Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία

αρχείο λήψης (20)του πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν

Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία, του πρωτοπρ. Αλεξάνδρου Σμέμαν, περιοδικό Επίγνωση, τ. 86, Φθινόπωρο 2003.
….. Πώς έγινε κι απομακρυνθήκαμε τόσο απ’ αυτήν (την θεία Κοινωνία), ώστε ακόμα κι η απλή αναφορά της να φαίνεται σε μερικούς – ιδιαίτερα κληρικούς – σαν ανήκουστη καινοτομία, σαν τριγμός στα θεμέλια. Γιατί, εδώ και αιώνες, εννιά στις δέκα Λειτουργίες τελούνται χωρίς την προσέλευση κοινωνούντων; – γεγονός που δεν προκαλεί καμία έκπληξη, κανέναν φόβο ενώ αντιθέτως, η επιθυμία για συχνή θεία Κοινωνία ξεσηκώνει αληθινό τρόμο; Πώς είναι δυνατόν η διδασκαλία περί άπαξ του έτους κοινωνίας να καλλιεργείται μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού, ως μία αποδεκτή συνήθεια, η απομάκρυνση από την οποία σηματοδοτεί μόνο την εξαίρεση; Πώς, με άλλα λόγια, η κατανόηση του μυστηρίου της Ευχαριστίας έφθασε να γίνει τόσο εξατομικευμένη, τόσο ξένη προς την Εκκλησία, τόσο αλλότρια προς την ίδια την προσευχή της θείας Μετάληψης;

Το πνευματικό αίτιο για όλα αυτά, αν και πολύπλοκο ιστορικά, είναι απλό: Είναι ο φόβος της βεβήλωσης της ιερότητας του μυστηρίου, η ανησυχία για την ανάξια μετοχή, την καταπάτηση της μυσταγωγίας των ιερών και οσίων. Είναι ένας φόβος, βέβαια, πνευματικά ορθός, αφού “πύρ υπάρχων και φλέγων αναξίους”. Η περιδεής αυτή αντιμετώπιση εμφανίστηκε αρκετά νωρίς, αμέσως μετά τη νίκη της Εκκλησίας απέναντι στην αυτοκρατορία των Εθνικών, μία νίκη που μεταμόρφωσε την χριστιανοσύνη σε σύντομο σχετικά διάστημα σε μία θρησκεία των μαζών, και οδήγησε στην ίδρυση Κρατικής Εκκλησίας και την εκλαΐκευση της λατρείας. Εάν κατά τη διάρκεια των διωγμών η συμμετοχή στην Εκκλησία επέβαλε στους πιστούς να ακολουθήσουν τη “στενή οδό” και να θέσουν ανάμεσα σ’ αυτούς και τον “κόσμο” μία αυτονόητη διαχωριστική γραμμή, τώρα πλέον με τη μετοχή ολόκληρου του “κόσμου” στη ζωή της Εκκλησίας, η γραμμή αυτή έτεινε προς κατάργηση και έτσι εμφανίστηκε ο πολύ πραγματικός κίνδυνος μιας κατ’ όνομα, επιφανειακής, και χλιαρής κατανόησης της χριστιανικής ζωής. Εάν, πρωτύτερα, η ίδια η ένταξη στην Εκκλησία είχε κάποια δυσκολία, τώρα, με την δεσμευτική συμπερίληψη ουσιαστικά του καθενός μέσα στους κόλπους της, κατέστη αναγκαίο να θεσμοθετηθούν κάποιοι έλεγχοι και περιορισμοί. Ήταν λοιπόν στα μυστήρια που κυρίως αφορούσαν οι όποιες ρυθμίσεις.

Ωστόσο εδώ, πρέπει να τονίσει κανείς, ότι ούτε οι Πατέρες ούτε τα λειτουργικά κείμενα ενθαρρύνουν τη μη συμμετοχή στα Μυστήρια^ μάλιστα ούτε κάν αφήνουν να εννοηθεί κάτι παρόμοιο. Δίνοντας έμφαση στην ιερότητα της Κοινωνίας και την “φοβερά” της φύση και καλώντας σε ανάλογη πνευματική ετοιμότητα, οι Πατέρες ούτε υποστήριξαν, ούτε ενέκριναν την ευρέως διαδεδομένη σύγχρονη αντίληψη ότι εφόσον το Μυστήριο είναι ιερό και μεγαλοπρεπές, οι πιστοί δεν πρέπει να προσέρχονται συχνά σ’ αυτό. Στους Πατέρες, η θεώρηση της Ευχαριστίας ως του μέγιστου Μυστηρίου της Εκκλησίας, ως του πληρώματος της ενότητας και της άνθισής της, συνεχίζουν να είναι αυταπόδεικτα.

“Δεν θα πρέπει”, γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, “ν’ αποφεύγουμε την Μετάληψη επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας αμαρτωλούς. Αλλά να προσερχόμαστε ακόμα πιο συχνά για τη θεραπεία της ψυχής και τον εξαγιασμό του νου, έχοντας όμως ταπείνωση και πίστη, ώστε αναλογιζόμενοι την αναξιότητά μας… να επιθυμούμε διακαώς την ίαση των πληγών μας. Είναι ανάρμοστο να μεταλαμβάνουμε μία φορά τον χρόνο, όπως ορισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας την ιερότητα των θείων Μυστηρίων προσιτή μόνο στους αγίους. Είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε ότι η Χάρη που λαμβάνουμε μέσα από το μυστήριο μας εξαγιάζει. Κάθε άλλη συμπεριφορά φανερώνει περισσότερο οίηση παρά ταπείνωση, καθώς οι άνθρωποι τις σπάνιες φορές που προσέρχονται πιστεύουν ότι είναι άξιοι της Κοινωνίας. Πολύ καλύτερο θα ήταν εάν, με ταπείνωση καρδιάς, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είμαστε άξιοι των θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακή προς ίαση των ασθενειών μας, παρά τυφλωμένοι από περηφάνια να νομίζουμε ότι μετά την πάροδο ενός χρόνου αποχής γινόμαστε άξιοι της θείας Μετάληψης”.

Αναφορικά με την εξίσου διαδεδομένη θεωρία που διακρίνει την Μετάληψη ανάμεσα σε κληρικούς και λαό, κηρύσσοντας ότι οι πρώτοι πρέπει να κοινωνούν σε κάθε Λειτουργία, ενώ οι λαϊκοί να αποθαρρύνονται από παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θα ήταν να ακούσουμε τον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που όσο κανείς άλλος επέμενε στην μετοχή στη θεία Κοινωνία: “Υπάρχουν περιπτώσεις”, γράφει, “όπου ο ιερέας δεν διαφέρει από τον λαϊκό, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσέλευση στα θεία Μυστήρια. Εκεί, τα δεχόμαστε όλοι ισότιμα σε αντίθεση με την πρακτική της Παλαιάς Διαθήκης όπου άλλη τροφή προορίζονταν για τους ιερείς και διαφορετική για τον λαό, ενώ στα των ιερέων δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση από τους λαϊκούς. Τώρα δεν συμβαίνει πλέον έτσι, αλλά σε όλους προσφέρεται το ίδιο Σώμα και το ίδιο Αίμα…”

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι είναι απλά αδύνατον να βρει κανείς στην Παράδοση κάποια βάση που να δικαιώνει την παρούσα πρακτική της σπανιότατης, αν όχι ετήσιας, Μετάληψης των λαϊκών. Όλοι όσοι με σοβαρότητα και ευθύνη έχουν προσεγγίσει την Παράδοση, …] διακρίνουν σ’ αυτή την πρακτική μία αποσύνθεση της εκκλησιαστικής ζωής, μία απόκλιση από τα παραδεδομένα και τις γνήσιες υποδομές της Εκκλησίας. Και η πιο τρομακτική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι ότι βρίσκει τη δικαίωση και αιτιολόγησή της μέσα από τους όρους του “σεβασμού” και του “δέους” απέναντι στην ιερότητα του μυστηρίου. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, οι μη κοινωνούντες θα έπρεπε να βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, μία αίσθηση ελλιπούς μετοχής και συντριβής, κάτι που στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Η μία γενιά Ορθοδόξων μετά την άλλη “παρακολουθούν” τη Λειτουργία απόλυτα πεπεισμένοι ότι η παρουσία τους εκεί είναι αρκετή και ότι απλούστατα η Κοινωνία δεν προορίζεται γι’ αυτούς. Και μία φορά το χρόνο εκπληρώνουν το “καθήκον” τους προσερχόμενοι στο Μυστήριο ύστερα από μία σύντομη εξομολόγηση. Το να προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει έναν θρίαμβο της ιερότητας, μία πρακτική προστατευτική της αγιότητας, ή πολύ περισσότερο να δημιουργεί νέους κανόνες που να δικαιώνουν την παραφθορά, είναι αληθινά απίστευτο.

Σε κάποιες ενορίες, εκείνοι που εξέφρασαν την επιθυμία να προσέρχονται συχνότερα υποβλήθηκαν σε πραγματικό κατατρεγμό, τους ζητήθηκε να μην επιμένουν “για χάρη της ειρήνης”, κατηγορήθηκαν ακόμη και για παρέκκλιση από την Ορθοδοξία! Θα μπορούσα να παραθέσω αποσπάσματα από φυλλάδια ενοριών που διδάσκουν ότι εφόσον η Μετάληψη είναι για μετανοούντες, κανείς πρέπει να απέχει από το μυστήριο κατά τον εορτασμό της Ανάστασης προκειμένου να μην αμαυρώσει τη χαρά της ημέρας! Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν προκαλεί κάν τρόμο και δέος για το γεγονός ότι η ίδια η Εκκλησία γίνεται εμπόδιο στην πορεία του πιστού προς τον Χριστό! Αλήθεια, “όταν ούν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως… εστώς εν τόπω αγίω…” (Ματθ. 24:15)
……………………………………………………………………………………………………………………………

[…] Όλα αυτά ωστόσο εγείρουν – με νέα οξύτητα και ένταση – το ερώτημα για την πνευματική ετοιμότητα προ της θείας Κοινωνίας και, καταρχήν, για τη θέση της εξομολόγησης σε σχέση με το μυστήριο.

Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία

Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.

Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία – επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση – της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής^ ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω…” – που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.

Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται – ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας”^ αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός… ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι^ και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.

Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά – κι αυτό είναι το ουσιώδες – αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.

Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. …] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων”^ κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.

Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού…”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση,^ ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”! …].

Το κείμενο του πρωτοπρεσβύτερου Αλεξάνδρου Σμέμαν, αφού εγκρίθηκε από τη σύνοδο των επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αμερικής, μοιράσθηκε στις κατά τόπους ενορίες με τη μορφή ποιμαντικής επιστολής προς κλήρο και λαό, για να επισημάνει τις στρεβλώσεις που παρατηρούνται στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Παρ’ όλο που συντάχθηκε το 1972, διατηρεί -τουλάχιστον για τα Ελληνικά δεδομένα – ακέραιη τη σημασία του. Εδώ – Περιοδικό ΕΠΙΓΝΩΣΗ + ΆΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΔΙΆΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΌΤΩΝ + ΤΕΥΧΟΣ 86, Φθινόπωρο 2003 – δημοσιεύεται το κυρίως μέρος του.

Το παρόν τεύχος – Περιοδικό ΕΠΙΓΝΩΣΗ + ΑΣΚΗΣΗ ΣΤΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ + ΤΕΥΧΟΣ 86, Φθινόπωρο 2003 – αποτελεί μικρό αφιέρωμα στα μυστήρια της Θείας Κοινωνίας και Εξομολόγησης. Τα κείμενα μετέφρασε από τα Αγγλικά η Α. Μπύρου.

[/url]http://www.oodegr.com/oode/orthod/mystiria/exomol_theia_koin1.htm[url]




Το «αστείο ανθρωπάκι»

images 331

Αλέξανδρος Καριώτογλου,

Μετά από ένδεκα χρόνια θητείας στην ιδιωτική εκπαίδευση μεταπήδησα στην δημόσια εκπαίδευση. Με τοποθέτησαν σε ένα Λύκειο των δυτικών προαστίων. Παρουσιάστηκα στον Διευθυντή και γνώρισα τους καινούριους μου συναδέλφους. Ήμουν διαφορετικά συνηθισμένος, αφού είχα υπηρετήσει στην «αφρόκρεμα» των ιδιωτικών σχολείων της Αθήνας. Εδώ όλα μου φαίνονταν λίγο μίζερα. Εδώ δεν υπήρχε ιδιαίτερο γραφείο διευθυντή και υποδιευθυντή. Η αίθουσα του συλλόγου των καθηγητών ήταν ακατάστατη και λίγο άθλια. Ο διευθυντής μου φάνηκε λίγο «αγαθούλης» και τον περιέγραψα αμέσως στην σκέψη μου ως «αστείο ανθρωπάκι» με τον τρόπο που συμπεριφερόταν. Ήταν κολλημένος στο γράμμα του νόμου και πορευόταν με βάση τις διαταγές της υπηρεσίας και μόνο. Ωστόσο δεν με πείραξε ιδιαίτερα. Έτσι, με την άνεση που ένιωθα στα προηγούμενα σχολεία μου, έσπευσα την πρώτη κιόλας μέρα να σηκώσω το τηλέφωνο, που βρισκόταν στο γραφείο του διευθυντή για να τηλεφωνήσω στο σπίτι. Ο διευθυντής με κοίταξε και μετά το τηλεφώνημα μου είπε: «Ακούστε κύριε συνάδελφε, αν θέλετε να κάνετε τηλεφωνήματα οπουδήποτε εκτός της υπηρεσίας μπορείτε να πηγαίνετε στο περίπτερο που βρίσκεται έξω από το σχολείο. Η υπηρεσία δεν έχει χρήματα για να πληρώνει ούτε τα τηλέφωνα στο σπίτι σας». Έμεινα αποσβολωμένος για λίγο και στη συνέχεια έφερα την αντίρρησή μου. Αργότερα οι συνάδελφοι με πληροφόρησαν ότι ο άνθρωπος αυτός έχει μειωμένες ευαισθησίες και η τυπικότητα του τον καθιστά αστείο και μη συνεργάσιμο. Το είχα πιστέψει μέσα μου. Επιπλέον ποτέ δεν έπαυα να σκέφτομαι περιφρονητικά γι’ αυτόν. Μετά από λίγο διάστημα μου ανακοινώθηκε η απόσπαση μου σε άλλο σχολείο. Την επόμενη χρονιά πήρα μετάθεση, έτσι ώστε δεν έτυχε να ξαναδώ αυτό το «αστείο ανθρωπάκι». Φαίνεται όμως ότι το σχέδιο του Θεού λειτουργούσε με τέτοιο τρόπο, ώστε να χρειαστεί να αλλάξω γνώμη και στάση για έναν άνθρωπο που θεωρητικά και πρακτικά τον είχα ξεχάσει. Πέρασαν περίπου τρία χρόνια και ένα απόγευμα δέχτηκα ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα. «Είστε ο κύριος Κ.; Είμαι ο Μ., ο διευθυντής του Λυκείου που υπηρετήσατε στο Λύκειο Α. τότε». Ώχ σκέφτηκα, τι να συμβαίνει; «Σας παίρνω στο τηλέφωνο να σας ακούσω και να σας ρωτήσω αν είστε καλά στην υγεία σας». «Είμαι καλά κύριε διευθυντά, γιατί, τί συμβαίνει;» «Ξέρετε, χτες διάβασα ότι κάποιος που είχε το ίδιο με εσάς επώνυμο είχε ένα τροχαίο ατύχημα. Σπεύδω λοιπόν να ρωτήσω αν εσείς είχατε το ατύχημα ή πρόκειται για συνωνυμία. Ξέρετε, ανησύχησα ιδιαίτερα». Τον καθησύχασα, δεν ήμουν εγώ. Τον ευχαρίστησα απ’ την καρδιά μου για το ενδιαφέρον, για την ανθρωπιά του, για το σπάνιο για τις μέρες μας τρόπο με τον οποίο έδειχνε το προσωπικό του ενδιαφέρον για κάποιον που γνώρισε  για πολύ λίγο διάστημα. Μιλήσαμε λίγο. Μου είπε ότι είχε πια συνταξιοδοτηθεί, ποτέ όμως δεν ξεχνούσε τους συναδέλφους του.

Όταν άφησα από το χέρι μου την τηλεφωνική συσκευή, ένιωσα λίγο ντροπή. Έσπευσα αμέσως να αποκαθηλώσω από την σκέψη μου την ταμπέλα με την φράση «αστείος διευθυντής» που είχα τόσα χρόνια εγκαταστήσει στο νου μου για τον άνθρωπο αυτό. Μετάνιωσα. Αυτό που ποτέ δεν ήθελα να κάνουν σε μένα το είχα διαπράξει πανηγυρικά, γι’ αυτό και η χάρη και η πρόνοια του Θεού μου την «έφερε» από αριστερά. «Ζεί Κύριος», είπα και άφησα τον εαυτό μου στη σιωπή, πετώντας με τη σκέψη μου στο πρόσωπο του κυρίου διευθυντού βάζοντας του μετάνοια.

Αλέξανδρος Καριώτογλου, «Μαθητικό Συναξάρι», εκδ Ακρίτας, σ.46-48




Ο μονόλογος του φοβισμένου «πιστού»…

image

π. λίβυος

Εκεί έξω όλα μοιάζουν «απειλητικά». Μέσα στο σπίτι όλα είναι «ήσυχα». Έτσι νομίζουμε. Αυτό νιώθω. Ξέρουμε που είναι το φαγητό, τα ρούχα, τα βιβλία, το φαρμακείο….. Εκεί έξω δεν ξέρω τίποτα. Μου μοιάζουν όλα απειλητικά.

Θέλω να ελέγχω την πραγματικότητα μου. Αυτό με ηρεμεί. Έτσι κτίζω τείχη σε κάθε τι νέο.
Με τρομάζουν τα καινούργια πράγματα. Οι καινούργιοι άνθρωποι, οι νέες σχέσεις με φοβίζουν. Δεν ξέρω, δεν γνωρίζω, τρομάζω. Θέλω κάτι σίγουρο, κάτι συνηθισμένο κι ας είναι βαρετό, ίσως και πεθαμένο.Όμως δεν θα με εκπλήξει.
Φοβάμαι τις εκπλήξεις. Εκεί που ξέρεις τι και πως, και γνωρίζεις τι σε περιμένει και προσπαθείς όλα να τα βάλεις σε μια σειρά και έναν προγραμματισμό, έρχεται η ανατροπή. Έκπληξη σου λένε, δοκιμασία, ευκαιρία.
Δεν θέλω εκπλήξεις βρε αδελφέ στην ζωή μου. Μπορούν όλα να είναι μετρήσιμα και προβλέψιμα; Αυτό θέλω. Να ξέρω τι με περιμένει κι ας είναι τα χειρότερα. Αλλά να γνωρίζω.
Κι αυτόν τον Θεό των εκπλήξεων τον τρέμω. Είναι παράδοξος λένε. Δεν ξέρεις τι ακριβώς θέλει και που θα αναπαυθεί. Δεν μπορείς να τον ορίσεις, να τον βρεις, να τον ελέγξεις. Εκεί που νιώθεις ότι τον βρίσκεις σου κρύβεται. Ναι. Αλήθεια σου λέω με τρομάζει, αυτή η αβεβαιότητα της σχέσης μαζί του. Χάνεται την ώρα ακριβώς που λες, τον βρήκα. Κι άντε πάλι από την αρχή αυτό το υπαρξιακό κρυφτούλι. Φοβερό.
Εγώ πώς να στο πω, θέλω να ελέγχω τα πάντα. Εάν γίνεται ολα να είναι κανονισμένα. Να ξέρω βρε αδελφέ τι να κάνω για να σωθώ. Βέβαια θα μου πεις, τα λέει ο λόγος του Θεού. Ναι, μα εκεί που νιώθεις ότι βρήκες και κατάλαβες τι θέλει, στα ανατρέπει πάλι όλα. Έτσι για να μην ησυχάσεις πάνω στις δάφνες του ναρκισσισμού σου. Να μην μεθάς στην αλαζονεία της αρετής σου. Να μην νιώθεις ότι τον κατέκτησες αλλά ότι σου δωρίστηκε.
Μου λένε ότι ο παράδεισος και η χάρις του Θεού, είναι δωρεά. Δεν είναι λένε αξιομισθία. Ε και τότε πως εγώ θα ξέρω τι να κάνω; Πως θα μπορώ ελέγχω την σωτηρία μου; Εάν είναι δωρεά, σημαίνει ότι όπου θέλει Εκείνος την δίνει. Αυτό με αγχώνει. Δεν γίνεται κάποιος να μας δώσει κάποιες οδηγίες, ένα χάρτη βρε παιδί μου να πλοηγηθούμε στα μέρη του;
Θα σου πουν πάλι τα λέει η αγία γραφή, το ευαγγέλιο, οι πατέρες. Μα κι’ αυτοί, δεν σου δίνουν βεβαιότητες. Μια σχέση γράφουν δεν ορίζεται, μόνο χτίζεται.
Που να χτίζω τώρα, κάτι έτοιμο δεν υπάρχει;
Μου τα χαλάει ο Θεός.
Γι αυτό φωνάζω για την «πίστη» μου, επειδή φοβάμαι. Τρέμω μην τυχόν μου την νοθεύσουν οι «προδότες» νεωτεριστές. Αγχώνομαι, υποφέρω πολύ. Πολλοί νομίζουν πως είμαι ήρωας και ομολογητής. Δεν είμαι όμως. Μεταξύ μας… φοβισμένος είμαι. Όχι, μην χάσω τον Θεό, εγώ την ψυχούλα μου θέλω να σώσω όπως και να’ ναι. Αυτή με απασχολεί, όχι ο Θεός.




Προετοιμασία πριν την Θεία Κοινωνία

images (100)Μητροπολίτου Αντωνίου του Σουρόζ

Εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος

Κάθε φορά που προσερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία, λέμε στον Κύριο ότι πλησιάζουμε Αυτόν που είναι ο Σωτήρας των αμαρτωλών, αλλά δηλώνουμε ακόμη ότι θεωρούμε τους εαυτούς μας ως τους μεγαλύτερους αμαρτωλούς. Πόση αλήθεια υπάρχει σε μια τέτοια δήλωση, όταν την κάνουμε; Ή μάλλον, πώς μπορούμε να κάνουμε μια τέτοια δήλωση; Είναι αλήθεια; Μπορούμε όντως να πούμε ότι θεωρούμε τους εαυτούς μας ως τους χειρότερους αμαρτωλούς; Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, στο «Ημερολόγιό» του το θέτει μ’ ένα τρόπο ο οποίος, πιστεύω, είναι πολύ σημαντικός. Λέει ότι και αυτός θέτει στον εαυτό του αυτήν ακριβώς την ερώτηση, και μπορεί να την απαντήσει με κάθε ειλικρίνεια, επειδή, λέει, αν άλλοι είχαν δεχτεί τόσο πολλή αγάπη, τόσο πολλή χάρη, τόσο πολλές θείες αποκαλύψεις όσες δέχθηκε αυτός, θα είχαν φέρει καρπούς τους οποίους ο ίδιος αποδείχθηκε ανίκανος να φέρει.

Παρόμοιες ερωτήσεις μπορούμε να θέτουμε στον εαυτό μας, όταν προσερχόμαστε στη Θεία Κοινωνία, και να λέμε τα λόγια της Ευχής προ της Θείας Ευχαριστίας. Άραγε τα επαναλαμβάνουμε, επειδή είναι γραμμένα μέσα στα βιβλία; Ή επειδή έχουμε επίγνωση – αλλά επίγνωση ποιού πράγματος; Ότι είμαστε αμαρτωλοί; Ναι, όλοι, λίγο πολύ, έχουμε επίγνωση ότι είμαστε αμαρτωλοί∙ έχουμε όμως επίγνωση πόσα έχουμε λάβει από τον Θεό και πόσο λίγους καρπούς έχουμε αποδώσει; Μόνον αν δούμε ζωηρά, καθαρά, την αντίθεση ανάμεσα σ’ αυτό που μπορούσαμε να είμαστε –ή μάλλον σ’ αυτό που ΜΠΟΡΟΥΜΕ να είμαστε, και στο τι είμαστε, μόνο τότε θα μπορούσαμε έντιμα να πούμε τέτοια λόγια.

Ας τα σκεφθούμε, διότι δεν μπορούμε να λέμε στον Θεό φιλοφρονήσεις, λόγια κενής ευγένειας, όταν προσευχόμαστε. Ό,τι λέμε πρέπει να είναι αληθινό, και πρέπει να ελέγχουμε αν κάθε προσευχή μας αληθεύει μέσα στη συνείδησή μας και μέσα στη ζωή μας.

Ας πάρουμε αυτές τις σκέψεις μαζί μας μέχρι την επόμενη φορά που θα κοινωνήσουμε, έτσι ώστε κάποια μέρα, ίσως όχι στην επόμενη Θεία Κοινωνία μας, αλλά μετά από μια μακρά ζωή αναζήτησης, προσευχής και αυτοκριτικής, να μπορούμε να πούμε αληθινά, «Ω, Κύριε, πόσο πολλά μου έχεις δώσει και πόσο λίγο καρπό έχω φέρει: Αν οποιοσδήποτε άλλος είχε λάβει όσα έδωσες σ’ εμένα, θα ήταν ήδη Άγιος». Αμήν.

Μτφ Π.Τσαλίκη

Πηγή: www.romfea.gr




Χαρά σ” αυτούς…

image

Είναι μερικοί άνθρωποι
Που δεν μπόρεσαν ποτέ να διαβάσουν
Το μυστικό σημείωμα που άφησε μέσα τους ο Θεός.
Δεν είχαν το απαιτούμενο φως για να το διαβάσουν.
Και τ” άφησαν διπλωμένο να κιτρινίζει
Σε ένα κρυφό συρταράκι της ψυχής τους.

Είναι μερικοί άνθρωποι
Που, όταν πέσει στα χέρια τους η χαρά
Δεν ξέρουν πως τους ανήκει.

Και σαστίζουν.
Τη φέρνουν από δω, τη γυρνάνε από κει
Ώσπου ανοίγουν ένα λάκκο και τη θάβουν
Όπως κάνουν με τα κόκαλα τα σκυλιά.

Είναι μερικοί άνθρωποι που πίστεψαν αλήθεια
Πως ο Θεός αγαπάει τους μουτρωμένους.
Χαρά σ” αυτούς που γέμισαν την ψυχή τους
Και διάβασαν τραγουδιστά το μυστικό τους σημειωματάκι.

Αν το “σκισαν μετά, αν το “καψαν
Το έκαναν μόνο και μόνο για το κέφι τους.

Για να κλείσουν μάτι στο Θεό.
Χαρά σ” αυτούς που πιάστηκαν στο δόλωμα της ζωής και σπαρτάρισαν μέσα στα δίχτυα της.

Αν τα τρύπησαν μια στιγμή και ξαναβγήκαν στο πέλαγος
Το “καναν μόνο και μόνο για να “χουν τη χαρά να ξαναπιαστούν…

Από το βιβλίο Χειμωνιάτικη Λιακάδα της Αλκυόνης Παπαδάκη
perivolipanagias.blogspot.com




Νεομάρτυς Ευγένιος Ροντιόνωφ

imageΜαρτύρησε στις 23 Μαΐου 1996

Ο Νεομάρτυρας Ευγένιος Ροντιόνωφ γεννήθηκε στις 23 Μαΐου 1977 κοντά στη Μόσχα και συγκεκριμένα στο χωριό Κουρίλοβο, στην περιοχή της πόλεως Παντόλσκ-. Ήταν το μοναδικό παιδί της οικογένειας και βαπτίστηκε Ορθόδοξος Χριστιανός κατά την παιδική του ηλικία. Η μητέρα του ονομάζεται Λιουμπόβ (=αγάπη) Βασίλιεβνα.
Το 1989 η γιαγιά του πήρε τον μικρό Ευγένιο και τον πήγε στην Εκκλησία, για να εξομολογηθεί για πρώτη φορά και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ο ιερέας πρόσεξε ότι το παιδί δε φορούσε Σταυρό και κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης του φόρεσε ένα Σταυρό, τον οποίο ο μικρός Ευγένιος δεν τον έβγαλε ποτέ από πάνω του· μάλιστα, έφτιαξε ένα χονδρό κορδόνι και τον πέρασε εκεί. Η μητέρα του, όταν είδε ότι φορούσε Σταυρό, τον προέτρεψε να τον βγάλει, διότι, όπως είπε, θα τον περιγελάσουν οι συμμαθητές του. Ο Ευγένιος δεν απάντησε, αλλά και δεν την υπάκουσε.
Όταν τελείωσε τις σπουδές του το 1994, εργάστηκε ως επιπλοποιός, επάγγελμα που του απέφερε πολλά έσοδα.

Στις 25 Ιουνίου του 1995 παρουσιάστηκε στο Στρατό και μετά τη βασική του εκπαίδευση, στις 13 Ιανουαρίου του 1996, τοποθετήθηκε στα συνοριακά φυλάκια Τσετσενίας-Ηγκουερίνας. Ακριβώς ένα μήνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1996, αιχμαλωτίστηκε. Η αιχμαλωσία έγινε ως εξής: η στρατιωτική υπηρεσία έστειλε τέσσερις στρατιώτες-μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο να κάνουν ελέγχους στα αυτοκίνητα που διέρχονταν από ένα συγκεκριμένο δρόμο. Δυστυχώς, οι αρμόδιοι έστειλαν τους στρατιώτες χωρίς να υπάρχει καμιά προηγούμενη οργάνωση (δεν υπήρχε καν φωτισμός)  και καμιά ασφάλεια. Από αυτόν το δρόμο περνούσαν πολύ συχνά Τσετσένοι μεταφέροντας όπλα, αιχμαλώτους και ναρκωτικά. Τη νύχτα εκείνη πέρασε από εκείνο το δρόμο ένα ασθενοφόρο. Όταν οι στρατιώτες το σταμάτησαν για έλεγχο, ξαφνικά μέσα από αυτό πετάχτηκαν πάνω από δέκα Τσετσένοι, πολύ καλά οπλισμένοι. Ακολούθησε συμπλοκή και οι Τσετσένοι συνέλαβαν και τους τέσσερις στρατιώτες. Αυτό έγινε στις 3 τη νύχτα. Στις 4 η ώρα ήρθαν άλλοι στρατιώτες για αλλαγή φρουράς· φυσικά δεν τους βρήκαν και κατάλαβαν αμέσως τι είχε συμβεί. Μετά από λίγες μέρες η υπηρεσία του στρατού ενημέρωσε τους γονείς των στρατιωτών για την εξαφάνισή τους. Η μητέρα του Ευγένιου κατάλαβε ότι δεν πρόκειται για εξαφάνιση, αλλά για αιχμαλωσία, και πήγε με κίνδυνο της ζωής της στην Τσετσενία, για να βρει το παιδί της. Έφτασε στην πόλη Χαγκαλά και μετά από πολλές προσπάθειες ήρθε σε επαφή με τους αρχηγούς διαφόρων αντάρτικων ομάδων της Τσετσενίας προσπαθώντας να μάθει για την τύχη του Ευγένιου, διότι γνώριζε ότι οι Τσετσένοι δε σκοτώνουν αμέσως τους αιχμαλώτους, αλλά περιμένουν μήπως πάρουν λίτρα και τους ελευθερώσουν. Οι ίδιοι οι Τσετσένοι της είπαν ότι ο γιος της ζούσε, αλλά ήταν αιχμάλωτος και σιώπησαν με νόημα προσπαθώντας να υπολογίσουν πόσα χρήματα μπορούσαν να αποσπάσουν από αυτήν. Εκείνον τον καιρό ένας ζωντανός στρατιώτης αιχμάλωτος στοίχιζε 10.000 δολάρια, ενώ ένας αξιωματικός 50.000. Όταν κατάλαβαν ότι δεν πρόκειται να κερδίσουν αρκετά χρήματα, αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Η μητέρα του πήγε παντού για να τον ψάξει, πέρασε από χωριά, από δρόμους με νάρκες, από μέτωπα συγκρούσεων, γνώρισε πολλούς αξιωματικούς Τσετσένους και, όπως η ίδια λέει, «πέρασα από όλους τους κύκλους του άδη».

Από την πρώτη μέρα της αιχμαλωσίας του Ευγένιου, που διήρκησε 100 ημέρες, οι αντάρτες, επειδή είδαν ότι φοράει Σταυρό, προσπάθησαν να τον κάμψουν ψυχικά, ώστε να καταφέρουν-αν ήταν δυνατό-να τον αναγκάσουν να αρνηθεί την πίστη του, να βγάλει το Σταυρό, να γίνει μουσουλμάνος και να τον κάνουν δήμιο και φονιά των άλλων Ρώσων αιχμαλώτων. Ο Ευγένιος, βέβαια, αρνήθηκε όλες τις προτάσεις και, παρά τους συνεχείς ξυλοδαρμούς, τα πάμπολλα βασανιστήρια και τις υποσχέσεις ότι θα ζήσει αν βγάλει το σταυρό του, δεν μπόρεσαν να τον κάμψουν.

Αργότερα, οι ίδιοι οι αρχηγοί των ανταρτών είπαν στη μητέρα του: «εάν ο γιος σου γινόταν σαν ένας από εμάς, δε θα τον αδικούσαμε».

Στις 23 Μαΐου του 1996, δηλαδή την ημέρα των γενεθλίων του, πήραν τους τέσσερις αιχμαλώτους στρατιώτες, μεταξύ των οποίων και τον Ευγένιο, για να τους σκοτώσουν. Πρώτα σκότωσαν τους τρεις συναιχμαλώτους του. Έπειτα, πρότειναν για τελευταία φορά στον Ευγένιο να βγάλει το Σταυρό λέγοντας ότι «ορκιζόμαστε στον αλλάχ ότι θα ζήσεις». Ο Ευγένιος και πάλι αρνήθηκε και τότε υπέστη το φρικτό του μαρτύριο. Τον έσφαξαν με μαχαίρι κόβοντας εντελώς το κεφάλι του, αλλά δεν τόλμησαν να βγάλουν το Σταυρό από το λαιμό του. Τον έθαψαν μεν με το σταυρό, αλλά χωρίς το κεφάλι.

Τελικά, η μητέρα του βρήκε τον Ευγένιο μετά από εννέα μήνες. Και πάλι ζήτησαν οι Τσετσένοι 4000 δολάρια για να της δώσουν το λείψανο. Της έδωσαν και βιντεοκασέτα με το μαρτύριο του γιου της και της διηγήθηκαν οι ίδιοι την πορεία της αιχμαλωσίας του και τα βασανιστήρια.

Η μητέρα του Ευγένιου πούλησε το διαμέρισμά της και ό,τι άλλο μπορούσε-μέχρι και ρούχα-για να μπορέσει, αφενός μεν να δώσει τα λίτρα, αφετέρου δε να ανταπεξέλθει στα έξοδα εκταφής, ειδικού φέρετρου, μεταφοράς κλπ., τα οποία δεν ήταν και λίγα.

Τελικά στις 20 Νοεμβρίου του 1996 μετέφερε το λείψανο στο χωριό τους και το έθαψε στο κοιμητήριο. Μετά από λίγες μέρες ο πατέρας του Ευγένιου πέθανε δίπλα στο μνήμα από τη λύπη του.

Αμέσως, σε διάφορες περιοχές της Ρωσίας ο άγιος μάρτυρας Ευγένιος άρχισε να εμφανίζεται και να κάνει θαύματα. Παρακάτω παραθέτουμε ορισμένες μαρτυρίες και θαυμαστές επεμβάσεις:

Ένα κοριτσάκι που έμενε σε Ορθόδοξο ορφανοτροφείο διηγήθηκε ότι της εμφανίστηκε κάποτε ένας ψηλός στρατιώτης με κόκκινο μανδύα, ο οποίος της είπε ότι είναι ο Ευγένιος, την έπιασε από το χέρι και τη οδήγησε στην Εκκλησία. Το κοριτσάκι λέει: «παραξενεύθηκα που φορούσε κόκκινο μανδύα, διότι οι στρατιώτες δε φορούν σήμερα τέτοιο μανδύα, και σκέφτηκα ότι αυτός πρέπει να είναι ο μανδύας του μάρτυρα».

Σε πολλές Εκκλησίες έχουν δει ένα στρατιώτη με πύρινο μανδύα, ο οποίος βοηθάει τους αιχμαλώτους στην Τσετσενία να δραπετεύσουν από την αιχμαλωσία τους και να διαφύγουν από κάθε κίνδυνο, όπως νάρκες κλπ.

Σε ένα νοσοκομείο τραυματιών πολέμου οι τραυματισμένοι στρατιώτες πιστοποιούν ότι ένας άγιος μάρτυρας Ευγένιος τους βοηθάει, ειδικά όταν πονάνε πολύ. Όταν κάποιοι από αυτούς πήγαν στο Ναό του Σωτήρος στη Μόσχα, είδαν την εικόνα του μάρτυρα και αναγνώρισαν αυτόν που τους βοήθησε.

Το στρατιώτη με τον κόκκινο μανδύα τον γνωρίζουν και οι φυλακισμένοι. Κυρίως βοηθάει τους πολύ καταβεβλημένους και συντετριμμένους ψυχικά λόγω της φυλακίσεως τους.

Το 1997 με ευλογία του Πατριάρχη Αλεξίου εκδόθηκε ένα βιβλίο με τίτλο «Νέος μάρτυς του Χριστού στρατιώτης Ευγένιος». Ένας ιερέας ονόματι Βαντίμ Σκλιαρένσκο από το Ντνεποπετρόφκ έστειλε στο Πατριαρχείο μία αναφορά όπου έγραφε ότι το εξώφυλλο του βιβλίου με τη φωτογραφία του αγίου μυροβλύζει.

Μετά από τρία χρόνια και τρεις μήνες ο αρχηγός και όλη η ομάδα του, οι σφαγείς του Ευγένιου, σκοτώθηκαν από τους ίδιους τους Τσετσένους μετά από εμφύλιες αντιπαραθέσεις.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, αλλά περισσότερο την ημέρα του Μαρτυρίου του, στις 23 Μαΐου, έρχονται για προσκύνημα στο τάφο του πολλοί πιστοί και αναφέρονται πολλά θαύματα.

Πηγή κειμένου : http://www.impantokratoros.gr/




Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;

Kiriosτου Μητροπολίτη Anthony Bloom

Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνη τελείως έξω από την ζωή μας, είναι έτοιμος να το σηκώση αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνη απλώς ένα μέρος της ζωής μας.

Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;

Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν.

Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίσι του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!

Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώση ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;

Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθήτε την θέρμη, το βάθος και την έντασι που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σάς απασχολεί.

Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθειά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάστασι που σας στεναχωρεί και μετά στραφήτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώση η διάθεσί σας, τι άλλαξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρσι, όλη η έντασι της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστι σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθησι της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεσι, και όχι για τον Θεό.

Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.

Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνη κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.

Για να μπορέσουμε να προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάστασι η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει να ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήση τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;

Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για ναν αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πώς είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;

Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;

από το βιβλίο: “Μάθε να προσεύχεσαι”

εκδ. “Η ΕΛΑΦΟΣ”




Γιατί τόση λάμψη στην εκκλησία..; μέρος Β’

30604.p

Επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, οι οποίες γράφηκαν ως απαντήσεις στις απορίες που εξέφρασε ένας οικονόμος στον Άγιο για τη λαμπρότητα των ναών.

Επιστολή 2η:

Πάλι στον κύριο οικονόμο για την εκκλησιαστική λάμψη

 

Στο προηγούμενο γράμμα μου απαντάτε πάλι με ερώτηση: «Θα ανεχόταν ο Χριστός τόση λάμψη στην Εκκλησία;»

Οπωσδήποτε. Το ανεχόταν και τότε, θα το ανεχόταν και τώρα.

Τότε υπήρχε στα Ιεροσόλυμα ο ναός του Σολομώντα, ένα από τα σπάνια θαύματα της αρχιτεκτονικής και της πολυτέλειας στον κόσμο. Τούτος ο ναός είχε περισσότερο χρυσό και πολύτιμες πέτρες εσωτερικά περισσότερο απ’ ό,τι έχουν σήμερα όλοι οι χριστιανικοί ναοί στα Βαλκάνια. «Και όλον τον οίκον περιέσχε χρυσίω έως συντελείας παντός τού οίκου» (Γ΄ Βασ. 6, 22).

Σ’ αυτό τον ναό έμπαινε ο Χριστός πολλές φορές, όμως ποτέ δεν εξέφρασε τη δική σας σκέψη, ότι θα έπρεπε όλα αυτά να μεταμορφωθούν σε ψωμί και να φαγωθούν. Αυτός προέβλεψε την κατάρρευση αυτού του ναού, και ο ναός καταστράφηκε, αλλά όχι εξαιτίας του χρυσού στο ναό, αλλά εξαιτίας της λάσπης στις ανθρώπινες ψυχές.

Εμένα με ευχαριστεί που δείχνετε ελεήμων προς τους φτωχούς, αλλά ακόμα περισσότερο θα με ευχαριστούσε εάν δείχνατε ελεήμων με τη δική σας περιουσία και όχι των άλλων.

Δε θα ήθελα να σας δω όμως στην ίδια πλευρά με τον Ιούδα. Θα θυμάστε πως ο Ιούδας θέλησε κάποτε να φανεί πιο ελεήμων από τον Χριστό… Διαβάστε το δωδέκατο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Κάποια γυναίκα πήρε ένα μπουκαλάκι με πολύτιμο μύρο νάρδου και άλειψε τα πόδια του Ιησού. Ο Ιούδας, ο οποίος αργότερα πρόδωσε τον δάσκαλό του για τα λεφτά, θύμωσε και φώναξε: «Διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη πτωχοίς;» (Ιωάν. 12, 5). Σ’ αυτό του απάντησε ο Κύριος που ήταν καθ’ οδόν να δώσει και τη ζωή Του για τους φτωχούς: «Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε» (Ιωάν. 12, 8).

Ακούστε, λοιπόν, τι θα σας πω: εάν όλοι εμείς είχαμε πάντα τον Χριστό μαζί μας, δεν θα υπήρχαν φτωχοί ανάμεσά μας. Εκείνοι οι οποίοι έχουν τον Χριστό μαζί τους, εκείνοι προσέφεραν στην Εκκλησία όλα αυτά που εσείς ονομάζετε «λάμψη». Εκείνοι οι ίδιοι δίνουν τα μέγιστα στους φτωχούς. Η αγάπη προς τον ζωντανό Χριστό τους σπρώχνει και στις δυο θυσίες: στη θυσία προς την Εκκλησία τους και στη θυσία προς τα φτωχά αδέλφια τους. Ενώ εκείνοι που δεν έχουν τον Χριστό μαζί τους, δεν έχουν ούτε τους φτωχούς μαζί τους.

Εκείνοι θα ήθελαν να πάρουν από την Εκκλησία και να δώσουν στους φτωχούς, για να μην δίνουν τα δικά τους και για να μην τους ενοχλούν οι φτωχοί. Αυτός είναι ο βαθύτερος πειρασμός, που κάνει αυθάδη περίπατο ανάμεσά μας με το προσωπείο της ευεργεσίας.




Γιατί τόση λάμψη στην Εκκλησία..;

25ce259125ce259325ce259925ce259f25ce25a325ce259d25ce259925ce259a25ce259f25ce259b25ce259125ce259f25ce25a325ce259125ce25a725ce25a125ce259925ce259425ce259f25ce25Επιστολές του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, οι οποίες γράφηκαν ως απαντήσεις στις απορίες που εξέφρασε ένας οικονόμος στον Άγιο για τη λαμπρότητα των ναών.

Επιστολή 1η:

«Στον κύριο οικονόμο για την εκκλησιαστική λαμπρότητα»

Σας είναι αδιανόητο γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία επιτρέπει τόση εσωτερική λάμψη: πολύτιμες εικόνες, ασημένια καντήλια, χρυσά δισκοπότηρα, ακριβά άμφια, και άλλα ακριβά πράγματα.

Επειδή θέλει, όλη αυτή η εκθαμβωτική λάμψη να θυμίσει στους ανθρώπους την αιώνια λάμψη των ουρανών. Να τους τραβήξει έστω και για μία στιγμή, από τη γήινη αθλιότητά τους και να τους προειδοποιήσει για εκείνο τον άλλο κόσμο, την ουράνια πατρίδα τους, το βασίλειο της αιώνιας ευτυχίας και της αιώνιας χαράς. Να τους παρουσιάσει –όσο είναι δυνατό στη γη- με τρόπο υλικό και συμβολικό, εκείνη την πολυτέλεια και εκείνον τον πλούτο, που είναι γεμάτος ο πνευματικός κόσμος, και με τα οποία πρέπει να γεμίζει η ψυχή του χριστιανού, που είναι κλεισμένη στο σώμα, όπως είναι κλεισμένη μέσα στους πέτρινους τοίχους του ναού όλη εκείνη η λάμψη.

Όμως αυτό είναι μόνο μια γενική παρατήρηση. Το κάθε πράγμα ξεχωριστά, κάθε σχήμα, κάθε χρώμα, κάθε διακόσμηση, έχει στον ορθόδοξο ναό ιδιαίτερη πνευματική σημασία. Συνολικά και ξεχωριστά, λοιπόν, όλα αυτά συμβολικά εκφράζουν τη διδαχή, για την οδό της σωτηρίας, το σωτήριο δράμα της ζωής του Χριστού, τις υποσχέσεις του Χριστού, ή κάποιο μυστήριο του Ουράνιου Βασιλείου.

Εσείς νομίζετε πως όλα αυτά μπορούσαν να μεταμορφωθούν σε ψωμί και να φαγωθούν! Κι όταν φαγωθούν τότε τι; Εάν το σώμα φάει την πνευματική τροφή με τι θα τραφεί η ψυχή; Άραγε δεν ακούσατε εκείνο που άκουσε ολόκληρος ο κόσμος, πως οι άθεοι της Μόσχας όλα αυτά τα μεταμόρφωσαν σε ψωμί και τα έφαγαν, κι όμως τώρα πεινούν και μάλιστα πεινούν έτσι όπως στη Ρωσία δεν πεινούσαν ποτέ από την εποχή του Ασκόλδου και του Δίρου; «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. 4, 4). Εκτός από τον σωματικό άρτο, χρειάζεται και ο πνευματικός. Όλα τα πράγματα στον άγιο ναό, με τη σημασία τους, αποτελούν την πνευματική τροφή για τις ανθρώπινες ψυχές.

Μπείτε βαθύτερα στη χριστιανική διδασκαλία, η οποία για μάς τους ταξιδιώτες της γης είναι σημαντικότερη απ’ όλες τις άλλες διδασκαλίες και θα καταλάβετε. Και καταλαβαίνοντας θα πετάξετε τις τωρινές σκέψεις σας και θα τις αντικαταστήσετε με ορθές σκέψεις.

Ειρήνη σε σάς και ευλογία.

 




Η αγάπη προς τόν αδελφό καλλιεργεί τήν αγάπη προς τόν Θεό

agiosPorfirios2Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου

Ἕνα εἶναι τὸ ζητούμενο στὴ ζωή μας, ἡ ἀγάπη, ἡ λατρεία στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό. Ἔτσι μόνο θ’ ἀποκτήσομε τὴν χάρι, τὸν οὐρανό, τὴν αἰώνια ζωή.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ καλλιεργεῖ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Εἴμαστε εὐτυχισμένοι, ὅταν ἀγαπήσομε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους μυστικά. Θὰ νιώθομε τότε ὅτι ὅλοι μᾶς ἀγαποῦν. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὸν Θεό, ἂν δὲν περάσει ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους. Γιατί, «ὁ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὃν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;» (Α’ Ἰωάν. 4, 20). Ν’ ἀγαπᾶμε, νὰ θυσιαζόμαστε γιὰ ὅλους ἀνιδιοτελῶς, χωρὶς νὰ ζητᾶμε ἀνταπόδοση. Τότε ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος. Μιὰ ἀγάπη ποὺ ζητάει ἀνταπόδοση εἶναι ἰδιοτελής. Δὲν εἶναι γνήσια, καθαρή, ἀκραιφνής.

Νὰ τοὺς ἀγαπᾶτε καὶ νὰ τοὺς συμπονᾶτε ὅλους. «Καὶ εἴτε πάσχει ἓν μέλος, συμπάσχει πάντα τὰ μέλη, ὑμεῖς δέ ἐστε μέλη Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους» (Α’ Κορ. 12, 26-27). Αὐτὸ εἶναι Ἐκκλησία, ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ὁ ἄλλος νὰ αἰσθανόμαστε ὅτι εἴμαστε μέλη Χριστοῦ, ὅτι εἴμαστε ἕνα. Ἡ φιλαυτία εἶναι ἐγωισμός. Νὰ μὴ ζητᾶμε, «ἐγὼ νὰ σταθῶ, ἐγὼ νὰ πάω στὸν Παράδεισο», ἀλλὰ νὰ νιώθομε γιὰ ὅλους αὐτὴ τὴν ἀγάπη. Καταλάβατε; Αὐτὸ εἶναι ταπείνωση.

Ἔτσι, ἂν ζοῦμε ἑνωμένοι, θὰ εἴμαστε μακάριοι, θὰ ζοῦμε στὸν Παράδεισο. Ὁ κάθε διπλανός μας, ὁ κάθε πλησίον μας εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας» ( Ἐφ. 5, 30). Μπορῶ ν’ ἀδιαφορήσω γι’ αὐτόν, μπορῶ νὰ τὸν πικράνω, μπορῶ νὰ τὸν μισήσω; Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας μας. Νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα ἐν Θεῷ. Ἂν αὐτὸ κάνομε, γινόμαστε δικοί Του. Τίποτα καλύτερο δὲν ὑπάρχει ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἑνότητα. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Αὐτὸ εἶναι ἡ Ὀρθοδοξία. Αὐτὸ εἶναι ὁ Παράδεισος. Ἂς διαβάσομε ἀπ’ τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή. Προσέξτε τοὺς στίχους: «ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς… ἵνα πάντες ἕν ὦσι, καθὼς σύ, Πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί… ἵνα ὦσιν ἕν, καθὼς ἡμεῖς ἕν ἐσμέν… ἵνα ὦσι τετελειωμένοι εἰς ἕν… ἵνᾳ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ» (Ἰωάν. 17, 11• 21• 22• 23• 24).

Βλέπετε; Τὸ λέει καὶ τὸ ξαναλέει. Τονίζει τὴν ἑνότητα. Νὰ εἴμαστε ὅλοι ἕνα, ἕνα μὲ κεφαλὴ τὸν Χριστό! Ὅπως ἕνα εἶναι ὁ Χριστὸς μὲ τὸν Πατέρα. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μεγαλύτερο βάθος τοῦ μυστηρίου τῆς Ἐκκλησίας μας. Καμία θρησκεία δὲν λέγει κάτι τέτοιο. Κανεὶς δὲν ζητάει αὐτὴ τὴ λεπτότητα ποὺ ζητάει ὁ Χριστός, νὰ γίνομε ὅλοι ἕνα σὺν Χριστῷ. Ἐκεῖ βρίσκεται τὸ πλήρωμα. Σ’ αὐτὴ τὴν ἑνότητα, σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη, τὴν ἐν Χριστῷ. Καμία διάσπαση ἐκεῖ δὲν χωράει, κανεὶς φόβος. Οὔτε θάνατος, οὔτε διάβολος, οὔτε κόλαση. Μόνο ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, λατρεία Θεοῦ. Μπορεῖς νὰ φθάσεις νὰ λέεις τότε μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἔμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20).

Μποροῦμε πολὺ εὔκολα νὰ φθάσομε σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο. Ἀγαθὴ προαίρεση χρειάζεται κι ὁ Θεὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ ἔλθει μέσα μας. «Κρούει τὴν θύραν» καὶ «καινὰ ποιεῖ πάντα», ὅπως λέγει στὴν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου (Ἀποκ. 3, 20• 21, 5). Μεταβάλλεται ἡ σκέψη μας, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὴν κακία, γίνεται πιὸ καλή, πιὸ ἁγία, πιὸ εὔστροφος. Ἄν, ὅμως, δὲν ἀνοίξομε τοῦ κρούοντας τὴν θύραν, ἂν δὲν ἔχομε ἐκεῖνα ποὺ θέλει Αὐτός, ἂν δὲν εἴμαστε ἄξιοί Του, τότε δὲν μπαίνει στὴν καρδιά μας. Γιὰ νὰ γίνομε ὅμως ἄξιοί Του, πρέπει ν’ ἀποθάνομε κατὰ τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο, γιὰ νὰ μὴν ἀποθάνομε ποτὲ πλέον. Τότε θὰ ζοῦμε ἐν Χριστῷ ἐνσωματωμένοι μὲ ὅλο τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι θὰ ἔλθει ἡ θεία χάρις. Καὶ ἅμα θὰ ἔλθει ἡ χάρις, θὰ μᾶς τὰ δώσει ὅλα.

Στὸ Ἅγιον Ὅρος εἶδα κάποτε κάτι πού μοῦ ἄρεσε πολύ. Μέσα σὲ μία βάρκα στὴ θάλασσα μοναχοὶ κρατοῦσαν διάφορα ἱερὰ ἀντικείμενα. Καταγόταν ὁ καθένας ἀπὸ διαφορετικὸ τόπο, ἐν τούτοις ἔλεγαν, «αὐτὸ εἶναι δικό μας» καὶ ὄχι «δικό μου».

Ἂς σκορπίζομε σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη μας ἀνιδιοτελῶς.

Ὑπεράνω ὅλων ἡ ἀγάπη. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολεῖ, παιδιά μου, εἶναι ἡ ἀγάπη γιὰ τὸν ἄλλο, ἡ ψυχή του. Ὅ,τι κάνομε, προσευχή, συμβουλή, ὑπόδειξη, νὰ τὸ κάνομε μὲ ἀγάπη. Χωρὶς τὴν ἀγάπη ἡ προσευχὴ δὲν ὠφελεῖ, ἡ συμβουλὴ πληγώνει, ἡ ὑπόδειξη βλάπτει καὶ καταστρέφει τὸν ἄλλον, ποὺ αἰσθάνεται ἂν τὸν ἀγαπᾶμε ἢ δὲν τὸν ἀγαπᾶμε καὶ ἀντιδρᾶ ἀναλόγως. Ἀγάπη, ἀγάπη, ἀγάπη! Ἡ ἀγάπη στὸν ἀδελφὸ μᾶς προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσομε περισσότερο τὸν Χριστό. Ὡραῖο δὲν εἶναι;

Ἂς σκορπίζομε σὲ ὅλους τὴν ἀγάπη μας ἀνιδιοτελῶς, ἀδιαφορώντας γιὰ τὴ στάση τους. Ὅταν ἔλθει μέσα μας ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ ἐνδιαφερόμαστε ἃν μᾶς ἀγαπᾶνε ἢ ὄχι, ἃν μᾶς μιλᾶνε μὲ καλοσύνη. Θὰ νιώθομε τὴν ἀνάγκη ἐμεῖς νὰ τοὺς ἀγαπᾶμε ὅλους. Εἶναι ἐγωισμὸς νὰ θέλομε οἱ ἄλλοι νὰ μᾶς μιλᾶνε μὲ καλοσύνη. Ἂς μή μᾶς στενοχωρεῖ τὸ ἀντίθετο. Ἂς ἀφήσομε τοὺς ἄλλους νὰ μᾶς μιλᾶνε ὅπως αἰσθάνονται. Ἂς μὴ ζητιανεύομε τὴν ἀγάπη. Ἐπιδίωξή μας νὰ εἶναι ν’ ἀγαπᾶμε καὶ νὰ προσευχόμαστε μὲ ὅλη μας τὴν ψυχὴ γιὰ κείνους. Τότε θὰ προσέξομε ὅτι ὅλοι θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώκομε, χωρὶς καθόλου νὰ ζητιανεύομε τὴν ἀγάπη τους. Θὰ μᾶς ἀγαπᾶνε ἐλεύθερα καὶ εἰλικρινὰ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς τους χωρὶς νὰ τοὺς ἐκβιάζομε. Ὅταν ἀγαπᾶμε χωρὶς νὰ ἐπιδιώκομε νὰ μᾶς ἀγαπᾶνε, θὰ μαζεύονται ὅλοι κοντά μας σὰν τὶς μέλισσες. Αὐτὸ ἰσχύει γιὰ ὅλους μας.

Ἂν ὁ ἀδελφός σου σ’ ἐνοχλεῖ, σὲ κουράζει, νὰ σκέπτεσαι: «Τώρα μὲ πονάει τὸ μάτι μου, τὸ χέρι μου, τὸ πόδι μου• πρέπει νὰ τὸ περιθάλψω μ’ ὅλη μου τὴν ἀγάπη» (Πρβλ. Α’ Κορ. 12,21). Νὰ μὴ σκεπτόμαστε, ὅμως, οὔτε ὅτι θὰ ἀμειφθοῦμε γιὰ τὰ δῆθεν καλά, οὔτε ὅτι θὰ τιμωρηθοῦμε γιὰ τὰ κακὰ ποὺ διαπράξαμε. Ἔρχεσαι εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας, ὅταν ἀγαπάς μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Τότε δὲν ζητάεις νὰ σ’ ἀγαπᾶνε, αὐτὸ εἶναι κακό. Ἐσὺ ἀγαπάεις, ἐσὺ δίνεις τὴν ἀγάπη σου• αὐτὸ εἶναι τὸ σωστό. Ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται νὰ σωθοῦμε. Ὁ Θεὸς τὸ θέλει. Ὅπως λέει ἡ Ἁγία Γραφή: «… πάντας θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» (A’ Τιμ. 2,4).

«…μηδενὶ μηδὲν ὀφείλομεν, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους»

Ὅταν κάποιος μᾶς ἀδικήσει μ’ ὁποιονδήποτε τρόπο, μὲ συκοφαντίες, μὲ προσβολές, νὰ σκεπτόμαστε ὅτι εἶναι ἀδελφός μας ποὺ τὸν κατέλαβε ὁ ἀντίθετος. Ἔπεσε θύμα τοῦ ἀντιθέτου. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸν συμπονέσομε καὶ νὰ παρακαλέσομε τὸν Θεὸ νὰ ἐλεήσει κι ἐμᾶς κι αὐτὸν κι ὁ Θεὸς θὰ βοηθήσει καὶ τοὺς δύο. Ἄν, ὅμως, ὀργισθοῦμε ἐναντίον του, τότε ὁ ἀντίθετος ἀπὸ κεῖνον θὰ πηδήσει σ’ ἐμᾶς καὶ θὰ μᾶς παίζει καὶ τοὺς δύο. Ὅποιος κατακρίνει τοὺς ἄλλους, δὲν ἀγαπάει τὸν Χριστό. Ὁ ἐγωισμὸς φταίει. Από κεῖ ξεκινάει ἡ κατάκριση. Θὰ σᾶς πῶ ἕνα μικρὸ παράδειγμα.

Ἂς ὑποθέσομε ὅτι ἕνας ἄνθρωπος βρίσκεται μόνος του στὴν ἔρημο. Δὲν ὑπάρχει κανείς. Ξαφνικὰ ἀκούει κάποιον ἀπὸ μακριὰ νὰ κλαίει καὶ νὰ φωνάζει. Πλησιάζει κι ἀντικρίζει ἕνα φοβερὸ θέαμα: μία τίγρις ἔχει ἁρπάξει ἕναν ἄνθρωπο καὶ τὸν καταξεσχίζει μὲ μανία. Ἐκεῖνος ἀπελπισμένος ζητάει βοήθεια. Σὲ λίγα λεπτὰ θὰ τὸν κατασπαράξει. Τί νὰ κάνει, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσει; Νὰ τρέξει κοντά του; Πῶς; Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον. Νὰ φωνάξει; Ποιόν; Κανεὶς ἄλλος δὲν ὑπάρχει. Μήπως θὰ πάρει καμιὰ πέτρα νὰ τήνε ρίξει στὸν ἄνθρωπο καὶ νὰ τὸν ἀποτελειώσει; «Ὄχι, βέβαια!», θὰ ποῦμε. Κι ὅμως αὐτὸ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει, ὅταν δὲν καταλαβαίνομε ὅτι ὁ ἄλλος πού μᾶς φέρεται ἄσχημα κατέχεται ἀπὸ τὸν διάβολο, τὴν τίγρη. Μᾶς διαφεύγει ὅτι, ὅταν κι ἐμεῖς τὸν ἀντιμετωπίζομε χωρὶς ἀγάπη, εἶναι σὰν νὰ τοῦ ρίχνομε πέτρες πάνω στὶς πληγές του, ὁπότε τοῦ κάνομε πολὺ κακὸ καὶ ἡ «τίγρις» μεταπηδάει σ’ ἐμᾶς καὶ κάνομε κι ἐμεῖς ὅ,τι ἐκεῖνος καὶ χειρότερα. Τότε, λοιπόν, ποιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ ἔχομε γιὰ τὸν πλησίον μας καί, πολὺ περισσότερο, γιὰ τὸν Θεό;

Νὰ αἰσθανόμαστε τὴν κακία τοῦ ἄλλου σὰν ἀρρώστια ποὺ τὸν βασανίζει καὶ ὑποφέρει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ. Γι’ αὐτὸ νὰ βλέπομε τοὺς ἀδελφούς μας μὲ συμπάθεια καὶ νὰ τοὺς φερόμαστε μὲ εὐγένεια λέγοντας μέσα μας μὲ ἁπλότητα τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ», γιὰ νὰ δυναμώσει μὲ τὴ θεία χάρι ἡ ψυχή μας καὶ νὰ μὴν κατακρίνομε κανένα. Ὅλους γιὰ ἁγίους νὰ τοὺς βλέπομε. Ὅλοι μας μέσα φέρομε τὸν ἴδιο παλαιὸ ἄνθρωπο. Ὁ πλησίον, ὅποιος κι ἂν εἶναι, εἶναι «σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας», εἶναι ἀδελφός μας καὶ «μηδενὶ μηδὲν ὀφείλομεν, εἰ μὴ τὸ ἀγαπᾶν ἀλλήλους», σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο (Ρωμ. 13,8). Δὲν μποροῦμε ποτὲ νὰ κατηγορήσομε τοὺς ἄλλους, γιατί «οὐδεὶς τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν» (Ἐφ. 5, 29).

Ὅταν κάποιος ἔχει ἕνα πάθος, νὰ προσπαθοῦμε νὰ τοῦ ρίχνομε ἀκτίνες ἀγάπης κι εὐσπλαγχνίας, γιὰ νὰ θεραπεύεται καὶ νὰ ἐλευθερώνεται. Μόνο μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ γίνονται αὐτά. Νὰ σκέπτεσθε ὅτι αὐτὸς ὑποφέρει περισσότερο ἀπὸ ἐσᾶς. Στὸ κοινόβιο, ὅταν κάποιος φταίει, νὰ μὴν τοῦ ποῦμε ὅτι φταίει. Νὰ στεκόμαστε μὲ προσοχή, σεβασμὸ καὶ προσευχή. Ἐμεῖς νὰ προσπαθοῦμε νὰ μὴν τὸ κάνομε τὸ κακό. Ὅταν ὑπομένομε τὴν ἀντιλογία τοῦ ἀδελφοῦ, λογίζεται μαρτύριο. Νὰ τὸ κάνομε μὲ χαρά.

Ὁ χριστιανὸς εἶναι εὐγενής. Νὰ προτιμᾶμε ν’ ἀδικούμαστε. Ἅμα ἔλθει μέσα μας τὸ καλό, ἡ ἀγάπη, ξεχνᾶμε τὸ κακὸ πού μᾶς κάνανε. Ἐδῶ κρύβεται τὸ μυστικό. Ὅταν τὸ κακὸ ἔρχεται ἀπὸ μακριά, δὲν μπορεῖτε νὰ τὸ ἀποφύγετε. Ἡ μεγάλη τέχνη εἶναι, ὅμως, νὰ τὸ περιφρονήσετε. Μὲ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ θὰ τὸ βλέπετε, δὲν θὰ σᾶς ἐπηρεάζει, διότι θὰ εἶστε πλήρεις χάριτος.

Στὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ ὅλα εἶναι ἀλλιώτικα. Ἐκεῖ κανεὶς τὰ δικαιολογεῖ στοὺς ἄλλους ὅλα.Ὅλα! Τί εἴπαμε; «Ὁ Χριστὸς βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους» (Ματθ. 5,45). Ἐγὼ ἐσένα βγάζω φταίχτη, ἔστω κι ἄν μοῦ λέεις ὅτι φταίει ὁ τάδε ἢ ἡ τάδε. Τελικὰ σὲ κάτι φταίεις καὶ τὸ βρίσκεις, ὅταν σοῦ τὸ πῶ. Αὐτὴ τὴ διάκριση ν’ ἀποκτήσετε στὴ ζωή σας. Νὰ ἐμβαθύνετε στὸ καθετὶ καὶ νὰ μὴν τὰ βλέπετε ἐπιφανειακά. Ἂν δὲν πᾶμε στὸν Χριστό, ἂν δὲν ὑπομένομε, ὅταν πάσχομε ἀδίκως, θὰ βασανιζόμαστε συνέχεια. Τὸ μυστικὸ εἶναι ν’ ἀντιμετωπίζει κανεὶς τὶς καταστάσεις μὲ πνευματικὸ τρόπο. Κάτι παρόμοιο γράφει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος:

«Ὅλους τοὺς πιστοὺς ὀφείλομε νὰ τοὺς βλέπομε σὰν ἕνα καὶ νὰ σκεπτόμαστε ὅτι στὸν καθένα ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι ὁ Χριστός. Καὶ νὰ ἔχομε γιὰ τὸν καθένα τέτοια ἀγάπη, ὥστε νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ θυσιάσομε γιὰ χάρη του καὶ τὴ ζωή μας. Γιατί ὀφείλομε νὰ μὴ λέμε, οὔτε νὰ θεωροῦμε κανένα ἄνθρωπο κακό, ἀλλὰ ὅλους νὰ τοὺς βλέπομε ὡς καλούς. Κι ἂν δεῖς ἕναν ἀδελφὸ νὰ ἐνοχλεῖται ἀπὸ πάθη, νὰ μὴν τὸν μισήσεις αὐτὸν• μίσησε τὰ πάθη ποὺ τὸν πολεμοῦν. Κι ἂν τὸν δεῖς νὰ τυραννεῖται ἀπὸ ἐπιθυμίες καὶ συνήθειες προηγουμένων ἁμαρτιῶν, περισσότερο σπλαγχνίσου τον, μὴν τυχὸν δοκιμάσεις καὶ σὺ πειρασμό, ἀφοῦ εἶσαι ἀπὸ ὑλικὸ ποὺ εὔκολα γυρίζει ἀπὸ τὸ καλὸ στὸ κακό”. Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφὸ σὲ προετοιμάζει ν’ ἀγαπήσεις περισσότερο τὸν Θεό. Τὸ μυστικό, λοιπόν, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν ἀδελφό. Γιατί, ἂν δὲν ἀγαπάεις τὸν ἀδελφό σου ποὺ τὸν βλέπεις, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγαπάεις τὸν Θεὸ ποὺ δὲν Τὸν βλέπεις; ” Ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ὰδελφὸν αὐτοῦ, ὅν ἑώρακε, τὸν Θεόν, ὅν οὐχ ἑώρακε, πῶς δύναται ἀγαπᾶν;”»

Ν’ ἀγωνιζόμαστε νὰ στέλνομε τὴν ἀγαθή μας διάθεση

Νὰ ἔχομε ἀγάπη, πραότητα, εἰρήνη. Ἔτσι βοηθᾶμε τὸν συνάνθρωπό μας, ὅταν κυριεύεται ἀπ’ τὸ κακό. Μυστικὰ ἀκτινοβολεῖ τὸ παράδειγμα, ὄχι μόνον ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι παρών, ἀλλὰ κι ὅταν δὲν εἶναι. Ν’ ἀγωνιζόμαστε νὰ στέλνομε τὴν ἀγαθή μας διάθεση. Ἀκόμη καὶ λόγια ὅταν λέμε γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου, ποὺ δὲν τὴν ἐγκρίνομε, αὐτὸς τὸ καταλαβαίνει καὶ τὸν ἀπωθοῦμε. Ἐνῶ ἂν εἴμαστε ἐλεήμονες καὶ τὸν συγχωροῦμε, τὸν ἐπηρεάζομε —ὅπως τὸν ἐπηρεάζει καὶ τὸ κακὸ— κι ἂς μὴ μᾶς βλέπει.

Νὰ μὴν ἀγανακτοῦμε μ’ ἐκείνους ποὺ εἶναι βλάσφημοι, ἀντίθεοι, διῶκτες κ.λπ. Ἡ ἀγανάκτηση κάνει κακό. Τὰ λόγια τους, τὴν κακία τους νὰ μισήσομε, τὸν ἄνθρωπο, ὅμως, ποὺ τὰ εἶπε νὰ μὴν τὸν μισήσομε, οὔτε ν’ ἀγανακτήσομε ἐναντίον του. Νὰ προσευχηθοῦμε γι’αὐτόν. Ὁ χριστιανὸς ἔχει ἀγάπη καὶ εὐγένεια καὶ φέρεται ἀνάλογα.

Ὅπως ἕνας ἀσκητής, χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανείς, ὠφελεῖ τὸν κόσμο, διότι τὸ κύμα τῆς προσευχῆς του ἐπηρεάζει τὸν ἄλλο, μεταφέρει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον στὸν κόσμο, ἔτσι κι ἐσεῖς νὰ σκορπᾶτε τὴν ἀγάπη σας, χωρὶς νὰ περιμένετε ἀνταπόδοση, μὲ τὴν ἀγάπη, τὴν ὑπομονή, τὸ μειδίαμα…

Ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ εἶναι ἀκραιφνής. Καὶ μόνον ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἀκραιφνὴς ἀγάπη. Στὸ πρόσωπο πού μᾶς κουράζει καὶ μᾶς δυσκολεύει ἡ ἀγάπη πρέπει νὰ προσφέρεται μὲ ἁπαλὸ τρόπο, χωρὶς ὁ ἄλλος νὰ καταλαβαίνει ὅτι κάνομε προσπάθεια γιὰ νὰ τὸν ἀγαπήσομε. Καὶ νὰ μὴν πολυεκδηλωνόμαστε ἐξωτερικά, γιατί τότε τὸν κάνομε ν’ ἀντιδρᾶ. Ἡ σιωπὴ σώζει ἀπ’ ὅλα τὰ κακά. Ἐγκράτεια τῆς γλώσσης —μέγα πράγμα! Κατὰ ἕνα μυστικὸ τρόπο, ἡ σιωπὴ ἀκτινοβολεῖ στὸν πλησίον. Νὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰ ἱστορία.

Μιὰ μοναχή, ποὺ ἤθελε πολὺ τὴν τάξη, εἶπε στὸν Γέροντά της ἀγανακτισμένη:

— Ἡ τάδε ἀδελφή μᾶς ἀναστατώνει στὸ μοναστήρι μὲ τὶς δυσκολίες της καὶ τὸ χαρακτήρα της. Δὲν μποροῦμε νὰ τὴν ὑποφέρομε.

Κι ὁ Γέροντας ἀπάντησε:

— Ἐσὺ εἶσαι χειρότερη ἀπ’ αὐτήν.

Ἡ μοναχὴ στὴν ἀρχὴ ἀντέδρασε καὶ ἐξεπλάγη, ἀλλὰ μετὰ τὶς ἐξηγήσεις τοῦ Γέροντα τὸ κατάλαβε καὶ εὐχαριστήθηκε πολύ. Τῆς εἶπε, δηλαδή, ὁ Γέροντας:

— Ἐνῶ ἐκείνη τὴν κυριεύει τὸ κακὸ πνεῦμα καὶ φέρεται ἄσχημα, κυριεύει κι ἐσένα, ποὺ εἶσαι τάχα σὲ καλύτερη κατάσταση, καὶ σᾶς παίζει καὶ τὶς δύο. Ἡ ἀδελφὴ ἔρχεται σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση χωρὶς νὰ τὸ θέλει, ἀλλὰ κι ἐσὺ μὲ τὴν ἀντίδρασή σου καὶ τὴν ἔλλειψη τῆς ἀγάπης σου κάνεις τὸ ἴδιο. Ἔτσι οὔτε κι αὐτὴν ὠφελεῖς κι ἐσὺ βλάπτεσαι.

Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικὰ.

Ὅταν βλέπομε τοὺς συνανθρώπους μας νὰ μὴν ἀγαποῦν τὸν Θεό, στενοχωρούμαστε. Μὲ τὴ στενοχώρια δὲν κάναμε ἀπολύτως τίποτα. Οὔτε καὶ μὲ τὶς ὑποδείξεις. Οὔτε αὐτὸ εἶναι σωστό. Ὑπάρχει ἕνα μυστικό• ἂν τὸ καταλάβομε, θὰ βοηθήσομε. Τὸ μυστικὸ εἶναι ἡ προσευχή μας, ἡ ἀφοσίωσή μας στὸν Θεό, ὥστε νὰ ἐνεργήσει ἡ χάρις Του. Ἐμεῖς, μὲ τὴν ἀγάπη μας, μὲ τὴ λαχτάρα μας στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θὰ προσελκύσομε τὴν χάρι, ὥστε νὰ περιλούσει τοὺς ἄλλους, ποὺ εἶναι πλησίον μας, νὰ τοὺς ξυπνήσει, νὰ τοὺς διεγείρει πρὸς τὸ θεῖο ἔρωτα. Ἤ, μᾶλλον, ὁ Θεὸς θὰ στείλει τὴν ἀγάπη Του νὰ τοὺς ξυπνήσει ὅλους. Ὅ,τι ἐμεῖς δὲν μποροῦμε, θὰ τὸ κάνει ἡ χάρις Του. Μὲ τὶς προσευχές μας θὰ κάνομε ὅλους ἀξίους τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Νὰ γνωρίζετε καὶ τὸ ἄλλο. Οἱ ψυχὲς οἱ πεπονημένες, οἱ ταλαιπωρημένες, ποὺ ταλαιπωροῦνται ἀπὸ τὰ πάθη τους, αὐτὲς κερδίζουν πολὺ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Κάτι τέτοιοι γίνονται ἅγιοι καὶ πολλὲς φορὲς ἐμεῖς τοὺς κατηγοροῦμε. Θυμηθεῖτε τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, τί λέγει: «Οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις» (Ρωμ. 5,20). Ὅταν τὸ θυμᾶστε αὐτό, θὰ αἰσθάνεσθε ὅτι αὐτοὶ εἶναι πιὸ ἄξιοι κι ἀπό σᾶς κι ἀπὸ μένα. Τοὺς βλέπομε ἀδύνατους, ἀλλὰ ὅταν ἀνοίξουνε στὸν Θεό, γίνονται πλέον ὅλο ἀγάπη κι ὅλο θεῖο ἔρωτα. Ἐνῶ εἴχανε συνηθίσει ἀλλιῶς, τὴ δύναμη τῆς ψυχῆς τους τὴ δίδουν μετὰ ὅλη στὸν Χριστὸ καὶ γίνονται φωτιὰ ἀπὸ ἀγάπη Χριστοῦ. Ἔτσι λειτουργεῖ τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σὲ τέτοιες ψυχές, ποὺ λέμε «πεταμένες».

Νὰ μὴν ἀποθαρρυνόμαστε, οὔτε νὰ βιαζόμαστε, οὔτε νὰ κρίνομε ἀπὸ πράγματα ἐπιφανειακὰ κι ἐξωτερικά. Ἄν, γιὰ παράδειγμα, βλέπετε μία γυναίκα γυμνὴ ἢ ἄσεμνα ντυμένη, νὰ μὴ μένετε στὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ νὰ μπαίνετε στὸ βάθος, στὴν ψυχή της. Ἴσως εἶναι πολὺ καλὴ ψυχὴ κι ἔχει ὑπαρξιακὲς ἀναζητήσεις, ποὺ τὶς ἐκδηλώνει μὲ τὴν ἔξαλλη ἐμφάνιση. Ἔχει μέσα της δυναμισμό, ἔχει τὴ δύναμη τῆς προβολῆς, θέλει νὰ ἑλκύσει τὰ βλέμματα τῶν ἄλλων. Ἀπό ἄγνοια, ὅμως, ἔχει διαστρέψει τὰ πράγματα. Σκεφθεῖτε αὐτὴ νὰ γνωρίσει τὸν Χριστό. Θὰ πιστέψει, κι ὅλη αὐτὴ τὴν ὁρμὴ θὰ τὴ στρέψει στὸν Χριστό. Θὰ κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ ἑλκύσει τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ. Θὰ γίνει ἁγία.

Εἶναι ἕνα εἶδος προβολῆς τοῦ ἑαυτοῦ μας νὰ ἐπιμένομε νὰ γίνουν οἱ ἄλλοι καλοί. Στὴν πραγματικότητα, θέλομε ἐμεῖς νὰ γίνομε καλοὶ κι ἐπειδὴ δὲν μποροῦμε, τὸ ἀπαιτοῦμε ἀπ’ τοὺς ἄλλους κι ἐπιμένομε σ’ αὐτό. Κι ἐνῶ ὅλα διορθώνονται μὲ τὴν προσευχή, ἐμεῖς πολλὲς φορὲς στενοχωρούμεθα κι ἀγανακτοῦμε καὶ κατακρίνομε.

Πολλὲς φορὲς μὲ τὴν ἀγωνία μας καὶ τοὺς φόβους μας καὶ τὴν ἄσχημη ψυχική μας κατάσταση, χωρὶς νὰ τὸ θέλομε καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνομε, κάνομε κακὸ στὸν ἄλλον, ἔστω κι ἂν τὸν ἀγαπᾶμε πάρα πολύ, ὅπως, παραδείγματος χάριν, ἡ μάνα τὸ παιδί της. Ἡ μάνα μεταδίδει στὸ παιδὶ ὅλο τὸ ἄγχος της γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν ὑγεία του, γιὰ τὴν πρόοδό του, ἔστω κι ἂν δὲν τοῦ μιλάει, ἔστω κι ἂν δὲν ἐκδηλώνει αὐτὸ ποὺ ἔχει μέσα της. Αὐτὴ ἡ ἀγάπη, ἡ φυσικὴ ἀγάπη δηλαδή, μπορεῖ κάποτε νὰ βλάψει. Δὲν συμβαίνει, ὅμως, τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ποὺ συνδυάζεται μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν ἁγιότητα τοῦ βίου. Ἡ ἀγάπη αὐτὴ κάνει ἅγιο τὸν ἄνθρωπο, τὸν εἰρηνεύει, διότι ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός.

Ἡ ἀγάπη νὰ εἶναι μόνον ἐν Χριστῷ. Γιὰ νὰ ὠφελήσεις τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ ζεῖς μέσα στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀλλιῶς δὲν μπορεῖς νὰ ὠφελήσεις τὸν συνάνθρωπό σου. Δὲν πρέπει νὰ βιάζεις τὸν ἄλλο. Θὰ ἔλθει ἡ ὥρα του, θὰ ἔλθει ἡ στιγμή, ἀρκεῖ νὰ προσεύχεσαι γι’ αὐτόν. Μὲ τὴ σιωπή, τὴν ἀνοχὴ καὶ κυρίως μὲ τὴν προσευχὴ ὠφελοῦμε τὸν ἄλλον μυστικά. Ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ καθαρίζει τὸν ὁρίζοντα τοῦ νοῦ του καὶ τὸν βεβαιώνει γιὰ τὴν ἀγάπη Του. Ἐδῶ εἶναι τὸ λεπτὸ σημεῖο. Ἅμα δεχθεῖ ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, τότε ἕνα ἄπλετο φῶς θὰ ἔλθει πάνω του, ποὺ δὲν τὸ ἔχει δεῖ ποτέ. Θὰ βρεῖ ἔτσι τὴ σωτηρία.

Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλὸ παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας.

Νὰ εἴμαστε ζηλωταί. Ζηλωτὴς εἶναι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπάει ὁλόψυχα τὸν Χριστὸ καὶ στὸ ὄνομά Του διακονεῖ τὸν ἄνθρωπο. Ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ στοὺς ἀνθρώπους• αὐτὸ εἶναι ζευγάρι, δὲν χωρίζει. Πάθος, πόθος, δάκρυα, μὲ κατάνυξη, ὄχι σκόπιμα. Ὅλα ἀπὸ καρδιά!

Ὁ φανατισμὸς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν Χριστό. Νὰ εἶσαι χριστιανὸς ἀληθινός. Τότε κανένα δὲν θὰ παρεξηγεῖς, ἀλλὰ «ἡ ἀγάπη σου πάντα θὰ στέγει» (A’Kορ. 13,7). Καὶ στὸν ἀλλόθρησκο, χριστιανός. Δηλαδὴ νὰ τὸν τιμάεις ἄσχετα μὲ τὴ θρησκεία του μὲ ἕναν εὐγενικὸ τρόπο. Μπορεῖς νὰ περιποιηθεῖς ἕναν Ὀθωμανό, ὅταν ἔχει ἀνάγκη, νὰ τοῦ μιλήσεις, ν’ ἀναστραφεῖς μαζί του. Νὰ ὑπάρχει σεβασμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἄλλου. Ὅπως ὁ Χριστὸς «ἵσταται ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούει», χωρὶς νὰ τὴν παραβιάζει, ἀλλὰ περιμένει τὴν ψυχὴ μόνη της κι ἐλεύθερα νὰ Τὸν δεχθεῖ, ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ στεκόμαστε μπροστὰ στὴν κάθε ψυχή.

Στὴν ἱεραποστολικὴ προσπάθεια νὰ ὑπάρχει λεπτὸς τρόπος, ὥστε οἱ ψυχὲς νὰ δέχονται ὅ,τι προσφέρομε, λόγια, βιβλία, χωρὶς ν’ ἀντιδροῦν. Καὶ κάτι ἀκόμη. Λίγα λόγια. Τὰ λόγια ἠχοῦν στ’ αὐτιὰ καὶ ἐκνευρίζουν πολλὲς φορές. Ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ζωὴ ἔχουν ἀπήχηση. Ἡ ζωὴ συγκινεῖ, ἀναγεννᾶ καὶ ἀλλοιώνει, ἐνῶ τὰ λόγια μένουν ἄκαρπα. Ἡ καλύτερη ἱεραποστολὴ γίνεται μὲ τὸ καλό μας παράδειγμα, τὴν ἀγάπη μας, τὴν πραότητά μας. Ἀκοῦστε ἕνα σχετικὸ παράδειγμα.

Κάποτε ἕνας παπὰς εἶχε πάει σὲ μία ὁμιλία μὲ μορφωμένους, τὸν εἶχε πάρει μαζί του ἕνας ἐξάδελφός του. Ὁ ὁμιλητὴς εἶπε πολλὰ πάνω σ’ ἕνα θέμα μαρξιστικό. Οἱ ἀκροατές του ἐνθουσιάσθηκαν καὶ τὸν ἐχειροκρότησαν στὸ τέλος. Ἀλλά, ὅπως ἦταν ἀκόμη πάνω στὴν ἕδρα, εἶδε τὸν παπὰ καὶ εἶπε:

— Ἔχομε κι ἕναν παπὰ στὴν ὁμιλία μας. Ἂν μπορεῖ, νὰ μᾶς ἔλεγε τὸ θέμα ἀπὸ θρησκευτικῆς καὶ φιλοσοφικῆς πλευρᾶς.

Τὸ εἶπε εἰρωνικὰ νομίζοντας ὅτι θὰ τὸν ταπεινώσει καὶ θὰ ἐξευτελίσει τὴν Ἐκκλησία. Ὁ παπὰς σηκώθηκε καὶ εἶπε:

— Τί νὰ σοῦ πῶ ἐγώ, παιδί μου, δὲν ξέρω, ἀλλὰ ἔχω ἀκούσει, ὁ τάδε σοφὸς λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ τάδε λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ τάδε λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ τάδε… κ.λπ., κ.λπ. Ὁ Μωυσῆς λέει ἔτσι κι ἔτσι στὴν τάδε σελίδα, ὁ Ἠσαΐας, ὁ Δαβίδ, ὁ Χριστός. Συνέχισε λέγοντας αὐτὸ τὸ χωρίο ἀπὸ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο: «…ποῦ σοφός; ποῦ γραμματεύς; ποῦ συζητητὴς τοῦ αἰῶνος τούτου; οὐχὶ ἐμώρανεν ὁ Θεὸς τὴν σοφίαν τοῦ κόσμου τούτου;… τὰ μωρὰ τοῦ κόσμου ἔξελέξατο ὁ Θεός, ἴνα τοὺς σοφοὺς καταισχύνη… ὅπως μὴ καυχήσηται πᾶσα σὰρξ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ» (Α’Κόρ. 1, 20•27•29).

Ἔκλεισε τὸ στόμα ὁ «σοφός», ὁ ὁμιλητής.Τὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ παπὰς τὰ εἶπε μὲ πραότητα καὶ χωρὶς ἐγωισμό. Ἦταν δεσπότης τοῦ Πατριαρχείου. Ὅταν τελείωσε, εἶπε:

— Ἐγὼ δὲν ξέρω τίποτα. Ἐσεῖς κρίνετε ποιὸ εἶναι τὸ σωστό.

Εἶπε στὸ τέλος ὁ ὁμιλητὴς ντροπιασμένος:

— Πολὺ καλά μᾶς τὰ εἶπε ὁ παπάς! Τ’ ἀναίρεσε ὅλὰ τὰ δικά μου.

Εἶναι σπουδαῖο πράγμα ἡ κατάρτιση, ὅταν συνδυάζεται μὲ τὴν πραότητα, τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη. Αὐτὰ ἰσχύουν γιὰ ὅλες τὶς περιπτώσεις. Νὰ μιλᾶτε, ὅταν ἔχετε σχετικὴ κατάρτιση στὸ θέμα. Ἂν δὲν ἔχετε, νὰ μιλᾶτε μὲ τὸ παράδειγμά σας.

Στὶς συζητήσεις λίγα λόγια γιὰ τὴ θρησκεία καὶ θὰ νικήσετε. Ἀφῆστε ἐκεῖνον ποὺ ἔχει ἄλλη γνώμη νὰ ξεσπάσει, νὰ πεῖ, νὰ πεῖ… Νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι ἔχει νὰ κάνει μ’ ἕναν ἤρεμο ἄνθρωπο. Νὰ ἐπιδράσετε μὲ τὴν καλοσύνη σας καὶ τὴν προσευχή σας κι ἔπειτα τοῦ μιλᾶτε λίγο. Δὲν κάνετε τίποτα, ἂν τὰ πεῖτε ἔντονα, ἂν τοῦ πεῖτε, παραδείγματος χάριν, «εἶπες ψέμα!». Καὶ τί θὰ βγεῖ; Εἶστε «ὡς πρόβατα ἐν μέσῳ λύκων» (Ματθ. 10, 16). Τί νὰ κάνετε; Ν’ ἀδιαφορεῖτε ἐξωτερικά, ἀλλὰ νὰ προσεύχεσθε μέσα σας. Νὰ εἶστε ἕτοιμοι, καταρτισμένοι, μὲ παρρησία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἁγιότητα, πραότητα, προσευχή. Γιὰ νὰ κάνετε αὐτὸ ὅμως, πρέπει νὰ γίνετε ἅγιοι.

Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστὸ δὲν ἔχει ὅρια, τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Νὰ ἐκτείνεται παντοῦ, στὰ πέρατα τῆς γῆς. Παντοῦ, σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ἐγὼ ἤθελα νὰ πάω νὰ ζήσω μαζὶ μὲ τοὺς χίπηδες στὰ Μάταλα χωρίς, βέβαια, ἁμαρτίες, γιὰ νὰ τοὺς δείξω τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πόσο εἶναι μεγάλη καὶ πῶς μπορεῖ νὰ τοὺς ἀλλάξει, νὰ τοὺς μεταμορφώσει. Ἡ ἀγάπη εἶναι πάνω ἀπ’ ὅλα. Θὰ σᾶς τὸ πῶ μ’ ἕνα παράδειγμα.

– Ἦταν ἕνας ἀσκητὴς κι εἶχε δυὸ ὑποτακτικούς. Προσπαθοῦσε πολὺ νὰ τοὺς ὠφελήσει καὶ νὰ τοὺς κάνει καλούς. Εἶχε, ὅμως, τὴν ἀνησυχία ἂν ὄντως προχωροῦν στὴν πνευματικὴ ζωή, ἂν προοδεύουν κι ἂν εἶναι ἕτοιμοι γιὰ τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Περίμενε ἕνα σημάδι γι’ αὐτὸ ἀπ’ τὸν Θεό, ἀλλὰ δὲν ἔπαιρνε καμία ἀπάντηση. Κάποια ἡμέρα θὰ γινόταν ἀγρυπνία στὴν ἐκκλησία μίας ἄλλης σκήτης, ποὺ ἀπεῖχε πολλὲς ὧρες ἀπ’ τὴ δική τους. Ἔπρεπε νὰ γίνει πορεία μὲς στὴν ἔρημο. Ἔστειλε τοὺς ὑποτακτικούς του ἀπ’ τὸ πρωί, ὥστε νὰ φθάσουν νωρίς, γιὰ νὰ τακτοποιήσουν τὴν ἐκκλησία, κι ὁ Γέροντας θὰ πήγαινε τ’ ἀπόγευμα. Οἱ ὑποτακτικοὶ εἶχαν προχωρήσει ἀρκετά, ὅταν ξαφνικὰ ἄκουσαν βογγητά. Ἦταν ἕνας ἄνθρωπος βαριὰ τραυματισμένος καὶ ζητοῦσε βοήθεια:

— Πάρτε με, σᾶς παρακαλῶ, τοὺς ἔλεγε, γιατί ἐδῶ εἶναι ἐρημιά, κανεὶς δὲν περνάει, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ μὲ βοηθήσει; Ἐσεῖς εἶστε δυό. Σηκῶστε μὲ καὶ ὁδηγῆστε με στὸ πρῶτο χωριό.

— Δὲν μποροῦμε! τοῦ εἶπαν. Βιαζόμαστε νὰ πᾶμε γιὰ τὴν ἀγρυπνία, ἔχομε πάρει ἐντολὴ νὰ ἑτοιμάσομε.

— Πάρτε με, σᾶς παρακαλῶ! Ἂν μ’ ἀφήσετε, θὰ πεθάνω, θὰ μὲ φᾶνε τὰ θηρία.

— Δὲν μποροῦμε! Τί νὰ κάνομε, πρέπει νὰ πᾶμε στὸ καθῆκον μας.

Κι ἔφυγαν. Τ’ ἀπόγευμα ξεκίνησε ὁ Γέροντας γιὰ τὴν ἀγρυπνία. Πέρασε ἀπ’τὸν ἴδιο δρόμο. Ἔφθασε καὶ στὸ μέρος ποὺ ἦταν ὁ τραυματισμένος. Τὸν βλέπει, τὸν πλησιάζει καὶ τοῦ λέει:

— Τί ἔπαθες, ἄνθρωπε τοῦ Θεοῦ; Τί ἔχεις; Ἀπὸ πότε εἶσαι ἐδῶ; Δὲν σὲ εἶδε κανείς;

— Πέρασαν τὸ πρωὶ δύο μοναχοὶ καὶ τοὺς παρακάλεσα νὰ μὲ βοηθήσουν, ἀλλὰ βιαζόντουσαν νὰ πᾶνε στὴν ἀγρυπνία.

— Θὰ σὲ πάρω ἐγώ. Μὴν ἀνησυχεῖς! τοῦ λέει.

— Δὲν μπορεῖς ἐσύ, εἶσαι γέροντας, δὲν μπορεῖς νὰ μὲ σηκώσεις, ἀδύνατον!

— Ὄχι, θὰ σὲ πάρω! Δὲν μπορῶ νὰ σ’ ἀφήσω!

— Μὰ δὲν μπορεῖς νὰ μὲ σηκώσεις.

— Θὰ σκύψω, καὶ σὺ πιάσου ἀπὸ πάνω μου καὶ λίγο λίγο θὰ σὲ πάω σὲ κανένα κοντινὸ χωριό. Λίγο σήμερα, λίγο αὔριο, θὰ σὲ φθάσω.

Καὶ τὸν πῆρε μὲ μεγάλη δυσκολία κι ἄρχισε νὰ βαδίζει μὲ τὸ βάρος ἐκεῖνο μὲς στὴν ἄμμο πάρα πολὺ δύσκολα. Ὁ ἱδρώτας ἔτρεχε ποτάμι καὶ σκεπτόταν: «Ἔστω καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ φθάσω». Καθὼς ὅμως προχωροῦσε, ἄρχισε νὰ νιώθει τὸ φορτίο του πιὸ ἐλαφρό, πιὸ ἐλαφρὸ καὶ σὲ κάποια στιγμὴ αἰσθάνθηκε σὰν νὰ μὴν κρατάει τίποτα. Τότε γυρίζει πίσω νὰ δεῖ τί συμβαίνει καὶ βλέπει μὲ ἔκπληξη πάνω του ἕναν ἄγγελο. Ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε:

— Μ’ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ πληροφορήσω ὅτι οἱ δύο ὑποτακτικοί σου δὲν εἶναι ἄξιοι της Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, γιατί δὲν ἔχουν ἀγάπη.

 

Ἀπὸ τὸ «Βίος καὶ Λόγοι Αγίου Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτου», ἔκδ. Ἱερὰ Μονὴ Χρυσοπηγῆς, Χανιὰ-Κρήτης 2004.