. Ό,τι κάνεις αγγάρια, δημιουργεί μεγάλο κακό και στο είναι σου και στην εργασία σου. Το σφίξιμο, το σπρώξιμο φέρνει αντίδραση. Ο κόπος για το Χριστό, ο πόθος ο αληθινός είναι Χριστού αγάπη, είναι θυσία, είναι ανάλυση. Αυτό ένιωθε και ο Δαβίδ: “Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου”. Ποθεί με λαχτάρα και λιώνει η ψυχή μου απ’ την αγάπη του Θεού. Αυτό του Δαβίδ ταιριάζει με το στίχο του Βερίτη που μ’ αρέσει:

“ Συντροφιά με τον Χριστό λαχτάρησα να ζήσω,/ως να φθάσει κι η στερνή στιγμή να ξεψυχήσω”.

Χρειάζεται προσοχή και προσπάθεια, για να κατανοεί κανείς αυτά που μελετάει και να τα ενστερνίζεται. Αυτός είναι ο κόπος που θα κάνει ο άνθρωπος. Στην κατάνυξη, στη ζέση, στα δάκρυα θα μπει μετά χωρίς να κοπιάσει. Αυτά ακολουθούν, είναι δώρα Θεού. Ο έρωτας θέλει προσπάθεια; Με την κατανόηση των τροπαρίων και κανόνων και των Γραφών έλκεσαι ευφραινόμενος, μπαίνεις μέσα στην αλήθεια ευφραινόμενος. “Έδωκας ευφροσύνην εις την καρδίαν μου”, όπως λέει ο Δαβίδ. Έτσι αυθόρμητα μπαίνεις στην κατάνυξη, αναίμακτα. Καταλάβατε;

Εγώ ο καημένος επιθυμώ ν’ ακούω τα λόγια των Πατέρων, των ασκητών, τα λόγια της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Σ’ αυτά θέλω να εντρυφώ. Αυτά καλλιεργούν το θείο έρωτα. Τα επιθυμώ και προσπαθώ, αλλά δεν μπορώ. Αρρώστησα και “το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής”. Δεν μπορώ να κάνω μετάνοιες. Τίποτα. Επιθυμώ, έχω ζήλο και έρωτα να είμαι στο Άγιον Όρος και να κάνω μετάνοιες, να προσεύχομαι, να λειτουργώ και να είμαι μ’ έναν ακόμη ασκητή. Είναι καλύτερο να είναι δύο. Το είπε ο ίδιος ο Χριστός: “Ού γαρ εισί δύο ή τρεις συνηγμένοι εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών”.

Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο “Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου Βίος και Λόγοι” της Ιεράς Μονής Χυσοπηγής Χανίων.

 

Συντροφία μέ τό Χριστό
λαχτάρησα νά ζήσω
ώσπου να φθάσει η στερνή
στιγμή να ξεψυχήσω.

Ναν αυτός για μένα πιά
και μάνα και πατέρας
ως να ηχήσει η αργή
κάμπανα της εσπέρας.

Συντροφία μέ τό Χριστό
λαχτάρησα νά ζήσω
τήν ἀγάπη Τοῦ θερμή
στά στήθια μου νά κλείσω

Ἅς χαροῦν ἀντάμα μου
καί στή γιορτή μου ἅς ψάλουν
πλάσματα καί πνεύματα
τοῦ κόσμου αὐτοῦ καί τ’ ἄλλου.




Αύγουστος ! Ο μήνας της Κατασκήνωσης!!!

image

Και φέτος το καλοκαίρι η όμορφη κατασκήνωσή μας περιμένει τα παιδιά των Νεανικών Συνάξεων του Ναού μας. Στο γραφικό Βογατσικό του Νομού Καστοριάς μέσα στη φύση, κοντά στο Θεό και στους αδερφούς ανανεωνόμαστε σωματικά και πνευματικά. Στις δυο κατασκηνωτικές περιόδους για τα αγόρια και τα κορίτσια, οι γεμάτες μέρες μας περνούν ευχάριστα και δημιουργικά, από το πρώτο πρωινό ξύπνημα μέχρι τη βραδινή προσευχή και το σιωπητήριο. Μέσα από τα ομαδικά παιχνίδια, τα αθλήματα, τις πορείες, τα τραγούδια, τις γιορτές, τις ταινίες και τις συζητήσεις μαθαίνουμε, διασκεδάζουμε και ψυχαγωγούμαστε. Με αποκορύφωμα τη συμμετοχή μας στο μυστήριο της Εξομολόγησης και της Θείας Κοινωνίας γευόμαστε έναν διαφορετικό τρόπο ζωής και πνευματικού ανεφοδιασμού. Η κατασκήνωση γίνεται σημείο αναφοράς στη ζωή μας, μιας και η επιστροφή, μας βρίσκει πάντοτε γεμάτους με νέες εμπειρίες, φιλίες και στόχους. Καλη κατασκήνωση και φέτος φίλοι μας.

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΓΟΡΙΩΝ 16 – 23 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017

ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ 23-30 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2017

                                       Για δηλώσεις συμμετοχής παρακαλούμε επικοινωνήστε                                             στον ιερό ναό και στον π. Κωνσταντίνο

 

 

 




Η δύναμις της πίστεως και της Προσευχής

imageΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ

Θα παρακαλούσα να μου δώσετε την ευχή σας, για να φωτίση ο Θεός το σκότος μου και να μπορέσω να σας μιλήσω δυο λόγια.

Θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή του Ευαγγελίου μας: «Τω καιρώ εκείνω εξήλθεν ο Ιησούς εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος. Και ιδού γυνή Χαναναία από των ορίων εκείνων εξελθούσα εκραύγασεν αυτώ λέγουσα. ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυίδ. η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται. Ο δε ουκ απεκρίθη αυτή λόγον. Και προσελθόντες οι μαθηταί αυτού ηρώτων αυτόν λέγοντες απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών. Ο δε αποκριθείς είπεν. ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ. Η δε ελθούσα προσεκύνησεν αυτώ λέγουσα. Κύριε, βοήθει μοι. Ο δε αποκριθείς είπεν. ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις. Η δε είπε. ναι, Κύριε. και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών. Τότε αποκριθείς ο Ιησούς είπεν αυτή. ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις. Και ιάθη η θυγάτηρ αυτής από της ώρας εκείνης» (Ματθ. ιε’, 21-28).

Εδώ βλέπουμε μία γυναίκα Χαναναία, εννοείται ειδωλολάτρισσα, η οποία είχε μία κόρη, που ήταν δαιμονισμένη. και πάρα πολύ φυσικό ήταν να υποφέ­ρη αυτή η μητέρα μαζί με την κόρη. Εκείνη σαν δαιμονισμένη βέβαια δεν καταλάβαινε, όταν το δαιμόνιο την τυραννούσε και την έθλιβε. αλλά η μητέρα βλέπουσα το παιδί της σ’ αυτήν την κατάστασι -άρρωστη για πολλά χρόνια- είχε πληγή μέσα της πολύ μεγάλη και φλεγόταν. Οπωσδήποτε θα την πήγε σε γιατρούς, θα έτρεξε εδώ κι εκεί. θεραπεία μηδεμία. Άκουσε ότι στο Ισραήλ υπάρχει ένας άνθρωπος, ένας προφήτης, ο οποίος κάνει θαύματα. Δαιμόνια βγάζει, ασθένειες θεραπεύει, αμαρτωλούς συγχωρεί, τους πάντας δέχεται, κανένα δεν διώχνει. Έτσι πήρε το θάρρος. Σκέφθηκε: «Αυτός θα είναι ο Σωτήρας μου, σ’ Αυτόν θα τρέξω. το βλέπω στην πράξι, ότι κάνει τόσες θεραπείες και τόσα καλά στους ανθρώπους».

Και ήρθε. ήρθε με πολλή πίστι και Τον προσκύνησε τον Χριστό μας και του είπε: «Κύριε, η θυγάτηρ μου κακώς, δηλαδή πολύ άσχημα, δαιμονίζεται και υποφέρει τρομερά και θεραπεία από πουθενά. Παρακαλώ, Σε ικετεύω, Σε προσκυνώ, Σε λατρεύω, κάνε τη θεραπεία, κάνε το θαύμα Σου και στο δικό μου κορίτσι». Φαίνεται ότι Τον πίεζε τον Χριστό με τις κραυγές και τις παρακλήσεις της ακολουθώντας από πίσω Του, Τον έθλιβε, Τον κούραζε. Αλλά ο Κύριος δεν κουράζεται. Οι μαθηταί βλέποντας τη Χαναναία να ακολου­θή με τόση επιμονή και νομίζοντας ότι τον Κύριο τον στενοχωρεί, Τον παρεκάλεσαν να την απολύση, να τη διώξη, να τελείωση το θέμα της. Αυτή όμως ήρθε με περισσότερη επιμονή και Τον παρακαλούσε, κι έπεφτε στα πόδια Του λέγοντας: «Κύριε, κάνε έλεος». Τότε ο Κύριος στράφηκε στους αποστόλους Του και είπε: «Δεν ήρθα εγώ εδώ κάτω στη γη να θεραπεύσω αλλοτρίους, παρά μόνον τα χαμένα, τα απολωλότα πρόβατα του Ισραήλ». Επειδή ο Ισραήλ ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι Ισραηλίται πίστευαν ότι αυτοί ήταν αποκλειστικά τα παιδιά του Θεού κι όλους τους άλλους ανθρώπους τους θεωρούσαν για τίποτα. Βέβαια ο Κύριος είχε το σκοπό Του, που το είπε αυτό. Το έκανε για να προκαλέση τη γυναίκα να πέση με περισσότερη θερμότητα, να αναπτύξη περισσότερο τη μεγάλη της πίστι, ώστε να θεατρίση τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους νομοδιδασκάλους, που ενομίζοντο ότι ήταν σπουδαίοι, ότι ήταν τα κατ’ εξοχήν παιδιά του Θεού, οι ευπειθείς και υπάκουοι στο νόμο του Θεού. Και στη συνέχεια είπε ο Κύριος: «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις», δηλαδή δεν είναι δυνατόν, δεν είναι καλό να στερήσω τη θεραπεία, την οποία έχω να δώσω στα παιδιά του Ισραήλ και να τη δώσω στα κυνάρια, στα σκυλάκια, όπως ελογίζοντο οι αλλότριοι, οι έξω από την πίστι στο Θεό, οι ειδωλολάτρες.

Όταν αυτή ήκουσε τον Κύριο να λέγη αυτό το πράγμα, φαίνεται ότι πόνεσε πολύ και με το φόβο μήπως αποτύχη αυτής της μεγάλης θεραπείας, αυτού του μεγάλου καλού, αυτής της λυτρώσεως, που προσδοκούσε από τον Κύριο, έπεσε κάτω στα πόδια Του και είπε: «Ναι, Κύριε, πράγματι εμείς είμαστε κυνάρια, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ είναι τα παιδιά του Θεού. Αλλά και τα κυνάρια πολλές φορές τρώγουν τα ψιχία, τα ψίχουλα, αυτά που πέφτουν από το τραπέζι των παιδιών!» Σαν να έλεγε: «Ψίχουλα δώσε και σε μένα, μια και λογίζομαι κυνάριο και όχι ένα από τα παιδιά του Ισραήλ τα διαλεχτά». Κι όταν είδε ο Κύριος την τόσο μεγάλη της πίστι, αμέσως της είπε: «Γυναίκα μεγάλη είναι η πίστις σου! Να γίνη ό,τι επιθυμείς!» Κι από την στιγμή εκείνη το κορίτσι της έγινε καλά. Εθριάμβευσε η πίστις!

Έχουμε επίσης και την αιμορροούσα γυνή. Κι αυτή όπως βλέπουμε στο Ιερό Ευαγγέλιο έπασχε επί δώδεκα έτη από χρόνια αιμορραγία. δεν έβρισκε πουθενά θεραπεία. Ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα σε γιατρούς και φάρμακα και θεραπεία μηδεμία. Με την πί­στι της στο Χριστό μας Τον πλησίασε. Πίστευε ακράδαντα ότι αν Τον ακουμπήση τον Ιησού, θα γίνη καλά. Και δεν απέτυχε του αιτήματος της καρδιάς της. Ο Χριστός για να δείξη τη μεγάλη της πίστι και τη θεραπεία συγχρόνως, είπε στους μαθητάς Του: «Κάποιος με ακούμπησε, ποιος είναι;» Απάντησαν οι απόστολοι: «Μα, Κύριε, τόσος κόσμος είναι εδώ και οι όχλοι Σε συνθλίβουν και λες τώρα, ποιος Σε ακούμπησε ιδιαίτερα;» «Ναι, κάποιος με ακούμπησε. Εγώ γνώρισα ότι από μένα βγήκε κάποια δύναμι. ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» Βλέποντας η γυναίκα ότι δεν λανθάνει του Χριστού αυτό που έκανε, Τον πλησίασε και τρέμοντας έπεσε στα πόδια Του κι ομολόγησε ενώπιον όλου του λαού το θαύμα, ότι δηλαδή από τη στιγμή εκείνη που Τον άγγιξε, σταμάτησε η αιμορραγία και εθεραπεύθη αμέσως. Τότε της είπε ο Ιησούς: «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έσωσε. Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’, 43-48).

Και σε μία άλλη παραβολή του Ευαγγελίου βλέπουμε κάποια χήρα να ενοχλή φορτικά, να «υποπιάζη» έναν κριτή, ο οποίος δεν είχε φόβο Θεού και εντροπή ανθρώπων, να την «εκδικήση», δηλαδή να την προστατεύση και να την απαλλάξη από κάτι, που ηδικείτο από κάποιον αντίδικο. Και είδατε τί έκανε ο κριτής της αδικίας; Μετά από την πολλή πίεσι και ενόχλησι, που του δημιούργησε αυτή η γυναίκα, για να την ξεφορτωθή, της έκανε το αίτημα (Λουκ. ιη’, 1-8). Εάν αυτός ο κριτής ο αθεόφοβος κατέληξε να κά­νη το αίτημα της χήρας, γιατί τον ενοχλούσε και τον πίεζε, πολλώ μάλλον ο Ουράνιος Πατέρας θα κάνη τα αιτήματα των τέκνων του! Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να αιτούμεθα, να παρακαλούμε, να κρούωμε την θύρα του ελέους του Κυρίου και θα τύχουμε απαντήσεως. Γι’ αυτό να πάρουμε το θάρρος, να εγκολπωθούμε την πίστι και να μη σταματήσουμε ποτέ να αιτούμεθα δια της προσευχής τα όσα μας απασχολούν, τόσο σαν αμαρτήματα, όσο και σαν πάθη ή και ακόμη σαν υποθέσεις ζωής. Έχουμε την προσευχή, η οποία τόσα πολλά καλά επιφέρει στον προσευχόμενο, όταν πιστεύη ακράδαντα ότι θα τύχη της απαντήσεως.

Όταν κατέβηκε ο Κύριος από το Όρος Θαβώρ μετά την Μεταμόρφωσι, ήρθε ένας πατέρας ο οποίος είχε κι αυτός παιδί σεληνιαζόμενο και προσέπεσε στα πόδια του Χριστού μας και του είπε: «Κύριε, δέομαί σου, Σε παρακαλώ, ελέησε το παιδί μου, γιατί σεληνιάζεται και κακώς πάσχει. Το ωδήγησα στους μαθητάς σου, αλλά δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Λυπήσου μας και όσο δύνασαι βοήθησέ μας». Και ο Κύριος του είπε: «Εάν μπορής να πιστεύσης ότι δύναμαι να κάνω καλά το παιδί σου, τα πάντα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Φοβούμενος δε ο φτωχός μήπως τυχόν δεν πιστεύει, όπως χρειάζεται και όσο χρειάζεται, για να θεραπευθή το παιδί του, λέγει με δάκρυα στον Κύριο: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ μου την απιστία, ενίσχυσέ μου την απιστία, για να γίνη η πίστις μου δυνατή, ώστε το παιδί μου να γίνη καλά». Και τότε ο Κύριος επετίμησε το ακάθαρτο πνεύμα κι αφού εσπάραξε πολύ το παιδί βγήκε από μέσα του, αφήνοντάς το κάτω στη γη σαν νεκρό. Τότε ο Χριστός μας το έπιασε από το χέρι, το σήκωσε και το παρέδωσε στον πατέρα του θεραπευμένο (Ματθ. ιζ’, 14-20, Μάρκ. θ’, 17-27, και Λουκ. θ’, 37-43).

Κι εμείς όταν έχουμε τα αιτήματά μας, όταν έχουμε τις ανάγκες μας, όταν μας προσβάλλη η αμαρτία, μας προσβάλλουν, μας στριμώχνουν, μας πρεσσάρουν τα πάθη, να γονατίζουμε με όλη μας την καρδιά και να φωνάζουμε -ει δυνατόν οι προσευχές μας να συνοδεύωνται από δάκρυα- και τα αιτήματά μας θα γίνουν εισακουστά από τον Θεό. Βλέπουμε και τον Δαυίδ στον ρμ’ (140) Ψαλμό του, στον Εσπερινό να λέγη: «Κύριε, εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου Κύριε». Κύριε κράζω προς Σε, φωνάζω σε Σένα με όλη την καρδιά μου, με όλη την ψυχή μου. ας εισακουσθούν τα λόγια της προσευχής μου, ας έρθουν στα αυτιά Σου και εκπλήρωσε τα αιτήματά μου. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου». Πράγματι μια τέτοια προσευχή είναι αδύνατον να μην εισακουσθή. Αλλά οι προσευχές μας και ιδιαίτερα οι δικές μου, είναι αυτές που δεν παίρνουν απάντησι. Γιατί; Γιατί όταν προσευχόμαστε ο νους μας δεν είναι εκεί.

Κάποιος ειδωλολάτρης ιερεύς είπε σε κάποιους μοναχούς:

– Όταν εσείς προσεύχεσθε στο Θεό σας, σας απαντά ο Θεός σας;

– Όχι, είπαν οι μοναχοί.

– Εμένα μου απαντά ο θεός μου. Για να μη σας απαντά, λέει, ο Θεός σας, σημαίνει ότι έχετε κακούς λογισμούς. Και είπαν οι πατέρες:

– Όντως έτσι έχει η αλήθεια.

Βέβαια σ’ αυτόν απαντούσε ο διάβολος, αλλά οι πατέρες είδαν ότι είπε την αλήθεια. Όταν προσευχώμεθα, ο νους μας, η διάνοιά μας σκορπάει εδώ κι εκεί και δεν ξέρουμε τι λέμε. Κι αφού εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, πώς θα καταλάβη ο Θεός την προσευχή μας; Γι’ αυτό χρειάζεται, όταν προσευχώμεθα, προηγουμένως να συλλάβουμε την αμαρτωλότητά μας, να την κάνουμε αίσθησι και να τοποθετούμεθα με ταπείνωσι και με συντριβή καρδίας. Και όταν γίνη αίσθησις η αμαρτωλότητα μέσα στην καρδιά μας, τότε γίνεται καταστολή του μετεωρισμού. Η δε καταστολή του μετεωρισμού θα δημιουργήση τη διάθεσι και το αμετεώριστο της προσευχής. Τότε τα λόγια μας θα έχουν απήχησι.

Όπως βλέπουμε τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. Ο Φαρισαίος έκανε προσευχή πολύ περισσότερη από τον τελώνη κι έλεγε: «Νηστεύω, αποδεκατώ… κ.λπ. και δεν είμαι σαν και τούτον εδώ τον τελώνη τον άδικο, ο οποίος κάνει καταχρήσεις και τόσα άλλα» (Λουκ. ιη’ 9-14). Ο μεν Φαρισαίος ήταν δίκαιος, διότι είχε τη δικαιοσύνη, έκανε πράξεις εξωτερικά βέβαια καλές, νήστευε, αγρυπνούσε, έκανε για το «θεαθήναι» ελεημοσύνη, έκανε προσευχές στα σταυροδρόμια όπου σήκωνε ψηλά τα χέρια του, ένιπτε τα χέρια του προτού να φάγη κι όλα τα άλλα τα τυπικά του Νόμου και ενόμιζε κατά τη συνείδησί του ότι ήταν πολύ εντάξει.

Ο τελώνης δεν έκανε πολλή προσευχή. Τί έλεγε; «Ιλάσθητί μοι, Κύριε, τω αμαρτωλώ». Δεν είπε πολλά πράγματα, αλλά τί είχε η προσευχή του; Είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ποιο ήταν αυτό; Η αναγνώρισις ότι πράγματι ήταν τελώνης. και οι τελώνες τότε εθεωρούντο άδικοι, είχαν εις βάρος τους την κατηγορία του αμαρτωλού, του τελευταίου ανθρώπου, γιατί έκλεβαν. Κι επομένως ο καημένος ο τελώνης αισθανόταν τις αδικίες του. Πώς θα μπορούσε να σηκώση ο φτωχός κεφάλι και να πη: «Αποδεκατώ όσα κτώμαι και νηστεύω δις του Σαββάτου, ότι κάνω καλές πράξεις και τόσα άλλα;» Αυτός βλέποντας τη μαυρίλα της αδικίας και της αμαρτίας του, έπεσε χάμω και δεν σήκωνε τα μάτια του να κοιτάξη ψηλά, διότι θεωρούσε τον εαυτό του σαν τον πιο τελευταίο άνθρωπο, τον πιο υπεύθυνο αμαρτωλό. Κι όμως αυτό το σκύψιμο, αυτό το ότι δεν τολμούσε να κοιτάξη ψηλά, όλα αυτά ήταν προσευχή, όλα αυτά συγκλόνιζαν τον θρόνο του θείου ελέους. Και κατέβηκε, λέει, ο τελώνης δεδικαιωμένος, ο δε Φαρισαίος καταδικασμένος. Η ταπείνωσις αυτή, το σκύψιμο κάτω με τα μάτια χαμηλά, η εντροπή που ένοιωθε, ο έλεγχος της συνειδήσεως που τον συνείχε, όλα αυτά συνετέλεσαν και κατέβηκε δεδικαιωμένος, δηλαδή συγχωρημένος από τον Θεό.

Το παράδειγμα ιδιαίτερα αυτού του τελώνου μας δίνει το δίδαγμα, μας φωτίζει το δρόμο, μας δίνει την ευκαιρία να σκεφθούμε, να δούμε πως ακούγεται η προσευχή του προσευχομένου. Ας ελέγξουμε λίγο τον εαυτό μας κι ας κάνουμε μία παρατήρησι, μία αυτοεξέτασι. Όταν προσευχηθήκαμε και το μυαλό μας, ο νους μας γύρισε όλο τον κόσμο και δεν καταλάβαμε καν τι είπαμε, νοιώσαμε καμμία αλλοίωσι μέσα μας; Νοιώσαμε ξηρασία σαν να μη κάναμε προσευχή. Αυτή είναι η απάντησις που πήραμε. Το γνωρίσαμε κι αυτό από την πράξι. Όταν όμως σαν τον τελώνη έτσι κι εμείς προσευχώμεθα, γονατισμένοι, με δάκρυα, με ταπείνωσι, με αυτογνωσία, να πιστεύουμε ότι οι προσευχές μας θα τύχουν απαντήσεως.

Η Άννα η Προφήτις, η μητέρα του Σαμουήλ του Προφήτου, ήταν στείρα, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή και δεν είχε παιδιά καθόλου. Η άλλη γυναίκα του ανδρός της είχε πολλά παιδιά. Σαν στείρα πονούσε κι επιθυμούσε κι αυτή να αποκτήση ένα παιδάκι. Ο πόνος αυτός της ψυχής την ωδήγησε στο ναό του Θεού να προσευχηθή. Γονατισμένη μέσα στο ναό γοερώς έκλαιγε και παρακαλούσε το Θεό. Από την πολλή της προσευχή κι από το πολύ δόσιμο στο Θεό, δεν καταλάβαινε τίποτα, τι γινόταν γύρω της, γιατί ήταν εξ ολοκλήρου δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο αίτημα. τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι, η καρδιά της φλεγόταν και η φωνή της ανέκραζε γοερώς. Ο Ηλί ο ιερεύς ήταν μέσα στο ιερό, στα Άγια των Αγίων, καθώς και ο υπηρέτης. Λέγει ο υπηρέτης στον ιερέα του Θεού:

– Τί γίνεται μ’ αυτή τη μεθυσμένη έξω; Να τη βγάλουμε απ’ το ναό.

– Όχι, δεν θα τη βγάλουμε, διότι η ψυχή της είναι κατώδυνος, πονάει πάρα πολύ. Άφησέ την εκεί να εκ­χύση τον πόνο της ενώπιον του Θεού. Και γνωρίζουμε ότι αυτή η προσευχή της έφερε τον καρπό τον άγιο μέσα στην κοιλία της και εγέννησε τον μεγάλο Προφήτη Σαμουήλ.

Βλέπετε, τί προσευχές χρειάζονται για να πάρουμε απάντησι στα αιτήματά μας από τον Θεό και ιδιαίτερα, όταν αυτά είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα; Πόσα προβλήματα μας απασχολούν, οικογενειακά, οικονομικά, προβλήματα σχετικά με τα παιδιά, για τα οποία όλοι οι γονείς έχουν τρομερή αγωνία σήμερα, εντός του δικαίου βέβαια. Διότι έξω από το σπίτι καιροφυλακτούν λύκοι και λέοντες να τα καταβροχθίσουν. Επομένως η αγωνία αυτών των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη, γιατί βλέπουμε πως ακριβώς ο σατανάς περιπλέκει τα παιδιά με το δίχτυ του, τα αγκιστρώνει και τα τραβάει έξω από τη θάλασσα και έτσι δημιουργείται όλη αυτή η σήψις και ο ψυχικός θάνατος των παιδιών. Όλα αυτά τα παιδιά θέλουν πολλή προσευχή.

Έχουμε βέβαια πολλά παραδείγματα μητέρων, που η προσευχή τους έσωσε τα παιδιά τους, όπως την Αγία Μόνικα. Όπως γνωρίζετε η Αγία Μόνικα ήταν η μητέρα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο Ιερός Αυγουστίνος πριν γίνη «Ιερός», ήταν ο άσωτος Αυγουστίνος, ένας από τους πολύ μεγάλους αμαρτωλούς. Αλλά η αγία αυτή μητέρα δεν γονάτισε προ του μεγίστου κινδύνου, προ της μεγάλης απώλειας του παιδιού της. Δεν δειλίασε, που το έβλεπε στην ασωτεία να καταρρέη συνέχεια, αλλά το θάρρος της ήταν μεγάλο και η πίστις της μεγάλη. Αγωνιζόταν στην προσευχή. ανάλογα και τα δάκρυά της. Και ο πόνος της τον έφερε εις μετάνοιαν. Μετανόησε ο Ιερός Αυγουστίνος. Αλλά και όταν αργότερα έπεσε σε αίρεσι, έκανε άλλον αγώνα μεγάλο η μητέρα, για να τον επαναφέρη στην Ορθόδοξη πίστι. Έφτασε στα Μεδιόλανα και συνάντησε τον Άγιο Αμβρόσιο και έκλαιγε και θρηνούσε μπροστά του εκθέτοντας τα όσα το παιδί της είχε κάνει στη ζωή του. Βλέποντας ο άγιος τα δάκρυα, βλέποντας τον πόνο και την πίστι της, της είπε:

– Γύναι, αυτά τα δάκρυα που χύνεις, δεν θα μείνουν έτσι, θα φέρουν καρπό. Πίστευε ότι το παιδί σου θα αλλάξη. Και άλλαξε και έγινε ο Ιερός Αυγουστίνος, που εορτάζεται μεταξύ των Αγίων από την Εκκλησία μας.

Βλέπετε των μεγάλων μητέρων τα κατορθώματα! Δεν εδειλίασαν, δεν απελπίστηκαν, όταν έβλεπαν τα παιδιά τους να καταστρέφωνται. Ποτέ απελπισία. Η απελπισία είναι πάρα πολύ μεγάλο κακό. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύουμε τα παιδιά, να τους σπέρνουμε τον σπόρο της ευσεβείας και να μη χάνουμε το θάρρος μας, διότι ό,τι σπέρνουμε, δεν χάνεται. Εισέρχεται ο σπόρος στην ψυχή τους κι ας φαίνεται ότι τώρα, που είναι στη νεανική τους ηλικία, δεν δέχονται τίποτα, αντιλογούν, βγαίνουν προς τα έξω, δεν έρχονται στην εκκλησία και κάνουν ωρισμένα λάθη. Στο βάθος έχουν πίστι, στο βάθος έχουν ένα πάρα πολύ όμορφο άνθρωπο. Να ξέρετε ότι ο σπόρος αυτός θα βλαστή­ση. Θα έρθη καιρός που ο Θεός θα δώση ούριο άνεμο, θα βρέξη, θα ανατείλη ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα παιδιά αυτά θα καρποφορήσουν καρπόν εκατονταπλασίονα. Αν ο Θεός το καλέση, όπως περιμένουμε να γίνη, και αξιωθούν του μαρτυρίου, τότε θα δήτε ότι τίποτα δεν χάθηκε. Διότι ο Χριστός μας σταυρώθηκε για όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα για τα παιδιά, τα οποία στη σημερινή εποχή κινδυνεύουν άμεσα.

Και οι γονείς και η εκκλησία ολόκληρη και ιδιαίτερα εμείς οι πνευματικοί που βλέπουμε τα βαθύτερα του κάθε παιδιού και γνωρίζουμε το τι συμβαίνει, πρέπει να προσευχώμεθα. Να παρακαλούμε νύχτα μέρα και ιδιαίτερα για εκείνα τα παιδιά, που είναι γεννημένα στις αιρέσεις και για εκείνα, που τα έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά και γυρίζουν έρημα μέσα στους δρόμους, χωρίς καμμία σχετική προστασία, χωρίς κανένας να λαβαίνη πρόνοια γι’ αυτά. Όλοι έχουν ανάγκη από μια ανακούφισι κι από τον πόνο κι από την ασθένεια κι από τα προβλήματα τα ψυχολογικά, τα οποία είναι μία μόνιμη κατάστασι πλέον στο νεανικό κόσμο.

Εμείς οι χριστιανοί οι οποίοι γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού, θα πρέπη να προσευχώμεθα για κάθε πλάσμα επάνω στη γη, για κάθε χαμένο, για κάθε πονεμένο άνθρωπο, για κάθε πονεμένη ψυχή, διότι τότε θα εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντι στον Θεό και τότε θα είμεθα πραγματικά παιδιά του Θεού. Και ο Θεός έτσι κάνει. Είναι απλωμένος σε όλον τον κόσμο, άσχετα αν οι άνθρωποι Τον βλασφημούν, αν ασεβούν, αν Τον έχουν ξεχάσει ή κι αν δεν Τον γνωρίζουν καθόλου. Η αγάπη μας πρέπει να απλωθή, να μην περιορίζεται μόνο στη δική μας οικογένεια ή στη διπλανή μας, αλλά σε όλον τον κόσμο. Οι άγιοι Πατέρες και για τα κτήνη ακόμη είχαν ευσπλαχνία και οικτιρμούς. Τα ελυπούντο και τα αγαπούσαν από την αγιότητα της ψυχής των.

Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος. Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια. Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας. Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε. Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.

Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθού­με, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος». Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα. Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση ό­λα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού. Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δε­χθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.

Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό. Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξί Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες. Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω. Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει: «Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, ….επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, …» (Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον. Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν.

Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδει­χθούν σήμερα οι Άγιοι; Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;

Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους. Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο. Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς, με τη Χάρι του Κυρίου, ότι θα αξιωθούμε αυτής της μεγάλης τιμής του μαρτυρίου στους εσχάτους χρόνους. Αμήν. Γένοιτο.

ΠΗΓΗ: “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ”
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»

 

Μπορείτε να ακούσετε την ομιλία στο παρακάτω σύνδεσμο




Ο άνθρωπος κοιτάζει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά

imageΑγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
«Και αφού μπήκε στο πλοίο πέρασε διά μέσου της λίμνης στο απέναντι μέρος και ήλθε στη δική του πόλη. Και να έφεραν σ’ αυτόν ένα παραλυτικό πάνω στο κρεβάτι. Και ο Ιησούς, όταν είδε την πίστη τους, είπε στον παραλυτικό· Έχε θάρρος, παιδί μου, σου έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου»
Δική του πόλη ονομάζει εδώ την Καπερναούμ. Η Βηθλεέμ τον έφερε στη ζωή, η Ναζαρέτ τον μεγάλωσε, η Καπερναούμ τον είχε μόνιμο κάτοικό της.
Ο παραλυτικός εδώ είναι άλλος από εκείνον που αναφέρει ο ευαγγελιστής Ιωάννης. Εκείνος ήταν κατάκοιτος στην κολυμβήθρα, αυτός ήταν στην Καπερναούμ. Εκείνος ήταν άρρωστος τριάντα οκτώ χρόνια· γι’ αυτόν εδώ δε λέγεται τίποτα τέτοιο. Εκείνος δεν είχε κανένα να τον προστατέψει, αυτός όμως είχε αυτούς που τον φρόντιζαν, που τον σήκωσαν κιόλας και τον έφεραν. Και σ’ αυτόν λέει, «παιδί μου, συγχωρούνται οι αμαρτίες σου» σ’ εκείνον, «θέλεις να βρεις την υγεία σου»; Κι εκείνον τον θεράπευσε το Σάββατο, αυτόν όμως όχι. Γιατί βέβαια θα τον κατηγορούσαν αν το έκανε· και γι’ αυτό οι Ιουδαίοι σ’ αυτόν  σιώπησαν, σ’ εκείνον όμως επιτέθηκαν και τον καταδίωκαν. Αυτά τα είπα όχι χωρίς λόγο αλλά για να μη νομίσει κανένας πως υπάρχει διαφωνία, επειδή σχημάτισε την υποψία πως ήταν ο ίδιος παραλυτικός.
Εμείς ας προσέξουμε τη μετριοφροσύνη και την καλωσύνη του Κυρίου. Γιατί και πριν απ’ αυτό απέφυγε τον κόσμο· κι όταν τον έδιωξαν οι Γαδαρηνοί, δεν αντιστάθηκε. Έφυγε και μόνο που δεν πήγε μακρυά. Και πέρασε αφού ξαναμπήκε στο πλοίο, ενώ μπορούσε να πάει περπατώντας. Δεν ήθελε να πραγματοποιεί πάντα θαύματα, ώστε να μην καταστρέψει το έργο της θείας οικονομίας.
Ο Ματθαίος λοιπόν γράφει ότι τον έφεραν κοντά στον Κύριο. Οι άλλοι ευαγγελιστές, ότι αφού άνοιξαν και τη σκεπή τον κατέβασαν. Κι έβαλαν μπροστά στο Χριστό τον άρρωστο χωρίς να του πουν τίποτα αλλά αφήνοντάς τα όλα στη διάθεσή του. Στην αρχή του έργου του ο Χριστός πήγαινε από το ένα μέρος στο άλλο, και δε ζητούσε τόσο μεγάλη πίστη σ’ όσους τον πλησίαζαν. Εδώ και τον πλησίασαν και φανέρωσαν την πίστη τους. Όταν είδε, γράφει, την πίστη τους, δηλ. εκείνων που άνοιξαν τη σκεπή. Δεν γυρεύει παντού την πίστη από τους αρρώστους μονάχα, π.χ. όταν παραφέρονται ή τα έχουν χαμένα από την αρρώστια. Εδώ φαίνεται, πως η πίστη ήταν και του αρρώστου· δε θα δεχόταν να τον κατέβαζαν από τη σκεπή, αν δεν πίστευε.
Αφού αυτοί έδειξαν τόση πίστη, δείχνει κι αυτός τη δύναμή του, συγχωρώντας τις αμαρτίες με πλήρη εξουσία, και με όλη του τη συμπεριφορά δείχνοντας ότι είναι ισότιμος μ’ εκείνον που τον γέννησε. Προσέξτε· προηγουμένως το έδειξε αυτό με τη διδασκαλία του, όταν τους μιλούσε σαν εκείνον που έχει εξουσία· με τον λεπρό, όταν είπε θέλω, καθαρίσου· με τον εκατόνταρχο, που τον θαύμασε και τον ανέβασε ψηλότερα απ’ όλους· με τη θάλασσα, όταν την υπόταξε με το λόγο μόνο· με τους δαίμονες, όταν τον παραδέχονταν ως κριτή, και τους έδιωξε με πολλή εξουσία. Εδώ πάλι με άλλο ανώτερο τρόπο τους ίδιους τους εχθρούς αναγκάζει να παραδεχτούν την ισοτιμία και με το στόμα τους το κάνει φανερό. Ο ίδιος ο Κύριος φανερώνει ότι δεν αγαπούσε τις τιμές -ήταν πολλοί θεατές που έκλειναν την είσοδο, γι’ αυτό και τον κατέβασαν από ψηλά – δεν βιάστηκε να θεραπεύσει αμέσως το σώμα που είναι ορατό αλλά παίρνει την αφορμή απ’ αυτούς και θεραπεύει το αόρατο πρώτα, τη ψυχή, συγχωρώντας τις αμαρτίες. Τούτο τον άρρωστο τον έσωζε, στον ίδιο όμως δεν προξενούσε μεγάλη δόξα. Εκείνοι κινημένοι από πονηρία και θέλοντας να επιτεθούν έκαναν το θαύμα να λάμψει παρά τη θέλησή τους. Γιατί έτσι όπως ήταν εκείνος εφευρετικός, χρησιμοποίησε το φθόνο τους για την ανάδειξη του θαύματος. Επειδή λοιπόν έκαναν θόρυβο μεταξύ τους κι έλεγαν «Αυτός βλασφημεί· ποιός μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός;». Ας δούμε τί λέει ο ίδιος. «Άραγε διέλυσε την υποψία;». Και βέβαια αν δεν ήταν ίσος με τον Πατέρα έπρεπε να πει· Γιατί μου αποδίδετε δύναμη που δεν μου ταιριάζει; Πολύ απέχω εγώ από τη δύναμη αυτή. Τώρα όμως δεν είπε κάτι τέτοιο. Ίσα -ίσα βεβαίωσε και επικύρωσε το αντίθετο και με το λόγο του και με το θαύμα. Επειδή η περιαυτολογία φαινόταν ότι στενοχωρούσε τους ακροατές, με το στόμα των άλλων βεβαιώνει ό,τι τον αφορά. Και θαυμαστό είναι ότι το κάνει όχι μόνο με το στόμα των φίλων αλλά και των εχθρών. Αυτό αποτελεί το πλήθος της σοφίας του.
Με το στόμα των φίλων του επιβεβαιώθηκε, όταν είπε «θέλω, καθαρίσου» και όταν  είπε «ούτε ανάμεσα στους Εβραίους δε βρήκα τόση πίστη». Με το στόμα των έχθρων του τώρα. Επειδή είπαν κανένας δεν μπορεί να συγχωρεί αμαρτίες παρά μόνο ο Θεός, συμπλήρωσε: «Για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη ακούστε». Γυρίζει τότε και λέει στον παράλυτο. Σήκω πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου. Κι όχι εδώ μονάχα αλλά κι σε άλλη περίπτωση, όταν εκείνοι του έλεγαν ότι δε σε λιθοβολούμε για μια καλή σου πράξη, αλλά για τη βλασφημία σου κι ότι ενώ είσαι άνθρωπος, κάνεις τον εαυτό σου Θεό, ούτε εκεί δεν ανέτρεψε τη γνώμη αυτή, αλλά την επικύρωσε λέγοντας· «Αν δεν κάνω τα έργα του πατέρα μου, μη με πιστεύετε· αν όμως τα εκτελώ, κι αν δεν πιστεύετε σε μένα, πιστέψτε στα έργα.
Εδώ ωστόσο παρουσιάζει κι άλλο σημάδι της θεότητάς του -όχι μικρό – και της ισοτιμίας με τον Πατέρα. Εκείνοι έλεγαν ότι η συγχώρηση των αμαρτημάτων ανήκει μόνο στο Θεό. Αυτός όμως όχι μόνο τα αμαρτήματα συγχωρεί αλλά και πριν απ’ αυτό κάνει κάτι άλλο που είναι αποκλειστικό προνόμιο του Θεού· αποκαλύπτει τα μυστικά που είναι κρυμμένα στην καρδιά. Δεν είχαν εκφράσει αυτό που σκέφτηκαν. Μερικοί γραμματείς είπαν μέσα τους· Αυτός βλασφημεί. Και επειδή ο Χριστός ήξερε τις σκέψεις τους είπε· «Γιατί κάνετε με το νου σας πονηρές σκέψεις;». Ότι μόνο στο Θεό ανήκει να γνωρίζει τα μυστικά, άκουσε τί λέει ο προφήτης· «Συ μόνος απ’ όλους γνωρίζεις τις καρδιές»· και πάλι· «συ ο Θεός που εξετάζεις τον εσωτερικό μας κόσμο». Και ο Ιερεμίας λέει· «Βαθύτερη απ’ όλα είναι η καρδιά του ανθρώπου· και ποιός θα τον κατανοήσει;»
Και τούτο· «ο άνθρωπος κοιτάζει το πρόσωπο, ο Θεός βλέπει την καρδιά». Και από άλλα πολλά χωρία της Γραφής μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ανήκει στο Θεό να γνωρίζει τη ψυχή. Αποδεικνύοντας λοιπόν ότι είναι Θεός ίσος με τον Πατέρα του αποκαλύπτει και φανερώνει αυτά που συλλογίζονταν. Γιατί αυτοί επειδή φοβούνταν τον κόσμο, δεν τολμούσαν να διατυπώσουν μπροστά σ’ όλους τη γνώμη τους. Κι εδώ δείχνει πολλή πραότητα. Γιατί, λέει, κάνετε μέσα στην καρδιά σας πονηρές σκέψεις; Και βέβαια, αν έπρεπε κάποιος ν’ αγανακτήσει, αυτός ήταν ο άρρωστος, επειδή είχε ξεγελαστεί. Μπορούσε να πει· «για άλλο ήρθα να με θεραπεύσεις κι άλλο συ διορθώνεις; Από πού είναι φανερό ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες μου;». Τώρα ωστόσο αυτός τίποτα τέτοιο δε λέει αλλά παραδίδει τον εαυτό του στη διάκριση εκείνου που τον θεραπεύει. Ενώ εκείνοι, υπερβολικοί και φθονεροί καθώς είναι, υπονομεύουν τη φιλάνθρωπη δράση των άλλων. Γι’ αυτό τους επιπλήττει βέβαια αλλά με όλη την επιείκεια. Αν δεν σας φαίνεται πιστευτό το πρώτο και νομίζετε είναι μεγάλα λόγια ό,τι είπα, ορίστε προσθέτω σ’ αυτό και κάτι ακόμα· θ’ αποκαλύψω τα μυστικά σας. Κι άλλο πάλι έπειτα απ’ αυτό. Το ότι θα σφίξω τις αρθρώσεις του παραλυτικού.
Κι όταν μίλησε στον παράλυτο δεν φανέρωσε καθαρά την εξουσία του με τους λόγους του. Δεν είπε «συγχωρώ τις αμαρτίες σου», αλλά «συγχωρούνται οι αμαρτίες σου». Κι όταν αυτοί τον ανάγκασαν, παρουσιάζει λαμπρότερα την εξουσία του, λέγοντας· «Και για να μάθετε ότι ο Υιός του ανθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη». Βλέπετε πόσο ήθελε να θεωρείται ίσος με τον πατέρα; Ούτε είπε ότι έχει ανάγκη από κάποιον άλλο ο Υιός του ανθρώπου ή ότι του έδωσε εξουσία, αλλά ότι έχει εξουσία, και δεν το λέει αυτό για επίδειξη αλλά «για να σας πείσω», λέγει, «ότι δε βλασφημώ κάνοντας τον εαυτό μου ίσο με το Θεό». Παντού θέλει να δίνει αποδείξεις σαφείς, αναντίρρητες, όπως όταν λέει· «Πήγαινε, δείξε τον εαυτό σου στον ιερέα». Κι όταν δείχνει την πεθερά του Πέτρου να υπηρετεί. Κι όταν επιτρέπει να κατακρημνιστούν οι χοίροι. Έτσι λοιπόν κι εδώ.
Τη σύσφιξη των αρθρώσεων την κάνει απόδειξη της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων. Και το σήκωμα του κρεβατιού απόδειξη της σύσφιξης. Ώστε να μη νομισθεί ότι είναι φαντασία αυτό που είχε γίνει. Και δεν το έκανε αυτό παρά αφού τους ρώτησε· «Τί είναι πιο εύκολο να πεις συγχωρούνται οι αμαρτίες σου ή να πεις σήκωσε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». Αυτό που λέει είναι το εξής. «Τί σας φαίνεται ευκολότερο να σφίξετε χαλαρωμένες αρθρώσεις ή να συγχωρήσετε αμαρτίες; Φανερό ότι να σφίξετε τις αρθρώσεις». Όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα τόσο ανώτερη είναι η συγχώρηση των αμαρτιών. Επειδή όμως το ένα είναι αόρατο και το άλλο φανερό, γι’ αυτό προσθέτω και το κατώτερο αλλά φανερότερο. Έτσι το μεγαλύτερο κι αόρατο να λάβει μ’ αυτό την απόδειξη. Από αυτή την ώρα φανέρωνε προκαταβολικά με τα έργα του αυτό που ο Ιωάννης είχε πει, ότι αυτός σηκώνει τις αμαρτίες του κόσμου.
Αφού τον θεράπευσε, τον στέλνει στο σπίτι. Και πάλι εδώ δείχνει μετριοφροσύνη κι ότι δεν ήταν φαντασία ό,τι είχε γίνει. Τους μάρτυρες της αρρώστιας, τους κάνει και της υγείας μάρτυρες. Εγώ θα ήθελα, λέει, με τη δική σου ασθένεια, να θεραπεύ σω κι αυτούς που νομίζουν πως είναι υγιείς ενώ το πνεύμα τους νοσεί. Επειδή όμως δε θέλουν πήγαινε στο σπίτι, για να διορθώσεις τους δικούς σου. Βλέπετε πώς δείχνει ότι είναι δημιουργός και ψυχής και σωμάτων; Του καθενός απ’ αυτά θεραπεύει την παράλυση και κάνει φανερό το αόρατο από το ορατό. Σέρνονται όμως ακόμα στη γη. «Όταν είδε ο κόσμος θαύμασαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους». Τους εμπόδιζε η σάρκα.
Αυτός όμως δεν τους κατηγόρησε αλλά προχωρεί ανεβάζοντάς τους με τα έργα και κάνοντας ψηλό το φρόνημά τους. Επί τέλους δεν ήταν μικρό να θεωρείσαι πως είσαι μεγαλύτερος απ’ όλους τους ανθρώπους κι ότι έρχεσαι από το Θεό. Αν είχαν αποκτήσει γι’ αυτά σε σημαντικό βαθμό βεβαιότητα, προχωρώντας θα καταλάβαιναν, ότι ήταν και Υιός του Θεού. Δεν τα συνέλαβαν όμως αυτά καθαρά γι’ αυτό και δεν μπορούν να τον πλησιάσουν. Έλεγαν πάλι· αυτός ο άνθρωπος δεν έρχεται από το Θεό. Πώς είναι αυτός από το Θεό; Και συνεχώς έλεγαν τα ίδια, σαν προκαλύμματα των παθών τους. Το ίδιο κάνουν πολλοί και τώρα, παρόλο που νομίζουν ότι υπερασπίζουν το Θεό, ικανοποιούν δικά τους πάθη, ενώ πρέπει σ’ όλα να είμαστε μετριοπαθείς.
Πρέπει λοιπόν να θεραπεύουμε το πάθος με μετριοπάθεια. Γιατί αυτός που γίνεται καλύτερος από φόβο ανθρώπων, γρήγορα θα  γυρίσει πάλι στην κακία. Γι’ αυτό διέταξε να αφεθούν τα ζιζάνια, παραχωρώντας πάλι μια προθεσμία για μετάνοια. Πολλοί απ’ αυτούς λοιπόν μετάνιωσαν κι έγιναν σπουδαίοι από κακοί που ήσαν όπως ο Παύλος, ο τελώνης, ο ληστής. Αυτοί ήσαν ζιζάνια, έγιναν όμως σιτάρι μεστωμένο. Στους σπόρους φαίνεται τούτο δύσκολο· είναι όμως εύκολο και κατορθωτό σχετικά με τη θέληση· δεν έχει αυτή δεθεί με τους φυσικούς νόμους αλλά έχει τιμηθεί με ελευθερία.
Όταν συναντήσεις λοιπόν εχθρό της αλήθειας, θεράπευσέ τον, περιποιήσου τον, ξανάφερε τον στην αρετή δείχνοντάς του τέλεια ζωή, παρέχοντας λόγο ακατηγόρητο, γίνε προστάτης και κηδεμόνας του. Χρησιμοποίησε κάθε τρόπο για διόρθωση όπως κάνουν οι άριστοι γιατροί. Ούτε αυτοί δεν θεραπεύουν με ένα τρόπο μόνο· όταν δουν ότι δεν υποχωρεί η πληγή με το πρώτο φάρμακο, προσθέτουν δεύτερο, κι έπειτα τρίτο. Κάνουν εγχειρήσεις, χρησιμοποιούν επιδέσμους. Και συ λοιπόν που είσαι γιατρός των ψυχών, μεταχειρίσου κάθε θεραπευτικό τρόπο κατά τους  νόμους του Χριστού, για να λάβεις μισθό και της δικής σου και της ωφέλειας των άλλων. Πράξε τα όλα για τη δόξα του Θεού κι έτσι θα δοξαστείς και σύ. «Θα δοξάσω», λέει, «όποιους με δοξάσουν. Κι όποιοι με περιφρονούν θα τους περιφρονήσω».
Ας τα πράττουμε λοιπόν όλα για τη δόξα του, για να επιτύχουμε αυτό το μακάριο τέλος. Αυτό μακάρι όλοι μας να το επιτύχουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Δική του η δόξα και η δύναμη στους αιώνες.
Αμήν.



Γιατί πιστεύω;

imageπ. Αλέξανδρος Σμέμαν

Γιατί πιστεύω; Κοιτάζω μέσα μου, μέσα στις εμπειρίες και στα αισθήματα μου και μολοταύτα δεν βρίσκω καμία απάντηση. Τι σημαίνει ο Θεός για μένα; Ένας τρόπος να ερμηνεύσω τον κόσμο και τη ζωή; ΟΧΙ!

Πρώτον μου είναι ξεκάθαρο πως αυτή η εξήγηση δεν είναι η πηγή της πίστεως μου σ’ αυτόν και δεύτερον πως η πίστη μου στον Θεό δεν «εξηγεί» ορθολογιστικά όλα τα μυστήρια και τα αινίγματα του κόσμου.

Όχι μια και δύο φορές στη ζωή μου έπρεπε να σταθώ στο πλευρό ενός ετοιμοθάνατου παιδιού που έπασχε φρικτά. Και λοιπόν τι; Θα μπορούσα να υπερασπιστώ ή να δικαιολογήσω αυτούς τους πόνους και τον ίδιο το θάνατο «θρησκευτικά» καθώς λένε; ΟΧΙ! Μπορούσα μονάχα να πώ: Ο Θεός είναι εδώ, ο Θεός υπάρχει. Μπορούσα μονάχα να ομολογήσω πόσο αδύνατον είναι να μετρήσουμε αυτή την παρουσία με τις γεμάτες θλίψη γήινες ερωτήσεις μας.

Όχι φυσικά η πίστη δεν είναι προϊόν της ανάγκης μου για εξηγήσεις. Τότε από πού προέρχεται; ή μήπως προέρχεται από τον φόβο μου για την τελική εκμηδένιση, από εκείνη την παράφορη και κατ’ ουσιαν εγωιστική εσωτερική επιθυμία να μην εκμηδενιστώ; Όχι αυτό δεν εξηγεί το γιατί πιστεύω γιατί φαίνεται πως οι υποθέσεις για την μετά θάνατο ζωή και την αθανασία – ακόμα και οι πιο ευφυείς φιλοσοφικές υποθέσεις – είναι παιδιάστικες φλυαρίες.

Δεν είναι ότι επιθυμώ την αιώνια ζωή μετά θάνατο ο λόγος που πιστεύω στον Θεό, το αντίθετο, πιστεύω στην αιώνια ζωή γιατί πιστεύω στον Θεό.




Ο Θεός δεν μας υποσχέθηκε επίγεια ευτυχία!

imageπ.Αλέξανδρος Σμέμαν

Αλλά γιατί όλα αυτά, εκτός από µια στιγµιαία χαρά, δεν έχουν µια µεγαλύτερη και διαρκέστερη επίδραση; Πόσος θυµος, αµοιβαίος πόνος, προσβολή.

Πόση – δίχως υπερβολή -κρυµµένη βία. Τι είναι αυτό που θέλει ο άνθρωπος; Γιά ποιό πραγµα διψά; Αν δεν το λάβει, µεταµορφώνεται σ’ ένα πρόσωπο του κακού, κι αν το λάβει,τον κάνει να επιθυµει περισσότερο.

Θέλει την αναγνώριση, δηλαδή τη «δόξα των άλλων». Να είναι «κάποιος» για τον άλλο, για τους άλλους, «κάτι»: µια αρχή, µια εξουσία, ένα αντικείµενο φθόνου, κ.λπ. Εδώ βρίσκεται, νοµίζω, η κύρια πηγή και η ουσία της υπερηφάνειας. Κι αυτή η υπερηφάνεια µεταµορφώνει αδελφούς σ’ εχθρούς.

Στην Εκκλησία, που είναι ένας µικρόκοσµος και που καλείται ν’ αποκαλύψει την Καινή Ζωή σ’ αυτόν τον κοσµο, στην Εκκλησία που η ζωή της, η πηγή της και η ουσία της δεν είναι η υπερηφάνεια, αλλά η αγάπη (των εχθρών µας) – όλα αυτά είναι ιδιαίτερα ορατά. Έξω από την Εκκλησία, «εν τω κοσµω τούτω», η υπερηφάνεια – όπως ο θάνατος, η εξουσία, ο πόθος – είναι νοµιµη. Εφευρίσκονται σχηµατα για τον εξαγνισµο τους, τη µεταµόρφωσή τους σε κοινωνικά αποδεκτά φαινόµενα.

Γι’ αυτό έχουµε τη σηµερινή αναστάτωση µε τα «δικαιώµατα», τη δηµοκρατία, κ.λπ. Η κύρια κινητήρια δύναµη σηµερα δεν είναι η «ελευθερία», όπως συνήθως νοµίζουµε, αλλά η εξίσωση. Είναι µια ισχυρή άρνηση της ιεραρχίας στη ζωή, υπεράσπιση όχι του δικαιώµατος του καθένα να είναι ο εαυτός του, αλλά µια υποσυνείδητη διαβεβαίωση πως όλοι ουσιαστικά είναι ίδιοι, δηλαδή ότι δεν υπάρχουν «πρώτοι», αναντικατάστατοι, µοναδικοί, «κεκληµένοι».

Παρ’ όλα αυτά, στον πεπτωκότα κοσµο µας, τα δικαιώµατα και η δηµοκρατία είναι σχετικά καλά, είναι µια σχετική ρυθµιση στον αγώνα του καθενός ενάντια σ’ όλους τους άλλους. Γίνονται κακά µόνον όταν εξαφανιστούν τα σχετικά τους χαρακτηριστικά και «θεωθούν», ώστε να γίνουν καλά σε µια ολοκληρωτική, φασιστική κυβέρνηση• αλλά τότε µεταβάλλονται σε κακό εκεί όπου νικούν και γίνονται αυτοσκοπός, δηλαδή είδωλο. Γίνονται δε είδωλο κάθε φορά που παύουν να υπερασπίζονται τον αδύναµο, και µετατρέπονται σε όργανο εξίσωσης, και γι’ αυτό πνευµατικού απανθρωπισµου και τελικά υπερηφάνειας.

Στην Εκκλησία, δικαιώµατα, εξισωτισµος και αγώνες είναι ανεφάρµοστα, επειδή η Εκκλησία δεν γνωρίζει άλλο νοµο από τον νοµο της αγάπης• ή µάλλον την ίδια την αγάπη. Αν εκπέσει ή αδυνατίσει η αγάπη, αν κάποιος αποµακρυνθεί από την αγάπη, εισβάλλει η υπερηφάνεια (επιθυµια της σαρκός, επιθυµια των οφθαλµων, αλαζονεία του βίου – Α’ Ιωαν. 2,16). Η αγάπη, ως ζωή του Θεού – και σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχει αλαζονεία. Ο Πατήρ είναι πάντοτε Πατήρ, αλλά δίνει τα πάντα στον Υιό.

Ο Υιός δεν ισχυρίζεται πως είναι ο Πατήρ αλλά είναι αιωνίως ο Υιός, και το Άγιο Πνεύµα είναι η Ζωή καθαυτή, η Ελευθερία καθαυτή («το πνεύµα όπου θέλει πνεί», Ιωαν. 3,8), είναι η ίδια η Αγάπη του Πατρός προς τον Υιό του Υιού προς τον Πατέρα, το θείο δώρο της ύπαρξης και της υπακοής. Ο Θεός δίνει αυτή την αγάπη, κάνει τον άνθρωπο µέρος αυτής της αγάπης, και αυτή η κοινωνία είναι η Εκκλησία.

Έτσι στην Εκκλησία δεν υπάρχουν δικαιώµατα, ούτε συνδεόµαστε µ’ αυτά τα δικαιώµατα, ούτε υπάρχει εξισωτισµος. Δεν υπάρχει εξισωτισµος, γι’ αυτό και δεν υπάρχει σύγκριση -που είναι η κύρια πηγή υπερηφάνειας. Η πρόσκληση για τελείωση που απευθύνεται σε κάθε πρόσωπο είναι µια πρόσκληση να βρούµε τον εαυτό µας, όχι βέβαια µε τη σύγκριση, ούτε µε την αυτοανάλυση («που βρίσκεται το δυναµικό µου;») αλλά κατά Θεόν. Από δω προέρχεται και το παράδοξο: µπορείς να βρείς τον εαυτό σου µόνον όταν τον χάσεις, και αυτό σηµαίνει να ταυτίσεις ολοκληρωτικά τον εαυτό σου µε την κλήση του Θεού, ενώ το σχέδιο που υπάρχει για τον άνθρωπο δεν αποκαλύπτεται στον ίδιο τον άνθρωπο αλλά «εν Θεώ»!

Ν’ αγαπάς – τον εαυτό σου και τους άλλους – µε την αγάπη του Θεού: πόσο χρειάζεται αυτό στην εποχή µας που η αγάπη έχει σχεδόν ολοκληρωτικά παρεξηγηθεί. Πόσο χρήσιµο δεν θα ήταν αν στοχαζόµασταν προσεκτικότερα και βαθύτερά τη ριζική ιδιαιτερότητα της αγάπης του Θεού. Μού φαίνεται µερικές φορές πως η πρώτη ιδιορρυθµια της είναι η σκληρότητά της. Αυτό σηµαίνει – mutatis mutandis – την απουσία συναισθηµατικότητας µε την οποία ο κοσµος και ο Χριστιανισµος ταυτίζουν συνήθως αυτή την αγάπη.

Στην αγάπη του Θεού, δεν υπάρχει καµια υπόσχεση για επίγεια ευτυχία, καµια φροντίδα γι’ αυτήν. Αυτή η αγάπη είναι υποταγµένη ολοκληρωτικά στην επαγγελία και στην έγνοια για τη Βασιλεία του Θεού, δηλαδή στην απόλυτη ευτυχία για την οποία ο Θεός έχει δηµιουργήσει τον άνθρωπο και στην οποία έχει καλέσει τον άνθρωπο.

Έτσι, η πρώτη ουσιαστική σύγκρουση ανάµεσα στην αγάπη του Θεού και στην πεπτωκυία ανθρώπινη αγάπη: «Κόψε το χέρι σου», «βγάλε το µάτι σου», «άφησε τη γυναίκα και τα παιδιά σου», «ακολούθησε τη στενή οδό…» – όλα αυτά είναι φανερό πως δεν συµβιβάζονται µε την ευτυχία στη ζωή. Αυτό ήταν που έκανε τον κοσµο ν’ αλλάξει δροµο από την ολοκληρωτική αγάπη και να τον γεµίσει µε µίσος.

Schmemann Alexander




Περί της πνευματικής τελειότητας

imageἉγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου

Με τη χάρη και τη θεία δωρεά του Πνεύματος ο καθένας από μας κερδίζει τη σωτηρία· με πίστη πάλι και αγάπη και με αγώνα της αυτεξούσιας προαιρέσεως μπορεί να φτάσει στο τέλειο μέτρο της αρετής. Και τούτο, για να κληρονομήσει την αιώνια ζωή όχι μόνο με τη χάρη, αλλά και με τη δικαιοσύνη.

Και μήτε να αξιώνεται την τέλεια αρετή με μόνη τη θεία δύναμη και χάρη, χωρίς να συνεισφέρει και τούς δικούς του κόπους, μήτε πάλι με μόνη τη δική του προθυμία και δύναμη να φτάνει το τέλειο μέτρο της ελευθερίας και της καθαρότητας χωρίς να βοηθήσει από ψηλά το χέρι του Θεού. Όπως λέει και ο Ψαλμωδός, αν ο Κύριος δεν οικοδομήσει το σπίτι, η δε φυλάξει την πόλη, μάταια αγρυπνούν οι φύλακες και μάταια κοπιάζουν οι οικοδόμοι.
2. Ερώτηση: Ποιο είναι το θέλημα του Θεού, στο οποίο προτρέπει και καλεί ο Απόστολος τον καθένα να φτάσει;
Απόκριση: Η τέλεια κάθαρση από την αμαρτία, η ελευθερία από τα πάθη της ατιμίας και η απόκτηση της κορυφαίας αρετής.
Αυτό είναι ο καθαρισμός και αγιασμός της καρδιάς πού γίνεται με τη μέθεξη του τέλειου και θεϊκού Πνεύματος, με εσωτερική αίσθηση. Γιατί λέει ο Κύριος: «Μακάριοι όσοι έχουν καθαρή καρδιά, γιατί αυτοί θα δουν το Θεό», και: «Να γίνεστε και σεις τέλειοι, όπως είναι τέλειος και ο ουράνιος Πατέρας σας». Και ο Δαβίδ λέει: «Είθε να γίνει η καρδιά μου άμεμπτη στην τήρηση των εντολών Σου, για να μην ντροπιαστώ», και πάλι: «Τότε μόνο δεν θα ντροπιαστώ, όταν εκπληρώνω όλες τις εντολές Σου». Επίσης σ΄ εκείνον πού ερωτά: «Ποιος είναι άξιος να ανέβει στο όρος του Κυρίου και να σταθεί στον άγιο τόπο Του;» αποκρίνεται: «Αυτός πού έχει αθώα χέρια και καθαρή καρδιά». Με τα λόγια αυτά υποδηλώνει την τέλεια αναίρεση της αμαρτίας πού επιτελείται με την πράξη και με τη διάνοια.
3. Το Άγιο Πνεύμα, γνωρίζοντας ότι τα αφανή και κρυφά πάθη δύσκολα φεύγουν και είναι σαν ριζωμένα βαθιά στην ψυχή, μας δείχνει μέσω του Δαβίδ, με τι τρόπο να επιχειρούμε την κάθαρσή τους. Λέει αυτός δηλαδή: «Καθάρισέ με από τα κρυμμένα πάθη μου». Έτσι φανερώνει ότι θα το πετύχομε αυτό με πολλή δέηση και πίστη και με ολοκληρωτική στροφή προς το Θεό, μαζί με τη συνέργια του Πνεύματος. Παράλληλα, με το να αντιστεκόμαστε και εμείς στα πάθη και να φυλάγομε με κάθε τρόπο την καρδιά μας.
4. Και ο μακάριος Μωυσής, θέλοντας με παραδείγματα να δείξει ότι η ψυχή δεν πρέπει να ακολουθεί δύο γνώμες, δηλαδή το καλό και το κακό, αλλά μόνο το καλό, ούτε να καλλιεργεί δύο είδη καρπών, δηλαδή ωφέλιμους και βλαβερούς, αλλά μόνο ωφέλιμους, λέει: «Στο αλώνι σου, δε θα ζέψεις μαζί ζώα διαφορετικού γένους, λ.χ. βόδι με γαϊδούρι, αλλά αφού ζέψεις ζώα του ιδίου γένους, να αλωνίσεις τα σπαρτά σου», -δηλαδή στο αλώνι της καρδιάς μας να μην αλωνίζουν μαζί αρετή και κακία, αλλά μόνον η αρετή. «Δεν θα υφάνεις λινό μαζί με μάλλινο ύφασμα, ούτε μαλλί με λινό. Δε θα καλλιεργήσεις στο χωράφι σου δύο είδη καρπών μαζί. Δε θα διασταυρώσεις ζώα διαφορετικού γένους, αλλά θα ενώσεις ζώα ίδιου γένους.» Με όλα αυτά υπαινίσσεται με μυστικό τρόπο ότι δεν πρέπει να καλλιεργούνται μέσα μας, όπως είπαμε, κακία και αρετή, αλλά να γεννιούνται αποκλειστικά οι γόνοι της αρετής· ούτε να μετέχει η ψυχή σε δύο πνεύματα, στο πνεύμα του Θεού και στο πνεύμα του κόσμου, αλλά μόνο στο πνεύμα του Θεού, και να καρποφορεί μόνο τούς καρπούς του Πνεύματος. Γι΄ αυτό λέει ο Ψαλμωδός: «Συμμορφωνόμουν σ΄ όλες τις εντολές Σου και μίσησα κάθε τι πού οδηγεί στην αδικία».
5. Η ψυχή πού επιθυμεί να διατηρήσει την παρθενικότητά της και να ενωθεί με το Θεό, δεν πρέπει να μένει αγνή μόνο από τα φανερά αμαρτήματα, όπως είναι η πορνεία, ο φόνος, η κλοπή, η γαστριμαργία, η κατάκριση, το ψεύδος, η φιλαργυρία, η πλεονεξία και τα όμοια, αλλά πολύ περισσότερο από τα αφανή, όπως προείπαμε. Δηλαδή από επιθυμία, κενοδοξία, ανθρωπαρέσκεια, υποκρισία, φιλαρχία, δολιότητα, κακοήθεια, μίσος, απιστία, φθόνο, φιλαυτία, υπερηφάνεια και τα όμοια. Κατά την Γραφή, τα εσωτερικά αυτά αμαρτήματα είναι ίσα με τα εξωτερικά. Γιατί λέει: « Ο Κύριος διασκόρπισε τα κόκαλα των ανθρωπάρεσκων», και: « Ο Κύριος αποστρέφεται τον αιμοχαρή και δόλιο άνθρωπο», δείχνοντας με αυτό ότι την δολιότητα ο Κύριος την αποστρέφεται ίσα με τον φόνο. Επίσης λέει για «ανθρώπους πού μιλούν ειρηνικά στους άλλους, μέσα τους όμως σχεδιάζουν κακά», και πάλι: «Μέσα στην καρδιά σας συλλογίζεστε πως να διαπράξετε ανομίες στη ζωή», και: « Αλίμονο σας, όταν όλοι οι άνθρωποι σας επαινούν», όταν δηλαδή επιδιώκετε να ακούτε καλά για τον εαυτό σας από τούς ανθρώπους και κρέμεστε από τη γνώμη και τούς επαίνους τους· επειδή, πως είναι δυνατό να διαφύγετε την προσοχή των ανθρώπων για πάντα όταν κάνετε το καλό; Άλλωστε και ο ίδιος ο Κύριος λέει: «Να λάμψει το φως σας μπροστά στους ανθρώπους», αλλά προσθέτει: «Να επιδιώκετε να πράττετε το αγαθό για τη δόξα του Θεού και όχι για δική σας δόξα, ούτε να σας κινεί έρωτας για ανθρώπινους επαίνους». Γιατί ο Κύριος φανέρωσε ότι οι τέτοιοι άνθρωποι είναι άπιστοι, λέγοντας: «Πως μπορείτε να έχετε πίστη, αφού αποζητάτε τον έπαινο ο ένας του άλλου και δε ζητάτε τη δόξα από τον μόνο Θεό;». Πρόσεξε και τον Απόστολο, πως απαιτεί ακρίβεια ακόμη και μέχρι το φαγητό και το ποτό. Δίνει εντολή, όλες οι πράξεις μας να αποβλέπουν στη δόξα του Θεού, λέγοντας: «Είτε τρώτε, είτε πίνετε, είτε κάνετε οτιδήποτε, όλα να τα κάνετε για τη δόξα του Θεού». Και ο Θεολόγος Ιωάννης κατατάσσει το μίσος μαζί με το φόνο, λέγοντας: «Αυτός πού μισεί τον αδελφό του είναι ανθρωποκτόνος».
6. « Η αγάπη όλα τα δέχεται, όλα τα υπομένει· η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει», λέει ο Απόστολος. Με το ¨ουδέποτε εκπίπτει΄΄ εννοεί το εξής: Εκείνοι πού έλαβαν τα χαρίσματα του Πνεύματος πού ανέφερε, αλλά δεν αξιώθηκαν ακόμη την τέλεια ελευθερία από τα πάθη μέσω της πλήρους και ενεργούς αγάπης, δεν έφτασαν ακόμη στην ασφάλεια, αλλά η αρετή τους βρίσκεται ακόμη σε κίνδυνο και αγώνα και φόβο λόγω της επιβουλής των πονηρών πνευμάτων. Η τέλεια αγάπη όμως δεν υπόκειται ούτε σε πτώση, ούτε σε πάθος, αλλά, όπως υπέδειξε ο Απόστολος, είναι τέτοια ώστε οι γλώσσες των Αγγέλων, η προφητεία, όλη η γνώση και τα χαρίσματα των ιαμάτων είναι μηδέν όταν παραβληθούν με εκείνη.
7. Ο λόγος πού ο Κύριος παρουσίασε την τελειότητα ως σκοπό, είναι για να βλέπει ο καθένας πόσο φτωχός είναι από ένα τόσο μεγάλο πλούτο και να τρέχει με ζέση και ορμή προς αυτό το τέρμα και να διανύει έτσι τον πνευματικό δρόμο μέχρις ότου το φτάσει, όπως λέει ο Απόστολος: « Έτσι να τρέχετε, για να κερδίσετε το βραβείο».
8. Το να απαρνηθεί κανείς τον εαυτό του σημαίνει το εξής: Να είναι κανείς παραδομένος τελείως στην αδελφότητα και να μην ακολουθεί διόλου δικό του θέλημα, μήτε να έχει τίποτε δικό του, παρά μόνο το ένδυμα, για να είναι από όλα ελεύθερος και να εκτελεί με χαρά ό,τι τον διατάζουν. Τούς αδελφούς όλους και μάλιστα τούς ανωτέρους και εκείνους πού έχουν αναλάβει τα βάρη της μονής, να τούς θεωρεί κυρίους και δεσπότες του για το Χριστό, υπακούοντας σ΄ Αυτόν πού είπε: « Όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος και μέγας, ας είναι τελευταίος απ΄ όλους και υπηρέτης σε όλους και δούλος όλων». Να μην επιδιώκει από τούς αδελφούς ούτε δόξα, ούτε τιμή, ούτε έπαινο, ακόμη κι εκείνον τον έπαινο πού συνοδεύει την καλή διακονία και διαγωγή. Γιατί λέει ο Απόστολος: «Να διακονείτε με κάθε καλή διάθεση, όχι για τα μάτια και για να είστε αρεστοί στους ανθρώπους». Και να θεωρεί πάντοτε τον εαυτό του χρεώστη της διακονίας προς τούς αδελφούς με αγάπη και απλότητα.
9. Οι προϊστάμενοι της αδελφότητας, επειδή έχουν αναλάβει μεγάλο έργο, πρέπει να αγωνίζονται προς τις αντίθετες πανουργίες της κακίας με την ταπεινοφροσύνη, για να μην πέσουν στο πάθος της υπερηφάνειας και, ασκώντας δυναστική εξουσία στους υποταγμένους αδελφούς, προξενήσουν στον εαυτό τους ζημία αντί μέγιστο κέρδος. Αλλά σαν εύσπλαχνοι πατέρες και σαν να έχουν παραδώσει για το Θεό τούς εαυτούς των στην αδελφότητα σωματικά και πνευματικά, να φροντίζουν γι΄ αυτούς και να τούς επιμελούνται σαν παιδιά του Θεού. Στα φανερά βέβαια δεν πρέπει να αμελούν τα καθήκοντα του προϊσταμένου, δηλαδή να διατάζουν, η να συμβουλέψουν τούς πιο ώριμους, η να επιπλήξουν, η να ελέγξουν όπου χρειάζεται, η να παρηγορήσουν όπου πρέπει, για να μην επέλθει σύγχυση στα μοναστήρια με την πρόφαση της ταπεινώσεως η της πραότητας, καθώς θα καταργείται η πρέπουσα διάκριση σε προϊσταμένους και υποτακτικούς. Βαθιά όμως στην καρδιά τους να πιστεύουν ότι είναι ανάξιοι δούλοι όλων των αδελφών και, σαν καλοί παιδαγωγοί πού τούς έχουν εμπιστευθεί τα παιδιά του κυρίου τους, να φροντίζουν με κάθε καλή διάθεση και φόβο Θεού να καταρτίζουν καθένα αδελφό σε κάθε καλό έργο, γνωρίζοντας ότι γι΄ αυτόν τον κόπο τους ο Θεός τούς έχει ετοιμάσει μεγάλο και αναφαίρετο μισθό.
10. Αυτοί πού έχουν αναλάβει την παιδαγωγία παιδιών πού τυχαίνει να είναι κάποτε και δικοί τους κύριοι, για χάρη της αγωγής και της ευταξίας δεν παραμελούν και να τα χτυπούν, αλλά με αγάπη. Έτσι πρέπει και οι προεστωτες όχι από θυμό και υψηλοφροσύνη, ούτε για εκδίκηση, να τιμωρούν τούς αδελφούς εκείνους πού έχουν ανάγκη παιδεύσεως, αλλά με σπλάχνα οικτίρμων, και με σκοπό πνευματικής ωφέλειας να προξενούν τη διόρθωσή τους.
11. Ο καθένας πού θέλει να χαραχθούν επάνω του αυτά τα καλά ήθη, πρέπει πριν από κάθε άλλο και παντού να επιδιώκει το φόβο του Θεού και την ιερή αγάπη, η οποία είναι πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. Και να την ζητεί από τον Κύριο ακατάπαυστα να την κάνει περιεχόμενο της καρδιάς του, και έτσι με τη συνεχή και αδιάκοπη μνήμη του Θεού, προκόβοντας μέρα τη μέρα με τη χάρη, να προσθέτει σ΄ αυτήν και να την αυξάνει. Γιατί με το ζήλο και το σθένος, το φροντίδα και τον αγώνα, γινόμαστε ικανοί να αποκτήσομε την αγάπη του Θεού, η οποία διαμορφώνεται μέσα μας με τη χάρη και τη δωρεά του Χρστού. Από αυτήν κατορθώνομε εύκολα και τη δεύτερη εντολή, δηλαδή την αγάπη προς τον πλησίον. Γιατί τα πρώτα πρέπει να μπαίνουν μπροστά και να τα φροντίζομε περισσότερα από τα άλλα, και κατόπιν τα δεύτερα ακολουθούν τα πρώτα. Αν τώρα κανείς παραμελήσει την πρώτη και μεγάλη εντολή, δηλαδή την αγάπη προς το Θεό, -η οποία συγκροτείται από την εσωτερική μας διάθεση, την αγαθή συνείδηση και τα ορθά περί Θεού φρονήματα, συνάμα δε και από τη θεία βοήθεια-, και από τη δεύτερη θέλει μόνο στην εξωτερική επιμέλεια της διακονίας να αφοσιωθεί, είναι αδύνατο να την ασκήσει σωστά και καθαρά. Γιατί όταν η κακία βρει το νου έρημο από τη μνήμη και την αγάπη και την αναζήτηση του Θεού, η κάνει να φαίνονται δύσκολα και κοπιαστικά τα θεια προστάγματα, συνδαυλίζοντας στην ψυχή γογγυσμούς και λύπες και κατηγορίες εναντίον της διακονίας των αδελφών, η τον εξαπατά με την ιδέα ότι είναι τάχα ενάρετος και τον φουσκώνει και τον παραπείθει να θεωρεί τον εαυτό του άξιο τιμής και σπουδαίο και τέλειο τηρητή των εντολών.
12. Όταν ο άνθρωπος νομίσει ότι επιμελείται άριστα τις εντολές, τότε είναι φανερό ότι αμαρτάνει και παραβαίνει την εντολή, γιατί έκρινε ο ίδιος τον εαυτό του και δεν περίμενε Εκείνον πού κρίνει αληθινά. Όταν το Πνεύμα του Θεού δίνει κοινή μαρτυρία με το δικό μας πνεύμα, σύμφωνα με το ρητό του Παύλου, τότε είμαστε αληθινά άξιοι του Χριστού και τέκνα Θεού· όχι όμως όταν από τη δική μας ιδέα δικαιώσομε τον εαυτό μας. Γιατί, όπως λέει ο Απόστολος, δεν είναι δόκιμος εκείνος πού αυτοσυσταίνεται, αλλά εκείνος πού τον συσταίνει ο Κύριος. Όταν ο άνθρωπος είναι γυμνός από τη μνήμη και το φόβο του Θεού, τότε είναι αναπόφευκτο να έχει έρωτα για τη δόξα και να κυνηγά τον έπαινο εκείνων τούς οποίους υπηρετεί. Αυτός όμως ελέγχεται ως άπιστος από τον Κύριο, όπως προείπαμε. «Πως μπορείτε, λέει, να πιστεύετε σεις πού δέχεστε δόξα ο ένας από τον άλλον και δε ζητάτε τη δόξα από το μόνο Θεό;»
13. Με μεγάλο αγώνα και κόπο του νου, με σεμνές έννοιες και με συνεχή φροντίδα όλων των καλών κατορθώνεται η αγάπη προς το Θεό, όπως προείπαμε. Και αυτό γιατί ο εχθρός εμποδίζει το νου και δεν τον αφήνει να προσηλώνεται στον θειο έρωτα με τη μνήμη των καλών, αλλά του ερεθίζει την αίσθηση προς τις γήινες επιθυμίες. Γιατί ο θάνατος του εχθρού και η αγχόνη του, μπορούμε να πούμε, είναι όταν ο νους χωρίς περισπασμό ενδιατρίβει στην αγάπη και στη μνήμη του Θεού. Από αυτό μπορεί να γεννηθεί και η ειλικρινής αγάπη του πλησίον· επίσης και η αληθινή απλότητα, η πραότητα, η ταπείνωση, η ακεραιότητα, η αγαθότητα και η προσευχή, και γενικά όλο το πανέμορφο στεφάνι των αρετών, από τη μία και μόνη και πρώτη εντολή, την αγάπη προς το Θεό, αντλεί την τελειότητα. Έχουμε λοιπόν ανάγκη από μεγάλο αγώνα και πόνο κρυφό και εσωτερικό, από έρευνα των λογισμών και γύμναση των εξασθενημένων αισθητηρίων της ψυχής για να διακρίνουν το καλό και το κακό, και από ενδυνάμωση και αναζωπύρωση των καταπονημένων μελών της ψυχής με την επιμελή ύψωση του νου προς το Θεό. Γιατί όταν ο νους μας συνεχώς προσκολλάται με τέτοιο τρόπο στο Θεό, θα γίνει ένα πνεύμα με τον Κύριο, σύμφωνα με το ρητό του Παύλου.
14. Εκείνοι πού αγαπούν την αρετή πρέπει νύχτα και μέρα να έχουν ακατάπαυστα αυτόν τον κρυφό αγώνα και τον πόνο και τη μελέτη κατά την εργασία οποιασδήποτε εντολής, δηλαδή όταν προσεύχονται, όταν διακονούν, όταν τρώνε, όταν πίνουν, η όταν κάνουν οτιδήποτε, ώστε όποιο αγαθό πραγματοποιηθεί, να γίνει για τη δόξα του Θεού και όχι για δική μας δόξα. Έτσι θα είναι ευχερής και εύκολη για μας όλη η επιμέλεια των εντολών, καθώς θα την ευκολύνει και θα ελαφρύνει τον κόπο της η αγάπη του Θεού. Γιατί όλος ο αγώνας και η φροντίδα του εχθρού συγκεντρώνεται, όπως προείπαμε, στο να αποτραβήξει το νου από τη μνήμη του Θεού και το φόβο και την αγάπη Του, και εξαπατώντας τον με γήινα δολώματα να τον στρέψει από το όντως αγαθό στα νομιζόμενα αγαθά.
15. Ο πατριάρχης Αβραάμ, όταν συνάντησε τον ιερέα του Θεού Μελχισεδέκ, του έδωσε δώρο από τα καλύτερα των υπαρχόντων του και έτσι δέχθηκε την ευλογία του. Με αυτό, το Πνεύμα μας ανυψώνει σε υψηλότερη θεωρία. Πρέπει δηλαδή τα άκρα και τα καλύτερα λιπαρά μέρη του όλου ψυχοσωματικού μας συνθέματος, τα όποια είναι ο νους, η συνείδηση, η αγαπητική δύναμη της ψυχής, να τα προσφέρομε πρώτα απ΄ όλα σαν ιερό ολοκαύτωμα. Έπειτα, τούς πρώτους και καλύτερους από τούς ορθούς λογισμούς μας να τούς αφιερώνομε στη μνήμη του Θεού και να τούς απασχολούμε αδιάκοπα στην αγάπη Του και στον μυστικό και υπέρλογο ερωτά Του. Και έτσι μπορούμε να προκόβομε μέρα τη μέρα και να προοδεύομε στην αρετή, με τη βοήθεια της θείας χάρης, οπότε και το φορτίο της δικαιοσύνης των εντολών θα μας φανεί ελαφρό και θα τις εκτελούμε καθαρά και άμεμπτα, βοηθούμενοι από τον ίδιο τον Κύριο με την πίστη μας προς Αυτόν.
16. Σχετικά με την εξωτερική άσκηση και ποια αγαθή εργασία είναι μεγαλύτερη και πρώτη, πρέπει να γνωρίζετε τούτο, αγαπητοί· ότι οι αρετές είναι δεμένες μεταξύ τους και ακολουθούν η μία την άλλη, σαν κάποια ιερή αλυσίδα, πιασμένες η μία από την άλλη. Η προσευχή, για παράδειγμα, από την αγάπη, η αγάπη από τη χαρά, η χαρά από την πραότητα, η πραότητα από την ταπεινοφροσύνη, η ταπεινοφροσύνη από τη διακονία, η διακονία από την ελπίδα, η ελπίδα από την πίστη, η πίστη από την υπακοή, η υπακοή από την απλότητα. Επίσης τα αντίθετα είναι δεμένα το ένα με το άλλο. Το μίσος με το θυμό, ο θυμός με την υπερηφάνεια, αυτή με την κενοδοξία· τούτη με την απιστία, η απιστία με τη σκληροκαρδία, αυτή με την αμέλεια, η αμέλεια με τη χαύνωση, με την ολιγωρία τούτη, αυτή πάλι με την ακηδία, όπως επίσης κι αυτή με την ανυπομονησία, ενώ τούτη με τη φιληδονία. Έτσι και οι υπόλοιπες κακίες, η μία ακολουθεί την άλλη.
17. Ό,τι καλό κάνει ο άνθρωπος, ο πονηρός θέλει να το σπιλώνει και να το καταμολύνει με την επιμιξία των δικών του σπερμάτων, δηλαδή της κενοδοξίας η της οιήσεως η του γογγυσμού η κάποιου άλλου παρομοίου, ώστε να μη γίνεται το καλό για το Θεό μονάχα η με προθυμία. Αναφέρεται στη Γραφή ότι ο Άβελ πρόσφερε στο Θεό θυσία από τα λιπαρά μέρη και από τα πρωτότοκα πρόβατα. Επίσης κι ο Κάιν πρόσφερε δώρα από τούς καρπούς της γης, αλλ΄ όχι από τα πρώτα. Γι΄ αυτό ο Θεός δέχτηκε τις θυσίες του Άβελ, αλλά τα δώρα του Κάιν δεν τα δέχτηκε. Απ΄ αυτό μαθαίνομε ότι ένα καλό, μπορεί να μην το κάνομε καλά· να το κάνομε δηλαδή η με αμέλεια, η καταφρονητικά, η για κάτι άλλο και όχι για το Θεό. Και γι΄ αυτό συμβαίνει να μη γίνεται ευπρόσδεκτο από το Θεό.
Αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου.




Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ο σοφός διδάσκαλος της εκκλησίας

OsiosNikodimos05
Βιογραφία
Ο Όσιος Νικόδημος γεννήθηκε στη Νάξο το έτος 1749 μ.Χ. από γονείς ευσεβείς και ενάρετους, τον Αντώνιο και Αναστασία Καλλιβούρση (η οποία εμόνασε στην Ιερά Μονή Χρυσοστόμου Νάξου, με το όνομα Αγάθη). Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Νικόλαος και από μικρός έδειχνε ότι ήταν άνθρωπος μεγάλης αρετής και φοβερής ευφυΐας. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στη Νάξο και έπειτα στη σχολή της ίδιας πόλης επέκτεινε τις γνώσεις του, με δάσκαλο τον αδελφό του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Κατόπιν 16 χρόνων πήγε στην Ελληνική σχολή της Σμύρνης, όπου κοντά σε φημισμένους διδασκάλους έλαβε ανώτερη παιδεία και αρετή. Μετά από ορισμένες περιπέτειες, το 1775 μ.Χ. πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί, στη Μονή του Άγιου Διονυσίου εκάρη μοναχός με το όνομα Νικόδημος. Οι Πατέρες της Μονής, που διέκριναν τα μεγάλα φυσικά και επίκτητα χαρίσματα του Νικόδημου, τον διόρισαν αναγνώστη και γραμματέα της Μονής. Στη Μονή αυτή ο Νικόδημος, υπήρξε υπόδειγμα διακονίας και πράξεων αρετής. Έπειτα αποσύρθηκε σε κάποιο κελί, όπου με ασκητικό τρόπο, επιδόθηκε στη μελέτη και συγγραφή πολλών οικοδομητικών, θεολογικών και αγιολογικών βιβλίων. Μεταξύ αυτών είναι ο «Συναξαριστής», το «Εορτοδρόμιον», η «Νέα Κλίμακα», ο «Αόρατος Πόλεμος» και άλλα πολλά.Τελικά μετά από διάφορες περιπέτειες, που υπέστη στη βραχύχρονη ζωή του, απεβίωσε από ημιπληγία, σε ηλικία 60 χρονών, τις πρώτες ορθρινές ώρες της 14ης Ιουλίου του έτους 1809 μ.Χ. στο κελλί των Σκουρταίων, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Τα τελευταία του λόγια ήταν η απάντηση που έδωσε στους μαθητές του όταν τον ρώτησαν αν ησυχάζει: «Τον Χριστό έβαλα μέσα μου και πως να μη ησυχάσω;». Ενταφιάστηκε στο Λαυριωτικό Κελί των Σκουρταίων στις Καρυαίς του Άγιου Όρους, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο πνευματικό συγγραφικό έργο, που σήμερα αποτελεί κεφάλαιο για τον λαό της Ορθόδοξης Εκκλησίας.Η Εκκλησία μας επάξια από το έτος 1955 μ.Χ. τον κατέταξε στο Αγιολόγιο της.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Σοφίας χάριτι, Πάτερ κοσμούμενος, σάλπιξ θεόφθογγος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος, καὶ ἀρετῶν ὑφηγητής, Νικόδημε θεηγόρε, πάσι γὰρ παρέθηκας, σωτηρίας διδάγματα, βίου καθαρότητας, διεκφαίνων τὴν ἔλλαμψιν, τῷ πλούτῳ τῶν ἐνθέων σου λόγων, δι’ ὧν ὡς φῶς τῷ κόσμῳ ἔλαμψας.

Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης δὲν ἔγραφεν ἁπλῶς. Οὔτε τοῦ ἔφθανεν ἡ ἱκανοποίησις ἐκ τῆς πίστεως τῶν ἀληθειῶν, ποὺ ἔγραφε. Τὸ κίνητρον ὅλου τοῦ συγγραφικοῦ του ἔργου, ὑπῆρξεν ὁ ὑπέρτατος νόμος τῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς: ἡ Ἀγάπη. Ὁ θεῖος Νικόδημος ἠγάπα περιπαθῶς, διὸ καὶ ἔγραφε γλαφυρῶς. Δὲν ἔδιδε ξηρὰς συνταγάς· αἱ τρέμουσαι ὀστεώδεις χεῖρες του, παρεσκεύαζον τὰ φάρμακα διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν συνανθρώπων του, καὶ ἡ μεγάλη καὶ καθαρὰ καρδία του ἐφλέγετο εἰς τὴν κάμινον τῆς προσευχῆς, διὰ νὰ γίνουν λυσιτελῆ. Ὁ ἱερὸς πατὴρ ἔζησεν, ἤθλησε νομίμως, ἐφωτίσθη, ἠγάπησε καὶ ἔγραψεν. Ὡς κοπιῶν γεωργός, εἰς τὸ νοητὸν τοῦ Κυρίου γεώργιον, ἐγεύετο αὐτὸς πρῶτος τὸν καλλίκαρπον τῆς χάριτος καί, ἠλλοιωμένος ἀπὸ τὴν θείαν ἐνέργειαν, τὸν μετέδιδεν ἱεροπρεπῶς καὶ εἰς τοὺς ἀδελφούς του, διότι ὁ ἅγιος Νικόδημος πρὸ παντὸς ἠγάπα, ἠγάπα τὸν Χριστὸν καὶ τὸν πλησίον. (Μακαριστός π. Θεόκλητος μοναχὸς Διονυσιάτης)

 

ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΒΙΒΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
Στη μνήμη του Ιερού Νικοδήμου, του μεγάλου αυτού Πατρός της Εκκλησίας, παραθέτουμε τα κυριότερα έργα του, μαζί με παραπομπές στο διαδίκτυο, όπου μπορείτε να τα “κατεβάσετε” στον υπολογιστή σας για ανάγνωση ή εκτύπωση. Κυριότερες πηγές είναι η Ψηφιακή Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κρήτης “Ανέμη” και οι  “Δημόσιες Βιβλιοθήκες“.
1. ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
2. ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙΟΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
3. ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
4. ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΟΝ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΣΤΙΣ ΕΠΤΑ ΚΑΘΟΛΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
6. ΕΟΡΤΟΔΡΟΜΙΟΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
7. ΚΗΠΟΣ ΧΑΡΙΤΩΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
8. ΟΙ ΙΔ΄ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΜΟΙ ΕΔΩ)
9. ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
10. ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΤΟΜΟΙ ΕΔΩ)
11. ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΠΙΣΤΕΩΣ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
12. ΝΕΟΝ ΕΚΛΟΓΙΟΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
13. ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ
(ΑΠΟ ΑΝΕΜΗ ΕΔΩ)
14. ΑΟΡΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
(ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣΤΟ books.google.gr)
15. ΒΙΒΛΟΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ
(ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΔΩ: publiclibs.ypepth.gr)
16. ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ
(ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΔΩ: publiclibs.ypepth.gr)
17. ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ
(ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΔΩ: publiclibs.ypepth.gr)
18. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΨΑΛΜΟΥΣ
(ΔΙΤΟΜΟ ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΔΩ: publiclibs.ypepth.gr)
19. ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ
(ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΔΩ: publiclibs.ypepth.gr)
20. ΠΗΔΑΛΙΟΝ
(ΜΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΔΩ: publiclibs.ypepth.gr)



Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

agiosPaisiosPanagia

Βιογραφία
Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομος και την Ευλαμπία Ενζεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 – 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Γέροντα τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Γέροντας φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητα του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοια τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

agiosPaisios

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιο Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού, και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιο Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιο Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιο Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια, και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).

Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.

Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο γέροντας στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του γέροντος Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ’ όλ’ αυτα όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.

Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο γέροντας ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιο Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α ́. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Φαράσων τὸν γόνον, καὶ τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητὴν καὶ ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τὸ σκεῦος χαρισμάτων τὸ μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ ́. Θείας πίστεως.
Ὥσπερ ἄγγελος, φανεὶς ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ἔτεσι, τοῖς τελευταίοις, χριστομίμητε Παΐσιε ὅσιε, ἀσκητικῶς γὰρ βιώσας ἐν Ἄθωνι, ὡς παμφαέστατος ἥλιος ἔλαμψας, καὶ κατηύγασας, πιστῶν τὰ πλήθη τῇ χάριτι, τοῖς ῥήμασι σημείοις καὶ τοῖς θαύμασι.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παΐσιε γέγονας, τῶν ἀσκητῶν ἡ κρηπίς, τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ Σουρωτῆς ὁ τροφός, Κονίτσης τὸ καύχημα, σὺ γὰρ ἐπὶ τὰ ἴχνη, Ἀρσενίου ὁδεύσας, εἴληφας χαρισμάτων, τὴν πληθὺν Παρακλήτου, ἀφθόνως τοῖς σὲ τιμῶσιν, παρέχων τὰ πρόσφορα.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α ́. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Τὸν πανεύφημον ἄνδρα, τοῦ ὄρους Ἄθωνος, τὸν ἐπ’ ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθάπερ φάος λαμπρόν, τὴν σκοτίαν τῶν πιστῶν διασκεδάσαντα, καὶ νοσήματα ψυχῶν, καὶ σαρκὸς ἐπιφοράς, ἰώμενον ὑπὲρ φύσιν, τῆς προοράσεως λύχνον, νέον Παΐσιον τιμήσωμεν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ ́. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἁγίου Ὄρους ἀσκητὴν τὸν περιάκουστον, καὶ Ἐκκλησίας τὸν φωστῆρα τὸν νεόφωτον, ἐπαινέσωμεν ἐν ὕμνοις ὁλοκαρδίως, ποδηγῶν γὰρ τοὺς πιστοὺς πρὸς βίον ἄριστον, ποταμῶν τῶν δωρημάτων τούτους ἔπλησας, διὸ κράζουσι· Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Κάθισμα
Ἦχος α ́. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τῇ χάριτι Χριστοῦ, ὡς οἱ πάλαι Πατέρες, συνέζησας σεμνέ, τοῖς ἀλόγοις θηρίοις, καὶ φίλος ἐτέλεσας, πτερωτῶν καὶ τῶν ὄφεων, ὅθεν ἅπαντες, οἱ σὲ εἰδόντες θεόφρον, ἐξεπλάγησαν, καὶ Παντοκράτορα Λόγον, ἀνύμνησαν Ὅσιε.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος γ ́. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν πολυθαύμαστον, σεμνὸν Παΐσιον, τὸν καθαιρέσαντα, ὀφρὺν τοῦ δράκοντος, καὶ ἡδονὰς τὰς σαρκικάς, συντρίψαντα τῇ ἀσκήσει, Ἄθωνος τὸ κλέϊσμα, καὶ Φαράσων ἐκβλάστημα, τὸν εὐεργετήσαντα, πολυτρόπως τοῖς θαύμασι, τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ὀρθοδόξων, πάντες τιμήσωμεν ἐνθέως.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ ́. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς νεότητος ὤφθης παιδαγωγός, καὶ ἀκέστωρ ἀνθρώπων ναρκομανῶν, τοῖς σχοῦσι δυσίατα, πορνικὰ ἁμαρτήματα, ταῖς σαῖς εὐχαῖς ἐφάνης, θεράπων πανάριστος, καὶ ἐκ τῶν ἐκζητούντων, ὁδὸν τὴν σωτήριον, Πάτερ ἐπεγνώσθης, ἀκριβὴς ποδηγέτης, καὶ πάντων Παΐσιε, βακτηρία γεγένησαι, ἀσκητὰ θεοφώτιστε, διὸ ἐν Σουρωτῇ οἱ πιστοί, τὸν σὸν τάφον, προσκυνοῦντες χαίρουσι, καὶ σεμνῶς τὴν σὴν μνήμην, κατὰ χρέος προσμέλπουσι.

Ἕτερον Κάθισμα
Ἦχος δ ́.Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὐχῆς ἐργαστήριον, ἡ σὴ ἁγία ψυχή, Παΐσιε γέγονε, τῇ συνεχεῖ προσευχῇ, καὶ θείαις δεήσεσι, σὺ γὰρ μακροχρονήσας, ἐν τῇ κέλλῃ σου πάτερ, ὤφθης καθάπερ στήλη, φωτεινὴ ἱκετεύων, Χριστὸν τὸν πάντων κτίστην, καὶ παντοκράτορα.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ὥσπερ ἄλλος, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, Παΐσιε ἐφάνης ἐν Ἄθῳ, ὁσίως γὰρ ζήσας ἐν γῇ, ἀσκητῶν τῶν ἀρχαίων ἰσοστάσιος, ἐφάνης τοῖς συνοῦσί σοι, βοῶσί σοι θερμῶς τοιαῦτα·

Χαῖρε Φαράσων ὁ θεῖος γόνος·
χαῖρε τοῦ Ἄθωνος μέγας ὄλβος.

Χαῖρε τῆς Κονίτσης τὸ ἔνθεον καύχημα·
χαῖρε Σουρωτῆς κοινοβίου καλλώπισμα.

Χαῖρε βρύσις ἡ πολύκρουνος ὑπὲρ φύσιν δωρεῶν·
χαῖρε ῥεῦμα ἀκατάσχετον ἰαμάτων σωστικῶν.

Χαῖρε ὅτι κλεΐζεις τὴν Μονὴν Ἐσφιγμένου·
χαῖρε ὅτι οἰκεῖς ἐν τῷ ὄρει Σιναίου.

Χαῖρε βροτῶν ἀτύφων ὁ ἔξαρχος·
χαῖρε πολλῶν χαρίτων ὁ κάτοχος.

Χαῖρε δεινῶς ἀλγουμένων ὁ ῥύστης·
χαῖρε ἀνδρῶν μοναστῶν ὑποφήτης.

Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστὴς ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος Πάτερ πρὸς μίμησιν.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἄνδρας καὶ γυναῖκας ναρκομανεῖς, καὶ πληθὺν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μὴ παύσῃ, σώζων ἑκάστοτε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Μοναζόντων ὅσιε τὸν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρὸς Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε κρατίστην, θεομακάριστε.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Ἔχοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τὸν σὸν τάφον Πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καὶ θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.

Ἕτερον Μεγαλυνάριον
Πάτερ ὁσιώτατε τοὺς βροτούς, τοὺς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τὴν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπῇ σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος. Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων.

Πηγή κειμένου : Ορθόδοξος Συναξαριστής




Λόγοι Αγίων Πατέρων για την ταπείνωση

«Ταπείνωσις, Χριστοῦ μίμησις». – Μέγας Βασίλειος

«Μητέρα τῆς πηγῆς εἶναι ἡ ἄβυσσος τῶν ὑδάτων· πηγὴ δὲ τῆς διακρίσεως ἡ ταπείνωσις». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

«Οὐδὲν ταπεινοφροσύνης ἴσον». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

«Ἡ μὲν μετάνοια μᾶς ἀνεγείρει, τὸ πένθος κρούει τὴν πύλη τοῦ οὐρανοῦ, ἡ δὲ ὁσία ταπείνωση τὴν ἀνοίγει». –Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

«Στοὺς ταπεινοὺς ἀποκαλύπτονται τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ». – Ἰσαὰκ ὁ Σύρος

«Χωρὶς τὴν ταπείνωση τὸ πᾶν εἶναι μηδέν. Μὲ τὴν ταπείνωση τὸ μηδὲν γίνεται πᾶν». – Μέγας Βασίλειος

«Ὅταν λέω ταπεινοφροσύνη δὲν ἐννοῶ αὐτὴν στὰ λόγια ποὺ τὴν προσφέρει ἡ γλώσσα, ἀλλὰ αὐτὴν ποὺ βρίσκεται στὴν σκέψη, στὴν ψυχή, στὴν συνείδηση ποὺ μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ τὴν δεῖ. Ἀρκεῖ αὐτὴ καὶ μόνο ἡ ἀρετή, ἔστω κι ἂν καμμία ἄλλη δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ κάνει σπλαχνικὸ τὸν Κύριο». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

«Ἡ ταπείνωση εἶναι δωρεὰ ἄνωθεν παρεχόμενη». – Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης

«Κάθε τόπος μπορεῖ νὰ γίνει τόπος Ἀνάστασης. Φτάνει νὰ ζεῖς τὴν Ταπείνωση τοῦ Χριστοῦ». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

«Ὅπως ἡ σκιὰ ἀκολουθεῖ τὸ σῶμα, ἔτσι καὶ τὴν ταπεινοφροσύνη τὴν ἀκολουθεῖ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ στολὴ τῆς θεότητας. Ἐπειδὴ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος ἐπάνω στὴ γῆ, αὐτὴν ντύθηκε καὶ ἔζησε μαζί μας». – Ἰσαὰκ ὁ Σύρος

«Ἡ τέλεια ταπείνωση εἶναι τὸ νὰ ἀποδίδεις κάθε ἐπιτυχία σου καὶ κατόρθωμά σου στὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ ἦταν ἡ τέλεια ταπείνωση ποὺ εἶχαν οἱ ἅγιοι». – Ἀββᾶς Δωρόθεος

«Ἀγωνιστεῖτε νὰ ἀποκτήσετε τὴν ταπείνωση. Εἶναι εὐωδία καὶ ἔνδυμα Χριστοῦ. Γιὰ χάρη της ὅλα θὰ τὰ συγχωρήσει ὁ Θεός. Δὲ θὰ ἐξετάσει τὶς ἐλλείψεις ποὺ ἔχει ὁ ἀγώνας μας. Ἐνῷ χωρὶς ταπείνωση, καμία ἄσκηση δὲ θὰ μᾶς βοηθήσει. Μὲ τὸ ταπεινὸ φρόνημα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ σωθεῖ. Χωρὶς αὐτὸ τὸ εἰσιτήριο, δὲ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει μὰ μποῦμε στὸν παράδεισο ποὺ εἶναι γεμάτος ἀπὸ ταπεινούς». – Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Θεμέλιο τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς εἶναι ἡ ταπείνωση. Ὅσα κι ἂν κτίσεις καὶ ἐλεημοσύνη καὶ προσευχὲς καὶ νηστεῖες καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἀρετή, ἂν δὲ βάλεις πρῶτα ὡς θεμέλιο αὐτή, ματαιοπονεῖς καὶ ὅλα ὅσα χτίζεις θὰ γκρεμιστοῦν εὔκολα, ὅπως ἔπεσε τὸ σπίτι ἐκεῖνο, ποὺ εἶχε οἰκοδομηθεῖ στὴν ἄμμο. Δὲν ὑπάρχει κανένα, μὰ κανένα ἀπὸ τὰ κατορθώματά μας, ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ σταθεῖ. Ποιὸ θέλεις νὰ ἀναφέρουμε; Τὴ σωφροσύνη, τὴν περιφρόνηση τῶν χρημάτων, τὸ καθετί, ὅλα ἀποδεικνύονται ἀκάθαρτα καὶ θεομίσητα καὶ ἀηδῆ χωρὶς ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὴν ἔχουμε πάντοτε μαζί μας καὶ στὰ λόγια μας καὶ στὰ ἔργα μας καὶ στὶς σκέψεις μας καὶ πάνω στὴν ταπείνωση νὰ χτίζουμε ὅλη μας τὴ ζωή». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

«Ἡ ταπεινοφροσύνη ἔβαλε τὸν τελώνη πάνω ἀπὸ Φαρισαῖο. Ἡ ὑπερηφάνεια νίκησε καὶ τὶς ἀσώματες δυνάμεις καὶ τὶς ἔκανε διαβολικές. Ἡ ταπεινοφροσύνη καὶ ἡ ἀναγνώριση τῶν ἁμαρτημάτων ἔβαλε στὸν παράδεισο τὸν ληστὴ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους. Ἂν λοιπόν αὐτοὶ ποὺ ὁμολογοῦν τὰ ἁμαρτήματά τους ἀποκτοῦν τόση παρρησία, οἱ ἄλλοι ποὺ βλέπουν στὸν ἑαυτὸ τους τόσα ἀγαθὰ καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ διατηροῦν ταπεινὴ τὴν ψυχή τους, πόσα στεφάνια θὰ πετύχουν;». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

«Ὅταν εἴμαστε ἀνίκανοι νὰ ἀναρριχηθοῦμε στὶς βουνοκορφὲς τῆς ἀρετῆς, ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε εἶναι νὰ κατέβουμε τουλάχιστον στὸ φαράγγι τῆς ταπείνωσης. Ἡ ταπείνωση εἶναι ὁ πιὸ σίγουρος μεσολαβητής μας μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ Κυρίου. Τὸ ταπεινὸ φρόνημα καὶ ἡ αὐτομεμψία εἶναι ποὺ θὰ κάνουν τοὺς ἔσχατους νὰ γίνουν πρῶτοι». – Στάρετς Μακάριος

«Ἡ ἁγία ταπείνωση εἶναι ἕνας μεγάλος θησαυρός, ἀνέκφραστος πλοῦτος, δωρεὰ τοῦ Χριστοῦ ποὺ εἶναι ὁ μοναδικὸς πράος καὶ ταπεινὸς στὴν καρδιά. Εἶναι ἡ μοναδικὴ ἀρετὴ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὴ μιμηθοῦν οἱ δαίμονες. Εἶναι ἡ πύλη τῆς Οὐράνιας Βασιλείας ποὺ εἰσάγει σ’ αὐτὴν ὅσους τὴν πλησιάζουν». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

«Οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ζοῦν συνεχῶς μὲ τὴ συναίσθηση καὶ τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ὅσο περισσότερο αὐξάνουν οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τόσο περισσότερο ταπεινώνουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴ σκέψη ὅτι εἶναι ἀνάξιοι γιὰ ἕναν τέτοιο πλοῦτο». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

«Ἡ ταπείνωση ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ἀνυψώνει τὸν ἄνθρωπο καὶ ἔχει τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφανίζει σχεδὸν ὅλα τὰ κακὰ ποὺ ὑπάρχουν μέσα μας καὶ τὰ ὁποία μισεῖ ὁ Θεός, εἶναι δυσκολοκατόρθωτη. Καὶ μπορεῖς νὰ βρεῖς σὲ ἕναν ἄνθρωπο μερικὴ ἐργασία πολλῶν ἀρετῶν, ἂν ὅμως ζητήσεις καὶ μυρωδιὰ μόνο ταπεινώσεως, μόλις ποὺ θὰ τὴν βρεῖς. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχουμε μεγάλη ἐπιμέλεια, ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἁγία ταπείνωση». –Ἅγιος Ἠσύχιος

 

«Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ πολλὴ ταπείνωση ἐφόσον μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ φροντίζουμε γιὰ τὴ φύλαξη τοῦ νοῦ. Ταπείνωση πρῶτα ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ ἔπειτα ἀπέναντι στοὺς ἀνθρώπους. Μὲ κάθε τρόπο καὶ ἀπὸ παντοῦ ὀφείλουμε νὰ συντρίβουμε τὴν καρδιὰ μας, μεταχειριζόμενοι καθετί ποὺ μᾶς ταπεινώνει. Ταπεινώνουν τὴν ψυχή μας οἱ πολλὲς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ σέ μας, ὅταν τὶς μετροῦμε μία- μία καὶ τὶς φέρνουμε στὸ νοῦ μας». –Ὅσιος Φιλόθεος ὁ Σιναΐτης

«Περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο χρειαζόμαστε τὴν ταπεινοφροσύνη γιὰ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι σὲ κάθε λόγο ποὺ ἀκοῦμε νὰ λέμε, «συγχώρεσέ με». Γιατί μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη ὅλες οἱ παγίδες τοῦ ἐχθροῦ καταστρέφονται. Εἶναι μεγάλη ἡ ἀρετὴ τῆς ταπεινοφροσύνης, γιατί καὶ μὲ μόνη αὐτὴ οἱ ἅγιοι μπῆκαν στὸν Παράδεισο. Ἂς ταπεινωθοῦμε λίγο καὶ ἐμεῖς καὶ θὰ σωθοῦμε». – Ἀββᾶς Δωρόθεος

«Ὑπάρχουν δύο εἰδῶν ταπεινώσεις. Ἡ πρώτη ταπείνωση εἶναι τὸ νὰ θεωρεῖ κανεὶς τὸν ἀδερφὸ τοῦ πιὸ συνετὸ καὶ σὲ ὅλα καλύτερο ἀπὸ αὐτὸν καὶ τὸν ἑαυτὸ χειρότερο ἀπ’ ὅλους. Ἡ δεύτερη εἶναι νὰ ἀποδίδει κανεὶς κάθε ἐπιτυχία του καὶ κάθε κατόρθωμά του στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τέλεια ταπείνωση ποὺ εἶχαν οἱ ἅγιοι». –Ἀββᾶς Δωρόθεος

«Ὁ Χριστὸς μόνο τὴν ταπείνωση θέλει κι ὅλα τὰ ἄλλα θὰ τὰ κάνει ἡ Χάρη Του». – Οσιος Πορφύριος

«Ὅπως ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ πιὸ μεγάλο ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη, ἀφοῦ ἔριξε τοὺς Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν Οὐρανὸ στὴν ἄβυσσο, ἔτσι καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀπ’ ὅλες τὶς ἀρετές. Αὐτὴ ἔχει τὴ δύναμη κι ἀπὸ τὴν ἄβυσσο ἀκόμα ν’ ἀνεβάσει στὸν οὐρανὸ τὸν ἁμαρτωλό. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ ὁ Κύριος μακαρίζει πρὶν ἀπ’ ὅλους τους πτωχοὺς τῷ πνεύματι». – Ἀββᾶς Λογγίνος

«Νὰ ὑπομένεις τὴν ἐξουθένωση καὶ τὴν ταπείνωση μὲ ἀγαθὴ θέληση γιὰ νὰ ἀποκτήσεις παρρησία στὸ Θεό. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑπομένει κάθε σκληρὸ λόγο χωρὶς νὰ ἀντιμιλήσει τότε μὲ στεφάνι ἄφθαρτο στεφανοῦται. Τελειότητα τῆς ταπεινώσεως εἶναι νὰ δέχεσαι μὲ χαρὰ κάθε ψεύτικη παρηγοριά. Ὁ ταπεινός, ὅταν ἀδικεῖται, δὲν ταράσσεται οὔτε ἀπολογεῖται. Δέχεται τὴ συκοφαντία σὰν ἀλήθεια καὶ δὲν φροντίζει νὰ πείσει τοὺς ἀνθρώπους ὅτι συκοφαντήθηκε ἀλλὰ ζητᾶ συγχώρηση». – Ἀββᾶς Ἰσαὰκ

«Γιὰ νὰ καταλάβεις πόσο σπουδαῖο ἀγαθὸ εἶναι ἡ ταπείνωση, φτιάξε μὲ τὴν φαντασία σου δύο ἁμάξια καὶ ζεῦξε στὸ ἕνα τὴν ἀρετὴ μὲ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ στὸ ἄλλο τὴν ἁμαρτωλότητα μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Καὶ θὰ δεῖς ὅτι τὸ ζεῦγος τῆς ἁμαρτωλότητας θὰ ξεπεράσει τὴν ἀρετή. Καὶ αὐτό, ὄχι φυσικὰ ἀπὸ τὴν δική του ἱκανότητα, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν δύναμη τῆς ταπεινοφροσύνης, ποὺ πάει μαζί της. Τὸ ἄλλο ζευγάρι πάλι θὰ καθυστερήσει ὄχι ἀπὸ τὴν ἀδυναμία τῆς ἀρετῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ὑπέρογκο βάρος τῆς ὑπερηφάνειας. Διότι ὅπως ἡ ταπεινοφροσύνη μὲ τὸ μεγάλο πνευματικὸ ὕψος νικᾶ τὴν βαρύτητα τῆς ἁμαρτίας καὶ κατορθώνει νὰ ἀνέβει στὸν οὐρανό, ἔτσι καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, μὲ τὸ ὑπέρογκο βάρος της, κατορθώνει νὰ ὑπερνικήσει τὴν ἀνάλαφρη ἀρετὴ καὶ νὰ τὴν τραβήξει πρὸς τὰ κάτω μὲ εὐκολία». – Μέγας Βασίλειος

«Προτιμότερη εἶναι ἡ πτώση μὲ ταπεινοφροσύνη, παρὰ νίκη μὲ ὑπερηφάνεια». – Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ

«Προτιμῶ ἄνθρωπο ἁμαρτωλό, ποὺ ἀναγνωρίζει τὸ σφάλμα του καὶ ταπεινώνεται, παρὰ ἐνάρετο μὲ αὐταρέσκεια». – Ἀββᾶς Σαρματίας

«Πρὶν ἀπὸ κάθε ἄλλο, ἔχουμε ἀνάγκη τὴν ταπεινοφροσύνη. Ἂς εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ λέμε ἀμέσως στὸν ἀδελφό μας σὲ κάθε περίσταση «συγχώρεσέ με». Ἡ ταπεινοφροσύνη ἐξαφανίζει ὅλες τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου». – Ἀββᾶς Ἠσαΐας ὁ Ἀναχωρητὴς

«Ρώτησαν κάποιο Γέροντα πότε ἀποκτᾶ ὁ ἄνθρωπος ταπείνωση. – Ὅταν θυμᾶται τὶς ἁμαρτίες τοῦ συνεχῶς, ἀποκρίθηκε». – Ἀπὸ τὸ Γεροντικὸ

«Κράτα διαρκῶς στὸ νοῦ καὶ στὴν καρδιά σου τὰ λόγια του τελώνη: «Ὁ Θεὸς ἰλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλω» Μόνο μὲ τὴν ταπείνωση θὰ βρεῖς σωτηρία». – Ἀββᾶς Ἀμμωνᾶς

«Εἶδα κάποτε ἁπλωμένες στὴ γῆ ὅλες τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου καὶ τρόμαξα. – Ποιὸς τάχα μπορεῖ νὰ τὶς ξεφύγει; Ἔλεγα ἀναστενάζοντας. Ἄκουσα τότε μυστηριώδη φωνὴ νὰ μοῦ ἀποκρίνεται: – Ὁ ταπεινόφρων». –Μέγας Ἀντώνιος

«Τί πρέπει νὰ κάνεις γιὰ νὰ βρεῖς τὴν σωτηρία σου; Νὰ παραδέχεσαι τὰ σφάλματά σου μὲ συντριμμένη καρδιὰ καὶ νὰ ταπεινώνεσαι μπροστὰ στὸ Θεό. Νὰ ὑπομένεις ἐπίσης καρτερικά τους πειρασμούς, πού σοῦ συμβαίνουν, καὶ νὰ εἶσαι βέβαιος πὼς θὰ σωθεῖς». – Μέγας Ἀντώνιος

«Σημάδι τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἔχει κανεὶς κάθε σωματικὴ καὶ ψυχικὴ ἀρετή, νομίζει πὼς χρωστᾶ περισσότερα στὸ Θεό, γιατί μὲ τὴ χάρη Του ἔλαβε πολλὰ χωρὶς νὰ εἶναι ἄξιος. Καὶ ἂν τοῦ ἔρθει κάποιος πειρασμός, εἴτε ἀπὸ δαίμονες, εἴτε ἀπὸ ἀνθρώπους, θεωρεῖ τὸν ἑαυτὸ τοῦ ἄξιο γι’ αὐτὸν καὶ γιὰ ἄλλους ἀκόμα περισσότερους, ὥστε νὰ ἐξοφληθεῖ λίγο ἀπὸ τὸ χρέος του. Κι ἂν δὲν πάθει κάτι τέτοιο, θλίβεται πολὺ καὶ ἀγωνιᾶ καὶ ζητᾶ νὰ βρεῖ τρόπο νὰ ἐξαναγκάσει τὸν ἑαυτό του». – Ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητὴς

«Ὅποιος ἔχει ταπεινοφροσύνη καὶ ἐργασία πνευματική, ὅσα διαβάζει στὶς θεῖες Γραφές, ὅλα θὰ τὰ ἐννοήσει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ὄχι γιὰ τὸν ἄλλον». – Ἅγιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνὸς

«Οἱ ταπεινοὶ ἄνθρωποι ζοῦν συνεχῶς μὲ τὴ συναίσθηση καὶ τὸ χρέος τῶν ἁμαρτιῶν τους. Ὅσο περισσότερο αὐξάνουν οἱ δωρεὲς τοῦ Θεοῦ στοὺς ἀνθρώπους, τόσο περισσότερο ταπεινώνουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὴ σκέψη ὅτι εἶναι ἀνάξιοι γιὰ ἕνα τέτοιο πλοῦτο». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

«Ὅλα ὅσα βλέπονται τὰ φωτίζει ὁ ἥλιος καὶ ὅλα ὅσα γίνονται μὲ λογικὴ τὰ ἐνισχύει ἡ ταπείνωση. Ὅταν ἀπουσιάζει τὸ φῶς, ὅλα εἶναι σκοτεινὰ καὶ ὅταν ἀπουσιάζει ἡ ταπείνωση ὅλα τὰ κατορθώματά μας εἶναι ἄχρηστα». – Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

«Ἡ ἀναισθησία τῆς καρδιᾶς κατὰ τὴν προσευχὴ ὀφείλεται στὴν ὑπερηφάνεια ἐνῷ ἡ θέρμη της δείχνει ταπείνωση». – Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κονστάνδης

«Ὅποιος πειρασμὸς κι ἂν βρεῖ τὸν ταπεινόφρονα, νικᾶ γιατί σωπαίνει». – Ἀββᾶς Ποιμὴν

«Ἡ Ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ πύλη τοῦ οὐρανοῦ. Διὰ μέσου αὐτῆς μπῆκαν οἱ Πατέρες μας στὴν πόλη τοῦ Θεοῦ». –Ἀββᾶς Ἰωάννης

«ὁ ταπεινόφρων ἐν ἀληθείᾳ ἀδικούμενος οὐ ταράττεται». – Ἰσαὰκ ὁ Σύρος

«Κάθε πρωὶ ὁ Θεὸς εὐλογεῖ τοὺς ἀνθρώπους μὲ τὸ ἕνα χέρι. Ὅταν βλέπει ταπεινὸ ἄνθρωπο τὸν εὐλογεῖ μὲ τὰ δύο χέρια». – πάπα – Τύχωνας

«Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ταπεινοφροσύνη καὶ φόβο Θεοῦ ὅπως κι ἀπὸ τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέει». – Μέγας Ἀντώνιος

«Ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ταπείνωση εἶναι ἡ ἐγκράτεια, ἡ προσευχὴ καὶ ἡ αὐταπάρνηση». – Ἀββᾶς Σισώης